Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟ

 Οποιοδήποτε κοινωνικό φαινόμενο μπορούμε να το κατανοήσουμε επιστημονικά μόνον όταν το εξετάσουμε στην πορεία της γέννησης, της αλλαγής, της ανάπτυξής του, όταν ξέρουμε ποιες ακριβώς αι­τίες το έφεραν στη ζωή. Ετσι για να καταλάβουμε την ουσία και το ταξικό περιεχόμενο του δικαίου πρέπει να γνωρίζουμε πώς και κάτω από ποιους όρους, από ποιες αιτίες γεννήθηκε.

Το πρόβλημα του δικαίου είναι ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της κοινωνικής επιστήμης και έχει πρωταρχική σημασία. Δίκαιο εί­ναι το σύνολο των υποχρεωτικών κανόνων συμπεριφοράς που θεσπίζει ή επικυρώνει ένα κράτος και που η τήρησή τους εξασφαλίζεται με μέτρα εξαναγκασμού. Με τη βοήθεια του δικαίου η τάξη ή οι τάξεις που κατέχουν την κρατική εξουσία ρυθμίζουν τη συμπερι­φορά των ανθρώπων και των ομάδων τους. Στερεώνουν και αναπτύσσουν ως υποχρεωτικές, προστατευόμενες από το νόμο εκείνες τις κοινωνι­κές σχέσεις που ανταποκρίνονται στα συμφέροντά τους. Σε ένα καπιταλιστικό κράτος η σφαίρα δράσης του δικαίου εκτείνεται πρώτα απ’ όλα στον τομέα της παραγωγής, της κατανομής, της ανταλλαγής και της κατανάλωσης. Αυτό εδραιώνει τις υφιστάμενες σχέσεις ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής, ρυθμίζει το μέτρο και τη μορφή του καταμερισμού της εργασίας και των προϊόντων της ανάμεσα στα μέλη της και θωρακίζει τις σχέσεις εκμετάλλευσης στις ταξικές κοινωνίες.

Το δίκαιο καθιερώνει επίσης τις μορφές διοίκησης και του κρατικού συστήμα­τος, την οργάνωση και τις διαδικασίες της δραστηριότητας του κρα­τικού μηχανισμού, τη νομική θέση των πολιτών, το είδος και τη διαδικασία επιβολής ποινών για την προστασία του καθεστώτος και των κοινωνικών σχέσεων που ισχύουν. Σπουδαία πλευρά του δικαίου απο­τελούν τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι υποχρεώσεις των πολι­τών. Ο χαρακτήρας και η έκταση αυτών των δικαιωμάτων και ελευθεριών καθορίζονται από το κοινωνικοοικονομικό σύστημα και τη θέση των ατόμων στη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής. Για να υπάρχουν όμως αυτά τα δικαιώματα πρέπει να αναγνωρίζονται από το νόμο και να εξασφαλίζεται η άσκησή τους με νομικές εγγυήσεις. Γενικά, ο ρόλος του δικαίου ως ρυθμιστή με κανόνες της κοινωνικής ζωής είναι πολύ σημαντικός.

Το δίκαιο είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με το κράτος. Πίσω από αυτούς τους κανόνες συμπεριφοράς υπάρχει ο κρατικός εξαναγκασμός. Το δίκαιο «είναι μηδέν χωρίς μηχανισμό ικανό να επιβάλει με εξαναγκασμό την τήρηση τωνκανό­νων του», αναφέρει ο Λένιν στο μνημειώδες έργο του «Κράτος και Επανάσταση». Ο αδιάρρηκτος δεσμός με το κράτος είναι από τα ι­διαίτερα γνωρίσματα που διακρίνουν το δίκαιο από τους άλλους κοι­νωνικούς κανόνες συμπεριφοράς (κανόνες ηθικής). Με τη σειρά του το κράτος είναι αδιανόητο χωρίς το δίκαιο. Η ίδια η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού πρέπει να παίρνει νομική μορφή, που χωρίς αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ο καταμερισμός και ο συντονι­σμός των κρατικών οργάνων. Η έλλειψη νομικών κανόνων κάνει αδύ­νατη την κρατική διοικητική δραστηριότητα.

Τέλος, οι σχέσεις κράτους και τάξεων επίσης απαιτούν νομική διατύπωση. Ακόμη, το κράτος «εκπροσωπεί το Εθνος» και συγκαλύπτει έτσι τον ταξικό του χαρακτήρα ότι είναι κράτος της αστικής τάξης.

Στην προμαρξιστική φιλοσοφική σκέψη κυριαρχούσε η ιδεαλιστική εξήγηση της έννοιας του δικαίου, που την πρώτη πηγή του την αναζητούσε στις ιδιότητες του ανθρώ­πινου πνεύματος και της νόησης και στη θεϊκή βούληση. Ειδικότε­ρα: Οι περί της γέννησης του δικαίου θεωρίες μπορούν να καταταχθούν σε δύο κυρίως κατηγορίες: την ορθολογική και την εμπει­ρική. Κατά την παλιά των αρχαίων Ελλήνων πίστη, υπάρχει δίκαιο απόλυτο και αιώνιο που απορρέει από το Δία και αποτελεί την πηγή της νομοθεσίας των πόλεων.[1]

Κατά τους οπαδούς των θεοκρατικών και θεολογικών συστημάτων το κράτος και το δίκαιο κατάγονται από το θεό γιατί ο δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο κοινωνικό και πολιτικό και έχουν λογική Βάση τη θεία Βούληση, τη θεία σοφία, η οποία είναι ιερή και δεν επιδέχεται συζήτηση. Μεταγενέστερα η θεοκρατική αυτή αντίληψη μετριάστηκε. Η αιωνόβια ορθολογική θεωρία μετά από μακριά εξέλιξη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Το ιδεώδες δίκαιο πηγάζει από τη λογική μας φύση και στηρίζεται επί του ορθού λόγου. Πρέπει να χρησιμεύει ως βάση προς κρίση και βελτίωση των ισχυόντων θεσμών: θεωρία του φυσικού δικαίου (Ιππίας, Στωικοί, Κικέρων, Αυγουστίνος, Θωμάς ο Ακινάτης, Γρότιος, Φίχτε, Σέλιγκ κλπ.).

Ο Ολλανδός Γρότιος είναι ο πρώτος που έθεσε επιστημονική βάση στη θεωρία του φυσικού δικαίου και αρχηγός της «Σχολής του δικαίου της φύσεως και των Εθνών». Κατά τον Γρότιο το φυσικό δίκαιο είναι «εις κανών, ο οποίος υπαγορεύεται εις ημάς εκ του ορθού λόγου και κατά τον οποίον κρίνομεν αναγκαίως ότι μία πράξις είναι άδικος ή ηθική αναλόγως της συμφωνίας της προς την λογική φύσιν». Η θεωρία του φυσικού δικαίου, όπως αυτή εμφανίζεται με την κλασική της μορφή κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, λαμβάνει τη θετική της διατύπωση στη «διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου» του 1789 κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Τη λογική δε αυτή βάση του δικαίου βρήκε ο Εμμανουήλ Καντ στην αυτονομία του ανθρώπου, ο οποίος υποτασσόμενος με τη θέλησή του σ’ ένα νόμο που απορρέει από το λογικό του αποτελεί καθεαυτό ένα τέλος. Ο Γρότιος είχε προτείνει ως κριτήριο του δι­καίου «τη συμφωνία αυτού προς τη λογική φύση». Ο Εμμανουήλ Καντ κατέληξε ουσιαστικά στο αυτό συμπέρασμα, αφού δέχτηκε ότι το δίκαιο είναι μία ιδέα ανώτερη και προγενέστερη των γε­γονότων και έχει μια λογική εκ των προτέρων βάση. Οι οπαδοί της Εμπειρικής σχολής πρεσβεύουν ότι το δίκαιο είναι προϊόν της εξέλιξης και μάλιστα θετικό, το οποίο μόνη πηγή έχει την κοινωνική ή πολιτειακή Βούληση. Ως ιδρυτής του θετικισμού στο δίκαιο φέρεται ο Αρχέλαος, ακολουθεί ο Επίκουρος, ο Χομπς, ο Τζον Λοκ και άλλοι.

Η ιστορική σχολή θεωρεί το δίκαιο ως προϊόν του πνεύματος κάθε λαού και της ιστορικής του εξέλι­ξης (Σαβινί Πούχτα). Η βιολογική ανάγει αυτό στην ανάγκη επι­βίωσης του ανθρώπου, ικανοποιούμενη με την προσαρμογή του στο κοινωνικό και ηθικό σύστημα (Δαρβίνος, Σπένσερ). Η σχολή του πολιτισμού εκλαμβάνει το δίκαιο ως απότοκο της ροπής προς δημιουργία του πολιτισμού (Κόλερ, Γουλ, Σάουερ). Τέλος ο Γέρινγκ χαρακτηρίζει το σκοπό ως πηγή και γεννήτορα του νόμου. Για τις αστικές σχολές του δικαίου που επικράτησαν στους 19ο-20ό αιώνα είναι χαρακτηριστική ή απροκάλυπτη η ιδεαλιστική, η θετικιστική εξήγηση της φύσης του δικαίου. Η αστική νομική σκέψη δε συνδέει το δίκαιο με την ταξική δομή της κοινωνίας, γιατί παρόμοια αντιμετώπιση οδηγεί αντικειμενικά στην αναγνώ­ριση του ταξικού χαρακτήρα του δικαίου της αστικής κοινωνίας, το οποίο από παράδοση θεωρούν ως προϊόν «κοινής βούλησης», ως δίκαιο ολόκληρης της κοινωνίας. Οταν η αστική τάξη έγινε εξουσία, έχασαν τη σημασία τους η διδασκαλία του φυσικού δι­καίου, καθώς και η ιστορική σχολή του δικαίου. Κυριάρχησε ο νομικός θετικισμός, που θεωρούσε το δίκαιο ως ύψιστο σκοπό χωρίς την ανάγκη οικονομικής πολιτικής ή άλλης θεμελίωσης και ως καθήκον της νομικής επιστήμης μόνο την τυπική λογική ερμηνεία του ισχύοντος δικαίου. Μια παραλλαγή του θετικισμού, η οποία διαδόθηκε τον 20ό αιώνα, απετέλεσε η καθαρή θεωρία του δικαίου - η κανονιστική θεωρία (Κέλτεσεν).

 

ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

 Ο μαρξισμός υπογραμμίζει τον ταξικό χαρακτήρα του δικαίου. Το σύστημα των νομικών κανόνων που υπάρχουν σε μια δοσμένη ταξική κοινωνία και οι αντίστοιχοι σε αυτούς νομικοί θεσμοί αποτελούν το νομικό εποικοδόμημα πάνω σε μια ορισμένη βάση παραγωγικών σχέσεων. Κυρίαρχο δίκαιο σε μια δοσμένη κοινωνία είναι η θέληση της. κυρίαρχης τάξης. Η θέληση, αν είναι κρατική, πρέπει να εκ­φραστεί σαν νόμος που καθιερώνεται από την πολιτική εξουσία. Το δίκαιο προϋποθέτει την ύπαρξη κράτους. Το δίκαιο είναι ανίσχυρο χωρίς μηχανισμό ικανό να καταναγκάσει στην τήρηση των κα­νόνων δικαίου και αντίστροφα το κράτος στην εκπλήρωση των λειτουργιών του στηρίζεται σε ορισμένους κανόνες του δικαίου. Το δίκαιο δεν μπορεί να έχει διαφορετικό ταξικό χαρακτήρα από ό,τι το συγκεκριμένο κράτος. Το δίκαιο εκφράζει πραγματικές κοινωνικές σχέσεις, σχέσεις ιδιοκτησίας.

Ο Μαρξ στον «πρόλογο της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» γράφει: «Σε μια ορισμένη βαθ­μίδα της εξέλιξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις της κοι­νωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέ­σεις ή -πράγμα που αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκτασή του- με τις σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στις οποίες έχει κινηθεί ως τώρα»[2]. Από αυτό φυσικά δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι νομικές σχέσεις ταυτίζονται με τις παραγωγικές σχέσεις. Οχι, οι νομικές σχέσεις είναι η αντανάκλαση των παραγωγικών σχέ­σεων σε νόμους, νομικούς κανόνες, σε κρατικές πράξεις. Το δίκαιο σε όλες τις ταξικές κοινωνίες εκφράζει και κατοχυρώνει τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, κατοχυρώνει και εκφράζει τη δικτατορία ορισμένης τάξης, τον καθοδηγητικό της ρόλο στην κοινωνία. Τους κανόνες του δικαίου τους υπερασπίζει, τους φρου­ρεί η πραγματική δύναμη του κράτους με ολόκληρο τον καταναγκα­στικό μηχανισμό της, με το μηχανισμό που έχει υλικές ιδιότητες. Ο μακρύς δρόμος της ιστορικής εξέλιξης τουδικαίου επιβεβαιώνει και αποδεικνύει την ορθότητα της μαρξιστικής ταξικής υλιστι­κής ερμηνείας του.

Ως την εποχή των ταξικών κοινωνικών διακρί­σεων ίσχυαν οι κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, τα έθιμα, που όμως αντίθετα από τοδίκαιο εξέφραζαν τη βούληση όλων των με­λών της Κοινωνίας και βασίζονταν στην κοινωνική ιδιοκτησία. Ελειπε ο ειδικός μηχανισμός που θα επέβαλε δυναμικά την εφαρμογή αυτών των κανόνων. Στο πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα έτσι οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους ρυθμίζονται από τις παραδόσεις, τα έθιμα που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Τα έθιμα, βγαλμένα από τους όρους της υλικής ζωής της κοινωνίας, όριζαν τι μπορεί και τι δεν πρέπει να κάνουν οιάνθρωποι. Τι είναι καλό και τι είναι κακό και εκφράζανε τα συμφέ­ροντα των μελών της κοινωνίας. Γι’ αυτό η παράβαση των εθίμων ήταν σπάνιο φαινόμενο. Αλλά από τη στιγμή που η κοινωνία χω­ρίστηκε σε τάξεις, από τη στιγμή που παρουσιάστηκαν αντίθετα συμφέροντα, τα έθιμα δεν μπορούσαν πια να ρυθμίσουν τη συμπε­ριφορά όλων των ανθρώπων. Η αντίληψη για το καλό και το κακό, για τοωφέλιμο και τοβλαβερό, για το δίκαιο και το άδικο, έγινε διαφορετική στις διαφορετικές τάξεις. Η πρωτόγονη κοινότη­τα δεν ήξερε τι είναι κλοπή, γιατί δεν ήξερε τι είναι ατομική ιδιοκτησία. Οταν η ατομική ιδιοκτησία έγινε θεμέλιο της κοι­νωνικής ζωής γέννησε και την παραβίασή της. Η διαίρεση της κοι­νωνίας σε τάξεις και το κράτος που γεννήθηκε φέρανε στη ζωή στη θέση των εθίμων το δίκαιο με τη μορφή των καταναγκαστικών - υποχρεωτικών κανόνων συμπερι­φοράς των ανθρώπων.

Η πρώτη μορφή του δικαίου υπήρξε το εθιμικό δίκαιο, που ήταν άγραφο. Η ύπαρξη του γραπτού δικαίου μαρτυρείται από την πρώιμη ακόμα αρχαιότητα (Κώδικας Ουρ - Ναμμού στη Μεσοποταμία τον 21ο αιώνα π.Χ., νόμοι του Χαμουραμπί στη Βαβυλώνα το 18ο αιώνα π.Χ., χετιτικοί νόμοι το 14ο π.Χ. αιώνα, οι νόμοι του Δράκοντος στην Αθήνα τον 7ο π.Χ. αιώνα, η Δωδεκάδελτος στη Ρώμη τον 5ο αιώνα π.Χ.). Το δίκαιο ήταν το όπλο της εμφανιζόμενης κρατικής οργάνωσης στον αγώνα κατά της κοινωνίας των γενών (π.χ. οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα στην Αθήνα και του Σέρβιου - Τούλιου στη Ρώμη). Το δίκαιο δέχτηκε την εμφάνιση του θεσμού της δουλείας, καθιέρωσε την ανισότητα μεταξύ των ελεύθερων πολιτών με πλήρη δικαιώματα, καθώς και ελεύθε­ρων πολιτών με μειωμένα δικαιώματα (περίοικοι της Σπάρτης, πληβείοι της Ρώμης). Επίσης περιόρισε τα δικαιώματα των μετοίκων και των ξένων. Το δουλοκτητικό δίκαιο αποτελεί τον πρώτο ιστορικό τύπο δικαίου. Τα τυπικά χαρακτηριστικά του είναι: η μετατροπή των δούλων σε ιδιοκτησία του δουλοκτήτη (ο δούλος είναι αντικείμενο και όχι υποκείμενο δικαιώματος). Η περιφρούρηση με τη βοήθεια εξαιρετικά σκληρών κυρώσεων της ατομικής ιδιοκτησίας, η πολιτική παντοδυναμία των δουλοκτητών στο κράτος, η εξουσία του πατέρα στην οικογένεια. Το περισσότερο αναπτυγμένο σύστημα δουλοκτη­τικού δικαίου ήταν το ρωμαϊκό δίκαιο, το οποίο ο Φρειδερίκος Ενγκελς χαρακτήριζε ως την «πιο ολοκληρωμένη διαμόρφωση του δικαίου, του βασισμένου στην ατομική ι­διοκτησία»[3].Αυτό άσκησε τεράστια επιρροή στο Φεουδαρχικό και ιδιαίτερα στο δίκαιο της αστικής τάξης.

Η διαδικασία διαμόρφωσης του φεουδαρχικού δικαίου στις διάφορες χώρες υπήρξε διαφορετική. Σε μερικές χώρες το δίκαιο της πρώιμης - Φεουδαρχικής κοινω­νίας δημιουργήθηκε στην πορεία της αποσύνθεσης του πρωτόγονου κοινο­τικού συστήματος, χωρίς αξιόλογη επί­δραση από το δίκαιο της δουλοκτητικής κοινωνίας (αγγλοσαξο­νικό δίκαιο). Σε πολλές περιπτώσεις το φεουδαρχικό δίκαιο είχε την προέλευσή του στη μετατροπή του ρωμαϊκού δικαίου. Χαρακτη­ριστικό παράδειγμα αποτελεί το Βυζάντιο, όπου ο Ιουστινιάνειος Κώδικας (CORRUSJURISCIVILIS) προσπάθησε να προσαρμόσει το δουλοκτητικό δίκαιο στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις. Στο φεου­δαρχικό δίκαιο εδραιώθηκε απροκάλυπτα η νομική ανισότητα, η διάκριση των δικαιωμάτων των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Σπουδαιότατη θέση στο σύστημα του φεουδαρχικού δικαίου κα­τείχαν οι κανόνες που ρύθμιζαν τη φεουδαρχική γαιοκτησία και εδραίωναν τον εξαρτημένο χαρακτήρα της θέσης των αγροτών, διαμορφώνεται η Φεουδαρχική ιεραρχία και ρυθμίζονται λεπτομερώς οι σχέσεις υποτέλειας. Γι’ αυτό στην πρακτική κυριαρχούσε συχνά το δίκαιο του ισχυρού, το λεγόμενο «δίκαιο της πυγ­μής».

Με την ανάπτυξη των εμπορευματοχρηματικώνσχέσεων στη Δυτική Ευρώπη εμφανίστηκε ιδιαίτερο δίκαιο των πόλεων, το οποίο αντανακλούσε την ειδική θέση που κατείχε η πόλη στη μεσαιωνική κοινωνία και στα πρώιμα στάδια ανάπτυξης των αστικών σχέσεων παραγωγής. Συντελέστηκε η αποδοχή του ρωμαϊκού δι­καίου με τη λεπτομερή διατύπωση των σχέσεων της εμπορευματι­κής παραγωγής. Παράλληλα αρχίζει η ανάπτυξη του κανονικού δι­καίου που ρύθμιζε τις εσωεκκλησιαστικές υποθέσεις, τις οικογενειακές σχέσεις, ορισμένες αστικές συναλλαγές κλπ. Με την εξάλειψη του φεουδαρχικού κατακερματισμού και την εμφά­νιση της απόλυτης μοναρχίας ενισχύεται η κεντρική εξουσία στη διαμόρφωση του δικαίου, ενώ παράλληλα εξασθενίζουν τα ε­πιμέρους τοπικά δικαιώματα. Κατά την εξέλιξη του δικαίου σε κάθε κράτος δημιουργείται ιδιαίτερο σύστημα δικαίου με υπο­δομή του τις εθνικοϊστορικές παραδόσεις και ιδιομορφίες του. Ως προς τον τύπο τα νομικά συστήματα που δημιουργήθηκαν στους 17ο - 19ο αιώνα και εξακολουθούν να ισχύουν στα σύγχρονα αστι­κά κράτη, διακρίνονται στο ρομανικό της ηπειρωτικής Ευρώπης που ως βάση έχει το ρωμαϊκό δίκαιο και στο αγγλοσαξονικό που εφαρμόζεται στη Μεγάλη Βρετανία, εν μέρει στις ΗΠΑ και στις πρώην αποικίες.

Ο τελευταίος εκμεταλλευτικός τύπος δικαίου είναι εκείνος της αστικής τάξης. Η αστική τάξη ερχόμενη στην εξουσία αντιπαρέθεσε στην κυριαρχούσα κατά το Μεσαίωνα θεολογική κοσμοθεωρία τη νομική κοσμοθεωρία και στον αγώνα ενα­ντίον του φεουδαρχισμού έκανε ευρεία χρήση των συνθημάτων του φυσικού δικαίου και της νομιμότητας. Με τη νίκη του αστικού κοινωνικού συστήματος ο ρόλος και η σημασία του δικαίου αυ­ξάνουν σημαντικά. Η ανάπτυξη των εμπορευματικών καπιταλιστι­κών σχέσεων συνεπέφερε τη γρήγορη ανάπτυξη του λεγόμενου ι­διωτικού δικαίου, δηλαδή των κλάδων του δικαίου (αστικό, εμπορικό κ.ά.), οι οποίοι καθορίζουν τη θέση και τις σχέσεις αυτών που μετέχουν στον κύκλο των καπιταλιστικών συναλλαγών, καθώς και του δικονομικού δικαίου που ρυθμίζει τον τρόπο διακανονισμού του πλήθους των αμφισβητήσεων, οι οποίες εμφα­νίζονται στον κύκλο αυτό. Διευρύνεται ο ρόλος του δικαίου κατά την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και της διοίκησης (συνταγματικό και διοικητικό δίκαιο), Διαμορφώνονται εθνικά συστήματα δικαίου. Λόγω της ταξικής του φύσης το δίκαιο της αστικής τάξης χρησίμευε ως μέσο εδραίωσης των οικονομικών και πολι­τικών όρων του συστήματος κυριαρχίας της αστικής τάξης και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.

Οι Κ. Μαρξ και Φρ. Ενγκελς καθόρισαν επακριβώς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο το αστικό δίκαιο ως βούληση της αστικής τάξης που έχει αναχθεί σε νόμο.[4]

 

Η ΤΑΞΙΚΗ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

Στην περίοδο του προμονοπωλιακού καπιταλισμού η εκμεταλλεύτρια αστική τάξη σε μέγιστο βαθμό εκφράζει στο δίκαιο τα ιδιοτελή συμφέροντά της, που υπαγορεύουν την ενίσχυση της ατομικής ιδιο­κτησίας και τη διασφάλισή της με σκληρές κυρώσεις. Παράλληλα το δίκαιο της αστικής τάξης ρύθμιζε τις υπάρχουσες κοινωνικο­οικονομικές σχέσεις καλύπτοντας με την τυπική ισότητα την οι­κονομική ανισότητα και με την ελευθερία των συμβάσεων τον εξωοικονομικό εξαναγκασμό. Στην περίοδο του ιμπεριαλισμού αναπτύσσονται ακόμα περισσότερο τα διάφορα συστήματα δικαίου της αστικής κοινωνίας, αντανακλώντας τη διαδικασία της προσαρμογής του στις συνθήκες και στις απαιτήσεις του μονοπωλιακού και σε συνέχεια του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Υπό την πίεση των εργαζομένων, σε συνδυασμό με την αλλαγή της διεθ­νούς κατάστασης και τη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του σοσιαλισμού, το αστικό κράτος υποχρεώθηκε να κάνει ορισμέ­νες νομικές παραχωρήσεις στους εργαζόμενους, όπως στο εργατικό δίκαιο, στην εκλογική και στην κοινωνική νομοθεσία. Αυτές όμως οι παραχωρήσεις δε μεταβάλλουν τον ταξικό χαρακτήρα του δικαίου της αστικής τάξης. Είναι και παραμένει ταξικό. Ως αντίβαρο των νομικών κατακτήσεων των εργαζόμενων η μονοπωλιακή αστική τάξη χρησιμοποιεί πλατιά την αντιδραστική και την αντεργατική νομοθεσία, η οποία συχνά αντιβαίνει στο Σύνταγμα που η ίδια έχει θέσει.

Σε συνθήκες της γενικής κρίσης του καπιτα­λισμού βαθαίνει ο αντιδραστικός χαρακτήρας του δίκαιου ως ισχυρού παράγοντα επιβολής της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Σε περιπτώσεις που απειλείται η εξουσία του, καταφεύγει είτε στον περιορισμό τον κοινωνικών δικαιωμάτων είτε ακόμα και στην ολοκληρωτική κατάργησή τους. Αυτή τη διαδικασία στη μαρξιστική ορολογία την ονομάζουν κρίση της αστικής νομιμότητας. Η ταξική ου­σία του Κράτους και του δικαίου είναι έκδηλη και στο χώρο της αστικής δικαιοσύνης. Σε μια ταξικά διαρθρωμένη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρχει ανεξαρτησία κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία, τμήμα της ενιαίας κρατικής εξουσίας, οργανώνεται και λειτουργεί και ως προς την απονομή της δικαιοσύνης στα πλαίσια του συγκεκριμένου δικαίου που η κυρίαρχη τάξη δημιουργεί και μέσα στα οποία καλείται ο δικαστής ν' ασκήσει το δικαιοδοτικό του έργο. Δεν μπορεί παρά το έργο του αυτό να είναι ταξικό, να στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα και ελευθερίες των εργαζομένων και να ενισχύσει τον αυταρχισμό.

Οπως ολόκληρο το αστικό κράτος είναι ταξικό και η δικαστική λειτουργία σαν μέρος αυτού του κράτους είναι ταξική, με την έννοια ότι κατά κύριο λόγο εξυπηρετεί αυ­τή την οικονομική τάξη που σήμερα μέσα στο δοσμένο αστικό κοι­νωνικό σύστημα ασκεί την οικονομική και κατά προέκταση την πολιτική εξουσία. Το δικαστήριο των αστών πάντοτε ήταν και παραμένει «τυφλό, εκλεπτυσμένο εργαλείο ανελέητης καταπίεσης των τάξεων που εκμεταλλεύονται, που περιφρουρεί τα συμφέροντα των παραλήδων»[5].Σε στιγμές όξυνσης της ταξικής πάλης αναιρείται η καθιερωμένη νομιμότητα και επιβάλλονται μορφές συνοπτικής διαδικασίας. Σε εποχή γενικής κρίσης ενισχύεται ο αντεργατικός-αντιλαϊκός ρόλος του νόμου, διευρύνεται υπέρμετρα η ελευθερία της δικαστικής κρίσης με την αναλογική εφαρμογή και ερμηνεία του ποινικού δικαίου, που από πρα­κτική άποψη οδηγεί στη δικαστική αυθαιρεσία ώστε και με αυτό τον τρόπο να θωρακίζεται το σύστημα. Γενική κατεύθυνση της ανάπτυξης του δικαίου των αστικών κρατών είναι το δυνάμωμα της διωκτικής κατασταλτικής του λειτουργίας ενά­ντια στον αγώνα των εργαζομένων. Τέλος, η οικονομική ανισότητα και το υψηλό κόστος απο­νομής της δικαιοσύνης στερεί τους εργαζόμενους του πραγματικού δικαιώματος υπεράσπισης των συμφερόντων τους.

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Το δίκαιο στην Ελλάδα είναι ταξικό, όπως ταξικό είναι και το κρά­τος. Δεν μπορεί να είναι κάτι το διαφορετικό, αφού οι νομικές σχέσεις είναι η αντανάκλαση των σχέσεων παραγωγής σε νόμους, νο­μικούς κανόνες, σε κρατικές πράξεις. Κυρίαρχο δίκαιο και στη δοσ­μένη ελληνική κοινωνία είναι η θέληση της κυρίαρχης τάξης. Για το λόγο αυτό το δίκαιο δεν μπορεί να έχει διαφορετικό ταξικό χα­ρακτήρα από ό,τι το συγκεκριμένο ταξικό κράτος και αντίστροφα, αφού και το κράτος σαν μηχανισμός καταναγκασμού είναι η επιβολή της κυρίαρχης τάξης προς τήρηση και εφαρμογή της θέλησής της, η οποία εκφράζεται σε νόμο που καθιερώνεται από την πολιτική εξουσία την οποία εκπροσωπεί. Ετσι το Ελληνικό Σύνταγμα, όπως και τα άλλα αστικά συντάγματα, αντανακλά το συσχετισμό των ταξι­κών δυνάμεων και τα ταξικά συμφέροντα του κεφαλαίου τον καιρό της ψήφισής του. Παγιώνει τη δικτατορία της άρχουσας τάξης, τη μορφή διακυβέρνησης, τη δομή του κράτους, την οργανωτική διαδικασία και δικαιοδοσία τόσο της κεντρικής ε­ξουσίας, όσο και των σωμάτων της τοπικής αυτοδιοίκησης, τη νο­μική κατάσταση του ατόμου, την οργάνωση και τις θεμελιώδεις αρχές της δικαιοσύνης. Με την παρούσα μελέτη θα αναφερθούμε μόνο στις τρεις θεμελιώδεις αρχές: α) του κράτους δικαίου, β) στην ισονομία και γ) στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο δικαιοδοτικό της έργο.

Οι τρεις αυτές δογματικές αρχές της αστικής νο­μικής διδασκαλίας έχουν καθιερωθεί στα αστικά συνταγματικά κείμενα καθώς και στο ελληνικό με πάγια μορφή.

Προτού όμως προ­χωρήσουμε στην ανάλυση που επιβάλλει το θέμα, πρέπει να τεθούν και να τύχουν απάντησης τα εξής ερωτήματα: Υπάρχουν κατά ουσία ή μόνο κατά το φαινόμενο; (όπως π.χ. η διακήρυξη πε­ρί των δικαιωμάτων του ανθρώπου).

Σε ταξικά διαρθρωμένες κοινωνίες, μία από τις οποίες είναι και η ελληνική, με ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, με εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, αυτές οι αρχές έχουν τυπικό χαρακτήρα. Αναφέρονται όμως στα αστικά συνταγματικά κείμενα γιατί είναι αρχές που συγκινούν τον πολίτη, συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αστικής συνείδησης και τη δημιουργία αυ­ταπατών, στοιχεία που βοηθούν την παγίωση της θέσης της κυ­ρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης. Οι αρχές αυτές, καθώς και άλλες, αυτοαναιρούνται με τις αντιφα­τικές και αλληλοσυγκρουόμενες συνταγματικές διατάξεις αλλά και από τις διατάξεις των εκτελεστικών νόμων του συντάγματος.

 

α) Η δογματική αστική αρχή του κράτους δικαίου

Σύμφωνα με την αστική διδασκαλία του δικαίου δυο στοιχεία συγκροτούν την έννοια του κράτους δικαίου: ο χωρισμός των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική και η υποταγή της διοίκησης στο νόμο.

Σήμερα η αρχή αυτή, αν και εξακολουθεί τυπικά να αναγράφεται στα αστικά συνταγματικά κείμενα, στην ουσία αναιρείται από τα πράγματα με την εφαρμογή στις λεγόμενες προεδρικές δημοκρατίες του συστήματος των «συγκρατήσεων και των αντίβαρων» (π.χ. το δικαίωμα του αρχηγού του κράτους να χρησιμοποιεί το βέτο στις πράξεις της Βουλής). Στη χώρα μας διάκριση των εξουσιών δεν υπάρχει. Υπάρχει αυτό το οποίο ομολογούν και οι ίδιοι οι αστοί επιστήμονες και ονομάζεται στην επιστημονική νομική ορολογία διασταύρωση ή σύγχυση των εξουσιών.

Η Εκτε­λεστική εξουσία με βάση τις σχετικές διατάξεις του ισχύοντος συντάγματος και των εκτελεστικών του νόμων, κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και κατά το χρόνο απουσίας της Βου­λής δικαιούται να εκδίδει κανονιστικά διατάγματα, καθώς και κανονιστικά διατάγματα κατά νομοθετική εξουσιοδότηση. Κανο­νιστικές πράξεις μπορούν να εκδίδουν και άλλα εκτελεστικά όρ­γανα, όπως υπουργοί, νομάρχες, αστυνομικές και δασικές αρχές κλπ. Ολες αυτές οι πράξεις είναι νομοθετικού περιεχομένου και αποτελούν πηγές του διοικητικού δικαίου. Με αυτά τα δε­δομένα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η κυρίαρχη εκμεταλλεύτρια τάξη της χώρας μας χρειάζεται ισχυρή εκτελεστική εξουσία για την υλοποίηση των στόχων της, αλλά και δικαστικό σύστημα που θα εξασφαλίζει την εξουσία της. Κατά συνέπεια τα όσα ευαγγελίζονται περί κράτους δικαίου οι πολιτικοί εκπρό­σωποι της κυρίαρχης εκμεταλλεύτριας τάξης είναι φενάκη.

 

β) Η δογματική αστική αρχή της ισονομίας

Από την πρώτη ακόμα περίοδο της εγκαθίδρυσης του καπιταλιστικού συστήματος η κοινωνική πραγματικότητα αποκάλυψε τον απατηλό χαρακτήρα της αρχής της ισότητας του δικαιώματος των πολιτών απέναντι στους νόμους σε συνθήκες καπιταλισμού. Τα αστικά συντάγματα όπως και το ελληνικό διακηρύσ­σουν το δικαίωμα της ισότητας των πολιτών απέναντι στους νόμους, επειδή αυτό απαιτεί ο ίδιος χαρακτήρας της ατομικής επιχείρησης, της οποίας προϋπόθεση ύπαρξης είναι η παρουσία στην αγορά ελεύθερης εργατικής δύναμης και το δικαίωμά της να πουλιέται και να αγοράζεται. Η αστική αρχή περιορίζεται μόνο στην τυπική πλευρά της, αγνοεί τις πραγματικές διαφο­ρές της κοινωνικής κατάστασης των ανθρώπων, τη διαίρεσή τους σε ανταγωνιστικές τάξεις από τις οποίες ο ένας εκμεταλλεύεται τους άλλους.

Ετσι σε ταξικά διαρθρωμένες κοινωνίες, με ανταγωνιστικές τάξεις, με εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με πλήρη ανισότητα στις σχέσεις παραγωγής, δεν μπορεί να υπάρχει και να έχει πε­δίο εφαρμογής και η αρχή αυτή, ανεξάρτητα εάν έχει θεσμοθε­τηθεί στα αστικά συντάγματα και οι πολιτικοί εκπρόσωποι των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων την επικαλούνται και την προβάλλουν.

Επί της δογματικής αστικής αρχής ο Κ. Μαρξ ε­πιγραμματικά αναφέρει ότι ως προς το περιεχόμενο, το δίκαιο των άνισων είναι δίκαιο της ανισότητας.[6]

 

γ) Η δογματική αστική αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης στο δικαιοδοτικό της έργο.

Ουσιαστικά δεν υπάρχει ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο δικαιοδο­τικό της έργο. Τυπικά μόνο και κατά το φαινόμενο. Αλλά δεν υπάρχει ανεξαρτησία ούτε από την εκάστοτε κυβέρνηση (εκτελεστική εξουσία). Ειδικότερα το ισχύον Σύνταγμα επί του θέματος ορίζει: «Οι προαγωγές στις θέ­σεις του προέδρου και των αντιπροέδρων του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούν­ται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοια διατάγματα. Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις του ίδιου του συντάγματος δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας». Το ίδιο λοιπόν το Σύνταγμα, ενώ με διάφορες διατάξεις του διακηρύσσει πανη­γυρικά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 9 την αναιρεί.

Τους δικαστές των ανώτατων δικαστηρίων (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου Επικρατείας, Ελεγκτικού Συνεδρίου, Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου) τους διορίζει η κυβέρνηση. Αυτά τα σώματα καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλη τη σύνθεση και τη διάταξη της κλίμακας του δικαστικού σώματος.

Επίσης τα ανώτατα δικαστήρια είναι αυτά που κυρίως διαμορφώνουν τη νομολογία όλης της «έννομης τάξης». Σε αυτό το πλαίσιο η αστική νομική επιστήμη αλλά και η αστική ιδεολογία καλλιεργούν και προβάλλουν την εικόνα ενός δικαστή υπερταξικού, αμερόληπτου, «ανεξάρτητου» λειτουργού, ο οποίος δήθεν υψώνεται πάνω από τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα και συμφιλιώνει όλη την κοινωνία κάτω από το ιερό πέπλο της «τυφλής δικαιοσύνης.

Στην πραγματικότητα όμως το δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει το ισχύον ταξικό δίκαιο, κάνοντας μία ερμηνεία στα πλαίσια της κυρίαρχης αντίληψης για το δίκαιο. Στα πλαίσια αυτά ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια η ερμηνεία των αόριστων νομικών ερμηνειών, που δίνει τη δυνατότητα να χτυπιούνται τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Την ίδια στιγμή που οι «λειτουργοί» της δικαστικής εξουσίας (δικαστές, εισαγγελείς κλπ.) αθωώνουν τους επιχειρηματίες από εργοδοτικά εγκλήματα (έλλειψη μέτρων ασφαλείας στο χώρο δουλειάς, θανατηφόρα ατυχήματα κλπ.), αλλεπάλληλες δικαστικές αποφάσεις κηρύσσουν τις απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές». Ποινικές διώξεις ασκούνται σε συνδικαλιστές εργάτες, σε μαθητές, σε αγωνιστές κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων που κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου διότι πρωτοστάτησαν στους λαϊκούς αγώνες.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι σε κοινωνίες, όπως και η ελληνική, διαιρεμένες σε ανταγωνιστικές τάξεις από τις οποίες ο ένας εκμεταλλεύεται τους άλλους, δεν μπορεί να υπάρχει ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στο δικαιοδοτικό της έργο. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί και η θεσμοθετημένη ελληνική νομοθεσία.

Η λεγόμενη ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας είναι καθαρά ψευδεπίγραφη και παραπλανητική. Αντανακλά μόνο τη σχετική αυτοτέλεια κάθε στοιχείου του εποικοδομήματος, η οποία σκόπιμα προβάλλεται ως «ανεξαρτησία» προκειμένου οι δικαστικές αποφάσεις να καλλιεργούν τη συμμόρφωση και υποταγή των λαϊκών στρωμάτων στο αστικό σύστημα εξουσίας.

 

ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 Ανώτατος ιστορικός τύπος δικαίου είναι το σοσιαλιστικό δίκαιο. Για πρώτη φορά το σοσιαλιστικό δίκαιο εμφανίστηκε στο σοβιετι­κό κράτος ως αποτέλεσμα της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης. Πρώτη σπουδαία επανα­στατική πράξη αποτελεί η «Διακήρυξη των Δι­καιωμάτων των Εργαζομένων και του υπό Εκμετάλλευση Λαού της Σοβιετικής Δημοκρατίας» με την οποία εδραιώθηκαν νομοθετικά και ουσιαστικά οι βασικές αρχές και τα καθήκοντα του σοσιαλιστικού κράτους.

Η Διακήρυξη συντάχθηκε από τον Β. Ι. Λένιν και ψηφίσθηκε στις 25 Γενάρη 1918 από το 3ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ. Η Διακήρυξη ανακήρυξε τη Ρωσία Δημοκρατία των Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών, η εξουσία της οποίας ανήκει ολοκληρωτικά και αποκλειστικά στις εργαζόμενες μάζες και στον εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό τους, τα Σοβιέτ. Ακόμη η Διακήρυξη έθετε, εκτός των άλλων, την εξάλειψη κάθε εκμετάλ­λευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, την πλήρη κατάργηση του χωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις, την κατάπνιξη της αντί­στασης των εκμεταλλευτών, την εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας, την επικύρωση της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτη­σίας, τη θέσπιση νόμων για την άσκηση εργατικού ελέγχου, την καθιέρωση της υποχρεωτικής εργασίας και το σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας όλων των λαών.

Η Διακήρυξη περιλήφθηκε στο Σύνταγμα του 1918 (Α΄ Μέρος). Το σοσιαλιστικό δίκαιο πρώτα και κύρια εκφράζει τη θέληση των εργαζομένων που αποτελούν τη συντρι­πτική πλειοψηφία του λαού. Οι κύριες αρχές του είναι: η κα­τάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, η διαφύλαξη της σοσιαλι­στικής ιδιοκτησίας που αποτελεί τη βάση του σοσιαλι­στικού συ­στήματος οικονομίας, η εδραίωση της κυριαρχίας των εργαζο­μένων, η απόλυτη ισοτιμία των πολιτών ανεξάρτητα από φυλή, εθνικότητα και φύλο, η ανάπτυξη των κοινωνικοοικονομικών πολιτικών και άλλων δικαιω­μάτων και ελευθερίων των πολιτών, η υποχρεωτική τήρηση της αρχής της νομιμότητας κατά τη δράση όλων των κρατικών και κοι­νωνικών οργανώσεων, των κρατικών λειτουργών και πολιτών, η αποφασιστική αντιμετώπιση κάθε επιβολής κατά του σοσιαλιστικού συστήματος, ο ουμανισμός και η δικαιοσύνη.

Επειδή το περιεχόμενό του και οι σκοποί του είναι νέοι από άποψη αρχών, το σοσιαλιστικό δίκαιο δεν μπορεί να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα εξέλιξης ή ακόμα μετασχη­ματισμού του παλαιού δικαίου της αστι­κής κοινωνίας. Αρνηση του παλαιού συστήματος δικαίου είτε με άμεση κατάργηση είτε βαθμιαία, αυτή είναι η αντικειμενική νο­μοτέλεια της εμφάνισης του νέου σοσιαλιστικού τύπου δικαίου σε όλες τις μορφές του. Στην αστική νομική φιλολογία είναι πλα­τιά διαδεδο­μένος ο ισχυρισμός ότι δήθεν για το μαρξισμό είναι χαρακτηριστική η περιφρονητική στάση στο δίκαιο, γιατί το θεωρεί αστικό κοινωνικό θεσμό. Στην πραγματικότητα την αναγκαιότητα της ύπαρξης του δικαίου στο σοσιαλισμό, ως την ολοκληρωτική νίκη του Κομμουνισμού, ο Κ. Μαρξκαι ο Β. Ι. Λένιν τη θεωρούσαν ως αντικειμενική νομοτέλεια της ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στο έργο του «Κράτος και Επανάστα­ση» υπογραμμίζοντας το ρόλο της νομικής μορφής της κοινωνικής ρύθμισης ο Β. Ι. Λένιν έγραφε: «Χωρίς να πέφτεις στην ουτο­πία δεν μπορείς να υποθέσεις ότι μετά την ανατροπή του καπιταλισμού, οι άνθρωποι αμέσως θα μάθουν να εργάζονται για την κοινωνία χωρίς οποιουσδήποτε κανόνες δικαίου, μάλιστα ούτε καν τις οικονομικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας αλλαγής δεν δί­νει αμέσως η κατάργηση του καπιταλισμού»[7].Η οικονομική - οργα­νωτική λειτουργία του σοσιαλιστικού κράτους προϋποθέτει την ύπαρξη λαϊκού - οικονομικού σχεδίου, που ψηφίζεται ως υπο­χρεωτικός νόμος, για την εκπλήρωση του οποίου απαιτείται η νομική ρύθμιση της δραστηριότητας των σοσιαλιστικών επιχει­ρήσεων και οργανώσεων. Ετσι στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης το δίκαιο θεωρείται όχι μόνο μέσο επίλυσης ποι­κίλων διενέξεων, αλλά σε αυτό αναθέτονται σπουδαίες οργανωτικές και δημιουργικές λειτουργίες, ιδιαίτερα στη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής. Το δίκαιο στο σοσιαλισμό είναι ακόμα απαραίτητο για την πάλη με τα υπάρχοντα υπολείμματα του καπιταλισμού την εγκληματικότητα και μεάλλες μορφές παραβίασης του νόμου.

Η μαρξιστικολενινιστική θεωρία απορρί­πτει το αστικό πολιτικό νομικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο η κρατική εξουσία νοείται όχι σαν ενιαίο σύνολο, αλλά σαν σύνολο διαφόρων λειτουργιών εξουσίας (νομοθετικής, εκτελεστι­κής και δικαστικής). Σύμφωνα με το Μαρξισμό η θεωρία «καταμερισμός ή διάκριση των εξουσιών» δεν είναι τίποτα άλλο παρά κοινός υπηρεσιακός καταμερισμός εργασίας που γίνεται στον κρατικό μηχανισμό για τονσκοπό της απλοποίησης και του ελέγχου. Η ύπαρξη κρατικών οργάνων με διαφορετικές αρμοδιότητες σημαίνει ότι κατά την πραγματοποίηση στη ζωή της ενότητας της κρατικής εξου­σίας είναι αναγκαίος ορισμένος καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Αυτός ο καταμερισμός διευκολύνει την επιβολή ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου και παράλληλα συμβάλλει στη συσκότιση του ενιαίου ταξικού χαρακτήρα της εξουσίας με όλες τις λειτουργίες της.

Με την εγκαθίδρυση τουκαπιταλιστικού κα­θεστώτος η αρχή «διάκρισης των εξουσιών» διακηρύχτηκε σαν μια από τις βασικές αρχές σύνταξης των αστικών συνταγμάτων. Η αστική θεωρία για τον καταμερισμό των εξουσιών που συνδέε­ται με τη θεωρία του φυσικού δικαίου έπαιξε ιστορικό προοδευτικό ρόλο στοναγώνα της αστικής τάξης ενάντια του απολυ­ταρχισμού. Σε μια σειρά χώρες αυτή η διδασκαλία χρησιμοποιή­θηκε για τη θεμελίωση συμβιβασμού ανάμεσα στην αστική τάξη, η οποία επέβαλε τον έλεγχο πάνω στη νομοθετική εξουσία και τη δικαστική και τους φεουδαρχικο­μοναρχικούς κύκλους που διατηρούσαν στα χέρια τους την εκτελεστική εξουσία. Ουσιαστι­κή υποχώρηση από τη θεωρία «της διάκρισης των εξουσιών» εί­ναι η διάδοση στις λεγόμενες προεδρικές δημοκρατίες του συστήματος των «συγκρατήσεων και των αντίβαρων» (το δικαίωμα του αρχηγού του κράτους να χρησιμοποιεί το βέτο στις πράξεις της Βουλής, οδικαστικός έλεγχος για τη συνταγματικότητα των νόμων κλπ.), κατά το οποίο η Βουλή βρίσκεται σε σημαντική εξάρτηση από την εκτελεστική. Η θεωρία «διάκρισης των εξουσιών» αγνοεί την ταξική φύση του Κράτους και είναι αστικός νομικός θεσμός κατάλοιπο της Γαλλικής Επανάστασης.

Σε αντίθεση με την αστική κοινωνία ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων στα πλαίσια του σοσιαλιστικού κράτους και η οργανωτική συγκρότηση του δικαστικού σοσιαλι­στικού συστήματος στηρίζονται στον εργατικό - λαϊκό έλεγχο και αποσκοπούν στην ενίσχυση των λειτουργιών της λαϊκής εξουσίας.

Η εξασφάλιση του δικαστηρίου στο δικαιοδοτικό του έργο για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής εξουσίας και νομιμότητας κατοχυρώνεται από τη σοσιαλιστική νομοθεσία με πολ­λές εγγυήσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η εκλογή των δικαστών και των λαϊκών δικαστών σε όλους τους βαθμούς του δικαστικού συστήματος, το δικαίωμα της εμπρόθεσμης ανάκλησης από τους εκλογείς των δικαστών που δε δικαίωσαν την εμπιστοσύνη τους. Το έργο των δικαστών κατά την απονομή της λαϊκής δικαιοσύνης εξασφαλίζεται ακόμα και με νομικές εγγυήσεις με την αμεσότητα, το αδιάκοπο και την προφορικότητα της διαδικασίας, το δικαίωμα εξαίρεσης δικαστή, τη μυστικότητα της αίθουσας διάσκεψης.

Το σοσιαλιστικό δίκαιο έχει επιστημονική βάση το μαρξισμό - λενινισμό, τις μεγάλες λενινι­στικές ιδέες στα ζη­τήματα ανάπτυξης του σοσιαλιστικού κράτους. Το σοσιαλιστικό δίκαιο είναι γνήσιο λαϊκό. Είναι βαθιά δημοκρατικό και εδραιώ­νει και εγγυάται την κυριαρχία της εργατικής τάξης και των σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων. Από τη φύση του εί­ναι διεθνιστικό και ο σοσιαλιστικός διεθνισμός του αποτελεί μία απότις σπουδαιότερες βάσεις της αδελφικής και αδιάσπα­στης Φιλίας των λαών.

Οπως έδειξε η πείρα της Μεγάλης Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης με την πρώτη κιόλας πράξη της, την παράδοση των μέσων παραγωγής στην ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας, πραγματοποιεί ριζική ανατροπή σε ολόκληρο το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων. Με την εξάλειψη των εκμεταλλευτριών τάξεων, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού λύνονται σειρά από ουσιαστικά προβλήματα που συνδέονται με το πρόβλημα της κοινωνικής ισότητας.



* Ο Κώστας Τουμασάτος είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ του ΚΜΕ.

[1] Ησιόδου Εργα, Σοφοκλέους «Οιδί­πους Τύραννος» «Αντιγόνη», Πλάτωνος «Πρωταγόρας».

[2] Κ. Μαρξ: «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», σελ. 424, από το Κ.Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: Διαλεχτά έργα», τ. 1.

[3]Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντύριγκ», σελ. 133, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[4]Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», σελ. 45, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

[5]Β.Ι. Λένιν: «Το τρίτο Πανρώσικο συνέδριο των σοβιέτ», Απαντα τ. 35, σελ. 270.

[6] Κ. Μαρξ: «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», σελ. 13-14, από το Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: Διαλεχτά έργα», τ. 2.

[7] Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», Απαντα, τ. 33, σελ. 94-95.