ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Α. Σ. ΜΑΚΑΡΕΝΚΟ «ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ»

Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» του Αντόν Σεμιόνοβιτς Μακάρενκο δεν είναι μόνο ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένα σπάνιο και μοναδικό έργο. Δεν είναι μόνο προϊόν 10χρονης ενασχόλησης για τη συγγραφή του (από το 1925 έως το 1935). Αντανακλά την ίδια την τιτάνια μάχη που έδωσε εκείνα τα χρόνια ο σοβιετικός λαός για να ανορθώσει μια χώρα, όπου για πρώτη φορά θα οικοδομούνταν ένα σύστημα χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τότε ξεκίνησε η εποχή που άνοιξε ο Οκτώβρης του 1917, όπου η ανθρωπότητα έκανε το ιστορικό βήμα να διαβεί τη νοητή γραμμή της «προϊστορίας» της ανθρώπινης κοινωνίας, των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων που στηρίζονταν στην ανθρώπινη εκμετάλλευση.

Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» επιδιώκει να παρουσιάσει αυτό το «άλμα» της ανθρωπότητας μέσα από τη ζωή συνηθισμένων ανθρώπων, παιδιών κι εκπαιδευτικών, που στα πρώτα κιόλας χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο δημιούργησαν μια παιδική «αποικία» (όπως είναι η κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά) ή έναν παιδικό σταθμό (όπως μεταφράστηκε πιο λογοτεχνικά στα ελληνικά από τον αείμνηστο σύντροφο Ζήνωνα Ζορζοβίλη). Ενα σταθμό από παιδιά ορφανά, που ο πόλεμος και οι κακουχίες της ζωής τα είχαν εκθέσει στη ζωή του δρόμου, οδηγώντας τα στην αλητεία, στην κλεψιά και στην επαιτεία. Σε αυτήν την παιδική «αποικία» έμπαινε ένα και μοναδικό καθήκον: Από αυτά τα παιδιά να δημιουργηθεί ο νέος άνθρωπος! Ο άνθρωπος που θα πίστευε και θα μεγάλωνε με βάση τα κομμουνιστικά ιδανικά. Από ποιους δρόμους; Με τι μέσα; Αυτά δεν ήταν δεδομένα. Υπήρχαν μονάχα οι γενικές κατευθύνσεις, ο στόχος. Ολα τα υπόλοιπα έπρεπε να εφευρεθούν! Αυτή η προσπάθεια περιγράφεται με μυθιστορηματικό και βιωματικό, γλαφυρό και συχνά χιουμοριστικό τρόπο μέσα από το έργο του Αντόν Μακάρενκο «Παιδαγωγικό Ποίημα».

Επιπλέον, η νέα εργατική εξουσία στη Σοβιετική Ρωσία έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα εκρηκτικό πρόβλημα που κληρονόμησε από το καπιταλιστικό σύστημα. Ενα πρόβλημα που δημιούργησε ο ιμπεριαλιστικός Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η στρατιωτική επέμβαση 14 καπιταλιστικών κρατών (μεταξύ αυτών και της αστικής Ελλάδας) ενάντια στη μπολσεβίκικη επανάσταση. Αυτό το πρόβλημα ήταν ουσιαστικά για το νέο κοινωνικό σύστημα μια «ωρολογιακή βόμβα». Επρόκειτο για τα εγκαταλειμμένα παιδιά που -με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν- τα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας έφταναν τα 7,5 εκατομμύρια. Παιδιά του δρόμου που μέσα στη βιοπάλη συχνά κατέληγαν σε συμμορίες που έκλεβαν, επαιτούσαν, εκ των οποίων μάλιστα τουλάχιστον το 10% έκανε και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Παρά το μέγεθος του προβλήματος, τις τεράστιες καταστροφές που είχαν προκληθεί από τους πολέμους, η χώρα των Σοβιέτ το πάλεψε! Μέσα σε μερικά χρόνια το σοβιετικό κράτος κατάφερε με οργανωμένο τρόπο να περιθάλψει και να μορφώσει όλα αυτά τα παιδιά σε ειδικές μορφωτικές - εργασιακές κολεκτίβες. Σπούδασε εκατοντάδες χιλιάδες ειδικούς, μηχανικούς, γιατρούς και παιδαγωγούς, ξεσήκωσε ολόκληρη την κοινωνία «στο πόδι» κατά κάθε ναρκωτικού, χτυπώντας το πρόβλημα στη ρίζα του.

Αλήθεια, πώς αντιμετωπίζει ο καπιταλισμός σήμερα το πρόβλημα των ορφανών κι εγκαταλελειμμένων παιδιών; Στις καπιταλιστικές μεγαλουπόλεις όλου του κόσμου, από την Ευρώπη έως την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, πάνω από 100 εκατομμύρια παιδιά ζουν στους δρόμους και προσπαθούν να επιβιώσουν με κάθε τρόπο, εύκολα θύματα σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης. Να γιατί, όσο και αν προσπαθήσουν, δε θα μπορέσουν να κάνουν το άσπρο - μαύρο! Γιατί έχουμε ακόμη τη δυνατότητα να γνωρίζουμε και να συγκρίνουμε!

Το «Παιδαγωγικό Ποίημα» αναφέρεται σε αυτή τη γιγάντια δραστηριότητα. Αποτελείται από 3 μέρη, στη βάση της χρονολογικής περιγραφής και ανάπτυξης αυτού του δύσκολου παιδαγωγικού εγχειρήματος, από την πλήρη αλητεία και τον ατομικισμό των παιδιών στη διάπλαση της αγωνιστικότητας, της συλλογικότητας και αλληλεγγύης, της σύνδεσης με την κοχλάζουσα μετα-επαναστατική σοβιετική πραγματικότητα, της διαμόρφωσης της νέας ζωής, με τις αρχές της σοσιαλιστικής κοινότητας.

Με το «Παιδαγωγικό Ποίημα» ο Μακάρενκο δίνει με γλαφυρό τρόπο όλες εκείνες τις καθημερινές δυσκολίες αυτής της προσπάθειας. Δίνει ακόμη και στοιχεία από τη θεωρητική παιδαγωγική διαπάλη στις δεκαετίες 1920 και 1930, με τρόπο ενδιαφέροντα ακόμα και για το μη εκπαιδευτικό αναγνώστη. Η προσοχή του αναγνώστη στρέφεται σε γεγονότα που σε τελική ανάλυση συνδέονται με το σύστημα αγωγής των παιδιών του Σταθμού, παρουσιάζοντας με πρωτότυπο τρόπο τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης, μέσα από τη διαμόρφωση της παιδικής κολεκτίβας και του εργασιακού (πολυτεχνικού) σχολείου.

«Η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε μια ανεπανάληπτη ώθηση στη ζωή των μεμονωμένων ανθρώπων, στη ζωή ολόκληρης της χώρας, στη ζωή όλου του κόσμου», έγραφε ο Μακάρενκο σε άρθρο του για τα 20 χρόνια από την επανάσταση που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Και πραγματικά και για τον ίδιο το μεγάλο σοβιετικό παιδαγωγό ήταν ένα γεγονός που τον συγκλόνισε, που τον οδήγησε σε νέες αναζητήσεις ,τόσο στη ζωή του όσο και στο παιδαγωγικό έργο του.

Στις δύσκολες συνθήκες του εμφυλίου πολέμου, ο Μακάρενκο αρχίζει να αναρωτιέται και να διερευνά τους πιθανούς δρόμους του νέου, του σοβιετικού συστήματος διαπαιδαγώγησης και αποδέχεται την πρόταση της σοβιετικής εξουσίας να ασχοληθεί πιο εξειδικευμένα με το πρόβλημα των εγκαταλελειμμένων παιδιών.

Ηδη από τα πρώτα κιόλας χρόνια ο Μακάρενκο έρχεται σε σύγκρουση με τους εκπροσώπους της λεγόμενης «ελεύθερης διαπαιδαγώγησης» και αντιπαραθέτει τη σκέψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορεί να παίξει η παιδική κολεκτίβα και η συνειδητή εργασιακή δραστηριότητα στη διαμόρφωση κομμουνιστικής κοσμοθεωρητικής αντίληψης των νεαρών πολιτών του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους. Σε αυτές του τις αντιλήψεις ιδιαίτερη είναι η επιρροή του έργου του Αλεξέι Μαξίμοβιτς Γκόρκι, του συγγραφέα που αντιτάχτηκε στο τσαρικό καθεστώς και πέρασε πολύ καιρό στις φυλακές και στην εξορία, ενώ από την ηλικία των 9 ετών είχε αναγκαστεί να φύγει από το σπίτι και ν' αναζητήσει μόνος την τύχη του. Ο Γκόρκι δοκιμάζοντας διάφορα επαγγέλματα, όπως βοηθός υποδηματοποιού, βοηθός αγιογράφου, λαντζέρης σε καράβι, αχθοφόρος στην Οδησσό, νυχτοφύλακας σε ψαράδικο, φούρναρης, καθαριστής καμινάδων, εργάτης στα χωράφια, ρακένδυτος, πεζός και πεινασμένος για πάνω από 5 χρόνια γύρισε διάφορες περιοχές της Ρωσίας, γνωρίζοντας τους ανθρώπους και τη δυστυχία τους. Βίωσε δηλαδή ο Γκόρκι την τύχη των εκατομμυρίων εγκαταλελειμμένων παιδιών, στα οποία αφιέρωσε τη ζωή του ως παιδαγωγός ο Μακάρενκο, που ονόμασε την πρώτη «αποικία» με τα παιδιά του δρόμου «Μαξίμ Γκόρκι». Οπως έγραψε ο ίδιος ο Γκόρκι σε γράμμα του στο Μακάρενκο, θα ήθελε τα παιδιά του Σταθμού να διαβάσουν το έργο του τα «Παιδικά χρόνια»: «Εκεί θα δουν πως κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος ακριβώς όπως και αυτοί, μόνο που από τα νεανικά μου χρόνια έδειχνα ακλόνητη επιμονή στη μάθηση και δε με φόβισε ποτέ καμιά δουλειά. Πίστευα πραγματικά πως η μάθηση και η δουλειά θα τσακίσουν όλες τις δυσκολίες».

Και πραγματικά, η εργασία και η μάθηση ήταν αχώριστοι «συνοδοί» της ζωής των παιδιών του Σταθμού «Γκόρκι». Επίσης, όποιος διαβάσει το «Παιδαγωγικό Ποίημα», θα καταλάβει πως το σύστημα διαπαιδαγώγησης που εφαρμοζόταν πρόβαλλε διαρκώς νέες απαιτήσεις προς το κάθε παιδί του Σταθμού, που ταυτόχρονα συνοδευόταν με την αύξηση του σεβασμού προς το κάθε παιδί. Απαιτήσεις που γεννούσε και πρόβαλλε η ίδια η κολεκτίβα, η ομάδα των παιδιών στην οποία ήταν ενταγμένη το κάθε παιδί και που περιέβαλλε με σεβασμό και φροντίδα το κάθε μέλος της.

Να γιατί είναι ιδιαίτερης σημασίας η ίδια η οργάνωση της παιδικής κολεκτίβας, που στο Σταθμό «Γκόρκι» διαιρούνταν σε 28 ομάδες, από 7 έως 15 παιδιά η καθεμία, με επικεφαλής ένα παιδί «διοικητή». Ολοι οι διοικητές αποτελούσαν το συμβούλιο των διοικητών. Εκτός από αυτές τις μόνιμες ομάδες υπήρχαν και οι «μικτές» ομάδες, που είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αποτελούνταν από παιδιά διαφορετικών ομάδων και είχαν ως στόχο τους να φέρουν σε πέρας κάποιο ιδιαίτερο καθήκον. Πυρήνας της όλης κολεκτίβας του Σταθμού ήταν βέβαια το «συμβούλιο των διοικητών».

Αξίζει εδώ να σημειώσουμε πως ορισμένοι κατηγορούν τον Μακάρενκο πως είχε μια ροπή προς τη «στρατιωτικοποίηση» της εκπαίδευσης, του παιδαγωγικού συστήματος, επειδή χρησιμοποίησε στοιχεία όπως «διοικητές», «διαταγές», σημαίες, ορχήστρες κ.ά. Ωστόσο, όσοι κάνουν αυτού του είδους την κριτική ξεχνούν σε ποια περίοδο γίνονταν όλα αυτά. Πρόκειται για μια περίοδο σχεδόν 10 χρόνων, κατά την οποία η χώρα βρισκόταν σε πόλεμο, σε αιματηρές συγκρούσεις, όπως ήταν ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση και ο εμφύλιος που ακολούθησε. Ξεχνούν πως σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον τα παιδιά αντικειμενικά θα αναπαρήγαγαν με ένα φυσικό τρόπο αυτό που βίωναν ή είχαν ακούσει από τους γονείς και τον περίγυρό τους. Στην πραγματικότητα, όπως γράφει ο ίδιος ο Μακάρενκο, επρόκειτο «για ένα μικρό παιχνίδι, μια αισθητική πρόσθεση στην εργασιακή ζωή, μια ζωή που έτσι κι αλλιώς ήταν δύσκολη και αρκετά φτωχή». Οι κανόνες που διαμορφώνονταν στην κολεκτίβα του Σταθμού αφορούσαν τους πάντες, από το διευθυντή έως το παιδί που μόλις είχε ενταχθεί στην κολεκτίβα. Αυτό το «στρατιωτικοποιημένο» εξωτερικό «περίβλημα» της κολεκτίβας απηχούσε τη συγκεκριμένη εποχή και τα βιώματά της, έδινε τη δυνατότητα να καλλιεργηθούν μια σειρά προσωπικά γνωρίσματα των αυριανών σοβιετικών πολιτών, όπως η συμμετοχή στη ζωή της ομάδας, η λογοδοσία και η υπευθυνότητα. Αλήθεια όμως, πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν πρόκειται για παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην παραβατικότητα; Η πειθαρχία, που επιβλήθηκε αρχικά από τον παιδαγωγό και στη συνέχεια με την αλύγιστη δύναμη όλης της κολεκτίβας, ήταν στοιχείο της διαπαιδαγώγησης.

Ταυτόχρονα τα παραπάνω στοιχεία δεν εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας πολύμορφης πολιτιστικής δραστηριότητας στην «αποικία» των παιδιών: το διάβασμα, το θέατρο και τον κινηματογράφο, τη ζωγραφική, τη μουσική και τον αθλητισμό, τις εκδρομές που ήταν επίσης στοιχεία της διαπαιδαγώγησης, δίπλα στη διδασκαλία των μαθημάτων.

Το μεγάλο «στοίχημα» για τον ίδιο το Μακάρενκο και τα παιδιά του Σταθμού του ήταν η πρόσκληση που του απηύθυναν να μεταφερθούν και να αναλάβουν το σταθμό του Κουριάζ, όπου υπήρχε μια αρκετά μεγαλύτερη ομάδα εγκαταλελειμμένων παιδιών, που έως τότε δεν μπορούσαν να ενταχθούν στην κοινωνική ζωή της σοβιετικής κοινωνίας. Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων παιδαγωγών, ο Μακάρενκο έθεσε σε συζήτηση στην παιδική κολεκτίβα την πρόταση να προσπαθήσουν να αλλάξουν την κατάσταση στο Κουριάζ, πρόταση που ομόφωνα στήριξαν τα 120 παιδιά του Σταθμού «Γκόρκι».

Ο Μακάρενκο ανέτρεψε την κατεύθυνση του τοπικού υπουργείου Παιδείας, που είχε επιλέξει τη μέθοδο της σταδιακής επίδρασης της οργανωμένης κολεκτίβας του «Γκόρκι» στα υπόλοιπα ανοργάνωτα παιδιά, παραβλέποντας ότι με αυτή τη μέθοδο μπορούσε να υπάρξει και η αντίστροφη εξέλιξη, δηλαδή η οπισθοδρόμηση στο οργανωμένο παιδικό «δυναμικό». Ο Μακάρενκο επέλεξε τη γραμμή της «ρήξης» με ό,τι είχε δεδομένο ως τότε η ομάδα των ανοργάνωτων παιδιών. Ετσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, η σχετικά μικρότερη αλλά καλά οργανωμένη κολεκτίβα του Γκόρκι κατάφερε να τραβήξει στο δικό της τρόπο ζωής μια αρκετά μεγαλύτερη ομάδα παιδιών.

Η επιτυχία του Μακάρενκο και της κολεκτίβας Γκόρκι στο Κουριάζ δεν επαρκούσε για τη δικαίωση της παιδαγωγικής του Μακάρενκο. Εκείνη την εποχή, στα 1928, στη Λαϊκή Επιτροπή Παιδείας της Σοβιετικής Ουκρανίας, το ανάλογο υπουργείο Παιδείας, βρίσκονταν αρκετοί οπαδοί της λεγόμενης «ελεύθερης», «αντιαυταρχικής αγωγής», που ζητούσαν τη λιγότερο δυνατή «επέμβαση» στη ζωή των παιδιών, ακόμη και οπαδοί του βιολογικού ή του κοινωνικού προκαθορισμού της πορείας του παιδιού, που έρχονταν σε σύγκρουση με το Μακάρενκο.

Αυτοί οι εκπρόσωποι του «παιδαγωγικού Ολύμπου», όπως τους αποκαλεί ο ίδιος ο Μακάρενκο, ήδη από το 1925 δηλώνουν τη διαφωνία τους με τις μεθόδους του. Ετσι π.χ. χαρακτηρίζουν την άμιλλα ανάμεσα στις διάφορες ομάδες της κολεκτίβας ως «καπιταλιστικό κατάλοιπο» του ανταγωνισμού. Την επιδίωξη του Μακάρενκο για ενίσχυση του κύρους του εκπαιδευτικού την χαρακτηρίζουν ως «βία πάνω στην ελευθερία των παιδιών». Τον κατηγορούν για «στρατιωτικοποίηση» και «διοικητική παιδαγωγική», κατηγορίες οι οποίες και σήμερα αναπαράγονται με στόχο να μειωθεί το παιδαγωγικό έργο του Μακάρενκο.

Ο Μακάρενκο στο «Παιδαγωγικό Ποίημα» περιγράφει με τον εξής σαρκαστικό τρόπο, τις ιδεαλιστικές και αντιδιαλεκτικές απόψεις που κυριαρχούσαν:

«Στους “ουρανούς”, το παιδάκι λογαριαζόταν σαν ένα πλάσμα φουσκωμένο με αέριο ειδικής σύνθεσης, που δεν είχαν προλάβει ακόμα να του δώσουν και ονομασία. Εδώ που τα λέμε, πρόκειται για την ίδια εκείνη ψυχή της παλιάς μόδας, που πάνω της πειραματίζονταν τον παλιό καιρό οι απόστολοι. Προϋπόθεταν πως το αέριο αυτό είχε την ικανότητα να αυτοαναπτύσσεται, μόνο που δεν έπρεπε να εμποδίζεις αυτήν την ανάπτυξη […]. Το κύριο δόγμα της διδασκαλίας αυτής υποστηρίζει ότι, στις συνθήκες ενός τέτοιου σεβασμού προς το παιδί και τη φύση του αερίου που είπαμε παραπάνω, θα ξεπηδήσει οπωσδήποτε η κομμουνιστική προσωπικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, στις συνθήκες της καθαρής φύσης, αναπτυσσόταν μονάχα αυτό που φυσιολογικά μπορούσε να αναπτυχθεί, δηλαδή ένα συνηθισμένο αγριόχορτο. Μα αυτό κανέναν δεν στενοχωρούσε. Γι’ αυτούς που ζούσαν στον ουρανό αξία είχαν οι αρχές και οι ιδέες. Οταν τους έλεγα πως, στην πράξη, στη ζωή δεν αντιστοιχούσε το αγριόχορτο αυτό με την κομμουνιστική προσωπικότητα, όπως την θέλαμε και τη σχεδιάζαμε, απαντούσαν πως τα λόγια μου δείχνουν άνθρωπο στενά πρακτικιστή…».

Και όταν ο Μακάρενκο «από τα ριζά του Ολύμπου», όπως γράφει, τολμούσε να εκθέσει τις δικές του θέσεις, τότε «οι θεοί άρχιζαν να μου πετάνε τούβλα…».

Σε αυτή τη διαπάλη ο Μακάρενκο δεν υποχώρησε κι έτσι η αναπόφευκτη σύγκρουση με τον «παιδαγωγικό Ολυμπο» οδήγησε το σοβιετικό παιδαγωγό στην παραίτηση από τη συγκεκριμένη υπηρεσία, όμως σε καμία περίπτωση σε παραίτηση από τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών του δρόμου, υπόθεση στην οποία είχε αφοσιωθεί. Γρήγορα αποδέχτηκε πρόταση του υπουργείου Εσωτερικών να αναλάβει μια «κομμούνα» τέτοιων παιδιών, που έφερε το όνομα του μπολσεβίκου ηγέτη Φ. Τζερζίνσκι. Σε αντίθεση με την προηγούμενη «αποικία», η κομμούνα δεν στηριζόταν στην αγροτική οικονομία, αλλά σε μια βιομηχανική επιχείρηση, που το 1932 παρήγαγε φωτογραφικές μηχανές. Συγκέντρωνε 600 παιδιά, δυναμικό πενταπλάσιο σε σχέση με εκείνο του Σταθμού «Γκόρκι». Ωστόσο ο Μακάρενκο και σ’ αυτήν την περίπτωση στηρίχτηκε στις ίδιες παιδαγωγικές αρχές: συλλογικότητα μέσω της κολεκτίβας, εργασία, μάθηση, μαζί με όλο το πλήθος των πολύμορφων δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνονταν στο 10χρονο πολυτεχνικό σχολείο, τη μεγαλύτερη κατάκτηση εκείνης της εποχής. Η δουλειά στη συγκεκριμένη κομμούνα περιγράφεται σε ένα επόμενο έργο του με τον τίτλο «Σημαίες στους Πύργους», που δεν έχει εκδοθεί στα ελληνικά.

Στο πρώτο έργο του, στο «Παιδαγωγικό Ποίημα», ο αναγνώστης βρίσκει τα βασικά γεγονότα που χάραξαν την πορεία του Μακάρενκο. Βεβαίως τα δρώμενα, τα πρόσωπα, οι ήρωες του μυθιστορήματος «πατάνε» πάνω σε πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτά. Υπάρχει η αναγκαία γενίκευση της δεκάχρονης εμπειρίας, καθώς και η λογοτεχνική απόδοσή της.

Γράφει ο ίδιος ο Μακάρενκο σε άρθρο του με τίτλο «Σκοπός της διαπαιδαγώγησης»: «Η διαπαιδαγώγηση μιας ξεχωριστής προσωπικότητας θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε τη διαπαιδαγώγηση όλης της κολεκτίβας. Και το ανάποδο, κάθε επαφή μας με την κολεκτίβα οπωσδήποτε θα αφορά και τη διαπαιδαγώγηση κάθε προσωπικότητας, που ανήκει στην κολεκτίβα».

 

ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΕΝΚΟ

 Τι είναι αυτό που προκαθορίζει όλη τη μεγαλειώδη προσπάθεια που περιγράφεται στο «Παιδαγωγικό Ποίημα»; Δεν είναι λίγοι αυτοί που αποφεύγουν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, δίνοντας «απονευρωμένη» την παιδαγωγική εμπειρία του Μακάρενκο.

Το κύριο είναι η τεράστια κοινωνικο-πολιτική αλλαγή, η σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση, που επέτρεψε σε μια καθυστερημένη, αναλφάβητη στην πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρα, μέσα σε μόλις μισό αιώνα, να γίνει μια από τις πρωτοπόρες χώρες στον τομέα της επιστήμης και του πολιτισμού!

Οι παιδαγωγικές απόψεις του Μακάρενκο δεν ήταν κάποιες «συνταγές» ξένες προς το σύνολο των ριζοσπαστικών διεργασιών που γίνονταν στην κοινωνία εκείνη την εποχή. Οπως σωστά έγραψε ο δικός μας μεγάλος παιδαγωγός, ο Δημήτρης Γληνός, «η εκπαίδευση (και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση) είναι πράξη πολιτική και ενεργείται με πολιτικές δυνάμεις κι αποφάσεις. Αρα, εκπαιδευτική αλλαγή προϋποθέτει κοινωνικο-πολιτική αλλαγή». Και αυτό επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση του Μακάρενκο. Οι θέσεις και ιδέες που διατύπωσε δε θα μπορούσαν να «δουλέψουν», αλλά ούτε καν να εμφανιστούν, αν δεν αντανακλούσαν το όλο οικονομικό, κοινωνικο-πολιτικό σύστημα που καθορίζει και το εκπαιδευτικό πλαίσιο, δηλαδή το σύστημα της ανθρωπιάς, της Λαϊκής Παιδείας που χαρακτήριζε το σοσιαλιστικό σύστημα στην ΕΣΣΔ. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιες ιδέες που απλώς έπεσαν στο «εύφορο έδαφος» της επανάστασης και του σοσιαλισμού και στη συνέχεια αναπτύχθηκαν, αλλά για ιδέες που σε μεγάλο βαθμό ήταν «καρπός» αυτών των ριζοσπαστικών κι επαναστατικών κοινωνικών αλλαγών, της σύνδεσης των αναγκών της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων με τη μαρξιστικο-λενινιστική κοσμοθεωρία, με την προοπτική της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας χωρίς την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Μια από τις θεμελιώδεις αρχές που εφάρμοσε στην πράξη ο Μακάρενκο, αυτή της συμμετοχής των παιδιών στην παραγωγική δραστηριότητα μιας κομμουνιστικής κολεκτίβας, διατυπώθηκε αρχικά από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς. Σ’ αυτή στηριζόταν η αντίληψη πως μέσα από την εργασιακή δραστηριότητα το παιδί μπορεί καλύτερα να συνειδητοποιήσει τις φυσικές και κοινωνικές νομοτέλειες και να αναπτύξει πολύπλευρα την προσωπικότητά του. Μια τέτοια δυνατότητα, με την ανάλογη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, θα θέσει αντικειμενικά την προοπτική της κατάργησης του καταπιεστικού καταμερισμού της εργασίας. Στο πνεύμα αυτής της αντίληψης η σοβιετική εξουσία επιχείρησε τη δημιουργία του Ενιαίου Εργασιακού (Πολυτεχνικού) Σχολείου.

Ενα δεύτερο στοιχείο, στο οποίο στηρίχτηκε το «παιδαγωγικό πείραμα» του Μακάρενκο, ήταν η δύναμη της διαπαιδαγώγησης που έχει η κοινωνία, η κολεκτίβα, στην οποία είναι ενταγμένο το κάθε άτομο. Η ιδέα πως το άτομο δεν πρέπει να το βλέπουμε αποσπασμένα από την κοινωνία, αλλά ενταγμένο σ’ αυτήν, είναι μια βασική φιλοσοφική θέση της μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, που αποτέλεσε τη βάση για τις σοβιετικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν στην ΕΣΣΔ. Ετσι, η ανάπτυξη του παιδιού δεν αντιμετωπίζεται ως μια διαδικασία καταπίεσης και εξαναγκασμού από τους γονείς ή και γενικότερα από την υπόλοιπη κοινωνία, όπως θεωρούν οι φροϋδιστές και οι οπαδοί της λεγόμενης «αντιαυταρχικής αγωγής», αλλά ως μια πορεία «κατάκτησης» και δημιουργικής αφομοίωσης της συσσωρευμένης πείρας της ανθρωπότητας.

Αυτή η αντίληψη της σοβιετικής παιδαγωγικής και ψυχολογίας είχε τεράστια «πρακτική» σημασία για την «οικοδόμηση» του συστήματος παιδείας. Καταρχήν, αποδεχόμενοι τη θέση ότι η ανάπτυξη του ανθρώπου είναι διαφορετική από την ανάπτυξη των ζώων, αφού σε αυτή βάζει τη σφραγίδα της η ίδια η κοινωνία των ανθρώπων, γίνεται φανερή η ανάγκη συνειδητής οργάνωσης της διαδικασίας που λέγεται αγωγή σε συνθήκες που συνειδητά οργανώνεται η παραγωγή (κεντρικός σχεδιασμός). Ο σοβιετικός ψυχολόγος Λεφ Βιγκότσκι αναφέρει ότι θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη συγκεκριμένη διαδικασία και ως «τεχνική ανάπτυξη του παιδιού», από την άποψη ότι εδώ πλέον παρεμβάλλεται σε αυτήν την «ανάπτυξη», με τον τρόπο της, ολόκληρη η κοινωνία. Αφού λοιπόν αποκτά τεράστια σημασία αυτή η διαδικασία, που όχι μόνο δεν είναι σε αντίθεση με την κοινωνική «φύση» του ανθρώπου, αλλά στηρίζεται ακριβώς στην ίδια τη φύση του, είναι φανερό ότι θα πρέπει να ξεκινά όσο το δυνατό νωρίτερα. Ετσι, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε κι άλλους λόγους, όπως ήταν η μεγαλύτερη απελευθέρωση της γυναίκας, είναι φανερό πως εδώ υπάρχει κι ένας επιπλέον επιστημονικός λόγος που το σύστημα της προσχολικής αγωγής είχε τεράστια και πρωτοπόρα ανάπτυξη στη Σοβιετική Ενωση. Με βάση τα τελευταία στοιχεία που διαθέτουμε, το 1984 στην ΕΣΣΔ υπήρχαν 134.000 ιδρύματα προσχολικής αγωγής με 15,5 εκατομμύρια παιδιά, στα οποία εργάζονταν πάνω από ένα εκατομμύριο νηπιαγωγοί και διευθυντές παιδικών σταθμών.

Κι όχι μόνο αυτό! Η παραπάνω θεμελιακή τοποθέτηση οδηγεί σε συμπεράσματα για τη βαθιά πίστη που είχαν οι Σοβιετικοί παιδαγωγοί και ο Μακάρενκο, πως όλοι μπορούν, ακόμη και αυτοί οι ανήλικοι εγκληματίες και τα παιδιά του δρόμου, να διαπαιδαγωγηθούν, να μορφωθούν! Ν’ αλλάξουν! Να γίνουν οι δημιουργοί της νέας κοινωνίας!

Η παραπάνω θέση, για τον κοινωνικό χαρακτήρα της ανάπτυξης του παιδιού, έχει σημασία και για τη διδακτική και την αξιολόγηση του μαθητή. Ο άνθρωπος, σε διάκριση από τα ζώα, ούτε απλά αναπτύσσεται ούτε συμπεριφέρεται στη βάση της κληρονομικότητας, αλλά στη βάση της ενεργούς αφομοίωσης, της κατάκτησης της πείρας που έχει συσσωρευτεί από την ανθρωπότητα. Η κατάκτηση της γνώσης είναι μια εξελικτική διαδικασία, στην οποία ιδιαίτερο ρόλο παίζει τόσο η κολεκτίβα (η σχολική και εξωσχολική ομάδα), όσο κι ο ενήλικας (ο δάσκαλος, ο γονιός και άλλοι). Οπως σημειώνει ο άλλος κορυφαίος σοβιετικός ψυχολόγος Αλεξέι Λεόντιεφ, «μια τέτοια δραστηριότητα δεν μπορεί να διαμορφωθεί στο παιδί από μόνη της, αλλά διαμορφώνεται στην πρακτική και γλωσσική επικοινωνία με τους ανθρώπους που το περιβάλλουν, στην κοινή δραστηριότητα με αυτούς».

Συμπερασματικά, βγαίνουν μηνύματα για το σήμερα. Σήμερα στη χώρα μας η αντιδραστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σ' εκείνες τις αστικές αντιλήψεις οι οποίες θέλουν την ανάπτυξη του παιδιού ως μια διαδικασία είτε «προσαρμογής» του στον κόσμο των ενηλίκων είτε στήριξης και καλλιέργειας των έμφυτων «ικανοτήτων», «δυνατοτήτων» που έχει το κάθε παιδί. Αυτές θεωρείται πως έχουν τόση απόκλιση από παιδί σε παιδί, ώστε κάποια παιδιά «παίρνουν τα γράμματα» και πρέπει από νωρίς να βοηθηθούν, ενώ κάποια άλλα παιδιά δεν «παίρνουν τα γράμματα», οπότε το καλύτερο είναι από νωρίς να τα οδηγήσουμε σε μια στενή κατάρτιση για να εξασφαλίσουν δουλειά, τον «επιούσιο». Σήμερα χρησιμοποιούνται αυτές οι αντιδραστικές αντιλήψεις για να δικαιολογηθούν νέοι ταξικοί φραγμοί στην εκπαίδευση, με διαφοροποίηση σχολείων και προγραμμάτων σπουδών, που οδηγούν σε πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου ή σε πρόωρη ειδίκευση γνώσης.

Αντίθετα η σοβιετική παιδαγωγική και ψυχολογία, αντιμετωπίζοντας την ανάπτυξη ως μια διαδικασία «κατάκτησης» από το συγκεκριμένο παιδί της συσσωρευμένης πείρας της ανθρωπότητας, της «κοινωνικής κληρονομιάς», έκανε διαφορετικές επιλογές. Απέρριπτε την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου και προέκρινε την πλήρη, γενική και υποχρεωτική μόρφωση, που αποτελούσε τη βάση κάθε παραπέρα ειδικής γνώσης, εξειδίκευσης. Μάλιστα στο λαϊκό σύστημα παιδείας, αυτή η υποχρεωτική μόρφωση είχε χαρακτήρα γενικό (χωρίς να εξαιρείται κανένα παιδί), δημόσιο (καταργώντας την ιδιωτική «πρωτοβουλία» στη μόρφωση), ενιαίο (μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που δε διασπόταν σε πολλές ασύνδετες ενότητες).

Αξίζει να κάνουμε και μια ακόμη σύγκριση, σχετικά με το πώς τοποθετείται το κάθε σύστημα στο ερώτημα: «Τι προηγείται; η διαπαιδαγώγηση ή η μάθηση»;

Πρόκειται για ερώτημα που έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού στις μέρες μας και στη χώρα μας, όπως και στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο, υλοποιείται η κυρίαρχη αντίληψη του «καταρτίσιμου» (κατά το «απασχολήσιμος»), με στόχο τη γρήγορη και ευέλικτη προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Δηλαδή εφαρμόζεται ένα αστικό εκπαιδευτικό σύστημα που περιορίζει τη γενική μόρφωση και παρέχει μια «στενή» ειδίκευση (κατάρτιση) στους νέους. Αυτή η ταχύτητα και ευελιξία στην περιορισμένη «κατάρτιση» επεκτείνεται και στην πανεπιστημιακή εκπαιδευτική βαθμίδα σε βάρος της θεωρητικής γνώσης, με στόχο την εξασφάλιση φτηνού καταρτισμένου εργατικού δυναμικού. Η γενική μόρφωση αφήνεται κυρίως στους εξωσχολικούς παράγοντες, ενώ η διαπαιδαγώγηση υπηρετεί την αποδοχή της εκμεταλλευτικής κοινωνίας.

Στο «Παιδαγωγικό Ποίημα» αναδεικνύονται οι προσπάθειες που καταβάλλονται για να εδραιωθεί η αξία της μάθησης στη συνείδηση των παιδιών, η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, ότι δηλαδή και αυτά τα παιδιά μπορούνε να σπουδάσουν παραπέρα, να μάθουν και άλλα πράγματα, πέρα από μια τέχνη, να πάνε στην Εργατική Σχολή, στο Πανεπιστήμιο. Ωστόσο, το βασικό παραμένει η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση και έπεται η μόρφωση. Αξίζει εδώ να αναφέρουμε τη ρήση του Σοβιετικού παιδαγωγού Βασίλι Σουχομλίνσκι: «Αν ο άνθρωπος καταντάει να είναι μόνο μαθητής, τότε παύει να είναι άνθρωπος».

Στο «Παιδαγωγικό Ποίημα» βλέπουμε πάρα πολλές δραστηριότητες, πολιτιστικές αλλά και πολιτικές (όπως ήταν η δράση της οργάνωσης της Κομσομόλ μέσα στον παιδικό Σταθμό), καθώς και τους δεσμούς που ανέπτυσσε η παιδική κοινότητα με άλλες κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές οργανώσεις, ομάδες, συλλόγους και πρωτίστως με οργανώσεις εργαζομένων, που βρίσκονταν εκτός της παιδικής κολεκτίβας του Σταθμού, αλλά ήταν αντιπροσωπευτικές της σοβιετικής κοινωνίας εκείνης της εποχής. Δεσμοί που όχι απλώς αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας κι αλληλεγγύης με τα ευρύτερα κοινωνικά σύνολα της σοβιετικής κοινωνίας, αλλά και στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, στην πολύπλευρη ανάπτυξη του παιδιού ως μελλοντικού πολίτη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τα κοινωνικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η σοσιαλιστική κοινωνία, τους στόχους που έθετε η καθοδηγητική δύναμη της κοινωνίας, το ΚΚ, αλλά και το πώς η μια ή άλλη εξέλιξη θα επηρέαζε τη ζωή των παιδιών. Στο όλο παιδαγωγικό εγχείρημα γινόταν μια προσπάθεια να συνδυαστεί η μετάδοση των γνώσεων με την πολυτεχνική εκπαίδευση, μέσω της συστηματικής παραγωγικής εργασίας (βιομηχανικού, βιοτεχνικού και αγροτικού τύπου), τη δημιουργική καλλιτεχνική δραστηριότητα μέσα από διάφορες καλλιτεχνικές ομάδες, αλλά και την ευρύτατη συμμετοχή των παιδιών σε ένα δίκτυο αυτοδιοίκησης που κάλυπτε τις βασικές πτυχές της ζωής του ιδρύματος, καλλιεργούσε την πρωτοβουλία, τον έλεγχο, την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα και ταυτόχρονα εμπόδιζε την καλλιέργεια εγωιστικής στάσης.

Αυτή άλλωστε ήταν και η βασική κατεύθυνση που κυριάρχησε για μια μεγάλη περίοδο στο σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπου μέσα από ένα σύνολο σχολικών και εξωσχολικών οργανώσεων και θεσμών επεδίωκε την ενεργή αφομοίωση της γνώσης και παράλληλα τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς. Κατεύθυνση, από την οποία άρχισε να απομακρύνεται το σοβιετικό σύστημα μετά τις ανάλογες αλλαγές που έγιναν στην οικονομική βάση, αρχικά με την αγροτική μεταρρύθμιση του 1958 και στη συνέχεια με τις μεταρρυθμίσεις στη βιομηχανία (το 1965), που σε μια πορεία δυο δεκαετιών επηρέασαν αρνητικά ολόκληρο το εποικοδόμημα της σοβιετικής κοινωνίας και βέβαια και το σύστημα εκπαίδευσης.

Ο Αντόν Μακάρενκο ασχολήθηκε με πολλές παραμέτρους της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, των σχέσεών τους με τον παιδαγωγό, τους γονείς, την παιδική ομάδα. Ωστόσο κάποιοι του προσάπτουν ότι δε διατύπωσε ένα ολοκληρωμένο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό δεν συνέβηκε κυρίως γιατί πέθανε πρόωρα και ξαφνικά την 1η Απρίλη του 1939 (μόλις ένα μήνα μετά την απόφασή του να ζητήσει να γίνει μέλος του ΚΚ των μπολσεβίκων, αίτηση που στηρίχτηκε από την Κομματική Επιτροπή της Ενωσης των Σοβιετικών συγγραφέων), σε μια περίοδο που είχε αναγνωριστεί από το σοβιετικό κράτος. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι δύο ήταν οι λόγοι, που ο Μακάρενκο δεν επεδίωξε να εκθέσει ένα τέτοιο συνολικό εκπαιδευτικό σχέδιο: Πρώτον, είχε την αυτογνωσία του μέτρου της δουλειάς του, αναγνωρίζοντας πως η παιδαγωγική εμπειρία αφορούσε κυρίως τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών που ήταν εγκαταλελειμμένα. Δεύτερον, θεωρούσε πως η παιδαγωγική επιστήμη, ακριβώς επειδή αναφέρεται στο παιδί, στον άνθρωπο, είναι πολύπλοκη, πολύμορφη και πιο ευκίνητη. Φοβόταν λοιπόν πως πέρα από τις βασικές αρχές που είχε διατυπώσει και στηρίζονταν στο μαρξισμό, οι παραπέρα πολλές λεπτομέρειες θα ήταν άχρηστες ίσως και βλαβερές μετά από κάποιο διάστημα. Και αυτές οι βασικές αρχές, τις οποίες διατύπωσε και ταυτόχρονα αναφέρονται στο μυθιστορηματικής γλώσσας έργο του «Παιδαγωγικό Ποίημα», αποτέλεσαν «ακρογωνιαίους λίθους» του εκπαιδευτικού συστήματος που οικοδομήθηκε στην ΕΣΣΔ.

Δεν ισχυριζόμαστε πως στο εκπαιδευτικό σύστημα της Σοβιετικής Ενωσης δεν υπήρχαν προβλήματα. Ομως αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τα προβλήματα που υπάρχουν στον καπιταλισμό. Ή καλύτερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο σοσιαλισμός είχε λύσει υπέρ των εργαζομένων μια σειρά σημαντικών προβλημάτων που ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν μπορεί να λύσει, αλλά ούτε και έχει τη διάθεση να το κάνει. Αυτό σημαίνει η εφαρμογή στο σοσιαλισμό στην πράξη της ενιαίας, 100% δημόσιας, δωρεάν και υποχρεωτικής βασικής εκπαίδευσης, που μαζί με ένα πλατύ δίκτυο δημόσιας προσχολικής αγωγής αποτελούσε τη βάση του εκπαιδευτικού συστήματος. Μια βάση ικανή να δώσει πρωτοπόρους καρπούς υψηλής γνώσης στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία ήταν επίσης 100% δημόσια και δωρεάν, με πτυχία που είχαν άμεσο επαγγελματικό αντίκρισμα!

Κλείνοντας αυτήν την παρουσίαση του βιβλίου θα πρέπει να τονίσουμε ένα σημείο: Η όλη στάση που κράτησε ο Μακάρενκο, αφιερώνοντας ολόκληρη τη ζωή του στην υπόθεση της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών είναι ίσως ένα από τα καλύτερα προσωπικά παραδείγματα αυτοθυσίας κι ανιδιοτέλειας του παιδαγωγού και του εκπαιδευτικού. Μια ζωή δύσκολη, με πολλές κακουχίες, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, μέσα από έναν πρωτόγνωρο δρόμο, όπως ήταν ο δρόμος όλης της ΕΣΣΔ, με συγκρούσεις ακόμα και με ανώτερους εκπροσώπους του νέου σοσιαλιστικού κράτους, αλλά και με την τελική δικαίωση. Και αυτό το προσωπικό παράδειγμα του μεγάλου Σοβιετικού παιδαγωγού, όχι απλώς στάθηκε «φάρος» αγωνιστικότητας και συλλογικότητας, μιας πρωτοπόρας στάσης ζωής μέσα στα παιδιά που βρέθηκαν δίπλα του, αλλά αποτελεί «φάρο» και για τις δικές μας συνθήκες για τη σύγκρουση και τη ρήξη που απαιτείται με τη στάση του ατομικού «βολέματος», του προσωπικού εγωισμού, της διαφθοράς, του εκφυλισμένου συνδικαλισμού, της μοιρολατρίας. Οπως λέει ο Μπρεχτ: «ποιος φταίει σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς. Ποιος φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι!».

Η ιστορική πορεία που βάδισε η ΕΣΣΔ, η πορεία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι και σήμερα, όσο ποτέ πριν, επίκαιρη κι αναγκαία! Από όλους μας απαιτείται να σταθούμε στο ύψος της αντικειμενικής, με ταξικότητα κριτικής προσέγγισης, μα ταυτόχρονα και μαχητικής υπεράσπισης των κατακτήσεων που έφερε στην ανθρωπότητα η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Να οξύνουμε ακόμη περισσότερο την πάλη μας με το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιδεολογικής-πολιτικής επίθεσης που κλιμακώνεται από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ΗΠΑ, ΕΕ και τα καπιταλιστικά κράτη.

Είκοσι χρόνια μετά την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων στη Σοβιετική Ενωση και στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης δυναμώνει η αντικομμουνιστική επίθεση. Ετσι π.χ. στην Πολωνία μπήκε σ’ εφαρμογή νόμος που απαγορεύει τα κομμουνιστικά σύμβολα, το σφυροδρέπανο, το κόκκινο αστέρι και ό,τι άλλο μπορεί να χαρακτηριστεί «κομμουνιστικό». Ας αναρωτηθούν όλοι εκείνοι που ακούνε καλόπιστα την προπαγάνδα των ΜΜΕ σχετικά με το πόσο «ανελεύθερα», πόσο «αντιδημοκρατικά» ήταν τα σοσιαλιστικά καθεστώτα, γιατί σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια μετά το 1989, επιτίθενται με τέτοιο μίσος και απαγορεύουν αλλού τα ΚΚ (όπως στις χώρες της Βαλτικής) κι αλλού τα σύμβολα; Αν ήταν τα πράγματα τόσο «μελανά», όπως τα περιγράφουν τα αστικά σχολικά βιβλία, τα πανεπιστημιακά εγχειρίδια και τα αστικά ΜΜΕ, τότε γιατί φοβούνται πως οι λαοί αυτών των χωρών, αλλά κι οι λαοί άλλων χωρών, μπορούν να επιλέξουν και πάλι αυτό το δρόμο του σοσιαλισμού - κομμουνισμού; Αν η ιδέα του κομμουνισμού είχε πεθάνει, όπως ισχυρίζονται, τότε γιατί με κάθε τρόπο (ιδεολογικό, πολιτικό, οργανωτικό) καθώς και με προβοκατόρικα μέσα, χτυπούν τους κομμουνιστές σ’ όλο τον κόσμο;

Οι σημερινές και αυριανές γενιές των νέων έχουν καλύτερα εφόδια για να αναζωογονήσουν τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική αναγκαιότητα, να αντεπιτεθούν.

 

 

* Ο Ελισαίος Βαγενάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.