ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΚ

 Στην εποχή των Μαρξ - Ενγκελς πραγματοποιήθηκε η συνένωση της επαναστατικής θεωρίας με τον ταξικό αγώνα που εκφραζόταν από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης. Μέσω αυτής της συνένωσης προέκυψε η ανώτερη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης, η πολιτική οργάνωση που συνένωσε Αγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, Πολωνούς κ.ά. εργάτες στην «Ενωση των Κομμουνιστών», με Πρόγραμμά τους το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» (1848). Μετά από μιάμιση περίπου δεκαετία, η πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης σε διεθνικό και εθνικό επίπεδο πήρε τη μορφή της Α΄ Διεθνούς (Διεθνούς Ενωσης των Εργατών) το 1864, ενώ μετά τη διάλυσή της, το 1876, διαμορφώθηκαν κόμματα σε εθνικό επίπεδο και η Β΄ (Σοσιαλδημοκρατική) Διεθνής.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις της εργατικής τάξης ήταν σχολεία στην πορεία οργάνωσης και ωρίμανσής της ως τάξης. Σε αυτές έμαθαν οι εργάτες και εργάτριες τη σύγκρουση με την καπιταλιστική εργοδοσία, τη διεκδίκηση με συλλογικότητα και θυσία, ακόμα και με το αίμα τους, ενός πιο ανθρώπινου ωραρίου, ημερομισθίου, κατοικίας, συνθηκών διαβίωσης για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Μέρες όπως η 8 Μάρτη 1857 και η 1 Μάη 1886 σηματοδοτούν τέτοιες σκληρές συνθήκες στον οικονομικό αγώνα της εργατικής τάξης.

Στην ιστορία του εργατικού κινήματος όλων των χωρών, όπως και της Ελλάδας, υπάρχουν κινητοποιήσεις-συγκρούσεις του εργατικού κινήματος με τις δυνάμεις καταστολής του κεφαλαίου (π.χ. το Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη), κινητοποιήσεις που δεν ήταν ενταγμένες σ’ ένα σχεδιασμό μιας κοινωνικοπολιτικής ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την αστική εξουσία. Βέβαια υπάρχουν και τέτοιες, που πήραν τα χαρακτηριστικά πολιτικής απεργίας σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, που συνδέθηκαν με τον πολιτικό σχεδιασμό για την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας επιτυχώς στη Ρωσία το 1917 ή ανεπιτυχώς στις Γερμανία, Ουγγαρία, Σλοβακία το 1919.

Ο ταξικός αγώνας πήρε χαρακτηριστικά συνειδητής πάλης για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης μόνον όταν ωρίμασαν οι ιστορικές συνθήκες για τη θεωρητική ανάδειξη των αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος, με «Το Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ, τη διαλεκτική υλιστική φιλοσοφία, τη διαλεκτική υλιστική ανάλυση της κοινωνικής εξέλιξης και την επιστημονική τεκμηρίωση του ρόλου της ταξικής πάλης, των επαναστατικών αλμάτων στο πέρασμα από έναν κατώτερο κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό σε έναν ανώτερο, του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης στο επαναστατικό πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Μόνο αφού ωρίμασαν αυτές οι θεωρητικές προϋποθέσεις έγινε δυνατό να εμφανιστεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό, δηλαδή η πάλη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό να θεμελιωθεί σε επιστημονική βάση, σε αντίθεση με τον ουτοπικό σοσιαλισμό που προηγήθηκε.

Βεβαίως στη ζωή, στην κοινωνική-ταξική υπόσταση του ανθρώπου υφίσταται η διαλεκτική σχέση πράξης-συνείδησης. Οπωσδήποτε την ανάπτυξη της κομμουνιστικής ιδεολογίας τροφοδότησαν όχι μόνο οι προγενέστερες θεωρητικές κατακτήσεις αλλά και η πρακτική της ταξικής πάλης, με κορυφαία για το 19ο αιώνα την Παρισινή Κομμούνα (1871).

Το ιδεολογικό-θεωρητικό θησαυροφυλάκιο που θεμελιώθηκε από τους Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς στο 19ο αιώνα, εμπλουτίστηκε από το Β. Ι. Λένιν στις αρχές του 20ού αιώνα, που έδωσε νέα πείρα της επαναστατικής πράξης το 1917 και οδήγησε στην πρώτη επαναστατική εργατική εξουσία, καθώς και στη διαμόρφωση της Τρίτης, της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1919).

Στον 20ό αιώνα η εργατική τάξη διέθετε το δικό της κόμμα -το ΚΚ- είχε βγει από τα σκότη του αναλφαβητισμού και κυρίως είχε την ιστορική πείρα της επαναστατικής ανατροπής της τσαρικής και της αστικής εξουσίας στη Ρωσία, αλλά και σε χώρες της Ασίας, της Ευρώπης, ακόμη και της αμερικανικής ηπείρου. Αυτό το γεγονός, σε ορισμένες περιπτώσεις και φάσεις του κομμουνιστικού κινήματος, οδήγησε και οδηγεί ακόμα στη λαθεμένη αντίληψη ότι ολοκληρώθηκε ο κύκλος της αναγκαιότητας να παράγει θεωρία το ίδιο το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Αν και αυτή η αντίληψη δεν εκδηλώνεται άμεσα, υπάρχει με μια ορισμένη μορφή υποτίμησης απέναντι στις επιστήμες. Ακριβέστερα θα λέγαμε ότι εκφράζεται με μειωμένη απαιτητικότητα στο σχεδιασμό ώστε κομμουνιστές και κομμουνίστριες να εξειδικεύονται στη θεωρητική δουλειά, στην έρευνα, ώστε ως επαναστάτες-παραγωγοί επιστημονικής γνώσης να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της επαναστατικής ιδεολογίας και επομένως στην αποτελεσματικότητα της ταξικής πάλης.

Το παρόν άρθρο περιλαμβάνει ορισμένους προβληματισμούς, σκέψεις σχετικά με τη σχέση του κομμουνιστικού κόμματος με τη διανόηση. Εκ των πραγμάτων οι προβληματισμοί επεκτείνονται και στα κριτήρια για ταξικό προσδιορισμό των επιστημόνων, καθώς και των καλλιτεχνών, στους όρους ριζοσπαστικοποίησης και κυρίως κομμουνιστικής συνειδητοποίησής τους. Περιλαμβάνονται επίσης σκέψεις για τη συμβολή των κομμουνιστών επιστημόνων στην ανάπτυξη της επιστημονικότητας ενός ΚΚ, στην κατεύθυνση ενίσχυσης της ταξικότητάς του, ώστε να επιβεβαιώνεται σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες ο επαναστατικός του χαρακτήρας. Περιλαμβάνονται σκέψεις πώς συνειδητά θα σχεδιάζει το ΚΚ τη δράση του για την ενότητα της εργατικής τάξης στον πιο ανεπτυγμένο ταξικό αγώνα, της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας. Εδώ θα μας απασχολήσουν τα προβλήματα που αφορούν ιδιαίτερα τις μέρες μας, που ως περίοδος έχει την αφετηρία της στην αντεπαναστατική οπισθοδρόμηση της κοινωνικής πορείας στην τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα.

Σε αυτή την περίοδο αμφισβητήθηκε, πολεμήθηκε ο ιστορικός ρόλος του εργατικού κινήματος και ως προς τον ιστορικά ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική πρόοδο και ως προς την αναγκαιότητα της επαναστατικής πολιτικής ανατροπής ως προϋπόθεσης για την κοινωνική ανατροπή.

Η κομμουνιστική ταυτότητα εξέφραζε την επαναστατική ιδεολογική-πολιτική οργάνωση του εργατικού κινήματος από τότε -στη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα- που η σοσιαλδημοκρατική του ταυτότητα ολοκληρωτικά απώλεσε τον επαναστατικό της χαρακτήρα. Η καμπή αυτή επήλθε τότε που ο οπορτουνισμός στη Β΄ Διεθνή εξελίχθηκε σε ανοικτή προδοσία, πηγαίνοντας με το μέρος της ιμπεριαλιστικά επιτιθέμενης αστικής τάξης, αρχικά στη Γερμανία (1914).

Στις μέρες μας συχνά διατηρείται ο κομμουνιστικός τίτλος, αλλά προγραμματικά αναθεωρείται είτε ο ηγετικός ρόλος της εργατικής τάξης είτε η αναγκαιότητα της επαναστατικής πολιτικής ανατροπής. Παρατηρείται μάλιστα το φαινόμενο, σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια της αντεπανάστασης, διακηρυκτικά ν’ αναγνωρίζεται η κομμουνιστική ιδεολογία, ο Μαρξισμός-Λενινισμός, η προσφορά της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ κι αλλού, αλλά να αναθεωρείται στην προγραμματική επεξεργασία, στη στρατηγική, στο όνομα των «εθνικών ιδιαιτεροτήτων ή ιδιομορφιών». Συχνά, νομοτέλειες της σοσιαλιστικής επανάστασης παρερμηνεύονται ως «ρωσική ιδιαιτερότητα». Οποιο ΚΚ δικαιώνει τον τίτλο του με την ιδεολογική και οργανωτική του συγκρότηση και την πολιτική του δράση, δέχεται συντονισμένη πολεμική αστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων ως δογματικό, σεχταριστικό, «ιστορικό απολίθωμα», αντιδραστικό κλπ. Ανάλογα και με το συσχετισμό δυνάμεων στη χώρα του, διαβαθμίζονται τα μέσα και οι μορφές του αντικομμουνισμού. Ετσι, αλλιώς εκφράζεται σε χώρες της πρώην σοσιαλιστικής οικοδόμησης, π.χ. στη Λετονία, στην Τσεχία, παίρνοντας τη μορφή της άμεσης κρατικής βίας και καταστολής κι αλλιώς π.χ. στην Ελλάδα.

Στη χώρα μας αυτή την περίοδο η επίθεση έχει κυρίως το χαρακτήρα της ιδεολογικής-πολιτικής πίεσης για να αλλάξει στρατηγική το ΚΚΕ, να απαρνηθεί την προσέγγιση της ιστορίας του και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με γνώμονα τις νομοτέλειες της ταξικής πάλης. Σε αυτή την κατεύθυνση ασκείται πολεμική στις θέσεις του Κόμματος για το σοσιαλισμό, για τη στήριξη απεργιακών κινητοποιήσεων ενάντια στην αντεργατική-αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική.

Αποκαλυπτική είναι η παρέμβαση τμήματος του αστικού πολιτικού κόσμου, π.χ. του ΛΑ.Ο.Σ. ως κόμματος, του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, στελεχών της ΝΔ περί δράσης του ΚΚΕ «στα όρια της νομιμότητας». Παράλληλα καλλιεργείται κλίμα οπορτουνιστικής πίεσης, που όπως πάντα επικεντρώνεται στο χαρακτήρα της πολιτικής συμμαχιών του ΚΚΕ, στον κοινωνικό χαρακτήρα της συμμαχίας και στο αντιμονοπωλιακό-αντιιμπεριαλιστικό προγραμματικό πλαίσιό της.

Αναπαράγονται διάφορες εκδοχές οπορτουνιστικής ρυμούλκησης του ΚΚΕ σε μια «αριστερή» συμμαχία για τη διεκδίκηση ενός ήπιου καπιταλισμού, λιγότερο «άγριου, ακραίου, φιλελεύθερου». Η οπορτουνιστική «αριστερή» διαχείριση, ανάλογα με τις εξελίξεις, ανάλογα με τη φάση της οικονομικής κρίσης όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη, ταλαντεύεται μεταξύ της ρυθμιζόμενης «οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ» και της προστασίας της εγχώριας παραγωγής (βλ. σημερινή τάση στο ΣΥΝ που εκπροσωπείται από Π. Λαφαζάνη, Α. Καλύβη, Δ. Στρατούλη και Γ. Τόλιο). Σε φάσεις όπως η σημερινή, που ο διεθνής καπιταλισμός δεν μπορεί να κρύψει την όξυνση των αντιφάσεων και αντιθέσεών του, ο οπορτουνισμός προσαρμόζεται, γίνεται πιο ύπουλος στη φρασεολογία, επιχειρεί μια επιφανειακή αυτοκριτική («ο ΣΥΝ έκανε κρίσιμο στρατηγικό λάθος με την υπερψήφιση το 1992 της Συνθήκης του Μάαστριχτ»), προκειμένου να γίνει πιο πειστικός στην αποπροσανατολιστική πολιτική ενσωμάτωσης που πρεσβεύει. Αυτό το στόχο εξυπηρετούν οι εξής θέσεις του: «Ενα στρατηγικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων για την αναδιοργάνωση και ανασυγκρότηση του κράτους», με στόχο την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας της ΕΕ, τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών της ΕΕ από την ΕΚΤ με τους όρους που δανειοδοτούνται οι τράπεζες (1%), τον έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της απελευθέρωσης των αγορών. Στην καλύτερη περίπτωση, η «αριστερή» οπορτουνιστική πτέρυγα του ΣΥΝ ουτοπικά υποστηρίζει έναν ελεγχόμενο μονοπωλιακό καπιταλισμό που θα ευνοεί περισσότερο το βιομηχανικό κεφάλαιο και λιγότερο το συγκεντρωμένο κεφάλαιο στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου (χρηματικού).

Διόλου τυχαία η φαινομενική «αριστερή» στροφή προέρχεται από γνήσιους οπορτουνιστές, γεννήματα-αποστάτες του κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα το ΚΚΕ έχει βαθιά γνώση και πείρα στο φαινόμενο του οπορτουνισμού, στην ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αντιμετώπισή του, ώστε να μην υποκύπτει στην πίεση που οδηγεί στη διάβρωση και υπονόμευση του εργατικού κινήματος, της λαϊκής αντιμονοπωλιακής συμμαχίας για την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας, του σοσιαλισμού.

 

ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ - ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΑΝΑΜΕΣΑ
ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

 Στις 6-7 Μάρτη 2010 το ΚΚΕ πραγματοποίησε την Πανελλαδική του Συνδιάσκεψη με θέμα: «Η δουλειά του Κόμματος στην εργατική τάξη και το συνδικαλιστικό κίνημά της». Η Απόφαση της Συνδιάσκεψης αποσκοπεί στον προσδιορισμό του περιεχομένου και των καθηκόντων του Κόμματος από την ΚΕ ως την ΚΟΒ, για να προχωρήσει με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό η ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην κατεύθυνση της πάλης για ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, στο δρόμο της οικονομικής ανάπτυξης με κίνητρο τη σχεδιασμένη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, με νέου τύπου σχέσεις, αυτές της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής, με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο.

Πρακτικά πρόκειται για τη συγκεκριμενοποίηση των καθηκόντων του ΚΚΕ στις σημερινές συνθήκες, για τη συγκέντρωση δυνάμεων στην κατεύθυνση του ΑΑΔ Μετώπου. Και βέβαια αυτό το καθήκον κρίνεται πρώτ’ απ’ όλα από τη μαχητική συγκέντρωση και σφυρηλάτηση της ενότητας της εργατικής τάξης στην πάλη για την απαλλαγή της από τα δεσμά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Αυτή η γραμμή μαχητικής κινητοποίησης εργατικών μαζών είναι απαραίτητη για να προσελκύσει και τα κινήματα των μικρομεσαίων αγροτών και των αυτοαπασχολούμενων, τα ριζοσπαστικά τμήματα κινημάτων της νεολαίας, των γυναικών στην πάλη ενάντια στα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τα κόμματα και τις κυβερνήσεις τους.

Η ενότητα της εργατικής τάξης, με την παρέμβαση του Κόμματος, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εμπνεύσει τους διανοούμενους με ορισμένη ριζοσπαστικότητα στη σκέψη και στάση ζωής, καθώς και καλλιτέχνες, ανεξάρτητα από την ταξική τους ένταξη και υπερβαίνοντας αυτήν. Αντικειμενικά η ιδεολογία και πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος μπορεί να καλλιεργήσει μια συνειδητή ένταξη πρωτοπόρων τέτοιων δυνάμεων που θα προσφέρουν την επιστημονική και καλλιτεχνική τους δημιουργία στο Λαϊκό Μέτωπο, ακόμη και στο επαναστατικό εργατικό κίνημα.

Τόσο η ιστορία του ΚΚΕ1 όσο και γενικότερα η ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος έχουν να επιδείξουν τέτοια επιτεύγματα. Βεβαίως αυτά ήταν πάντα ευθέως ανάλογα με την ανοδική φάση του κινήματος.

Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα η εξής πλευρά: η σχέση του Κόμματος με την επιστήμη, γενικότερα με τη διανοητική-καλλιτεχνική δημιουργία και αντίστροφα, η σχέση του επιστήμονα-ερευνητή και του καλλιτέχνη με τη σύγκρουση και ρήξη με τα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό, η σχέση του με την επαναστατική ανατροπή.

Ηδη από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Μαρξ - Ενγκελς, εδώ και 162 χρόνια, προσδιορίστηκε ο εργατικός επαναστατικός χαρακτήρας του κομμουνιστικού κινήματος. Σε όλη τη διαδρομή του κομμουνιστικού κινήματος, ενάμιση και πλέον αιώνα, αυτή η ουσία του δέχτηκε ισχυρά πλήγματα όχι μόνο από την αστική εξουσία αλλά και από την επίδρασή της μέσα στις γραμμές του με τη μορφή του αναθεωρητισμού και οπορτουνισμού.

Οι σελίδες της ΚΟΜΕΠ έχουν φιλοξενήσει κατ’ επανάληψη άρθρα2 σχετικά με τις θεωρίες περί «τέλους της εργατικής τάξης», θεωρίες που στηρίζονται στην εκχυδαϊσμένη αντίληψη ότι εργατική τάξη είναι μόνο αυτή που δουλεύει στους κλάδους της μεταποίησης ή που η δουλειά της είναι χειρωνακτική, που δεν έχει μόρφωση. Αυτά τα κριτήρια βολεύουν τις θεωρίες περί «τέλους της εργατικής τάξης» -κατά συνέπεια και «τέλους της ταξικής πάλης»- γιατί έτσι την εμφανίζουν ως συνεχώς συρρικνούμενη.

Είναι γεγονός ότι στο σύγχρονο καπιταλισμό το ποσοστό των μισθωτών στους κλάδους της μεταποίησης έχει την τάση να μειώνεται σε σχέση με το συνολικό αριθμό των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό το γεγονός αντανακλά δύο τάσεις: μία προοδευτική και μία αντιδραστική.

Προοδευτική είναι η τάση να μειώνεται η ζωντανή ανθρώπινη εργασία στη μεταποίηση, ενώ αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας λόγω ανάπτυξης της τεχνολογίας. Ταυτόχρονα ορισμένες εργασίες, όπως στην εκπαίδευση, στην υγεία-πρόνοια, στον τουρισμό, στον πολιτισμό, στη φυσική αγωγή, γίνονται κοινωνικά αναγκαίες για τη λαϊκή μάζα, δηλαδή για την ίδια την εργατική τάξη και την αγροτιά. Ωστόσο, σε αυτή την τάση ο καπιταλισμός απαντά με αντιδραστικό τρόπο: Αφενός συμπιέζει την τιμή της εργατικής δύναμης, αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης αλλάζοντας την αναλογία μεταξύ αναγκαίου και πρόσθετου χρόνου εργασίας, μεγαλώνοντας το δεύτερο. Αφετέρου μετατρέπει σε εμπορεύματα τα προϊόντα των εργασιών στην εκπαίδευση, στην υγεία-πρόνοια, στον τουρισμό, στον πολιτισμό, στη φυσική αγωγή, αντί να τις οργανώσει ως κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτή η αντιδραστική προσαρμογή είναι ιδιαίτερα έντονη στις μέρες μας. Εκδηλώνεται με την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, τις οποίες είχε οργανώσει ο καπιταλισμός κυρίως στη Δυτική Ευρώπη, στις πρώτες δεκαετίες του β΄ μισού του 20ού αιώνα, για να διευκολύνει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου μετά τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και γιατί οι εργατικές κατακτήσεις στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ασκούσαν πίεση κι επιδρούσαν στο συσχετισμό δυνάμεων.

Απευθείας αντιδραστική, που αντανακλά τη σήψη του καπιταλισμού, είναι η τάση να διευρύνονται οι εργασίες στην κυκλοφορία του κεφαλαίου με τη χρηματική μορφή του (χρηματοπιστωτικός τομέας, συμπεριλαμβανομένων και των «ασφαλιστικών», χρηματιστήριο) κι επομένως να συγκεντρώνονται μισθωτοί εργαζόμενοι σε αυτούς τους κλάδους. Μεγάλο τμήμα αυτών των μισθωτών εργαζομένων είναι πτυχιούχοι ΑΕΙ και στο βαθμό που δεν έχουν επιτελική δουλειά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εντάσσονται στην εργατική τάξη, συμμετέχοντας στο μοίρασμα της υπεραξίας, στη μετατροπή της σε καπιταλιστικό κέρδος. Για κάποιο τμήμα τους είναι αρκετά δυσδιάκριτο το αν έχει ή όχι επιτελική εργασία. Επιπλέον οι συνθήκες ζωής ενός σημαντικού τμήματος αυτών πλησιάζει προς τα μεσαία στρώματα που βρίσκονται πιο κοντά στην αστική τάξη. Αυτό αφορά τις συνήθειες της καθημερινότητας που επιδρούν και στις αντιλήψεις, πολύ περισσότερο που και η αστική τάξη διαμορφώνει πολιτική συμμαχιών που τη στηρίζει σε μια υλική βάση (bonus, μοίρασμα των μετοχών κλπ., ιδιαίτερα στην ανοδική φάση του κρισιακού κύκλου της καπιταλιστικής οικονομίας).

Ωστόσο, ο 21ος αιώνας έδειξε παρατεταμένη δυσκολία στη σταθεροποίηση της φάσης αναζωογόνησης από τον προηγούμενο κρισιακό κύκλο, ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ιαπωνία και στη συνέχεια οι ΗΠΑ. Με τη νέα εκδήλωση της κρίσης (2008) η αστική πολιτική, τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα, υποχρεώνεται να επιταχύνει τις σημαντικές αλλαγές που έχει υιοθετήσει εδώ και μια δεκαετία, που αφορούν και την υλική βάση συμμαχίας της αστικής τάξης με σημαντικά τμήματα εργαζομένων. Αυτό αφορά π.χ. το χώρο των υπαλλήλων σε τράπεζες με ισχυρή κρατική συμμετοχή στο μετοχικό τους κεφάλαιο (κάπως εκχυδαϊσμένα κωδικοποιήθηκε στη συζήτηση περί «golden boys»). Η σχέση τέτοιων τμημάτων με την αστική τάξη μπορεί να καταστραφεί σε συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Τις προαναφερόμενες τάσεις ακολουθεί και το εξής φαινόμενο: Τόσο στις δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία-πρόνοια) όσο και στις επιχειρήσεις-εκπαιδευτήρια, επιχειρήσεις-νοσοκομεία/κέντρα υγείας, συγκεντρώνονται εργαζόμενοι πανεπιστημιακής μόρφωσης-ειδίκευσης. Ανάμεσα στους κρατικούς υπαλλήλους διευρύνθηκε το μερίδιο εκείνων που εργάζονταν στις κοινωνικές υπηρεσίες. Βεβαίως στους κρατικούς υπαλλήλους περιλαμβάνονται και όλοι εκείνοι που εργάζονται στη λεγόμενη δημόσια διοίκηση (υπουργεία, εφορίες, τελωνεία, περιφερειακά, νομαρχιακά, τοπικά όργανα, διαφόρων ειδών θεσμικά όργανα του αστικού κράτους-νομισματικές, δικαστικές αρχές-και φυσικά τα κατεξοχήν όργανα καταστολής), μεταξύ των οποίων μεγεθυνόταν το μερίδιο των πτυχιούχων ΑΕΙ όσο αναπτυσσόταν η καπιταλιστική οικονομία κι ανάλογα εξελισσόταν το καπιταλιστικό κράτος. Τόσο ο Κ. Μαρξ όσο και ο Λένιν έχουν αναφερθεί στην κρατική υπαλληλία ως ιδιαίτερο στρώμα που συνδέεται με την αστική τάξη, λόγω του ότι «έχει ειδικευθεί στη διοίκηση και κατέχει μια προνομιούχα θέση απέναντι στο λαό»3.

Βεβαίως στην εποχή του Κ. Μαρξ, ακόμα και του Λένιν, δεν είχε πάρει έκταση το φαινόμενο της συγκέντρωσης δημοσίων υπαλλήλων στις υπηρεσίες της παιδείας και της υγείας-πρόνοιας. Το γεγονός αυτό εγείρει ορισμένες επιφυλάξεις ως προς την κατάταξη π.χ. των εκπαιδευτικών και υγειονομικών δημοσίων υπαλλήλων στο ιδιαίτερο στρώμα της κρατικής υπαλληλίας, ζήτημα το οποίο δε θα διευκρινιστεί στα όρια του παρόντος άρθρου. Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν κατατάσσουμε στην κρατική υπαλληλία αλλά στους παραγωγικούς εργάτες τους μισθωτούς των βιομηχανικών επιχειρήσεων κρατικού κεφαλαίου (μεταποίηση, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, εξόρυξη, μαζικές μεταφορές).

Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι κατά την καπιταλιστική ανάπτυξη μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επεκτάθηκε η δημοσιοϋπαλληλική σχέση (μόνιμος υπάλληλος του κράτους) και σε χειρώνακτες, χαμηλής ή και υψηλότερης τεχνικής εκτός της επιστημονικής ειδίκευσης εργαζόμενους, όχι μόνο στις δημόσιες υπηρεσίες αλλά και στα υπουργεία, στους ΟΤΑ, στις Νομαρχίες, στο μηχανισμό καταστολής. Αυτό το γεγονός συχνά εντείνει τους προβληματισμούς, τις διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς το αν αυτές οι μόνιμες «θεσούλες» για τις καθαρίστριες, τους νυχτοφύλακες, τους δημοτικούς εργάτες της καθαριότητας κλπ. μπορούν να τους «μετατρέψουν σε εργάτες ενός ιδιαίτερου “όπλου”, που η αμοιβή τους ξεπερνά τη συνηθισμένη αμοιβή ενός καλού εργάτη»4.

Βεβαίως στις μέρες μας είναι γεγονός η διαδικασία συρρίκνωσης των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία έχει γίνει πραγματικότητα ιδιαίτερα σε εργασίες χαμηλής ειδίκευσης, αφού σειρά εργασιών καθαριότητας, επισκευών κλπ. σε κρατικά νοσοκομεία γίνονται μέσω εργολαβιών επιχειρήσεων ιδιωτικού κεφαλαίου που χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία.

Είναι επίσης γεγονός ότι το κράτος χρησιμοποιεί ακόμα και για εργασίες επιστημονικής ειδίκευσης εργαζόμενους με σχέση όχι μόνιμης εργασίας, π.χ. stage, συμβασιούχους κλπ.

Η συρρίκνωση σχετίζεται αφενός με τις στρατηγικές επιλογές για ιδιωτικοποιήσεις και αφετέρου με ορισμένους αστικούς εκσυγχρονισμούς στη δημόσια διοίκηση. Ολα αυτά καταγράφονται στις κατευθύνσεις και στα εργαλεία ελέγχου που διαθέτει το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΕΕ κλπ.)

Αν και η τάση είναι να μειώνεται ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, ωστόσο εξακολουθεί να είναι μεγάλος. Η αστική στατιστική συμπεριλαμβάνει τους κρατικούς μισθωτούς στο σύνολο των μισθωτών κι έτσι αφενός διογκώνεται ο αριθμός των μισθωτών, αφετέρου συρρικνώνεται το ποσοστό των μισθωτών στη μεταποίηση.

Στατιστικά διογκώνεται ο αριθμός των μισθωτών και επειδή καταχωρούνται σε αυτούς και τυπικά μισθωτοί αλλά ουσιαστικά μετέχοντες στη διεύθυνση-διοίκηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο αυτά τα στατιστικά σφάλματα δεν τροποποιούν τις τάσεις στις οποίες αναφερθήκαμε.

Σημερινή τάση είναι να διογκώνεται το τμήμα των επιστημόνων που δεν απορροφάται από τον κρατικό μηχανισμό ως κρατική υπαλληλία, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του μετατρέπεται σε μισθωτό από το κεφάλαιο και συχνά χωρίς να συμμετέχει στη διεύθυνση-διοίκηση.

Ολα τα παραπάνω έχουν τη σημασία τους στη σχέση κοινωνικού προσδιορισμού-συνείδησης, επομένως και στις ιεραρχήσεις του κομμουνιστικού κόμματος στο ζήτημα τόσο της δουλειάς για την ενότητα της εργατικής τάξης όσο και για τη συμμαχία της με τμήματα μεσαίων στρωμάτων. Εχει την ιδιαίτερη σημασία της για τη δουλειά του ΚΚ με τους επιστήμονες, που σε κάθε περίπτωση οφείλει με αντικειμενικότητα να εκτιμά τη δυνατότητα να ξεκολλήσουν τις υπηρεσίες τους από την εξυπηρέτηση της αστικής τάξης και να τις θέσουν στην υπηρεσία του εργατικού κινήματος.

Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει για τους εργαζόμενους στην εκπαίδευση, ανεξάρτητα από τις εργασιακές τους σχέσεις: κρατικοί υπάλληλοι, μη μόνιμη μίσθωσή τους από το κράτος (ωρομίσθιοι - αναπληρωτές), μισθωτοί του κεφαλαίου. Για όλες τις περιπτώσεις ισχύει ότι συμμετέχουν άμεσα και ενεργά στον ισχυρότερο ιδεολογικό μηχανισμό της αστικής εξουσίας, μέσω του οποίου ασκείται η ιδεολογική χειραγώγηση, ξεκινώντας από τη νηπιακή ηλικία.

Η λειτουργία μετάδοσης γνώσεων είναι ενιαία με λειτουργίες κοινωνικοποίησης του ατόμου, που βεβαίως γίνεται στην κατεύθυνση αφομοίωσης των αστικών αξιών και της καπιταλιστικής αστικής νομιμότητας. Ο εκπαιδευτικός έχει άμεσο ενεργητικό ρόλο είτε είναι στο δημόσιο σχολείο είτε στο ιδιωτικό. Δηλαδή, ανεξάρτητα από την εργασιακή του σχέση, μετέχει σ’ έναν αντιδραστικό ιδεολογικό μηχανισμό, ο οποίος περιλαμβάνει και αναγκαία προοδευτικά στοιχεία της γνωστικής διαδικασίας. Η στάση του εκπαιδευτικού απέναντι στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, με αυτή την ιδιαίτερη σχέση με τις διαδικασίες παιδείας, καθορίζεται από τη συνειδητοποίηση και τη στάση του στις παραπάνω λειτουργίες, κατά πόσο συνειδητοποιεί το παραπάνω πρόβλημα, επιδιώκει μέτωπο διαχωρισμού της μετάδοσης γνώσεων από την άκριτη αφομοίωση των αστικών αξιών, παλεύει ώστε η όποια κοινωνικοποίηση συντελείται μέσω της εκπαιδευτικής λειτουργίας να εισάγει το στοιχείο ότι η κοινωνία δεν είναι ταξικά ενιαία.

Η διαλεκτική υλιστική αντίληψη αντανακλά θεωρητικές νομοτέλειες στη γνώση της κοινωνίας και της φύσης, επομένως είναι αντικειμενικά αναγκαία και στην εκπαιδευτική διαδικασία. Σε αυτό κρίνεται, πραγματώνεται ο ρόλος των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών εκπαιδευτικών. Είναι το κύριο περιεχόμενο σύγκρουσης με την εργοδοσία, είτε στη μορφή της ως κράτους είτε ως ιδιώτη. Δε νοείται πλαίσιο διεκδίκησης, στόχοι πάλης που να μην περιλαμβάνουν πρωτίστως διεκδικήσεις στο περιεχόμενο (ύλη, βιβλία κλπ.) της εκπαίδευσης.

Φυσικά μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών, δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, συνθλίβεται από προβλήματα που συνθλίβουν και την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Ομως το σύστημα δημιουργεί και υλικές συνθήκες για να τους αποκόψει από το λαϊκό κίνημα: ευνοεί (ανεπίσημα) την ενίσχυση του εισοδήματός τους με το ιδιαίτερο μάθημα, την παράλληλη δουλειά στο δημόσιο σχολείο και στο ιδιωτικό φροντιστήριο. Σε αυτή την υλική βάση το κράτος εξασφαλίζει την υποταγή τους σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί με συμπληρωματικότητα του δημόσιου - ιδιωτικού σχολείου και με ταξικούς φραγμούς στη μόρφωση.

Μια παραλλαγμένη μορφή ενσωμάτωσης που επιφέρει το σύστημα σε άλλης επιστημονικής ειδίκευσης κρατικούς υπαλλήλους, όπως οι γιατροί του δημοσίου, είναι το «φακελάκι». Ανάλογο χαρακτήρα έχει και ο «νόμιμος» χρηματισμός με «δώρα» από μονοπώλια του φαρμάκου και από τη λειτουργία των απογευματινών ιατρείων μέσα στα δημόσια. Επίσης, σε ορισμένα τμήματα τους (π.χ. γιατροί ΙΚΑ και πανεπιστημιακών νοσοκομείων) δίνεται η δυνατότητα να διατηρούν ιδιωτικά ιατρεία. Κι εδώ η αναφορά μας γίνεται από την άποψη της λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας κι όχι από την άποψη της δεύτερης δουλειάς, φαινόμενο που αφορά και τον εργάτη.

Αυτές οι στρεβλώσεις έχουν την αντανάκλασή τους και στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο αγροτικό κλπ., ως έμπρακτη αδυναμία να υιοθετούν διευρυμένο πλαίσιο και κυρίως ενέργειες πάλης για την παιδεία και την υγεία.

Παρόμοια φαινόμενα στη σχέση κοινωνικής ένταξης - συνείδησης, στον τρόπο ζωής, παρατηρούνται στους μισθωτούς επιστήμονες εργαζόμενους και σε μισθωτούς καλλιτέχνες, σε διάφορους σύγχρονους κλάδους παραγωγής «εμπορευματοποιημένων προϊόντων», όπως των μέσων μαζικής ενημέρωσης, του πολιτισμού, της φυσικής αγωγής, των επιχειρήσεων «παροχής νομικών, λογιστικών, τεχνικών υπηρεσιών» και διαφήμισης. Στο πρόσφατο παρελθόν χαρακτηρίζονταν από έντονη μεταβατικότητα ως προς τη μισθωτή εργασιακή σχέση και ταυτόχρονα την τάση ένα τμήμα τους, κατά τη μεσαία ηλικία, να μεταπηδά σε αυτοαπασχόληση με ή χωρίς μισθωτό προσωπικό. Αυτό το φαινόμενο αφορά γιατρούς, μηχανικούς, δικηγόρους, οικονομολόγους, λογιστές, δημοσιογράφους, καλλιτέχνες, γυμναστές, φυσιοθεραπευτές και άλλες ειδικότητες, κυρίως με υψηλή επιστημονική μόρφωση ή υψηλή επαγγελματική ειδίκευση. Η ιστορικότητα αυτής της μεταβατικότητας στην ταξική ένταξη, αν και περιορίζεται χρόνο με το χρόνο, όμως σε συνάρτηση και με το μακρόχρονο της σπουδαστικής θητείας, με την άμεση σχέση με μηχανισμούς στελεχωμένους από αστικές δυνάμεις (πανεπιστήμια, μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφορίες-τελωνεία, δικαστικές υπηρεσίες, την άμεση σχέση κράτους με φορείς ιδιωτικού κεφαλαίου για έργα υποδομών και άλλα), διαμορφώνουν υλικές συνθήκες για έναν τρόπο ζωής πιο κοντά στην αστική τάξη, ακόμα κι όταν ο μισθωτός επιστήμονας ή καλλιτέχνης πληροί τις προϋποθέσεις αντικειμενικής ένταξής του στην εργατική τάξη. Συχνά υπερισχύει η τάση να διαμορφώνεται συνείδηση μικροαστική κι όχι η τάση ανάπτυξης εργατικής συνείδησης.

 

Η ΥΛΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ

 Στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, όπως της Ελλάδας, τα τμήματα των μισθωτών επιστημόνων που βρίσκονται ανάμεσα στην εργατική και την αστική τάξη είναι πολυπληθή, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, ασκούν ιδεολογική-πολιτική επιρροή στην εργατική τάξη, πιέζουν στην κατεύθυνση διάσπασης του εργατικού κινήματος, στο ρεφορμιστικό προσανατολισμό του, στον πολιτικό οπορτουνισμό.

Βεβαίως τέτοια πίεση ασκούν και πιο «καλοπληρωμένα» τμήματα της εργατικής τάξης, το φαινόμενο της «εργατικής αριστοκρατίας», το οποίο δεν ταυτίζεται με τις διαφορές στους μισθούς που προκύπτουν ανάμεσα σε κλάδους λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξής τους.

Ως γνωστόν, ακόμη και τα «πριμ παρουσίας» που έχουν κατακτήσει στη βιομηχανία ανεβάζουν σημαντικά το εργατικό εισόδημα και «δυσκολεύουν» τη συμμετοχή στην απεργία.

Γενικά είναι αρκετά δύσκολος ο υπολογισμός του μέσου εργατικού εισοδήματος ή ο προσδιορισμός του εργατικού εισοδήματος που δεν επιτρέπει αποταμίευση. Η δυσκολία οφείλεται στο γεγονός ότι σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα διατηρούσε ιδιοκτησία γης, που είχε ως αποτέλεσμα να εξασφαλίσει ιδιόκτητο διαμέρισμα ή κατοικία ή ακόμα διατηρεί ιδιοκτησία γης που δίνει συμπληρωματικό εισόδημα.

Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες. Ετσι σήμερα παρατηρείται το φαινόμενο τμήματα της κρατικής υπαλληλίας ακόμα και με πανεπιστημιακή ειδίκευση να έχουν εισόδημα ανάλογο με το μέσο εργατικό, αλλά και αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες να έχουν εισόδημα ανάλογο είτε με το μέσο εργατικό είτε στα όρια εκείνου ανώτερων τμημάτων της εργατικής τάξης (π.χ. σύγκριση του εργασιακού εισοδήματος ενός μέσου αυτοαπασχολούμενου λογιστή με το εισόδημα ενός μισθωτού οδηγού στον κλάδο τροφίμων-ποτών).

Οπωσδήποτε η προσπάθεια για ενότητα της εργατικής τάξης και για λαϊκή συμμαχία απαιτεί σημαντική εξειδίκευση κατά κλάδο και χώρο, επιτελική δουλειά από την πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το κομμουνιστικό κόμμα της, το ΚΚΕ στη χώρα μας.

Η θεωρητική και «στατιστική» δυσκολία να καταγραφούν-καταμετρηθούν με ακρίβεια ποιοι μισθωτοί ανήκουν στην εργατική τάξη ή σε μεσαία στρώματα δεν πρέπει να εμποδίσει να εκφραστούν στην πάλη οι δυνατότητες προσέλκυσης των «σύγχρονων ημιπρολετάριων» στο εργατικό κίνημα, στη λαϊκή συμμαχία ενάντια στην αστική εξουσία. Και αναμφισβήτητα εργαζόμενοι επιστήμονες και καλλιτέχνες περιλαμβάνονται στους «σύγχρονους ημιπρολετάριους».

Είναι επίσης βέβαιο ότι τμήματα μισθωτών κρατικών υπαλλήλων έχουν ίδιους όρους ζωής με τμήματα της εργατικής τάξης, π.χ. καθαρίστρια ή νυχτοφύλακας σε κρατική υπηρεσία, νοσηλεύτρια ή τραπεζοκόμος σε κρατικό νοσοκομείο. Και αντίστροφα, τμήματα των μισθωτών του ιδιωτικού κεφαλαίου, τα οποία τυπικά μπορούν να ενταχθούν στην εργατική τάξη, έχουν ίδιους όρους ζωής με τμήματα μεσαίων στρωμάτων, π.χ. ειδικευμένοι γιατροί ιδιωτικών νοσοκομείων.

Αυτές οι διαφοροποιήσεις πρέπει να υπολογίζονται στη δουλειά του ΚΚ τόσο για την ενότητα της εργατικής τάξης όσο και για τη διαμόρφωση της λαϊκής συμμαχίας. Πρώτ’ απ’ όλα υπάρχει αντικειμενική βάση να εμπνευστούν λαϊκά στρώματα από τον αγώνα της εργατικής τάξης για οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας με κίνητρο τη σχεδιασμένη και ολοένα διευρυνόμενη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών κι όχι την καπιταλιστική κερδοφορία. Με άλλα λόγια, εξίσου υποφέρει η νοσηλεύτρια και η τραπεζοκόμος στο κρατικό νοσοκομείο, η καθαρίστρια και ο νυχτοφύλακας στην κρατική υπηρεσία με τον εργάτη-την εργάτρια στην κλωστοϋφαντουργία, την εμποροϋπάλληλο, την καθαρίστρια του ξενοδοχείου κλπ. Ολοι μαζί υποφέρουν από το επίπεδο μισθών-συντάξεων, των τιμών στα είδη λαϊκής κατανάλωσης, των τιμολογίων στον ηλεκτρισμό - φυσικό αέριο, στις τηλεπικοινωνίες, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το βάρος από την έμμεση φορολογία (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης, τέλη κλπ.), από τα τροφεία στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς αλλά και από τις περιορισμένες θέσεις τους, από την υποβάθμιση και τις ουσιαστικές ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα φροντίδας της υγείας, στην πρόληψη και την περίθαλψη, τα ακριβά ενοίκια ή την αδυναμία συντήρησης με σύγχρονους όρους (αντισεισμικούς κλπ.) της κατοικίας αλλά και των δημοσίων κτηρίων, τους ταξικούς φραγμούς στην παιδεία και όλα αυτά που συνιστούν τις κοινωνικές ανάγκες. Αλλά και ο μη εργάσιμος χρόνος είναι κοινό πρόβλημα μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, ανεξάρτητα από το μορφωτικό επίπεδο, την κατοχή πτυχίου ΑΕΙ.

Αυτές οι κοινωνικές ανάγκες είναι κοινές και για άλλα τμήματα λαϊκών στρωμάτων, όπως είναι οι φτωχοί αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι στο λιανικό εμπόριο, στη μεταποίηση ή και σε κάποιες υπηρεσίες (ενοικιαζόμενα δωμάτια, επισιτισμός). Ακόμα κι όταν κατορθώνουν να χρησιμοποιήσουν ξένη μισθωτή εργασία, να αποσπάσουν άμεσα ή έμμεσα υπεραξία, τελικά τη χάνουν, γιατί την απορροφά η τράπεζα, το μονοπώλιο από το οποίο αγοράζουν εφόδια, η φορολογία κλπ.

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία η διάρθρωση της εργατικής τάξης, αλλά και η σύγκριση του βιοτικού επιπέδου τμημάτων της με το βιοτικό επίπεδο τμημάτων μεσαίων στρωμάτων, γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη. Υπάρχει και στατιστικό έλλειμμα, αλλά και μελετητικό. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι -ιδιαίτερα στην τελευταία πενταετία- έχει αυξηθεί ο αριθμός των μισοεργατών-μισοαγροτών ή μισοαγροτών-μισοαυτοαπασχολούμενων σε άλλη οικονομική δραστηριότητα (καφενείο, ταβέρνα, εμπορικό, ενοικιαζόμενα δωμάτια κλπ.). Ετσι διευρύνεται η εργατική τάξη με νέα τμήματα (μισοεργατών-μισοαγροτών) που συχνά δεν καταγράφονται ως τέτοια, γιατί μεγάλο μέρος της μισθωτής τους εργασίας στο κεφάλαιο είναι ανασφάλιστο.

Με ιδιαιτερότητες παρουσιάζονται τα προβλήματα στους μετανάστες εργάτες γιατί είναι άμεση και συνεχής η απειλή των μηχανισμών καταστολής, των πρεσβειών, των δουλεμπορικών επιχειρήσεων. Ετσι ακόμη πιο οξυμένα παρουσιάζεται και η συνειδητοποίηση των αναγκών. Είναι μειωμένη η αίσθηση των αναγκών, λόγω του χαμηλότερου επιπέδου ζωής της χώρας προέλευσης σε σύγκριση με τη χώρα μετανάστευσης.

Για παράδειγμα, είναι περιορισμένες οι απαιτήσεις ενός Πακιστανού εργάτη γης στην Ελλάδα, ενώ το σχετικά μικρό εισόδημα που στέλνει στην οικογένειά του έχει πολύ μεγαλύτερη αγοραστική ισοδυναμία στη χώρα του και δυνατότητα αποταμίευσης.

Σημαντικό μέρος των μεταναστών εργατών που δεν έχει την οικογένειά του στη χώρα μετανάστευσης, που προσαρμόζεται στην εποχικότητα των καλλιεργειών, έχει πιο έντονη τη στάση της προσωρινής εγκατάστασής του στη χώρα μετανάστευσης, επομένως πιο δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε έναν αγώνα προοπτικής.

Αλλο ιδιαίτερο πρόβλημα είναι ότι οι μετανάστες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες δεν έχουν την εμπειρία του συνδικαλιστικού κινήματος, έστω και ως κατώτερη μορφή οργάνωσης της εργατικής τάξης απέναντι στην εργοδοσία και το κράτος της.

Ωστόσο, τα οξυμένα προβλήματα επιδρούν σε ορισμένη πορεία συνειδητοποίησης, όταν έχει προηγηθεί επίμονη και επίπονη προσπάθεια από τους κομμουνιστές της χώρας υποδοχής μεταναστών.

Το Κόμμα μας έχει τέτοια θετική εμπειρία, ώστε να γενικεύσει τη δουλειά του για ένταξη και των μεταναστών εργατών γης στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα με ταξικό προσανατολισμό.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ,
ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΩΝ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ

 Στις μέρες μας η εργατική τάξη είναι αναμφίβολα περισσότερο εγγράμματη και γενικά μορφωμένη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτή η τάση δεν πρόκειται να ανακοπεί, παρόλο που θα υφίσταται με νέα αντιφατικά στοιχεία, όπως η ενίσχυση του λειτουργικού αναλφαβητισμού, η υποχώρηση του γενικού μορφωτικού επιπέδου παρά την ανάπτυξη του τεχνολογικού επιπέδου, η αποσπασματικότητα των γνώσεων σε βάρος της επιτελικής, δημιουργικής σκέψης, της κρίσης. Αυτά τα αντιφατικά χαρακτηριστικά όλο και περισσότερο θα εμφανίζονται στα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών μεσαίων στρωμάτων, ακόμη πιο οξυμένα στα παιδιά των αντίστοιχων μεταναστών. Παράλληλα, όλο και περισσότερο επεκτείνονται φαινόμενα σήψης, λουμπενοποίησης στα παιδιά των πιο περιθωριοποιημένων τμημάτων της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαία η έξαρση της διακίνησης-χρήσης ναρκωτικών σε ΕΠΑΣ-ΕΠΑΛ, η εγκληματικότητα σε μετανάστες, αλλά και γενικότερα σε νεαρές ηλικίες.

Από την άλλη μεριά διευρύνεται το τμήμα των μισθωτών που έχει πτυχίο Λυκείου, ακόμα και μιας κατώτερης βαθμίδας της «σαλαμοποιημένης» πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, τμήμα που θα συναντά όλο και πιο ισχυρούς ταξικούς φραγμούς προς το πραγματικό πανεπιστημιακό πτυχίο. Παράλληλα, η δυνατότητα μεταπήδησης από τη μισθωμένη από το κεφάλαιο εργασία στη «σχετικά ανεξάρτητη» επιστημονική εργασία θα αποτελέσει ιστορικό παρελθόν για την πλειοψηφία των πτυχιούχων. Πολύ πιο ισχυρά θα συνδέεται η ένταξη στην έρευνα και στη διδασκαλία με αναμφισβήτητη ενσωμάτωση στους σχεδιασμούς της αστικής εξουσίας.

Σε αυτό το πεδίο θα κληθούν να δώσουν τη μάχη τους και οι κνίτες και κνίτισσες φοιτητές και φοιτήτριες, οι νέες και νέοι κομμουνιστές επιστήμονες. Αυτή είναι μία σχετικά σύγχρονη δοκιμασία, όπου θα κριθεί η κομμουνιστική συνείδηση και δράση. Απαιτεί μια βαθύτερη κομμουνιστική συνείδηση, ένα ατσάλωμα που δεν έχει προλάβει να σφυρηλατηθεί σε σύγκρουση με την καπιταλιστική εργοδοσία στον τόπο εργασίας, που δεν έχει την πρακτική ή ιστορική γνώση για το πώς το σύστημα χρησιμοποιεί σημαντικό κομμάτι των εξαγορασμένων και μετά το πετά ως άχρηστο, ανανεώνοντας τις εφεδρείες του.

Από την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού θα κληθούν οι νέες και οι νέοι κομμουνιστές επιστήμονες να διαλέξουν πολύ πιο γρήγορα ανάμεσα στην ενσωμάτωση ή στην επαναστατική ένταξη, ανάμεσα «στη βαρβαρότητα ή στον πολιτισμό». Θα κληθούν συνειδητά να θέσουν τις επιστημονικές φιλοδοξίες τους στην έρευνα για την ισχυροποίηση του ταξικού αγώνα. Σε αυτό εντάσσεται και η επιλογή εξειδίκευσης, διδακτορικού, τρόπου ζωής που περιλαμβάνει και τη θυσία. Η δικαίωση της επιστημονικής εργασίας που θα εντάσσεται στην επαναστατική επιλογή, θα προκύπτει από τα αποτελέσματα στην πορεία αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος του επαναστατικού εργατικού κινήματος, της αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής λαϊκής συμμαχίας κι όχι από τις διακρίσεις των αστικών θεσμών.

Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το κίνητρο για μια τέτοια κομμουνιστική ένταξη είναι η επιστημονική γνώση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, η συνειδητοποίηση της σήψης του ιστορικά παρωχημένου καπιταλισμού. Από αυτή την πηγή μπορούν να αντλήσουν τη δύναμη αντίστασης στις πιέσεις της καπιταλιστικής ενσωμάτωσης, τη δημιουργική ανάδειξη των κομμουνιστικών αξιών μέσα από το έργο τους, την ανάπτυξη της ικανότητάς τους ως επιστήμονες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες να ενσωματωθούν στο εργατικό κίνημα, να εμπνευστούν από τους ταξικούς αγώνες.

Σίγουρα δεν είναι εύκολη αναμέτρηση, ακόμη ίσως και το Κόμμα μας δεν έχει τόση εμπειρία ώστε η γενίκευσή της να κατασταλάξει σε ισχυρή δύναμη κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης. Αυτό όμως είναι αναγκαίο για την κομμουνιστική ταυτότητα του Κόμματος, που ο καθοδηγητικός του ρόλος εκφράζεται σε όλα τα πεδία. Η αφομοίωση της επιστημονικής γνώσης δεν μπορεί να γίνεται μόνο μέσω των αγώνων, μέσω της ιδεολογικής ωρίμανσης των χειρωνακτών εργατών στους κλάδους της μεταποίησης, όσο κι αν αυτοί αποτελούν το στέρεο πυρήνα της εργατικής τάξης που ανοίγει το δρόμο στη σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του. Είναι εξίσου αναγκαία η σχεδιασμένη ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας μέσα από τη διαμόρφωση ανάλογων επιτελείων της ΚΕ αλλά και των μεγαλύτερων περιφερειακών καθοδηγητικών οργάνων. Απαιτεί ως προϋπόθεση την οργανωμένη μαρξιστική, κομμουνιστική μόρφωση, την ύπαρξη ανάλογων πολυεπίπεδων σχολών, μέχρι το επίπεδο της ΚΟΒ και της ΟΒ, την προσήλωση σε όλη αυτή την ειδική δουλειά όχι μόνο κομμουνιστών επιστημόνων, αλλά και προλετάριων κομμουνιστών διανοούμενων.

Στο 18ο Συνέδριό του, το Κόμμα μας είδε αυτοκριτικά την καθυστέρησή του όσον αφορά το ιδεολογικό του μέτωπο στον πολιτισμό, την καλλιέργεια κλίματος που να εμπνέει την πολιτιστική δημιουργία, εκφράζοντας τις σύγχρονες ανάγκες του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Η αλληλεπίδραση αυτής της σχέσης, της κομμουνιστικής έμπνευσης αλλά και των κομμουνιστικών αξιών στη διανοητική και καλλιτεχνική δημιουργία, είναι μια από τις σύγχρονες προκλήσεις: Η ιστορία και η δράση του ΚΚΕ, του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, οι σύγχρονοι ταξικοί αγώνες, οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες να εμπνέουν τους κομμουνιστές και τους ριζοσπάστες διανοούμενους και καλλιτέχνες, αλλά και αντίστροφα το έργο τους να εκφράζει το εργατικό κίνημα, την αντιμονοπωλιακή-αντιιμπεριαλιστική γραμμή πάλης της λαϊκής συμμαχίας, τον προλεταριακό διεθνισμό, το σοσιαλιστικό-κομμουνιστικό μέλλον, ν’ ανοίγει μέτωπο στις αιτίες οξυμένων προβλημάτων, π.χ. εμπόριο ναρκωτικών-εξάρτηση, κι όχι μόνο να τα περιγράφει.

Το να δουλέψουν οι κομμουνιστές και κομμουνίστριες καλλιτέχνες για την κατάκτηση τόσο του περιεχομένου όσο και της μορφής του έργου τέχνης είναι μια διαδικασία απαιτητική, χρειάζεται μελέτη στη θεωρία και στην τεχνική, επίπονη εργασία, καλή επαφή με το κίνημα ώστε ν’ αντιλαμβάνονται τους σύγχρονους λαϊκούς καημούς.

Ηδη μετράμε θετικές προσπάθειες, βήματα με σταθμούς τα 90 χρόνια του ΚΚΕ, το θεωρητικό σεμινάριο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, ορισμένες ερασιτεχνικές δραστηριότητες με πρωτοβουλία της ΚΝΕ.

Πρόκληση είναι να αποκτήσει το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, όλη η ετήσια και αποκεντρωμένη δραστηριότητα, τη διαλεκτική σχέση περιεχομένου - μορφής, κυρίως να εκφραστεί ακριβώς αυτή η διαλεκτική σχέση στο καλλιτεχνικό έργο των κομμουνιστών και άλλων ριζοσπαστών. Πρόκληση είναι να πάρει σάρκα και οστά αυτή η σχέση σε κάθε είδους δημιουργία: λογοτεχνία, μουσική, τραγούδι, κινηματογραφική ταινία, θέατρο, εικαστικά κλπ., να βρει τρόπους διείσδυσης στα σωματεία, στις μαζικές οργανώσεις αντιμονοπωλιακής γραμμής, στους τόπους συνάντησης εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, των νεώτερης ηλικίας τμημάτων τους και των γυναικών τους, σε κάθε εργατική γειτονιά.

Μέσα στο Κόμμα, μέσα στην κοινή δράση στη βάση των επαναστατικών στόχων του Κόμματος, των συλλογικών αποφάσεων σχεδιασμών και δράσης, πραγματοποιείται η ενότητα του Κόμματος, η άρνηση και υπέρβαση της ταξικής προέλευσης μελών και στελεχών του Κόμματος, που δεν προέρχονται από την εργατική τάξη ή που προέρχονται από πιο ευάλωτα τμήματά της. Η σφυρηλάτηση της κομμουνιστικής συνείδησης γίνεται πρώτ’ απ’ όλα στη συνειδητή προσαρμογή στους υλικούς όρους ζωής της εργατικής τάξης.

Σε αυτή τη βάση μέλη του Κόμματος που προέρχονται από άλλα στρώματα πρέπει να είναι έτοιμα για θυσίες σε σχέση με την κοινωνική τους προέλευση-ένταξη. Π.χ. δε νοείται μέλος του ΚΚ που χρησιμοποιεί μισθωτούς εργαζόμενους να μην υλοποιεί τις εργατικές κατακτήσεις, να μην «κλείνει» το μαγαζί, τη βιοτεχνία του στις απεργιακές μάχες, «χάνοντας εισόδημα», όπως «χάνουν» και οι μισθωτοί απεργοί.

Γενικά μέσα στο Κόμμα η στάση ζωής και η δράση χωρίς ισοπεδωτισμούς πρέπει να τείνει στην κατάκτηση της ενότητάς του, για να μπορεί να λειτουργεί και να δρα ως μια επαναστατική συλλογική σκέψη και δράση.

Αν π.χ. ένας Α΄επιμελητής γιατρός ή πανεπιστημιακός ή αυτοαπασχολούμενος μηχανικός ή έμπορος και βιοτέχνης ή αγροτοπαραγωγός με σχετικά μεγάλης έκτασης κλήρο-μέγεθος παραγωγής και συσσώρευσης δεν είναι έτοιμος να κάνει θυσίες, κάτι «να χάσει» από τις ευνοϊκότερες συνθήκες ζωής του, τότε δεν είναι ώριμος κομμουνιστής, δεν είναι έτοιμος για μέλος του ΚΚ. Η διαδικασία προετοιμασίας-ωρίμανσής του πρέπει να γίνεται πριν την ένταξή του και βεβαίως είναι και πρέπει να είναι πιο απαιτητική από τη διαδικασία ωρίμασης ενός χειρώνακτα βιομηχανικού εργάτη-εργάτριας.

Βεβαίως και για τον εργάτη, την εργάτρια η ετοιμότητα σύγκρουσης με την εργοδοσία, με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κυρίως με τη συμμετοχή στην απεργία και με τη στάση απόρριψης των πιέσεων εξαγοράς του, διαμορφώνει τη βασική προϋπόθεση ταξικής συνειδητοποίησης, η οποία θα πρέπει να ωριμάσει σε κομμουνιστική για την ένταξη στο Κόμμα, δηλαδή σε συνειδητή πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Χωρίς αμφιβολία, η διαπαιδαγωγητική και αφομοιωτική δύναμη του Κόμματος αφορά τα μέλη και τα στελέχη του, σε όλη τη ζωή τους. Αυτό άλλωστε υλοποιεί η πολιτική οικονομικού βοηθήματος των «επαγγελματιών» κομμουνιστών που ακολουθεί το ΚΚΕ, η οργανωτική πολιτική που πλειοδοτεί στη σύνθεση των μελών και των στελεχών τη συμμετοχή εργατών και εργατριών, τη διάρθρωση των ΚΟΒ και κνίτικων ΟΒ με προτεραιότητα στους βιομηχανικούς εργασιακούς χώρους και στους κλάδους.

Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις γερής σφυρηλάτησης της ενότητας του Κόμματος μπορεί αυτό να παλέψει για την ενότητα της εργατικής τάξης, να εκφράσει σε στρατηγικό πρόγραμμα, σε ιδεολογικό αγώνα και σε δράση μαζών, άμεσους στόχους πάλης.

 

ΤΟ ΚΚΕ ΕΤΟΙΜΟΠΟΛΕΜΟ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ

 Το Κόμμα μας βγήκε δυναμωμένο από το 18ο Συνέδριό του, πριν από ένα χρόνο και λίγους μήνες. Στις συνθήκες της νέας επίθεσης του κεφαλαίου, με κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και πιο απροκάλυπτη στήριξη από τη ΝΔ και το ΛΑ.Ο.Σ., ήδη πρωτοστάτησαν οι κομματικές και κνίτικες δυνάμεις για ν’ ανοίξουν νέες μορφές αντίστασης και αντεπίθεσης στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, στο αγροτικό, στους αυτοαπασχολούμενους, στο φοιτητικό-σπουδαστικό. Στα νέα στοιχεία αυτής της περιόδου συμπεριλαμβάνονται η διεύρυνση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ στις απεργιακές κινητοποιήσεις και τα συλλαλητήρια, η διεύρυνση της αποδοχής του πλαισίου της ΠΑΣΥ αν κι ακόμα δεν έχει εκφραστεί σε συνδικαλιστικό οργανωτικό συντονισμό, η διαμόρφωση του ΜΑΣ στο φοιτητικό-σπουδαστικό χώρο και της ΠΑΣΕΒΕ στους αυτοαπασχολούμενους, στις πιο ουσιαστικές κοινές ενέργειες με προοπτική κλιμάκωσης του αγώνα τους επόμενους μήνες.

Το ΚΚΕ βρίσκεται σε μια δημιουργική φάση στην κατεύθυνση της περαιτέρω εναρμόνισης της οργανωτικής του πολιτικής, της καθοδηγητικής ικανότητάς του με τις ιδεολογικές-στρατηγικές κατακτήσεις των τελευταίων χρόνων που αφορούν πρώτ’ απ’ όλα τον εμπλουτισμό της αντίληψής του για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.

Η νέα γενιά των κομμουνιστών βγαίνει πιο ενισχυμένη, κομμουνιστικά προσανατολισμένη σε αυτή την κατεύθυνση με το 10ο Συνέδριο της ΚΝΕ, στις 7-9 Μάη 2010.

Ολα αυτά είναι χειροπιαστά δείγματα στη δυνατότητα μιας γρήγορης ανασύνταξης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, ικανής να βάλει τη σφραγίδα της στις ταχύτατα επερχόμενες εξελίξεις, που κάνουν την επόμενη δεκαετία όχι μόνο απειλητική αλλά και ελπιδοφόρα.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Ιστορικό Λεύκωμα «90 χρόνια ΚΚΕ 1918-2008. Πρωτοπόρα θεωρία-πρωτοπόρα δράση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2008, σελ. 224.

2. Βλ. Μ. Παπαδόπουλου: «Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού: Εργατική αριστοκρατία, διάσπαση της εργατικής ενότητας» ΚΟΜΕΠ, τ 1/2008, Κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ: «Η σύγχρονη εργατική τάξη και το κίνημά της», ΚΟΜΕΠ τ. 3/2009, Ελ. Μπέλλου: «Για την ανάπτυξη της επαναστατικής συνείδησης σε μη επαναστατικές συνθήκες», ΚΟΜΕΠ τ. 6/2006, Τασίας Κοντογιάννη: «Για το ρόλο του κομμουνιστή εκπαιδευτικού», ΚΟΜΕΠ τ. 4-5/2006.

3. Β. Ι. Λένιν: «Τα καθήκοντα των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 2, σελ. 481.

4. Β. Ι. Λένιν: «Για τη δυαδική εξουσία», «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 31, σελ. 146.