ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Οι φυσικές επιστήμες, ως αντικειμενική μελέτη της συμπεριφοράς της φύσης και των φυσικών νόμων, θεωρούνται συχνά ότι είναι εκτός ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Εξ άλλου η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών δε βρήκε λίγα εμπόδια στην ιστορική της πορεία από την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, με την περίπτωση του Γαλιλαίου να ξεχωρίζει ως τρανταχτό παράδειγμα.

Η εκάστοτε άρχουσα τάξη στα εκμεταλλευτικά κοινωνικά συστήματα που έχουμε γνωρίσει δεν μπορούσε να επιτρέψει την ανάπτυξη ιδεολογίας αντίθετης προς τη δική της, ιδεολογίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της εξουσίας της. Οι φυσικές επιστήμες μπόρεσαν να αναπτυχθούν όταν απέδειξαν τη συμβολή τους στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πράγμα που ανάγκασε την άρχουσα τάξη να προσαρμόσει πλευρές της κοσμοθεωρίας της (π.χ. με την αποδοχή του ηλιοκεντρικού συστήματος) που η επιστήμη αμφισβητούσε άμεσα. Ομως η κυρίαρχη ιδεολογία δε συγχώρησε ποτέ την επιστήμη για δύο κυρίως λόγους: για το ότι η επιστήμη λειτουργεί με βάση τη διαλεκτική μεθοδολογία και για το ότι αποδεικνύει ότι ο κόσμος είναι υλικός και ενιαίος και ότι η γνώση είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας.

Στα δύο αυτά σημεία εστιάζεται η ιδεολογική αντιπαράθεση και σήμερα. Η κυρίαρχη ιδεολογία δε διστάζει να χρησιμοποιεί ακόμα και σοφιστείες για να αμφισβητήσει ή για να προκαλέσει σύγχυση γύρω από την αντικειμενικότητα της ύλης, δεν έχει ενδοιασμό να προωθεί αντιεπιστημονικές έως θεολογικές ερμηνείες σε επιστημονικά αποτελέσματα.

Στο άρθρο αυτό επιχειρούμε να αναλύσουμε το πώς ξετυλίγεται η αντιπαράθεση στις πανεπιστημιακές σπουδές στις φυσικές επιστήμες. Ξεχωρίσαμε κάποια κομβικά σημεία σε τρεις περιοχές των σπουδών: την ίδια τη Φυσική και τις (περιορισμένες σε κάθε περίπτωση) γνώσεις φιλοσοφίας και παιδαγωγικής που προσφέρονται στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών. Η όλη προσπάθειά μας θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρώτη προσέγγιση, που επιδέχεται παραπέρα και εμβάθυνση και διεύρυνση.

 

 ΙΙ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
ΤΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

 Πριν προχωρήσουμε στο κύριο θέμα του άρθρου αυτού, θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση των φιλοσοφικών αντιλήψεων με βάση τη μαρξιστική προσέγγιση. Πώς ο μαρξισμός προσεγγίζει τη φιλοσοφία και με βάση ποιο κριτήριο κάνει τη διάκριση ανάμεσα στα φιλοσοφικά ρεύματα; Ο Ενγκελς αναφέρει: «Από τους πολύ παλιούς καιρούς, όταν οι άνθρωποι αγνοώντας ολότελα ακόμα την κατασκευή του ίδιου του σώματός τους και παρακινημένοι από τα όνειρα έφταναν να φαντάζονται ότι η σκέψη και η αίσθησή τους δεν είναι η δράση του σώματός τους, μα δράση μιας ξεχωριστής ψυχής που κατοικεί μέσα σ’ αυτό το σώμα και που το εγκαταλείπει με το θάνατο. Από τότε κιόλας οι άνθρωποι υποχρεώθηκαν να στοχάζονται για τη σχέση αυτής της ψυχής με τον εξωτερικό κόσμο»1.

Μέσω λοιπόν αυτής τη αναζήτησης αναδείχθηκε το κυρίαρχο ζήτημα της φιλοσοφίας, η σχέση δηλαδή της συνείδησης με την ύπαρξη (το Είναι), του πνεύματος με την ύλη. Ποιο προηγείται και συνεπώς δημιουργεί το άλλο, το Είναι ή η συνείδηση; Απόρροια του βασικού ζητήματος είναι το ερώτημα για τη γνωσιμότητα του κόσμου: οι νόμοι της φύσης, της αντικειμενικής πραγματικότητας, μπορούν να γνωσθούν από τον άνθρωπο ή είναι δημιούργημα ενός «ανώτερου πνεύματος» που μόνο αυτό μπορεί να τους γνωρίζει σε βάθος. Με αυτή τη βάση ο μαρξισμός διακρίνει στη φιλοσοφία δύο μεγάλα στρατόπεδα, τον υλισμό και τον ιδεαλισμό.

Στο κύριο ερώτημα της φιλοσοφίας αν η ύλη προηγείται του πνεύματος, οι υλιστές φιλόσοφοι απαντούν ότι η ύλη είναι το πρωτεύον και το πνεύμα, η συνείδηση, είναι το δευτερεύον. Η πιο ολοκληρωμένη μορφή ανάπτυξης του υλισμού είναι ο διαλεκτικός υλισμός. Αφετηρία του διαλεκτικού υλισμού είναι η αναγνώριση της αντικειμενικής ύπαρξης της αιώνια κινούμενης και αναπτυσσόμενης ύλης. Αυτή η θέση στηρίζεται στη θεώρηση ότι η ύλη υπάρχει ανεξάρτητα από τον άνθρωπο και πολύ πριν από την εμφάνιση του ανθρώπου στη Γη. Οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθητήριων οργάνων μας υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς.

Ο πληρέστερος ορισμός της φιλοσοφικής κατηγορίας της ύλης έχει δοθεί από το Β. Ι. Λένιν: «Η ύλη είναι φιλοσοφική κατηγορία που χρησιμεύει για να υποδηλώνει την αντικειμενική πραγματικότητα που έχει δοθεί στον άνθρωπο από τα αισθήματά του και που αντιγράφεται, φωτογραφίζεται, απεικονίζεται από τα αισθήματά μας, ενώ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτά»2. Ελάχιστοι είναι οι φυσικοί επιστήμονες που θα διαφωνούσαν με τον παραπάνω ορισμό, για το λόγο ότι ανταποκρίνεται στον τρόπο που προσεγγίζει η επιστήμη την ύλη.

Η σχέση ύλης και συνείδησης, για το τι προηγείται και τι έπεται, καθώς και για το αν ο κόσμος μπορεί να γνωσθεί από τον άνθρωπο, είναι ζήτημα φιλοσοφικό: «…η αντίθεση ύλης και συνείδησης έχει απόλυτη σημασία μόνο μέσα στα όρια μιας πολύ περιορισμένης περιοχής: στην προκειμένη περίπτωση αποκλειστικά μέσα στα όρια του βασικού γνωσιολογικού προβλήματος: ποιο πρέπει να θεωρηθεί πρωτεύον και ποιο δευτερεύον. Εξω από αυτά τα όρια η σχετικότητα της δοσμένης αντίθεσης είναι αναμφισβήτητη»3.

Ο ιδεαλισμός, σε αντίθεση με τον υλισμό, είναι το φιλοσοφικό σύστημα που εξηγεί τον κόσμο με βάση το πνεύμα. Στο θεμελιακό ζήτημα της φιλοσοφίας απαντά ότι το πνεύμα είναι το κύριο, το πρωτεύον. Αποδεχόμενος έτσι την πρωταρχική σπουδαιότητα του πνεύματος, βεβαιώνει ότι αυτό παράγει το Είναι ή αλλιώς ότι το πνεύμα δημιουργεί την ύλη. Ο ιδεαλισμός στην εξέλιξή του παρουσίασε δύο μεγάλες κατευθύνσεις: τον αντικειμενικό και τον υποκειμενικό ιδεαλισμό.

Οι αντικειμενικοί ιδεαλιστές αναγνωρίζουν ότι υπάρχει στη φύση μια ορισμένη τάξη, μια ορισμένη νομοτέλεια των φαινομένων, αλλά θεωρούν ότι η πηγή αυτής της νομοτέλειας δεν είναι η ίδια η φύση, αλλά η «Απόλυτη ιδέα», η «Κοσμική Βούληση». Στην ουσία η «Απόλυτη Ιδέα» εκφράζει το θεό ή τις διάφορες θεότητες, οι οποίες υποτίθεται ότι δημιούργησαν τον κόσμο. Αρα οι «δημιουργοί» του κόσμου είναι οι μόνοι που μπορούν να γνωρίζουν την ουσία των φαινομένων, τις διάφορες διεργασίες του υλικού κόσμου και όχι ο άνθρωπος.

Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός θεωρεί ως πρωτεύον την ανθρώπινη συνείδηση. Υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος γνωρίζει άμεσα μόνο τα φαινόμενα της δικής του συνείδησης, αισθήματα, παραστάσεις, έννοιες και ότι δεν υπάρχει κάτι που να βρίσκεται έξω από τη συνείδησή του. Στην ουσία ο υποκειμενικός ιδεαλισμός αρνείται την ύπαρξη του αντικειμενικού κόσμου και, θεωρώντας τα αντικείμενα σαν αθροίσματα αισθημάτων και ιδεών, αρνείται ακόμα και την αντικειμενική νομοτέλεια των φαινομένων.

Με αφετηρία το δεύτερο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας, σχετικά με τη γνωσιμότητα του κόσμου, διακρίνουμε το φιλοσοφικό ρεύμα του αγνωστικισμού. Αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα θεωρεί ότι δεν μπορούμε να αναζητήσουμε την ουσία των πραγμάτων, παρά μόνο τη φαινομενική πραγματικότητα. Οι αγνωστικιστές ισχυρίζονται ότι οι αισθήσεις επιτρέπουν να αντιληφθούμε τα πράγματα, αλλά να γνωρίσουμε μόνο τις εξωτερικές ιδιότητες, τη φαινομενική πραγματικότητα. Η φαινομενική πραγματικότητα υπάρχει λοιπόν για εμάς, είναι αυτό που ονομάζουμε «καθ’ ημάς πράγμα». Ομως δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το πράγμα ανεξάρτητα από εμάς, με τη δική του πραγματική υπόσταση, αυτό που ονομάζουμε «πράγμα καθ’ εαυτό».

Αυτή η αντίφαση εκφράζει την τάση των αγνωστικιστών να σταθούν ανάμεσα στον υλισμό και τον ιδεαλισμό. Χαρακτηριστική είναι η κριτική του Λένιν για το θεμελιωτή του αγνωστικισμού Εμμάνουελ Καντ: «Το κύριο γνώρισμα της φιλοσοφίας του Καντ είναι η συνδιαλλαγή του υλισμού και του ιδεαλισμού, ο συμβιβασμός ανάμεσά τους, η συνένωση σ’ ένα σύστημα ετερογενών και αντιθέτων φιλοσοφικών κατευθύνσεων»4. Ο Καντ κάνει μια διάκριση ανάμεσα στα δύο είδη γνώσης, την καθαρή και την εμπειρική γνώση, ανάμεσα δηλαδή στη γνώση που αντλεί η γνωστική δύναμη της νόησης από τον εαυτό της και τη γνώση που αντλούμε από τις αισθήσεις μας. Τη διάκριση αυτή την εκφράζει μέσω του χωρισμού των γνώσεων σε apriori και aposteriori. Η apriori γνώση, σύμφωνα με τον Καντ, είναι γνώση που δεν εξαρτάται από την εμπειρία. Σε αυτή συμπεριλαμβάνει τις καθαρές εποπτείες του χώρου και του χρόνου, τις καθαρές έννοιες του νου και τις καθαρές apriori κρίσεις.

Ο αγνωστικισμός του Καντ, παρότι έχει μεγάλη απήχηση στη φιλοσοφία των φυσικών επιστημών, σκοντάφτει στις επιστημονικές ανακαλύψεις που προσεγγίζουν όλο και περισσότερο την αντικειμενική πραγματικότητα. Για παράδειγμα, όταν ο χημικός «βλέπει» τα μόρια, τα άτομα, ακόμα και τους δεσμούς που αναπτύσσουν μεταξύ τους μέσω των πειραματικών διατάξεων, η παλαιού τύπου αγνωσιμότητα του Καντ αμφισβητείται έντονα.

Θέση στην πολεμική που αναπτύσσεται ενάντια στο διαλεκτικό υλισμό για τη γνωσιμότητα του κόσμου παίρνει και το φιλοσοφικό ρεύμα του σχετικισμού (ρελατιβισμού). Οι σχετικιστές βάλλουν κατά της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο σχετικό και απόλυτο χαρακτήρα της αλήθειας, απολυτοποιώντας το σχετικό της χαρακτήρα. Ερμηνεύουν την ανάπτυξη της επιστήμης, την αναίρεση παλιών εννοιών ως απόδειξη της υποκειμενικότητας της αλήθειας. Ιδιαίτερα σε περιόδους που αυτές οι αλλαγές είναι ραγδαίες, π.χ. στις αρχές του 20ού αιώνα, με την κβαντική φυσική, οι θέσεις των σχετικιστών βρίσκονται σε άνθιση.  

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο ρεύμα του θετικισμού και την εξέλιξή του, το νεοθετικισμό και το λογικό εμπειρισμό. Αυτό το φιλοσοφικό ρεύμα ασκεί ιδιαίτερη επιρροή στις φυσικές επιστήμες, στο περιεχόμενο σπουδών και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Για παράδειγμα, στο βιβλίο «Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών», στο κεφάλαιο «Βασικές φιλοσοφικές αρχές - Η επίδραση της φυσικής στη φιλοσοφία», η παρουσίαση των φιλοσοφικών ρευμάτων ξεκινάει με εκτενή ανάλυση του θετικισμού. Επίσης, στις σημειώσεις του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα» αναφέρεται: «…τα επιτεύγματα της φυσικής (δηλαδή οι «επαναστάσεις» της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντικής μηχανικής) έθεταν το ζήτημα της δικής τους φιλοσοφικής κατανόησης. Η εφαρμογή της νέας λογικο-γλωσσικής μεθόδου σε αυτές τις περιοχές οδήγησε στη συγκρότηση του νέου, κατ’ ουσία, κλάδου της φιλοσοφίας της επιστήμης και στη συνακόλουθη διαμόρφωση της οικογένειας των φιλοσοφικών θεωρήσεων της οποίας μέλη φέρουν ονόματα όπως: λογικός θετικισμός, λογικός εμπειρισμός…»5. Τέλος, ακόμα και η κριτική στο μαρξισμό γίνεται ποικιλοτρόπως από τη σκοπιά του θετικισμού6.

Το θεμελιώδες χαρακτηριστικό των θετικιστικών σχολών είναι ότι, αντί να περιλάβουν στη φιλοσοφία τους μια γνωσιοθεωρία που να μελετά και να γενικεύει την προέλευση και την ανάπτυξη της γνώσης μας για τον αντικειμενικό κόσμο, πήραν σαν βάση μια θεωρία της γνώσης, σύμφωνα με την οποία το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε είναι οι αισθητηριακές μας αντιλήψεις, τα δεδομένα που προκύπτουν μέσω της εμπειρίας.

Οι θετικιστές παραβλέπουν ότι η ίδια η εμπειρία είναι προϊόν της αλληλεπίδρασής μας με τα εξωτερικά υλικά αντικείμενα και την αντιμετωπίζουν σαν να είναι καθεαυτή, κάτι απόλυτο. Κατά συνέπεια, δε θεωρούν ότι η «θετική γνώση» που αποκτούμε με εμπειρικές μεθόδους συνδέεται με τον αντικειμενικό υλικό κόσμο και ότι μπορεί να δώσει μια όλο και πιο εμπεριστατωμένη εικόνα αυτού του κόσμου, αλλά ότι η «θετική γνώση» συνδέεται μόνο με τις δικές μας αισθητηριακές αντιλήψεις. Απολυτοποιώντας τις αισθητηριακές αντιλήψεις, υποστηρίζουν ότι αποτελούν τη μοναδική πηγή γνώσης και ως εκ τούτου μπορούν να μας παρέχουν μόνο πληροφορίες για τα φαινόμενα.

Οι εμπειριστές αυτού του τύπου προχώρησαν παραπέρα και ανέπτυξαν την άποψή τους ως «επιστημονικοί» πολέμιοι και επικριτές των κάθε είδους φιλοσοφικών συστημάτων και ως υποστηρικτές της εμπειρικής επιστήμης ενάντια στη φιλοσοφία. Με αυτή τη στενή υποκειμενιστική άποψη δήλωσαν την αντίθεσή τους στα φιλοσοφικά συστήματα του παρελθόντος7, υποστηρίζοντας ότι οι πιο γενικές έννοιες, οι καθολικοί νόμοι, τα ερωτήματα που θέτει η φιλοσοφία είναι μεταφυσικά.

Για το Νεοθετικισμό και το Λογικό Θετικισμό: σημειώνουμε ότι ο κύκλος της Βιέννης και ειδικότερα οι Schlick8 και Wittgenstein9, στην προσπάθειά τους να περιφρουρήσουν τις Φυσικές Επιστήμες από τις «μεταφυσικές δηλώσεις των φιλοσόφων», πρόβαλλαν την επαληθευσιμότητα των δηλώσεων με βάση τα εμπειρικά στοιχεία που συγκεντρώνουμε. Η αρχή της επαλήθευσης κατηύθυνε την προσοχή τους στο θέμα της γλώσσας, στη «λογική ανάλυση της γλώσσας». Η κριτική της «μεταφυσικής» βασίστηκε συνεπώς στην κριτική ανάλυση της γλώσσας. Η φιλοσοφία είχε θέση μόνο αν συνέτεινε στην αποσαφήνιση των μεθόδων των εμπειρικών επιστημών και του νοήματος των επιστημονικών δηλώσεων και αυτό πάντα με επίκεντρο την ανάλυση της γλώσσας.

Οι νεοθετικιστές κατατάσσουν όλες τις κρίσεις που εκφράστηκαν ποτέ από τον άνθρωπο σε δύο αλληλοαποκλειόμενες κατηγορίες: τις ορθολογικές προτάσεις, δηλαδή εκείνες που μπορούν να εκφραστούν με μια γλώσσα, η οποία υπακούει στους νόμους της τυπικής λογικής (του προτασιακού λογισμού), του τύπου των Principia Μathematica του Russel10 και του LogicoPhilosophicusTractatus του Wittgenstein και τις ανορθολογικές, στις οποίες παραβιάζονται οι κανόνες της λογικής, πράγμα που κάνει αδύνατη την ανασύστασή τους με μια τέλεια λογική γλώσσα, χαράζοντας ουσιαστικά τα «όρια του εκφράσιμου». Οι ορθολογικές προτάσεις με τη σειρά τους διαιρούνται σε δύο μόνο ομάδες: τις αναλυτικές και συνθετικές προτάσεις. Οι αναλυτικές προτάσεις, κατά τους νεοθετικιστές, δε βεβαιώνουν τίποτα για την κατάσταση των πραγμάτων στον κόσμο. Είναι ταυτολογικές από τη φύση τους και δεν περιέχουν καμιά πραγματική πληροφορία. Το ζήτημα του αν είναι αληθείς ή όχι μπορεί να λυθεί με τη λογική ανάλυση της γλωσσολογικής τους μορφής, χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα. Αντίθετα οι συνθετικές προτάσεις έχουν γνωστική αξία, την οποία οι νεοθετικιστές την ταυτίζουν με τη διαδικασία επαλήθευσής τους. Σύμφωνα με τους νεοθετικιστές η λογική και τα μαθηματικά είναι επιστήμες συγκροτημένες ολοκληρωτικά από αναλυτικές προτάσεις, σε αντίθεση με τις «πειραματικές» (Φυσική, Χημεία, Βιολογία) επιστήμες που είναι συγκροτημένες από συνθετικές προτάσεις. Αυτή λοιπόν είναι η φιλοσοφική ρίζα της θέσης που διαχωρίζει τα μαθηματικά από τις Φυσικές Επιστήμες11.

 

 ΙΙΙ. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

 Τα μαθήματα φιλοσοφίας που προσφέρονται στις Σχολές Θετικών Επιστημών της χώρας μας από τη μια είναι ελάχιστα και από την άλλη δεν είναι υποχρεωτικά για όλους τους φοιτητές. Στο Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας υπάρχουν δύο μαθήματα φιλοσοφίας, «Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών Ι και ΙΙ», εκ των οποίων το ένα είναι υποχρεωτικό για την κατεύθυνση της εκπαίδευσης, ενώ το άλλο προαιρετικό. Στο Μαθηματικό Τμήμα υπάρχει ένα προαιρετικό μάθημα, η «Ιστορία θετικών επιστημών» και δύο υποχρεωτικά μόνο για τη δέσμη της διδακτικής των μαθηματικών, η «Φιλοσοφία Μαθηματικών» και η «Επιστημολογία και διδακτική των Μαθηματικών». Στο Χημικό τμήμα προβλέπεται ένα μάθημα φιλοσοφίας το οποίο δεν προσφέρεται, ενώ στο Γεωλογικό δεν υφίσταται καν η φιλοσοφία στο πρόγραμμα σπουδών. Το φιλοσοφικό «κενό» που δημιουργείται, καλείται να καλύψει το τμήμα Μεθοδολογίας Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ), ανεξάρτητο τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Ενα τμήμα με ασαφές περιεχόμενο, με εμμονή στην αναλυτική φιλοσοφική παράδοση12, στην οποία δε χωράει φυσικά ο μαρξισμός.

Τα μαθήματα αυτά έχουν κοινά στοιχεία. Το κυριότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται τα διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα. Συνήθως η παρουσίαση βασίζεται στη χρονολογική σειρά εμφάνισης των ρευμάτων ή των φιλοσόφων. Μέσω αυτής της παρουσίασης τηρείται μια υποκριτικά ουδέτερη στάση απέναντι σε αυτά, ενώ ο μαρξισμός είτε αποκρύπτεται πλήρως είτε διαστρεβλώνεται και λοιδορείται. Σε δεύτερο επίπεδο διαχέεται μία διάκριση δύο κύριων ρευμάτων, ρεαλισμού - ιδεαλισμού (αντικειμενισμού - υποκειμενισμού), ενώ ο μαρξισμός παρουσιάζεται ως μια επιμέρους τάση του ρεαλισμού, ιστορικά ξεπερασμένη.

Για παράδειγμα, στο διδακτικό βιβλίο «Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών» του Φυσικού τμήματος γίνεται μια γενικόλογη ιστορική παράθεση των ρευμάτων, μια ιδιαίτερη αναφορά στο θετικισμό, στο ρεαλισμό, στον ιδεαλισμό, στην αισθησιαρχία και στον εμπειριοκριτικισμό, ενώ η διάκριση που προαναφέραμε φαίνεται χαρακτηριστικά στα παρακάτω αποσπάσματα: «Ο Ρεαλισμός τοποθετείται στον αντίποδα του Ιδεαλισμού και στο ερώτημα αν ο κόσμος βρίσκεται έξω από την συνείδηση και είναι ανεξάρτητος από αυτήν, ο Ρεαλισμός δίνει απάντηση καταφατική»13. «Με τον όρο Ιδεαλισμός θεωρούμε την υπαγωγή της ύλης στο πνεύμα»14. Ο μαρξισμός διαστρεβλώνεται και αποκρύπτεται με επιμονή, αφού η μοναδική αναφορά είναι η εξής: «Ο Καντ είχε τη σημαντικότερη επιρροή στη Δυτική διανόηση από κάθε άλλον φιλόσοφο της σύγχρονης ιστορίας. Η φιλοσοφία του υπήρξε η βάση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε ο Μαρξισμός και πολλών ειδών φιλοσοφικά ρεύματα»15.

Διαστρέβλωση του μαρξισμού συναντάμε και σε ένα από τα βασικά συγγράμματα για τους φοιτητές του ΜΙΘΕ, το «Τι είναι αυτό που το λέμε επιστήμη;» του A. F. Chalmers. Εκεί ο συγγραφέας στην εισαγωγή σχολιάζει ειρωνικά την «εμμονή» των μαρξιστών: «Οι μαρξιστές επιμένουν διακαώς ότι ο ιστορικός υλισμός είναι επιστήμη»16, κάνοντας σύγκριση με τις «Βιβλιοθηκονομικές, Διοικητικές, Ρητορικές, Γαλακτοκομικές, Κτηνοτροφικές, ακόμα και με τις Επιστήμες Θανάτου»17. Στη συνέχεια δεν μπαίνει καν στον κόπο να αντιπαρατεθεί στο μαρξισμό, αφού σε ολόκληρο το σύγγραμμα βρίσκουμε μόνο μία παράγραφο αναφερόμενη στο Μαρξ, τσουβαλιάζοντάς τον στην ενότητα «Ο αντικειμενισμός των Πόππερ, Λάκατος και Μαρξ»18. Στο ίδιο πνεύμα βρίσκουμε μία αναφορά στο Μαρξ και στις σημειώσεις του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα» του μεταπτυχιακού προγράμματος «Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας». Ο Μαρξ εκεί μνημονεύεται, παρέα με το Φρόιντ, μόνο για την αλλαγή στη μέθοδο19: «Τέλος, ο Φρόιντ στην ψυχολογία και ο Μαρξ στην κοινωνική θεωρία αμφισβητούν το παραδοσιακό πρωτείο της συνείδησης και του ατόμου θέτοντας, αντίστοιχα, στη θέση τους το ασυνείδητο και την κοινωνία»20.

Γιατί όμως αποκρύπτεται και διαστρεβλώνεται ο μαρξισμός τόσο συστηματικά; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Είναι μέρος της γενικότερης προσπάθειας του αστικού συστήματος να αποκόψει την εργατική τάξη από την πρωτοπόρα επαναστατική θεωρία. Στο επίπεδο των φυσικών επιστημών η προσπάθεια αυτή καθίσταται πιο δύσκολη, γι’ αυτό πολλές φορές κρύβεται πίσω από την υποκριτική ουδετερότητα που προαναφέραμε. Η δυσκολία έγκειται στον οργανικό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στις Φυσικές Επιστήμες και το διαλεκτικό υλισμό. Αυτός ο οργανικός δεσμός ξεκινά από το γεγονός ότι τόσο ο διαλεκτικός υλισμός όσο και οι φυσικές επιστήμες μελετούν τον ίδιο κόσμο. O διαλεκτικός υλισμός εξετάζει τους γενικούς νόμους, τις πιο γενικές συνδέσεις και σχέσεις από ό,τι οι ιδιαίτερες επιστήμες, οι οποίες μελετούν τους πιο ειδικούς νόμους που διέπουν τα φαινόμενα σε κάθε μορφή κίνησης της ύλης - μηχανική, φυσική, χημική, βιολογική, κοινωνική. Ομως οι γενικοί νόμοι που εξετάζει ο διαλεκτικός υλισμός έχουν ανακαλυφθεί μέσω της γενίκευσης των ειδικών νόμων που εξετάζουν οι ιδιαίτερες επιστήμες. Αντίστοιχα, η μελέτη των ειδικών φαινομένων στηρίζεται σε γενικούς νόμους που διέπουν το σύνολο των φαινομένων.

 

IV. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΣΤΑ ΚΥΡΙΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ

 Μολονότι η όποια άμεση αναφορά στη φιλοσοφία είναι, όπως περιγράψαμε παραπάνω, περιορισμένη, αφθονούν οι περιπτώσεις που φιλοσοφικές αντιλήψεις περνούν μέσα από τα μαθήματα του κύριου γνωστικού αντικειμένου. Η πρακτική αυτή διευκολύνει την πλατιά διάδοση της αστικής ιδεολογίας και την επίθεση στο διαλεκτικό υλισμό. Στη συνέχεια εξετάζουμε χαρακτηριστικά παραδείγματα που δείχνουν πώς σπέρνονται ιδεαλιστικά ιδεολογήματα, ακόμα και ακραία σκοταδιστικά, για να αμφισβητηθεί η αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, η γνωσιμότητά του, ο χαρακτήρας της επιστημονικής αλήθειας, η σχέση της επιστημονικής γενίκευσης με την πράξη.

 

ΦΥΣΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Το πιο κρίσιμο ζήτημα στη φιλοσοφική προσέγγιση των φυσικών επιστημών είναι η σχέση των φυσικών νόμων, που πηγάζουν από την επιστημονική γενίκευση κατά τη μελέτη των φαινομένων, με την αντικειμενική πραγματικότητα. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο παίζει η μεγάλη επιρροή του θετικισμού και κυρίως του λογικού, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Πιο συγκεκριμένα, οι φυσικοί νόμοι δεν αντιμετωπίζονται ως προϊόν της οργανωμένης προσπάθειας του ανθρώπου να ανακαλύψει την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά θεωρούνται ως προσωρινά λογικά σχήματα που η εγκυρότητά τους επαφίεται στο λογικό21 έλεγχο της εμπειρίας. Ετσι στρεβλώνεται ο ρόλος των φυσικών επιστημών, ο οποίος είναι η διείσδυση στην ουσία των φαινομένων, αφού αυτή δεν είναι προσβάσιμη από την εμπειρία των θετικιστών. Επομένως, οι νόμοι των φυσικών επιστημών αποκόπτονται από τη φύση και τις νομοτέλειές της, χάνουν το περιεχόμενό τους, δεν μπορούν να μπουν σε διαδικασία επαλήθευσης.

Σε αυτή την τάση καθοριστικό ρόλο παίζει η φιλοσοφική αντιμετώπιση των μαθηματικών, γιατί -ως ποσοτική έκφραση των νόμων κίνησης της φύσης- είναι αναπόσπαστο στοιχείο όλου του φάσματος των φυσικών επιστημών. Οι μαθηματικές θεωρίες προσεγγίζονται «αξιωματικά», αποκομμένες από τη σχέση τους με την αντικειμενική πραγματικότητα, θεωρούνται «καθεαυτές αντικείμενα σπουδής»22 και η ορθότητά τους έγκειται στην πληρότητα ή μη μιας κατάλληλης διαδικασίας επαληθευσιμότητας23. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την εισαγωγή στις «μεγάλες επιστημονικές ανακατατάξεις» των μαθηματικών: «Οι εξελίξεις στα μαθηματικά χαρακτηρίζονται από τη δημιουργία των μη Ευκλείδειων γεωμετριών και την προσπάθεια αριθμοποίησης της Ανάλυσης, με σκοπό να αποβάλει αυτή κάθε έννοια κίνησης και χρόνου. Τίθενται πλέον τα θεμέλια της σύγχρονης άποψης για την “αξιωματικοποίηση”»24.

Τα μαθηματικά, παρόλο το μεγάλο βαθμό αφαίρεσης που έχουν, όταν δεν αντιμετωπίζονται αποκομμένα από τους νόμους της φύσης, έχουν καθοριστική συμβολή στην ποσοτική τους έκφραση. Μέσα από τους «μαθηματικοποιημένους» νόμους προσπαθούμε να υπολογίσουμε ποσοτικά στοιχεία των φυσικών διαδικασιών, να τις εξηγήσουμε, στην προσπάθειά μας να επέμβουμε στη φύση ώστε να βελτιώσουμε τους υλικούς όρους διαβίωσής μας. Για παράδειγμα οι λύσεις της εξίσωσης του Schrödinger μας δίνουν τους κβαντικούς αριθμούς, η κατανομή Boltzman την κατανομή της ταχύτητας των μορίων ενός αερίου, ο ρυθμός μεταβολής της συγκέντρωσης ενός αντιδρώντος την ταχύτητα μιας αντίδρασης.

 

ΥΛΗ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η διατύπωση της σχέσης E=mc2, στα πλαίσια της Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας, έδωσε λαβή σε μια σειρά ιδεαλιστές φιλοσόφους και επιστήμονες, στρεβλώνοντας το νόημά της, να ισχυρισθούν ότι ουσιαστικά τα πάντα είναι ενέργεια και ότι η ύλη δεν υπάρχει. Με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ενέργεια δεν υπάρχει και ότι τα πάντα είναι ύλη. Το ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν εμφανίστηκαν κάνει ολοφάνερη την ιδεολογική σκοπιμότητα αυτών που ισχυρίζονται την ανυπαρξία της ύλης.

Τέτοιες αποφάνσεις «ενεργητικής» αποτελούν λαθροχειρίες. Πιο συγκεκριμένα πρόκειται για σκόπιμη παρερμηνεία φυσικών μεγεθών και ανακάτεμα ή ταύτισή τους με φιλοσοφικές κατηγορίες που είναι γενικότερες των φυσικών εννοιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που εξετάζουμε γίνεται ταύτιση της φυσικής έννοιας της μάζας με τη φιλοσοφική έννοια (κατηγορία) της ύλης, με την ταυτόχρονη υπόθεση ότι η ενέργεια είναι άρνηση της ύλης.

Ετσι η μάζα, από μέτρο της αδράνειας ενός σώματος, της αντίστασής του στην αλλαγή της κινητικής του κατάστασης, μετατρέπεται σε (κατά Νεύτωνα25) «ποσό ύλης που περιέχει αυτό το σώμα». Αυτός ο δεύτερος ορισμός θα μπορούσε ίσως να είναι αποδεκτός την εποχή του Νεύτωνα, όχι όμως και σήμερα που ξέρουμε (εδώ και ένα αιώνα) ότι υπάρχει ύλη χωρίς μάζα (π.χ. τα φωτόνια). Κατά συνέπεια η ύλη, ως φιλοσοφική κατηγορία που δηλώνει ότι υπάρχει αντικειμενικά (βλ. παραπάνω,) δεν ταυτίζεται με τη φυσική έννοια της μάζας.

Από την άλλη μεριά η ενέργεια, από έκφραση της κίνησης της ύλης, μεταμορφώνεται σε ένα μυστικιστικό, άυλο και αβαρές ρευστό, αντίστοιχο με το φλόγιστον, στο οποίο αποδίδονταν η θερμική ενέργεια πριν την ωρίμανση της θερμοδυναμικής το 19ο αιώνα και της στατιστικής φυσικής. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι απαραίτητο για να ανθίσει μια τέτοια αλχημεία είναι να αντιμετωπίζει κάποιος την κίνηση (οπότε αναπόφευκτα και την ενέργεια) ως κάτι ξένο προς την ύλη, κάτι που της επιβάλλεται από έξω, όπως κάνει η μηχανιστική κοσμοαντίληψη. Ομως η ενέργεια έχει πάντα υλικό φορέα, είτε αυτός είναι σωμάτιο με μάζα είτε είναι φωτόνιο ή πεδίο χωρίς μάζα. Βέβαια, η επιστημονική αντιμετώπιση της φιλοσοφικής κατηγορίας της ύλης δεν είναι βολική για τους ιδεαλιστές, οπότε τα φωτόνια και γενικότερα τα πεδία τα χρίζουν άυλα.

Ταυτίζοντας μάζα και ύλη, ανάγοντας μια επιμέρους ιδιότητα (όπως η μάζα) σε καθολικό χαρακτηριστικό της ύλης και λέγοντας ότι η ενέργεια δεν είναι υλική οντότητα, μπορεί κάποιος να βγάλει το συμπέρασμα πως ό,τι δεν έχει μάζα, δεν είναι ύλη. Από εκεί ξεκινούν εκφράσεις όπως «διάλυση της ύλης στην ενέργεια», «εξαΰλωση», «αφυλοποίηση». Επομένως, αποφάνσεις όπως η ακόλουθη του Heisenberg26: «όλα τα στοιχειώδη σωματίδια είναι καμωμένα από το ίδιο υλικό, που μπορούμε να το ονομάσουμε τώρα ενέργεια»27 γίνονται εκ του πονηρού. Εξάλλου, ο Heisenberg ήταν γνωστός οπαδός του Πλάτωνα και θαυμαστής του Kant.

Δύσκολα μπορεί να βρεθεί σύγγραμμα που πραγματεύεται τη Θεωρία της Σχετικότητας ή τη σωματιδιακή φυσική και να μη χρησιμοποιεί τους (λαθεμένους, όπως προείπαμε) όρους «αφυλοποίηση» ή «εξαΰλωση», όταν περιγράφει τη διαδικασία μετασχηματισμού σωματίων και αντισωματίων σε φωτόνια. Αυτό το συναντάμε και στα σχολικά βιβλία: «Το 1905 ο Αλβέρτος Αϊνστάιν απέδειξε ότι πολύ μικρές ποσότητες ύλης μπορεί να μετατρέπονται σε τεράστιες ποσότητες ενέργειας»28.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η σχέση ενέργειας - μάζας αποτελεί αποτέλεσμα της φυσικής της τετραορμής (τανυστής ορμής - ενέργειας). Αυτό το σχετικιστικό μέγεθος και οι ιδιότητές του εκφράζουν ενοποιημένα τις κλασσικές αρχές διατήρησης της ενέργειας και της ορμής. Η αφθαρσία της μορφής της κίνησης της ύλης που εξετάζει η φυσική εκφράζεται με τη διατήρηση της τετραορμής. Η αλληλομετατροπή των μορφών ύπαρξης της ύλης και της κίνησής της, που κλείνει στο εσωτερικό της η προαναφερθείσα αφθαρσία, εκφράζεται σε επίπεδο φυσικής υψηλών ενεργειών με τις αλληλεπιδράσεις και τους μετασχηματισμούς στοιχειωδών σωματίων. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι η διατήρηση της ενέργειας ήταν υπό συνεχή αμφισβήτηση μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, από μια μερίδα της επιστημονικής κοινότητας που ήθελε να δείξει ότι η κίνηση καταστρέφεται.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα αναφερθούμε στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας που περιγράφει το βαρυτικό πεδίο. Η μορφή του χώρου (καμπυλότητα) καθορίζεται από την παρουσία τόσο της ύλης που έχει μάζα όσο και της ύλης που δεν έχει μάζα. Ξεπερνώντας τα Νευτώνεια απόλυτα ή τα Καντιανά apriori, βλέπουμε εδώ μια επιμέρους έκφραση της θέσης του διαλεκτικού υλισμού ότι ο χώρος και ο χρόνος είναι αντικειμενικές μορφές ύπαρξης της κινούμενης ύλης. Σαν τέτοιες είναι αναπόφευκτος ο καθορισμός ιδιοτήτων τους, από ιδιότητες της κινούμενης ύλης, όπως ο καθορισμός της καμπυλότητας του χώρου από το ποσό μάζας και ενέργειας που φέρουν τα σωματίδια.

 

ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ

Πολύ σοβαρές λαθροχειρίες γίνονται στο πλαίσιο της συζήτησης των κοσμολογικών μοντέλων και κυρίως του πιο διαδεδομένου μοντέλου, που έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζεται ως Μεγάλη Εκρηξη. Πριν εξετάσουμε όμως τις λαθροχειρίες είναι αναγκαίο να περιγράψουμε σύντομα την επιστημονική πλευρά.

Η κοσμολογία επιχειρεί να περιγράψει τη συμπεριφορά της ύλης ως ενιαίο σύνολο και σε μεγάλη κλίμακα, τόσο στο χώρο (σε κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στα γαλαξιακά σμήνη) όσο και στο χρόνο (σε κλίμακα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία των αστεριών και των γαλαξιών). Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου απλό και στηρίζεται στην παρατήρηση, στη θεωρία και σε υποθέσεις.

Τα παρατηρησιακά δεδομένα που έχουν κοσμολογικές συνέπειες είναι κυρίως τα εξής τρία: α) Η απομάκρυνση των μακρινών γαλαξιών με ταχύτητα που μεγαλώνει με την απόσταση. Αυτό οδηγεί στην έννοια της διαστολής του σύμπαντος, τουλάχιστον στη σημερινή εποχή. β) Η ασθενής ακτινοβολία που παρατηρείται σε κάθε διεύθυνση του ουρανού (ακτινοβολία υποβάθρου, αντιστοιχεί σε ακτινοβολία μέλανος σώματος με θερμοκρασία 3 βαθμούς Κέλβιν) και γ) η ποσότητα του στοιχείου ήλιου, που είναι πολύ μεγαλύτερη από όση θα μπορούσε να προέλθει από τη σύντηξη του υδρογόνου στο εσωτερικό των αστεριών. Τα δύο τελευταία στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν πέρασε από μια φάση υψηλής θερμοκρασίας και πυκνότητας.

Το θεωρητικό εργαλείο της κοσμολογίας είναι όλη η φυσική, ιδιαίτερα η γενική θεωρία της σχετικότητας ως θεωρία για τη βαρύτητα και τη γεωμετρία του χώρου.

Η θεωρία και η παρατήρηση δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις χωρίς παραπέρα υποθέσεις, επί πλέον της βασικής υπόθεσης ότι οι φυσικοί νόμοι είναι αναλλοίωτοι στο χώρο και το χρόνο. Εδώ έχει κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δύο αρχές: α) τη λεγόμενη κοσμολογική αρχή που δέχεται ότι το σύμπαν, σε μεγάλη κλίμακα, είναι ομογενές και ισότροπο. Η κοσμολογική αρχή συνεπάγεται ότι ένας παρατηρητής, σε κάποια συγκεκριμένη χρονική φάση της εξέλιξης του σύμπαντος, θα έχει την ίδια εικόνα του σύμπαντος κοιτάζοντας σε οποιαδήποτε διεύθυνση στον ουρανό, σε όποιο σημείο του σύμπαντος και αν βρίσκεται, β) τη λεγόμενη τέλεια κοσμολογική αρχή που επεκτείνει την ομοιογένεια στο χρόνο, υποθέτει δηλαδή ότι το σύμπαν είναι, σε μεγάλη κλίμακα, αναλλοίωτο όχι μόνο ως προς το χώρο αλλά και το χρόνο. Οι υποθέσεις αυτές δεν αποδεικνύονται, ελέγχονται όμως από τα παρατηρησιακά δεδομένα. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι σε όλα τα κοσμολογικά μοντέλα δέχονται μία ακόμα υπόθεση, η οποία δε διατυπώνεται ανοιχτά: ότι με βάση την εικόνα που έχουμε για την περιοχή του σύμπαντος, στην οποία έχουμε πρόσβαση με τις παρατηρήσεις μας (η οποία είναι βέβαιο ότι είναι πεπερασμένη τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο), μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τη συμπεριφορά του συνόλου της ύλης.

Οι δύο παραπάνω υποθέσεις οδηγούν σε δύο οικογένειες μοντέλων. Η τέλεια κοσμολογική αρχή οδηγεί στα μοντέλα σταθερής κατάστασης. Για να διατηρηθεί η εικόνα του σύμπαντος αναλλοίωτη στο χρόνο με δεδομένη τη διαστολή, τα μοντέλα αυτά οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι ύλη δημιουργείται συνεχώς από το μηδέν. Αυτό το απαράδεκτο για την υλιστική φιλοσοφία συμπέρασμα δεν ενοχλεί καθόλου την κυρίαρχη ιδεολογία. Εν τούτοις τα μοντέλα σταθερής κατάστασης βρίσκονται μάλλον στο περιθώριο της κοσμολογίας, επειδή δεν προβλέπουν θερμή και πυκνή φάση στο σύμπαν και κατά συνέπεια δεν μπορούν να ερμηνεύσουν ούτε την ακτινοβολία υποβάθρου ούτε την περιεκτικότητα σε ήλιο.

Τα μοντέλα που δέχονται την κοσμολογική αρχή οδηγούν στο συμπέρασμα, ξεκινώντας από τη διαστολή, ότι στο παρελθόν η απόσταση ανάμεσα σε δύο τυχόντα σημεία του σύμπαντος (π.χ. δύο μακρινούς γαλαξίες, αυτό ονομάζεται παράγοντας κλίμακας) μικραίνει. Μικρότερος παράγοντας κλίμακας σημαίνει μεγαλύτερη μέση πυκνότητα και μεγαλύτερη θερμοκρασία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σύμπαν πέρασε στο παρελθόν από μια θερμή και πυκνή φάση, όπως απαιτούν τα παρατηρησιακά δεδομένα της ακτινοβολίας υποβάθρου και της περιεκτικότητας σε ήλιο. Ομως τα μοντέλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, σε πεπερασμένο χρόνο στο παρελθόν, ο παράγοντας κλίμακας μηδενίζεται και η ύλη είχε άπειρη πυκνότητα και άπειρη θερμοκρασία. Αυτό το ανώμαλο σημείο (singularity) υπολογίζεται ότι συνέβη περίπου 15 δισεκατομμύρια χρόνια πριν από την εποχή μας.

Ετσι και τα δύο μοντέλα οδηγούν σε αφύσικα συμπεράσματα. Το πιο φυσιολογικό σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να αναζητήσει κανείς την πηγή του προβλήματος, είτε στη θεωρία ή στην παρατήρηση ή στις συμπληρωματικές υποθέσεις. Εν τούτοις η κυρίαρχη ιδεολογία βρήκε ελκυστικό το ανώμαλο σημείο και το χρησιμοποίησε για να χτίσει ένα ολόκληρο ιδεαλιστικό - μεταφυσικό οικοδόμημα με θεολογικές επεκτάσεις. Το ανώμαλο σημείο που προκύπτει από τη θεωρία δεν αντιμετωπίστηκε ως αποτέλεσμα ανεπάρκειας του μοντέλου ή έστω ως μια κατάσταση που για την περιγραφή της δεν έχουμε εργαλεία, αλλά ως αποδεδειγμένη αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η βασική λαθροχειρία. Ξεκινώντας από αυτή την αντιεπιστημονική προσέγγιση, η κυρίαρχη ιδεολογία προχωράει στο να θεωρήσει το ανώμαλο σημείο ως απόδειξη ότι η ύλη και ο χρόνος έχουν αρχή, πράγμα που δεν απέχει πολύ από τις αντιλήψεις περί κτίσεως κόσμου που βρίσκει κανείς σε όλες τις θεολογίες και τις μυθολογίες.

Το οικοδόμημα συμπληρώνεται από τον όρο Μεγάλη Εκρηξη (bigbang), που υιοθετήθηκε όχι μόνο για την περιγραφή του ανώμαλου σημείου αλλά και ολόκληρου του κοσμολογικού μοντέλου. Είναι μάλλον φανερή η σύγχυση που προκαλεί ο όρος «έκρηξη», που υποδηλώνει ότι κάτι που βρισκόταν σε ηρεμία υπέστη απότομη και ριζική αλλαγή. Ετσι φτάνουν σε συμπεράσματα όπως: «πριν από την Μεγάλη Εκρηξη δεν υπήρχε χρόνος αλλά ούτε και χώρος»29, οπότε «για εμάς... δεν φαίνεται να έχει ουσιαστικό νόημα τι υπήρχε πριν»30. Είναι όμως φανερό το ότι αν δεν μπορεί να περιγράψει κανείς μια κατάσταση όπως αυτή του ανώμαλου σημείου, δεν μπορεί να περιγράψει τι έγινε πριν.

Η ερμηνεία που δίνεται στο κοσμολογικό μοντέλο της Μεγάλης Εκρηξης αποτελεί έκφραση, σε επίπεδο φυσικής, της βασικής θέσης του αντικειμενικού ιδεαλισμού για τη δημιουργία του υλικού κόσμου από κάτι εξωκοσμικό και προφανώς άυλο - πνευματικό. Σημειώνουμε επίσης ότι ενώ γίνεται αποδεκτή η αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, όπως επίσης και η αιτιοκρατία, αυτό γίνεται από τη σκοπιά του (αντικειμενικού) ιδεαλισμού, που αρνείται ότι ο υλικός κόσμος είναι αιτία του εαυτού του -όπως έλεγε ο Σπινόζα- και ισχυρίζεται ότι χρειάζεται μια άυλη, δηλαδή πνευματική, Πρώτη Αιτία.

Ποια θα μπορούσε να είναι μια ολοκληρωμένη τοποθέτηση για τα αδιέξοδα της κοσμολογίας από την υλιστική - διαλεκτική πλευρά; Η λύση δε βρίσκεται στη συνολική απόρριψη του εξελικτικού μοντέλου, αφού ερμηνεύει πολλά παρατηρησιακά δεδομένα, ούτε βέβαια στην υιοθέτηση του αντιδιαλεκτικού μοντέλου της σταθερής κατάστασης. Οπως αναφέραμε παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το όποιο αδιέξοδο (στην προκείμενη περίπτωση το ανώμαλο σημείο) ως αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά οφείλουμε να αναζητήσουμε την προέλευσή του στην ανεπάρκεια της γνώσης μας: ανεπάρκεια της θεωρίας, της παρατήρησης ή στις συμπληρωματικές υποθέσεις. Δε μας διαφεύγει ότι η γνώση είναι πάντοτε αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ως εκ τούτου είναι περιορισμένη, αλλά επιδέχεται βελτίωση. Μια μελλοντική βελτίωση της θεωρητικής ανάλυσης ενδεχόμενα θα μπορούσε να αποφύγει την ανωμαλία. Ενα άλλο ενδεχόμενο είναι ότι η τοπική εικόνα που έχουμε για το σύμπαν να μην επαρκεί, οπότε το όλο εγχείρημα δεν περιγράφει το σύμπαν αλλά τη γειτονιά μας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπονται επεκτάσεις πέρα από τα όρια ισχύος των φυσικών νόμων, πολύ περισσότερο μη φυσικές, θεολογικές ερμηνείες.

Η θεωρία της Μεγάλης Εκρηξης αποτελεί παράδειγμα αναγωγισμού, δηλαδή γενίκευσης πέραν των ορίων εφαρμογής των φυσικών νόμων. Τέτοια απομάκρυνση από την επιστημονική μέθοδο δεν εκδηλώνεται μόνο στην περίπτωση που εξετάζουμε. Ενώ όλοι απορρίπτουν το μηχανιστικό κοσμοείδωλο που προσπάθησε να περιγράψει τη φύση, τους ζωντανούς οργανισμούς και τον άνθρωπο με τους νόμους της μηχανικής, βλέπουμε παρόμοιες προσπάθειες αναγωγής στην ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης με το 2ο νόμο της θερμοδυναμικής ή με μη γραμμικές εξισώσεις συγγενικές του αρμονικού ταλαντωτή, στη διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης με την κβαντομηχανική ή στην περιγραφή του σύμπαντος με την κβαντομηχανική. Οι ανώτερες μορφές κίνησης δεν μπορούν να αναχθούν στις κατώτερες, τις οποίες εμπεριέχουν σαν στοιχεία.

Μπορεί από τα παραπάνω να βγάλει κάποιος το συμπέρασμα ότι είναι εύκολο να κάνει ένας επιστήμονας λάθος, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι η απόσταση μεταξύ επιστημονικής γενίκευσης και κομπογιαννιτισμού είναι τεράστια. Στην ερμηνεία των νόμων που ανακαλύπτουν οι επιστήμες, η φιλοσοφία παίζει καθοριστικό ρόλο, καθιστώντας κάποια ερμηνεία σωστή και γόνιμη, ενώ άλλη εσφαλμένη και αποπροσανατολιστική.

 

Ο ΘΕΪΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ: Η ΑΝΘΡΩΠΙΚΗ ΑΡΧΗ

Η λεγόμενη Ανθρωπική Αρχή συνιστά προχωρημένο σύμπτωμα υποκειμενικού ιδεαλισμού. Θα αναφέρουμε τη διατύπωση «το σύμπαν πρέπει να έχει αυτές τις ιδιότητες που επιτρέπουν στη ζωή (συγκεκριμένα, στο ανθρώπινο είδος) να αναπτυχθεί στο εσωτερικό του, σε κάποιο στάδιο της ιστορίας του»31, που προκύπτει από το «ότι παρατηρούμε το σύμπαν σε μια ειδική χρονική περίοδο»32, η οποία «προκύπτει από την αναγκαιότητα ειδικών συνθηκών που ευνοούν την εξέλιξη της ζωής»33. Παράδειγμα εφαρμογής είναι η ακόλουθη «εξήγηση» του γιατί η «ηλικία» του σύμπαντος είναι περίπου 15 δισ. έτη: Γιατί τόσα περίπου χρόνια χρειάζονται για να αναπτυχθεί η νοήμων ζωή (εμείς)34. Ή αλλιώς, οι «αρχικές συνθήκες» της Μεγάλης Εκρηξης ήταν τέτοιες, γιατί διαφορετικά δε θα ήμασταν εδώ.

Ετσι, για τους υποστηρικτές της ανθρωπικής αρχής, το σύμπαν κατασκευάστηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναπτυχθούν οι μεγάλης κλίμακας δομές που παρατηρούμε (γαλαξίες κλπ.), αυτές να έχουν τέτοια εξέλιξη για να προκύψει ένα κατάλληλο ηλιακό σύστημα, στο οποίο θα αναδυθεί ζωή και εντέλει (υπό τις κατάλληλες συνθήκες) ο άνθρωπος. Η αναβίωση αυτή του Καρτεσιανισμού μάς λέει ουσιαστικά ότι η παρατηρούμενη «τελειότητα» του σύμπαντος είναι αποτέλεσμα - μαρτυρία σκοπού, ενώ αυτός δεν μπορεί παρά να έρθει έξω από τον κόσμο.

Στην πραγματικότητα η εν λόγω «αρχή» δεν εξηγεί τίποτα. Η σύνθεσή της (όπως και η επίκλησή της) γίνεται λόγω του κραυγαλέου τελεολογικού χαρακτήρα της (δηλαδή την ύπαρξη σκοπού, βάσει του οποίου γίνονται όλα), εισάγοντας τη «θεία βούληση» στην ερμηνεία του κόσμου πολύ πιο έντονα. Αυτός είναι και ο λόγος που η επίκλησή της υποτίθεται ότι αποτελεί εξαίρεση. Το ότι όλα τα παρακλάδια του ιδεαλισμού καταλήγουν στο θεό φαίνεται για όσους υιοθετούν τη δημιουργία του κόσμου, στην έκφρασή της στη φυσική (τη Μεγάλη Εκρηξη): «Μπορούμε πάντα να στραφούμε προς την ανθρωπική αρχή, για να διαλέξουμε ένα μοναδικό παρελθόν του σύμπαντος. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, θα πρέπει να υπήρχε ένα καθιερωμένο μοντέλο μεγάλης έκρηξης», καταλήγοντας «ανάμεσα από ένα τεράστιο φάσμα δυνατών επιλογών, μονάχα το καθιερωμένο (stan-dard) μοντέλο της μεγάλης έκρηξης προσφέρει τη δυνατότητα ενός περιβάλλοντος φιλικού στην εξέλιξη της ζωής»35.

Η λαθροχειρία που κάνουν οι υποστηρικτές της ανθρωπικής αρχής έγκειται στην αντιστροφή αιτίας και αποτελέσματος. Η εμφάνιση του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης κατάλληλων συνθηκών στη γη. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες η ύλη οργανώνεται σε πιο πολύπλοκες μορφές: από την ανόργανη ύλη προκύπτει η ζωή, από αυτήν η νοήμων ζωή, από αυτήν η κοινωνία. Κάθε μορφή οργάνωσης έχει τη δική της κίνηση, διέπεται από τους δικούς της νόμους, στους οποίους εμπεριέχονται ως στοιχεία οι νόμοι των κατώτερων μορφών οργάνωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι οι απλούστερες μορφές οργάνωσης και κίνησης υπάρχουν επειδή υπάρχουν οι πιο πολύπλοκες. Κατά συνέπεια δεν είναι η ύπαρξη του ανθρώπου που δημιούργησε την ύλη, αλλά η ύλη που δημιούργησε τον άνθρωπο.

 

ΥΛΗ, ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΒΑΝΤΟΜΗΧΑΝΙΚΗ

Λαμπρό παράδειγμα του πώς μπορούν οι φιλοσοφικές αντιλήψεις να επιδράσουν στην ερμηνεία μιας επιστημονικής θεωρίας, αλλά και οι ερμηνείες να στηρίξουν φιλοσοφικές θέσεις, αποτελεί η ερμηνεία της Σχολής της Κοπεγχάγης για την κβαντομηχανική.

Θα ξεκινήσουμε με μια απαραίτητη ιστορική αναδρομή. Η κβαντομηχανική αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα της αδυναμίας της κλασικής φυσικής να περιγράψει φαινόμενα σε ατομική και υπο-ατομική κλίμακα, όπως η δομή του ατόμου με ενεργειακές καταστάσεις καθορισμένης ενέργειας, το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο, το φάσμα του μέλανος σώματος, φαινόμενα που αποκάλυψε η πειραματική διαδικασία στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Από την άποψη αυτή η κβαντομηχανική, όπως εξάλλου και η θεωρία της σχετικότητας, συγκροτεί μια ανώτερου επίπεδου αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας από την κλασική φυσική.

Στην κλασσική φυσική συναντάμε τις εξιδανικεύσεις του σημειακού σωματιδίου και του κύματος. Το πρώτο στερείται διαστάσεων και τα χαρακτηριστικά μένουν αμετάβλητα, εκτός αν αλληλεπιδράσει με κάποιο άλλο σωματίδιο. Από την άλλη, το κύμα αντιπροσωπεύει μια άπειρη σε έκταση διαταραχή. Μέχρι το 1900 θεωρούνταν ότι από τη μια μεριά υπήρχε η ύλη (τα σώματα με μάζα, φορτίο κλπ.) και από την άλλη τα πεδία, μέσω των οποίων τα πρώτα αλληλεπιδρούσαν. Τα πρώτα αποτελούνταν από σωματίδια και τα δεύτερα ήταν κυματικές διαταραχές.

Το 1900 ο Planck36, για να ερμηνεύσει το φάσμα μέλανος σώματος, εισήγαγε την υπόθεση ότι οι ανταλλαγές ενέργειας γίνονταν κατά διακριτές ποσότητες (quanta ενέργειας) και όχι συνεχώς (κυματικά). Την υπόθεση του Planck την προχώρησε πιο πέρα ο Einstein37 το 1905, ο οποίος εξήγησε το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο με βάση τη σωματιακή φύση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας (φωτόνια). Η κβάντωση της ενέργειας και της στροφορμής του ηλεκτρονίου στο άτομο (Bohr38 1913) εξηγούσαν γιατί τα τελευταία ήταν σταθερά και δεν κατέρρεαν, όπως προέβλεπε ο κλασσικός ηλεκτρομαγνητισμός. Το 1923 ο DeBroglie39 εισάγει την υπόθεση σωματίου - κύματος, σύμφωνα με την οποία σε κάθε σωμάτιο αντιστοιχεί ένα κύμα και υποδεικνύει ότι τα κυματικά μεγέθη (μήκος κύματος, συχνότητα) συνδέονται με τα σωματιδιακά (ενέργεια, ορμή) μέσω συγκεκριμένων σχέσεων.

Το 1926 ο Schrödinger40 διατύπωσε την ομώνυμη εξίσωση που έχει ως λύσεις τα κύματα του DeBroglie (Κυματική Μηχανική), ενώ πιο πριν, το 1925, ο Heisenberg είχε διατυπώσει τη Μηχανική Πινάκων. Οι δύο διατυπώσεις, όπως διαπιστώθηκε, ήταν ισοδύναμες, ενώ η ερμηνεία για το τι αντιπροσωπεύει το περίφημο κύμα δόθηκε από τον Born41 το 1926.

Η φυσική ερμηνεία της λύσης της εξίσωσης του Schrödinger (κυματοσυνάρτησης) είναι ότι αντιπροσωπεύει42 την πιθανότητα να βρούμε το σωματίδιο σε κάποιο σημείο. Η πιθανότητα να έχει κάποια συγκεκριμένη τιμή η ορμή του σωματίου δίνεται από το μετασχηματισμό Fourier της κυματοσυνάρτησης. Ετσι η κυματοσυνάρτηση προσδιορίζει την κατάσταση του σωματιδίου (θέση και ορμή), αυτό όμως πραγματοποιείται με τρόπο στατιστικό, αφού εμπλέκει πιθανότητες. Πρόκειται δηλαδή για ερμηνεία που έχει νόημα μόνον όταν εξετάζει κανείς ένα μεγάλο πλήθος από σωμάτια που όλα περιγράφονται από την ίδια κυματοσυνάρτηση, ενώ δεν έχει νόημα στην περίπτωση ενός μεμονωμένου σωματίου. Ο γραμμικός χαρακτήρας της εξίσωσης του Schrödinger κάνει δυνατή την επαλληλία43 (άθροισμα) λύσεων με διαφορετικά κυματικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν κυματοπακέτο (ή κυματοδέσμη).

Σημειώνουμε ότι η κβαντομηχανική διατυπώθηκε στην περίοδο του μεσοπολέμου με κυρίαρχο ρεύμα στην αστική φιλοσοφία το θετικισμό του «Κύκλου της Βιέννης» (βλ. παραπάνω), ο οποίος είχε διάφορες πτέρυγες - αποχρώσεις. Προφανώς, ο θετικισμός ήταν κυρίαρχο ρεύμα και στις επιστήμες, όπως είναι και τώρα. Επειδή όμως δεν ήταν το μοναδικό ρεύμα, οι επιστήμονες, πρώτα από όλα αυτοί που δούλευαν πάνω στην καινούργια θεωρία, χωρίστηκαν σε δυο παρατάξεις, ανάλογα με την ερμηνεία που έδιναν στους νόμους της κβαντικής μηχανικής. Η μια ονομάστηκε Σχολή της Κοπεγχάγης (θα αναφέρεται ως ΣτΚ, με πρωταγωνιστές τους Heisenberg, vonNeumann44 και Dirac45), και η άλλη Ρεαλιστική Σχολή (Einstein, Schrödinger, DeBroglie [μέχρι το ’27 και μετά το ’52 - στο μεσοδιάστημα είχε υιοθετήσει την ερμηνεία της ΣτΚ], Planck κ.ά.). Η πρώτη επιβλήθηκε, λόγω της κυριαρχίας του θετικισμού.

Από παλιά υπάρχει η αντίληψη ότι η ΣτΚ, αποστασιοποιήθηκε από τον Κύκλο της Βιέννης στον οποίο άσκησε (δήθεν) κριτική 46, 47. Αμα κάποιος δει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, η κριτική αυτή ήταν στο ίδιο μήκος κύματος με αυτή που έκανε η μια πτέρυγα του Κύκλου στην άλλη, δηλαδή κριτική από τη σκοπιά του θετικισμού του ενός στο θετικισμό του άλλου, που δε μας πηγαίνει μακρύτερα από τον υποκειμενικό ιδεαλισμό.

Γενικά οι θετικιστές, ξεκινώντας από το ζήτημα της γνωσιμότητας του κόσμου, δηλαδή από το ποια είναι η σχέση των ιδεών μας και της γνώσης μας για τον κόσμο με τον ίδιο τον κόσμο και αν μπορεί η νόησή μας να τον γνωρίσει, αρνούνται την αντικειμενική ύπαρξη του κόσμου, δηλαδή την ύπαρξή του πέρα και ανεξάρτητα από τη συνείδησή μας. Στον άυλο κόσμο της ιδεατής εμπειρίας δεν έχουν θέση οι νομοτέλειες, οι νόμοι, αλλά μόνο οι συμπτώσεις, οι συλλογές «ομοειδών» δεδομένων και το τυχαίο (random). Η ελευθερία (με βάση την αστική ιδεολογία) του ανθρώπου προέρχεται από την «ελευθερία» του ηλεκτρονίου.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τις βασικές θέσεις της κυρίαρχης ερμηνείας της κβαντομηχανικής. Θα αναφερθούμε σε τέσσερα επιμέρους θέματα: την αρχή της αβεβαιότητας, την αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών, την αρχή της συμπληρωματικότητας και την αρχή του μη διαχωρίσιμου συστήματος - παρατηρητή.

Η κβαντομηχανική ξεχωρίζει κάποια ζεύγη φυσικών μεγεθών που οι κυματοσυναρτήσεις τους συνδέονται μέσω μετασχηματισμού Fourier (π.χ. θέση - ορμή, ενέργεια - χρόνος), τα οποία ονομάζει συζυγή. Λόγω της τέτοιας σύνδεσης των συζυγών μεγεθών, το γινόμενο της διασποράς τους δεν μπορεί να είναι μικρότερο από μια συγκεκριμένη τιμή και αυτό συγκροτεί την αρχή της αβεβαιότητας (ή απροσδιοριστίας) που διατύπωσε πρώτος ο Heisenberg48.

Συμπέρασμα (για κάποιους): δεν μπορούμε να μετρήσουμε δυο συζυγή μεγέθη ενός σωματίου (όπως θέση και ορμή) με ακρίβεια μεγαλύτερη από όση επιτρέπουν οι σχέσεις αβεβαιότητας. Αυτό συναντάται και σε βιβλίο του Λυκείου: «Είναι αδύνατο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια συγχρόνως τη θέση και την ορμή ενός μικρού σωματιδίου π.χ. ηλεκτρόνιο»49, χωρίς να δίνει τη στατιστική ερμηνεία, με αποτέλεσμα ο μαθητής να «βοηθιέται» στην εξαγωγή αγνωστικιστικών συμπερασμάτων.

Η ΣτΚ μάς λέει ότι οι στατιστικές διασπορές στην περίπτωση των ανισοτήτων Heisenberg πηγάζουν από την αδυναμία προσδιορισμού των μεγεθών των μεμονωμένων (individual) σωματίων, αγνοώντας ότι αναφέρονται στη στατιστική συμπεριφορά ενός πολυάριθμου συνόλου σωματίων. Το ίδιο υποστηρίζουν για τις πιθανότητες που υπολογίζουμε από τη λύση της εξίσωσης Schrödinger.

Το ότι μια «ίδια» κατάσταση μετατρέπεται σε μείγμα διαφορετικών καταστάσεων (αναγωγή ή κατάρρευση της κυματοδέσμης), είναι για τη ΣτΚ απόδειξη του ιντετερμινισμού. Βασικό όπλο όμως της ΣτΚ κατά της αιτιοκρατίας είναι οι ίδιες οι σχέσεις αβεβαιότητας, με την ερμηνεία που παρουσιάστηκε στις προηγούμενες παραγράφους, δηλαδή της αδυναμίας ταυτόχρονης μέτρησης συζυγών μεγεθών. Εν τούτοις ούτε η κβαντομηχανική ούτε οι σχέσεις του Heisenberg αναιρούν τη σχέση αιτίου - αποτελέσματος, απλά τη διατυπώνουν με διαφορετικό τρόπο από τη μέχρι τότε φυσική. Να προσθέσουμε ότι η ίδια η εξίσωση του Schrödinger είναι ντετερμινιστική, αφού συνδέει το αποτέλεσμα (κυματοσυνάρτηση) με το αίτιο (δυναμικό), όπως π.χ. στην περίπτωση του ατόμου του υδρογόνου.

Η αναγωγή του ιντετερμινισμού και του πιθανοθεωρητικού χαρακτήρα του κβαντομηχανικού φορμαλισμού σε οντολογικές αρχές στα πλαίσια ιδεαλιστικών συστημάτων επιτυγχάνεται με παραβίαση της επιστημονικής μεθόδου έρευνας, με επιλεκτική μη εφαρμογή θεωριών (όπως η Σχετικότητα και η Στατιστική ερμηνεία του καταστατικού διανύσματος) όπου δε «βολεύει». Ακολουθούνται πρακτικές που καθοδηγούνται από έναν ωφελιμισμό που μπορεί να διατυπωθεί με τη φράση «αν αυτό που θέλουμε να δείξουμε αντιτίθεται στην πραγματικότητα, τότε τόσο το χειρότερο για την τελευταία» και είναι χαρακτηριστικές του θετικισμού. Η τοποθέτηση φραγμών στην ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον κόσμο και η «επανεμφάνιση» των αγνώσιμων πραγμάτων καθαυτών του Kant, γίνεται ως εξής: «Η σχέση αβεβαιότητας θέσης - ορμής είναι μια μόνο εξ ενός μεγάλου αριθμού παρόμοιων σχέσεων, οι οποίες φαίνεται να περιορίζουν τη γνώση μας για τον κόσμο»50.

Βασική για τη ΣτΚ είναι η αρχή της ανυπαρξίας των μη παρατηρήσιμων μεγεθών ή κατά την πιο sic διατύπωση: «δεν έχει νόημα να αποδίδουμε συγκεκριμένες τιμές σε μη μετρούμενες φυσικές ποσότητες»51. Σύμφωνα με αυτή, ένα μέγεθος μη μετρήσιμο ή που δεν έχει μετρηθεί, δεν υπάρχει. Κατά τους θετικιστές (προφανώς εδώ εντάσσεται και η ΣτΚ) η πραγματικότητα περιορίζεται στο σύνολο των δεδομένων52, ορίζοντας έτσι, για παράδειγμα, ένα σύστημα, ως ένα σύνολο μεταβλητών ή φτάνοντας στο συμπέρασμα: «Στις θετικές επιστήμες άρα και στην χημεία, η αλήθεια μετριέται»53.

Ιδού μια σειρά παραδείγματα εφαρμογής αυτής της αρχής: Αν δεν προβούμε σε μέτρηση της θέσης ενός σωματίου, αυτό δεν έχει καμία ή έχει εν δυνάμει άπειρες θέσεις (η κυματοσυνάρτησή του καταλαμβάνει όλο το χώρο). Για την περίπτωση των συζυγών μεγεθών θέση και ορμή, αν το κβαντικό σύστημα έχει καθορισμένη ορμή τότε δεν μπορεί να είναι πουθενά54. Κάτι μπορεί να είναι ή σωματίδιο ή κύμα (ανάλογα με το πείραμα). Οι λανθάνουσες παράμετροι (που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πληρέστερη περιγραφή των κβαντικών συστημάτων) δεν υπάρχουν γιατί δεν παρατηρούνται. Εν τούτοις, αυτοί που επαναλαμβάνουν διαρκώς τη φράση «η τροχιά του σωματιδίου πρέπει να απορριφθεί»55, δεν κοκκινίζουν όταν βλέπουν τροχιές σωματιδίων στις απεικονίσεις των καταμετρητών στους επιταχυντές.

Κατά τον Heisenberg, οι νόμοι και οι θεωρίες της φυσικής (όπως και των άλλων επιστημών) δεν είναι σχέσεις που ανακαλύπτουμε κατά προσέγγιση στην ίδια τη φύση, όπως νομίζουν αυτοί που έχουν ξεπερασμένες και παλιωμένες αντιλήψεις. Είναι τακτοποιήσεις και συνοψίσεις της εμπειρίας μας, βολικού χαρακτήρα όπως μας πληροφορούν οι vonNeumann και Dirac, καθώς και οι ορδές της υποκειμενικής υπόκλισης στην εμπειρία, από τον ιερέα Berkeley56 μέχρι σήμερα. Αναζητώντας παραπέρα τη γνωσιοθεωρία στην οποία στηρίζεται η ΣτΚ, βλέπουμε ότι θα περάσουμε από το 18ο αιώνα και τον Hume.

Πιο συγκεκριμένα γίνονται τα πράγματα με την ανάλυση της Αρχής της Συμπληρωματικότητας. Σύμφωνα με αυτή πρέπει να αρκεστούμε στις αμοιβαία αποκλειόμενες όψεις, εικόνες ή εκδηλώσεις, χωρίς να επιχειρούμε οποιαδήποτε σύνθεση των αντιθέτων ή πληρέστερη περιγραφή των φαινομένων.

Κατά τον Bohr, με την αρχή της επαλληλίας σχηματίζουμε τις κυματοδέσμες (ή κυματοπακέτα), που ταυτίζονται με τα σωμάτια, συνδέοντας έτσι τις δυο αντίθετες όψεις της πραγματικότητας. Ανάλογα με το είδος της παρατήρησης υπάρχει μια από τις δυο αμοιβαία αποκλειόμενες όψεις (κυματική ή σωματιδιακή). Κατά τον Heisenberg τα κβαντικά φαινόμενα περιγράφονται είτε χωροχρονικά (όταν γίνεται μέτρηση), αλλά τότε εκδηλώνεται η αρχή της αβεβαιότητας, είτε αιτιοκρατικά αλλά τότε η χωροχρονική περιγραφή γίνεται αδύνατη57. Οι κυματικές και σωματιδιακές όψεις δεν έρχονται σε σύγκρουση γιατί ποτέ δε συνυπάρχουν. «Το φως ... παρουσιάζει διττή φύση, σωματιδίου και κύματος. Βέβαια θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η φύση του ... είναι μια, απλώς άλλοτε εκδηλώνεται ο σωματιδιακός και άλλοτε ο κυματικός χαρακτήρας του, ανάλογα με τις πειραματικές συνθήκες»58.

Ομως η «σωτήρια» αρχή της συμπληρωματικότητας όχι απλά δε ρίχνει φως στα φυσικά φαινόμενα του μικρόκοσμου, αλλά τα συσκοτίζει. Η ερμηνεία της κυματοσυνάρτησης, που περιγράφηκε παραπάνω και υπάρχει σε κάθε βιβλίο κβαντομηχανικής, στηρίζεται στην αρχή της επαλληλίας και στην ανάλυση κατά Fourier, οι οποίες έχουν προφανή σημασία για συνεχή κυματικά φαινόμενα, αλλά στα πλαίσια μιας στατιστικής ερμηνείας στερούνται νοήματος για ένα ξεχωριστό σωμάτιο. Παρενθετικά, πρέπει να πούμε ότι η απόδειξη των σχέσεων του Heisenberg στηρίζεται στις παραπάνω μεθόδους 59 και γι’ αυτό η εξήγηση της κίνησης ενός μεμονωμένου σωματίου με αυτές είναι εσφαλμένη.

Η έννοια της κυματοδέσμης είναι ασυμβίβαστη με την πραγματική φύση των σωματίων. Κατά τον Schrödinger, «εφόσον ένα σωμάτιο -ένα ηλεκτρόνιο ή ένα πρωτόνιο- θεωρείται σταθερή οντότητα με την ατομική του ταυτότητα, δεν είναι δυνατό να το αντιληφθούμε με επάρκεια σαν κυματοδέσμη. Πράγματι, κατά κανόνα -εκτός από εξαιρέσεις τεχνητές, άρα χωρίς σημασία- δεν είναι δυνατόν να βρούμε κυματοδέσμες που να μη διασπείρονται τελικά σε ένα όλο και πιο μεγάλο όγκο μέσα στο χώρο»60. Η αναπόφευκτη διασπορά της κυματοδέσμης 61, 62 θα είχε σαν αποτέλεσμα (άμα αντιστοιχούσε σε πραγματική οντότητα) τη διάλυση του κόσμου μας σε έναν ωκεανό ανυπαρξίας.

Η ερμηνεία που δίνει η ΣτΚ στην κυματοδέσμη παραβιάζει (πέρα από το «χρυσό κανόνα»63 της ίδιας) τη στατιστική ερμηνεία, όταν εξετάζει με όρους στατιστικής και πιθανοτήτων όχι ένα σύνολο σωματίων αλλά ένα μοναδικό σωμάτιο. Οσον αφορά την αναγωγή της κυματοδέσμης, το ότι το αποτέλεσμα ενός πειράματος σε ένα σωμάτιο θα είναι μια μέτρηση, κατά την ΣτΚ, προκύπτει από μια «δράση από απόσταση» με «ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός», η οποία (δράση) όμως «δε θα μεταφέρει σήμα» προκαλώντας τη «στιγμιαία» (δηλαδή χωρίς χρονική διάρκεια), «αναίτια (acausal)» «κατάρρευση» της κυματοδέσμης. Καταρχάς, πρέπει να πούμε ότι τα περί υπερφωτεινού σήματος που δε φέρει πληροφορία (σήμα) και δεν μπορεί επομένως να προκαλέσει φυσικά φαινόμενα, αλλά «ανάγει» την κυματοδέσμη είναι σοφιστεία και έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη Θεωρία της Σχετικότητας. Τα περί στιγμιαίων φαινομένων μάς πηγαίνουν πίσω στο μηχανιστικό ιδεαλισμό που δεχόταν Θεούς-Δαίμονες64 που «γνωρίζοντας στιγμιαία τις θέσεις και τις ταχύτητες όλων των σωμάτων, το παρελθόν όπως και το μέλλον είναι παρόν στα μάτια τους». Επίσης, «αναίτιο» δεν μπορεί να είναι κανένα φαινόμενο και συγκεκριμένα η αιτία είναι παρούσα: είναι η διαταραχή που προκαλεί η μετρητική διάταξη.

Η συμπληρωματικότητα επεκτείνεται στα ζεύγη των συζυγών μεγεθών και γενικεύεται περαιτέρω. Οπως λέει ο Bohr, η πρόταση «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τη θέση και την ορμή ενός ηλεκτρονίου» θέτει αμέσως το ερώτημα για τη φυσική πραγματικότητα δυο τέτοιων κατηγορημάτων, για τα οποία μπορούμε να απαντήσουμε μόνο αναφερόμενοι σε αμοιβαία αποκλειόμενες συνθήκες65. Για τον Heisenberg η πραγματικότητα στο κβαντικό επίπεδο διαλύεται στην καθαρότητα των μαθηματικών μορφών. Βέβαια κατά τον ίδιο και το ταξίδι στο χρόνο είναι εφικτό. Τα κύματα πιθανότητας δεν αντιπροσωπεύουν μια πραγματικότητα με την κλασσική έννοια, αλλά τη «δυνατότητα» για μια τέτοια πραγματικότητα66. Ή διαφορετικά: «Το ότι τα κβαντικά συστήματα έχουν απροσδιόριστες πτυχές σημαίνει ότι υπάρχουν σαν δυνατότητες μάλλον παρά σαν πραγματικότητες. Αυτό τους δίνει την ιδιότητα να είναι κάτι που ενδεχομένως να συμβεί και όχι κάτι που είναι (υπάρχει)»67.

Η επισφράγιση των δεσμών της ΣτΚ με τον υποκειμενικό ιδεαλισμό γίνεται με την αρχή του μη διαχωρίσιμου κβαντικού συστήματος - παρατηρητή. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι το κβαντικό σύστημα υπό μελέτη, τα όργανα μέτρησης και ο παρατηρητής συνιστούν ένα ενιαίο και μη αναλύσιμο σύστημα. Αυτό ισχύει ακόμα και στην περίπτωση που το κβαντικό σύστημα αποτελείται από σωμάτια που είναι χωρικά απομακρυσμένα, απέχουν π.χ. έτη φωτός68, οπότε για να εξασφαλιστεί ο μη διαχωρισμός απαιτούνται αλληλεπιδράσεις άπειρης ταχύτητας (βλ. παραπάνω). Τα συστήματα που ταυτίζονται διαφέρουν ποιοτικά: το υπό μελέτη σύστημα είναι κβαντικό, το όργανο μακροσκοπικό, ο ανθρώπινος οργανισμός και η συνείδηση του παρατηρητή. Τέλος, ούτε ο ρόλος των συστημάτων είναι ο ίδιος: Τα φυσικά συστήματα που αλληλεπιδρούν ταυτίζονται με τον παρατηρητή που επεμβαίνει εκ των υστέρων.

Ο vonNeumann περιγράφει τη σχέση της γνώσης μας με τον υλικό κόσμο ως εξής: «Η εμπειρία κάνει δηλώσεις του τύπου: “ένας παρατηρητής έκανε μια συγκεκριμένη (υποκειμενική) μέτρηση” και ποτέ της μορφής: “μια φυσική ποσότητα έχει συγκεκριμένη τιμή”»69. Ο υποκειμενικός ιδεαλισμός βαφτίζεται «ψυχο-φυσικός παραλληλισμός», που επιτάσσει ότι «πρέπει να είναι δυνατή η περιγραφή των εξω-φυσικών (extra-physical) διαδικασιών της υποκειμενικής αντίληψης σαν να ήταν πραγματικές στον φυσικό κόσμο»70. Αυτό δεν είναι παρά αναβάθμιση της ύλης σε πνεύμα, λαμβάνοντας υπόψη και ότι «διαιρούμε τον κόσμο σε δυο μέρη, το υπό παρατήρηση σύστημα και τον παρατηρητή... το σύνορο μεταξύ των δυο είναι αυθαίρετο σε πολύ μεγάλο βαθμό»71. Εξετάζοντας τη μετρητική διαδικασία72, ο vonNeumann μελετά τα εξής τρία μέρη: το κβαντικό σύστημα υπό μελέτη, τα μετρητικά όργανα (είτε συσκευές είτε τα όργανα του ανθρώπινου σώματος) και τον παρατηρητή («το αφηρημένο του “εγώ”»73) και καταλήγει στο ότι «το αποτέλεσμα της μέτρησης είναι απροσδιόριστο, διότι η κατάσταση του παρατηρητή πριν τη μέτρηση δεν είναι γνωστή επακριβώς»74, δηλαδή η συνείδηση είναι αναγκαία για την «αναγωγή της κυματοδέσμης».

Το μόνο που μένει να ειπωθεί συμπληρώνεται από τον Heisenberg: «Η οντολογία του υλισμού βασιζόταν στην χίμαιρα πως μπορεί να επεκτείνει το χαρακτήρα της ύπαρξης, το άμεσα πραγματικό του κόσμου που μας περιβάλλει, και στις συνθήκες της ατομικής περιοχής»75. Ο vonNeumann βέβαια ισχυρίζεται πως αυτά δεν είναι θετικισμός, όπως άλλωστε αναφωνούν -δήθεν θιγμένοι- όλοι όσοι καταλήγουν στον ακραίο υποκειμενικό ιδεαλισμό.

Η βασική λαθροχειρία της ΣτΚ έγκειται στη διαστρέβλωση της στατιστικής ερμηνείας, με την επέκτασή της στην περιγραφή μεμονωμένων σωματίων. Με τη θετικιστική της αφετηρία η ΣτΚ θέτει φραγμό στη δυνατότητά μας να γνωρίσουμε τη φύση. Αυτό επιτυγχάνεται με την ιντετερμινιστική θεώρηση των πιθανοτήτων, που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο φορμαλισμό της θεωρίας. Εχοντας εγκαθιδρύσει ένα καντιανό καθεστώς πραγμάτων καθ’ ημάς (που είναι στα πλαίσια της αντίληψής μας) και πραγμάτων καθαυτών (το μέρος του κόσμου που δεν είναι προσπελάσιμο σε εμάς), προχωρούν στην απόρριψη της αντικειμενικής ύπαρξης των φυσικών φαινομένων, δηλαδή υποστηρίζουν ότι τα τελευταία καθορίζονται από την ανθρώπινη συνείδηση.

Παρά τις σοφιστείες της ΣτΚ, η κβαντομηχανική, όπως αναπτύχθηκε τα τελευταία 70 χρόνια, μπορεί να ερμηνευτεί σωστά χωρίς τις καταπραϋντικές, στείρες (και κατά περίπτωση οντολογικές) ερμηνείες του κύματος, των στατιστικών σχέσεων, της αυταρχίας, του μη διαχωρίσιμου και της συνείδησης που κάνει την αναγωγή. Μια τέτοια ερμηνεία κάνει εμφανή επίσης τη μη πληρότητα της κβαντομηχανικής, υποδεικνύοντας τις αχαρτογράφητες περιοχές. Περιοχές που εδώ και πάνω από 50 χρόνια οι φυσικοί «σκαλίζουν», στην προσπάθεια αφενός ενοποίησης των 4 αλληλεπιδράσεων και αφετέρου στην ολοκληρωμένη διατύπωση της κβαντικής θεωρίας πεδίου. Η επιβολή από τα «έξω» μιας πλασματικής πληρότητας και μιας θετικιστικής ερμηνείας μπορεί να προκαλέσουν δυσκολίες και καθυστερήσεις στην επιστημονική πρόοδο, αλλά δεν είναι δυνατόν να τη σταματήσουν.

Μια ρεαλιστική - αιτιοκρατική ερμηνεία είναι εφικτή στα πλαίσια του ισχύοντος φορμαλισμού, όπως έδειξε ο «σκληρός πυρήνας» της Ρεαλιστικής Σχολής (Einstein, Schrödinger, DeBroglie [μέχρι το ’27 και μετά το ’52 - στο μεσοδιάστημα είχε υιοθετήσει την ερμηνεία της ΣτΚ], Planck κ.ά.) από τότε που πρωτοσυστάθηκε. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένο όλο το μαθηματικό οπλοστάσιο της κβαντομηχανικής, ξεκινούμε δεχόμενοι ότι τα κβαντικά συστήματα (σωματίδια, άτομα κλπ.) υπάρχουν ανεξάρτητα από τους παρατηρητές και τις μετρητικές συσκευές και έχουν ιδιότητες ανεξάρτητες από τη μέτρηση, ενώ το κάθε κβαντικό σύστημα βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του (άλλα κβαντικά συστήματα). Το καταστατικό διάνυσμα αντιπροσωπεύει ένα σύνολο ταυτόσημων και ταυτόσημα προετοιμασμένων κβαντικών συστημάτων. Ο προσδιορισμός της κατάστασης μπορεί να μην είναι πλήρης σε επίπεδο ευρύτερο από την περιοχή ισχύος της θεωρίας ή σε σχέση με άλλα μεγέθη που δε λάβαμε υπόψη.

 

 V. Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
ΣΤΙΣ ΣΧΟΛΕΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

 Σε αυτό το σημείο θα σταθούμε στην εκπαίδευση στις φυσικές επιστήμες και στα ειδικά μαθήματα που εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών στις Φυσικομαθηματικές Σχολές, για δύο βασικούς λόγους:

Πρώτον, επειδή στα παιδαγωγικά μαθήματα γίνονται οι πιο εκτεταμένες αναφορές στη φιλοσοφία των φυσικών επιστημών, οπότε και αποτελούν βασικό πεδίο αντιπαράθεσης στο χώρο της Φυσικομαθηματικής με την κυρίαρχη ιδεολογία.

Δεύτερον, μολονότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των αποφοίτων της προσανατολίζεται στην εκπαίδευση, τα παιδαγωγικά μαθήματα που προσφέρονται είναι περιορισμένα και προαιρετικά, αποκομμένα από την πρακτική άσκηση και την εκπαιδευτική διαδικασία, με αποτέλεσμα οι απόφοιτοι να μην μπορούν να παίξουν το ρόλο του ολοκληρωμένου παιδαγωγού με βάση τις σύγχρονες ανάγκες της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

Στα προγράμματα σπουδών το τοπίο είναι παρόμοιο με αυτό των μαθημάτων φιλοσοφίας. Στο Φυσικό τμήμα του Πανεπιστήμιου Αθήνας υπάρχει κατεύθυνση εκπαίδευσης που μπορούν να επιλέξουν οι φοιτητές στο έκτο εξάμηνο, η οποία περιλαμβάνει δίωρη πρακτική άσκηση κατά την οποία δεκάδες φοιτητές στοιβάζονται σε μια αίθουσα διδασκαλίας και παρακολουθούν πρότυπη διδασκαλία. Στο βασικό κορμό υπάρχει μόνο ένα μάθημα, οι «Μέθοδοι διδασκαλίας φυσικής». Στο Μαθηματικό τμήμα υπάρχει δέσμη διδακτικής των μαθηματικών, με προαιρετική πρακτική ενός μήνα, πάλι στη λογική της παρακολούθησης. Στο τμήμα Πληροφορικής υπάρχει ένα μάθημα διδακτικής, η «Διδακτική της πληροφορικής», στο Χημικό υπάρχει μάθημα το οποίο δεν προσφέρεται, ενώ στο Γεωλογικό δεν υπάρχει καν στο πρόγραμμα σπουδών.

Σε αυτά τα μαθήματα διαχέονται πολλές και συχνά ετερόκλητες μεταξύ τους ιδεαλιστικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις, ακόμα και ακραία αντιδραστικές, όπως στο μάθημα «Εκπαίδευση Ι» του Φυσικού Τμήματος: «Ο δάσκαλος, σύμφωνα με την χριστιανική διδασκαλία, πρέπει να κοσμείται με ευλάβεια, σεμνότητα και σωφροσύνη»76 και στη συνέχεια: «Ως Ελληνες τέλος προσδοκούμε από την αγωγή να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της εθνικής μας ταυτότητας που θα εξασφαλίσει τη συμμετοχή μας στην οικοδόμηση της Ενωμένης Ευρώπης του πολιτισμού και των λαών»77. Αν θα θέλαμε να γενικεύσουμε, το ρεύμα που διαπερνά σχεδόν το σύνολο των μαθημάτων είναι αυτό του κονστρουκτιβισμού. Χωρίς να έχουμε σκοπό σε αυτή τη φάση να κάνουμε ολοκληρωμένη ανάλυση του ρεύματος αυτού στην εκπαίδευση, θα προχωρήσουμε στην αποκάλυψη και κριτική θεώρηση των κύριων αντιλήψεων.

 

ΚΟΝΣΤΡΟΥΚΤΙΒΙΣΜΟΣ: ΚΥΡΙΑΡΧΟ ΡΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

Ο κονστρουκτιβισμός ασκεί μεγάλη επιρροή στις σύγχρονες εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, στα αναλυτικά προγράμματα και στα σχολικά εγχειρίδια. Η επιρροή του σε όλο τον κόσμο είναι αρκετά σημαντική, ενώ θεωρείται η πιο σύγχρονη και ολοκληρωμένη προσέγγιση για την εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες. Χαρακτηριστική της επιρροής που ασκεί είναι η δήλωση του πρώην προέδρου του Εθνικού Οργανισμού Ερευνας της διδασκαλίας της επιστήμης των ΗΠΑ (N.A.R.S.T.)78: «Η ενοποίηση της σκέψης, της έρευνας, της ανάπτυξης του αναλυτικού προγράμματος και της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών εμφανίζονται τώρα να λαμβάνουν χώρα κάτω από τις αρχές του κονστρουκτιβισμού… εκεί όπου λείπει η πολωμένη αντιπαράθεση». Αυτή η δήλωση εκφράζει και την έλλειψη αντιπαράθεσης γύρω από την ουσία του κονστρουκτιβισμού ως μια μεταμοντέρνα, όπως παρουσιάζεται, θεωρία της γνώσης. Η συζήτηση γίνεται κύρια για τις «εκπαιδευτικές στρατηγικές», τις τεχνικές διδασκαλίας.

Ο κονστρουκτιβισμός αποτελεί και στη χώρα μας κυρίαρχο ρεύμα της Διδακτικής στα παιδαγωγικά τμήματα, στις φιλοσοφικές και φυσικομαθηματικές σχολές, ενώ θεμελιώνει τα επίσημα έγγραφα των τελευταίων «μεταρρυθμίσεων», επηρεάζοντας και τη συγγραφή σχολικών βιβλίων. Για παράδειγμα, στα βιβλία του καθηγητή για το μάθημα της Χημείας στην Α΄και Β΄γυμνασίου αναφέρεται ο κονστρουκτιβισμός σαν κυρίαρχο και σύγχρονο ρεύμα. Αντίστοιχα, στο μοναδικό υποχρεωτικό μάθημα, όπως είδαμε, σε όλη τη ΦΜΣ, τη «Μεθοδολογία Διδασκαλίας Φυσικής» αναφέρεται: «Στη δεκαετία του ’80 τα μονοπάτια της σκέψης σε πολλούς τομείς της επιστήμης περνούν από τον κονστρουκτιβισμό… Ετσι οι ερευνητές των διαφορετικών αντιλήψεων των παιδιών για τα φυσικά φαινόμενα βρήκαν στον κονστρουκτιβισμό το θεωρητικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, πράγμα που σήμερα γίνεται δεκτό σε μεγάλη έκταση από όλους τους ερευνητές»79. Οτιδήποτε προοδευτικό, «μαθητοκεντρικό», μοντέρνο παρουσιάζεται ως κονστρουκτιβιστικό.

Ο κονστρουκτιβισμός παρουσιάζεται στη διεθνή βιβλιογραφία με πολλές τάσεις. Οι κυριότερες από αυτές είναι ο ατομικός κονστρουκτιβισμός με κύριους εκπροσώπους τον Kelly80 και τον Piaget81, ο ριζοσπαστικός (ErnstvonGlasersfeld) και ο κοινωνικός (Solomon). Σίγουρα αυτή η ομαδοποίηση δεν είναι απόλυτη. Ανάμεσα σε αυτές τις τάσεις υπάρχει αλληλεπίδραση ακόμη και αλληλοεπικάλυψη. Ενας άλλος τρόπος διαχωρισμού, που έχει εμφανιστεί, είναι σε αντικειμενικούς-σχετικιστικούς κονστρουκτιβιστές, με βάση την ύπαρξη της πραγματικότητας και τη δυνατότητα των ανθρώπων να τη γνωρίσουν, και σε κοινωνικούς-ατομικούς, ανάλογα με το χαρακτήρα της γνώσης.

 

ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΟΝΣΤΡΟΥΚΤΙΒΙΣΜΟΥ

Προσεγγίζοντας τον κονστρουκτιβισμό στην ουσία του, στο φιλοσοφικό του περιεχόμενο, γεννάται το ερώτημα τι είναι αυτό που συνενώνει όλες τις τάσεις του. Με μια πρώτη ματιά γίνεται κατανοητό ότι όλες οι τάσεις υποστηρίζουν ότι η γνώση κατασκευάζεται. O κάθε μαθητής καλείται να σχηματίσει μία προσωπική υποκειμενική άποψη για τον αντικειμενικό κόσμο. Οι διαφορές εντοπίζονται στον τρόπο κατασκευής (π.χ. ατομικά ή κοινωνικά). Για παράδειγμα, σε άρθρο των Driver & Oldham, που σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη ανήκουν στους αντικειμενικούς κονστρουκτιβιστές, στηρίζουν: «Αν και μπορούμε να υποθέσουμε την ύπαρξη ενός εξωτερικού κόσμου στον οποίο δεν έχουμε άμεση πρόσβαση, οι επιστήμες ως κοινωνική γνώση δεν είναι μια ανακάλυψη αλλά μια προσεκτικά οικοδομημένη κατασκευή»82. Ο Glasersfeld που ανήκει στην υποτιθέμενη αντίθετη τάση των σχετικιστών κονστρουκτιβιστών αναφέρει: «Το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση μας επιτρέπει να ασχολούμαστε με τη φύση δεν δικαιολογεί την πίστη ότι η επιστημονική γνώση μας παρέχει μια εικόνα του κόσμου η οποία αντιστοιχεί σε μια απόλυτη πραγματικότητα»83.

Επομένως, γίνεται φανερή η βασική θέση των κονστρουκτιβιστών: ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσεγγίσει την αντικειμενική πραγματικότητα, ο ρόλος των επιστημών δεν είναι η διείσδυση στην ουσία των φαινομένων και αυτό που μας μένει είναι να κατασκευάσουμε «λογικά σχήματα», «βολικές θεωρίες», «βιώσιμες λύσεις», «πετυχημένα μοντέλα» που να ικανοποιούν τις εμπειρίες που έχουμε από τη ζωή. Αυτή η αντίληψη αναδεικνύεται στο βιβλίο «Μεθοδολογία Διδασκαλίας της Φυσικής» από τον G. Kelly, διάσημο κονστρουκτιβιστή: «Κατά τον Kelly οι άνθρωποι, όπως οι επιστήμονες, δυσκολεύονται να δεχτούν ότι τα προσωπικά μοντέλα του καθενός δεν αντιπροσωπεύουν ακριβώς τον κόσμο, όπως είναι, αλλά ότι εκφράζουν μια κατασκευασμένη (δομημένη) πραγματικότητα, που δε βασίζεται άμεσα στην απόλυτη αλήθεια. Αντίθετα πιστεύουν ότι οι απόψεις που αυτοί πρεσβεύουν δημιουργήθηκαν σ’ αυτούς από τον “αντικειμενικό τρόπο με τον οποίο αυτά είναι φτιαγμένα”»84. Ο G. Wheatly γίνεται ακόμα πιο σαφής εκφράζοντας την άποψη ότι: «…δεν ανακαλύπτουμε την αλήθεια, αλλά οικοδομούμε βιώσιμες εξηγήσεις των εμπειριών μας»85.

Ετσι η πράξη δεν αποτελεί τη βάση της γνώσης, επομένως δεν μπορεί να αποτελεί και το κριτήριο αλήθειας για μια θεωρία. Η επιβεβαίωση λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μέσα από την οργανωμένη δραστηριότητα του ανθρώπου, τη γενικευμένη πείρα που πηγάζει από αυτήν. Ποιο είναι λοιπόν το κριτήριο αλήθειας για τους κονστρουκτιβιστές; OP. Feyerabend, αρκετά διάσημος στο χώρο των κονστρουκτιβιστών αλλά και γενικά στο χώρο της φιλοσοφίας των φυσικών επιστημών, έβγαλε τους κονστρουκτιβιστές από αυτή τη δύσκολη θέση. Στηρίζοντας τη θέση τους ότι: «η γνώση για τη φύση είναι σχετική και δεν αποτελείται από ψήγματα αλήθειας»86, πρότεινε το εξής κριτήριο αλήθειας των επιστημονικών θεωριών: «Η αναρχία παρότι δεν είναι μάλλον η πιο ελκυστική πολιτική φιλοσοφία, είναι σίγουρα τέλειο φάρμακο για την επιστημολογία και την φιλοσοφία. Ενας επιστήμονας που εύχεται να μεγιστοποιήσει το εμπειρικό πλαίσιο των παραστάσεων που κρατά στα χέρια του και που θέλει να τις καταλάβει όσο καθαρότερα πιθανά μπορεί, πρέπει να εισάγει και άλλες παραστάσεις και γι’ αυτό πρέπει να αποδεχθεί μία πλουραλιστική θεωρία. Η γνώση δεν είναι μια σειρά από ατομικά συνεπείς θεωρίες που συγκλίνουν σε μια ιδανική παράσταση, δεν είναι μια βαθμιαία προσέγγιση της αλήθειας»87. Δεν αναζητούν το κριτήριο αλήθειας στην πράξη, αλλά στον πλουραλισμό, τη συμφωνία και εν τέλει στην ομοφωνία μεταξύ των επιστημόνων.

Ομως αυτές οι θέσεις δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι τόσο παλιές, όσο παλιά είναι και η αντιπαράθεση γύρω από το βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας. Ο Engels αναφέρει: «Στις Φυσικές Επιστήμες πρέπει να ξεκινάμε από τα δεδομένα γεγονότα, δηλαδή πρέπει να ξεκινάμε από τις πραγματικές μορφές και τις μορφές κίνησης της ύλης. Στις θεωρητικές Φυσικές Επιστήμες δεν πρέπει να κατασκευάζουμε συσχετίσεις ανάμεσα στα γεγονότα, αλλά να τις ανακαλύψουμε σε αυτά, και από τη στιγμή που θα τις ανακαλύψουμε, πρέπει να τις επαληθεύσουμε πειραματικά στο μέτρο του δυνατού»88. Οσο όμως κι αν προσπαθούν να κρύψουν τη σκουριά από τις γερασμένες ιδεαλιστικές αντιλήψεις τους, χρησιμοποιώντας μεταμοντέρνα γλώσσα, απογυμνώνονται από μόνοι τους, δια στόματος του κονστρουκτιβιστή AntonioBettencourt: «...ο κονστρουκτιβισμός, είναι όπως ο ιδεαλισμός, υποστηρίζει ότι είμαστε γνωστικά απομονωμένοι από την πραγματικότητα της φύσης... Η γνώση μας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια χαρτογράφηση των μετασχηματισμών που επιτρέπονται από εκείνη την πραγματικότητα»89. Ο WallisSuchting, επικριτής του κονστρουκτιβισμού αναφέρει: «Γενικά μακριά από τη θεώρηση του τι πραγματικά είναι η «νέα» εποχή στη φιλοσοφία της επιστήμης, ένα ελαφρώς διορατικό αυτί μπορεί να ανιχνεύσει τη γνωστή φωνή μιας πραγματικά αρκετά πρωτόγονης, παραδοσιακής υποκειμενιστικής εμπειριοκρατίας με μερικούς αρμονικούς ήχους διαφορετικής προέλευσης όπως από τον Piaget και τον Kuhn»90.

Πώς όμως από τις κορώνες του «προοδευτισμού», της «ελεύθερης βούλησης», της «μεταθεωρίας» καταλήγουμε στον ιδεαλισμό παλαιάς κοπής τύπου Berkley; Αυτή την απορία μας λύνει ξανά ο P. Feyerabend σε μια προσπάθειά του να μας αποδείξει ότι οι επιστήμονες στενάζουν κάτω από το βάρος της επιστημονικής μεθόδου, της αιτιότητας, της νομοτέλειας, των καθολικών νόμων: «Η ιδέα ότι η επιστήμη μπορεί ή πρέπει να βαδίζει σύμφωνα με ορισμένους παγιωμένους και καθολικούς κανόνες, είναι και εκτός πραγματικότητας και ολέθρια. Εκτός πραγματικότητας, γιατί ενέχει μια υπεραπλουστευτική άποψη για το ταλέντο των ανθρώπων και για τις περιστάσεις που μπορούν να ευνοούν ή να προκαλούν την ανάπτυξή του. Και ολέθρια, γιατί η προσπάθεια επιβολής κανόνων ενισχύει την επαγγελματική μας κατάρτιση σε βάρος της ανθρωπιάς μας. Επιπλέον η ιδέα αυτή είναι επιζήμια για την επιστήμη, γιατί παραβλέπει τη συνθετότητα των φυσικών και ιστορικών συνθηκών που επηρεάζουν την επιστημονική αλλαγή. Καθιστά την επιστήμη λιγότερο ευπροσάρμοστη και δογματική. Η διερεύνηση περιπτώσεων μαρτυρούν εναντίον της καθολικής ισχύος οποιουδήποτε κανόνα. Ολες οι μεθοδολογίες έχουν τους περιορισμούς τους και ο μοναδικός κανόνας που επιβιώνει είναι ότι “όλα επιτρέπονται”»91.

Ο Feyerabend καλεί να λάβουμε υπόψη μας: 1) Την ασυμμετρία των θεωριών, ότι δεν υπάρχει μία θεωρία ή μία μέθοδος, φέρνοντας σαν παράδειγμα τη σχέση της κλασσικής μηχανικής και της θεωρίας της σχετικότητας. Κάθε παρατηρησιακή απόφανση που αναφέρεται στα φυσικά αντικείμενα στα πλαίσια της κλασσικής μηχανικής θα έχει διαφορετικό νόημα από μια ανάλογη παρατηρησιακή απόφανση της θεωρίας της σχετικότητας. 2) «Την προσπάθεια να διευρύνουμε την ελευθερία μας, να ζούμε μια πλήρη και ευτυχισμένη ζωή» και αυτό απαιτεί καμία δέσμευση σε μεθόδους και κανόνες, παρά μόνο την «καλλιέργεια της ατομικότητας, της μόνης που δημιουργεί ή μπορεί να δημιουργήσει ολοκληρωμένους ανθρώπους»92.

Η μανία του Feyerabend ενάντια στην επιστημονική μέθοδο, το παραλήρημά του ενάντια στη δυνατότητα του ανθρώπου να γνωρίσει τον αντικειμενικό κόσμο τον οδηγεί αναγκαστικά σε μια ακραία υποκειμενική ιδεαλιστική θεώρηση της επιστήμης, αντίληψη που στην ουσία της μας οδηγεί εκατοντάδες χρόνια πίσω, όταν οι φυσικές επιστήμες ήταν υπό τον απόλυτο έλεγχο της εκκλησίας: «Ο,τι απομένει (αφού έχουμε αποκλείσει τη δυνατότητα λογικής σύγκρισης θεωριών μέσω αντιπαραβολής συνόλων από τις λογικές συνεπαγωγές τους) είναι οι αισθητικές κρίσεις, κρίσεις “γούστου”, μεταφυσικές προκαταλήψεις, θρησκευτικές επιθυμίες. Με λίγα λόγια ό,τι απομένει είναι οι υποκειμενικές μας επιθυμίες»93.

 

VI. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Στην παραπάνω παρουσίαση προσπαθήσαμε να αναδείξουμε την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσω των φυσικών επιστημών.

Παρά την άποψη ότι στις φυσικές επιστήμες η επίθεση της αστικής ιδεολογίας δεν είναι τόσο ξεκάθαρη, φαίνεται μέσω των παραδειγμάτων που αναπτύξαμε ότι εισάγονται ιδεαλιστικές αντιλήψεις ακόμα και με ακραίο αντιεπιστημονικό τρόπο. Εστιάσαμε σε συγκεκριμένες επιστημονικές θεωρίες που η στρεβλή φιλοσοφική θεμελίωσή τους έρχεται

σε αντιπαράθεση με το διαλεκτικό υλισμό στο βασικό ζήτημα της φιλοσοφίας και κατ’ επέκταση αντιμάχεται την επαναστατική κοσμοθεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού. Ετσι ο νέος άνθρωπος υπόκειται σε αντιδραστική ιδεολογική πλύση εγκεφάλου, όχι μόνο μέσα από τα μαθήματα φιλοσοφίας, αλλά και μέσα από το μαθήματα της επιστήμης του, καθώς και μέσα από τα παιδαγωγικά μαθήματα. Στόχος η διαμόρφωση αποφοίτων είτε υποταγμένων στην ιδεολογία της άρχουσας τάξης ή με ιδεολογικές συγχύσεις, επιστημόνων ακίνδυνων για το σύστημα.

Η αντιπαράθεση στην κυρίαρχη ιδεολογία δεν έχει μόνο τεράστια

πολιτική σημασία, έχει και μεγάλη πρακτική αξία, αφού ο επιστήμονας στην καθημερινή του δουλειά δεν μπορεί παρά να δέχεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, την αντικειμενικότητα της ύλης και να εφαρμόζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, τη διαλεκτική. Πιστεύουμε ότι η εξοικείωση με τη μαρξιστική φιλοσοφία, το διαλεκτικό υλισμό και η εμβάθυνση με τη μελέτη της, είναι προϋπόθεση για βαθύτερη κατανόηση της φύσης, αλλά και για την αποκάλυψη της αντιεπιστημονικής προσέγγισης των φυσικών επιστημών, την πετυχημένη αντιπαράθεση με τον ιδεαλισμό.

Ο Λένιν έγραφε για τους καθηγητές που χρησιμοποιούν τα επιτεύγματα της επιστήμης για να στηρίξουν την αστική ιδεολογία: «…οι “καθηγητές” οικονομολόγοι δεν είναι παρά υπάλληλοι της τάξης των καπιταλιστών και οι “καθηγητές” της φιλοσοφίας μορφωμένοι υπάλληλοι των θεολόγων. Το καθήκον των μαρξιστών και στη μία και στην άλλη περίπτωση είναι να ξέρουν να αφομοιώνουν και να μεταπλάθουν τις κατακτήσεις που πραγματοποιούν αυτοί οι “υπάλληλοι”, να ξέρουν να εξουδετερώνουν την αντιδραστική τάση των τελευταίων, να ξέρουν να εφαρμόζουν τη δική τους γραμμή και να πολεμούν ολόκληρη την παράταξη των εχθρικών σε εμάς δυνάμεων και τάξεων»94.

Συμπερασματικά, ο μόνος τρόπος να προσεγγίσουμε τις φυσικές επιστήμες είναι στη βάση του ότι η αντικειμενική πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς και αντανακλάται στη συνείδηση του ανθρώπου. Οι νόμοι που διέπουν τη φύση, αλλά και την κοινωνία, μπορούν να γνωσθούν από εμάς μέσω της ζωντανής ενατένισης, της νόησης και της πράξης. Ο άνθρωπος προσεγγίζει την επιστημονική αλήθεια μέσα από τη μελέτη των φαινομένων, τη διείσδυση στην ουσία τους μέσω της αφαίρεσης και των μορφών της νόησης, την επιστημονική γενίκευση. Η νόηση αντανακλά την πραγματικότητα με τη μορφή αφαιρέσεων (απομάκρυνσης από τις άμεσες παραστάσεις του αντικειμένου), ξεχωρίζοντας το κύριο, το ουσιαστικό. Σε αυτή τη διαδικασία καταλυτικό ρόλο παίζουν οι κατηγορίες και οι καθολικοί νόμοι που εξετάζει η μαρξιστική φιλοσοφία.

Η γνώση λοιπόν δεν μπορεί να είναι η ίδια και το κριτήριο αλήθειας. Το κριτήριο αλήθειας πρέπει να το αναζητήσουμε έξω από αυτήν, στην πράξη. Το κριτήριο της πράξης είναι ταυτόχρονα και απόλυτο και σχετικό. Είναι απόλυτο γιατί όλα όσα έχει αποδείξει η πράξη αποτελούν αντικειμενική αλήθεια, για παράδειγμα ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο. Η σχετικότητα οφείλεται στο ότι στο κάθε στάδιο της ιστορικής ανάπτυξης, η πράξη δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ολοκληρωτικά ή να ανατρέψει τελείως τις υπάρχουσες θεωρητικές θέσεις. Η γνώση είναι μια εξελικτική διαδικασία από τη σχετική προς την απόλυτη αλήθεια. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ατομική, αλλά έχει κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα και αναπτύσσεται ανάλογα με την ανάπτυξη της κοινωνίας, αφού έχει ως τελικό σκοπό την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών.

Εν κατακλείδι, ο διαλεκτικός υλισμός είναι η φιλοσοφία εκείνη που μπορεί να στηρίξει τόσο την προσέγγιση των φυσικών επιστημών, όσο και την ανάπτυξή τους, αλλά και συνειδητά να θέσει τα επιτεύγματά τους προς όφελος της κοινωνικής προόδου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 Φ. Ενγκελς: «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003.

Φ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της Φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1997.

Β. Ι. Λένιν: «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», Απαντα, έκδοση 5η, τόμος 18, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988.

Συλλογικό έργο νέων φιλοσόφων του παν/μίου Λομονόσοφ της Μόσχας: «Φιλοσοφία και Επιστήμη», εκδόσεις «Gutenberg», 1984.

A.F. Chalmers: «Τι είναι αυτό που λέμε Επιστήμη», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000.

Φάκελος σημειώσεων του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα».

M. Cornforth: «Επιστήμη και Ιδεαλισμός», εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

Κ. Ταμβάκη: «Εισαγωγή στην Κβαντομηχανική», εκδόσεις «LeaderBooks», Αθήνα 2003.

Σ. Τραχανά: «Κβαντομηχανική Ι», (9η έκδοση), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002.

P. W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική», (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999.

HughD. Young: «Πανεπιστημιακή Φυσική», τόμος Β, (8η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση».

Θ. Χριστοδουλάκη, Ε. Κορφιάτη: «Σημειώσεις Ειδικής Θεωρίας της Σχετικότητας», Αθήνα 2002.

Μ. Τσαπαρλή: «Θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας Μέρος ΙΙ», Αθήνα 2002.

Μ. Δανέζη, Ε. Θεοδοσίου: «Το Σύμπαν που Αγάπησα», εκδόσεις «Δίαυλος», Αθήνα 1999.

Ε. Θεοδοσίου: «Εισαγωγή στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών», Αθήνα 2005.

Μ. Σακελλαριάδου: «Σημειώσεις του μαθήματος Κοσμολογία».

Π. Ιωάννου, Θ. Αποστολάτου: «Στοιχεία Θεωρητικής Μηχανικής», εκδόσεις «LeaderBooks», Αθήνα 2004.

W. N. Cottingham, D. A. Greenwood: «Εισαγωγή στην Πυρηνική Φυσική», εκδόσεις «Τυπωθήτω», Αθήνα 2002.

D. H. Perkins: «Εισαγωγή στην Φυσική Υψηλών Ενεργειών», εκδόσεις «Τυπωθήτω», Αθήνα 2001.

Δ. Αναπολιτάνου: «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία των Μαθηματικών», εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2005.

J. von Neumann: «Mathematical Foundations of Quantum Mechanics», Princeton Un. Press, 1955.

W. Heisenberg: «Φυσική και Φιλοσοφία», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1978.

S. Hawking: «Το Χρονικό του Χρόνου», εκδόσεις «Κάτοπτρο», Αθήνα 1997.

S. Hawking: «The Future of Quantum Cosmology», 1999.

«Οι Βασικές Αρχές της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2005.

Fr. Engels: «Διαλεκτική της Φύσης», εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

P.A. Schilpp: «Albert Einstein, Philosopher and Scientist», N.Y. 1951.

A. Lande: «New Foundations of Quantum Mechanics», Cambridge Un. Press, 1960.

D.A. Trifonov: «Schrödinger uncertainty relation and its minimization states», 2004.

Albin Michel: «Louis de Broglie, physicien et penseuer», 1953.

N. Bohr: «Atomic Theory and the Description of Nature», Cambridge Un. Press, 1961.

N. Bohr: «Physical Review», 48, 696 (1935).

N. Bohr: «Dialectica», 2, 312 (1948).

Mc Graw - Hill: «N. Bohr and the Development of Physics», 1955.

Einstein, Podolsky, Rosen: «Physical Review», 47, 777 (1935).

J. S. Bell: «On The Problem Of Hidden Variables In Quantum Mechanics», SLAC-PUB-44, 1964.

A. Linde: «Inflation, Quantum Cosmology and the Anthropic Principle», 2002.

N. Byers: «The Life and Times of Emmy Noether», L.A. 1994.

D. Aerts: «The stuff the world is made of: physics and reality», 1999.

Σ. Λιοδάκη, Δ. Γάκη, Δ. Θεοδωρόπουλου, Π. Θεοδωρόπουλου, Α. Κάλλη: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Α΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2002

Σ. Λιοδάκη, Δ. Γάκη, Δ. Θεοδωρόπουλου, Π. Θεοδωρόπουλου: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Γ΄ Λυκείου (κατεύθυνσης), ΟΕΔΒ, Αθήνα 2001

Τ. Γεωργιάδου, Κ. Καφετζόπουλου, Ν. Πρόβη, Ν. Σπυρέλλη, Δ.Χηνιάδη: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2004

University of Oregon, Department of Physics, Web Class, Ast. 123: «Galaxies and the Expanding Universe» (http://abyss.uoregon.edu/~js/ast13/).

Α. Κ. Δανάσση-Αφεντάκη: «Εισαγωγή στην παιδαγωγική», τόμος Α΄, Αθήνα 1992

Μ. R. Matthews: «Ιntroductory Comments on Philosophy and Constructivism in Science Education», «Science and Education», vol 6, 1997.

Σ. Πατάπη: «Μεθοδολογία στη διδασκαλία της Φυσικής», Αθήνα 1995.

Ι. Α. Βλάχου: «Εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες- Η πρόταση της Εποικοδόμησης», εκδόσεις «Γρηγόρη», Αθήνα 2004.

D. Geelan: «Epistemological anarchy and the many forms of Constructivism», «Science and Education», vol 6, p15-28, 1997.

A. Bettencourt: «The Construction of Knowledge: A Radical Constructivist View». In K. Tobin (ed.) «The Practise of Constructivism in Science Education», AAAS Press, Washington, DC, 1993, p. 46.

Suchting: «Science and Education», 1998.

P. Feyerabend: «Against Method: Outline of an Anarchistic Theory of Knowledge», London 1975.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Αρης Ντα Κούνια Ντα Κώστα Ντία είναι μέλος της ΚΟΒ Φυσικομαθηματικής της Αχτίδας ΑΕΙ-ΤΕΙ και Ερευνας της ΚΟΑ, φοιτητής Φυσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου της Αθήνας.
Η Διονυσία Προκόπη είναι μέλος του Τομεακού Συμβουλίου της ΤΟ Μεταπτυχιακών της Σπουδάζουσας Αθήνας της ΚΝΕ, πτυχιούχος Παντείου Πανεπιστημίου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο ΜΙΘΕ (Μεθοδολογία Ιστορίας και Επιστήμης).
Ο Ανδρέας Καργόπουλος είναι μέλος του Αχτιδικού Γραφείου της Αχτίδας ΑΕΙ-ΤΕΙ και Ερευνας της ΚΟΑ, πτυχιούχος χημικός και απόφοιτος του μεταπτυχιακού προγράμματος ειδίκευσης «Διδακτική της Χημείας».

1. Φ. Ενγκελς: «Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2003, σελ. 21.

2. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, έκδοση 5η, τόμος 18. «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988, σελ. 134.

3. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, έκδοση 5η, τόμος 18. «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988, σελ. 154.

4. Β. Ι. Λένιν: Απαντα, έκδοση 5η, τόμος 18. «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1988, σελ. 209.

5. Φάκελος σημειώσεων του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα», σελ. 2, περίληψη του μαθήματος.

6. Η προαναφερθείσα θέση (βλ. παραπ. 3) ότι ο Μαρξ είναι συνεχιστής της φιλοσοφικής παράδοσης του Καντ είναι η θέση των μαχιστών πως ο υλισμός έχει μολυνθεί από τον καντιανισμό, όπως αναφέρει ο Λένιν στον «Υλισμό & Εμπειριοκριτικισμό», σελ. 18.

7. M. Cornforth: «Επιστήμη και Ιδεαλισμός», εκδόσεις «Αναγνωστίδη», σελ. 153-165.

8. Schlick (1882-1936), Γερμανός φιλόσοφος, καθηγητής των επαγωγικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, από το 1922 μέχρι το θάνατό του το 1936. Ενας από τους ιδρυτές του λογικού θετικισμού και του Κύκλου της Βιέννης.

9. LudwigWittgenstein (1889-1951), Αυστριακός φιλόσοφος, καθηγητής στο Cam-bridge από το 1939 έως το 1947 που παραιτήθηκε. Ασκησε μεγάλη επίδραση στον Κύκλο της Βιέννης.

10. BertrandRussel, 1872-1970, Ουαλός φιλόσοφος της λογικής και μαθηματικός, μέλος της βρετανικής βασιλικής ακαδημίας, θήτευσε στο LondonSchoolofEconomics, στο πανεπιστήμιο του Chicago και του LosAngeles, και έγινε καθηγητής στο CityCollegeofNewYork.

11. Συλλογικό έργο νέων φιλοσόφων του Παν/μίου Λομονόσοφ της Μόσχας: «Φιλοσοφία και Επιστήμη», εκδόσεις Gutenberg, 1984, σελ 67.

12. Η αναλυτική φιλοσοφική παράδοση ή αγγλοσαξωνική συνδυάζει την καντιανή φιλοσοφία με τον αγγλικό εμπειρισμό, ενώ συνδέεται με ρεύματα του θετικισμού. Η «ηπειρωτική» παράδοση έχει τις βασικές φιλοσοφικές της ρίζες στον Hegel (εδώ κατατάσσουν φιλοσόφους όπως τον Husserl, τoν Heidegger, τη σχολή της Φρανκφούρτης).

11. Συλλογικό έργο νέων φιλοσόφων του Παν/μίου Λομονόσοφ της Μόσχας: «Φιλοσοφία και Επιστήμη», εκδόσεις Gutenberg, 1984, σελ 67.

12. Η αναλυτική φιλοσοφική παράδοση ή αγγλοσαξωνική συνδυάζει την καντιανή φιλοσοφία με τον αγγλικό εμπειρισμό, ενώ συνδέεται με ρεύματα του θετικισμού. Η «ηπειρωτική» παράδοση έχει τις βασικές φιλοσοφικές της ρίζες στον Hegel (εδώ κατατάσσουν φιλοσόφους όπως τον Husserl, τoν Heidegger, τη σχολή της Φρανκφούρτης).

17. ChalmersA.F.: «Tι είναι αυτό που το λέμε επιστήμη;», Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σελ. XX.

18. ChalmersA.F.: «Tι είναι αυτό που το λέμε επιστήμη;», Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σελ. 189.

19. Εννοούν την αντιστροφή του βέλους της αιτιότητας.

20. Φάκελος σημειώσεων του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα», παράδοση 1, σελ. 1.

21. Σύμφωνα με τους κανόνες (και μόνον αυτούς) της τυπικής λογικής.

22. Δ. Αναπολιτάνου: «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία των Μαθηματικών», εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2005, σελ. 179.

23. Δ. Αναπολιτάνου: «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία των Μαθηματικών», εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2005, σελ. 181.

24. Φάκελος σημειώσεων του μαθήματος «Φιλοσοφία και Επιστήμες στον 20ό αιώνα», παράδοση 2, 3, 4, σελ. 1.

25. IsaakNewton (1642-1727), Αγγλος φυσικός και μαθηματικός, καθηγητής στο Παν/μιο του Cambridge.

26. WernerHeisenberg (1901-1976), Γερμανός φυσικός, καθηγητής στο Παν/μιο της Λειψίας από το ’27, επικεφαλής του πυρηνικού προγράμματος της Γερμανίας (1939-1944) και μεταπολεμικά ήταν καθηγητής στο Παν/μιο του Βερολίνου και διευθυντής του Ινστιτούτου MaxPlanck.

27. W. Heisenberg: «Φυσική και Φιλοσοφία», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1978, σελ. 163.

28. Τ. Γεωργιάδου, Κ. Καφετζόπουλος, Ν. Πρόβης, Ν. Σπυρέλλης, Δ. Χηνιάδης: «Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας β΄ Γυμνασίου», ΟΕΔΒ, Αθήνα 2004, σελ. 25.

29. Ε. Θεοδοσίου: «Εισαγωγή στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών ΙΙ», Αθήνα 2005, σελ. 438, και Μ. Δανέζης, Ε. Θεοδοσίου: «Το Σύμπαν που Αγάπησα», εκδόσεις «Δίαυλος», Αθήνα 1999, τόμος Β, σελ. 248.

30. Ε. Θεοδοσίου: «Εισαγωγή στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών ΙΙ», Αθήνα 2005, σελ. 445.

31. University of Oregon, Dep. of Physics, Web Class, Ast. 123: «Galaxies and the Expanding Universe».

32. Μ. Σακελλαριάδου: Σημειώσεις του μαθήματος «Κοσμολογία», σελ 5. AndreiLinde, «Inflation, QuantumCosmologyandtheAnthropicPrinciple», 2002.

33. Μ. Σακελλαριάδου: Σημειώσεις του μαθήματος «Κοσμολογία», σελ. 5. AndreiLinde, «InflationQuantumCosmologyandtheAnthropicPrinciple», 2002.

34. St. Hawking: «Το Χρονικό του Χρόνου», εκδόσεις «Κάτοπτρο», Αθήνα 1997, σελ. 177.

35. Μ. Σακελλαριάδου: Σημειώσεις του μαθήματος «Κοσμολογία», σελ. 5.

36. MaxPlanck (1858-1947), Γερμανός φυσικός, καθηγητής στο Παν/μιο του Βερολίνου μέχρι το ’28.

37. AlbertEinstein (1879-1955), Γερμανός φυσικός, καθηγητής στο Παν/μιο του Βερολίνου από το ’13 μέχρι το ’33, μέχρι την επικράτηση του ναζισμού, ενώ μετέπειτα στο Παν/μιο του Princeton. Προεξέχουσα προσωπικότητα του κινήματος ειρήνης και αφοπλισμού με έντονη δράση, όπως επίσης μαχητικός υπερασπιστής των ατομικών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών.

38. NielsBohr (1885-1962), Δανός φυσικός, διευθυντής του Ινστιτούτου Ατομικής Φυσικής «NielsBohr» στην Κοπεγχάγη μέχρι το ’43, όταν διέφυγε στην Αγγλία.

39. LouisDeBroglie (1892-1987), Γάλλος φυσικός, καθηγητής στο Ινστιτούτο HenriPoincaré στο Παρίσι.

40. ErwinSchrödinger (1887-1961), Αυστριακός φυσικός, καθηγητής αρχικά στο Παν/μιο της Βιέννης μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά στη Ζυρίχη. Διαδέχτηκε τον M. Planck στο Παν/μιο του Βερολίνου από το ’28 ως το ’33 (μέχρι την επικράτηση του ναζισμού) και από το ’40 στο Ινστιτούτο Ανωτέρων Σπουδών του Δουβλίνου.

41. MaxBorn (1882-1970), Γερμανός φυσικός, καθηγητής στο Παν/μιο του Göttingen τη δεκαετία του ’20 και καθηγητής Φυσικής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο του Εδιμβούργου από το ’36 ως το ’53.

42. Για να είμαστε ακριβείς, όχι αυτή αλλά το τετράγωνό της, όταν αυτή λαμβάνει μορφή σε κάποια αναπαράσταση, όπως της θέσης, της ορμής κλπ.

43. Αλλιώς, υπέρθεση (superposition).

44. JohnvonNeumann (1903-1957), Ούγγρος μαθηματικός, καθηγητής στο Ινστιτούτο Προχωρημένων Μελετών του Παν/μίου του Princeton από το ’33 ως το θάνατό του.

45. PaulAdrienMauriceDirac (1902-1984), Αγγλος φυσικός, ελβετικής καταγωγής, καθηγητής στο St. John’sCollege του Παν/μίου του Cambridge.

46. W. Heisenberg: «Φυσική και Φιλοσοφία», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1978, σελ. 146.

47. Ε. Θεοδοσίου: «Εισαγωγή στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών ΙΙ», Αθήνα 2005, σελ. 409.

48. Να σημειωθεί ότι οι ανισότητες του Heisenberg είναι υποπερίπτωση των ανισοτήτων του Schrödinger (1930), για την εξαγωγή των οποίων ο τελευταίος στηρίχθηκε στην κλασσική θεωρία πιθανοτήτων (την οποία η κβαντομηχανική υποτίθεται ότι δεν ικανοποιεί). Οι ανισότητες Schrödinger γενικεύτηκαν από τον Robertson το 1934, και ακόμα περαιτέρω από τον Trifonov το 2000.

49. Σ. Λιοδάκης, Δ. Γάκης, Δ. Θεοδωρόπουλος, Π. Θεοδωρόπουλος, Α. Κάλλης: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2001, σελ 6.

50. P.W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική», (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ. 17.

51. Κ. Ταμβάκη: «Εισαγωγή στην Κβαντομηχανική», εκδόσεις «LeaderBooks», Αθήνα 2003, σελ. 227, 232.

52. Στο ίδιο, σελ. 102, 227, 232.

53. Σ. Λιοδάκης, Δ. Γάκης, Δ. Θεοδωρόπουλος, Π. Θεοδωρόπουλος, Α. Κάλλης: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Α΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2002, σελ. 127.

54. P.W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική», (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ. 17.

55. Το πρωτοδιατύπωσε ο Heisenberg. Μπορεί να βρεθεί στο P.W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική», (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ. 18.

56. GeorgeBerkeley (1685-1753), Αγγλος φιλόσοφος, υποκειμενικός ιδεαλιστής, επίσκοπος της αγγλικανικής εκκλησίας.

57. Μια ισοδύναμη διατύπωση μπορεί να βρεθεί ακόμα στο: A. Linde, «Inflation, QuantumCosmologyandtheAnthropicPrinciple», 2002, σελ. 25.

58. Σ. Λιοδάκης, Δ. Γάκης, Δ. Θεοδωρόπουλος, Π. Θεοδωρόπουλος, Α. Κάλλης: Σχολικό Εγχειρίδιο Χημείας Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2001, σελ. 6.

59. D.A. Trifonov: «Schrödinger uncertainty relation and its minimization states», 2004. P.W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική, (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ. 16.

60. Albin Michel: «Louis de Broglie, physicien et penseuer», 1953.

61. Κ. Ταμβάκη: «Εισαγωγή στην Κβαντομηχανική», εκδόσεις «LeaderBooks», Αθήνα 2003, σελ. 67.

62. P.W. Atkins: «Μοριακή Κβαντική Μηχανική, (2η έκδοση), εκδόσεις «Παπαζήση», Αθήνα 1999, σελ. 407-409.

63. Κατά τον Heisenberg: «για να αποφεύγουμε αυθαίρετες γενικεύσεις και αντιφάσεις ανάμεσα στη θεωρία και το πείραμα, πρέπει να μην εισαγάγουμε έννοιες που δεν έχουν επαληθευθεί πειραματικά».

64. Οπως αυτόν του Laplace, ο οποίος απέρριπτε κάτι τέτοιο καθώς «δε χρειαζόταν τέτοια υπόθεση».

65. N. Bohr: «Dialectica», σελ. 2, 312 (1948).

66. Mc Graw - Hill: «N. Bohr and the Development of Physics», 1955.

67. University of Oregon, Dep. of Physics, Web Class, Ast. 123: «Galaxies and the Expanding Universe».

68. N. Bohr: «Physical Review», σελ. 48, 696 (1935).

69. J. von Neumann: «Mathematical Foundations of Quantum Mechanics», Princeton Un. Press, 1955, σελ. 420.

70. Στο ίδιο, σελ. 419.

71. Στο ίδιο, σελ. 420.

72. Στο ίδιο, σελ. 421, 437, 438, 439.

73. Στο ίδιο, σελ. 421.

74. Στο ίδιο, σελ. 438.

75. W. Heisenberg: «Φυσική και Φιλοσοφία», εκδόσεις «Κάλβος», Αθήνα 1978, σελ. 146.

79. Σ. Πατάπη: «Μεθοδολογία στη διδασκαλία της Φυσικής», Αθήνα 1995, σελ. 76.

80. G. Kelly (1905-1967), Αμερικανός ψυχολόγος, καθηγητής στο OhioStateUniversity, θεμελιωτής της θεωρίας των προσωπικών ερμηνευτικών κατασκευών.

81. JeanPiaget (1896-1980), Ελβετός ψυχολόγος, θεμελιωτής της αναπτυξιακής ψυχολογίας και της γενετικής επιστημολογίας.

82. Ι. Α. Βλάχου: «Εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες - Η πρόταση της Εποικοδόμησης», εκδόσεις «Γρηγόρη», Αθήνα 2004.

83. Ι. Α. Βλάχου: «Εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες - Η πρόταση της Εποικοδόμησης», εκδόσεις «Γρηγόρη», Αθήνα 2004.

84. Σ. Πατάπη: «Μεθοδολογία στη διδασκαλία της Φυσικής», Αθήνα 1995, σελ. 79.

85. Ι. Α. Βλάχου: «Εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες - Η πρόταση της Εποικοδόμησης», εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2004.

86. Ι. Α. Βλάχου: «Εκπαίδευση στις Φυσικές Επιστήμες - Η πρόταση της Εποικοδόμησης», εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2004, σελ. 76.

87. D. Geelan: «Epistemological anarchy and the many forms of Constructivism», Science and Education, vol 6, 1997, σελ. 15-28.

88. Φ. Ενγκελς: «Διαλεκτική της Φύσης», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1997.

89. A. Bettencourt: «The Construction of Knowledge»: «A Radical Constructivist View». In K. Tobin (ed.) «The Practise of Constructivism in Science Education», AAAS Press, Washington, DC, 1993, σελ. 46.

90. Suchting: «Science and Education», 1998.

91. P. Feyerabend: «Against Method: Outline of an Anarchistic Theory of Knowledge», London 1975, σελ. 295-296.

92. A.F. Chalmers: «Τι είναι αυτό που λέμε Επιστήμη», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000, σελ. 216-217.

93. P. Feyerabend: «Against Method: Outline of an Anarchistic Theory of Knowledge», London 1975, σελ. 285.