Η ΥΛΗ, Η ΚΙΝΗΣΗ - Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Εχει πρακτικό νόημα για τη σύγχρονη κοινωνική πράξη - η από καταβολής φιλοσοφίας, αντιπαράθεση υλισμού - ιδεαλισμού για τις κατηγορίες και τις σχέσεις τους, του τίτλου του παρόντος άρθρου; Νομίζουμε πως ναι και φυσικά, ό,τι και αν λένε οι αστοί θεωρητικοί, πιστεύουν το ίδιο. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που βρίσκουν αρκετό χώρο τέτοιου είδους ζητήματα, ακόμη και στις σελίδες των εφημερίδων, κατά κανόνα βέβαια μονόπλευρα.

Η αστική ιδεολογία στην αντιπαράθεσή της με το διαλεκτικό υλισμό αξιοποιεί τις ανακαλύψεις ακόμη και των φυσικών επιστημών για να «τεκμηριώσει» φιλοσοφικά συμπεράσματα που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την προσέγγιση στην αντικειμενική πραγματικότητα και κυρίως την ιστορική νομοτέλεια που οδηγεί την αστική τάξη στην καταστροφή της με μια σιδερένια αναγκαιότητα. Οσο και αν φαίνονται απόμακρες οι φυσικές επιστήμες από τη θεωρητική ταξική πάλη, στην πραγματικότητα συνδέονται στενά με αυτή, κυρίως με τη διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας.

Οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης, εξάγοντας φιλοσοφικά συμπεράσματα από τις ανακαλύψεις των θετικών επιστημών, εισάγουν στη γνωσιοθεωρία τον αγνωστικισμό ακόμη και το μυστικισμό.

Στο βαθμό που αμφισβητείται ο διαλεκτικός υλισμός στο πεδίο των επιστημών της φύσης, θα αμφισβητηθεί και στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών. Θα αμφισβητηθεί η υλιστική αντίληψη για την κοινωνία, ο ιστορικός υλισμός που είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του επιστημονικού κομμουνισμού. Π.χ. η αμφισβήτηση της νομοτέλειας στα φυσικά φαινόμενα αναπόφευκτα επεκτείνεται και στην κοινωνική ζωή και στις νομοτέλειές της και γίνεται -άσχετα από υποκειμενικές επιδιώξεις των φορέων της- μια θεωρητική βάση άρνησης του περάσματος στο σοσιαλισμό.

Οι Μαρξ και Ενγκελς ανακάλυψαν ότι οι ειδικές μορφές εμφάνισης της ύλης στην κοινωνία δεν είναι πράγματα, αλλά σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που διαμορφώνονται στη διαδικασία της υλικής παραγωγής ανεξάρτητα από τη θέλησή τους. Η πραγμάτευση αυτού του ζητήματος δε θα γίνει στο παρόν άρθρο.

Η υλιστική αντίληψη αναδεικνύει την πραγματική θέση και προοπτική της μεγάλης πλειοψηφίας των μισθωτών εργαζομένων, τεκμηριώνει επιστημονικά τον επαναστατικό αγώνα της εργατικής τάξης.

Ο διαλεκτικός υλισμός γίνεται πανίσχυρο ιδεολογικό όπλο για την υπεράσπιση των θέσεων της εργατικής τάξης, στο βαθμό που αφομοιώνεται και αναπτύσσεται από τους κομμουνιστές. Από εδώ προκύπτει το καθήκον των μαρξιστών επιστημόνων όλων των επιστημών, απέναντι στη θεωρητική δουλιά και πάλη ως μορφή της ταξικής πάλης, γιατί ο διαλεχτικός υλισμός ως φιλοσοφικό υπόβαθρο και συστατικό στοιχείο του μαρξισμού-λενινισμού είναι μια θεμελιώδης επιστημονική ερμηνεία των φαινομένων και των διεργασιών, οι οποίες υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα, τόσο στην οργανική όσο και στην ανόργανη ύλη. Είναι επαναστατική και επιστημονικά θεμελιωμένη κοσμοθεωρία που αντανακλά τον καθολικό νόμο εξέλιξης της φύσης, της κοινωνίας και της ανθρώπινης νόησης.

Βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, κατά συνέπεια αυτό που ανέκαθεν προκάλεσε θυελλώδεις αντιπαραθέσεις, είναι η Υλη, η ουσία και η σχέση της με τη συνείδηση, το πνεύμα, την ιδέα, κατ’ επέκταση η γνωσιμότητα του κόσμου. Η παρουσίαση που ακολουθεί, απλά θίγει σε τίτλους βασικά σημεία της αντιπαράθεσης διαλεκτικού υλισμού και ιδεαλισμού, που καταγράφονται στον τίτλο του άρθρου και δεν έχει φιλοδοξία και δυνατότητα μιας πιο αναλυτικής παρουσίασης και τεκμηρίωσης.

 

Η ΥΛΗ ΩΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Τον επιστημονικό ορισμό της έννοιας της ύλης τον έδωσε ο Λένιν στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός»: «Η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να υποδηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα που έχει δοθεί στον άνθρωπο από τα αισθήματα του και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται από τα αισθήματα μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτά»[1].

Σε αυτή ακριβώς τη διατύπωση εκφράζεται η ουσία της διαλεκτικής-υλιστικής φιλοσοφίας, η αντίθεσή της με τον ιδεαλισμό, καθώς και με τον αγνωστικισμό και το σύγχρονο νεοθετικισμό.

Η παραδοχή της υλικότητας του κόσμου αποτελεί τη βάση κάθε γνήσιας επιστημονικής θεώρησης, ενώ η αστική ιδεολογία χρησιμοποιεί την επιστήμη για τους δικούς της σκοπούς, διαστρεβλώνοντας τα επιτεύγματά της και προσαρμόζοντάς τα στους δικούς της αντιδραστικούς σκοπούς.

Η ύλη είναι πηγή των αισθήσεων, των παραστάσεων και της συνείδησης. Η ύλη είναι το πρωτεύον σε σχέση με τη συνείδηση, ενώ συνείδηση είναι η αντανάκλαση της υλικής πραγματικότητας. Η νόηση είναι ιδιότητα της ύλης που στην εξέλιξή της έφτασε σε ψηλό βαθμό οργάνωσης και τελειότητας. Η ενότητα του κόσμου βρίσκεται στην υλικότητά του και ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από καμιά υπερβατική εξήγηση, δηλαδή από θεϊκή και εξωτερική απόλυτη πραγματικότητα.

Ο κόσμος είναι ένα συναρτημένο ενιαίο σύνολο, όπου τα αντικείμενα και τα φαινόμενα συνδέονται οργανικά το ένα με το άλλο, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοκαθορίζονται.

Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός είναι διαμετρικά αντίθετος τόσο προς τον αντικειμενικό ιδεαλισμό (Πλάτων, Χέγκελ κ.ά.), όσο και προς τον υποκειμενικό ιδεαλισμό (Μπέρκλεϋ, Μαχ κ.ά.) που βλέπουν την ενότητα του κόσμου είτε στις ιδέες ή στην απόλυτη ιδέα και το κοσμικό πνεύμα οι πρώτοι είτε στη συνείδηση και στο υποκείμενο οι δεύτεροι.

 

Η ΚΙΝΗΣΗ, ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

Θεμελιώδης πρόταση του διαλεκτικού υλισμού είναι πως τα πάντα βρίσκονται σε μια σταθερή και μόνιμη διεργασία αλλαγής, κίνησης και ανάπτυξης. Ακόμα και όταν φαίνεται σε μας πως τίποτα δε συμβαίνει, στην πραγματικότητα η ύλη και όλες οι μορφές ύπαρξης και εκδήλωσής της πάντα αλλάζουν.

Με την έννοια κίνηση ο διαλεκτικός υλισμός αναφέρεται σε κάθε αλλαγή της ύλης στο χώρο και το χρόνο και όπως έγραφε ο Φ. Ενγκελς: «Η κίνηση στη γενικότερή της έννοια, ως τρόπος ύπαρξης της ύλης, ως εσωτερική της ιδιότητα περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές και όλα τα φαινόμενα που συμβαίνουν στο σύμπαν, από την απλή μετατόπιση ως τη σκέψη»[2].

Η κίνηση ως τρόπος ύπαρξης της ύλης είναι μια αναπόσπαστη αιώνια ιδιότητά της, δεν υπάρχει χωρίς την ύλη και η ύλη χωρίς την κίνηση. Στον κόσμο δηλαδή δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από κινούμενη ύλη. Η κίνηση αιώνια και άφθαρτη, όπως η ύλη, συντελείται στο χώρο και στο χρόνο αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ύλη που και αυτή δε νοείται παρά μόνο σε διαρκή μεταβολή μέσα στο χώρο και στο χρόνο.

Η φύση βρίσκεται σε κατάσταση ακατάπαυστης κίνησης αλλαγής, ανανέωσης και εξέλιξης. Αυτός είναι ένας από τους καθολικούς νόμους της πραγματικότητας, στον οποίο υποτάσσονται όλα τα φαινόμενα.

Στον κόσμο που μας περιβάλλει όλα βρίσκονται σε κίνηση, σε αλλαγή, από τα ελάχιστα «στοιχειώδη σωματίδια» της ύλης ως τους τεράστιους πλανήτες και τα ηλιακά συστήματα, από τις διάφορες μορφές της οργανικής και της έμβιας ύλης ως την κοινωνική οργάνωση της έλλογης ζωής.

Ετσι η υλική αντικειμενική πραγματικότητα βρίσκεται σε μια ασταμάτητη διαλεκτική πορεία, ένα γίγνεσθαι που πηγάζει από την εσωτερική αντίφαση που ενυπάρχει σε όλα τα φαινόμενα.

Η πορεία αυτής της υλικής αντικειμενικής πραγματικότητας αντανακλάται από τη συνείδηση και εκφράζεται από αυτή με τη διατύπωση των πιο γενικών νόμων της φύσης, της κοινωνίας και της γνώσης.

Γι’ αυτό η μαρξιστική διαλεκτική διδάσκει, πως πρέπει να εξετάζουμε όλα τα φαινόμενα από τη σκοπιά της γέννησης, της εξέλιξης και της εξαφάνισής τους.

Επίσης η μαρξιστική διαλεκτική κάνει διάκριση σε μια σειρά βασικές ποιοτικά ιδιότυπες μορφές κίνησης της ύλης, τη μηχανική, τη φυσική, τη χημική, τη βιολογική και την κοινωνική μορφή κίνησης, όπου σε κάθε μία από αυτές ενυπάρχουν ειδικές νομοτέλειες που δεν μπορούν να αναχθούν στις νομοτέλειες των άλλων μορφών κίνησης.

Η κίνηση δεν είναι επανάληψη της παλιάς διαδικασίας, αλλά αποτελεί διαδικασία εξαφάνισης του παλιού και γέννησης του καινούργιου, που συντελείται μέσα στα σπλάχνα του παλιού, αποτελεί βήμα προς τα εμπρός και είναι ακατανίκητο.

Η εξέλιξη της ύλης είναι αντικειμενική, έχει δηλαδή δικούς της νόμους, είναι ανεπίστρεπτη γιατί δεν επαναλαμβάνει στο ακέραιο τις περασμένες καταστάσεις και παρόλο που πηγή της είναι οι εσωτερικές αντιθέσεις, η ενότητα και η πάλη τους, είναι δηλαδή αυτοανάπτυξη, εξαρτάται και από τις εξωτερικές αντιθέσεις και συνθήκες.

Δεν αποτελεί εξέλιξη κάθε αλλαγή, αλλά η εξέλιξη είναι η αλλαγή που περιλαμβάνει υποχρεωτικά τις ουσιώδεις ποιοτικές μετατροπές των αντικειμένων, την εξαφάνιση ορισμένων και την εμφάνιση άλλων καινούργιων.

Το καινούργιο όμως γεννιέται μόνο εφόσον υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες. Στην κοινωνία το μέσο μετατροπής της δυνατότητας εμφάνισης του καινούργιου σε πραγματικότητα είναι η πρακτική δράση των ανθρώπων.

 

ΧΩΡΟΣ - ΧΡΟΝΟΣ

Ο χώρος και ο χρόνος, αντικειμενικές και αυτές μορφές ύπαρξης της ύλης, είναι άπειροι και συνδέονται αδιάρρηκτα με την κινούμενη ύλη. Ο χρόνος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης που χαρακτηρίζεται από τη διάρκεια της υλικής διαδικασίας, είναι μονοδιάστατος, δηλαδή ρέει από το παρελθόν στο μέλλον και είναι ανεπίστρεπτος, ενώ ο χώρος είναι μορφή ύπαρξης της ύλης που χαρακτηρίζεται από την εκτατικότητα των υλικών αντικειμένων και είναι τρισδιάστατος.

Από τον αδιάρρηκτο όμως δεσμό χώρου και χρόνου με την κινούμενη ύλη αποκαλύπτεται ότι βρίσκονται σε στενή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και ότι όπως δεν υπάρχει ύλη έξω από το χώρο και το χρόνο, έτσι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει χώρος και χρόνος χωρίς ύλη.

Ο χώρος και ο χρόνος υπάρχουν μόνο στα υλικά πράγματα, μόνο μέσω των υλικών πραγμάτων, μόνο χάρη σε αυτά. «Οι δυο μορφές ύπαρξης της ύλης» -τόνιζε ο Ενγκελς- «δεν είναι φυσικά τίποτα χωρίς την ύλη, είναι κενές έννοιες, αφαιρέσεις που υπάρχουν μόνο στο μυαλό μας»[3]. Οποιος αποσπά το χώρο και το χρόνο από την ύλη και συνάμα επιμένει ότι υπάρχουν χωριστά από την ύλη, αυτός αποδίδει αυτοτελή, ανεξάρτητη ύπαρξη σε κάτι που βρίσκεται μόνο στη νόηση. Αυτό όμως ίσα-ίσα είναι πέρασμα στις θέσεις του ιδεαλισμού που θεωρεί τα προϊόντα της διανοητικής μας δραστηριότητας αυτοτελείς οντότητες. Να γιατί ο Β. Ι. Λένιν τόνιζε: «Χρόνος έξω από τα χρονικά πράγματα = Θεός»[4].

Η ερμηνεία του Πριγκοζίν[5] για το ότι η γέννηση του σύμπαντος αποτελεί εκδήλωση του προϋπάρχοντος βέλους του χρόνου, όπως και η δήλωσή του ότι ο χρόνος προηγείται της ύπαρξης, δεν ανταποκρίνεται στην αντικειμενική πραγματικότητα, αφού η ύπαρξη του χρόνου δεν εξαρτάται από την αλλαγή των φαινομένων και τις μεταβολές τους, γιατί η ύλη, με την οποία είναι αδιάρρηκτα δεμένος, υπάρχει αιώνια και με αυτήν την έννοια ο χρόνος είναι απόλυτος.

Υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ της χρονικής διάρκειας της ύπαρξης του ξεχωριστού φαινομένου και της άπειρης φύσης. Γι’ αυτό οι ιδιότητες του χρόνου στα διάφορα μέρη του σύμπαντος μεταβάλλονται ανάλογα με την κίνηση των υλικών μαζών. Από αυτή την άποψη ο χρόνος είναι σχετικός.

Η εσωτερική αντίφαση υπάρχει με την έννοια ότι ο χρόνος είναι συνεχής σε μια ενιαία ροή χρονικής διάρκειας που ενώνει δύο χρονικά διαστήματα, αφού πάντα υπάρχει μια χρονική διάρκεια, αλλά ταυτόχρονα είναι και ασυνεχής και η ασυνέχειά του οφείλεται στο γεγονός ότι αποτελείται από στοιχεία που διακρίνονται ως προς τις εσωτερικές τους ιδιότητες, σύμφωνα με την ποιοτική διαφορά των μη συνεχών υλικών αντικειμένων.

Είναι αδύνατο να αναστρέψουμε μέσα στο χρόνο τα γεγονότα που δένονται αιτιατά μεταξύ τους και να τα υποχρεώσουμε να πάνε από το μέλλον στο παρελθόν. Γιατί ο χρόνος δε γυρίζει πίσω, αφού -σε διάκριση από το χώρο- ο χρόνος είναι μονοδιάστατος. Οσοι αρνούνται το άπειρο του χώρου και του χρόνου απομακρύνονται από τον υλισμό.

Στην προσπάθειά τους οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι να ανατρέψουν την αντίληψη ότι ο χρόνος είναι άπειρος, αξιοποιούν τη θεωρία του «διαστελλόμενου σύμπαντος», ότι δηλαδή το σύμπαν διαστέλλεται, αφού δημιουργήθηκε κάποια στιγμή από έναν εξαιρετικά μικρό έσχατο όγκο, από ένα είδος αρχικού ατόμου που ήταν άπειρα μικρό.

Η θεωρία αυτή αντιτίθεται στην άποψη ότι το σύμπαν είναι ατελείωτο μέσα στο χώρο και το χρόνο και δίνει τη δυνατότητα ιδεαλιστικής ερμηνείας του κόσμου, αφού αφήνει χώρο στη μυθολογία της δημιουργίας.

Η θεωρία της σχετικότητας που ανέπτυξε ο Α. Αϊνστάιν, αποκάλυψε τις συγκεκριμένες μορφές της σύνδεσης του χώρου και του χρόνου με την κινούμενη ύλη, καθώς και της σύνδεσης του χρόνου με το χώρο, δίνοντας τη μαθηματική έκφραση αυτών των σχέσεων με τη μορφή μαθηματικών νόμων.

Μια από τις εκφράσεις της σύνδεσης του χώρου και του χρόνου με την κίνηση της ύλης είναι το γεγονός -που το επισήμανε για πρώτη φορά η θεωρία της σχετικότητας- ότι το ταυτόχρονο των γεγονότων δεν είναι απόλυτο, αλλά σχετικό. Γεγονότα ταυτόχρονα αναφορικά με ένα ορισμένο υλικό σύστημα, δηλαδή σε ορισμένες συνθήκες κίνησης, δεν είναι ταυτόχρονα αναφορικά με ένα άλλο υλικό σύστημα, δηλαδή σε άλλες συνθήκες κίνησης.

Η ειδική θεωρία της σχετικότητας καθορίζει την εξάρτηση των χωροχρονικών ιδιοτήτων των σωμάτων από την ταχύτητα της κίνησής τους. Διδάσκει ακόμη ότι σε ταχύτητες που πλησιάζουν την ταχύτητα του φωτός, το μήκος ενός κινούμενου σώματος μικραίνει όσο ακριβώς αυξάνει η ταχύτητά του. Παράλληλα με την αύξηση της ταχύτητας η ροή του χρόνου επιβραδύνεται.

Ακόμη όταν το σώμα κινείται με ταχύτητα που προσεγγίζει την ταχύτητα του φωτός, η αύξηση της μάζας του τείνει στο άπειρο.

Η γενική θεωρία της σχετικότητας (θεωρία της παγκόσμιας έλξης) απόδειξε ότι οι ιδιότητες του χώρου και του χρόνου εξαρτώνται και από την ύπαρξη των μαζών της ύλης. Κοντά στα σώματα με τεράστια μάζα και δύναμη έλξης οι ιδιότητες του χώρου αλλάζουν, στρεβλώνονται και ανάλογα αλλάζει και ο χρόνος που κυλάει πιο αργά.

Οι αλλαγές αυτές της χωρικής έκτασης (μήκους) και των χρονικών διαστημάτων σε συνάρτηση με την ταχύτητα της κίνησης γίνονται με αυστηρή αντιστοιχία των πρώτων προς την τελευταία. Σε αυτό εκδηλώνεται η εσωτερική σύνδεση ανάμεσα στο χώρο και το χρόνο.

Επιπλέον η ειδική θεωρία της σχετικότητας διατυπώνει το νόμο της αμοιβαίας σχέσης ενέργειας και μάζας.

Στην περίφημη εξίσωση του Αϊνστάιν Ε=mc2 η μάζα είναι μέτρο της αδράνειας, δεν ταυτίζεται με την ύλη, η δε ενέργεια δεν είναι ουσία, είναι μέτρο της κίνησης. Η σχέση ανάμεσα στη μάζα και την ενέργεια είναι σχέση αναλογίας και όχι σχέση ισοδυναμίας.

Εδώ πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μάζα και η ενέργεια είναι φυσικές έννοιες, ενώ η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία. Η ύλη δεν μπορεί να μετατρέπεται σε καμιά από τις ιδιότητές της και μάλιστα κατά τρόπο που η ιδιότητα αυτή να μένει δίχως υλικό φορέα. Το νόημα του νόμου της αμοιβαίας σχέσης μάζας και ενέργειας συνίσταται στο ότι ένα υλικό αντικείμενο που σε ορισμένες συνθήκες έχει μια ορισμένη μάζα, έχει και μια ορισμένη ενέργεια αντίστοιχη προς αυτή τη μάζα, ότι τεράστια ποσά ενέργειας βρίσκονται συγκεντρωμένα στο άτομο.

Ετσι η θεωρία του Αϊνστάιν θεμελιώνει επιστημονικά τη φιλοσοφική θέση για την ενότητα χώρου και χρόνου της ύλης, την αφθαρσία της ύλης και της αέναης κίνησής της στο χώρο και στο χρόνο.

Ο διαλεκτικός υλισμός αποδείχνοντας την αντικειμενικότητα του χώρου και του χρόνου ξεκινάει από την αλήθεια ότι αυτές τις ιδιότητες τις προσδιορίζει η φύση της ίδιας της ύλης. Ετσι το διηνεκές και το άπειρο της ύλης καθορίζουν την αιωνιότητα του χρόνου και την απεραντοσύνη του χώρου.

 

Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΣΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ

Στις φυσικές επιστήμες η αφθαρσία της κίνησης της ύλης εκφράζεται στο νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας. Ο Φ. Ενγκελς τον ονόμασε «μεγάλο βασικό νόμο της κίνησης»[6]. Οποια και αν είναι τα προτσές που γίνονται στον εξωτερικό κόσμο, όποιες και αν είναι οι μετατροπές της κίνησης που συντελούνται, η γενική ποσότητα ενέργειας παραμένει πάντα αμετάβλητη. Η ενέργεια δε δημιουργείται και δεν εξαφανίζεται, αλλά μόνο τροποποιείται, μετατρεπόμενη από τη μια μορφή σε άλλη και περνώντας από το ένα υλικό αντικείμενο σε άλλο.

Η εξίσωση του Αϊνστάιν, εδραιώνοντας σε σύγχρονη επιστημονική βάση το νόμο της διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας, επιβεβαιώνει τον αδιάσπαστο χαρακτήρα ύλης και ενέργειας, το θεμελιώδες φιλοσοφικό αξίωμα του διαλεκτικού υλισμού ότι η κίνηση («ενέργεια») είναι ο τρόπος ύπαρξης της ύλης.

Η αφθαρσία και το αδημιούργητο της κίνησης εκφράζονται ποσοτικά στο ότι ανάμεσα στις διάφορες μορφές ενέργειας υπάρχουν σταθερές σχέσεις ισοδυναμίας.

Η αφθαρσία της κίνησης της ύλης δεν πρέπει ωστόσο να εννοείται μόνο ποσοτικά, με την έννοια της σταθερότητας της ποσότητας ενέργειας. Ο Φ. Ενγκελς, που στην εποχή του ανέλυσε βαθιά το περιεχόμενο του νόμου της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας, υπογράμμισε και την άλλη σπουδαία πλευρά του νόμου αυτού, η οποία αντανακλά την ποιοτική αφθαρσία της κίνησης. Με την αφθαρσία της ενέργειας από ποιοτική άποψη, ο Φ. Ενγκελς εννοεί την ιδιότητα της υλικής κίνησης, ιδιότητα που δεν τη χάνει ποτέ, να μετατρέπεται πάντα από τη μια μορφή σε άλλη. Ο νόμος της διατήρησης και μετατροπής της ενέργειας εκφράζει και τις δύο αυτές πλευρές της θέσης για την αφθαρσία της κίνησης στην αδιάρρηκτη αμοιβαία σύνδεσή τους.

Η άγνοια της ποιοτικής πλευράς της αφθαρσίας της κίνησης οδηγεί αναπόφευκτα σε αντίφαση με το νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η θεωρία του λεγόμενου «θερμικού θανάτου του σύμπαντος» που πρόβαλαν μερικοί επιστήμονες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και με διάφορες παραλλαγές διατυπώνεται και σήμερα. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι όλες οι μορφές κίνησης πρόκειται να μετατραπούν αναπόφευκτα σε θερμότητα και η θερμότητα, διαδιδόμενη ομοιόμορφα σε ολόκληρο το σύμπαν, θα φτάσει σε μια ισορροπία και θα χάσει για πάντα την ικανότητα για άλλες μετατροπές, πράγμα που θα έχει σαν συνέπεια να σταματήσουν όλα τα προτσές της φύσης.

Αν όμως τα προτσές σταματήσουν, αυτό σημαίνει ότι θα χαθεί η κίνηση που υπήρχε αρχικά, γιατί, όπως τόνιζε ο Φ. Ενγκελς, «μια κίνηση που έχει χάσει την ικανότητα να μεταμορφώνεται στις διάφορες μορφές που προσιδιάζουν σ’ αυτή, έχει βέβαια ακόμα δύναμη αλλά όχι και ενέργεια και έχει συνεπώς καταστραφεί μερικά. Αλλά και το ένα και το άλλο είναι ακατανόητα»[7].

Ο Φ. Ενγκελς υπέβαλε σε βαθιά κριτική τη θεωρία του θερμικού θανάτου του σύμπαντος, τονίζοντας ότι είναι επιστημονικά αβάσιμη γιατί αγνοεί το νόμο της διατήρησης και της μετατροπής της ενέργειας που φανερώνει όχι μόνο το ποσοτικό αλλά και το ποιοτικό διηνεκές της κίνησης. Επίσης υπογράμμισε ότι οι οπαδοί της, επιμένοντας στην άποψή τους, θα υποχρεωθούν τελικά να αρνηθούν ακόμα και την ιδέα της καθαρά ποσοτικής αφθαρσίας της κίνησης και έτσι θα ξεκόψουν οριστικά από την επιστήμη. Και πραγματικά, αν τελικά η κίνηση στο σύμπαν πρόκειται να χαθεί, τότε από πού προήλθε αρχικά;

Ο Φ. Ενγκελς αποκάλυψε με τον ακόλουθο τρόπο την αναπόφευκτη αντίφαση στους συλλογισμούς των οπαδών του θερμικού θανάτου του σύμπαντος:

«Το ρολόι του σύμπαντος πρέπει να κουρδίστηκε, ύστερα προχωρεί ως τη στιγμή που φτάνει σε κατάσταση ισορροπίας. Από εκείνη τη στιγμή, μόνο ένα θαύμα θα μπορέσει να το ξαναθέσει σε κίνηση. Η ενέργεια που ξοδεύτηκε για το κούρδισμα εξαφανίστηκε, τουλάχιστον ποιοτικά, και δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά με μια εξωτερική ώθηση. Αρα η εξωτερική ώθηση ήταν αναγκαία και στην αρχή, άρα η ποσότητα κίνησης ή ενέργειας που υπάρχει στο σύμπαν δεν είναι σταθερή, άρα πρέπει να δημιουργήθηκε ενέργεια, άρα πρέπει να είναι δημιουργήσιμη και συνεπώς και φθαρτή. Ad absurdum! (άτοπο! - Συντ.)»[8].

Η συνεπής επιστημονική υλιστική κοσμοθεωρία συνδέεται αδιάρρηκτα με την αναγνώριση της αφθαρσίας της κίνησης. Οπου υπάρχει κάποια παρέκκλιση από την αναγνώριση της κίνησης, εκεί εμφανίζονται αντιεπιστημονικές διακηρύξεις για «πρώτη ώθηση» που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ψευδώνυμο του «δημιουργού του κόσμου». Να γιατί ο παραπάνω νόμος είναι, όπως έλεγε ο Β. Ι. Λένιν, μια επιβεβαίωση των βασικών θέσεων του υλισμού[9].

Ο Φ. Ενγκελς θεμελιώνοντας από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού τον αιώνιο και άπειρο χαρακτήρα της κίνησης της ύλης στο χώρο και το χρόνο τόνιζε ότι: «…η αιώνια επαναλαμβανόμενη διαδοχή των κόσμων στον άπειρο χρόνο είναι μονάχα η λογική ολοκλήρωση της παράλληλης ύπαρξης άπειρων κόσμων στον άπειρο χώρο… Η ύλη κινείται μέσα σε μια αιώνια κυκλική πορεία που θα ολοκληρώνει την τροχιά της μονάχα σε χρονικά διαστήματα που γι’ αυτά το γήινό μας έτος δεν επαρκεί πια σαν μονάδα μέτρησης, μια κυκλική πορεία όπου η εποχή της ανώτατης ανάπτυξης, η εποχή της οργανικής ζωής και ακόμα πιότερο η εποχή της ζωής όντων που έχουν συνείδηση του εαυτού τους και της φύσης, μετριέται το ίδιο φτωχικά όπως ο χώρος όπου εκδηλώνεται η ζωή και η αυτοσυνείδηση. Μια κυκλική πορεία όπου κάθε πεπερασμένη μορφή ύπαρξης της ύλης, αδιάφορο αν πρόκειται για ήλιο ή για νεφέλωμα ατμού, για μεμονωμένο ζώο ή για κατηγορία ζώων, για χημική ένωση ή για διάσπαση, είναι το ίδιο παροδική και όπου τίποτα δεν είναι αιώνιο εκτός, εκτός από την αιώνια κινούμενη, αιώνια μεταβαλλόμενη ύλη και από τους νόμους που σύμφωνα με αυτούς κινείται και μεταβάλλεται. Ομως, όσο συχνά και όσο ανελέητα και αν συντελείται στο χρόνο και στο χώρο αυτή η κυκλική πορεία, όσα εκατομμύρια ήλιοι και γήινες σφαίρες και αν γεννηθούν και χαθούν, όσος καιρός και αν περάσει ώσπου σ’ ένα ηλιακό σύστημα να δημιουργηθούν -έστω και σ’ ένα μόνο πλανήτη- οι όροι της οργανικής ζωής, όσα αναρίθμητα οργανικά όντα και αν πρέπει να προηγηθούν και προηγούμενα να χαθούν, προτού από τους κόλπους τους αναπτυχθούν ζώα με εγκέφαλους ικανούς για σκέψη και που για ένα σύντομο χρονικό διάστημα να βρίσκουν όρους κατάλληλους για ζωή, για να καταστραφούν ξανά ύστερα ανελέητα - έχουμε τη βεβαιότητα ότι η ύλη σε όλους της τους μετασχηματισμούς μένει αιώνια η ίδια, ότι καμιά από τις ιδιότητές της δεν μπορεί ποτέ να χαθεί και ότι γι’ αυτό επίσης με την ίδια σιδερένια αναγκαιότητα που θα εξοντώσει στη γη την ανώτατή της άνθιση, θα ξαναδημιουργήσει το σκεφτόμενο πνεύμα αλλού και σε άλλο χρόνο»[10].

Οσοι λοιπόν σήμερα μιλούν για μελλοντική συντέλεια του κόσμου ξεκινώντας από την επιστημονική διαπίστωση ότι όλα τα είδη ενέργειας μεταβάλλονται εύκολα σε θερμική, ενώ η αντίστροφη διαδικασία απαιτεί συμπληρωματική κατανάλωση ενέργειας και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν θα φτάσει στην κατάσταση του θερμικού θανάτου, αγνοούν το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια κατάσταση της ύλης, που η ύλη θα πάψει να υπάρχει, να περνάει και να μετατρέπεται από τη μια μορφή στην άλλη.

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΩΝ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ

Η επιστημονική γνώση εμβαθύνει στους νόμους κίνησης της ύλης ανακαλύπτοντας ολοένα καινούργιες ιδιότητες και δομές της. Ο Λένιν διατύπωσε τη μεγαλοφυή σκέψη για το ανεξάντλητο του ηλεκτρονίου[11] και στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» απόδειξε ότι με τις νεότερες ανακαλύψεις της φυσιογνωσίας δεν εξαφανίζεται η ύλη, αλλά ότι ξεπεράστηκαν τα όρια μέχρι τα οποία τη γνωρίζαμε τότε.

Πολλοί όμως αστοί επιστήμονες εφοδιάζουν σήμερα οι ίδιοι τον Ιδεαλισμό με ψευτοεπιστημονικά επιχειρήματα, ορισμένοι επιχειρούν να βρουν στις ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσικής την απόδειξη ότι δήθεν εξαφανίστηκε η ύλη και ότι δήθεν μετατράπηκε σε ενέργεια.

Ακόμη πολλοί αστοί φυσικοί, όπως οι εκπρόσωποι της σχολής της Κοπεγχάγης (Μπορ, Χάιζενμπεργκ, Νόυμαν κ.ά.) διακήρυξαν την παραίτησή τους από την αιτιατή ερμηνεία των φαινομένων, ανοίγοντας -ανεξάρτητα από προθέσεις- το δρόμο σε ιδεαλιστικά συμπεράσματα.

Η σύγχρονη αστική φιλοσοφία στη βάση των απόψεων αυτών προσπαθεί με όλα τα μέσα να θεμελιώσει την ανασκευή της διδασκαλίας της αντικειμενικής αναγκαιότητας. Στην πραγματικότητα όμως όλα τα φαινόμενα στη φύση είναι αιτιωδώς καθορισμένα.

Η κβαντική μηχανική διατυπώθηκε την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα, δηλαδή στην εποχή του Μεσοπολέμου, όπου στο χώρο των επιστημών κυριαρχούσε ο εμπειρισμός και ο θετικισμός της Σχολής της Βιέννης, νεότερες μορφές τους, όπως η αναλυτική φιλοσοφία και η φαινομενολογία, καθώς και διάφορα μυστικιστικά και ιδεαλιστικά ρεύματα (χριστιανικός υπαρξισμός, νεοθωμισμός, νεοπλατωνισμός κλπ.). Η ερμηνεία της Σχολής της Κοπεγχάγης εκφράζει κυρίως τη θετικιστική αντίληψη της γνώσης, με αφετηρία τα προβλήματα της αιτιοκρατίας και της αντικειμενικότητας. Στις ακραίες περιπτώσεις της συγκροτεί, με αντιφάσεις, μια ιδεαλιστική αντίληψη για τη φύση.

Σύμφωνα με την κλασική αντίληψη της αιτιοκρατίας, από τις ίδιες αρχικές συνθήκες προκύπτει πάντοτε το ίδιο αποτέλεσμα. Η κλασσική φυσική δέχεται ότι η ταυτόχρονη και ακριβής γνώση της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου είναι δυνατή. Γνωρίζοντας τις δυναμικές παραμέτρους ενός συστήματος, μπορούμε να προβλέψουμε την εξέλιξή του και να επαληθεύσουμε την κλασσική φυσική αιτιοκρατία. Αλλά στο μικρόκοσμο, σύμφωνα με τις σχέσεις του Χάιζενμπεργκ, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ακριβής μέτρηση της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου. Μια όλο και περισσότερο ακριβής γνώση της μιας από τις δύο παραμέτρους συνεπάγεται μια όλο και μεγαλύτερη αβεβαιότητα της άλλης. Το προηγούμενο γεγονός αποτελεί -κατά τη Σχολή της Κοπεγχάγης- απόδειξη ότι η αιτιότητα δεν ισχύει στο μικρόκοσμο. Το γεγονός ότι κατά τη μέτρηση το μικροσύστημα πραγματοποιεί μία από τις δυνατές καταστάσεις, θεωρήθηκε ένδειξη αυταρχίας. Στις ακραίες περιπτώσεις, απόδειξη ότι τα μικροσωμάτια διαθέτουν ελεύθερη βούληση. Το φυσικό αυτό γεγονός υπήρξε η αφετηρία για ένα κύμα ιντερτερμινισμού (αντι-αιτιοκρατικών αντιλήψεων) που επεκτάθηκε πέρα από τη Φυσική, στην Ψυχολογία, στην Ηθική που από ορισμένους θεωρήθηκε απόδειξη της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου και της ύπαρξης του Θεού.

Σε αυτά τα συμπεράσματα οδήγησε η φιλοσοφική ερμηνεία των ανισοτήτων του Χάιζενμπεργκ, οι οποίες θεωρήθηκαν ασυμβίβαστες με την αρχή της αιτιότητας. Αλλά τα όρια ισχύος αυτών των ανισοτήτων αμφισβητήθηκαν και αμφισβητούνται. Ετσι στο κυρίαρχο θετικιστικό και ιδεαλιστικό κλίμα του Μεσοπολέμου κυριάρχησε η αντιαιτιοκρατική ερμηνεία.

Η θετικιστική ερμηνεία δεν περιορίζεται στο πρόβλημα της αιτιοκρατίας. Στην κλασική Φυσική γινόταν δεκτή η διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου (ερευνητή και φυσικού συστήματος). Κατά τον Μπορ -και γενικότερα κατά τη Σχολή της Κοπεγχάγης- μια τέτοια διάκριση δεν είναι δυνατή στη Μικροφυσική, όπου η επέμβαση του παρατηρητή επηρεάζει το φυσικό σύστημα. Αλλά είναι γνωστό ότι ο παρατηρητής δε μετέχει άμεσα στα πειράματα της Μικροφυσικής. Ωστόσο το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης ενότητας υποκειμένου και φυσικού συστήματος κυριάρχησε στην ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής, με συνέπεια μια οριακά σολιψιστική αντίληψη της πραγματικότητας. Μάλιστα, κατά τη λεγόμενη «αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών», ό,τι δεν παρατηρείται, δεν υπάρχει. Ετσι, σύμφωνα με την αρχή αυτή, η οποία αποτελεί επαναδιατύπωση του παλαιού θετικιστικού αξιώματος, η παρατήρηση είναι αυτή που δημιουργεί το αντικείμενο, το οποίο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τον παρατηρητή ή έστω τη συσκευή και το οποίο ταυτίζεται με το σύνολο των παρατηρήσιμων μεγεθών. Σε ακραίες εκδοχές αυτής της προσέγγισης το υποκείμενο θεωρήθηκε δημιουργός, κέντρο της πραγματικότητας και ο σολιψισμός βρήκε μια νέα έκφραση στο χώρο της Μικροφυσικής.

Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι ιδεαλιστές και θετικιστές στην προσπάθειά τους να θεμελιώσουν την άρνηση της ύλης σαν αντικειμενικής πραγματικότητας είναι τα παρακάτω:

«Ας υποθέσουμε ότι ένας φυσικός θέλει να καθορίσει με μεγάλη ακρίβεια τη θέση και την ταχύτητα ενός μικροαντικειμένου σε μια δοσμένη στιγμή.

Για να το κάνει αυτό ο φυσικός πρέπει να χρησιμοποιήσει τις αντίστοιχες πειραματικές συσκευές. Για τον ακριβή υπολογισμό της θέσης (των συντεταγμένων) χρειάζεται ένας τύπος συσκευών, ενώ για τον υπολογισμό της ταχύτητας χρειάζεται άλλος. Η χρησιμοποίηση της συσκευής του πρώτου τύπου φέρνει το μικροαντικείμενο σε μια κατάσταση όπου η ταχύτητα δεν μπορεί να προσδιοριστεί αυστηρά, ενώ η χρησιμοποίηση της συσκευής του δεύτερου τύπου το φέρνει σε μια άλλη κατάσταση όπου δεν μπορεί να προσδιοριστεί η θέση του. Από ’δω βγάζουν το ιδεαλιστικό συμπέρασμα: Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μικροαντικείμενο «καθεαυτό», αλλά μπορούμε να μιλούμε γι’ αυτό μόνο σε αδιάρρηκτη σύνδεση με ορισμένους όρους παρατήρησής του σε σύνδεση με τον παρατηρητή και ότι, επομένως, το αντικείμενο δεν υπάρχει δίχως υποκείμενο. Η αναγνώριση όμως της ύπαρξης του αντικειμένου «σε αδιάρρηκτη σύνδεση» με το υποκείμενο σημαίνει άρνηση της ύλης σαν αντικειμενικής πραγματικότητας»[12].

Στην ουσία όλες αυτές οι σκέψεις είναι απόπειρες να ξαναφέρουν στη ζωή με άλλη μορφή την υποκειμενική ιδεαλιστική θεωρία ότι το αντικείμενο (η φύση) δεν μπορεί να υπάρχει δίχως υποκείμενο.

Αν η «αδιάρρηκτη σύνδεση» ανάμεσα στο αντικείμενο και το υποκείμενο υπήρχε πραγματικά, αυτό θα οδηγούσε στο παράλογο συμπέρασμα ότι το αντικείμενο δεν μπορεί να υπάρχει δίχως τη συνείδηση που το αντιλαμβάνεται, δίχως τα αισθήματα. Στην περίπτωση που εξετάζουμε εδώ, η πειραματική συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μελέτη του μικροαντικειμένου ασκεί μια ορισμένη επίδραση πάνω στο μικροαντικείμενο. Η πειραματική όμως συσκευή, αν και χρησιμοποιείται από τον παρατηρητή, δεν είναι ο ίδιος ο παρατηρητής και ακόμα περισσότερο δεν είναι η συνείδησή του ή τα αισθήματά του. Η πειραματική συσκευή είναι ένα πραγματικό φυσικό σώμα (ή ένα σύμπλεγμα φυσικών σωμάτων) που υπάρχει αντικειμενικά και που η αλληλεπίδρασή του με το μικροαντικείμενο είναι υλική, υπάρχει αντικειμενικά. Η πραγματική αυτή σύνδεση ανάμεσα στα υλικά πράγματα -σύνδεση που, όπως και τα πράγματα, υπάρχει έξω και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συνείδηση- είναι κάθε άλλο παρά η πλασματική «αδιάρρηκτη σύνδεση» ανάμεσα στα πράγματα και τη συνείδηση.

Εδώ γίνεται, με κατάφωρη παραβίαση των νόμων της λογικής, η υποκατάσταση μιας θέσης με μιαν άλλη, η υποκατάσταση της θέσης ότι «η κατάσταση του μικροαντικειμένου, το οποίο υπάρχει στις συνθήκες της πειραματικής συσκευής, καθορίζεται από αυτή την πειραματική συσκευή», με μια εντελώς άλλη θέση που δεν είναι ταυτόσημη με την προηγούμενη θέση ούτε απορρέει από αυτή: «το μικροαντικείμενο υπάρχει μόνο σε σύνδεση με την πειραματική συσκευή, μόνο χάρη στην παρατήρηση».

Ο ισχυρισμός ότι το αντικείμενο υπάρχει καταρχήν μόνο στην πειραματική συσκευή, ότι πρέπει τάχα να εξετάζεται πάντα μόνο σε σύνδεση με τη συσκευή, ότι υπάρχει μόνο χάρη στην παρατήρηση που γίνεται με τη βοήθεια της συσκευής, αποδίδει στη συσκευή μια φανταστική δύναμη, η οποία αποσπά τη συσκευή από όλο τον υπόλοιπο κόσμο των πραγματικών αντικειμένων.

Στην πραγματικότητα αυτό σημαίνει παραίτηση από την αναγνώριση της πραγματικής ύπαρξης όλων των σωμάτων του υλικού κόσμου. Η ιδεαλιστική αυτή αντίληψη, αν και διατείνεται ότι στηρίζεται στη σύγχρονη κβαντική μηχανική, στην πραγματικότητα παρουσιάζει με τρόπο δογματικό το επιθυμητό σαν κάτι το αποδειγμένο. Η αντικειμενική ύπαρξη των σωματιδίων του μικρόκοσμου δε συνδέεται ούτε μπορεί να συνδέεται με την πειραματική εγκατάσταση, με τη συσκευή, με την πράξη της παρατήρησης και τα αποτελέσματα της μέτρησης.

Χαρακτηριστικό της κινούμενης ύλης είναι η ανεξάντλητη πολυμορφία της. Η Φυσική δεν ανακάλυψε μόνο ένα πλήθος από σωματίδια του ατόμου, αλλά επισημαίνοντας την πολυμορφία τους απόδειξε ότι και αυτά όπως το άτομο είναι επίσης ανεξάντλητα, το ηλεκτρόνιο π.χ. δεν είναι αμετάβλητο, έχει τις ιδιότητες τόσο της συνέχειας (περιορισμός δηλαδή στο χώρο) όσο και της ασυνέχειας (μη περιορισμός στο χώρο). Εχει δηλαδή τις ιδιότητες του σωματιδίου και του κύματος.

Η πιο διαδεδομένη κατάσταση της ύλης στο σύμπαν είναι το πλάσμα που είναι αεριώδης κατάσταση που απαρτίζεται από ηλεκτρικώς φορτισμένα σωματίδια, ηλεκτρόνια και ιόντα.

Αλλο γνωστό στη σημερινή επιστήμη βασικό είδος της ύλης είναι το πεδίο. Το φυσικό πεδίο είναι υλικός σχηματισμός, ο οποίος συνδέει μεταξύ τους τα σώματα και μεταβιβάζει την ενέργεια από το ένα στο άλλο. Ηδη από το 19ο αιώνα ήταν γνωστό το πεδίο βαρύτητας (έλξης) και το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο (μια από τις παραλλαγές του οποίου είναι το φως). Υπάρχουν ακόμη το πυρηνικό, το μεσονικό και το ηλεκτρο-ποζιτρονικό πεδίο. Η επιστήμη πιστεύει σήμερα ότι στη βάση τους υπάρχει ενωτική αρχή και γι’ αυτό επεξεργάζονται την καθολική θεωρία του πεδίου.

Απαντώντας ο Λένιν στις ιδεαλιστικές ερμηνείες των αστών επιστημόνων πάνω στις νέες ανακαλύψεις της σύγχρονης φυσικής στις αρχές του 20ού αιώνα τόνιζε: «Ο διαλεχτικός όμως υλισμός επιμένει στην κατά προσέγγιση, στο σχετικό χαρακτήρα κάθε επιστημονικής θέσης για τη δομή της ύλης και τις ιδιότητές της, στην απουσία απόλυτων ορίων στη φύση, στη μετατροπή της κινούμενης ύλης από μια κατάσταση σε άλλη και τις ιδιότητες της, που από την άποψη μας φαίνεται ασυμβίβαστη με την πρώτη, κλπ. Οσο αλλόκοτη και αν φαίνεται από την άποψη της «κοινής λογικής» η μετατροπή του αβαρούς αιθέρα[13] σε βαριά ύλη και αντίστροφα, όσο «περίεργη» και αν φαίνεται η απουσία από το ηλεκτρόνιο κάθε άλλης μάζας, εκτός από την ηλεκτρομαγνητική, όσο ασυνήθιστος και αν φαίνεται ο περιορισμός των μηχανικών νόμων της κίνησης σε μια μόνο περιοχή των φαινομένων της φύσης και η υπαγωγή τους στους πιο απόλυτους νόμους των ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων κλπ., όλα αυτά δεν είναι παρά μια ακόμη επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού. Βασικά η νέα φυσική παραστράτησε προς τον ιδεαλισμό ακριβώς επειδή οι φυσικοί δε γνώριζαν τη διαλεκτική. Καταπολεμούσαν το μεταφυσικό υλισμό (μεταφυσικό με την έννοια που του δίνει ο Ενγκελς και όχι με τη θετικιστική, δηλαδή τη χιουμιστική έννοια της λέξης), τη μονόπλευρη «μηχανικότητά» του και συνάμα πετούσαν μαζί με τη μπανιέρα και το μωρό. Με το να αρνούνται το αμετάβλητο των γνωστών ως τα τότε στοιχείων και ιδιοτήτων της ύλης, κατρακυλούσαν στην άρνηση της ύλης, δηλαδή της αντικειμενικής πραγματικότητας του φυσικού κόσμου. Με το να αρνούνται τον απόλυτο χαρακτήρα των σπουδαιότατων και βασικών νόμων, κατρακυλούσαν στην άρνηση κάθε αντικειμενικής νομοτέλειας της φύσης, διακήρυσσαν ότι ο νόμος της φύσης δεν είναι παρά συμβατικότητα, «περιορισμός αναμονής», «λογική αναγκαιότητα» κλπ. Επιμένοντας στον κατά προσέγγιση, το σχετικό χαρακτήρα των γνώσεών μας, κατρακυλούσαν στην άρνηση του ανεξάρτητου από τη γνώση αντικειμένου, του κατά προσέγγιση πιστά, σχετικά σωστά απ’ αυτή τη γνώση»[14].

Βέβαια οι παραστάσεις της φυσικής επιστήμης για τη δομή της ύλης, τις ιδιότητές της, τις πολύμορφες εκδηλώσεις της στο χώρο και το χρόνο, είναι ευμετάβλητες. Αυτό όμως δεν κλονίζει τη θέση του διαλεκτικού υλισμού για την αντικειμενική τους ύπαρξη. Αντίθετα, όλα τα επιτεύγματα της σύγχρονης φυσικής και χημείας, όπως και των άλλων επιστημών, επιβεβαιώνουν τη θέση του διαλεκτικού υλισμού για την αντικειμενικότητα της ύλης και την αιωνιότητά της, την αιτιοκρατική της κίνηση, καθώς και το απεριόριστο της ανθρώπινης γνώσης.

 

Ο ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ

Η υλιστική διαλεκτική υποστηρίζει ότι η εξέλιξη του κόσμου είναι αντικειμενική, συντελείται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους, ενώ η συνείδηση του ανθρώπου αντανακλά τον έξω κόσμο και την κίνηση του.

Ο διαλεκτικός υλισμός επιχειρεί να διατυπώσει τους γενικούς νόμους της κίνησης, της πραγματικότητας μέσα από τις ειδικές επιστήμες. Είναι η επιστημονική φιλοσοφία που συνδυάζει τη θεωρία της εξέλιξης με τη μέθοδο της γνώσης. Αυτό σημαίνει ότι οι αντικειμενικοί καθολικοί νόμοι που ανακαλύπτει αποτελούν τη βάση οποιασδήποτε επιστημονικής έρευνας, χαράζει το σωστό δρόμο γνώσης και αλλαγής της πραγματικότητας.

Ο Λένιν, στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», αποκάλυψε την περίπλοκη, διαλεκτική διαδικασία της επιστημονικής γνώσης, τεκμηρίωσε ότι η διαλεκτική είναι το θεμέλιο της επιστημονικής γνωσιοθεωρίας του μαρξισμού. Προσδιόρισε την επιστημονική γνώση ως μια σύνθετη και αντιφατική διαδικασία ανάπτυξης της σχετικής και απόλυτης αλήθειας, υπογραμμίζοντας σε αντίθεση με τις διάφορες μορφές του υποκειμενικού ιδεαλισμού και αγνωστικισμού, την ανεξαρτησία του περιεχομένου των γνώσεών μας από το υποκείμενο: «Η ανθρώπινη νόηση είναι από τη φύση της ικανή να μας δίνει και μας δίνει την απόλυτη αλήθεια που σχηματίζεται από το άθροισμα των σχετικών αληθειών. Κάθε βαθμίδα ανάπτυξης της επιστήμης προσθέτει νέους κόκκους σε αυτό το άθροισμα της απόλυτης αλήθειας, τα όρια όμως της αλήθειας κάθε επιστημονικής θέσης είναι σχετικά, πότε ευρύνονται, πότε στενεύουν με την παραπάνω ανάπτυξη των γνώσεων… Από την άποψη του σύγχρονου υλισμού, δηλαδή του μαρξισμού, ιστορικά εξαρτημένα είναι τα όρια της προσέγγισης των γνώσεών μας στην αντικειμενική, την απόλυτη αλήθεια, είναι όμως έξω από όρους η ύπαρξη αυτής της αλήθειας, είναι απόλυτο ότι πλησιάζουμε σε αυτήν. Το περίγραμμα της εικόνας είναι ιστορικά εξαρτημένο, είναι όμως απόλυτο, το ότι η εικόνα αυτή απεικονίζει ένα μοντέλο που υπάρχει αντικειμενικά»[15].

Επομένως αλήθεια είναι η σωστή, επαληθευμένη από την πράξη αντανάκλαση των αντικειμένων και των φαινομένων της φύσης και της κοινωνίας τα οποία υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση. Την αντανάκλαση της φύσης στη σκέψη του ανθρώπου πρέπει να την καταλαβαίνουμε όχι χωρίς αντιθέσεις, αλλά στην αιώνια διαδικασία της κίνησης των αντιθέσεων και της λύσης τους. Ακόμη και τα προϊόντα ανθρώπινης φαντασίας, όσο και αν φαίνονται απομακρυσμένα από την πραγματικότητα, είναι παρόλα αυτά είτε σωστή είτε παραμορφωμένη αντανάκλαση της πραγματικότητας.

Το ζήτημα αν η ανθρώπινη νόηση εμπεριέχει το αντικειμενικά αληθινό, έγραφε ο Μαρξ, δεν είναι καθόλου θεωρητικό αλλά καθαρά πρακτικό ζήτημα. Με την πράξη οφείλει να αποδείξει ο άνθρωπος το αληθινό, δηλαδή την αντικειμενικότητα, το βάσιμο, την όλη υπόσταση της νόησής του.[16]

Ο διαλεκτικός υλισμός είναι φιλοσοφία επαναστατική που μελετά τους γενικούς νόμους της διαλεκτικής και πετυχαίνει την ενότητα της θεωρίας με την πράξη, την ενότητα του γενικού με το ειδικό. Είναι γενίκευση της ανθρώπινης γνώσης και πράξης. Είναι φιλοσοφία επιστημονική.



Ο Μάκης Παρέντης είναι μέλος του ΔΣ του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών. Βάση για τη συγγραφή αυτού τoυ άρθρου αποτελεί βάση η ομιλία που έγινε στις 13.12. 2005 στη Φυσικομαθηματική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε εκδήλωση με θέμα «Η Υλη, ο Χώρος και ο Χρόνος», ενώπιον 400 περίπου φοιτητών.

[1] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τομ. 18, σελ. 152.

[2] Φ. Ενγκελς: «Η διαλεκτική της φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 51.

[3] Φ. Ενγκελς: «Διαλεχτική της φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1997, σελ. 214.

[4] Β. Ι. Λένιν: «Φιλοσοφικά τετράδια», Απαντα, 5η έκδοση, τόμος 29ος, σελ. 50, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».

[5] Πριγκοζίν Ιλιά (1917-2003): Βέλγος φυσικός και φυσικοχημικός. Διατύπωσε ένα από τα θεμελιώδη θεωρήματα στο χώρο της θερμοδυναμικής (Πριγκόζιν θεώρημα).

[6] Φ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύρινγκ», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 2001, σελ. 17.

[7] Φ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1997, σελ. 19.

[8] Φ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1997, σελ. 262.

[9] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, 5η έκδοση, τόμος 18ος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 359.

[10] Φ. Ενγκελς: «Εισαγωγή στη διαλεκτική της φύσης», από τα «Διαλεχτά Εργα, Μαρξ-Ενγκελς», τόμος 2ος, σελ. 78-79.

[11] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, 5η έκδοση, τόμος 18ος, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 281.

[12] «Οι βασικές αρχές της μαρξιστικής φιλοσοφίας», εκδόσεις «Σύγρονη Εποχή», σελ. 187-188.

[13] Αιθέρας: Υποθετικό μέσο που βρίσκεται παντού και που σύμφωνα με τις επιστημονικές αντιλήψεις των προηγούμενων αιώνων έπαιζε το ρόλο του μεταφορέα του φωτός και γενικά των ηλεκτρομαγνητικών αλληλεπιδράσεων. Με τη διατύπωση από τον Αϊνστάιν της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας, το ζήτημα του αιθέρα εξαλείφθηκε από τη θεωρία.

[14] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τομ. 18, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 280-281.

[15] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, τομ. 18, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 140-141.

[16] Φρ. Ενγκελς: «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής Φιλοσοφίας», σελ. 65, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».