ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ*

Τα αστικά και αντιδραστικά κόμματα παραξενεύονται εξαιρετικά γιατί τώρα ξαφνικά και παντού οι σοσιαλιστές βάζουν στην ημερήσια διάταξη το αγροτικό πρόβλημα. Θα έπρεπε με το δίκιο τους να παραξενεύονταν γιατί αυτό δεν έγινε από καιρό. Από την Ιρλανδία ως τη Σικελία, από την Ανδαλουσία ως τη Ρωσία και τη Βουλγαρία, ο χωρικός είναι ένας πολύ ουσιαστικός παράγοντας του πληθυσμού, της παραγωγής και της πολιτικής δύναμης. Μόνο δυο δυτικοευρωπαϊκές περιοχές αποτελούν εδώ εξαίρεση. Στην κυρίως Μεγάλη Βρετανία η μεγάλη γαιοκτησία και η μεγάλη γεωργία έχουν εκτοπίσει ολοκληρωτικά τον ατομικό καλλιεργητή χωρικό. Στην ανατολικά από τον Ελβα Πρωσία, από αιώνες τώρα, συντελείται το ίδιο προτσές, κι εδώ επίσης ο αγρότης όλο και περισσότερο «παραμερίζεται» ή τουλάχιστον απωθείται οικονομικά και πολιτικά στο περιθώριο.

Σαν πολιτικός παράγοντας ο αγρότης ως τώρα χαρακτηρίζεται κυρίως από την απάθειά του, που έχει τη ρίζα της στην απομόνωση της αγροτικής ζωής. Η απάθεια αυτή της μεγάλης μάζας του πληθυσμού είναι το πιο γερό στήριγμα όχι μόνον της κοινοβουλευτικής διαφθοράς στο Παρίσι και τη Ρώμη, μα και του ρωσικού δεσποτισμού. Δεν είναι όμως καθόλου ανυπέρβλητη. Από τότε που εμφανίστηκε το εργατικό κίνημα, δε δυσκολεύτηκε και πολύ ο αστός της δυτικής Ευρώπης, ιδιαίτερα στα μέρη όπου επικρατεί η αγροτική μικροϊδιοκτησία, να κάνει υπόπτους και μισητούς στη φαντασία των αγροτών τους σοσιαλιστές εργάτες σαν partageux, σαν «μοιραστές», σαν τεμπέληδες και άπληστους ανθρώπους των πόλεων, που επιβουλεύονται την αγροτική ιδιοκτησία. Οι ασαφείς σοσιαλιστικές επιδιώξεις της επανάστασης του Φλεβάρη του 1848 σαρώθηκαν γρήγορα από τα αντιδραστικά ψηφοδέλτια των γάλλων αγροτών. Ο αγρότης που ήθελε την ησυχία του, έβγαλε από το θησαυρό των αναμνήσεών του το θρύλο για τον αγρότη αυτοκράτορα Ναπολέοντα και δημιούργησε τη δεύτερη αυτοκρατορία. Ολοι μας ξέρουμε τι στοίχισε στο γαλλικό λαό αυτό το ανδραγάθημα των αγροτών. Από τις συνέπειές του υποφέρει ακόμα και σήμερα ο γαλλικός λαός.

Από την εποχή όμως εκείνη έχουν αλλάξει πολλά. Η ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής μορφής της παραγωγής έκοψε το ζωτικό νεύρο της μικρής παραγωγής στην αγροτική οικονομία, που ξεπέφτει και φθίνει χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Ο συναγωνισμός της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής και των Ινδιών πλημμύρισε την ευρωπαϊκή αγορά με φτηνά σιτηρά, τόσο φτηνά, που κανένας ντόπιος παραγωγός δε μπορεί να τα συναγωνιστεί. Και οι μεγάλοι τσιφλικάδες και οι μικροχωρικοί αντιμετωπίζουν άμεσα και στον ίδιο βαθμό την καταστροφή. Και επειδή και οι δυο είναι γαιοκτήμονες και αγρότες, παρουσιάζεται ο μεγαλοτσιφλικάς σαν προασπιστής των συμφερόντων του μικροχωρικού, κι ο μκροχωρικός -γενικά- δέχεται αυτόν τον προασπιστή.

Στο μεταξύ όμως αναπτύχθηκε στη Δύση ένα ισχυρό σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα. Οι θολές προαισθήσεις και τα αισθήματα της εποχής της επανάστασης του Φλεβάρη ξεκαθάρισαν, πλάταιναν, βάθαιναν και έγιναν ένα πρόγραμμα με καθορισμένες χειροπιαστές διεκδικήσεις που ικανοποιεί όλες τις επιστημονικές απαιτήσεις. Αυτές τις διεκδικήσεις τις υποστηρίζει στα κοινοβούλια της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Βελγίου ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός από βουλευτές. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το σοσιαλιστικό κόμμα έγινε ζήτημα του κοντινού μέλλοντος. Για να κατακτήσει όμως την πολιτική εξουσία το κόμμα αυτό πρέπει προηγούμενα να πάει από την πόλη στην ύπαιθρο, πρέπει να γίνει μια δύναμη στο χωριό. Μήπως το σοσιαλιστικό κόμμα, που πλεονεκτεί από όλα τα άλλα κόμματα, γιατί έχει καθαρή αντίληψη για τη σχέση των οικονομικών αιτίων με τις πολιτικές συνέπειες, και που γι’ αυτό από καιρό τώρα ανακάλυψε τη μορφή του λύκου κάτω από την προβιά του μεγαλοτσιφλικά, που πάει να επιβάλει τον εαυτό του με το στανιό φίλο των αγροτών, μήπως το κόμμα αυτό μπορεί ν’ αφήσει ήσυχα-ήσυχα τον καταδικασμένο να αφανιστεί αγρότη, στα χέρια των ψεύτικων προστατών του, ώσπου από παθητικός αντίπαλος των βιομηχανικών εργατών να μεταβληθεί σε δραστήριο αντίπαλό τους; Και έτσι φτάσαμε στο κέντρο του αγροτικού ζητήματος.

 

Ι

 Ο αγροτικός πληθυσμός, στον οποίο μπορούμε ν’ απευθυνθούμε, αποτελείται από πολύ διαφορετικά συστατικά, που κι αυτά πάλι, ανάλογα με την περιφέρεια, είναι πολύ διαφορετικού είδους.

Στη δυτική Γερμανία, όπως και στη Γαλλία και στο Βέλγιο, επικρατεί η μικρή καλλιέργεια από αγρότες που έχουν ένα μικρό κλήρο. Απ’ αυτούς η πλειοψηφία είναι ιδιοκτήτες και η μειοψηφία ενοικιαστές των κομματιών γης που έχουν.

Στα βορειοδυτικά -στην κάτω Σαξωνία και στο Σλέσβιγκ Χόλσταϊν- επικρατούν οι μεγάλοι και μεσαίοι χωρικοί που δεν τα βγάζουν πέρα χωρίς υπηρέτες και υπηρέτριες ακόμα και χωρίς μεροκαματιάρηδες. Το ίδιο γίνεται και σε ένα τμήμα της Βαυαρίας.

Στην ανατολικά από τον Ελβα Πρωσία και στο Μεκλεμβούργο έχουμε την περιοχή της μεγάλης γαιοκτησίας και της μεγάλης καλλιέργειας με υπηρέτες, με μισθωτούς και μεροκαματιάρηδες και κάπου-κάπου μικρούς και μεσαίους χωρικούς σε σχετικά μικρή αναλογία, που όλο και ελαττώνεται.

Στη μέση Γερμανία όλες αυτές οι μορφές παραγωγής και ιδιοκτησίας βρίσκονται ανακατεμένες σε διάφορες αναλογίες, ανάλογα με την περιοχή, χωρίς ορισμένη επικράτηση της μιας ή της άλλης σε κάπως μεγαλύτερη επιφάνεια.

Χώρια από αυτό υπάρχουν περιοχές που διαφέρουν στην έκταση, όπου η ιδιόκτητη ή νοικιασμένη γη δεν αρκεί για τη διατροφή της οικογένειας, αλλά χρησιμεύει μόνο ως βάση για τη λειτουργία μιας οικοτεχνίας που επιβάλλει αδιανόητα χαμηλούς μισθούς, οι οποίοι με τη σειρά τους εξασφαλίζουν τη συνεχή διάθεση των προϊόντων τους παρά τον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων.

Ποιαν απ’ αυτές τις υποδιαιρέσεις του αγροτικού πληθυσμού μπορεί να κερδίσει το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα; Φυσικά εξετάζουμε αυτό το ζήτημα μόνο στις γενικές του γραμμές. Θα εξετάσουμε μόνο τις μορφές που ξεχωρίζουν πιο ξεκάθαρα. Μας λείπει ο χώρος για την εξέταση των ενδιάμεσων βαθμίδων και των πληθυσμών με μικτή σύνθεση.

Ας αρχίσουμε με τον μικροχωρικό. Δεν είναι μόνο για τη δυτική Ευρώπη γενικά ο πιο σπουδαίος απ’ όλους τους αγρότες. Αλλά μας προσφέρει επίσης την κρίσιμη περίπτωση όλου του ζητήματος. Οταν έχουμε σαφή αντίληψη για τη θέση μας απέναντι στο μικροχωρικό, έχουμε πια όλα τα σημεία στήριξης για να καθορίσουμε τη στάση μας απέναντι στα άλλα στοιχεία του αγροτικού πληθυσμού.

Οταν λέμε μικροχωρικός, εννοούμε εδώ τον ιδιοκτήτη ή ενοικιαστή -ιδιαίτερα τον πρώτο- ενός μικρού κομματιού γης, κατά κανόνα όχι μεγαλύτερου από ένα κομμάτι που μπορεί να το καλλιεργήσει μόνος του με την οικογένεια του και όχι μικρότερου από ένα κομμάτι που μπορεί να θρέψει ολόκληρη την οικογένειά του. Αυτός ο μικροχωρικός, όπως κι ο μικρός χειροτέχνης, είναι λοιπόν εργάτης που ξεχωρίζει από το σύγχρονο προλετάριο με το ότι είναι ακόμα κάτοχος των μέσων του εργασίας, δηλαδή απομεινάρι ενός περασμένου τρόπου παραγωγής. Από τον πρόγονό του, το δουλοπάροικο, τον εξαρτώμενο ή -πολύ σπάνια- τον ελεύθερο μα υποχρεωμένο να πληρώνει φόρους και να κάνει αγγαρείες χωρικό, ξεχωρίζει από τρεις απόψεις.

• Πρώτα, με το ότι η Γαλλική Επανάσταση τον απάλλαξε από τις φεουδαρχικές επιβαρύνσεις και υπηρεσίες που χρωστούσε στον τσιφλικά και στις περισσότερες περιπτώσεις, τουλάχιστον στην αριστερή όχθη του Ρήνου, του παράδωσε τη γη του σαν δική του ελεύθερη ιδιοκτησία.

• Δεύτερο, με το ότι έχασε την προστασία της αυτοδιοικούμενης αγροτικής κοινότητας, που ήταν μέλος της, και μαζί της έχασε και το μερίδιό του στο δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα πρώην κοινοτικά κτήματα. Την κοινή γη την άρπαξαν με απάτη εν μέρει οι παλιοί φεουδάρχες αφέντες, εν μέρει με την προοδευτική -βασισμένη στο ρωμαϊκό δίκαιο- γραφειοκρατική νομοθεσία, κι έτσι στέρησαν από το σύγχρονο μικροχωρικό τη δυνατότητα να τρέφει τα ζώα της δουλειάς του χωρίς να αγοράζει την τροφή τους. Από οικονομική όμως άποψη η απώλεια του δικαιώματος να χρησιμοποιεί την κοινοτική γη αντισταθμίζει, με το παραπάνω, την κατάργηση των φεουδαρχικών επιβαρύνσεων. Ο αριθμός των αγροτών που δεν μπορούν να διατηρήσουν δικά τους ζώα δουλειάς μεγαλώνει διαρκώς.

• Τρίτο, ο σημερινός αγρότης ξεχωρίζει με το χάσιμο της μισής από την προηγούμενη παραγωγική του δραστηριότητα. Προηγούμενα, μαζί με την οικογένειά του, παρήγαγε από πρώτες ύλες, που τις έβγαζε ο ίδιος, το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών προϊόντων που χρειαζόταν. Ο,τι του χρειαζόταν ακόμα, το έφτιαχναν οι συγχωριανοί του που πλάι στη γεωργία ασχολούνταν και με τη χειροτεχνία και πληρώνονταν συνήθως με άλλα είδη ή με ανταπόδοση υπηρεσιών. Η οικογένεια και ακόμα περισσότερο το χωριό ήταν αυτάρκεις, παρήγαγαν σχεδόν όλα όσα χρειάζονταν. Ηταν σχεδόν καθαρή φυσική οικονομία, το χρήμα δεν το χρειάζονταν σχεδόν καθόλου. Με τη χρηματική οικονομία και με τη μεγάλη βιομηχανία η κεφαλαιοκρατική παραγωγή έβαλε τέρμα σ’ αυτή την κατάσταση. Αν όμως η κοινοτική γη ήταν ο ένας βασικός όρος της ύπαρξης του αγρότη, το συμπληρωματικό βιοτεχνικό επάγγελμα ήταν ο δεύτερος. Κι έτσι ο αγρότης βουλιάζει όλο και πιο βαθιά. Οι φόροι, οι κακές σοδιές, το μοίρασμα των κτημάτων ανάμεσα σε κληρονόμους, οι δίκες, σπρώχνουν τον ένα μετά τον άλλο τους αγρότες στον τοκογλύφο, η καταχρέωση γίνεται όλο και πιο γενική και για τον καθένα ξεχωριστά γίνεται όλο και πιο βαθιά - κοντολογής, ο μικροχωρικός μας, όπως και κάθε άλλο υπόλειμμα ενός ξεπερασμένου τρόπου παραγωγής, είναι καταδικασμένος να αφανιστεί χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Είναι μελλοντικός προλετάριος.

Σαν τέτοιος θα έπρεπε να ακούει πρόθυμα τη σοσιαλιστική προπαγάνδα. Σε αυτό όμως τον εμποδίζει για την ώρα ακόμα το αίσθημα της ιδιοκτησίας που του έχει μπει μέσα στο αίμα. Οσο δυσκολότερος γίνεται γι’ αυτόν ο αγώνας για το κομματάκι του γης που κινδυνεύει, με τόσο πιο άγρια απόγνωση αγκιστρώνεται πάνω του, τόσο περισσότερο βλέπει στο σοσιαλδημοκράτη που μιλά για παράδοση της γαιοκτησίας στην ολότητα, έναν εξίσου επικίνδυνο εχθρό με τον τοκογλύφο και το δικηγόρο. Πώς πρέπει η σοσιαλδημοκρατία να υπερνικήσει αυτή την προκατάληψη; Τι μπορεί να προσφέρει στο μικροχωρικό που τραβά στον αφανισμό χωρίς να φανεί ασυνεπής με τον εαυτό της;

Εδώ βρίσκουμε ένα πρακτικό σημείο στήριξης στο αγροτικό πρόγραμμα των γάλλων σοσιαλιστών της μαρξιστικής τάσης, που είναι ακόμα πιο αξιοπρόσεκτο, γιατί προέρχεται από την κλασική χώρα της μικρής αγροτικής οικονομίας.

Στο Συνέδριο της Μασσαλίας, το 1892, ψηφίστηκε το πρώτο αγροτικό πρόγραμμα του κόμματος. Το πρόγραμμα αυτό ζητά για τους ακτήμονες εργάτες γης (δηλ. για τους μεροκαματιάρηδες και υπηρέτες των αγροκτημάτων): κατώτατο όριο μισθού, που θα το καθορίζουν τα συνδικάτα και τα κοινοτικά συμβούλια, αγροτικά επαγγελματικά δικαστήρια που ν’ αποτελούνται στο μισό τους από εργάτες, απαγόρευση πούλησης της κοινοτικής γης και εκμίσθωση των κρατικών κτημάτων στις κοινότητες, που πρέπει να νοικιάζουν όλη τούτη τη γη -την κοινοτική και τη μισθωμένη- σε ενώσεις από ακτήμονες οικογένειες εργατών γης για κοινή καλλιέργεια, με απαγόρευση να χρησιμοποιούνται μισθωτοί εργάτες, και κάτω από τον έλεγχο της κοινότητας. Συντάξεις για τους γέρους και τους ανάπηρους, που θα καλύπτονται από έναν ειδικό φόρο πάνω στη μεγάλη γαιοκτησία.

Για τους μικροαγρότεςπου συνυπολογίζονται εδώ ειδικά και οι ενοικιαστές, το πρόγραμμα απαιτεί να εφοδιαστεί η κοινότητα με γεωργικές μηχανές που θα τις νοικιάζει σε τιμή κόστους στους αγρότες. Να συγκροτηθούν αγροτικοί συνεταιρισμοί για την αγορά λιπασμάτων, σωλήνων αποστράγγισης, σπόρων κλπ. και για την πούληση των προϊόντων. Να καταργηθεί ο φόρος πάνω στη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας ενός κομματιού γης, όταν η αξία της δεν ξεπερνά τα 5.000 φράγκα. Να γίνουν επιτροπές διαιτησίας κατά το ιρλανδικό υπόδειγμα για την ελάττωση των εξογκωμένων ενοικίων και για την αποζημίωση των ενοικιαστών και των μισακάρηδων (métayers) που αποχωρούν, για το ανέβασμα της αξίας της γης που πραγματοποιήθηκε με τη δουλειά τους. Να καταργηθεί το άρθρο 2102 του αστικού κώδικα που δίνει στο γαιοκτήμονα δικαίωμα υποθήκης πάνω στη σοδιά και να καταργηθεί το δικαίωμα των πιστωτών να εγγράφουν υποθήκη στη σοδιά που αναπτύσσεται. Να απαγορευτεί η υποθήκη πάνω στα γεωργικά εργαλεία, στο σπόρο, στα λιπάσματα, στα ζώα εργασίας, με δυο λόγια, στο καθετί που είναι απαραίτητο στον αγρότη για το νοικοκυριό του. Να αναθεωρηθεί το γενικό κτηματολόγιο που από καιρό έχει παλιώσει, στο μεταξύ όμως να αναθεωρηθεί το κτηματολόγιο τοπικά, σε κάθε κοινότητα. Τέλος το πρόγραμμα απαιτεί ειδική γεωργική εκπαίδευση και σταθμούς γεωπονικών ερευνών.

Βλέπουμε ότι οι διεκδικήσεις για τα συμφέροντα των αγροτών -οι διεκδικήσεις για τα συμφέροντα των εργατών δε μας ενδιαφέρουν εδώ για την ώρα- δεν πάνε πολύ μακριά. Ενα μέρος από αυτές τις διεκδικήσεις έχει κιόλας πραγματοποιηθεί σε άλλες χώρες. Τα δικαστήρια διαιτησίας για τους ενοικιαστές γης αναφέρονται καθαρά στο ιρλανδικό πρότυπο. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί υπάρχουν κιόλας στη Ρηνανία. Η αναθεώρηση του κτηματολογίου είναι μόνιμος ευσεβής πόθος όλων των φιλελεύθερων, ακόμα και των γραφειοκρατών, σ’ όλη τη δυτική Ευρώπη. Και τα υπόλοιπα σημεία του προγράμματος θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν επίσης χωρίς να ζημιώσουν ουσιαστικά το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς που υπάρχει. Αυτά μονάχα για το χαρακτηρισμό του προγράμματος. Δεν πρόκειται για μομφή ενάντιά του, απεναντίας.

Με το πρόγραμμα αυτό το κόμμα έκανε τόσο καλή δουλειά στους αγρότες των διαφόρων περιοχών της Γαλλίας, που -τρώγοντας έρχεται η όρεξη- ένιωσαν την ανάγκη να το προσαρμόσουν ακόμα καλύτερα στα γούστα των αγροτών. Ενιωθαν βέβαια ότι έτσι πατούσαν σ’ επικίνδυνο έδαφος. Πώς μπορούσε κανείς να βοηθήσει τον αγρότη όχι ως μελλοντικό προλετάριο, μα ως τωρινό ιδιοκτήτη χωρικό, χωρίς να παραβιάσει τις βασικές αρχές του γενικού σοσιαλιστικού προγράμματος; Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίρρηση, πρόταξαν ως πρόλογο στις νέες πρακτικές προτάσεις μια θεωρητική εισαγωγή, που προσπαθεί ν’ αποδείξει ότι η προστασία της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας ενάντια στον αφανισμό της από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, βρίσκεται μέσα στις αρχές του σοσιαλισμού, αν και οι ίδιοι οι συντάκτες αντιλαμβάνονται πέρα για πέρα, ότι ο αφανισμός αυτός είναι αναπότρεπτος. Αυτή την εισαγωγή καθώς και τις ίδιες τις διεκδικήσεις που ψηφίστηκαν το Σεπτέμβρη τούτου του χρόνου στο Συνέδριο της Νάντης, θα τις εξετάσουμε τώρα από κοντά. Η εισαγωγή αρχίζει έτσι:

«Εχοντας υπόψη ότι:

• σύμφωνα με το κείμενο του γενικού προγράμματος του κόμματος οι παραγωγοί μπορούν να είναι ελεύθεροι μόνο στο βαθμό που είναι κάτοχοι των μέσων παραγωγής,

• αν στον τομέα της βιομηχανίας αυτά τα μέσα παραγωγής είναι κιόλας κεφαλαιοκρατικά συγκεντροποιημένα στο βαθμό που μπορούν να επιστραφούν στους παραγωγούς μόνο με συλλογική ή κοινωνική μορφή, στον τομέα όμως της αγροτικής οικονομίας -τουλάχιστο στη σημερινή Γαλλία- τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Εδώ, αντίθετα, το μέσο παραγωγής, δηλ. η γη, βρίσκεται ακόμα σε πάρα πολλά μέρη σαν ατομική ιδιοκτησία στα χέρια ξεχωριστών παραγωγών,

• αν αυτή η κατάσταση που την χαρακτηρίζει η κομματιασμένη ιδιοκτησία είναι μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί (est fatalement appelé α disparaître), ο σοσιαλισμός ωστόσο δεν πρόκειται να επιταχύνει αυτό τον αφανισμό, μια και το καθήκον του δεν είναι να χωρίσει την ιδιοκτησία από την εργασία, μα αντίθετα να συνενώσει στα ίδια χέρια αυτούς τους δυο παράγοντες κάθε παραγωγής, παράγοντες που ο χωρισμός τους έχει ως συνέπεια την υποδούλωση και την αθλιότητα των προλεταριοποιημένων εργατών,

• αν από τη μια μεριά υποχρέωση του σοσιαλισμού είναι να δώσει ξανά στους προλετάριους της γεωργίας -με συλλογική ή κοινωνική μορφή- τα μεγάλα κτήματα, ύστερα από την απαλλοτρίωση των τωρινών αργόσχολων ιδιοκτητών τους, από την άλλη μεριά όμως είναι όχι λιγότερο επιτακτική υποχρέωσή του να διαφυλάξει τη μικρή ιδιοκτησία των αγροτών που καλλιεργούν μόνοι τους το κομματάκι γης που έχουν, από τους φόρους, τον τοκογλύφο και τις επεμβάσεις των μεγαλοτσιφλικάδων που ξαναπαρουσιάστηκαν,

• είναι σκόπιμο να επεκταθεί η προστασία αυτή και στους παραγωγούς εκείνους που, με τ’ όνομα ενοικιαστές ή μισακάρηδες (métayers) καλλιεργούν ξένη γη και που, ακόμα κι όταν εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες, εξαναγκάζονται σ’ αυτό ως έναν ορισμένο βαθμό εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων,

• το εργατικό κόμμα -που, σε αντίθεση με τους αναρχικούς, δεν υπολογίζει για το μετασχηματισμό του κοινωνικού καθεστώτος στην αύξηση και στην επέκταση της αθλιότητας, αλλά περιμένει την απελευθέρωση της εργασίας και της κοινωνίας γενικά, μόνον από την οργάνωση και τις κοινές προσπάθειες των εργατών, τόσο της υπαίθρου όσο και των πόλεων, και από την κατάκτηση της κυβέρνησης και της νομοθετικής εξουσίας από αυτούς- ψήφισε το ακόλουθο αγροτικό πρόγραμμα για να συνενώσει έτσι όλα τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, όλους τους κλάδους δραστηριότητας, που αξιοποιούν το εθνικό έδαφος, κάτω από διάφορους νομικούς τίτλους, στον ίδιο αγώνα ενάντια στον κοινό εχθρό, δηλαδή ενάντια στο φεουδαρχικό χαρακτήρα της γαιοκτησίας».

Ας δούμε τώρα κάπως πιο κοντά αυτή την εισαγωγή.

Πρώτα, πρέπει η θέση του προγράμματος ότι η ελευθερία των παραγωγών προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής να συμπληρωθεί με την αμέσως επόμενη θέση: ότι η κατοχή των μέσων παραγωγής είναι δυνατή μόνο με δυο μορφές, είτε ως ατομική κατοχή, μορφή που δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά για όλους γενικά τους παραγωγούς και που καθημερινά γίνεται πιο αδύνατη με τη βιομηχανική πρόοδο, είτε πάλι ως συλλογική κατοχή, μια μορφή που οι υλικές και πνευματικές προϋποθέσεις της έχουν δημιουργηθεί κιόλας με την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, και ότι επομένως το προλεταριάτο πρέπει να παλέψει με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να περάσουν τα μέσα παραγωγής σε συλλογική κατοχή.

Η συλλογική κατοχή των μέσων παραγωγής μπαίνει λοιπόν εδώ σαν μοναδικός επιδιωκόμενος κύριος σκοπός. Οχι μόνον για τη βιομηχανία, όπου το έδαφος έχει κιόλας προετοιμαστεί, αλλά γενικά, επομένως και για τη γεωργία. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, η ατομική κατοχή των μέσων παραγωγής ποτέ και πουθενά δεν ίσχυσε γενικά, για όλους τους παραγωγούς. Ακριβώς γι’ αυτό, και γιατί η βιομηχανική πρόοδος έτσι κι αλλιώς την παραμερίζει, ο σοσιαλισμός δεν έχει συμφέρον να τη διατηρήσει αλλά αντίθετα έχει συμφέρον να την εξαλείψει, γιατί εκεί όπου υπάρχει και στο μέτρο που υπάρχει, κάνει αδύνατη τη συλλογική κατοχή τους. Αν επικαλούμαστε το πρόγραμμα, τότε πρέπει να επικαλούμαστε ολόκληρο το πρόγραμμα, που τροποποιεί πολύ σημαντικά τη θέση που αναφέρθηκε στην εισαγωγή της Νάντης, γιατί εξαρτά τη γενική ιστορική αλήθεια που εκφράζεται εκεί, από τέτοιους όρους κάτω από τους οποίους η αλήθεια αυτή μπορεί μόνο να ισχύει σήμερα στη δυτική Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική.

Η κατοχή των μέσων παραγωγής από τους ατομικούς παραγωγούς δε δίνει πια σήμερα σε αυτούς τους παραγωγούς πραγματική ελευθερία. Η χειροτεχνία στις πόλεις έχει κιόλας καταστραφεί, στις μεγαλουπόλεις μάλιστα, σαν το Λονδίνο, έχει κιόλας εξαφανιστεί ολότελα και αντικαταστάθηκε με τη μεγάλη βιομηχανία, υποβοηθούμενη από την εξαθλιωμένη οικοτεχνία, η οποία λειτουργεί ως παράρτημά της (Schwitzsystem) και τους άθλιους τσαρλατάνους που ζουν από τη χρεοκοπία. Ο νοικοκύρης μικροχωρικός που ζει απ’ τη δουλειά του, ούτε κατέχει σίγουρα το κομματάκι γης που έχει, ούτε είναι ελεύθερος. Ο ίδιος καθώς και το σπίτι του, το νοικοκυριό του, τα χωραφάκια του, ανήκουν στον τοκογλύφο. Η ύπαρξή του είναι πιο αβέβαιη από την ύπαρξη του προλετάριου, που τουλάχιστον πότε-πότε ζει και ήσυχες μέρες, πράγμα που ποτέ δε συμβαίνει στον τυραννισμένο σκλάβο των χρεών. Σβήστε το άρθρο 2102 του αστικού κώδικα, εξασφαλίστε με νόμο στον αγρότη ότι δεν μπορούν να του κατάσχουν τα γεωργικά εργαλεία, τα ζώα κλπ. Και όμως δε θα μπορέσετε να τον γλυτώσετε από την κατάσταση ανάγκης, που τον υποχρεώνει «εθελοντικά» να πουλά τα ζώα του, που τον αναγκάζει να παραδοθεί με την ψυχή και με το σώμα στον τοκογλύφο και είναι ευχαριστημένος όταν μπορέσει έτσι να εξαγοράσει ενός λεφτού παράταση της ζωής του. Η προσπάθειά σας να προστατεύσετε την ιδιοκτησία του μικρού αγρότη, δεν προστατεύει την ελευθερία του, μα μονάχα την ιδιαίτερη μορφή της σκλαβιάς του. Παρατείνει μια κατάσταση όπου δε μπορεί ούτε να ζήσει, ούτε να πεθάνει. Η επίκληση λοιπόν της πρώτης παραγράφου του προγράμματός σας δεν έχει εδώ καθόλου τη θέση της.

Η εισαγωγή λέει ότι στη σημερινή Γαλλία το μέσο παραγωγής, δηλ. η γη, βρίσκεται ακόμα σε πάρα πολλά μέρη σαν ατομική ιδιοκτησία στα χέρια ξεχωριστών παραγωγών, ότι καθήκον του σοσιαλισμού ωστόσο δεν είναι να χωρίσει την ιδιοκτησία από την εργασία, αλλά αντίθετα να συνενώσει στα ίσια χέρια τους δυο αυτούς παράγοντες κάθε παραγωγής. Οπως σημειώσαμε κιόλας, αυτό το τελευταίο και με αυτή τη γενικότητα δεν είναι καθόλου καθήκον του σοσιαλισμού. Καθήκον του είναι, αντίθετα, μόνον η μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στους παραγωγούς ως συλλογική ιδιοκτησία. Μόλις το χάσουμε αυτό απ’ τα μάτια, η παραπάνω θέση μας οδηγεί κατευθείαν στη λαθεμένη σκέψη ότι δήθεν ο σοσιαλισμός καλείται να μετατρέψει την τωρινή φαινομενική ιδιοκτησία του μικρού αγρότη στα χωράφια του σε πραγματική, δηλ. το μικρό ενοικιαστή να τον κάνει ιδιοκτήτη, και τον καταχρεωμένο ιδιοκτήτη να τον κάνει ιδιοκτήτη χωρίς χρέη. Ο σοσιαλισμός έχει βέβαια συμφέρον να εξαφανιστεί η ψεύτικη αυτή όψη της αγροτικής ιδιοκτησίας, όχι όμως με αυτόν τον τρόπο.

Εν πάση περιπτώσει φτάσαμε κιόλας στο σημείο, που η εισαγωγή μπορεί να δηλώνει ξεκάθαρα ότι υποχρέωση του σοσιαλισμού, και μάλιστα επιτακτική του υποχρέωση, είναι «να διαφυλάξει τη μικρή ιδιοκτησία των αγροτών που καλλιεργούν μόνοι τους το κομματάκι γης που έχουν, από τους φόρους, τον τοκογλύφο και τις επεμβάσεις των μεγαλοτσιφλικάδων που ξαναπαρουσιάστηκαν». Η εισαγωγή αναθέτει έτσι στο σοσιαλισμό την επιτακτική υποχρέωση να πραγματοποιήσει κάτι που στην προηγούμενη παράγραφο το είχε κηρύξει αδύνατο. Του αναθέτει, «να διαφυλάξει» τη μικρή ιδιοκτησία του αγρότη, παρά το γεγονός ότι το ίδιο λέει πως η ιδιοκτησία αυτή είναι «μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί». Τι άλλο είναι οι φόροι, ο τοκογλύφος και οι μεγαλοτσιφλικάδες που ξαναπαρουσιάστηκαν, εκτός από τα όργανα με τα οποία η κεφαλαιοκρατική παραγωγή πραγματοποιεί τον αναπόφευκτο αυτόν αφανισμό; Με ποια μέσα «ο σοσιαλισμός» θα πρέπει να προστατεύσει τον αγρότη από αυτή την τριάδα, θα το δούμε παρακάτω.

Μα δεν πρόκειται να προστατευτεί μόνον η ιδιοκτησία του μικροαγρότη. Είναι εξίσου «σκόπιμο να επεκταθεί η προστασία αυτή και στους παραγωγούς εκείνους που με το όνομα ενοικιαστές ή “μισακάρηδες” (métayers) καλλιεργούν ξένη γη και που, ακόμα κι όταν εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες, εξαναγκάζονται σε αυτό ως έναν ορισμένο βαθμό εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων». Εδώ ερχόμαστε κιόλας σε μιαν ολότελα παράδοξη περιοχή. Ο σοσιαλισμός στρέφεται ιδιαίτερα ενάντια στην εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Και δω διακηρύχνεται ως επιτακτική υποχρέωση του σοσιαλισμού να υπερασπίζει τους γάλλους αγρότες - ενοικιαστές όταν «εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες». Αυτά λένε επί λέξει! Και μάλιστα γιατί εξαναγκάζονται ως έναν ορισμένο βαθμό σε αυτό «εξαιτίας της εκμετάλλευσης που ασκείται σε βάρος αυτών των ίδιων»!

Πόσο εύκολα και ευχάριστα γλιστράς προς τα κάτω, μόλις βρεθείς στην κατήφορο! Αν τώρα ο μεγάλος και ο μεσαίος αγρότης της Γερμανίας έρθουν στους γάλλους σοσιαλιστές και τους παρακαλέσουν να μεσολαβήσουν στην ηγεσία του γερμανικού κόμματος, για να τους υποστηρίξει το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να εκμεταλλεύονται τους υπηρέτες και τις υπηρέτριές τους και επικαλεστούν γι’ αυτό την «εκμετάλλευση που ασκείται σε βάρος των ίδιων» από τους τοκογλύφους, τους φοροεισπράκτορες, τους κερδοσκόπους σιτηρών και τους ζωέμπορους - τι θα απαντήσουν; Και ποιος τους εγγυάται ότι και οι μεγαλοτσιφλικάδες μας δε θα τους στείλουν τον κόμητα Κάνιτς (που κι αυτός διατύπωσε ένα ανάλογο με το δικό τους αίτημα για την κρατικοποίηση της εισαγωγής σιτηρών), για να εκλιπαρήσουν κι αυτοί επίσης τη σοσιαλιστική υποστήριξη στο έργο τους της εκμετάλλευσης των εργατών γης, επικαλούμενοι την «εκμετάλλευση που ασκείται σε βάρος τους» από το χρηματιστήριο, τους τοκογλύφους και τους κερδοσκόπους σιτηρών;

Πρέπει να πούμε αμέσως ότι οι γάλλοι φίλοι μας δεν έχουν καθόλου τόσο κακές προθέσεις όσο φαίνεται. Η παραπάνω παράγραφος αφορά μόνο μια εντελώς ειδική περίπτωση και συγκεκριμένα την παρακάτω: Στη βόρεια Γαλλία, όπως και στις δικές μας περιοχές παραγωγής ζαχαρότευτλων, νοικιάζουν στους αγρότες γη με εξαιρετικά βαριούς όρους και με την υποχρέωση να καλλιεργήσουν ζαχαρότευτλα. Οι αγρότες είναι υποχρεωμένοι να πουλάνε τα τεύτλα στο καθορισμένο εργοστάσιο και στην τιμή που κανονίζει αυτό, είναι υποχρεωμένοι ν’ αγοράζουν ορισμένο σπόρο, να χρησιμοποιούν μια καθορισμένη ποσότητα ορισμένου λιπάσματος και, κοντά στ’ άλλα, τους εξαπατούν ακόμα αισχρά όταν παραδίδουν τα τεύτλα. Αυτά όλα τα ξέρουμε καλά και εμείς στη Γερμανία. Αν όμως ήθελαν να πάρουν κάτω από την προστασία τους αυτή την κατηγορία χωρικών, τότε θα έπρεπε να το πουν ανοιχτά και ρητά. Ετσι όπως είναι η παράγραφος, με την απεριόριστη γενικότητά της, αποτελεί άμεση παραβίαση όχι μόνο του γαλλικού προγράμματος, μα και της βασικής αρχής του σοσιαλισμού γενικά, και οι συντάκτες της δεν θα μπορούν να παραπονεθούν, αν αυτή την επιπόλαιη σύνταξη την εκμεταλλευτούν από τις πιο διαφορετικές μεριές ενάντια στο σκοπό τους.

Η ίδια παρανόηση μπορεί να γίνει και με τα τελικά λόγια της θεωρητικής εισαγωγής, σύμφωνα με τα οποία το σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα έχει καθήκον «να συνενώσει όλα τα στοιχεία της αγροτικής παραγωγής, όλους τους κλάδους δραστηριότητας, που αξιοποιούν το εθνικό έδαφος, κάτω από διάφορους νομικούς τίτλους στον ίδιο αγώνα ενάντια στον κοινό εχθρό, δηλαδή ενάντια στο φεουδαρχικό χαρακτήρα της γαιοκτησίας». Αρνούμαι κατηγορηματικά ότι το σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα οποιασδήποτε χώρας, έξω από τους προλετάριους της υπαίθρου και τους μικροχωρικούς, έχει καθήκον να δεχτεί στους κόλπους του και τους μεσαίους και πλούσιους χωρικούς ή έστω και τους ενοικιαστές μεγάλων κτημάτων, τους κεφαλαιοκράτες κτηνοτρόφους και τους άλλους κεφαλαιοκράτες που αξιοποιούν την εθνική γη. Σε αυτούς όλους, μπορεί ο φεουδαρχικός χαρακτήρας της γαιοκτησίας να φαίνεται σαν κοινός εχθρός. Μπορούμε σε ορισμένα ζητήματα να συμβαδίσουμε μαζί τους, μπορούμε ένα διάστημα ν’ αγωνιστούμε στο πλευρό τους για ορισμένους σκοπούς. Στο κόμμα μας, μπορεί βέβαια να χρησιμοποιούμε άτομα από κάθε κοινωνική τάξη, αλλά με κανέναν τρόπο δε μας χρειάζονται ομάδες συμφερόντων από κεφαλαιοκράτες, μεσαίους αστούς ή μεσαίους αγρότες. Και δω οι προθέσεις δεν είναι τόσο κακές όσο φαίνονται. Είναι φανερό ότι οι συντάκτες δεν τα σκέφτηκαν καθόλου όλα αυτά, δυστυχώς όμως τους παρέσυρε το πάθος να τα γενικεύουν όλα και δεν πρέπει να ξαφνιάζονται, αν οι άλλοι παίρνουν τα λόγια τους τοις μετρητοίς.

Υστερα από την εισαγωγή έρχονται οι προσθήκες στο ίδιο το πρόγραμμα που ψηφίστηκαν τελευταία. Κι αυτές προδίνουν την ίδια αμέλεια στη σύνταξη, όπως και η θεωρητική εισαγωγή.

Το άρθρο, σύμφωνα με το οποίο οι κοινότητες θα προμηθεύονται γεωργικές μηχανές και θα τις νοικιάζουν στους χωρικούς στο κόστος τους, αλλάζει κατά τούτο, ότι οι κοινότητες πρώτα θα παίρνουν κρατικές επιχορηγήσεις για το σκοπό αυτό και δεύτερο θα διαθέτουν δωρεάν τις μηχανές στους μικροχωρικούς. Η πρόσθετη αυτή παραχώρηση δε θα φέρει ασφαλώς κανένα ιδιαίτερο όφελος στο μικροχωρικό που τα χωράφια του και οι τρόποι καλλιέργειας του επιτρέπουν ελάχιστη μόνο χρησιμοποίηση μηχανών.

Παρακάτω: Αντικατάσταση όλων των σημερινών έμμεσων και άμεσων φόρων μ’ ένα ενιαίο προοδευτικό φόρο σε όλα τα πάνω από 3.000 φράγκα εισοδήματα. Μια ανάλογη διεκδίκηση βρίσκεται από χρόνια σχεδόν σε κάθε σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα. Οτι όμως προβάλλεται ειδικά προς το συμφέρον των μικροχωρικών, αυτό είναι καινούργιο κι αποδείχνει μονάχα πόσο λίγο έχουν υπολογίσει την σπουδαιότητά του. Ας πάρουμε την Αγγλία. Εκεί ο κρατικός προϋπολογισμός είναι 90 εκατομμύρια λίρες στερλίνες. Από αυτά τα 13,5 ως 14 εκατομμύρια προέρχονται από φόρους εισοδήματος και τα υπόλοιπα 76 εκατομμύρια, στο μικρότερο μέρος τους από φορολόγηση των επιχειρήσεων (ταχυδρομεία, τηλέγραφοι, χαρτόσημα) και στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους από φόρους πάνω στη μαζική κατανάλωση, από περικοπές που γίνονται κάθε τόσο κατά μικρά ανεπαίσθητα ποσά -που δίνουν ένα άθροισμα από πολλά εκατομμύρια- στο εισόδημα όλων των κατοίκων, κυρίως όμως των πιο φτωχών. Και είναι ζήτημα αν στη σημερινή κοινωνία μπορεί να καλυφθούν με άλλον τρόπο οι κρατικές δαπάνες. Ας υποθέσουμε ότι θα επέβαλλαν στην Αγγλία και τα 90 εκατομμύρια με άμεσο προοδευτικό φόρο πάνω στα εισοδήματα από 120 λίρες στερλίνες = 3.000 φράγκα και πάνω. Η μέση χρονιάτικη συσσώρευση, η χρονιάτικη αύξηση όλου του εθνικού πλούτου στη δεκαετία 1865-1875, ήταν κατά τον Τζίφφεν 240 εκατομμύρια λίρες στερλίνες. Ας υποθέσουμε ότι τώρα είναι 300 εκατομμύρια το χρόνο. Ενα φορολογικό βάρος από 90 εκατομμύρια θα απορροφούσε το ένα τρίτο σχεδόν όλης της συσσώρευσης. Με άλλα λόγια, καμιά κυβέρνηση, εκτός από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, δε μπορεί να επιχειρήσει ένα τέτοιο πράγμα. Οταν οι σοσιαλιστές βρεθούν στην εξουσία, θα έχουν να πραγματοποιήσουν πράγματα που ανάμεσά τους η φορολογική αυτή μεταρρύθμιση θα παίζει μονάχα το ρόλο μιας έκτακτης και ολότελα ασήμαντης προκαταβολής, ενώ θα ανοίγονται εντελώς διαφορετικές προοπτικές στους μικροχωρικούς.

Ατομικά και οι ίδιοι οι συντάκτες του προγράμματος φαίνεται επίσης να παραδέχονται ότι οι αγρότες θα έπρεπε να περιμένουν πολύ ακόμα αυτή τη φορολογική μεταρρύθμιση και γι’ αυτό «για την ώρα» (en enttendant) τους προτείνουν την «κατάργηση του εγγείου φόρου για όλους τους αγρότες που ζουν από τη δουλειά τους και τη μείωση του φόρου αυτού για όλες τις γαίες που επιβαρύνονται με υποθήκες». Το τελευταίο μισό αυτής της διεκδίκησης μπορεί να αφορά μονάχα μεγαλύτερα αγροκτήματα από εκείνα που μπορεί να καλλιεργεί μόνη της μια οικογένεια. Ευνοεί έτσι πάλι τους αγρότες εκείνους που «εκμεταλλεύονται μεροκαματιάρηδες».

Παρακάτω: «Να επιτρέπεται ελεύθερα το κυνήγι και το ψάρεμα, χωρίς άλλους περιορισμούς εκτός από κείνους που επιβάλλονται από την προστασία του θηράματος, των ψαριών και των σπαρτών». Το δεύτερο μέρος όμως της παραγράφου ακυρώνει το πρώτο. Πόσοι λαγοί, πέρδικες, λούτσοι και σαζάνια αναλογούν όμως σε κάθε αγροτική οικογένεια, σε όλη την περιοχή ενός χωριού; Μήπως περισσότεροι απ’ όσους θα έδιναν στον κάθε αγρότη μιας μέρας κυνήγι και μιας μέρας ψάρεμα το χρόνο;

«Ελάττωση του νόμιμου και συμβατικού τόκου» - δηλαδή καινούργιοι αντιτοκογλυφικοί νόμοι, καινούργια προσπάθεια να εφαρμοστεί ένα αστυνομικό μέτρο που εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια παντού και πάντα αποτυχαίνει. Αν ο μικροχωρικός φτάσει στην κατάσταση όπου το μικρότερο κακό γι’ αυτόν είναι να πάει στον τοκογλύφο, τότε ο τοκογλύφος βρίσκει πάντα το μέσο να τον ξεζουμίζει, χωρίς να τον πιάνει ο νόμος κατά της τοκογλυφίας. Το μέτρο αυτό θα μπορούσε το πολύ-πολύ να χρησιμεύσει για παρηγοριά του μικροχωρικού, όφελος όμως δεν του φέρνει. Αντίθετα του κάνει δυσκολότερη την πίστωση, ακριβώς τον καιρό που τη χρειάζεται περισσότερο.

«Δωρεάν ιατρική περίθαλψη και εφοδιασμός με φάρμακα σε τιμή κόστους» - αυτό οπωσδήποτε δεν είναι ειδικό μέτρο προστασίας των αγροτών. Το γερμανικό πρόγραμμα προχωρά παραπέρα και ζητά και δωρεάν φάρμακα.

«Αποζημίωση των οικογενειών των εφέδρων που επιστρατεύονται, κατά το διάστημα της υπηρεσίας τους». - Η διεκδίκηση αυτή υπάρχει κιόλας, αν και με εξαιρετικά ανεπαρκή μορφή, στη Γερμανία και την Αυστρία και δεν είναι ούτε κι αυτή ιδιαίτερη αγροτική διεκδίκηση.

«Ελάττωση των ναύλων για τα λιπάσματα, τις γεωργικές μηχανές και τα γεωργικά προϊόντα». - Το μέτρο αυτό έχει βασικά εφαρμοστεί στη Γερμανία και μάλιστα προς το συμφέρον κυρίως… των μεγαλοτσιφλικάδων.

«Αμεσες προπαρασκευαστικές εργασίες για ένα σχέδιο δημοσίων έργων για την καλυτέρευση του εδάφους και το ανέβασμα της αγροτικής παραγωγής». Η διεκδίκηση αυτή τα αφήνει όλα στο ευρύ πεδίο της αοριστίας και των ωραίων υποσχέσεων και είναι επίσης πριν απ’ όλα προς το συμφέρον της μεγάλης γαιοκτησίας.

Με δυο λόγια, ύστερα από την τρομερή θεωρητική φόρα της εισαγωγής, οι πρακτικές προτάσεις του νέου αγροτικού προγράμματος δε μας εξηγούν καθόλου, πώς το Γαλλικό Εργατικό Κόμμα θα καταφέρει να διατηρήσει στους μικροχωρικούς την ιδιοκτησία τους που κατά τη δική του την έκφραση είναι μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί.

 

ΙΙ

 Σ’ ένα σημείο οι γάλλοι σύντροφοί μας έχουν απόλυτα δίκιο: ενάντια στο μικροχωρικό δεν είναι δυνατή στη Γαλλία καμιά μόνιμη ανατροπή. Μόνο που μου φαίνεται ότι για να πλησιάσουν τον αγρότη δεν το ‘πιασαν το ζήτημα όπως πρέπει.

Ξεκινούν όπως φαίνεται από την προσπάθεια να κερδίσουν το μικροαγρότη από τη μια μέρα στην άλλη και, αν είναι δυνατό, να τον κερδίσουν ακόμα και για τις προσεχείς γενικές εκλογές. Αυτό μπορούν να ελπίζουν ότι θα το καταφέρουν μόνο με πολύ τολμηρές γενικές υποσχέσεις που για να τις υπερασπίσουν είναι υποχρεωμένοι να κάνουν ακόμα πιο τολμηρούς θεωρητικούς συλλογισμούς. Αν κοιτάξει τώρα κανείς τα πράγματα από πιο κοντά, θα δει ότι οι γενικές υποσχέσεις αντιφάσκουν αναμεταξύ τους (όπως η υπόσχεση ότι θέλουν να διατηρήσουν μια κατάσταση που οι ίδιοι κηρύχνουν ότι είναι μοιραία καταδικασμένη να εξαφανιστεί) και ότι τα ξεχωριστά μέτρα, είτε είναι ολότελα ατελέσφορα (νόμος ενάντια στην τοκογλυφία), είτε είναι γενικές εργατικές διεκδικήσεις, είτε διεκδικήσεις που ευνοούν και τη μεγάλη γαιοκτησία, είτε τέλος διεκδικήσεις, που η βαρύτητά τους για τα συμφέροντα του μικροχωρικού δεν είναι καθόλου σημαντική, έτσι που το άμεσα πρακτικό μέρος του προγράμματος επανορθώνει μόνο του την πρώτη αποτυχημένη φόρα και περιορίζει τα φαινομενικά επικίνδυνα μεγάλα λόγια της θεωρητικής εισαγωγής σε ένα πραγματικά αθώο μέτρο.

Ας το πούμε παστρικά: Με τις προλήψεις που πηγάζουν από ολόκληρη την οικονομική τους κατάσταση, τη διαπαιδαγώγησή τους, τον απομονωμένο τρόπο ζωής τους και που υποδαυλίζονται από τον αστικό τύπο και τους μεγαλοτσιφλικάφες, δε μπορούμε να κερδίσουμε τη μάζα των μικροχωρικών από τη μια μέρα στην άλλη, παρά μόνο όταν τους υποσχεθούμε κάτι που εμείς οι ίδιοι ξέρουμε ότι δε μπορούμε να το κρατήσουμε. Πρέπει ακριβώς να τους υποσχεθούμε ότι θα προστατεύσουμε την ιδιοκτησία τους όχι μόνο απ’ όλες τις επιτιθέμενες οικονομικές δυνάμεις και μέσα σε όλες τις καταστάσεις, αλλά και ότι θα απαλλάξουμε την ιδιοκτησία τους από τα βάρη που τώρα κιόλας πιέζουν: πρέπει να τους υποσχεθούμε ότι θα μετατρέψουμε τον ενοικιαστή γης σε ελεύθερο ιδιοκτήτη που τον πνίγει η υποθήκη. Αν μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό, θα βρισκόμασταν πάλι εκεί απ’ όπου αναπτύσσεται ξανά με αναγκαιότητα η σημερινή κατάσταση. Δε θα απελευθερώναμε τον αγρότη, θα αναβάλλαμε μονάχα για λίγο τον αφανισμό του.

Δεν είναι όμως συμφέρον μας να κερδίσουμε τον αγρότη από τη μια μέρα στην άλλη, έτσι που όταν δεν μπορέσουμε να κρατήσουμε την υπόσχεσή μας, να μας εγκαταλείψει πάλι από τη μια μέρα στην άλλη. Δεν μπορούμε, τον αγρότη, που απαιτεί από μας να διαιωνίσουμε την μικροαγροτική ιδιοκτησία του, να τον χρειαστούμε σαν μέλος του κόμματος, ακριβώς όπως και τον χειροτέχνη μάστορα, που θέλει να διαιωνίσει την ύπαρξή του σαν μάστορας. Αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στους αντισημίτες. Ας πάνε σε αυτούς, ας πάρουν απ’ αυτούς την υπόσχεση ότι θα τους σώσουν το μικρό νοικοκυριό τους. Οταν θα έχουν μάθει εκεί τι κρύβουν οι φανταχτερές αυτές φράσεις και ποιους σκοπούς παίζουν τα βιολιά, που γεμίζουν το αντισημιτικό στερέωμα, τότε θα κατανοούν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, ότι εμείς, που υποσχόμαστε λιγότερα και που γυρεύουμε τη σωτηρία σε μιαν ολότελη διαφορετική κατεύθυνση, είμαστε ωστόσο οι πιο σίγουροι άνθρωποι. Αν οι Γάλλοι είχαν, όπως εμείς στη Γερμανία, μια θορυβώδικη αντισημιτική δημαγωγία, δύσκολα θα έκαναν το λάθος της Νάντης.

Ποια είναι λοιπόν η στάση μας απέναντι στη μικρή αγροτιά; Και πώς θα φερθούμε μαζί της τη μέρα που θα πάρουμε την κρατική εξουσία;

Πρώτα, είναι χωρίς άλλο σωστή η θέση του γαλλικού προγράμματος, ότι εμείς προβλέπουμε τον αναπόφευκτο αφανισμό του μικροχωρικού, αλλά δεν είμαστε καθόλου υποχρεωμένοι να τον επιταχύνουμε με επεμβάσεις από μέρους μας.

Και δεύτερο, είναι εξίσου χειροπιαστό ότι όταν θα ‘χουμε την κρατική εξουσία, δε θα μπορούμε να σκεφτούμε να απαλλοτριώσουμε βίαια τους μικροχωρικούς (αδιάφορο αν με ή χωρίς αποζημίωση), όπως θα είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε με τους μεγαλοτσιφλικάδες. Το καθήκον μας απέναντι στο μικροχωρικό είναι πριν απ’ όλα να περάσουμε το ατομικό νοικοκυριό του και την ατομική του ιδιοκτησία σε συνεταιριστική ιδιοκτησία όχι με τη βία, αλλά με το παράδειγμα και την παροχή κοινωνικής βοήθειας γι’ αυτόν το σκοπό. Και δω έχουμε βέβαια αρκετά μέσα για να βάλουμε στο μικροχωρικό σαν προοπτική πλεονεκτήματα που και τώρα κιόλας πρέπει να του είναι κατανοητά.

Εδώ και είκοσι σχεδόν χρόνια κιόλας οι Δανοί σοσιαλιστές, που στη χώρα τους έχουν μόνο μια πραγματική πόλη - την Κοπεγχάγη - και που λοιπόν έξω απ’ αυτήν την πόλη, είναι υποχρεωμένοι να κάνουν σχεδόν αποκλειστικά αγροτική προπαγάνδα, κατάστρωσαν τέτοια σχέδια. Οι αγρότες ενός χωριού ή μιας ενορίας - υπάρχουν στη Δανία πολλά μεγάλα ατομικά αγροτικά νοικοκυριά - θα ‘πρεπε να ενώσουν τη γη τους σ’ ένα μεγάλο κτήμα, να το καλλιεργούν για κοινό λογαριασμό και να μοιράζονται το προϊόν ανάλογα με το κομμάτι γης, με τις χρηματικές προκαταβολές και με την εργασία που πρόσφερε ο καθένας. Στη Δανία η μικροϊδιοκτησία παίζει μόνο δευτερεύοντα ρόλο. Αν όμως εφαρμόσουμε την ιδέα αυτή σε μια περιοχή με μικρούς κλήρους, τότε θα δούμε ότι με τη συνένωση των μικρών κομματιών γης και με τη μεγάλη καλλιέργεια σε όλη την έκταση, θα περισσέψει ένα μέρος από τις εργατικές δυνάμεις που δούλευαν ως τώρα. Σε αυτήν την εξοικονόμηση εργασίας βρίσκεται ίσα-ίσα ένα από τα κυριότερα πλεονεκτήματα της μεγάλης καλλιέργειας. Για τις εργατικές αυτές δυνάμεις μπορεί να βρεθεί απασχόληση από δυο δρόμους: Είτε βάζοντας στη διάθεση του αγροτικού συνεταιρισμού μεγαλύτερες γεωργικές εκτάσεις από γειτονικά μεγάλα κτήματα, είτε χορηγώντας τους τα μέσα και τη δυνατότητα για παράπλευρη βιομηχανική εργασία, όσο είναι δυνατό και προπάντων για δικιά τους χρήση. Και στις δυο περιπτώσεις βελτιώνεται η οικονομική τους κατάσταση, εξασφαλίζοντας έτσι στην ηγεσία της κοινωνίας την απαραίτητη υποστήριξη για να οδηγήσει βαθμιαία τον αγροτικό συνεταιρισμό σε μια ανώτερη μορφή και να εξισώσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τόσο του συνεταιρισμού ως συνόλου, όσο και των ξεχωριστών μελών του με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπόλοιπων κλάδων της μεγάλης κοινότητας. Πώς θα πραγματοποιηθεί αυτό στις λεπτομέρειές του σε κάθε ειδική περίπτωση, θα εξαρτηθεί από τις κάθε φορά συγκεκριμένες συνθήκες, καθώς κι από την κατάσταση μέσα στην οποία θα πάρουμε την εξουσία. Μπορεί έτσι να είμαστε σε θέση να προσφέρουμε σε αυτούς τους συνεταιρισμούς ακόμα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα: Η Εθνική Τράπεζα μπορεί να αναλάβει ολόκληρο το υποθηκικό χρέος τους μειώνοντας πολύ τον τόκο. Μπορεί να τους
δοθούν δάνεια από δημόσιους πόρους για την οργάνωση της μεγάλης παραγωγής (τα δάνεια δε χρειάζεται οπωσδήποτε ή κατά προτίμηση
να είναι σε χρήμα, αλλά σε απαραίτητα προϊόντα: μηχανές, χημικά λιπάσματα κλπ.) και μπορεί ακόμα να τους δοθούν και άλλα πλεονεκτήματα.

Το βασικό ζήτημα σε όλα αυτά είναι και παραμένει, να δώσουμε στους αγρότες να καταλάβουν ότι μπορούμε να σώσουμε και να διατηρήσουμε την ιδιοκτησία τους στο σπίτι τους και στη γη τους μόνο με τη μετατροπή της σε συνεταιριστική ιδιοκτησία και παραγωγή. Και είναι ίσα-ίσα το ατομικό νοικοκυριό που καθορίζεται από την ατομική ιδιοκτησία, που σπρώχνει τους αγρότες στον αφανισμό. Αν επιμείνουν στο ατομικό νοικοκυριό, θα διωχτούν αναπόφευκτα από το σπίτι και το νοικοκυριό τους, ο απαρχαιωμένος τρόπος τους παραγωγής θα εκτοπιστεί από την κεφαλαιοκρατική μεγάλη επιχείρηση. Ετσι έχουν τα πράγματα. Εμείς όμως ερχόμαστε και προσφέρουμε στους αγρότες τη δυνατότητα να εισάγουν οι ίδιοι τη μεγάλη παραγωγή, όχι για λογαριασμό
των κεφαλαιοκρατών αλλά για δικό τους κοινό λογαριασμό. Μήπως θα ήταν αδύνατο να δώσουμε στους αγρότες να καταλάβουν ότι αυτό είναι προς το ίδιο τους το συμφέρον, ότι αυτό είναι το μοναδικό τους μέσο σωτηρίας;

Δε μπορούμε ούτε τώρα ούτε ποτέ να υποσχεθούμε στους αγρότες που έχουν μικρό κλήρο τη διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του ατομικού νοικοκυριού μπροστά στην υπεροχή της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Μπορούμε μόνο να τους υποσχεθούμε ότι δε θα επεμβούμε βίαια και παρά τη θέλησή τους στις σχέσεις ιδιοκτησίας. Μπορούμε ακόμα να ταχθούμε με την άποψη ότι η πάλη των κεφαλαιοκρατών και των μεγαλοτσιφλικάδων ενάντια στους μικροχωρικούς πρέπει να διεξάγεται από σήμερα κιόλας με όσο το δυνατό λιγότερα άνομα μέσα και ότι πρέπει να εμποδίζεται όσο το δυνατό η άμεση ληστεία και απάτη, που γίνονται πολύ συχνά. Αυτό θα το πετύχουμε μόνο σαν εξαίρεση. Στον ανεπτυγμένο κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής κανένας δεν ξέρει πού σταματά η τιμιότητα και πού αρχίζει η απάτη. Μα θα είναι πάντα μια σημαντική διαφορά, αν η πολιτική εξουσία βρίσκεται με το μέρος των απατεώνων ή με το μέρος των απατημένων. Και βρισκόμαστε αποφασιστικά στο πλευρό του μικρού αγρότη. Θα κάνουμε όλα όσα μπορούν να γίνουν για να κάνουμε πιο υποφερτή την τύχη του, για να του διευκολύνουμε το πέρασμα στο συνεταιρισμό, αν το αποφασίσει, και μάλιστα, στην περίπτωση που δε μπορεί ακόμα να πάρει αυτή την απόφαση, θα του παραχωρήσουμε όσο είναι δυνατό περισσότερο καιρό να σκεφθεί πάνω στο κομμάτι της γης του. Και το κάνουμε αυτό όχι μόνο γιατί θεωρούμε το μικρό αγρότη που δουλεύει ο ίδιος τη γη του ότι μπορεί να ανήκει σε μας, μα ακόμα και από άμεσο κομματικό συμφέρον. Οσο μεγαλύτερος θα είναι ο αριθμός των αγροτών που θα τους γλυτώσουμε από το πραγματικό τους κατρακύλισμα στο προλεταριάτο, που θα μπορέσουμε να τους κερδίσουμε, όσο θα είναι ακόμα αγρότες, τόσο πιο γρήγορα και πιο εύκολα θα πραγματοποιηθεί ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Δε θα μας ωφελούσε αν θα ήμασταν υποχρεωμένοι να περιμέναμε το μετασχηματισμό αυτό ώσπου να ‘χει αναπτυχθεί η κεφαλαιοκρατική παραγωγή παντού ως τις τελευταίες της συνέπειες, ώσπου κι ο τελευταίος μικροτεχνίτης και ο τελευταίος μικροχωρικός να έχουν πέσει θύματα της κεφαλαιοκρατικής μεγάλης επιχείρησης. Οι υλικές θυσίες που με την έννοια αυτή θα χρειαστεί να γίνουν από δημόσιους πόρους προς το συμφέρον των χωρικών, μπορεί από την άποψη της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας να φαίνονται σαν πεταμένα χρήματα, μα παρ’ όλα αυτά αποτελούν μια θαυμάσια τοποθέτηση, γιατί εξοικονομούν ίσως το δεκαπλάσιο ποσό από τα έξοδα της κοινωνικής αναδιοργάνωσης γενικά. Με αυτή την έννοια μπορούμε λοιπόν να φερθούμε πολύ γενναιόδωρα απέναντι στους αγρότες. Δεν είναι εδώ ο τόπος για να μπούμε σε λεπτομέρειες, για να κάνουμε συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Εδώ μπορεί να γίνει λόγος μόνο για τα γενικά, βασικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτά δε θα μπορούσαμε να προσφέρουμε χειρότερη υπηρεσία όχι μόνο στο κόμμα, αλλά και στον ίδιο το μικροχωρικό, από το να δίνουμε υποσχέσεις, που προκαλούν έστω και την παραμικρή εντύπωση ότι εμείς αποβλέπουμε στη μόνιμη διατήρηση της μικρής ιδιοκτησίας. Αυτό θα σήμαινε ότι φράζουμε άμεσα το δρόμο στους αγρότες για την απελευθέρωσή τους και ότι κατεβάζουμε το κόμμα στο επίπεδο του θορυβώδικου αντισημιτισμού. Αντίθετα. Υποχρέωση του κόμματός μας είναι να εξηγεί ξανά και ξανά στους αγρότες ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία σωτηρία από την κατάστασή τους, όσο θα κυριαρχεί ο καπιταλισμός, ότι είναι απολύτως βέβαιο πως η κεφαλαιοκρατική μεγάλη παραγωγή θα περάσει πάνω από το ανίσχυρο απαρχαιωμένο μικρονοικοκυριό τους όπως περνά ένα τραίνο πάνω από ένα χειραμάξι. Αν το κάνουμε αυτό ενεργούμε στο πνεύμα της αναπότρεπτης οικονομικής εξέλιξης, που με τη σειρά της θα κάνει τα λόγια μας κατανοητά στους μικρούς αγρότες.

Εξάλλου δε μπορώ ν’ αφήσω αυτό το θέμα χωρίς να εκφράσω την πεποίθηση ότι και οι συντάκτες του προγράμματος της Νάντης έχουν στην ουσία την ίδια γνώμη με μένα. Είναι αρκετά διορατικοί και ξέρουν ότι και η γη, που βρίσκεται τώρα χωρισμένη σε ιδιόκτητους μικρούς κλήρους, είναι προορισμένη να περάσει σε συλλογική κατοχή. Οι ίδιοι παραδέχονται ότι η μικρή αγροτική ιδιοκτησία είναι προορισμένη να εξαφανιστεί. Η συνταγμένη από τον Λαφάργκ εισήγηση του Εθνικού Συμβουλίου του κόμματος στο Συνέδριο της Νάντης, επικυρώνει επίσης πέρα για πέρα αυτή την άποψη. Η εισήγηση δημοσιεύτηκε στα γερμανικά στο «Σοσιαλδημοκράτη» του Βερολίνου στις 18 του Οκτώβρη αυτού του χρόνου. Η αντιφατικότητα στο τρόπο έκφρασης του προγράμματος της Νάντης προδίνει κιόλας ότι όσα λένε πραγματικά οι συντάκτες του, δεν είναι αυτά που σκοπεύουν να πούνε. Αν δεν τους καταλαβαίνουν και γίνεται κακή χρήση των λεγομένων τους, όπως συνέβηκε κιόλας στην πράξη, το φταίξιμο πάντως είναι δικό τους. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να διευκρινίσουν πιο λεπτομερειακά το πρόγραμμά τους και το προσεχές γαλλικό συνέδριο θα πρέπει να το αναθεωρήσει ριζικά.

Ας έρθουμε τώρα στον κάπως μεγαλύτερο αγρότη. Εδώ βρίσκουμε σαν συνέπεια κυρίως της κληρονομικής μοιρασιάς, αλλά και της καταχρέωσης και των αναγκαστικών πωλήσεων γης, ολόκληρο δειγματολόγιο από μεταβατικές βαθμίδες, από τον μικροϊδιοκτήτη αγρότη ως το μεγάλο χωρικό, που διατηρεί όλα τα παλιά του χωράφια και κάτι παραπάνω. Εκεί όπου ο μεσαίος αγρότης ζει ανάμεσα σε μικροϊδιοκτήτες αγρότες, δεν ξεχωρίζει ουσιαστικά από αυτούς στα συμφέροντα και στις αντιλήψεις του. Γιατί η ίδια του η πείρα πρέπει να του δείχνει πόσοι από τους ομοίους του έχουν κιόλας ξεπέσει σε μικροχωρικούς. Εκεί όμως όπου επικρατούν μεσαίοι και μεγάλοι χωρικοί και η αγροτική οικονομία απαιτεί γενικά τη βοήθεια υπηρετών και υπηρετριών, εκεί τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Ενα εργατικό κόμμα πρέπει φυσικά σε πρώτη γραμμή να τάσσεται με το μέρος των μισθωτών εργατών, δηλ. με τους υπηρέτες, τις υπηρέτριες και τους μεροκαματιάρηδες. Αυτόματα λοιπόν του απαγορεύεται έτσι να κάνει στους αγρότες οποιεσδήποτε υποσχέσεις που να περικλείουν τη συνέχιση της μισθωτής δουλείας των εργατών. Εφόσον όμως εξακολουθούν να υπάρχουν οι μεγάλοι και μεσαίοι χωρικοί ως τέτοιοι, δε μπορούν να τα βγάζουν πέρα δίχως μισθωτούς εργάτες. Κι αν είναι λοιπόν καθαρή τρέλα από μέρους μας να βάζουμε σαν προοπτική στους μικροϊδιοκτήτες αγρότες ότι θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν σαν μικροϊδιοκτήτες αγρότες, θα άγγιζε άμεσα τα όρια της προδοσίας, αν υποσχόμασταν το ίδιο στο μεγάλο και μεσαίο χωρικό.

Εδώ έχουμε πάλι τον παραλληλισμό με τους χειροτέχνες των πόλεων. Βέβαια οι χειροτέχνες καταστράφηκαν κιόλας περισσότερο από τους αγρότες, ωστόσο υπάρχουν ακόμα μερικοί που πλάι σε μαθητευόμενους απασχολούν και καλφάδες ή που στα εργαστήριά τους οι μαθητευόμενοι κάνουν δουλειά κάλφα. Από τους μαστόρους, όσοι θέλουν να διαιωνιστούν σαν μαστόροι, ας πάνε στους αντισημίτες, ώσπου να πειστούν ότι ούτε κι εκεί θα βρουν βοήθεια. Οι υπόλοιποι που παραδέχτηκαν ότι στο μέλλον θα εξαφανιστεί αναπόφευκτα ο τρόπος παραγωγής τους, έρχονται σε μας, μα είναι και διατεθημένοι να συμμεριστούν στο μέλλον τις τύχες που περιμένουν όλους τους άλλους εργάτες. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μεγάλους και με τους μεσαίους χωρικούς. Οι υπηρέτες, οι υπηρέτριες και οι μεροκαματιάρηδές τους μας ενδιαφέρουν φυσικά περισσότερο από αυτούς. Αν οι χωρικοί αυτοί ζητούν μιαν εγγύηση για την παραπέρα ύπαρξη του νοικοκυριού τους, εμείς δε μπορούμε καθόλου να τους την προσφέρουμε. Η θέση τους είναι τότε στους αντισημίτες, στον Αγροτικό Σύνδεσμο και σε παρόμοια κόμματα, που ευχαριστούνται να υπόσχονται το παν και να μην κρατούν καμιά υπόσχεση. Εχουμε την οικονομική βεβαιότητα ότι και ο μεγάλος και ο μεσαίος χωρικός θα υποκύψουν αναπόφευκτα μπροστά στο συναγωνισμό της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής μπροστά στη φτηνή υπερπόντια σιτοπαραγωγή, όπως το δείχνει η όλο και μεγαλύτερη καταχρέωση και παρακμή κι αυτών των αγροτών, που γίνεται παντού αισθητή. Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα ενάντια σε αυτή την παρακμή. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να συστήσουμε και δω επίσης τη συνένωση των κτημάτων σε συνεταιριστικά νοικοκυριά, όπου η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας θα μπορεί να παραμερίζεται όλο και περισσότερο και όπου θα μπορεί να αρχίσει η βαθμιαία μετατροπή της σε κλάδους της μεγάλης εθνικής παραγωγικής κοινότητας με ίσα δικαιώματα και με ίσα καθήκοντα. Αν οι αγρότες αυτοί κατανοήσουν ότι είναι αναπόφευκτος ο αφανισμός του τωρινού τους τρόπου παραγωγής, αν βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα από αυτό, τότε θα έρθουν σε μας και δική μας δουλειά θα είναι τότε να ευκολύνουμε όσο το δυνατόν και αυτών το πέρασμα στον αλλαγμένο τρόπο παραγωγής. Αλλιώς πρέπει να τους αφήσουμε στην τύχη τους και να στραφούμε στους μισθωτούς εργάτες τους, που θα μας δεχτούν βέβαια καλά. Πιθανώς θα πρέπει να παραιτηθούμε από μια βίαιη απαλλοτρίωση και να υπολογίζουμε στο γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη θα βάλει μυαλό και σε τούτα τα αγύριστα κεφάλια.

Το πράγμα είναι εντελώς απλό μόνο στη μεγάλη γαιοκτησία. Εδώ έχουμε απροκάλυπτη κεφαλαιοκρατική επιχείρηση και γι’ αυτό δε χωράνε κανενός είδους ενδοιασμοί. Εδώ έχουμε μπροστά μας αγρότες προλετάριους κατά μάζες και το καθήκον μας είναι καθαρό. Μόλις το κόμμα μας θα πάρει την εξουσία, θα πρέπει ν’ απαλλοτριώσει απλούστατα τους μεγαλοτσιφλικάδες, ακριβώς όπως και τους βιομήχανους εργοστασιάρχες. Αν αυτή η απαλλοτρίωση θα γίνει με ή χωρίς αποζημίωση, αυτό κυρίως δε θα εξαρτηθεί από μας, μα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες θα πάρουμε την εξουσία και ιδιαίτερα από τη στάση των ίδιων των κυρίων μεγαλοτσιφλικάδων. Δε θεωρούμε καθόλου ότι είναι απαράδεκτη η αποζημίωση σε όλες τις καταστάσεις. Ο Μαρξ μου εξέφραζε - πόσο συχνά! - τη γνώμη του ότι θα ξεμπερδεύαμε φτηνότερα αν μπορούσαμε να εξαγοράσουμε ολόκληρη αυτή τη σπείρα. Ομως αυτό δε μας ενδιαφέρει εδώ. Τα μεγάλα κτήματα που θα έχουν έτσι επιστραφεί στην ολότητα, θα τα παραχωρούσαμε για χρήση, κάτω από τον έλεγχο της ολότητας, στους εργάτες γης που τα καλλιεργούν και σήμερα και που θα πρέπει να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς. Με ποιους τρόπους θα γίνει αυτή η παραχώρηση, αυτό δε μπορούμε τώρα ακόμα να το καθορίσουμε. Εν πάση περιπτώσει η μετατροπή του κεφαλαιοκρατικού νοικοκυριού σε κοινωνικό είναι κιόλας εδώ πέρα για πέρα προετοιμασμένη και μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε μια νύχτα, ακριβώς όπως λχ. στο εργοστάσιο του κυρίου Κρουπ ή του κυρίου φον Στουμ. Και το παράδειγμα αυτών των γεωργικών συνεταιρισμών θα έπειθε και τους τελευταίους μικροϊδιοκτήτες αγρότες που αντιστέκονται ακόμα, και ίσως και μερικούς μεγαλοχωρικούς, για τα πλεονεκτήματα της μεγάλης συνεταιριστικής επιχείρησης.

Εδώ λοιπόν μπορούμε ν’ ανοίξουμε στους προλετάριους της υπαίθρου μια προοπτική, τόσο λαμπρή, σαν την προοπτική που καλεί το βιομηχανικό εργάτη. Και έτσι η κατάκτηση των εργατών γης της ανατολικά από τον Ελβα Πρωσίας μπορεί να είναι για μας μόνο ζήτημα χρόνου και μάλιστα του πιο σύντομου χρόνου. Οταν όμως έχουμε μαζί μας τους εργάτες γης στα ανατολικά του Ελβα της Πρωσίας, τότε θα φυσήξει αμέσως σε ολόκληρη τη Γερμανία ένας άλλος άνεμος. Η πραγματική μισοδουλοπαροικία των εργατών γης στ’ ανατολικά του Ελβα αποτελεί την κύρια βάση της κυριαρχίας των πρώσων γιούνκερς και μαζί της της ιδιόμορφης πρωσικής επικυριαρχίας στη Γερμανία. Οι γιούνκερς στα ανατολικά του Ελβα - που όλο και περισσότερο βουλιάζουν στα χρέη, στη φτώχευση, στον παρασιτισμό με έξοδα του κράτους και των ιδιωτών και που γι’ αυτό ακριβώς γαντζώνονται τόσο πιο γερά στην εξουσία τους - αυτοί είναι που δημιούργησαν και διατήρησαν τον ιδιόμορφο πρωσικό χαρακτήρα της γραφειοκρατίας καθώς και του σώματος των αξιωματικών του στρατού. Αυτών η υπεροψία, η στενοκεφαλιά και η αλαζονία είναι που, παρ’ όλες τις λαμπρές νίκες της, έκαναν τη γερμανική αυτοκρατορία πρωσικής εθνότητας - και όπως φαίνεται στη δοσμένη στιγμή αυτή αποτελεί την αναπόφευκτη και μόνη πραγματοποιήσιμη για την ώρα μορφή της εθνικής ενότητας - τόσο μισητή στο εσωτερικό και τόσο λίγο σεβαστή στο εξωτερικό. Η δύναμη αυτών των γιούνκερς στηρίζεται στο ότι μέσα στο συνεχόμενο έδαφος των εφτά παλαιοπρωσικών επαρχιών - δηλ. στο ένα τρίτο περίπου όλου τους εδάφους της αυτοκρατορίας - διαθέτουν τη γαιοκτησία που εδώ φέρνει μαζί της την κοινωνική και πολιτική εξουσία, κι όχι μόνον τη γαιοκτησία αλλά και, μέσω των εργοστασίων ζάχαρης από τεύτλα και των διυλιστηρίων οινοπνεύματος, κρατούν και τις σημαντικότερες βιομηχανίες αυτής της περιοχής. Ούτε οι μεγαλοτσιφλικάδες της υπόλοιπης Γερμανίας, ούτε οι μεγαλοβιομήχανοι βρίσκονται σε παρόμοια ευνοϊκή θέση. Ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι διαθέτουν ένα συνεχόμενο βασίλειο. Και οι δυο είναι σκορπισμένοι σε μεγάλες εκτάσεις και βρίσκονται σε συναγωνισμό μεταξύ τους και με τα άλλα κοινωνικά στοιχεία που τους περιβάλλουν, για την οικονομική και πολιτική επικράτηση. Αυτή όμως η κυριαρχική θέση των πρώσων γιούνκερς χάνει ολοένα και περισσότερο το οικονομικό της βάθρο. Η καταχρέωση και η φτώχευση επεκτείνονται και εδώ ακατάσχετα παρ’ όλη την κρατική βοήθεια (κι από την εποχή του Φρειδερίκου ΙΙ η βοήθεια αυτή βρίσκεται σε κάθε τακτικό γιουνκερικό προϋπολογισμό). Μονάχα η καθιερωμένη με το νόμο και τη συνήθεια πραγματική μισοδουλοπαροικία και η απεριόριστη εκμετάλλευση των εργατών γης που γίνεται έτσι δυνατή, μόλις και μετά βίας κρατάν ακόμα στην επιφάνεια τη γιουνκεροκρατία που βουλιάζει. Ρίξτε το σπόρο της σοσιαλδημοκρατίας μέσα σε αυτούς τους εργάτες, εμψυχώστε τους και συσπειρώστε τους στον αγώνα για τα δίκαιά τους και θα εξοφλήσει όλο το γιουνκερικό μεγαλείο. Η μεγάλη αυτή αντιδραστική δύναμη, που για τη Γερμανία αντιπροσωπεύει το ίδιο βάρβαρο, κατακτητικό στοιχείο που αντιπροσωπεύει ο ρωσικός τσαρισμός για ολόκληρη την Ευρώπη, θα πέσει σαν τρυπημένη φούσκα. Τα «επίλεκτα συντάγματα» του πρωσικού στρατού θα γίνουν σοσιαλδημοκρατικά και έτσι θα συντελεστεί μια τέτοια μετατόπιση στο συσχετισμό των δυνάμεων που θα εγκυμονεί μιαν ολόκληρη ανατροπή. Γι’ αυτό όμως είναι πολύ πιο σπουδαίο να κερδίσουμε τους προλετάριους της υπαίθρου που βρίσκονται στα ανατολικά του Ελβα, παρά τους μικροχωρικούς της δυτικής Γερμανίας ή ακόμα τους μεσαίους χωρικούς της νότιας Γερμανίας. Εδώ, στην ανατολικά από τον Ελβα Πρωσία βρίσκεται το αποφασιστικό πεδίο μας μάχης και γι’ αυτό η κυβέρνηση και οι γιούνκερς θα κάνουν το παν για να μας φράξουν εδώ την είσοδο. Κι αν - όπως μας απειλούν - εφαρμοστούν νέα βίαια μέτρα για να εμποδίσουν την εξάπλωση του κόμματός μας, αυτό θα γίνει πρώτ’ απ’ όλα για να προφυλάξουν το αγροτικό προλεταριάτο στα ανατολικά του Ελβα από την προπαγάνδα μας. Για μας είναι το ίδιο. Ετσι είτε αλλιώς θα το κατακτήσουμε.

 

 

* Γράφτηκε το Νοέμβρη του 1894 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Die Neue Zeit» («Η νέα εποχή») το 1894 και την επόμενη χρονιά 1895.