Η ΧΥΔΑΙΑ ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΑ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

«Οτι τα πράγματα στην εμφάνισή τους συχνά παρουσιάζονται ανάποδα
είναι γνωστό σε όλες σχεδόν τις επιστήμες, εκτός από την πολιτική οικονομία».

Καρλ Μαρξ[1]

 

Η ιδεολογική πάλη αποτελεί μια μορφή της ταξικής πάλης με ειδικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις για τους κομμουνιστές. Οπως είναι γνωστό η εμπειρία, όσο επώδυνη και να είναι, από μόνη της δεν επαρκεί για να βγάλει ο εργαζόμενος τα σωστά και ολοκληρωμένα πολιτικά συμπεράσματα, να δει τι κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Μόνο αν η εμπειρία φωτίζεται από την ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών θα απελευθερωθούν δυνάμεις, θα απαγκιστρωθούν συνειδήσεις από το άρμα της αστικής ιδεολογίας. Αυτή η ιδεολογικοπολιτική δουλιά σε συνδυασμό με τις ήδη ώριμες υλικές συνθήκες και την εμφάνιση της αναγκαίας επαναστατικής κατάστασης (την ύπαρξη δηλαδή των αναγκαίων αντικειμενικών συνθηκών) θα δώσει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή.

Σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την αναπαραγωγή της αστικής ιδεολογίας αναλογεί στο αστικό σύστημα εκπαίδευσης. Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζουν τα αστικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΑΕΙ και ΤΕΙ). Γι’ αυτό το λόγο ο Λένιν αποκαλούσε την Παιδεία όργανο ταξικής κυριαρχίας. Η ιδεολογική επίθεση της άρχουσας τάξης ξεκινά από τις πρώτες σχολικές τάξεις παίρνοντας πιο απροκάλυπτες μορφές όσο σκαρφαλώνουν οι νέοι τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, με κορύφωση την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η ιδεολογική πάλη που πρέπει να διεξάγουν τα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ μέσα στα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ είναι πολύ υψηλών απαιτήσεων, αλλά και πρωτίστης σημασίας για την προώθηση της πολιτικής του Κόμματος στο χώρο αυτό, δεδομένου ότι: «Η πείρα δείχνει ότι στα ζητήματα της έρευνας και της επιστήμης είναι πιο σύνθετη η προώθηση της πολιτικής συνεργασιών, σε σύγκριση με τη δυνατότητα συνεργασίας σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα στο κίνημα, στις συσπειρώσεις. Οι ιδεολογικές διαφορές υπεισέρχονται περισσότερο στην επιστημονική έρευνα και μελέτη»[2].

Αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι η ιδεολογική αντιπαράθεση στα αμφιθέατρα των οικονομικών σχολών. Θα επικεντρώσουμε σε κάποιες θεμελιώδεις αρχές, οι οποίες αποτελούν τη βάση της χυδαίας[3], κυρίως, αστικής πολιτικής οικονομίας, γιατί αυτή διδάσκεται σήμερα και θα αντιπαραθέσουμε την κριτική καθώς και τις αντίστοιχες θέσεις της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτή η τελευταία βέβαια ή απουσιάζει εντελώς από τα προγράμματα σπουδών των οικονομικών σχολών ή εντελώς περιθωριακά και «προαιρετικά» εντάσσεται στα προγράμματα σπουδών για τη διακράτηση κάποιων προσχημάτων «πολυφωνίας». Το περιεχόμενο της διδασκαλίας της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού άρθρου. Στις περισσότερες περιπτώσεις το γεγονός ότι αναφέρεται η λέξη «μαρξιστική» στον τίτλο ενός μαθήματος καθόλου δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη διδασκαλία της πραγματικά μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία στις πιο πολλές περιπτώσεις έχει αντικατασταθεί από διάφορες «μαρξίζουσες» αστικές και μικροαστικές θεωρίες. Ωστόσο, μια αναλυτική κριτική, τόσο στο θέμα αυτό όσο και γενικότερα στα προγράμματα σπουδών των οικονομικών σχολών, ξεφεύγει από τα όρια του παρόντος άρθρου.

Ξεκινώντας να περιγράψει κανείς αυτό τον πραγματικό πόλεμο που διεξάγεται καθημερινά μέσα στα αμφιθέατρα των οικονομικών σχολών, βρίσκεται μπροστά σε ένα φαινομενικό χάος. Δεν ξέρει από πού να αρχίσει και πού να τελειώσει, με τι να πιαστεί και τι να αφήσει απ’ έξω. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταπιαστεί η κριτική με επιμέρους πλευρές και θέσεις. Ετσι όμως θα χάσει την κριτική δύναμή της, γιατί αυτή δεν μπορεί να είναι ουσιαστική στο βαθμό που δε συγκεντρώνει τα πυρά της στον αιμοδότη αυτών των πλευρών, στο βαθμό που δεν εντοπίζει την καρδιά των θεωριών των αστών οικονομολόγων και ιδιαίτερα των χυδαίων.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να αγγίξουμε τα θεμέλια της διδασκαλίας που κυριαρχεί στις οικονομικές σχολές, τις παραδοχές δηλαδή εκείνες πάνω στις οποίες στηρίζεται ολόκληρο το αντιεπιστημονικό οικοδόμημα της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως παραβλέπουμε ότι μέσα στις οικονομικές σχολές μπορεί να βρει κανείς «κάθε καρυδιάς καρύδι», νεοκλασικούς, κεϋνσιανούς, μονεταριστές, μετακεϋνσιανούς, μεταρικαρντιανούς και πολλές άλλες σχολές και θεωρίες, αρκετές εκ των οποίων έχουν σαν πρώτα συνθετικά τις λέξεις «μετά» και «νέο».

Σκοπός ωστόσο του άρθρου δεν είναι να σταθεί στις επιμέρους διαφορές των διαφόρων αστικών οικονομικών ρευμάτων, πράγμα που εξ αντικειμένου είναι δευτερεύουσας σημασίας, γιατί τα σημεία που θα θίξουμε είναι σχεδόν στο σύνολό τους αποδεκτά από όλες τις τάσεις της αστικής απολογητικής.

 

1. ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΧΥΔΑΙΑΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 Μέσα από τη μελέτη του εκχυδαϊσμού της αστικής πολιτικής οικονομίας μπορούν να δοθούν απαντήσεις σε μία σειρά λαθεμένα και αντιεπιστημονικά στοιχεία της σύγχρονης αστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία διδάσκεται στα αστικά πανεπιστήμια. Σε τι συνίσταται όμως η κρίση της αστικής πολιτικής οικονομίας;

Αν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε την ουσία αυτής της κρίσης σε μία πρόταση, θα καταλήγαμε μάλλον στην εξής: Η κρίση της αστικής πολιτικής οικονομίας συνίσταται στην αντικειμενική αδυναμία της να εμβαθύνει στις νομοτέλειες της οικονομικής ζωής, στην υποκατάσταση της ανάλυσης της ουσίας των οικονομικών φαινομένων από την απλή περιγραφή της επιφάνειάς τους, με σκοπό την εξύμνηση του καπιταλισμού. Αυτή η κρίση και η απομάκρυνση από την επιστημονική οδό είναι συνέπεια της εξάντλησης της προοδευτικότητας της τάξης, τα συμφέροντα της οποίας η αστική πολιτική οικονομία εκφράζει. Ο Αφανάσιεφ περιγράφει ως εξής αυτή τη διαδικασία εκχυδαϊσμού της αστικής πολιτικής οικονομίας: «Αν η διαδικασία της επιστημονικής γνώσης είναι πέρασμα από την περιγραφή των εξωτερικών μορφών του φαινομένου στην αποκάλυψη της ουσίας του, ο εκχυδαϊσμός είναι κίνηση στην αντίθετη κατεύθυνση: από τη βαθύτερη ουσία στη λιγότερο βαθιά και κατόπιν και στο φαινόμενο στη συγκεκριμένη του μορφή»[4].

Από το 1830, όπου η αστική τάξη εδραιώνεται σαν εκμεταλλεύτρια τάξη και πετυχαίνει μια σειρά νίκες, αρχίζει για την αστική πολιτική οικονομία ένας επιστημονικός κατήφορος, ο οποίος τόσο περισσότερο επιταχύνεται όσο παραμένουν στη ζωή, κόντρα στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας, οι ξεπερασμένες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, όσο πιο οπισθοδρομική και αντιδραστική γίνεται η αστική τάξη.

Ο Μαρξ σημειώνει στον επίλογο της δεύτερης έκδοσης του «Κεφαλαίου»: «Το 1830 άρχισε μια για πάντα η αποφασιστική κρίση. Η αστική τάξη κατάκτησε στη Γαλλία και την Αγγλία την πολιτική εξουσία. Από τότε η ταξική πάλη αποκτούσε πρακτικά και θεωρητικά όλο και πιο πολύ έκδηλες και απειλητικές μορφές. Σήμανε η νεκρώσιμη καμπάνα της επιστημονικής αστικής πολιτικής οικονομίας. Δεν πρόκειται τώρα πια για το αν είναι αληθινό αυτό ή εκείνο το θεώρημα, μα για το αν είναι ωφέλιμο ή επιζήμιο για το κεφάλαιο, αν ταιριάζει ή όχι στο κεφάλαιο, αν έρχεται σε σύγκρουση ή όχι με τις αστυνομικές διατάξεις. Τη θέση της ανιδιοτελούς έρευνας την πήραν οι πληρωμένοι διαπληκτισμοί των καλαμαράδων, τη θέση της αμερόληπτης επιστημονικής έρευνας την πήρε η κακή συνείδηση και η άσχημη πρόθεση της απολογητικής»[5]. Δύσκολα μπορεί να βρεθεί πιο σύντομη και ακριβής έκφραση για το τι συμβαίνει στις αστικές οικονομικές σχολές από το παραπάνω σχόλιο του Μαρξ.

Ο εκχυδαϊσμός της αστικής πολιτικής οικονομίας έχει κοινωνικές και γνωσιολογικές ρίζες. Οι κοινωνικές ρίζες έχουν να κάνουν με τη θέση της αστικής τάξης αναφορικά με τις αντικειμενικές ανάγκες της κοινωνικής εξέλιξης, όπως ήδη αναφέρθηκε. Ποιες είναι όμως οι γνωσιολογικές ρίζες αυτού του εκχυδαϊσμού;

Λέξη κλειδί για την απάντηση είναι η λέξη φετιχισμός, μία λέξη δανεισμένη από τα θρησκευτικά κείμενα, η οποία για πρώτη φορά επιστρατεύτηκε στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας από τον Καρλ Μαρξ. Τι εννοούσε όμως ο Μαρξ με τον εμπορευματικό φετιχισμό; Ο Μαρξ εννοούσε ότι στην άναρχη αναπτυγμένη εμπορευματική παραγωγή τα πράγματα φαίνονται στον κοινό νου, στο γυμνό μάτι, να αποκτούν «μαγικές» ιδιότητες, οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων εμφανίζονται σαν σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Στεκόμενος ακριβώς στη διαφορά μεταξύ των αντιεπιστημονικών, των χυδαίων, αυτών δηλαδή που αντανακλούν απλώς την εξωτερική επίφαση των φαινομένων και των επιστημονικών κατηγοριών, αυτών δηλαδή που αποκαλύπτουν τις εσωτερικές αλληλουχίες των φαινομένων, ο Μαρξ σημείωνε: «Οι πρώτες αναπαράγονται άμεσα με αυθόρμητο τρόπο σαν μορφές σκέψης της καθημερινής ζωής, ενώ τις δεύτερες μπορεί να τις ανακαλύψει μόνο η επιστημονική έρευνα»[6]. Μορφές έκφρασης του εμπορευματικού φετιχισμού σε όλες τις σχολές της χυδαίας αστικής οικονομολογίας είναι οι εξής:

Η αξία ενός εμπορεύματος εμφανίζεται σε αυτές τις θεωρίες σαν ένα είδος «έμφυτης» ιδιότητας των εμπορευμάτων και όχι σαν κοινωνική σχέση μεταξύ των διαφόρων εμπορευματοπαραγωγών, οι οποίοι ανταλλάσσουν τα προϊόντα της εργασίας τους σε αναλογίες αντίστοιχες της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας που περιέχεται σε αυτά. Σε αυτή την αντιεπιστημονική βάση η αξία εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα των φυσικών ιδιοτήτων του ίδιου του εμπορεύματος, της χρησιμότητάς του ή της σπανιότητάς του για παράδειγμα.

Η κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία εξωτερικά εμφανίζεται σαν εξουσία του χρήματος ή του χρυσού, ενός μετάλλου δηλαδή πάνω στους ανθρώπους.

Η εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα στην επιφάνεια των φαινομένων παρουσιάζεται σαν εργασία-εμπόρευμα και η αξία και η τιμή της βαφτίζονται τιμή εργασίας.

Το κεφάλαιο αντί να παρουσιάζεται σαν κοινωνική σχέση μεταξύ ανθρώπων, παρουσιάζεται είτε σαν πράγμα (μέσα παραγωγής) είτε σαν μια μαγική ιδιότητα του χρήματος να γεννάει παραπάνω χρήμα από αυτό που αρχικά επενδύθηκε.

Το κέρδος φαίνεται να δημιουργείται από όλο το κεφάλαιο και όχι μόνο από το μεταβλητό του μέρος.

Η πρόσοδος παρουσιάζεται σαν φυσική ιδιότητα της γης που φέρνει εισόδημα.

Τέλος, ο φετιχισμός κορυφώνεται στην περίπτωση του τόκου, ο οποίος παρουσιάζεται σαν χρήμα που γεννά χρήμα και όχι σαν μια κοινωνική σχέση, δηλαδή σαν μία ειδική μορφή υπεραξίας που σχετίζεται με τη λειτουργία του πιστωτικού κεφαλαίου. Γράφει ο Μαρξ: «Στο κεφάλαιο που αποφέρει τόκο ολοκληρώνεται αυτό το αυτόματο φετίχ, η αυτοαυξανόμενη αξία, το χρήμα που δημιουργεί χρήμα. Και σ’ αυτή τη μορφή του δεν έχει πια τα σημάδια της προέλευσής του. Η μετατροπή της κοινωνικής σχέσης σε σχέση πράγματος (χρήματος, εμπορεύματος) αυτού καθ’ αυτού, εδώ ολοκληρώθηκε»[7].

Κατά την περίοδο μετατροπής του καπιταλισμού, του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, η αστική πολιτική οικονομία «στριμώχνεται» ακόμα περισσότερο. Σε αυτό συντελούν δύο γεγονότα. Από τη μια η εμφάνιση του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ και η πλατιά διάδοση του μαρξισμού στους εργάτες και από την άλλη η όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού στρίμωξαν την αστική πολιτική οικονομία στη γωνία και δεν της άφησαν κανένα άλλο περιθώριο από τον ακόμα περαιτέρω εκχυδαϊσμό της, ο οποίος τώρα εκφράζεται κυρίως με την προσπάθεια της εξωοικονομικής ερμηνείας των οικονομικών φαινομένων. Ετσι, ενώ μέχρι τώρα η χυδαία οικονομολογία απλά στέκεται στην επιφάνεια των φαινομένων, χωρίς να ερευνά την ουσία τους, τώρα εγκαταλείπει σε μεγάλο βαθμό ακόμα και αυτή και καταφεύγει σε άλλες επιστήμες για να ερμηνεύσει την ουσία των οικονομικών φαινομένων.

Σε αυτά τα πλαίσια έχουμε και μηχανιστική αναγωγή φαινομένων που ανήκουν στην κοινωνική μορφή κίνησης της ύλης σε διαδικασίες που ανήκουν σε κατώτερες μορφές κίνησης της ύλης, όπως τη φυσική. Αυτή η χυδαία απλοποίηση των κοινωνικών διαδικασιών αποτελεί σημαντικό βήμα στη διαδικασία εκχυδαϊσμού της αστικής πολιτικής οικονομίας. Σχολιάζοντας ο Λένιν αυτή την προσπάθεια έγραφε: «Στην πράξη καμία έρευνα κοινωνικών φαινομένων, καμία διασαφήνιση της μεθόδου των κοινωνικών επιστημών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μ’ αυτές τις έννοιες. Δεν υπάρχει τίποτα ευκολότερο από το να κολλά κανείς «ενεργειακή» ή «βιολογικοκοινωνική» ετικέτα σε φαινόμενα σαν τις κρίσεις, τις επαναστάσεις, την πάλη των τάξεων κλπ., μα δεν υπάρχει και τίποτα το πιο στείρο, το πιο σχολαστικό και το πιο νεκρό, απ’ αυτή την απασχόληση»[8].

Η μέθοδος εδώ είναι απλή: Δεν ψάχνω να βρω την εσωτερική ουσία των φαινομένων, αλλά απομονώνω και απολυτοποιώ δευτερεύοντες παράγοντες που επιδρούν στην εμφάνιση του φαινομένου, τους αναγάγω σε κύριους, κάνω την εξαίρεση κανόνα, το τυχαίο αναγκαιότητα και αυτό είναι. Χαρακτηριστικός γι’ αυτό είναι ο τρόπος που ψάχνει ο «νόμιμος μαρξιστής» Τούγκαν-Μπαρανόφσκι να βρει την πηγή της αξίας των εμπορευμάτων: «Η έρευνα των αιτιών της αξίας πρέπει να συνεχίζεται ώσπου να φτάσουμε σε τέτοιους παράγοντες, που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της οικονομικής επιστήμης. Τέτοιοι παράγοντες, κατά την ανάλυση των υποκειμενικών αιτιών της πολυτιμότητας ενός αντικειμένου, θα είναι οι φυσιολογικοί και ψυχολογικοί νόμοι, γιατί η πολιτική οικονομία δεν μπορεί να αναλάβει καθήκοντα της ψυχολογίας και της φυσιολογίας»[9].

Για να υπερασπίσουν τις ξεπερασμένες ιστορικά κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, για να κρύψουν την εκμεταλλευτική τους φύση, για να πολεμήσουν το μαρξισμό οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι δεν άφησαν καμιά επιστήμη ανεκμετάλλευτη. Χρησιμοποίησαν την ψυχολογία, την ηθική, το δίκαιο, τη βιολογία μέχρι και τη θεολογία. Για την ερμηνεία της ουσίας των οικονομικών φαινομένων χρησιμοποίησαν όλες τις επιστήμες εκτός... από την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Χαρακτηριστικός γι’ αυτό είναι ο ρόλος που αποδίδεται σήμερα στις θεωρίες χρησιμότητας και ωφελιμότητας, οι ψευδαισθήσεις Δικαίου για τον υπερταξικό χαρακτήρα του κράτους, αλλά και η εμφάνιση και ο ρόλος που αποδίδεται σε μαθήματα όπως η «Ψυχολογία του Καταναλωτή», η «Οργανωσιακή Συμπεριφορά» και ακόμα περισσότερο η διαρκώς κερδίζουσα έδαφος «Θεωρία Παιγνίων», στην οποία αποδίδουν σημαντικές δυνατότητες οικονομικής ερμηνείας, με δόλωμα τη γοητεία που η επιφάνεια των φαινομένων και οι καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις της προσδίδουν.

Σύμφωνα με τη μαρξιστική προσέγγιση μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις μορφές εξωοικονομικού εκχυδαϊσμού της αστικής πολιτικής οικονομίας[10], την κοινωνική, τη συνθετική, τη φυσική και τη θεολογική κατεύθυνση. Αυτό που πρέπει να προσθέσουμε είναι ότι συναντώνται στοιχεία όλων αυτών των μορφών στις σύγχρονες χυδαίες οικονομικές θεωρίες. Ωστόσο η κατηγοριοποίηση γίνεται με βάση ποια μορφή εκχυδαϊσμού προσεγγίζουν τα χαρακτηριστικά, τα βασικά δηλαδή για κάθε αστική θεωρία μέρη.

Η πρώτη μορφή είναι η κοινωνική, η οποία συνίσταται στην υποκατάσταση των καθαυτό οικονομικών νομοτελειών με νομοτέλειες κοινωνικές, κατά κανόνα του εποικοδομήματος. Εδώ κατατάσσεται η κοινωνική σχολή του Δικαίου στις γερμανόφωνες χώρες, η οποία διόγκωνε και απολυτοποιούσε τον πραγματικά υπαρκτό, αλλά ταυτόχρονα όχι κύριο ρόλο του Δικαίου στα οικονομικά φαινόμενα. Εδώ περιλαμβάνεται και η παρερμηνεία της σχέσης οικονομίας-πολιτικής από τους αστούς και οπορτουνιστές οικονομολόγους, οι οποίοι προσεγγίζουν το αστικό κράτος και την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική σαν ένα υπερταξικό υποκείμενο που έχει να διαλέξει μεταξύ της νεοφιλελεύθερης και σοσιαλδημοκρατικής μορφής διαχείρισης, αποκρύβοντας ότι το αστικό κράτος αποτελεί την εξουσία της αστικής τάξης πάνω στην εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα και γι’ αυτό η οικονομική του πολιτική, η στρατηγική του καθορίζεται από τις ίδιες τις αντιφάσεις και τις ανάγκες του συστήματος.

Εδώ κατατάσσεται και η νέα ιστορική σχολή, η οποία απέρριπτε τη μέθοδο της αφαίρεσης και απολυτοποιούσε τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά κάθε χώρας και περισσότερο της Γερμανίας, καλώντας τους επιστήμονες να μην ασχολούνται με τις νομοτέλειες της κοινωνικής εξέλιξης και ότι σε πρώτο πλάνο πρέπει να μπουν η μελέτη του ειδικού και του μερικού. Αντίστοιχες προσπάθειες παρατηρούνται τελευταία, όπως είναι γνωστό και στην επιστήμη της Ιστορίας. Στο πεδίο της πολιτικής τα διάφορα οπορτουνιστικά ρεύματα απολυτοποιούν το ειδικό και ουσιαστικά εκμηδενίζουν και αρνούνται τις γενικές νομοτέλειες, όπως έκανε π.χ. ο «Ευρωκομμουνισμός».

Η συνθετική μορφή είναι η πιο συχνά εμφανιζόμενη σήμερα στις οικονομικές σχολές. Σε αυτή την κατηγορία χωράνε σχεδόν όλες οι σήμερα διαδεδομένες οικονομικές θεωρίες. Καταρχήν η υποκειμενική-ψυχολογική σχολή που προσπαθεί να ερμηνεύσει τα οικονομικά φαινόμενα, θεωρώντας ως καθοριστικό παράγοντα τις ψυχολογικές καταστάσεις των ανθρώπων. Οι θεωρίες της χρησιμότητας, της υποκειμενικής θεωρίας της αξίας, της οριακής ωφελιμότητας του Gossen, της οριακής παραγωγικότητας των Clark και Marshall, η αντίστοιχη θεωρία διανομής του παραγόμενου πλούτου ανήκουν εδώ. Ο στόχος είναι η απόκρυψη του αντικειμενικού χαρακτήρα των οικονομικών νομοτελειών, η αναγωγή των αιτιών των φαινομένων σε τυχαίους παράγοντες, η κυριαρχία του υποκειμενισμού, που ως γνωστό βρίσκεται στο άλλο άκρο της επιστήμης.

Στη μορφή αυτή εκχυδαϊσμού, όπως ήδη έχει αναφερθεί, δε φτάνει μόνο η υποκατάσταση της ουσίας των οικονομικών φαινομένων από την απλή αποτύπωση της εξωτερικής τους επιφάνειας, αλλά προχωράει στην πλήρη εγκατάλειψη της καθαυτό οικονομικής, της παραγωγικής σφαίρας. Κι αυτή η εγκατάλειψη γίνεται με την προσφυγή σε μία από τις πιο απομακρυσμένες από την οικονομία σφαίρες, τη σφαίρα της ψυχολογίας. Με αυτή τη μέθοδο στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των οικονομολόγων δεν είναι βέβαια η μελέτη των σχέσεων παραγωγής, όπως η πραγματική επιστήμη επιβάλλει. Παράδειγμα αυτού του τύπου εκχυδαϊσμού μπορεί να αποτελέσει η απολογητική μαθηματικοποίηση της αστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία βέβαια συνδέεται και με ζητήματα ορισμού του αντικειμένου της επιστήμης αυτής, στα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

Οι υπόλοιπες δύο μορφές εκχυδαϊσμού είναι ο φυσικοεκτατικός και ο θεολογικός εκχυδαϊσμός. Ο πρώτος ξεχωρίζει ως καθοριστικός για την ερμηνεία των οικονομικών φαινομένων το ρόλο των φυσικών διαδικασιών και νομοτελειών. Πιο περιορισμένος, αλλά όχι ανύπαρκτος, είναι ο ρόλος του θρησκευτικού εκχυδαϊσμού, σύμφωνα με τον οποίο δίνεται θρησκευτική ερμηνεία στα οικονομικά φαινόμενα και κατηγορίες, όπως η καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, η ταξική δομή της κοινωνίας, η ανεργία, ο μισθός και το κέρδος.

Στα επόμενα κεφάλαια θα σταθούμε πιο αναλυτικά σε όσα επιγραμματικά αναφέραμε παραπάνω.

 

2. Η ΤΑΞΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η αντιπαράθεση για τη σχέση πολιτικής - επιστήμης αποτελεί σημαντική πλευρά της ιδεολογικής διαπάλης στις οικονομικές σχολές. Σε περίπτωση που κάποιος φοιτητής τολμήσει να αναφερθεί στις συνέπειες της πολιτικής που απορρέει από τις διδασκόμενες θεωρίες, θα πάρει ουσιαστικά την εξής απάντηση: «Το σχόλιό σου, παιδί μου, είναι άσχετο με το μάθημά μου. Ο σκοπός μου εδώ είναι να προτείνω τι είναι αποδοτικότερο να γίνει. Από εκεί και πέρα, το τι πολιτικές επιλογές θα αποφασιστούν ανήκει σε άλλες επιστήμες, στην πολιτική επιστήμη, στην επιστήμη της ηθικής κλπ.». «Γι’ αυτό παιδί μου», θα καταλήξει ο «επιστήμονάς» μας με ύφος κάποιου που έχει πει κάτι υπερβολικά ιδιοφυές, «μην μπλέκεις την πολιτική με τα οικονομικά». Οπως λένε, στόχος είναι η δημιουργία «μιας επιστήμης απαλλαγμένης από αξιολογικές κρίσεις», ή «στο κατώφλι της οικονομίας τερματίζεται η ιστορία των ιδεολογημάτων»[11].

Σε αυτό το μήκος κύματος ο Walras σημειώνει ότι «το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μιας επιστήμης είναι η απόλυτη αδιαφορία για τις συνέπειες, καλές ή κακές, με τις οποίες πορεύεται προς την ανακάλυψη της καθαρής αλήθειας»[12]. Γι’ αυτό το λόγο ο Walras χαρακτήριζε την οικονομική επιστήμη ως «καθαρή» επιστήμη. Επίσης παραθέτουμε χωρίς πολλά σχόλια ένα κομμάτι από ένα γράμμα του Walras στο γιο του, στις 6 Φεβρουαρίου 1859: «Ενα πράγμα το οποίο βρίσκω ιδιαίτερα ικανοποιητικό στο πρόγραμμα εργασίας σου και το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο είναι η απόφαση σου να κρατηθείς εντός των ορίων που δημιουργούν τη μικρότερη δυνατή ενόχληση σε σχέση με τους ιδιοκτήτες. Ηταν μια σοφή απόφαση και σχετικά εύκολο να εφαρμοστεί. Πρέπει να αφοσιωθεί κανείς στην πολιτική οικονομία, όπως αφοσιώνεται στην επιστήμη της ακουστικής ή της μηχανικής»[13].

Η «ενόχληση» λοιπόν με ζητήματα ιδιοκτησίας είναι κάτι εκτός πεδίου ενδιαφέροντος για τους οικονομολόγους. Το πόσο βολική για τους κατόχους των μέσων παραγωγής είναι αυτή η θεώρηση αφήνεται στην κρίση του αναγνώστη...

Ομως η επιστήμη σαν μορφή κοινωνικής συνείδησης όχι μόνο δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά παρά τη σχετική της αυτοτέλεια, σε τελευταία ανάλυση, καθορίζεται από τις δοσμένες σχέσεις παραγωγής. Αυτό το έχει αποδείξει η ίδια η ιστορία ανάπτυξης της αστικής πολιτικής οικονομίας. Στο βαθμό που η αστική τάξη ήταν προοδευτική, οι εκπρόσωποι της στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας έκαναν σημαντικές ανακαλύψεις. Η σύγκρουση με τη φεουδαρχία επέβαλε την επιστημονική ανάλυση των οικονομικών φαινομένων. Από τότε όμως που η αστική τάξη εδραιώθηκε και εμφανίστηκε ο δικός της «νεκροθάφτης», η εργατική τάξη, τα δεδομένα άλλαξαν.

Οπως αναφέρεται και στις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση «Η οργανική σχέση της εξέλιξης της σύγχρονης επιστήμης με την εξέλιξη του καπιταλισμού, η ταξική ανάπτυξή της, διεισδύει στο περιεχόμενό της. Στις κοινωνικές επιστήμες αυτή η επιρροή είναι σχεδόν ολοκληρωτική...Η κοινωνική συνείδηση της εποχής, η κυρίαρχη ιδεολογία, διαποτίζει δηλαδή την επιστήμη και στη συνέχεια δρέπει τους καρπούς των ιδεών που έσπειρε σε αυτήν, περιβεβλημένους με το κύρος τους»[14].

Ετσι, όπως σχολιάζει και ο Αφανάσιεφ[15], η αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας στην πολιτική οικονομία μπορεί να έχει διάφορο βαθμό επιστημονικότητας, από την πραγματικά επιστημονική ανάλυση μέχρι τη χυδαία καταγραφή των φαινομένων των οικονομικών διαδικασιών ή ακόμα και την προσφιλή σε άλλες επιστήμες. Σύμφωνα με το μαρξιστικό κριτήριο επιστημονικότητας, η πολιτική οικονομία είναι επιστημονική μόνο στην περίπτωση που δίνει μια σωστή αντανάκλαση των εσωτερικών αντικειμενικών τάσεων ανάπτυξης της κοινωνίας και από τις θέσεις αυτές εξηγεί τις εξωτερικές μορφές εμφάνισης.

Τα παραπάνω αποκτούν την ισχύ γενικού γνωσιοθεωρητικού νόμου. Σύμφωνα με το νόμο αυτό οι επιστήμες, και ακόμα πιο άμεσα οι κοινωνικές επιστήμες, μπορούν να αναπτυχθούν ανεμπόδιστα μόνο από τους ιδεολόγους της τάξης εκείνης που η ίδια η κοινωνική εξέλιξη έχει φέρει στο προσκήνιο της ιστορίας ως το φορέα της περαιτέρω κοινωνικής εξέλιξης. Γι’ αυτό, όσα βήματα έκανε η αστική πολιτική οικονομία τα έκανε το διάστημα της λυσσαλέας πάλης της ενάντια στη φεουδαρχία, το διάστημα που ήταν φορέας επαναστατικών κοινωνικών αλλαγών. Φυσικά ακόμα και τότε δεν ήταν δυνατό να φτάσει μέχρι το τέλος, γιατί αυτό, για το οποίο η αστική τάξη πάλευε ήταν η αλλαγή της μορφής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και όχι η κατάργησή της. Γι’ αυτό ο ορίζοντάς της παρέμεινε αναγκαστικά περιορισμένος, αφήνοντας εκτός μελέτης ή παρερμηνεύοντας ζητήματα όπως: η παραγωγή υπεραξίας (αν και έθεσε το ζήτημα) και η παροδικότητα των σχέσεων παραγωγής, η ανακάλυψη της οποίας θα έθετε σε κίνδυνο την αστική εξουσία.

Η ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης για κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο είναι αυτή που έδωσε τη δυνατότητα στους θεωρητικούς της να το πάνε μέχρι τέλους, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες της πραγματικής, της ειλικρινούς και χωρίς όρια επιστημονικής ανάλυσης των οικονομικών φαινομένων.

Είδαμε λοιπόν πως η προσπάθεια «αποπολιτικοποίησης της επιστήμης» είναι απαραίτητη στη χυδαία αστική πολιτική οικονομία, γιατί μέσω αυτής υπηρετεί την τάξη, τα συμφέροντα της οποίας εκφράζει. Από αυτό το μένος αποπολιτικοποίησης δεν ξέφυγε ούτε το ίδιο το όνομα της επιστήμης. Την προσπάθεια αυτή μπορεί να τη διαπιστώσει κανείς εύκολα ρίχνοντας μια ματιά στα προγράμματα των οικονομικών σχολών, στους τίτλους των μαθημάτων και των βιβλίων, ακόμα και στις ονομασίες των σχολών. Η έκφραση «Πολιτική Οικονομία» δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά. Μάλιστα πριν τέσσερα περίπου χρόνια το αντίστοιχο βιβλίο της Γ΄ Λυκείου, χωρίς να αλλάξει τίποτα ουσιαστικό στο περιεχόμενο του, μετονομάστηκε από «Πολιτική Οικονομία» που ήταν μέχρι τότε σε «Αρχές Οικονομικής Θεωρίας».

Αυτή η επιχείρηση αποπολιτικοποίησης της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας ξεκίνησε από την ίδρυση της λεγόμενης νεοκλασικής σχολής (όνομα που έδωσε στο νέο σύστημα ο Marshall για να τονίσει τη συνέχιση της παράδοσης από το Smith και το Mill ως τον εαυτό του), αρχής γενομένης από τον αγγλοσαξονικό χώρο. Η λέξη «πολιτική» ήταν σε αναντιστοιχία με το σύστημα ιδεών της νεοκλασικής σχολής. Ετσι η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας (political economy) «αναβαπτίστηκε» σε «Οικονομικά» (Economics). Οι Marshall και Jevons πρότειναν τον όρο αυτό ως πιο επιστημονικό και σοβαρό. Το σίγουρο είναι ότι αυτός ο όρος ανταποκρινόταν καλύτερα στο αντικείμενο της «επιστήμης» τους, στο οποίο θα αναφερθούμε στο επόμενο κεφάλαιο.

 

3. Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η χυδαία οικονομολογία, παρά τις διαφορές των αποχρώσεων και ρευμάτων της, τείνει να ορίζει το αντικείμενο της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας ως εξής: «Οικονομική είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες χρησιμοποιούν τους σπανίζοντες πόρους τους για να παράγουν πολύτιμα αγαθά και να τα διανείμουν μεταξύ των μελών τους»[16].

Από τον παραπάνω ορισμό, ο οποίος παρουσιάζεται στο πιο διαδεδομένο εγχειρίδιο διδασκαλίας οικονομικών παγκοσμίως, κατανοείται το πρωταρχικό καθήκον της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας ως ένα είδος «τέχνης διαχείρισης». Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό η διερεύνηση των εσωτερικών νομοτελειών της κοινωνικής εξέλιξης δεν εμπεριέχεται στο αντικείμενο της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας. Μεταφέροντας απλώς στο χαρτί αυτό το οποίο φαίνεται στην επιφάνεια των φαινομένων και αυτό που επιτάσσει η καθημερινή πρακτική των «ανθρώπων της αγοράς», οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι αρνούνται ακόμα και την ίδια την ύπαρξη των νομοτελειών στα οικονομικά φαινόμενα, άρνηση η οποία ισοδυναμεί με την εισαγωγή της θρησκείας από την πίσω πόρτα, όπως σημείωνε και ο Λένιν.

Στην ιστορία της επιστήμης χαράσσονται δύο δρόμοι. Ο ένας είναι ο δρόμος της αναπαραγωγής με λόγια της επιφάνειας των φαινομένων, που είναι τελείως ξένος προς την επιστήμη και ο δεύτερος είναι ο δρόμος της διερεύνησης των νόμων κίνησης που βρίσκονται πίσω από τα φαινόμενα και που πολλές φορές αντιφάσκουν σε αυτά τα φαινόμενα. Η πρώτη μέθοδος μας λέει με μεγάλη αυτοπεποίθηση ότι ο ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη γη και ότι ο μισθός του εργάτη ισούται με αυτό που προσφέρει κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Αντίθετα η δεύτερη μέθοδος μας οδηγεί στο πραγματικά επιστημονικό συμπέρασμα ότι η γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο και ότι ο εργάτης στον καπιταλισμό παίρνει ένα μόνο μέρος της αξίας που παράγει με την εργασία του.

«Στο μυαλό των ανθρώπων αντικατοπτρίζεται πάντα μόνο η άμεση μορφή εκδήλωσης των σχέσεων και όχι η εσωτερική αλληλουχία τους. Εάν ίσχυε το τελευταίο, αν δηλαδή το ανθρώπινο μυαλό συλλάμβανε κατευθείαν τις εσωτερικές σχέσεις των φαινομένων, τότε σε τι θα ήταν απαραίτητη γενικώς η επιστήμη;»[17] ή όπως αναφέρει στο Κεφάλαιο «Το καθήκον της επιστήμης έγκειται στο να ανάγει, την εμφανιζόμενη στην επιφάνεια των φαινομένων κίνηση, στην πραγματική εσωτερική κίνηση»[18]. Πρώτο λοιπόν μεθοδολογικό βήμα είναι ο ορισμός του αντικειμένου της επιστήμης, ξεκινώντας από το ότι οι επιστήμες είναι η διείσδυση του ανθρώπινου νου στις αναγκαστικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων και φαινομένων του αντικειμενικού κόσμου, η ανακάλυψη των νομοτελειών κίνησης της κοινωνίας, της φύσης και της νόησης. Στο άκουσμα και μόνο της λέξης νομοτέλεια στην πολιτική οικονομία θα παρατηρήσουμε τις πρώτες έντονες αντιδράσεις από τους αστούς οικονομολόγους.

Πώς προσεγγίζονται όμως αυτές οι σχέσεις; Αποκομμένες η μία από την άλλη στην κίνησή τους ή αλλιώς στη μονιμότητα και τη σταθερότητά τους.

Στον επίλογο της δεύτερης έκδοσης του «Kεφαλαίου» ο Μαρξ παραθέτει από άρθρο του ρώσικου περιοδικού «Αγγελιοφόρος της Ευρώπης»: «Για τον Μαρξ ένα μόνο πράγμα έχει σημασία: να βρει το νόμο των φαινομένων που ασχολείται με την έρευνά τους. Και μάλιστα γι’ αυτόν, πάνω απ’ όλα, έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία ο νόμος της αλλαγής τους, της εξέλιξής τους, δηλαδή το πέρασμα από τη μία μορφή στην άλλη, από μία κατηγορία αλληλοσχέσης σε μία άλλη». Και συνεχίζει ο Μαρξ: «Τι άλλο έχει περιγράψει ο κύριος αρθρογράφος εδώ παρά τη διαλεχτική μέθοδο;»[19].

Στο σημείο αυτό έχουμε και μια σημαντική διαφορά των εκπροσώπων της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας και των εκπροσώπων της χυδαίας αστικής οικονομολογίας. Ενώ η δυναμική σκέψη των Σμιθ και Ρικάρντο προσπαθούσε να μελετήσει τα οικονομικά φαινόμενα στην εξέλιξη τους, με το σωστό ή λανθασμένο τρόπο, η χυδαία οικονομολογία «πάγωσε» το χρόνο, σαν να σταμάτησε το ρολόι. Το επίκεντρο της ανησυχίας της έγινε η μελέτη ενός στατικού συστήματος ισορροπίας. Στο κέντρο αυτής της ανησυχίας βρίσκεται, όπως φαίνεται και από τον «ορισμό» που παραθέσαμε παραπάνω, το πρόβλημα της κατανομής των δεδομένων πόρων μεταξύ εναλλακτικών χρήσεων, η κατανεμητική αποτελεσματικότητα (allocative efficiency).

Ετσι η πολιτική οικονομία από ιστορική επιστήμη που μελετά τις σχέσεις παραγωγής στην εξέλιξή τους, εκχυδαΐστηκε σε ένα είδος «τέχνης», η οποία ισχύει και ίσχυε πάντα, για όλα τα συστήματα, εντελώς ανεξάρτητα από σχέσεις παραγωγής. Οι «οικονομολόγοι» αυτοί ανακάλυψαν μια αρχή παγκόσμιας ισχύος. Οπως γράφει ο Robins, «η σπανιότητα των μέσων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των σκοπών μεταβαλλόμενης σημασίας είναι μια σχεδόν πανταχού παρούσα συνθήκη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εδώ έγκειται η ενότητα του αντικειμένου της Οικονομικής Επιστήμης, οι μορφές που παίρνει η ανθρώπινη συμπεριφορά κατά τη διάθεση των σπάνιων μέσων»[20] ή όπως συμπληρώνει ο Samuelson «υπάρχει μια αρχή στην καρδιά όλων των οικονομικών προβλημάτων: η μεγιστοποίηση μιας μαθηματικής συνάρτησης υπό περιορισμούς»[21]. Ως συνέπεια αυτού του ορισμού του αντικειμένου χρησιμοποιούν τη λεγόμενη «αρχή της υποκατάστασης» στη μελέτη όλων των φαινομένων. Στη θεωρία της κατανάλωσης η υποκατάσταση ενός καλαθιού αγαθών με κάποιο άλλο. Στη θεωρία παραγωγής η υποκατάσταση ενός συνδυασμού παραγωγικών συντελεστών με κάποιον άλλο κλπ. Ολα στο βωμό της αναζήτησης των βέλτιστων συνθηκών, έτσι ώστε η περίφημη άριστη λύση να επιτευχθεί. Εκεί, αν πιστέψουμε αυτούς τους κυρίους, τελειώνει το καθήκον της επιστήμης αυτής. Απλά πράγματα!

Σε αντιδιαστολή με αυτούς τους ορισμούς, ο Μαρξ ξεχώρισε τις σχέσεις παραγωγής ως βασικές στο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων και ως εκείνες, οι οποίες καθορίζουν τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Μέσω και της διάκρισης μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής και της διαλεκτικής τους ενότητας απέδειξε τον ιστορικό χαρακτήρα αυτών των σχέσεων και έτσι μπόρεσε να αποκαλύψει τα βασικά στάδια της κοινωνικής εξέλιξης, ξεπερνώντας τη στενότητα της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας, η οποία μελετούσε μόνο τον καπιταλισμό, ακριβώς γιατί τον θεωρούσε αιώνιο.

Με βάση αυτή την ανάλυση ο Μαρξ κατέληξε στο νόμο της αναγκαίας αντιστοιχίας μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, με βάση τον οποίο λαμβάνει χώρα η εξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών. Στον Πρόλογο της «Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας» σημειώνει: «Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει το γενικό χαρακτήρα της κοινωνικής, της πολιτικής και της πνευματικής διαδικασίας της ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξη τους, αλλά αντίθετα, η κοινωνική ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους. Σε μία ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξής τους, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις μέσα στην κοινωνία έρχονται σε σύγκρουση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή -για να χρησιμοποιήσουμε την ισοδύναμη νομική έκφραση- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας μέσα στις οποίες δρούσαν ως τώρα. Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται στα δεσμά τους. Ερχεται τότε μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης μετατρέπεται αργά ή γρήγορα ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα...»[22].

Εξαίρεση ανάμεσα στους αστούς οικονομολόγους αποτελεί ο J.S.Mill, ο οποίος, αν και συνολικά λιγότερο συνεπής από τους Smith και Ricardo, προσεγγίζει περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο αστό την παροδικότητα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, σημειώνοντας ότι: «Δεν πρέπει να περιμένουμε ότι ο χωρισμός της ανθρωπότητας σε δύο ανισότιμες τάξεις -τους εργοδότες και τους μισθωτούς εργαζόμενους- μπορεί να διατηρηθεί για πάντα»[23]. «Αργά ή γρήγορα για την τάξη των εργοδοτών θα καταστεί αδύνατο να ζει σε στενή και μόνιμη επαφή με ανθρώπους, που τα συμφέροντα τους και τα αισθήματα τους είναι εχθρικά απέναντι τους»[24].

Παρά το ρεφορμιστικό τους χαρακτήρα (πίστευε στη βαθμιαία εκτόπιση των σχέσεων μεταξύ αφεντικών και εργαζομένων από σχέσεις συνεργασίας), οι απόψεις αυτές προσπαθούν να βγουν έξω από τα μεταφυσικά πλαίσια της ανάλυσης της εποχής που θεωρεί τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής ως αιώνιες και φυσικές.

Ο Μαρξ καθόρισε λοιπόν το σύνολο των σχέσεων παραγωγής -παραγωγή, κατανομή, ανταλλαγή, κατανάλωση- ως το αντικείμενο της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας. Εκεί που ο Μαρξ έβλεπε σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οι χυδαίοι αστοί βλέπουν σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, οι κοινωνικές σχέσεις είναι γι’ αυτούς κάτι εντελώς εκτός πεδίου ενδιαφέροντος, είναι χάσιμο χρόνου. Το μόνο το οποίο έχει αξία να εξεταστεί είναι οι τεχνικές σχέσεις μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης, μέσω της εύρεσης των άριστων επιλογών (κατανάλωσης, επένδυσης κλπ.), σε συνθήκες σπανιζόντων πόρων. Το γεγονός ότι ασχολούνται μόνο με τεχνικές σχέσεις, με σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, μπορεί να εξηγήσει σε σημαντικό βαθμό και την απολογητική μαθηματικοποίηση της αστικής οικονομολογίας.

 

4. Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ

Κεντρικό ζήτημα αντιπαράθεσης μεταξύ των οικονομολόγων ήταν πάντα το ζήτημα της αξίας των εμπορευμάτων. Το ζήτημα αυτό σχετίζεται και με τον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών που επικρατούν στις αγορές. Για κάποιους μάλιστα τα δύο αυτά ζητήματα ταυτίζονται αφού αξία και τιμή είναι γι’ αυτούς συνώνυμες λέξεις.

Στο 16ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, η πλειοψηφία των οικονομολόγων έψαχνε τη λύση στο ζήτημα της αξίας στην ίδια κατεύθυνση: τη χρησιμότητα. Το 1588 ο Bernardo Davanzati ισχυρίζεται στο έργο του «Διάλεξη περί χρήματος» ότι η αξία των εμπορευμάτων εξαρτάται από τη χρησιμότητα και τη σπανιότητα τους, δηλαδή η αξία εξαρτάται από τη χρησιμότητα σε σχέση με τη διαθέσιμη ποσότητα. Το 1680 ο Montanari υποστήριξε ότι «οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι αυτές που μετρούν την αξία των αγαθών». Τέλος ο Nicholas Barbon συνοψίζει τη μερκαντιλιστική σκέψη πάνω στο θέμα της αξίας με τον ακόλουθο τρόπο: Πρώτον, η πραγματική αξία των αγαθών είναι απλώς η τιμή τους. Δεύτερον, οι δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης καθορίζουν αυτή την τιμή αγοράς. Τρίτον, η αξία χρήσης είναι ο κύριος παράγοντας από τον οποίο εξαρτάται η αγοραία τιμή. Αφετηριακή λοιπόν αρχή είναι η ταύτιση αξίας-τιμής[25].

Πριν συνεχίσουμε την ανάλυσή μας για τη θεωρία της αξίας, καλό είναι να ξεκαθαριστεί ο τρόπος χειρισμού των όρων ωφελιμότητα - χρησιμότητα από τους αστούς οικονομολόγους. Οι λέξεις αυτές ίσως είναι οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες μέσα στα αμφιθέατρα των οικονομικών σχολών και κλίνονται σε όλες τις πτώσεις από τους αστούς οικονομολόγους.

Βάση της λεγόμενης θεωρίας της χρησιμότητας, του σύγχρονου Ευαγγελίου των οικονομικών πανεπιστημίων, είναι η διατύπωση του Jeremy Bentham ότι «το κίνητρο κάθε ανθρώπινης πράξης μπορεί να αναζητηθεί σε μία μοναδική αρχή, την επιθυμία μεγιστοποίησης της χρησιμότητας - την ιδιότητα δηλαδή κάθε αντικειμένου με την οποία τείνει να παράγει ωφέλεια, πλεονέκτημα, απόλαυση, αγαθό ή ευτυχία» ή να εμποδίσει τη «βλάβη, τον πόνο, το κακό ή τη δυστυχία εκείνου του οποίου το συμφέρον μας ενδιαφέρει»[26]. Το παραπάνω ισχύει γιατί «στη γενική πορεία της ζωής, για κάθε ανθρώπινο ον, το ιδιοτελές συμφέρον υπερισχύει όλων των άλλων συμφερόντων μαζί […] η ιδιοτέλεια έχει θέση παντού»[27].

Στο επίκεντρο όμως της αστικής πολιτικής οικονομίας το εργαλείο της χρησιμότητας μπαίνει μετά το 1870. Εκείνη την περίοδο μάλιστα γενικεύεται η χρήση του εργαλείου της οριακής χρησιμότητας σε τέτοιο βαθμό, που πολλές φορές αναφέρεται στα βιβλία της ιστορίας οικονομικών θεωριών ως «οριακή επανάσταση». Η «οριακή επανάσταση» ξεκίνησε με τους Menger, Jevons και Walras, συνεχίστηκε από τους Edgeworth, Wieser, Boehm-Bawerk, Pantaleoni και Clark και έκλεισε με τους Fisher και Marshall.

Μάλιστα η χρησιμότητα γι’ αυτούς δεν είναι κάτι αφηρημένο αλλά κάτι πολύ συγκεκριμένο. Ετσι, εκτός από την τακτική χρησιμότητα (ordinal utility), η οποία βασίζεται στην κατάταξη των αγαθών με κριτήριο ποιο δίνει περισσότερη και ποιο λιγότερη χρησιμότητα, υπάρχει και η απόλυτη χρησιμότητα (cardinal utility), η οποία μετράει το απόλυτο μέγεθος της χρησιμότητας από την κατανάλωση ενός αγαθού. Η χρησιμότητα έχει μάλιστα και μέσο μέτρησης, τα λεγόμενα «utils». Ετσι η κατανάλωση ενός αγαθού μπορεί να σου δίνει 10 utils και η κατανάλωση ενός άλλου αγαθού 100 utils. Ο Edgeworth μάλιστα πήγε ένα βήμα παραπέρα. Υποστήριζε πως πρέπει να υπάρχει και κάποιο εργαλείο για να μετριέται η χρησιμότητα. Οπως έχει δηλαδή η θερμοκρασία το θερμόμετρο και το βάρος τη ζυγαριά, έτσι και η χρησιμότητα, πρότεινε ο Edgeworth, πρέπει να μετριέται με τη βοήθεια ενός ...«ηδονόμετρου», το οποίο θα μετράει τα συστατικά στοιχεία της απόλαυσης.

Και για να συνδέσουμε τη θεωρία της χρησιμότητας με την ανάγκη μιας «πολιτικής οικονομίας απελευθερωμένης από κάθε αξιολογική κρίση», στην οποία έχουμε ήδη αναφερθεί, ο Pareto βοήθησε στο να αντικατασταθεί ο όρος χρησιμότητα από τον όρο ωφελιμότητα. Ετσι επιτεύχθηκε ο διαχωρισμός της ιδιότητας ενός αγαθού που επιθυμείται από ένα άτομο, δηλαδή της ωφελιμότητας του, από την ιδιότητα ενός αντικειμένου που είναι χρήσιμο για την κοινωνία, τη χρησιμότητά του δηλαδή.

Συνεχίζοντας για τη θεωρία της αξίας, πρέπει να σταθούμε στο Smith, έναν από τους πρώτους, έστω και ασυνεπείς, οπαδούς της εργασιακής θεωρίας της αξίας, γιατί σ’ αυτόν βρίσκουμε τις βάσεις της «θεωρίας των τριών συντελεστών».

Ο Smith ισχυρίζεται για τον καπιταλισμό ότι: «Ο μισθός, το κέρδος και η πρόσοδος είναι οι τρεις πρωταρχικές πηγές κάθε εισοδήματος, όπως και κάθε ανταλλακτικής αξίας»[28]. Οι παραπάνω δύο σειρές αποτελούν τη βάση όλων των χυδαίων αστικών θεωριών, οι οποίες απέρριψαν κάθε επιστημονική ανακάλυψη του Smith και κράτησαν τα αντιεπιστημονικά στοιχεία. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στους Samuelson και Nordhaus: «Το προϊόν των πωλήσεων σε μία οικονομία της αγοράς, διανέμεται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών παραγωγής με τη μορφή του μισθού εργασίας, του κέρδους και του τόκου»[29].

Παρά το μπλέξιμο του Smith όσον αφορά τον καθορισμό της αξίας στον καπιταλισμό, ήταν γι’ αυτόν σε αρκετά σημεία του έργου του καθαρό ότι πηγή όλων των εισοδημάτων είναι η εργασία: «Η εργασία καθορίζει την αξία όχι μόνο εκείνου του μέρους της τιμής, το οποίο αναλογεί στο μισθό, αλλά και εκείνων των μερών, τα οποία πηγαίνουν στην πρόσοδο και στο κέρδος»[30].

Ο Smith -και οι χυδαίοι οικονομολόγοι, οι οποίοι παπαγαλίζουν τα αντιεπιστημονικά σημεία της θεωρίας του- παραβλέπει ότι το μέγεθος της αξίας είναι ανεξάρτητο από τα μέρη στα οποία αυτή θα καταμεριστεί. Ετσι, αντί να πάει από την αξία στα εισοδήματα, πάει από τα εισοδήματα στην αξία. Επίσης αυτή η θεωρία έχει άλλο ένα ελάττωμα: Δε βλέπει αυτό που διασπάται σε εισοδήματα ως τη συνολική παραγμένη αξία, αλλά μόνο τη νεοδημιουργημένη αξία. Με αυτό τον τρόπο αγνοεί ένα μεγάλο μέρος της παραγμένης αξίας, το μέρος δηλαδή που μεταφέρεται στο εμπόρευμα, όπως το πάγιο κεφάλαιο.

Στην ίδια κατεύθυνση με τον Smith, αν και με μεγαλύτερη συνέπεια, ο Ricardo καθορίζει την αξία των εμπορευμάτων από το χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους. Ο Ricardo κάνει επίσης διάκριση μεταξύ της ανταλλακτικής αξίας και της «απόλυτης αξίας», της αξίας καθ’ αυτή, την οποία καθορίζει με βάση την εργασία.

Ο Say διατύπωσε μια θεωρία αξίας, την οποία θεωρούσε συνέχεια της θεωρίας του Smith. Σύμφωνα με αυτή, η αξία των αγαθών εξαρτάται από τις δυνάμεις της ζήτησης και της προσφοράς. Η χρησιμότητα των αγαθών επιδρά στη ζήτηση, ενώ οι δυσκολίες που υπάρχουν στην παροχή τους επιδρούν στην προσφορά. Στο Say βρίσκουμε καθαρά και τη «θεωρία των τριών συντελεστών παραγωγής» - της εργασίας, της γης και του κεφαλαίου. Η αξία δεν μπορεί να ταυτιστεί με την εργασία, αφού και οι τρεις συντελεστές συντελούν, κατ’ αυτόν, στην παραγωγική διαδικασία. Και πιο συγκεκριμένα, κάθε παραγωγικός συντελεστής λαμβάνει μια τιμή που είναι ίση με την παραγωγική του συνεισφορά, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

Συνεπώς η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι απλώς αποτελεσματική στην κατανομή των πόρων σε σχέση με τη ζήτηση, όπως δηλώνει το θεώρημα του «αόρατου χεριού», αλλά και δίκαιη στη διανομή του εισοδήματος.

Σύμφωνα με τους πιο σύγχρονους αστούς οικονομολόγους, αυτό που καθορίζει την ανταλλακτική αξία ενός αγαθού δεν είναι η συνολική χρησιμότητα του αγαθού αλλά η οριακή χρησιμότητα, η χρησιμότητα δηλαδή που απορρέει από μια μικρή (οριακή) αύξηση στην κατανάλωση ενός αγαθού. Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή υποκειμενικής θεωρίας αξίας. Η στήριξη μιας επιστημονικής κατηγορίας στη βάση των υποκειμενικών διαθέσεων των ανθρώπων, η μη διερεύνηση καμίας σχετικής νομοτέλειας, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, δεν έχει τίποτα κοινό με την πραγματικά επιστημονική μελέτη και έρευνα.

Ο Gossen συμπλήρωσε τη θεωρία της χρησιμότητας με δύο νόμους. Ο πρώτος είναι η γνωστή αρχή της «φθίνουσας οριακής χρησιμότητας», σύμφωνα με την οποία η απόλαυση που προσφέρει ένα αγαθό μειώνεται όσο αυξάνεται η ποσότητα που καταναλώνεται μέχρι να έρθει ο κορεσμός. Ο δεύτερος νόμος λέει ότι το άτομο θα καταναλώνει τα διάφορα αγαθά σε τέτοιες αναλογίες, ώστε οι ικανοποιήσεις που θα του προσφέρουν να είναι ίσες τη στιγμή που θα σταματήσει να τα καταναλώνει. Η παραπάνω αρχή είναι σήμερα γνωστή ως η αρχή «των σταθμισμένων οριακών χρησιμοτήτων».

Αλλά αλήθεια, πώς συγκρίνουμε τη ζήτηση που στηρίζεται στη χρησιμότητα και την προσφορά, που έχει να κάνει με κόστη, αφού τα κόστη δεν μπορούν να αναχθούν σε χρησιμότητα; Μόνος τρόπος να ξεπεραστεί αυτό το πρόβλημα είναι να συνδεθούν τα κόστη με μία συγκεκριμένη ομοιογενή ενότητα που μπορεί να συγκριθεί με τη χρησιμότητα. Εδώ έγκειται και η συνεισφορά του Μenger, ο οποίος -με όρους που επιτάσσει η γερμανική αυστηρότητα- «εφηύρε» το κόστος ευκαιρίας, με τη βοήθεια του οποίου τα κόστη παραγωγής δεν εκτιμώνται πλέον σε απόλυτους αλλά σε σχετικούς όρους, δηλαδή σε όρους εναλλακτικών λύσεων που έχουν θυσιαστεί. Το ξεπεράσαμε και αυτό το πρόβλημα!

Πώς όμως συγκεκριμένα συνδέεται η θεωρία της χρησιμότητας με τη θεωρία της ζήτησης; Ο Marshall εδώ «μπαλώνει μία τρύπα» το 1870 με τη διατύπωση της θεωρίας του «πλεονάσματος του καταναλωτή». Με απλά λόγια, ο καταναλωτής αγοράζοντας μια ποσότητα ενός προϊόντος βγαίνει πάντα κερδισμένος, αφού η τιμή που πληρώνει ισούται με την οριακή χρησιμότητα που αποκομίζει από την τελευταία μονάδα του αγαθού. Ομως με αυτή την τιμή αγοράζει και τις προηγούμενες ποσότητες, από τις οποίες φυσικά αποκομίζει μεγαλύτερη χρησιμότητα (λόγω της αρχής της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας) και γι’ αυτό θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει παραπάνω, «δεδομένου ότι οι καταναλωτές πληρώνουν την τιμή της τελευταίας μονάδας για όλες τις μονάδες που καταναλώνουν, απολαμβάνουν ένα πλεόνασμα χρησιμότητας πάνω από το κόστος. Το πλεόνασμα του καταναλωτή μετρά την πρόσθετη χρησιμότητα που αποκομίζει ο καταναλωτής πάνω από την τιμή που πληρώνει για ένα αγαθό»[31].

Στα εγχειρίδια διδασκαλίας τους γράφουν: «Στην τέλεια ανταγωνιστική αγορά ο καταναλωτής είναι βασιλιάς. Πραγματικά, η αγορά της μορφής αυτής αναφέρεται συχνά ως κυριαρχία του καταναλωτή»[32]. Κατά συνέπεια σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, κατάσταση ιδανική σύμφωνα με όλους τους αστούς οικονομολόγους (ανεξάρτητα από τις διαφορές τους στο πόσο εφικτό είναι αυτό), η μόνη μορφή εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, η οποία μπορεί να λάβει χώρα, είναι... η εκμετάλλευση των επιχειρηματιών από τους καταναλωτές! Μεγαλοφυές!

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στο πιο γνωστό μοντέλο ισορροπίας και διαμόρφωσης τιμών-αξιών, το μοντέλο γενικής ισορροπίας του Walras. Το μοντέλο αυτό αναφέρεται σε όλα σχεδόν τα βιβλία ιστορίας οικονομικών θεωριών, οικονομικής θεωρίας κλπ. και αποτελεί τη θεωρητική βάση για μια σειρά άλλες πιο σύγχρονες αστικές προσεγγίσεις, όπως η σύγχρονη θεωρία γενικής ισορροπίας με εκπροσώπους πασίγνωστους αστούς οικονομολόγους, τα βιβλία και τα θεωρήματα των οποίων πλημμυρίζουν τις οικονομικές σχολές όλου του κόσμου, όπως οι Arrow, Debreu, McKenzie και Allais. Στη θεωρία της γενικής ισορροπίας του Walras υπάρχουν μόνο δύο «τάξεις» ατόμων: Οι καταναλωτές και οι επιχειρηματίες, οι οποίοι όντας κάτοχοι κάποιων αρχικών αποθεμάτων (endowments) o καθένας και έχοντας πάρει ο καθένας μια σειρά «ορθολογικών» αποφάσεων, συναντιούνται για πρώτη και μοναδική φορά στην αγορά. Η επαφή των ανθρώπων μέσω της διαδικασίας της εκούσιας ανταλλαγής στην αγορά είναι η μοναδική μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης που αναγνωρίζεται. Δεν επιτρέπεται και γι’ αυτό δεν αναγνωρίζεται στο μοντέλο κανένα άλλο είδος κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ούτε στην παραγωγική διαδικασία ούτε στο σωματείο ούτε πουθενά.

Ποια διαδικασία οδηγεί στην τιμή ισορροπίας; Είναι πολύ απλό. Η λειτουργία της αγοράς παραλληλίζεται με τη λειτουργία ενός πλειστηριασμού. Ενας «δημοπράτης» «φωνάζει ένα διάνυσμα τιμών» που περιλαμβάνει τις τιμές για όλα τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά-δημοπρασία και αφήνει τους συμμετέχοντες να διαμορφώσουν τις προτάσεις αγοράς και πώλησης. Για τα προϊόντα που οι δύο αυτές προτάσεις είναι ίσες, δηλαδή προσφορά και ζήτηση ισούνται, η τιμή «κλειδώνει» και η αγοροπωλησία λαμβάνει χώρα. Οπου υπάρχει διαφορά προσφερόμενων ποσοτήτων αγοράς και πώλησης, ο «δημοπράτης» το λαμβάνει υπόψη και προσαρμόζει την τιμή μέχρι να εξισωθούν η ζητούμενη και η προσφερόμενη ποσότητα και να «κλειδώσει» η τιμή. Τόσο απλά και ρεαλιστικά!

Αλήθεια όμως, ποιος είναι κερδισμένος από αυτή την ανταλλαγή; Μα φυσικά ο καταναλωτής, αφού είναι ο μόνος ο οποίος μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του. Τι ρόλο παίζει ο «επιχειρηματίας Σίσυφος», όπως ονομάζει τον αντιπροσωπευτικό επιχειρηματία ο Walras; Μα φυσικά έχει το ρόλο του απλού συντονιστή της παραγωγής. Πρόκειται δηλαδή για έναν απλό κοινωνικό λειτουργό που κάνει τη χάρη στους «μεγιστοποιούντες καταναλωτές» να παράξει κάποιο προϊόν. Και φυσικά σαν «καλός λειτουργός» δεν κερδίζει τίποτα για την «αγαθοεργία» του. Γι’ αυτό και η ύπαρξη κέρδους (ή ζημιάς) είναι ένδειξη ανισορροπίας. «Νi benefice, ni perte», ούτε κέρδος ούτε ζημιά. Απλά πράγματα! Στο βαλρασιανό σύστημα το κέρδος είναι η εξαίρεση και γι’ αυτό από θεωρητική άποψη απλώς πρέπει να ...αγνοηθεί.

Σύμφωνα λοιπόν με τη μεγαλοφυή αυτή ανακάλυψη το κέρδος, το βασικό κίνητρο στον καπιταλισμό, είναι απλώς εκτός πεδίου ενδιαφέροντός μας. Αλλά ξεχάσαμε...! Ετσι κι αλλιώς αντικείμενο της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας δεν είναι οι σχέσεις παραγωγής, πόσο μάλλον οι κεφαλαιοκρατικές, αλλά η «μεγιστοποίηση μιας συνάρτησης υπό περιορισμούς». Θεσπέσιο!

Με μία φράση λοιπόν, οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η αξία - τιμή καθορίζεται από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης στη βάση της χρησιμότητας των εμπορευμάτων. «Υπάρχει μία τιμή, στην οποία η ζητούμενη ποσότητα είναι ακριβώς ίση με την προσφερόμενη ποσότητα... Αυτή την τιμή λέμε τιμή ισορροπίας»[33].

Κατ’ αρχήν το μόνο σίγουρο είναι ότι τα ανταλλασσόμενα εμπορεύματα είναι ωφέλιμα λόγω των συγκεκριμένων υλικών - φυσικών κλπ. ιδιοτήτων τους, αλλιώς δε θα μπορούσαμε να μιλάμε για δυνατότητα ανταλλαγής. Εχουν δηλαδή μια συγκεκριμένη αξία χρήσης. Η ανταλλαγή όμως δεν μπορεί να γίνει στη βάση των αξιών χρήσης των εμπορευμάτων, μιας και οι αξίες χρήσης είναι ποιοτικά διαφορετικές και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτελούν βάση ποσοτικής σύγκρισης. Οπως σημειώνει ο Μαρξ: «Σαν αξίες χρήσης τα εμπορεύματα διαφέρουν πρώτα από όλα στην ποιότητα, σαν ανταλλακτικές αξίες μπορούν να διαφέρουν μονάχα στην ποσότητα, δεν περιέχουν επομένως ούτε ένα άτομο αξίας χρήσης»[34].

Από τα παραπάνω γίνεται καθαρό ότι προϋπόθεση της ποσοτικής σύγκρισης είναι η ποιοτική ομοιογένεια ή αλλιώς για τον καθορισμό των σχέσεων ανταλλαγής απαιτείται να βρεθεί κάτι το κοινό, ποιοτικά ομοιογενές σε όλα τα εμπορεύματα. Αυτή η κοινή ιδιότητα όλων των εμπορευμάτων είναι ότι όλα αποτελούν προϊόν ανθρώπινης εργασίας.

Ποιας ανθρώπινης εργασίας όμως; Μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του Μαρξ είναι ο διττός χαρακτήρας της εργασίας. Η εργασία του κάθε παραγωγού είναι ταυτόχρονα συγκεκριμένη και αφηρημένη. Συγκεκριμένη εργασία σημαίνει ωφέλιμη και για συγκεκριμένο σκοπό εργασία, ενώ η αφηρημένη εργασία αποτελεί δαπάνη ανθρώπινης φυσικής και πνευματικής δύναμης, άσχετα από τη συγκεκριμένη μορφή αυτής της δαπάνης, είναι δηλαδή «εργασία γενικά».

Οι παραγωγοί όταν ανταλλάσσουν τα εμπορεύματά τους δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά αφαίρεση από τη συγκεκριμένη μορφή εργασίας των εμπορευμάτων τους, γιατί αλλιώς πώς θα μπορούσε να συγκριθεί η συγκεκριμένη εργασία ενός υφαντουργού και ενός γεωργού. Αυτό το οποίο συγκρίνουν κατά την ανταλλαγή είναι η «εργασία γενικά», η οποία έχει δαπανηθεί για την παραγωγή του κάθε εμπορεύματος.

Μέτρο της εργασίας είναι βέβαια ο χρόνος και συγκεκριμένα στη βάση του καθορισμού της αξίας βρίσκεται ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος. Είναι δηλαδή κάτι αντικειμενικό, σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή και όχι κάτι υποκειμενικό και μεταφυσικό, το οποίο υπάρχει μέσα στα μυαλά των ανθρώπων. Αυτό δεν μπόρεσαν, δε θέλησαν και δε θέλουν να δουν οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι.

Εδώ μένει να δούμε τη μαρξιστική απάντηση σε δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι πώς σχετίζεται η εργασιακή θεωρία της αξίας με τον καθορισμό των τιμών στην αγορά και το δεύτερο τι ρόλο παίζει η προσφορά και η ζήτηση που τόσο έχουν θεοποιήσει οι αστοί οικονομολόγοι;

Σύμφωνα με τη μαρξιστική πολιτική οικονομία οι τιμές των εμπορευμάτων είναι η μορφή έκφρασης της αξίας τους. Ετσι η αξία, αν και αποτελεί τη βάση διαμόρφωσης των τιμών, δεν ταυτίζεται με τις τιμές. Για να δούμε τον καθορισμό των τιμών στην αγορά πρέπει να κάνουμε ένα ακόμα βήμα και αυτό το βήμα είναι ο σχηματισμός των τιμών παραγωγής. Τιμή παραγωγής είναι η τιμή των εμπορευμάτων που εξασφαλίζει ίσα πάνω-κάτω ποσοστά κέρδους σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει αυτή η ισότητα θα μετακινηθούν κεφάλαια από τον ένα κλάδο στον άλλο, μέχρι να εκμηδενιστούν αυτές οι διαφορές.

Με βάση τα παραπάνω η σχέση προσφοράς και ζήτησης δείχνει πόσο πάνω ή πόσο κάτω από την αξία του (ή καλύτερα από την τιμή παραγωγής του) πωλείται το κάθε εμπόρευμα. Γι’ αυτό ο Μαρξ αναφέρει την αξία των εμπορευμάτων (η οποία δε σχετίζεται με τη σχέση προσφοράς και ζήτησης, αλλά με τον αντίστοιχο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του) σαν το «κέντρο βαρύτητας» γύρω από το οποίο κινούνται οι αγοραίες τιμές. Αυτό που δεν μπορούν να μας εξηγήσουν οι αστοί οικονομολόγοι είναι ποια είναι η αξία των εμπορευμάτων στο σημείο όπου η προσφορά και η ζήτηση είναι ίσες.

 

5. Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ

Από το Μάλθους και το Μακ-Κούλοχ μέχρι το σύνολο των σύγχρονων αστών οικονομολόγων πηγή του κέρδους είναι η κυκλοφορία, η πώληση δηλαδή του εμπορεύματος πάνω από την αξία του. Αντιπροσωπευτικά για όλες αυτές τις θεωρίες είναι τα παρακάτω που έγραφε ο Μακ-Κούλοχ και παραθέτει ο Μαρξ: «Στην πραγματικότητα αυτό (το εμπόρευμα) θα ανταλλάσσεται πάντα με περισσότερη (δηλαδή με περισσότερη εργασία από την εργασία με την οποία έχει παραχθεί το ίδιο). Και είναι ακριβώς αυτό το περίσσευμα εκείνο που αποτελεί το κέρδος. Κανένα κεφάλαιο δεν θα είχε οποιοδήποτε κίνητρο το προϊόν μιας δοσμένης ποσότητας εργασίας, η οποία έχει ήδη εκτελεστεί, για να το ανταλλάξει με το προϊόν ίσης ποσότητας εργασίας, που πρόκειται να εκτελεστεί»[35]. Η συζήτηση για την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων αφήνει εντελώς αδιάφορους τους σύγχρονους χυδαίους οικονομολόγους. Αυτοί κατανοούν ακριβώς την πηγή του κέρδους ως ένα αντίστοιχο περίσσευμα που δημιουργείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Πολύ συχνά ο όρος που χρησιμοποιείται γι’ αυτό το περίσσευμα πάνω από το κόστος είναι «mark-up».

Η παραπάνω εκδοχή της πηγής του κέρδους στην κυκλοφορία αδυνατεί να δώσει απάντηση στο εξής ερώτημα: Αν όλοι οι παραγωγοί πωλούν στην αγορά τα εμπορεύματα τους πάνω από την αξία τους πώς είναι δυνατόν να δημιουργείται αυτό το «περίσσευμα», αφού ό,τι κερδίζει ένας καπιταλιστής από την πώληση το χάνει από την αγορά; Σε κάθε περίπτωση η δημιουργία ενός τέτοιου «πλεονάσματος» στη σφαίρα της κυκλοφορίας είναι αδύνατη.

Το ζήτημα βέβαια αυτό συνδέεται με το γενικότερο ερώτημα: Πού δημιουργείται η αξία του εμπορεύματος, στην παραγωγή ή την κυκλοφορία; Οπως ήδη έχουμε αναφέρει για τους σύγχρονους αστούς οικονομολόγους, πολλές φορές η μελέτη της παραγωγικής διαδικασίας είναι εκτός ενδιαφέροντος. Βασικό κριτήριο όμως για την επιστημονικότητα των διαφόρων οικονομικών ερμηνειών είναι κατά πόσο αυτές βάζουν στο επίκεντρο της ανάλυσης τη σφαίρα της παραγωγής. Αν ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία ανάπτυξης της αστικής πολιτικής οικονομίας θα δούμε ότι οι πρώτοι εκπρόσωποί της, οι εμποροκράτες, μοιάζουν πολύ με τους τελευταίους εκπροσώπους τους, αυτούς της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας. Βασικό κοινό τους σημείο είναι ο ηγετικός ρόλος της σφαίρας της κυκλοφορίας.

Ωστόσο υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Οι εμποροκράτες περιορίστηκαν στη μελέτη της κυκλοφορίας, λόγω του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης του καπιταλισμού στην εποχή τους, η οποία και έβαζε όρια στην επιστημονική ανάλυση. Οι σύγχρονοι ωστόσο αστοί οικονομολόγοι επιμένουν να αποφεύγουν τη μελέτη της παραγωγής, όχι γιατί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν είναι ακόμα αρκετά αναπτυγμένος ώστε να προσεγγίζεται ολοκληρωμένα, αλλά αντίθετα, ακριβώς επειδή είναι πολύ αναπτυγμένος και ιστορικά ξεπερασμένος. Αυτή η προσπάθεια της εκμεταλλεύτριας τάξης να κρατήσει στη ζωή τις ιστορικά ξεπερασμένες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής μετατρέπει τους αστούς θεωρητικούς σε απολογητές με θλιβερή αποστολή την εξύμνηση αυτών των σχέσεων παραγωγής.

Ας επιστρέψουμε όμως στο υποτιθέμενο «περίσσευμα» ως πηγή του κέρδους. Παρά τη διαφορετική ερμηνεία καθορισμού αυτού του περισσεύματος ανάλογα με την κάθε θεωρία αλλά και τα χαρακτηριστικά της κάθε αγοράς, το κοινό σημείο είναι ένα: Το κέρδος δημιουργείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Οταν το εμπόρευμα βγαίνει από την παραγωγική διαδικασία δεν έχει ενσωματωμένο τίποτα το οποίο μπορεί να εκφραστεί με την κατηγορία του κέρδους, μόλις αυτό πωληθεί.

Να υπενθυμίσουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις για τους χυδαίους οικονομολόγους, υπό κανονικές συνθήκες, το κέρδος είναι μηδενικό και γι’ αυτό χωρίς κανένα ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως για τους αστούς οικονομολόγους στην κοινωνία παρατηρούνται κέρδη των επιχειρήσεων και μάλιστα όχι κατ’ εξαίρεση αλλά συστηματικά. Αυτό ανάγκασε τους αστούς οικονομολόγους να δώσουν απάντηση στο ερώτημα τι εκφράζει αυτό το κέρδος.

Μία απάντηση δίνεται γύρω στα 1899 από τον Αμερικανό Clark στο πιο γνωστό έργο του «Η διανομή του πλούτου», στο οποίο μας εξηγεί πώς κατανέμεται ο παραγμένος πλούτος. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τη θεωρία της οριακής παραγωγικότητας. Η θεωρία αυτή έχει ξεκάθαρες επεκτάσεις αναφορικά με τη διανομή του παραχθέντος προϊόντος και εισοδήματος. Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε συντελεστής παραγωγής πρέπει να λάβει ένα μερίδιο του εθνικού εισοδήματος που αντιστοιχεί στη συνεισφορά του στην παραγωγή. Και το κέρδος θα μπορούσε φυσικά να είναι η αποζημίωση μιας συγκεκριμένης εργασιακής ικανότητας, εκείνης του επιχειρηματία που συντονίζει την παραγωγή και αναλαμβάνει το ρίσκο. Στα εγχειρίδια διαβάζουμε: «Ως τέταρτος συντελεστής της παραγωγής ο επιχειρηματίας αμείβεται μ’ ένα μισθό, τον επιχειρηματικό μισθό. Ο μισθός αυτός μπορεί φυσικά να είναι πολύ υψηλός, αφού η ιδιότητα του επιχειρηματία είναι πολύτιμη ειδικότητα, η ειδικότητα μεγιστοποιήσεως του οικονομικού κέρδους της επιχείρησης»[36].

Το παζλ ολοκληρώθηκε. Ο κάθε ένας παίρνει ως ανταμοιβή ποσό ανάλογο της προσφοράς του. Κανείς δεν εκμεταλλεύεται κανέναν, μιλάμε για το βασίλειο της απόλυτης δικαιοσύνης και ισότητας. Η μόνη αιτία για να μην έχεις είναι να μη δίνεις. Αρα μόνο εσύ ο ίδιος μπορεί να φταις για τη φτώχεια και την ανέχειά σου. Αμα δουλέψεις θα πάρεις και μάλιστα θα πάρεις όσο δίνεις. Αλλά ας αφήσουμε τους ίδιους τους αστούς να μας τα πουν: «Σε συνθήκες τέλειας αγοράς δεν μπορεί να υπάρξει εκμετάλλευση οποιουδήποτε συντελεστή της παραγωγής. Κάθε παραγωγικός συντελεστής εισπράττει ποσόν ίσο με το έσοδο που αποδίδει στην επιχείρηση. Δεν υπάρχει απλήρωτη εργασία ούτε έδαφος ούτε κεφάλαιο χωρίς αμοιβή»[37]. Ούτε γάτα ούτε ζημιά!

Αυτά για το ερώτημα τι εκφράζει το κέρδος και ποια είναι η πηγή του, κατά τη γνώμη των χυδαίων αστών οικονομολόγων. Ας δούμε τι προσέφεραν στο ζήτημα αυτό οι εκπρόσωποι της κλασικής αστικής πολιτικής οικονομίας.

Ο Smith πλησίαζε την ανακάλυψη του μυστικού της πραγματικής πηγής του κέρδους, της υπεραξίας, στο βαθμό που ήταν συνεπής στην επιστημονική παραλλαγή της θεωρίας της αξίας του, σύμφωνα με την οποία αυτή καθορίζεται από τη δαπανημένη για την παραγωγή του εμπορεύματος εργασία. Μελετώντας ο Μαρξ τον Smith σημειώνει ότι, σύμφωνα με αυτόν, «το κέρδος προέρχεται από το γεγονός, ότι δεν έχει πληρώσει ένα μέρος της εργασίας που περιέχεται στο εμπόρευμα, το οποίο όμως το πουλάει»[38]. Από το παραπάνω απόσπασμα φαίνεται καθαρά ότι ο Smith αντιλαμβάνεται το κέρδος σαν απλήρωτη εργασία. Το βασικό λάθος στο οποίο υπέπεσε όμως κατά τη μελέτη της κατηγορίας, κέρδος είναι η ταύτιση της υπεραξίας με την τροποποιημένη της μορφή, το κέρδος. Δεν μπόρεσε να συμβιβάσει δύο φαινόμενα. Από τη μία την ανταλλαγή ισοδύναμων σε αξία εμπορευμάτων, την οποία επέβαλε η εργασιακή θεωρία της αξίας και από την άλλη την «άνιση» ανταλλαγή δύο εμπορευμάτων, του κεφαλαίου και της εργασίας, αφού θεωρούσε ότι αυτό που ανταλλάσσεται είναι η εργασία. Ετσι ο Smith ένιωθε ότι όταν ανταλλάσσεται εργασία με κεφάλαιο, ανταλλάσσονται μη ισοδύναμα και κατ’ αυτή την έννοια παύει να ισχύει ο νόμος της αξίας. Με λίγα λόγια ο νόμος της αξίας και ο νόμος της υπεραξίας φάνηκαν στο Smith ως δύο ασυμβίβαστα και αλληλοαποκλειόμενα πράγματα.

Υπερασπιστής της εργασιακής θεωρίας της αξίας ο Μαρξ ξεπέρασε αυτό το αδιέξοδο της αστικής πολιτικής οικονομίας, ξεκαθαρίζοντας ότι η εργατική δύναμη και όχι η εργασία είναι το εμπόρευμα. Και μάλιστα αυτό το εμπόρευμα έχει μία μοναδική ιδιότητα, την ιδιότητα να παράγει αξία μεγαλύτερη από τη δική του. Με αυτόν τον τρόπο ξεκαθαρίστηκε ότι η θεωρία της αξίας και η θεωρία της υπεραξίας δεν αλληλοαποκλείονται αλλά αλληλοαπαιτούνται. Μπόρεσε δηλαδή να αποδειχτεί η απόσπαση απλήρωτης εργασίας, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όχι στη βάση της ανισότιμης ανταλλαγής, στη βάση της κλεψιάς, αλλά ακριβώς πάνω στη βάση της ισότιμης ανταλλαγής, στη βάση της εργασιακής θεωρίας της αξίας, στη βάση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής.

Γιατί χρειάζεται να κάνουμε αυτή τη διάκριση μεταξύ εργασίας και εργατικής δύναμης; Για δύο λόγους. Πρώτον, πρέπει να πούμε ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε μια διαδικασία, την οποία κάνει ο άνθρωπος, αν δε δούμε τι είναι αυτό που δαπανά, που καταναλώνει ο άνθρωπος, τι είναι αυτό που του «στοιχίζει» μια τέτοια διαδικασία. Αυτό που δαπανά ο άνθρωπος μέσα από τη διαδικασία της εργασίας δεν είναι παρά οι πνευματικές και σωματικές ικανότητες που έχει, η εργατική του δύναμη. Δεύτερον, αν πούμε ότι η εργασία αυτού του ανθρώπου είναι κατανάλωση εργασίας, πέφτουμε σε μια ταυτολογία, η οποία δε μας οδηγεί πουθενά. Κατά συνέπεια το εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη.

Οπως όλα τα εμπορεύματα έτσι και αυτό το εμπόρευμα έχει αξία και αξία χρήσης. Η αξία αυτού του εμπορεύματος είναι ίση με την αξία των εμπορευμάτων που χρειάζονται για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Εδώ συμπεριλαμβάνεται και η οικογένεια του εργάτη, στο βαθμό που τα υπόλοιπα μέλη της δε δουλεύουν. Και ακριβώς αυτή η αξία είναι που εκφράζεται στην επιφάνεια με το μισθό. Για το συγκεκριμένο μάλιστα ο Μαρξ έγραφε: «Ολες οι νομικές αντιλήψεις του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη, όλες οι απάτες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, όλες οι αυταπάτες για ελευθερία που γεννάει ο τρόπος αυτός, όλα τα απολογητικά κουραφέξαλα της χυδαίας οικονομολογίας στηρίζονται πάνω σε αυτή τη μορφή εμφάνισης, που κάνει αόρατη την πραγματική σχέση και την παρουσιάζει ακριβώς με αντίθετη όψη»[39].

Η αξία χρήσης του εμπορεύματος εργατική δύναμη είναι ότι -στην περίπτωση που καταναλωθεί παραγωγικά, δηλαδή κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας- παράγει αξία μεγαλύτερη από τη δική της. Μόνο το εμπόρευμα εργατική δύναμη έχει αυτή την ιδιότητα. Οταν ο εργάτης καταναλώνει στη διαδικασία της παραγωγής την εργατική του δύναμη παράγει νέες αξίες, οι οποίες είναι μεγαλύτερες από τις αξίες που χρειάζεται να καταναλώσει αυτός και η οικογένειά του ώστε να αναπαραχθούν κάτω από κανονικούς όρους. Να λοιπόν πώς αποδεικνύεται η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Να λοιπόν πώς αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα αντιφάσκει με αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια των γεγονότων, ότι δηλαδή ο μισθός ισούται με την προσφορά του κάθε εργαζόμενου.

Ετσι στον καπιταλιστή, κάθε φορά που πουλάει - πραγματοποιεί τα παραχθέντα εμπορεύματα, απομένει ένα περίσσευμα πάνω από την αξία της εργατικής δύναμης και του σταθερού κεφαλαίου που έχει δαπανηθεί, το οποίο περίσσευμα όχι μόνο έχει δημιουργηθεί στη διαδικασία της παραγωγής, αλλά είναι αποτέλεσμα της απλήρωτης δουλιάς - της δαπάνης της εργατικής δύναμης των εργατών. Ετσι λοιπόν και καθόλου μαγικά και μεταφυσικά δημιουργείται το λεγόμενο κέρδος του καπιταλιστή, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απλήρωτη εργασία του εργάτη. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά το όφελος που καρπώνεται ο καπιταλιστής όταν καταναλώνει το εμπόρευμα εργατική δύναμη. Και οι εργαζόμενοι μπαίνουν σε αυτή τη διαδικασία επειδή δεν έχουν καμία άλλη επιλογή για να ζήσουν, παρά μόνο να πουλήσουν το μοναδικό εμπόρευμα που διαθέτουν, την εργατική τους δύναμη.

Ακόμα ισχυρίζονται ότι αν αυξηθούν οι μισθοί θα αυξηθεί και η ανεργία. Αυτό θα συμβεί γιατί η αύξηση θα επιφέρει, όπως λένε, στρέβλωση στην αγορά εργασίας, δημιουργώντας μισθό ψηλότερο του σημείου ισορροπίας (του σημείου δηλαδή, όπου προσφορά και ζήτηση ισούνται). Ετσι «μια δεύτερη αιτία της ανεργίας εκτός από την ανεργία τριβής είναι η ακαμψία των μισθών»[40]. «Η πρώτη επίπτωση (του καθορισμού κατώτατου μισθού, ψηλότερου του μισθού που θα διαμορφωνόταν στην αγορά) είναι ότι μερικοί εργάτες θα χάσουν τη δουλειά τους, γιατί το νέο ελάχιστο όριο μισθών είναι ανώτερο από το οριακό χρηματικό τους προϊόν»[41]. Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομικής Gary Becker δηλώνει απερίφραστα: «Ανεβάστε τα κατώτατα ημερομίσθια και μισθούς και θα ρίξετε εργαζόμενους στην ανεργία»[42].

Στο σημείο αυτό, με οπλοστάσιο τις αντιεπιστημονικές αυτές θεωρίες ρίχνουν νερό στο μύλο των σχεδίων της αστικής τάξης για διάσπαση των εργαζομένων σημειώνοντας: «Οι περισσότεροι οικονομολόγοι πιστεύουν, σήμερα, ότι τα εργατικά συνδικάτα αναδιανέμουν εισόδημα όχι από το κεφάλαιο προς την εργασία, αλλά από τους εργάτες που δεν ανήκουν σε εργατικό συνδικάτο προς τους εργάτες που ανήκουν. Με άλλα λόγια, αν τα συνδικάτα κατορθώνουν να ανεβάζουν τους μισθούς τους πάνω από το ανταγωνιστικό επίπεδο, κερδίζουν εις βάρος των εργατών που δεν ανήκουν σε εργατικό συνδικάτο»[43]. Προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι η διαχωριστική γραμμή δεν είναι μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, αστικής και εργατικής τάξης, μονοπωλίων και λαού, αλλά αντίθετα, αυτοί που έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα είναι οι εργάτες που ανήκουν σε συνδικάτα κόντρα στους εργάτες που δεν ανήκουν σε αυτά και τους ανέργους, των οποίων η ανεργία έχει μία και μοναδική αιτία: Τους ...ψηλούς μισθούς που εξασφαλίζουν στους εργαζόμενους τα συνδικάτα!

Ετσι νομίζουν οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι ότι καθάρισαν και με άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού. Με απλά λόγια έπαιξαν το ρόλο τους, αθώωσαν τον καπιταλισμό για ένα εγγενές χαρακτηριστικό του και βρήκαν φυσικά τον υπαίτιο της ανεργίας που δεν είναι άλλος παρά ο ίδιος ο εργαζόμενος.

Σε περίπτωση που δεν πιάσει η παραπάνω επιχειρηματολογία προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι ακόμα και αν πετύχουν μια τέτοια αύξηση, αυτό θα είναι μάταιο, αφού «η πείρα από τις ευρωπαϊκές χώρες, όπου είναι πολύ μεγάλη η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού στα συνδικάτα, δείχνει πως όταν τα εργατικά συνδικάτα κατορθώνουν να ανεβάσουν τους πραγματικούς μισθούς, πυροδοτούν ενίοτε μια πληθωριστική σπείρα μισθών-τιμών με ελάχιστη ή καμία μόνιμη επίδραση στους πραγματικούς μισθούς»[44]. Μάλιστα ο Κέυνς, αφού μετά μεγάλης του λύπης διαπιστώνει ότι λόγω ακαμψίας των μισθών δεν μπορεί να επέλθει ισορροπία στην αγορά εργασίας χωρίς ανεργία, ένα από τα μέτρα που προτείνει είναι η αύξηση της προσφοράς χρήματος, έτσι ώστε να αυξηθεί το επίπεδο των τιμών και να μειωθούν οι πραγματικοί μισθοί (η αγοραστική δύναμη του μισθού), αυξάνοντας έτσι τη ζήτηση εργασίας από τους εργοδότες. Βλέπουμε λοιπόν πως ένα -συμπληρωματικό στη νεοκλασική οικονομική σχολή- χυδαίο αστικό οικονομικό ρεύμα, ο Κεϋνσιανισμός, προτείνει να μειωθούν οι πραγματικοί μισθοί μέσω της αύξησης των τιμών, αφού δυστυχώς, κατ’ αυτούς, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς!

Στην περίπτωση δηλαδή που ο εργαζόμενος θα διεκδικήσει λίγο μεγαλύτερο μέρος από τον πλούτο που παράγει, δηλαδή λίγο μεγαλύτερο μισθό, θα του πουν οι περισπούδαστοι αστοί οικονομολόγοι και οι αστοί πολιτικοί ότι αυτός ευθύνεται που οι τιμές των εμπορευμάτων αυξάνονται. Το κέρδος βέβαια του καπιταλιστή, κατ’ αυτούς, είναι απαραβίαστο και αδιαπραγμάτευτο. Κάθε σκέψη για μείωσή του αντιτίθεται στα «ιερά και τα όσια» της ανταγωνιστικότητας και της «εθνικής» οικονομίας.

Αυτό δηλαδή που διδάσκουν οι «επιστήμονες» αυτοί είναι ότι η λύση για τα προβλήματα των εργαζομένων είναι μία: Να μη διεκδικούν τίποτα, να αρκούνται σε κατώτατους μισθούς των 600 περίπου ευρώ, να μην έχουν κανένα πρόβλημα από την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, να χαίρονται με την αύξηση των ορίων ηλικίας, να χαίρονται όσο αυξάνεται το μερίδιο του πλούτου που, ενώ αυτοί και μόνο αυτοί τον έχουν παράξει, συγκεντρώνεται στους λογαριασμούς των αφεντικών τους και προς θεού μην τυχόν οργανωθούν στα συνδικάτα γιατί τότε δύο πράγματα μόνο μπορεί να συμβούν, ανεργία και πληθωρισμός. Για τέτοιες περιπτώσεις ο Μαρξ σημείωνε ότι: «Είναι αδύνατο μέσα σε τόσο λίγες γραμμές να ειπωθεί περισσότερο ανατριχιαστική μωρία»[45]. Από τα παραπάνω γίνεται απόλυτα κατανοητός ο ρόλος των αστών θεωρητικών ως απολογητών της εκμεταλλεύτριας τάξης, ως «καλοπληρωμένων καλαμαράδων της αστικής τάξης», όπως τους χαρακτήριζε και ο Μαρξ.

Με βάση τις παραπάνω θεωρίες γίνεται κατανοητή και η δράση των ξεπουλημένων συνδικαλιστών στην Ελλάδα και όχι μόνο, οι οποίοι, πίνοντας νερό στην ανταγωνιστικότητα της καπιταλιστικής οικονομίας, υπογράφουν συμβάσεις με αυξήσεις 77 λεπτών (τη στιγμή που ο παραγόμενος από τους εργαζομένους πλούτος αυξάνεται με πολύ μεγάλους ρυθμούς) προς χάριν της ανταγωνιστικότητας και των επιταγών των ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΕΕ, Παγκόσμια Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κλπ.). Μην ξεχνάμε ότι σε πρόσφατη συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό Flash ο Χ. Πολυζωγόπουλος ξεχώρισε, μπροστά στην αποχώρησή του από τη θέση του προέδρου της ΓΣΕΕ, ως τη σημαντικότερη στιγμή της συνδικαλιστικής του σταδιοδρομίας το γεγονός ότι «τα συνδικάτα βάλαν πλάτη για να μπει η χώρα στην ΟΝΕ». Νομίζουμε ότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι την ίδια ακριβώς απάντηση θα έδινε και ο οποιοσδήποτε πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών...

Η εργατική τάξη βέβαια, σε αντίθεση με το μαύρο μπλοκ αστικών κομμάτων, οπορτουνισμού, ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ξεπουλημένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δεν πρέπει να έχει ως κριτήριο την αναπαραγωγή της σαν εκμεταλλεύτρια τάξη, αλλά να διαμορφώνει αιτήματα με βάση τις πραγματικές υλικές και πνευματικές της ανάγκες και να εντάσσει την πάλη για βελτίωση ή μη επιδείνωση της κατάστασής της στον πρωταρχικό αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την εξάλειψη της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ποια είναι όμως η αιτία της ανεργίας; Γιατί δεν υπάρχει καπιταλιστική χώρα χωρίς ανεργία ή με άλλα λόγια γιατί μετά από κάποιο σημείο δεν υπήρχε σοσιαλιστική χώρα με ανεργία; Οι χυδαίοι αστοί οικονομολόγοι, αφήνοντας εκτός έρευνας την παραγωγή, απεμπολούν κάθε δυνατότητα επιστημονικής μελέτης φαινομένων όπως η ανεργία. Ετσι αδυνατούν να κατανοήσουν ότι η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας σε συνθήκες καπιταλιστικής παραγωγής δημιουργεί την τάση αύξησης της οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου. Δηλαδή δημιουργεί την τάση σχετικής ανόδου του σταθερού κεφαλαίου (του μέρους δηλαδή του κεφαλαίου, το οποίο απλώς μεταβιβάζει την αξία του στο παραγόμενο εμπόρευμα) συγκριτικά με το μεταβλητό, την αγορά δηλαδή του εμπορεύματος εργατική δύναμη (η οποία επίσης αυξάνεται σε απόλυτους όρους). Κατ’ επέκταση ένα μέρος του εργατικού δυναμικού πετιέται συνεχώς εκτός παραγωγικής διαδικασίας, σχηματίζοντας το λεγόμενο «εφεδρικό στρατό», του οποίου η έκταση εξαρτάται από το σημείο του κύκλου όπου κάθε φορά βρίσκεται η κάθε καπιταλιστική οικονομία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε δυο λόγια και για την ιστορική θέση του καπιταλιστή, με δεδομένο ότι όλος ο πλούτος παράγεται από τους εργαζόμενους. Οι ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων σταμάτησαν να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία από τον καιρό που εμφανίστηκε η λεγόμενη μετοχική εταιρία, αφού «στις μετοχικές εταιρίες η λειτουργία είναι χωρισμένη από την ιδιοκτησία του κεφαλαίου, επομένως και η εργασία είναι εντελώς χωρισμένη από την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την υπερεργασία»[46]. Ας μας πούνε ποια είναι η προσφορά των καπιταλιστών, όταν μόνο και μόνο λόγω του γεγονότος ότι έχουν κάποιους τίτλους ιδιοκτησίας ή κάποιες μετοχές δικαιούνται μερίσματα από τα κέρδη; Η παρουσία τους στην παραγωγική διαδικασία έχει γίνει τελείως περιττή και γι’ αυτό και μόνο το λόγο η παραγωγική διαδικασία συνεχίζεται και χωρίς αυτούς. Η μόνη τους «δουλιά» είναι να τσεπώνουν την υπεραξία από τους τίτλους ιδιοκτησίας που τους δίνουν μερίσματα από τα κέρδη.

Αλλά, μας λεν, οι κεφαλαιοκράτες συμμετέχουν στην παραγωγή αφού βάζουν τα χρήματά τους και παίρνουν το ρίσκο να τα επενδύσουν. Ενα πρώτο ερώτημα είναι από πού βρήκαν αυτά τα χρήματα; Μήπως η τάξη τους τα βρήκε ακριβώς από το γεγονός ότι εδώ και αιώνες καρπώνεται την απλήρωτη εργασία της εργατικής τάξης; Ακόμα και αν παραβλέψουμε την προέλευση και κάνουμε την παραδοχή ότι κάποιος απλώς κέρδισε το λαχείο ή του έπεσαν από τον ουρανό, αυτό το χρηματικό ποσό δεν έχει κάποια δυνατότητα αυτοαύξησής του έξω από τη μετατροπή του σε κεφάλαιο. Και βέβαια παραμένει το γεγονός ότι αν ένας καπιταλιστής βάλει ένα «κεφάλαιο» σε μία επένδυση, μέσα σε λίγα χρόνια όχι μόνο έχει ξαναπάρει πίσω όλο το προκαταβεβλημένο κεφάλαιό του αλλά πολύ περισσότερο. Από εκεί και πέρα η παραγωγική διαδικασία λαμβάνει χώρα χωρίς ούτε ένα ευρώ του αρχικού ποσού του κεφαλαιοκράτη. Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό γιατί, όχι μόνο οι αστοί οικονομολόγοι αλλά και ολόκληρη η τάξη των καπιταλιστών, οι εκάστοτε εκφραστές και υποχείριά τους δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχτούν την πραγματική πηγή του κέρδους. Το κεφάλαιο λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ακριβώς αυτή η κοινωνική σχέση που επιτρέπει στους καπιταλιστές να καρπώνονται το αποτέλεσμα της εργασίας της εργατικής τάξης.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Στην παραπάνω ανάλυση προσπαθήσαμε να θίξουμε κάποια βασικά σημεία της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας. Προσπαθήσαμε, προσεγγίζοντας ιστορικά την ανάπτυξη της αστικής πολιτικής οικονομίας, να αναδείξουμε τις κοινωνικές, κυρίως, αλλά και τις γνωσιολογικές αιτίες του ξεστρατίσματος της αστικής πολιτικής οικονομίας μακριά από το δρόμο της επιστημονικής ανάλυσης, από τη μελέτη δηλαδή των νομοτελειών που διέπουν τα οικονομικά φαινόμενα. Εστιάσαμε σε συγκεκριμένες οικονομικές θεωρίες και αντίστοιχα επιχειρήματα της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας, αφήνοντας απ’ έξω πολύ σημαντικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στα οικονομικά εγχειρίδια, όπως ο έντονος αντικομμουνισμός[47], απαραίτητο συστατικό στοιχείο όλων των αστών θεωρητικών, απαραίτητο όπλο για την αθώωση και την υπεράσπιση του καπιταλισμού.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η μελέτη και η καλή γνώση της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας έχει τεράστια σημασία για την αποκάλυψη της αντιεπιστημονικότητας και του ταξικού ρόλου της σύγχρονης αστικής πολιτικής οικονομίας, όχι μόνο στα αμφιθέατρα, αλλά πρωταρχικά για την ίδια την εργατική τάξη, η οποία βρίσκει συνεχώς μπροστά της, στους αγώνες της και στα μυαλά των ανθρώπων, τα αστικά οικονομικά ιδεολογήματα. Το ξεπέρασμα αυτών των αντιεπιστημονικών αντιλήψεων στα μυαλά των εργατών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να βγει η καρδιά και ο νους της εργατικής τάξης έξω από τα ασφυκτικά γι’ αυτήν πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Για να μετατραπεί η εργατική τάξη σε «τάξη για τον εαυτό της», σε τάξη που έχει συνείδηση του ιστορικού της ρόλου, σε τάξη που παλεύει για την επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και την οικοδόμηση των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στα παραπάνω πλαίσια πρέπει να διεξάγεται και η αντιπαράθεση μέσα στις οικονομικές σχολές, θέτοντας κατ’ αρχήν το ερώτημα ποιον εξυπηρετούν οι θεωρίες και τα ιδεολογήματα τα οποία συνεχώς αναπαράγονται μέσα σε αυτά. Αναδεικνύοντας στους φοιτητές αλλά και τους διδάσκοντες την ευθύνη που έχουν στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ (αλλά και στη δευτεροβάθμια και πρωτοβάθμια, ακόμα, εκπαίδευση, παντού όπου διδάσκονται οι αστικές οικονομικές θεωρίες).

Την ευθύνη η οποία καταλήγει σε μία απόφαση ζωής: Να θέσουν τη γνώση τους στην υπηρεσία της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, να περιορίσουν την επιστημονική τους δουλιά στα ασφυκτικά πλαίσια της καπιταλιστικής κερδοφορίας και της αντίστοιχης ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης με αντάλλαγμα κάποιες δημοσιεύσεις ή κάποια καλή «κρίση» τους ή να θέσουν τις γνώσεις τους στην υπηρεσία της υπόθεσης της κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπου. Να σταθούν στο πλευρό των εφοπλιστών και των βιομηχάνων ή να σταθούν στο πλευρό των εργατών, στο πλευρό του ταξικού εργατικού κινήματος;

Διαφυγή από το παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει. Συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι καλούνται να απαντήσουν σε αυτό. Η στράτευση στο πλευρό της τάξης, από την οποία κατάγεται και στην οποία ανήκει η πλειοψηφία των ανθρώπων του πανεπιστημίου και ιδιαίτερα των φοιτητών, μπορεί να είναι ο πιο δύσκολος, αλλά είναι σίγουρα ο πιο αξιοπρεπής και ωραίος δρόμος για κάθε άνθρωπο που θέλει να λέγεται «εργάτης του πνεύματος». Σε τελευταία ανάλυση είναι και ο μόνος δρόμος για όποιον θέλει να παραμείνει στην όχθη της πραγματικής επιστημονικής γνώσης και όχι της ψευτοεπιστήμης γιατί:

«Στο κατώφλι της επιστήμης, όπως και στην είσοδο της κόλασης, μία υποχρέωση επιβάλλεται:

Εδώ πρέπει η ψυχή να ’ναι γερή.

Εδώ δεν πρέπει ο φόβος τη συμβουλή να δίνει»[48].



Ο Χρήστος Μπαλωμένος είναι μέλος του Αχτιδικού Γραφείου, της Αχτίδας ΑΕΙ-ΤΕΙ και Ερευνας της ΚΟΑ του ΚΚΕ. Η Βαγγελιώ Σεφέρη είναι μέλος του Αχτιδικού Γραφείου της Αχτίδας ΑΕΙ-ΤΕΙ και Ερευνας και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΟΑ του ΚΚΕ.

[1] Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 554, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 2002.

[2] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 17ο Συνέδριο, σελ. 52.

[3] Χρησιμοποιούμε τον όρο «χυδαία» για να χαρακτηρίσουμε την αστική πολιτική οικονομία στη φάση που έχει μετατραπεί από επιστήμη σε καθαρή «απολογητική» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

[4] Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 254-255, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[5] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 21, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 2002.

[6] Αναφορά στο Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 244, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990, από Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς. «Εργα», τόμος 23, σελ. 553, 2η ρωσ. Έκδοση.

[7] Αναφορά στο Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 252, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990, από Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς, «Εργα», τόμος 26, σελ. 472, 2η ρωσ. έκδοση.

[8] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τόμος 18, σελ. 354-355.

[9] Αναφορά στο Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 316, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[10] Αναφορά στο Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», Κεφάλαιο 8, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[11] Σαραντίδης Σ.: «Σύγχρονη Μακροοικονομική Ανάλυση». Τόμος Α΄, Β΄ έκδοση, σελ. 7, εκδόσεις «Ευγ. Μπένου» 1995.

[12] Walras, L.: «Elements of Pure Economics» (Στοιχεία Καθαρής Πολιτικής Οικονομίας), σελ. 52, εκδόσεις «Homewood», I11, 1954. Αναφορά στο «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης», Screpanti E., Zamagni S., σελ. 239. Εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[13] Lerou L.M., Auguste Walras, Paris, 1923. Αναφορά στο «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης», Screpanti E., Zamagni S., σελ. 220, εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[14] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ανώτατη Εκπαίδευση, σελ. 30, 2001.

[15] Βλάντιλεν Αφανάσιεφ: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 19, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[16] Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 70, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[17] Αναφορά στο άρθρο της ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2000, σελ. 70, του Γιούρι Ζντάνοφ: «Ο Καρλ Μαρξ και ο Κοινωνικός Ρόλος της Επιστήμης», από Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Εργα, τ. 25, σελ. 358, ρώσικη έκδοση.

[18] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος ΙΙΙ, σελ. 15, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1978.

[19] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 25, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 2002.

[20] Robins L.C.: «An Essay on the Nature and Significance of Economic Science (Δοκίμιο για τη Φύση και τη Σημασία της Οικονομικής Επιστήμης, Λονδίνο 1935), σελ. 15. Αναφορά στο «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης», Screpanti E., Zamagni S., σελ. 211, εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[21] Samuelson P.A.: «Foundations of Political Economics», 1947, «Harvard University Press». Αναφορά στο «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης», Screpanti E., Zamagni S., σελ. 211, εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[22] Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Διαλεχτά Εργα», τόμος 1, σελ. 425.

[23] Τζ. Στ. Μιλ: «Βάσεις της πολιτικής οικονομίας», τομ. 3, σελ. 96.

[24] Τζ. Στ. Μιλ: «Βάσεις της πολιτικής οικονομίας», τομ. 3, σελ. 97.

[25] Οι αναφορές αυτές είναι από το 1ο Κεφάλαιο, του: «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης» των Screpanti E., Zamagni S., εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[26] Bentham J.: «An Introduction to the Principles of Morals and Legislation» σελ. 97. (Εισαγωγή στις Αρχές της Ηθικής Τάξης και της Νομοθεσίας»), New York, 1969.

[27] Βentham J.: «Economic Writings», iii, σελ. 421. Αναφορά στο: «Η ιστορία της οικονομικής σκέψης», Screpanti, E. Zamagni S., σελ. 106, εκδόσεις «Τυπωθήτω» - Γιώργος Δαρδάνος 2004.

[28] Α. Σμιθ: «Ερευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών», σελ. 53. Αναφορά στο: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας» του Αφανάσιεφ Βλάντιλεν, σελ. 106, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[29] Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 525, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[30] Α. Σμιθ: «Ερευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών», σελ. 53. Αναφορά στο: «Στάδια Ανάπτυξης της Αστικής Πολιτικής Οικονομίας» του Αφανάσιεφ Βλάντιλεν, σελ. 52, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1990.

[31] Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 259-260, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[32] Heilbroner R., Thurow L.: «Για την Κατανόηση της Μικροοικονομικής», σελ. 268, 6η Αμερικανική Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση».

[33] Heilbroner R., Thurow L.: «Για την Κατανόηση της Μικροοικονομικής», σελ. 89, 6η Αμερικανική Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση».

[34] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 52, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 2002.

[35] Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την Υπεραξία», τόμος ΙΙΙ, σελ. 200, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1985.

[36] Heilbroner R., Thurow L.: «Για την Κατανόηση της Μικροοικονομικής», σελ. 193, 6η Αμερικανική Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση».

[37] Heilbroner R., Thurow L.: «Για την Κατανόηση της Μικροοικονομικής», σελ. 309, 6η Αμερικανική Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση».

[38] Κ. Μαρξ: «Θεωρίες για την Υπεραξία», τόμος 1, σελ. 57, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1984.

[39] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος Ι, σελ. 557, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 2002.

[40] Καρκατσούλης Χ.: «Μακροοικονομική Θεωρία», σελ. 253, εκδόσεις «Πελεκάνος».

[41]Heilbroner R., Thurow L.: «Για την Κατανόηση της Μικροοικονομικής», σελ. 334, 6η Αμερικανική Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση».

[42] Αναφορά στο Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 220, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[43] Αναφορά στο Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 587, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[44] Αναφορά στο Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 587, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000.

[45] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος ΙΙΙ, σελ. 501, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1978.

[46] Κ. Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τόμος ΙΙΙ, σελ. 551, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1978.

[47] Χαρακτηριστικά οι Samuelson P., Nordhaus W.: «Οικονομική», Α΄ τόμος, σελ. 32, 16η Διεθνής Εκδοση, εκδόσεις «Παπαζήση» 2000. Αναφέρουν: «Οι ιλαροτραγωδίες της ρωσικής και της κινεζικής κομμουνιστικής οργάνωσης της παραγωγής και διανομής στέρησαν τρεις γενεές από τους καρπούς της ανόδου του υλικού βιοτικού επιπέδου». Οι αστοί οικονομολόγοι όταν λένε «άνοδο υλικού βιοτικού επιπέδου» εννοούν «άνοδο της κερδοφορίας». Με αυτή την ερμηνεία και μόνο θα συμφωνήσουμε. Αυτή την «άνοδο» και τις συνέπειες για τη ζωή τους την έχουν γνωρίσει καλά τα τελευταία 15 χρόνια οι εργαζόμενοι των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, μετά τις αντεπαναστάσεις και την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

[48] Αναφορά στο άρθρο της ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2000, του Γιούρι Ζντάνοφ: «Ο Καρλ Μαρξ και ο Κοινωνικός Ρόλος της Επιστήμης», από Κ. Μαρξ - Φ. Ενγκελς: «Εργα», τ. 13, σελ. 9, ρωσική έκδοση.