ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Με ένα έργο πολύπλευρο, που αγκαλιάζει ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, κριτική, μεταφράσεις, χρονογραφήματα, ο Κώστας Βάρναλης, ο πρώτος της επαναστατικής προλεταριακής ποίησης στην Ελλάδα, παραμένει, με το Γιάννη Ρίτσο, κορυφαίος στη λογοτεχνία μας εκφραστής της εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, εποχή που συνεχίζεται παρά τις αντεπαναστατικές ανατροπές και τη βαθιά κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Το έργο του, που το διαμέτρημά του υπερβαίνει κατά πολύ τον ελληνικό χώρο, προβάλλει ακόμα πιο επίκαιρο σήμερα και μπροστά στις κοινωνικές επαναστάσεις που θα έρθουν.

Το βασικό έργο του Βάρναλη και η γενικότερη πολιτική πορεία του έχουν συνδεθεί άμεσα με την πορεία του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ορισμένα συμβολικά γεγονότα αυτής της αναπόσπαστης σχέσης: Το 1934 προσκλήθηκε στο Α΄ Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων. Το 1956 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ χαιρέτισε τα 50χρονα της δημιουργίας του. Τον συνεχάρη και το 1959, που τιμήθηκε με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη, ενώ το 1970 χαιρετισμός του Βάρναλη για τα 100χρονα από τη γέννηση του Λένιν δημοσιεύτηκε στη σοβιετική εφημερίδα «Ισβέστια» και στην αντιδικτατορική εφημερίδα των Ελλήνων του εξωτερικού «Ελεύθερη Πατρίδα» (3 Μάη 1970). Εγραψε τότε ο Βάρναλης ανάμεσα σε άλλα: «Ολοι οι λαοί της γης, ελεύθεροι και σκλάβοι, τιμούμε το μεγάλο νου και το μεγάλο έργο του Λένιν, που άλλαξε την πορεία του κόσμου και άνοιξε το φωτεινό δρόμο της αταξικής κοινωνίας και ελευθερίας»1.

Κι όταν έφυγε ο ποιητής από τη ζωή (16 Δεκέμβρη 1974), η ΚΕ του ΚΚΕ τον αποχαιρέτισε αποκαλώντας τον Ποιητή του Λαού2.

Ο Κώστας Βάρναλης, παιδί μικροαστικής οικογένειας, που ο πατέρας Γιάννης Μπουμπούς ή Βάρναλης καταγόταν από τη Βάρνα και η μητέρα Ελισάβετ Μαυρομάτη από την Αγχίαλο, γεννήθηκε στον Πύργο της τότε Ανατολικής Ρωμυλίας (Βουλγαρία), αυτόνομης επαρχίας της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, «πρέπει να γεννήθηκα το 1883, γιατί βαφτίστηκα στις 14 Φλεβάρη του 1884»3.

Οπως όλα τα παιδιά του ελληνισμού των παροικιών και του ελλαδικού χώρου, διαπαιδαγωγήθηκε με την αστική ιδεολογία των «εθνικών δικαίων», με το όνειρο της «Μεγάλης Ελλάδας» και του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά που θα ’παιρνε την Πόλη». Με αυτή την αντιδραστική ιδεολογία γαλβάνιζαν το μυαλό της νεολαίας, δάσκαλοι και παπάδες. Οπως έγραψε ο Δημήτρης Γληνός, «Πως οι χώρες αυτές ήταν ελληνικές “από του Ιστρου μέχρι του Νείλου και από της Κάτω Ιταλίας μέχρι του Τίγρητος και του Ευφράτου”, ήτανε δόγμα ασυζήτητο για τους δασκάλους, που πύρωναν και σφυροκοπούσαν τις ψυχές των παιδιών σ’ όλα τα σχολειά του δούλου ελληνισμού»4.

Τοπικοί κοινωνικοί παράγοντες επένδυσαν στην αγάπη του Βάρναλη για τα γράμματα. Ετσι, αφού αρίστευσε στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης, ο ελληνολάτρης Βάρναλης ήρθε το 1902 στην Αθήνα με υποτροφία της Ελληνικής Θρησκευτικής Κοινότητας Βάρνας και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή.

Ηταν περίοδος που κυοφορούνταν σε διεθνή κλίμακα μεγάλες κοινωνικοπολιτικές ανατροπές και ανακατατάξεις. Εξαιτίας της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων άρχιζαν οι προετοιμασίες για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μεγαλοϊδεατισμός πύρωνε τα βαλκανικά κράτη, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια και στην Ελλάδα η άρχουσα τάξη, μετά την πανωλεθρία του 1897, πάσχιζε να οργανώσει την πολεμική της εξόρμηση που θα διεύρυνε την εσωτερική αγορά και θα ισχυροποιούσε το έθνος-κράτος.

Στο εσωτερικό της ελληνικής αστικής τάξης, ως έκφραση και διεθνών ανταγωνισμών, μαινόταν αντιπαράθεση, που διάρκεσε πολλές δεκαετίες, ανάμεσα στα λεγόμενα «παλιά» και «νέα τζάκια», αλλιώς στους φιλελεύθερους και στους βασιλικούς. Την ενδοαστική διαπάλη, πολλές φορές αιματηρή, ο Μάρκος Αυγέρης την αποτύπωσε ως «…γενικό αλληλοσπαραγμό του αστικού κόσμου»5. Η σύγκρουση συμπαρέσυρε το λαό που ήταν δεμένος στο άρμα των κομματαρχών των δύο βασικών αστικών κομμάτων.

Οι ενδοαστικές αντιθέσεις ξεπερνούσαν τα αμιγώς πολιτικά όρια. Εβρισκαν αντανάκλαση και στο χώρο της πνευματικής δημιουργίας, πρωταρχικά στο γλωσσικό ζήτημα, δίχως να είναι εδώ ο διαχωρισμός κάθετος. Για παράδειγμα, ο επικεφαλής των Φιλελευθέρων Ελ. Βενιζέλος ήταν υπέρ της καθαρεύουσας, ενώ ο βασιλικός Ιων Δραγούμης υπέρ της δημοτικής. Βασιλικός ήταν και ο Γιάννης Ψυχάρης.

Για το γλωσσικό έγιναν τότε και για πολλά χρόνια ακόμα ομηρικές μάχες ανάμεσα στους γλωσσαμύντορες, με επικεφαλής τους καθηγητές Πανεπιστημίου Γεώργιο Μιστριώτη (κομματάρχη του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη) και Γεώργιο Χατζιδάκι και στους δημοτικιστές, με κορυφαίους εκπροσώπους τους το Γιάννη Ψυχάρη, τον Αλέξανδρο Δελμούζο και το Μανώλη Τριανταφυλλίδη (επιφανής δημοτικιστής ήταν και ο ποιητής Κωστής Παλαμάς). Αρχίζοντας ο 20ός αιώνας οι δημοτικιστές συσπειρώθηκαν κυρίως στο φιλολογικό περιοδικό «Νουμάς», ενώ σημαντικό ρόλο υπέρ του δημοτικισμού έπαιζε από τα τέλη του 19ου αιώνα η εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη.

Αρκετά χρόνια αργότερα στο κίνημα του δημοτικισμού αναδείχθηκε ισχυρό το ρεύμα που επηρεαζόταν από τη μαρξιστική ιδεολογία. Κάτω από την επιρροή του ΚΚΕ συνέδεε το δημοτικισμό με την πάλη για ριζικές κοινωνικές ανατροπές.

Στο γλωσσικό παρενέβαιναν για δικούς τους στρατηγικούς λόγους κι άλλα κράτη. Για παράδειγμα, πίσω από τα ονομαζόμενα Ευαγγελιακά (1901) βρισκόταν, ως ένας βασικός μοχλός τους, η σύγκρουση της γαλλορωσικής συμμαχίας με τη Γερμανία. Αφορμή των Ευαγγελιακών αποτέλεσε η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη. Γερμανικές υπηρεσίες και μερίδα εγχώριων αστικών δυνάμεων (ανάμεσά τους και ένα μέρος της βασιλικής οικογένειας που στρεφόταν εναντίον του άλλου) κατηύθυναν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας φανατισμένων φοιτητών που, κραυγάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς», συγκρούστηκαν και με το στρατό.

Αμέσως μετά τον ερχομό του στην Αθήνα ο Βάρναλης προσχώρησε στο δημοτικισμό. Η καθαρεύουσα, που είχε ραγίσει στη σκέψη του όταν στη γενέτειρά του διάβασε ένα ποίημα του Κ. Παλαμά, τώρα βρήκε στο πρόσωπο του Βάρναλη ένα σπουδαίο και αδιάλλακτο πολέμιο.

Στα Ορεστειακά (1903) τάχθηκε κατά των γλωσσαμυντόρων του Μιστριώτη, που χάλασαν τον κόσμο, επειδή το Βασιλικό Θέατρο ανέβασε την «Ορέστεια» του Αισχύλου, μεταφρασμένη σε μισοδημοτική από το Γ. Σωτηριάδη. Στις συγκρούσεις τους, που έγιναν με τους δημοτικιστές, πήρε μέρος και στρατός, με αποτέλεσμα δυο νεκρούς και εφτά τραυματίες.

Ο λογιοτατισμός ισχυριζόταν ότι η δημοτική ήταν ξενόφερτη και δεν μπορούσε να αποκρούσει τη διεισδυτική δύναμη των άλλων γλωσσών, γιατί είχε εγγενή προβλήματα. Κυρίως, ότι γκρέμιζε το θεμέλιο της συνέχειας της φυλής και των εθνικών παραδόσεων, τη γλώσσα, καθώς και τη θρησκεία. Αποκαλούσαν τους δημοτικιστές «απάτριδες», «άθεους», «αργυρώνητα όργανα του πανσλαβισμού» κ.ά. Υποστήριζαν, όπως έγραψε ο Μιστριώτης, ότι «η γλώσσα είναι το απόρθητον της εθνικής ημών υπάρξεως φρούριον και η ασφαλεστάτη της κλυδωνιζομένης φυλής άγκυρα. […] Η Ελλάς δια λόγους ιστορικούς δεν έχει όρια προσηκόντως οχυρωμένα, αλλά φρουρείται (!!!) των επάλξεων και των τηλεβόλων της γλώσσης»6.

Ομως ο καπιταλισμός χρειαζόταν τη δημοτική, καθώς αναπτυσσόταν. Επίσης ένα τμήμα της αστικής τάξης τη θεωρούσε πιο πρόσφορο μέσο για την υλοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας».

Στην Αθήνα ο Βάρναλης απαλλάχθηκε γρήγορα από την ιδεολογία του μεγαλοϊδεατισμού, αηδιασμένος με την κατάσταση που βρήκε στην Ελλάδα, όπου αντίκρισε έναν εξαθλιωμένο λαό. Κι ακόμα, κατά το Γληνό:

«… είδε […] μέσα στη λάσπη και στη σκόνη αυτή να κυλιούνται με τα ψηλά τους κολάρα και τα καλοσιδερωμένα ρούχα τους, θριαμβευτικά οι έμποροι της ψευτιάς, οι ψιλικατζήδες της πολιτικής, οι φαμφαρόνοι, οι γλωσσαμύντορες, οι θρησκειοκάπηλοι και οι κοντυλοφόροι»7.

Ωστόσο παρέμεινε ιδεαλιστής.

«Με τον όχλο κουβέντα να μην έχεις!»8, έγραψε λίγο αργότερα.

Οταν τέλειωσε τις σπουδές του διορίστηκε στην εκπαίδευση και συνέχιζε να ζει απασχολημένος με την ποίηση και μποέμικα, δημοσιεύοντας ποιήματα σε διάφορα περιοδικά.

Στην ίδια πορεία κινήθηκε και μετά τα Αθεϊκά του Βόλου (1911), όταν, σχολάρχης στην Αργαλαστή, παραπέμφθηκε σε δίκη, επειδή συμπαραστάθηκε στο γιατρό Δημήτρη Σαράτση και στον παιδαγωγό Αλέξανδρο Δελμούζο. Ο Σαράτσης, που είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Παρθεναγωγείου Βόλου και ο Δελμούζος, που δίδασκε σε αυτό έχοντας εισάγει τη δημοτική, κατηγορήθηκαν από το δεσπότη και μερίδα του Τύπου για «μαλλιαρισμό», αθεΐα και όργια. Τελικά αθωώθηκαν και οι δύο (δίκη Ναυπλίου 1914), όπως και ο Βάρναλης με βούλευμα πολύ νωρίτερα .

Η πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα σημαδεύτηκε από τον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα, το κίνημα στο Θέρισο που ανέδειξε το νέο ηγέτη της αστικής τάξης Ελ. Βενιζέλο, καθώς και το κίνημα στο Γουδή (1909).

Το ίδιο διάστημα στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, από το 1908 που ιδρύθηκε το πρώτο Εργατικό Κέντρο στο Βόλο, αλλά κυρίως από το 1910 συγκροτούνταν περιφερειακές εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (Εργατικό Κέντρο Αθήνας - 1910 κ.ά.), ενώ διεξάγονταν σκληρές και με ορισμένα αποτελέσματα απεργίες της εργατικής τάξης (τσιγαράδων, καπνεργατών, ναυτεργατών, σιδηροδρομικών, τραμβαγέρηδων κ.ά.). Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις στη Θεσσαλία, με την εξέγερση στο Κιλελέρ, στην Πελοπόννησο και αλλού.

Βήματα έκανε και το σοσιαλιστικό κίνημα, που τα προηγούμενα χρόνια εξέφραζε τον αναρχικό σοσιαλισμό και τον ουτοπικό ανακατεμένο με χριστιανικές ιδέες. Ο Γ. Σκληρός έγραψε «Το κοινωνικόν μας ζήτημα» (1907) και ο Κ. Χατζόπουλος μετέφρασε στα ελληνικά το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (1909). Το 1908, ταυτόχρονα με την επανάσταση των Νεότουρκων, δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη η Φεντερασιόν, η πιο μαζική και σημαντική σοσιαλιστική οργάνωση. Ομως στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων η δραστηριότητα των σοσιαλιστικών οργανώσεων ατόνησε. Ενας βασικός λόγος ήταν ότι τα περισσότερα μέλη τους επιστρατεύτηκαν.

Στους Βαλκανικούς πολέμους επιστρατεύτηκε και ο Βάρναλης. Κλήθηκε ξανά στο στρατό (σε μονάδα της Λήμνου) όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914), παίρνοντας το μέρος των αντιβενιζελικών. Οι τελευταίοι πρόβαλαν τη θέση για ουδετερότητα της Ελλάδας, που ευνοούσε τη Γερμανία (ένα χρόνο πριν, το 1913, δολοφονήθηκε στη Θεσσαλονίκη από τις γερμανικές υπηρεσίες ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄, που ήταν αγγλόφιλος).

Ο Βενιζέλος, επιδιώκοντας συμμετοχή στον πόλεμο με την Αντάντ, σχημάτισε στη Θεσσαλονίκη την κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης, σε αντιπαράθεση με τη βασιλική κυβέρνηση της Αθήνας. Στην αιματηρή σύγκρουση υπερίσχυσε η βενιζελική πλευρά, κυρίως με τη βοήθεια γαλλικού στρατού που έφτασε πολεμώντας ως το Ζάππειο. Αυτό που οι αστοί ονομάζουν «εθνικό διχασμό» ήταν στην πραγματικότητα η έκφραση στην Ελλάδα της μεγάλης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που διαπέρασαν τότε όλα τα αστικά κράτη, όπως και στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αργότερα.

Η τοποθέτηση του Βάρναλη μέσα στην αντίθεση βασιλικών - βενιζελικών δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση, αν σκεφτούμε ότι ο πολύς κόσμος παρασύρθηκε τότε από τα δύο αστικά κόμματα. Ακόμα ότι στην Ελλάδα, με ελάχιστες τιμητικές εξαιρέσεις, όπως του Δημοσθένη Λιγδόπουλου και άλλων που πήραν εξαρχής θέση ενάντια στον πόλεμο, οι σοσιαλιστικές οργανώσεις αρχικά σιώπησαν. Στη συνέχεια άλλες τοποθετήθηκαν με τους βενιζελικούς και άλλες με τους κωνσταντινικούς, όπως η Φεντερασιόν που συνεργάστηκε με το Λαϊκό Κόμμα του Γούναρη στις εκλογές του 1915.

Το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα ήταν ανέτοιμο να προβάλει αυτοτελή θέση. Μόνο κάποια στιγμή αργότερα (Οκτώβρης 1915) συνυπέγραψε ανακοίνωση κατά του πολέμου, υπό την επιρροή των σοσιαλιστών της Βουλγαρίας (Δημητρώφ κ.ά.), δίχως να υπάρξει κάποια αξιοσημείωτη συνέχεια, παρά τις διαμαρτυρίες των σοσιαλιστικών ομίλων Κέρκυρας, Βόλου, Πάτρας.

Την ανωριμότητα του σοσιαλιστικού κινήματος αξιοποιούσε ο Βενιζέλος. Παράλληλα εξαγόραζε συνδικαλιστές και πολιτικούς ηγέτες, όπως τον Ν. Γιαννιό του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθήνας. Από την άλλη, η παραπάνω στάση του σοσιαλιστικού κινήματος άφηνε ελεύθερο όλο το έδαφος στους βασιλικούς να συσπειρώνουν πλατιές μάζες που είχαν αγανακτήσει με τους συνεχείς πολέμους και εναντιώνονταν σε τέτοιο βαθμό, που οι βενιζελικοί προχώρησαν σε πογκρόμ διώξεων και ξυλοδαρμών, ακόμα και φόνους έκαναν, για να τις επιστρατεύσουν.

Βεβαίως η εργατική πάλη και οργάνωση συνεχιζόταν, με πιο σημαντική στη διάρκεια του πολέμου την απεργία των μεταλλωρύχων στη Σέριφο, όπου στις συγκρούσεις μεταξύ απεργών και δυνάμεων καταστολής σκοτώθηκαν τέσσερις εργάτες και τέσσερις χωροφύλακες. Ομως τα βήματα του εργατικού και του σοσιαλιστικού κινήματος επιταχύνθηκαν μετά την Οχτωβριανή επανάσταση, οπότε ιδρύθηκε η ΓΣΕΕ (1918) και σχεδόν ταυτόχρονα συντελέστηκε το ποιοτικό άλμα: Οι σοσιαλιστικοί όμιλοι ίδρυσαν στον Πειραιά το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ), την ιδεολογικοπολιτική και οργανωτική πρωτοπορία της εργατικής τάξης, που το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ.

Να σημειωθεί ότι πριν από την ίδρυση του ΣΕΚΕ υπήρξε διαπάλη ανάμεσα στους σοσιαλιστικούς ομίλους. Υπερίσχυσαν οι δυνάμεις που εναντιώθηκαν στην προσπάθεια του Βενιζέλου να ελέγξει τις διεργασίες συγκρότησης, άρα και το νέο Κόμμα, την ίδρυση του οποίου «ευνοούσε». Ας σημειωθεί εδώ ότι από τη μια η ιδεολογία του κόμματος των Φιλελευθέρων περιείχε και σοσιαλδημοκρατικές ιδέες, ενσωματώνοντας κινήσεις όπως τους Κοινωνιολόγους του Παπαναστασίου, ενώ από την άλλη εφάρμοζε και ευέλικτη πολιτική. Σύμφωνα με το Βενιζέλο: «…αν δεν κάνουμε σήμερα τας νομίμους υποχωρήσεις εις τους εργαζομένους, αύριον θα μας πάρουν με επανάστασιν πολύ περισσότερα»9.

Το 1919 ο Βάρναλης έφυγε για τη Γαλλία με κρατική υποτροφία, ύστερα από διαγωνισμό. Στο Παρίσι επηρεάστηκε από τα έργα του Μπαρμπύς και του Ρομαίν Ρολάν, καθώς και από τους φίλους του, το μαθητή του Γ. Σκληρού, χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό και το δημοσιογράφο Αποστόλη Αποστολόπουλο που τότε ήταν μαρξιστές και ανήκαν στον κύκλο του περιοδικού «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας. Εκεί ο Βάρναλης έγραψε το ποίημα «Προσκυνητής». Παρότι και σε αυτό εξέφραζε εθνικιστικές αντιλήψεις, άλλαξε η στάση του απέναντι στο λαό. Το μαρτυρούν οι στίχοι:

Ποια να ’ναι Λαέ μου η πιο μεγάλη τώρα
η χρεία σου να βαλτώ να τη βοηθήσω;
10

 Ομως γρήγορα συντελέστηκε η αλλαγή. Εγινε στο Παρίσι και ήταν απότομη, όπως έχει βεβαιώσει ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου, ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Για απότομη αλλαγή11 του Βάρναλη έκανε λόγο και ο κορυφαίος μας κριτικός της λογοτεχνίας Μάρκος Αυγέρης.

Ο Γιάννης Κορδάτος υποστήριξε ότι «η στροφή του Βάρναλη δεν έγινε απότομα»12, ενώ ο Δ. Γληνός έγραψε ότι «η κρίσιμη στιγμή φυσικά από καιρό ετοιμαζότανε μέσα του»13.

Βεβαίως ο Βάρναλης διάνυσε μια σταδιακή πορεία αλλαγών από την ποίηση της πρώτης νιότης. Ωστόσο πιστεύουμε ότι έχει βάση η εκτίμηση του Μ. Μ. Παπαϊωάννου και του Μ. Αυγέρη.

Καταλύτης για τη μεταστροφή ήταν το μήνυμα της νέας κοινωνίας που αναδύθηκε από τις στάχτες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: Η Οχτωβριανή επανάσταση. Στο ίδιο διάστημα είχαν ξεσπάσει στην Ευρώπη μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις και οι προλεταριακές επαναστάσεις στη Γερμανία, στη Φιλανδία, στην Ουγγαρία. Εγραψε ο Μάρκος Αυγέρης: «Εκεί, (σ.σ. δηλαδή στο Παρίσι) όπως σ’ όλη την Ευρώπη, […] ύστερα από το απέραντο τετράχρονο μακελειό του δυτικού μετώπου […] ακουόταν δυνατό και το κήρυγμα της επανάστασης»14.

Τότε αυτό το ταλαντούχο πνεύμα πέρασε στην αντίπερα όχθη, πύρινο και ορμητικό, αποφασισμένο να ξεκόψει οριστικά με το παρελθόν του.

Συγκρίνοντας τη στάση του Βάρναλη με άλλων κορυφαίων λογοτεχνών, ο Δ. Γληνός έγραψε: «Ο Βάρναλης όμως συλαβαίνει το πρόβλημα πολύ διαφορετικά. Σ’ αυτουνού την ψυχή και μόνο σ’ αυτουνού έγινε ο μεγάλος χαλασμός, το γκρέμισμα της αστικής ιδεολογίας. Ο Παλαμάς μένει ο έλληνας πατριώτης, αστός, ο Σικελιανός γίνεται αγύρτης καμποτίνος, ο Καζαντζάκης γίνεται ιδεαλιστοκομουνιστής, ανίκανος να πάρει πραγματική θέση και μόνο αληθινός επαναστάτης γίνεται ο Βάρναλης. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της ιδεολογικής κρίσης, που έφερε στην Ελλάδα ο παγκόσμιος πόλεμος και η ρούσικη επανάσταση στους τέσερις καθολικότερους τεχνίτες του λόγου στον τόπο μας. Ο Βάρναλης απολυτρώθηκε ολότελα από κάθε απομεινάρι αστικής πατριδολατρείας»15.

Βεβαίως ο Καζαντζάκης, που αργότερα ύμνησε τη Σοβιετική Ρωσία, το 1919-1920 στάλθηκε από το Βενιζέλο στη Γεωργία με μεγάλο χρηματικό ποσό, για να κάνει αντικομμουνιστική προπαγάνδα στους εκεί Ελληνες. Φυσικά δεν ήταν μόνο ο Καζαντζάκης που επηρεαζόταν από το βενιζελισμό. Σημαντικοί άνθρωποι των γραμμάτων, πολλοί από τους οποίους προσχώρησαν αργότερα στο επαναστατικό κίνημα και ένας αριθμός έγιναν μέλη του ΚΚΕ ή συνεργάζονταν με αυτό, δε μεταστράφηκαν ιδεολογικά όταν έγινε η Οχτωβριανή Επανάσταση ή και λίγα χρόνια μετά απ’ αυτή. Συνέχισαν για πολύ καιρό να επηρεάζονται από την αστική ιδεολογία (Δημήτρης Γληνός, Μάρκος Αυγέρης, Ρόζα Ιμβριώτη, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Ελλη Αλεξίου, Βασίλης Ρώτας κ.ά.). Οπωσδήποτε η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και η παραπάνω αναφορά δεν γίνεται δίκην κριτικής, αλλά για να τονιστεί ο ιδιαίτερα διεισδυτικός ρόλος του βενιζελισμού στο πλαίσιο της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας.

Η όλη κατάσταση αντανακλούσε το επίπεδο της ιδεολογικής ωριμότητας και ενότητας του ΚΚΕ, το οποίο εκφραζόταν και σε προβλήματα οργανωτικής ενότητας του νέου ηλικιακά κόμματος (και τέτοιο ήταν το ΣΕΚΕ), που οι ιδρυτικοί του όμιλοι από τη συνένωσή τους ήδη είχαν μεταξύ τους σημαντικές ιδεολογικές διαφορές, ενώ το επίπεδο της μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα ήταν χαμηλό. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση του Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος, αναφερόμενος στις αιτίες για το χαμηλό επίπεδο της μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα, υπογράμμισε και τον ελάχιστο αριθμό μαρξιστικών-λενινιστικών έργων που είχαν μεταφραστεί εδώ εκείνα τα χρόνια. Πράγματι, από το 1909, που ο Κ. Χατζόπουλος μετέφρασε το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», μέχρι το 1927, ελάχιστα έργα των Μαρξ και Ενγκελς είχαν μεταφραστεί, ενώ του Λένιν ήταν τελείως άγνωστα, με εξαίρεση το «Κράτος και Επανάσταση». Η στροφή του Βάρναλη έχει σημασία και γιατί, όταν έγινε, ζύγωνε τα σαράντα του χρόνια (ηλικία που δεν είναι εύκαμπτη σε ριζικές ιδεολογικές μετατοπίσεις) και γιατί η επίδραση του εθνικισμού ήταν σαρωτική. Οι «δάφνες» των Βαλκανικών πολέμων ήταν ακόμα νωπές.

Από τη στιγμή της μεταστροφής του Βάρναλη, η «καθαρή τέχνη» θα βρει στη σατυρικά τσεκουράτη γλώσσα του έναν από τους μεγάλους αντιπάλους της. Το ίδιο και ο σοσιαλδημοκρατικός αναθεωρητισμός και οπορτουνισμός. Εγραψε χαρακτηριστικά ο Βάρναλης στο ποίημα «Λευτεριά»:

Από τη Βία λυτρών’ η Βία, όχι η άρνηση κι η καλωσύνη
και το ξετύλιγμα τ’ αργό.
16

 Μαστιγώνοντας την αστική τέχνη «του έξω καιρού και τόπου η Τέχνη, χωρίς σκοπό και δίχως όφελο», κατέταξε σ’ αυτήν και τους Παλαμά, Σικελιανό με τους στίχους «Είμαι “η Φλογέρα” εγώ “του Βασιλιά” και “το Πάσχα των Ελλήνων!”».

«Το Φως που καίει» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1922 στο περιοδικό «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας, με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Οταν έγινε η πρώτη έκδοση, συντελούνταν η καταστροφή στη Μικρασία, η ιμπεριαλιστική «Μεγάλη Ιδέα» ενταφιαζόταν, έξι ηγέτες της «δεξιάς» παράταξης -ανάμεσά τους τρεις πρώην υπουργοί- εκτελούνταν για να αθωωθεί η τάξη τους και η Ελλάδα πλημμύρισε με πρόσφυγες. Ο Βάρναλης δε βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδα, όπως άλλοι σύγχρονοί του εξαιτίας του ναυάγιου της αστικής στρατηγικής. Εγραψε στη «Λευτεριά»:

Της Ιστορίας το Νόμο ακλούθα πρώτος φωτεινά, δεν έχεις
Μοίρα δικιά σου για οδηγό.

 Αυτοί οι στίχοι γράφτηκαν όταν διαμορφωνόταν το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών και λίγο μετά χιλιάδες εργάτες ήταν στους δρόμους. Οι μαχητικές απεργίες αντιμετωπίστηκαν δια πυρός και σιδήρου. Η κυβέρνηση, που καθοδηγούσε ο Πλαστήρας, δολοφόνησε το 1923 στο Πασαλιμάνι 11 εργάτες, ενώ δεκάδες τραυματίστηκαν και εκατοντάδες συνελήφθησαν. Το ίδιο διάστημα δημοσίευσε στην εφημερίδα της ΟΚΝΕ «Νεολαία» το πολυσυζητημένο ποίημά του «Οι Μοιραίοι», το οποίο θεωρήθηκε και από την κομματική κριτική ότι εξέφραζε απαισιοδοξία.

Στις αρχές του 1923 ο Βάρναλης πήγε πάλι στο Παρίσι, απ’ όπου επέστρεψε το 1924. Τότε εξέδωσε το έργο «Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική».

Εξαιτίας στίχων του από «Το Φως που καίει» και του έργου «Ο λαός των Μουνούχων» (1923), τιμωρήθηκε με εξάμηνη παύση από την εκπαίδευση, για την οποία διαμαρτυρήθηκαν ο Παλαμάς, ο Καβάφης και άλλοι. Αυτό το διάστημα ξετυλίχθηκαν τα Μαρασλειακά (1925).

Τα Μαρασλειακά εντάσσονταν στην αντιλαϊκή και αντικομμουνιστική υστερία εκείνων των χρόνων: Η ηγεσία του ΚΚΕ είχε συλληφθεί, εξαιτίας της θέσης του για το «Μακεδονικό», στρατός χτυπούσε τις εργατικές κινητοποιήσεις, ενώ η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου κατέστειλε τις κινητοποιήσεις των Παλαιών Πολεμιστών, που διεκδικούσαν γη και είχαν καταλάβει μοναστηριακά κτήματα. Με τη δικτατορία του Πάγκαλου, που ακολούθησε τα Μαρασλειακά, το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου και χίλιοι κομμουνιστές εξορίστηκαν.

Στο Μαράσλειο Διδασκαλείο που διηύθυνε ο Δελμούζος και δίδασκε ελληνική ιστορία η Ρόζα Ιμβριώτη, καθώς και στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που διηύθυνε ο Γληνός και δίδασκε νεοελληνική φιλολογία ο Βάρναλης, έπεσαν τα πυρά για κοινωνικό σκάνδαλο και διδασκαλία «αντεθνικών ιδεών». Η Ιμβριώτη δίδασκε την ιστορία του 1821 με βάση το βιβλίο του Γιάννη Κορδάτου «Η κοινωνική σημασία της ελληνικής επαναστάσεως του 1821». Εναντίον της Ρόζας Ιμβριώτη οργανώθηκε συκοφαντική εκστρατεία. Απολύθηκαν οι Δελμούζος και Ιμβριώτη και λίγο αργότερα ο Γληνός από το Υπουργείο Παιδείας.

Ο Βάρναλης καυτηρίασε με το δικό του σατυρικό τρόπο το κλίμα που διαμορφώθηκε, επινοώντας και ένα απόλυτα ταιριαστό περιστατικό:

«Το σύνθημα της επίθεσης ενάντια στην Ακαδημία και στο Μαράσλειο το έδωσε η “Εστία”.

Την επίθεσή της η “Εστία” την άρχισε μ’ ένα κύριο άρθρο. Κοινωνικό σκάνδαλο! Μέσα σε δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Παιδαγωγική Ακαδημία και Μαράσλειο) γίνεται αντεθνική εργασία! Εκεί “υπονομεύονται” τα τιμιότατα της φυλής! Εκεί ονομάζονται σάπια τα ιδανικά της πατρίδας, κουρελόπανο η σημαία μας! Εκεί βρίζεται η ...Παναγία!

Ολες οι άλλες εφημερίδες τρέξανε να κρατήσουνε το “ίσο” στην “Εστία”. Ητανε μια πρώτης γραμμής ευκαιρία για δημοκοπία και μεγάλωμα της κυκλοφορίας...

Ομως το κράτος “συγκινήθηκε!”. Και διάταξε διοικητικές και δικαστικές ανακρίσεις. Και τότες όσοι εξεταστήκανε για μάρτυρες σταθήκανε στο ύψος του νεοελληνικού πολιτισμού και των “υγιών αρχών του”. Ολοι τούτοι φυσικά οι μάρτυρες ή είχανε προσωπικά με το Γληνό και το Δελμούζο ή ήτανε βαλτοί ή ήτανε θύματα της υποβολής των εφημερίδων. Μα η Δικαιοσύνη; Κοτζάμ αρεοπαγίτες και υφυπουργοί δεχότανε ν’ ακούνε και να καταγράφουνε μαρτυρίες σαν αυτήν, που κατάθεσε ένας ...μπάρμπας!

Αυτός ο μπάρμπας περπατούσε, λέει, στο δρόμο μαζί με την ανεψιά του, μαθήτρια του Μαρασλείου. Ξαφνικά, λέει, το κορίτσι στάθηκε, σήκωσε τα φουστάνια του, κάθησε σε μια γωνιά του πεζοδρομίου κι έκανε με τη φυσικότερη αφέλεια τα ...τσίσια του. Ο μπάρμπας, λέει το παραμύθι, έγινε έξω φρενών! Και ρωτάει κατακόκκινος από θυμό την ανεψούλα του:

- Μαρία (ας πούμε!), δε μου λες, πού έμαθες να φέρνεσαι έτσι ξετσίπωτα;

- Στο Μαράσλειο! Ετσι μας διδάξανε οι καθηγητές μας. Να είμαστε “υπεράνω των προλήψεων” κ.λπ.

Με τέτοια παραμύθια συνεννοούντανε μια χαρά ο Τύπος, το Κράτος, η θεά Θέμις κι η χειρότερη μερίδα του λαού...»17.

Μετά την εξάμηνη παύση, ο Βάρναλης πήρε μετάθεση στα Χανιά. Παρότι ζούσε με στερήσεις, την αρνήθηκε ως δυσμενή και απολύθηκε. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και σε εγκυκλοπαιδικά λεξικά. Εγραφε και στο περιοδικό του Γληνού «Αναγέννηση». Το 1927 εξέδωσε το έργο «Σκλάβοι Πολιορκημένοι».

Ακολούθησε η δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, με την οικονομική κρίση του καπιταλισμού και τις προετοιμασίες για το νέο παγκόσμιο μακελειό. Ο Βάρναλης συμμετείχε στην αντιπολεμική πάλη. Το 1932, με 29 ακόμα διανοούμενους και καλλιτέχνες (Μαρίκα Κοτοπούλη, Νίκος Καρβούνης κ.ά.), υπέγραψε Μανιφέστο:

«Ο καινούργιος πόλεμος που ετοιμάζεται πρέπει να σημάνει τη θανατική καταδίκη του καπιταλισμού. Πρέπει να γίνει ο τάφος του»18.

Τότε έγινε η δεύτερη έκδοση του έργου «Το Φως που καίει», στην οποία επέφερε αλλαγές στον «Οδηγητή», το «τραγούδι» των εργατικών συγκεντρώσεων, που κάποιες φορές μάλιστα αντικαθιστούσε σ’ αυτές και τον ύμνο της Διεθνούς.

Στο μεταξύ οι διώξεις με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου συνεχίζονταν και μετά το Βενιζέλο, επί Παναγή Τσαλδάρη και άλλων πρωθυπουργών. Οι κομμουνιστές κρατούμενοι υπολογίζονταν σε 750. Από στρατοδικεία δικάστηκαν δεκάδες στρατιώτες και υπαξιωματικοί που πέρασαν από το κολαστήριο στο Καλπάκι και από τα πλοία βασανισμού «Μαρμάρω» και «Αιγαίο». Ο Βάρναλης συμμετείχε στη συγκέντρωση υπογραφών διαμαρτυρίας. Χαρακτήρισε το Ιδιώνυμο όργανο ταξικής βίας και έγραψε ότι οι αστικοί νόμοι έχουν τη λογική του λύκου «…που έφαγε το αρνί, γιατί […] του θόλωνε το νερό του ρυακιού»19. Το 1933 έγινε ιδρυτικό μέλος της Αντιχιτλερικής Επιτροπής Βοήθειας στα Θύματα του Ναζισμού.

Εκείνα τα χρόνια εμφανίστηκε η αντιεπιστημονικά λεγόμενη «γενιά του ’30»: Ο Κ. Τσάτσος και ο Π. Κανελλόπουλος στους τομείς της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας και ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Σπύρος Μελάς κ.ά. στη λογοτεχνία. Επιδίωκαν να ανακτήσει η αστική ιδεολογία το χαμένο έδαφος στο πεδίο των γραμμάτων και να βγει από την κρίση που την έριξε η Μικρασιατική καταστροφή. Σε επιστολή προς το Σεφέρη ο Θεοτοκάς έγραψε: «Τους τελευταίους καιρούς τα κομμουνιστικά δόγματα δε συναντούνε πια καμιά σοβαρή ιδεολογική αντίσταση στον τόπο μας, εξαιτίας της οικτρής ηττοπάθειας που κατέχει την Ψωροκώσταινα. Σκέφτηκα μαζί με τον Σπύρο Μελά και τον Οικονομίδη να αποπειραθούμε μιαν ανόρθωση του ιδεαλισμού και της ελεύθερης σκέψης, κι ίσως καταλήξουμε και στην έκδοση ενός μικρού μαχητικού περιοδικού. […] Φυσικά θα μας πούνε αντιδραστικούς αλλά δε σκοτίζομαι για τις λέξεις»20.

Πράγματι, το 1933 εκδόθηκε το περιοδικό «Ιδέα» και στο πρώτο τεύχος ανακοίνωσε το στόχο του: «…να πολεμήσει τις υλικές και τις αιτιοκρατικές θεωρίες που αρνούνται την ελευθερία, την ατομικότητα και το ρόλο της θέλησης, την πίστη στις ανώτερες και πιο ευγενικές δυνάμεις του ανθρώπου, και καθορίζουν την ανθρώπινη πρόοδο σαν το αποτέλεσμα της μηχανικής λειτουργίας δυνάμεων που ξεφεύγουν από κάθε ανθρώπινη επίδραση. […] Αναγνωρίζουμε τα μεγάλα ελαττώματα και την αδικία του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος και πιστεύουμε την ανάγκη μιας βαθιάς κοινωνικής αλλαγής. Αλλά θέλουμε να πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή δίχως να σπάσει η συνέχεια του πολιτισμού […] Για τούτο θα χτυπήσουμε τα κηρύγματα του ταξικού μίσους και τους τυφλούς κοινωνικούς φανατισμούς οποθενδήποτε και αν προέρχονται»21.

Το ΚΚΕ, πέρα από το «Ριζοσπάστη» και την ΚΟΜΕΠ, παρενέβαινε με το περιοδικό «Νέοι Βωμοί» αρχικά, με τη «Λογοτεχνική Επιθεώρηση» στη συνέχεια κ.ά. Ακολούθησε η έκδοση των περιοδικών «Πρωτοπόροι» (1930-1931) και «Νέοι Πρωτοπόροι» (1931-1936), που ο Βάρναλης έγινε μέλος της συντακτικής του επιτροπής. Αυτά τα περιοδικά, πέρα από ιδεολογικού χαρακτήρα παρατηρήσεις που μπορεί να διατυπωθούν, γενικά έγιναν μαχητική έπαλξη στο χώρο της ιδεολογίας και της τέχνης.

Ο Βάρναλης ήταν στη συντακτική επιτροπή των «Νέων Πρωτοπόρων» όταν δημοσίευσε «Την αληθινή απολογία του Σωκράτη». Μ’ αυτήν έκλεισε η πιο γόνιμη φάση της δημιουργίας του.

Στο έργο του Βάρναλη έγιναν κατά καιρούς αιχμηρές παρατηρήσεις κομματικής προέλευσης. Οι δύο κυριότερες:

Η πρώτη, αφού εκτιμούσε ως λειψή τη μαρξιστική κατάρτιση του Βάρναλη, έβλεπε στο έργο του «ιδεαλιστικούς ρύπους», «παραγνώρισμα της μάζας στη σκέψη του» και «απολεμικό κομπογιαννιτισμό».22

Η δεύτερη εκτιμούσε: «…ο αριστερισμός της εποχής είχε προβάλει μια τέτοια αντίληψη […] Αν ο ποιητής ήταν ώριμος σαν τεχνίτης κ’ ικανός όσο λίγοι, ιδεολογικά ήταν ανώριμος όσο κ’ η άλλη πρωτοπορία του τόπου του»23.

Αν και ο Βάρναλης δεν πρέπει να κρίνεται με απαιτήσεις κομματικού στελέχους ή και θεωρητικού του μαρξισμού, ωστόσο το έργο της ώριμης περιόδου του (και όχι μόνο) διαπερνάει ο διαλεκτικός υλισμός, οι νομοτέλειες του επιστημονικού κομμουνισμού. Στο πλαίσιο της ταξικής πάλης ανατέμνει την αστική τάξη, διαπομπεύει τη σήψη και τον ιστορικά ξεπερασμένο ρόλο της. Αναδείχνει την αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού.

Ακόμα, δεν κολακεύει το λαό. Απεναντίας στηλιτεύει τις αδυναμίες του, ενώ σε πολλά έργα εξυψώνει το ρόλο του ως δημιουργού της ιστορίας. Κι όταν καυτηριάζει τις λαϊκές μάζες, το κάνει για να τις κεντρίσει, έστω κι αν αυτό γίνεται κάποιες φορές με αρνητικό τρόπο. Γι’ αυτό δύσκολα μπορούν να αποδοθούν στο Βάρναλη οι χαρακτηρισμοί του νατουραλιστή και του απαισιόδοξου.

Επίσης ο Βάρναλης δεν είναι γενικά αντιπολεμικός ποιητής. Είναι ο ποιητής που γκρεμίζει τις αστικές πατρίδες, αντιπαραθέτοντας τις πατρίδες των εργαζομένων.

Εχοντας ο Βάρναλης κατακτήσει περίοπτη θέση στα γράμματα (ας θεωρούσε ο ίδιος ότι ήταν μέτριος ποιητής), προσκλήθηκε το 1934 στο Α΄ Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, όπου πήρε μέρος η αφρόκρεμα της σοβιετικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, με κυρίαρχη την εμβληματική φυσιογνωμία του Μαξίμ Γκόρκυ. Μαζί του και ο Γληνός, που λίγο πριν είχε προσχωρήσει στο ΚΚΕ. Οταν ο λογοτέχνης Νίκος Κατηφόρης ζήτησε αργότερα τις εντυπώσεις του, εκείνος απάντησε: «Ενθουσιασμένος!». Και σε σημειώσεις του, που βρίσκονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, έγραψε για τη Σοβιετική Ενωση: «Πουθενά κούραση, απογοήτεψη ή νοσταλγία του παρελθόντος. Πουθενά αμφισβήτηση του αν το καθεστώς είναι στο σωστό δρόμο ή όχι»24. Ο ανεπιτήδευτος ενθουσιασμός του για όσα είδε στη Σοβιετική Ενωση, έστω και με υπερβολή εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα.

Το 1935 εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και στον Αϊ-Στράτη. Οι διώξεις τότε είχαν πάρει γενικότερο χαρακτήρα κι αυτό γιατί:

Είναι η φάση όπου, παρά τη σημαντική καπιταλιστική ανάπτυξη, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης ανατράπηκε η κάποια ισορροπία που επήλθε στις ενδοαστικές αντιθέσεις το 1928-1932. Ακολούθησε απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου, ενώ ο Πλαστήρας, που ζήλευε τα έργα του Μουσολίνι, επιχείρησε αποτυχημένο πραξικόπημα. Νέα αποτυχημένη απόπειρα (Μάρτης 1935) οδήγησε σε φθορά του βενιζελισμού, σε νέες εκτελέσεις (αυτή τη φορά βενιζελικών, των Παπούλα, Κοιμήση, Βολάνη) και σε άνοδο του στρατηγού Κονδύλη στην εξουσία, επίσης με πραξικόπημα.

Με αυτό και τη συναίνεση των αστικών κομμάτων στην επάνοδο του βασιλιά, το πολιτικό σύστημα πήγαινε να ενιαιοποιήσει - ισχυροποιήσει τη δράση του. Η συναίνεση έγινε πραγματικότητα και ο Ελ. Βενιζέλος τέλειωνε τη ζωή του με τη φράση «ζήτω ο βασιλεύς». Ορισμένοι αστοί πολιτικοί (Παπανδρέου - Καφαντάρης - Παπαναστασίου) διαφώνησαν, δε δέχτηκαν να συναινέσουν στο νόθο δημοψήφισμα επανόδου του βασιλιά που ετοιμαζόταν και εξορίστηκαν στη Μύκονο.

Οπως δείχνουν και γραπτά του, ο Βάρναλης βγήκε από την εξορία πιο δυναμωμένος. Και οι στίχοι του από το ποίημα «Οχτώβρης» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα τοίχου των εξόριστων του Αϊ-Στράτη, την επέτειο της Οχτωβριανής επανάστασης:

 Απ’ τα μπουντρούμια και την εξορία
η νέα του κόσμου ξεκινά Ιστορία
.

 Στις αρχές του 1936 έφυγε από την εφημερίδα «Ανεξάρτητος», παρότι πληρωνόταν καλά, επειδή αυτή άρχισε να κάνει αντικομμουνισμό, και δούλεψε στο «Ριζοσπάστη» μέχρι τη δικτατορία Μεταξά (4 Αυγούστου 1936).

Είναι η περίοδος που η στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος έχει αλλάξει, με αντίστοιχη έκφραση στη λογοτεχνία. Σημειώθηκε απομάκρυνση από το σύνθημα «Η Δημοκρατία και ο Φασισμός μορφές της αστικής Διχτατορίας»25.

Διαρκούσε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου και το παράνομο ΚΚΕ γνώριζε τη μεγαλύτερη δοκιμασία μέχρι τότε. Οι «Νέοι Πρωτοπόροι», τα έργα του Βάρναλη, της Γαλάτειας Καζαντζάκη κ.ά. απαγορεύτηκαν και κάηκαν. Επειδή δεν του επιτρεπόταν να δημοσιογραφεί, ο Βάρναλης υπέγραφε με ψευδώνυμο. Το 1937 κλήθηκε να παρουσιαστεί στην Αστυνομία «δι’ υπόθεσίν σας»26, ενώ το 1940 συνελήφθη. Ο Μανιαδάκης απείλησε με εξορία το Βάρναλη και άλλους κομμουνιστές, αν επέμεναν να γράφουν κατά του φασισμού και όχι κατά της Ιταλίας.

Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο δημοσίευσε επωνύμως τους «Διχτάτορες» στην εφημερίδα «Προοδευτικός Φιλελεύθερος», για «να τονώσουνε το ηθικό του μαχόμενου Εθνους…»27, όπως έγραψε αργότερα. Στην Κατοχή, οργανωμένος στο ΕΑΜ, συνέχισε να γράφει το χρονογράφημα στην «Πρωία». Εγραψε ακόμα στο περιοδικό «Καλλιτεχνικά Νέα», όπου δημοσιεύονταν κείμενα λογοτεχνών του ΕΑΜ, έχοντας ρίξει από τις πρώτες μέρες της Κατοχής το σύνθημα για την έναρξη της πνευματικής αντίστασης:

Α, δε θαμπώνει τη λαλιά μου
θανάτου φοβέρα…
28

 Ποια ήταν αντιστοίχως η πολιτική στάση στην Κατοχή και μετέπειτα πολλών αστών διανοουμένων από τη λεγόμενη γενιά του ’30; Οποια και της τάξης τους: Οι Αρίστος Καμπάνης, Σπύρος Μελάς, Μιχάλης Τόμπρος κ.ά. συνεργάστηκαν με τους Γερμανοϊταλούς, οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Θεμιστοκλής και Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Κατσίμπαλης κ.ά. με τους Εγγλέζους εδώ ή στη Μέση Ανατολή και άλλοι απείχαν. Ο Στρατής Μυριβήλης, συνεργάτης της 4ης Αυγούστου, υπερθεμάτιζε μετά την Κατοχή για εκτελέσεις και βασανισμούς ΕΑΜιτών.

Στον ΕΑΜικό αγώνα μπήκαν πολλοί διανοούμενοι και πρέπει να εξαρθεί ο ρόλος τους, που εντοπίζεται κυρίως στην πολιτική δράση και όχι τόσο στην ποιότητα των έργων τους. Ωστόσο μπήκαν μαζικά μετά την εποποιία του Στάλινγκραντ, οπότε και το ΕΑΜ αναπτυσσόταν ραγδαία. Το σημείωσε ο Βάρναλης στο «Ριζοσπάστη» (30 Σεπτέμβρη 1945): «…Οι μορφωμένοι που στα πρώτα χρόνια της Κατοχής είχανε χάσει τα νερά τους, ακούσανε το προσκλητήριο του ΕΑΜ»29.

Στην Κατοχή θα συναντήσουμε τη συνέχεια των «Νέων Πρωτοπόρων», με την ονομασία «Οι Πρωτοπόροι». Κυκλοφόρησαν μόνο πέντε τεύχη τους, από τον Αύγουστο ως το Δεκέμβρη 1943. Συντακτική επιτροπή ήταν οι Μάρκος Αυγέρης, Νίκος Καρβούνης, Μέλπω Αξιώτη και Γιώργης Λαμπρινός, συντάκτης του «Ριζοσπάστη» και ήρωας του ΚΚΕ.

Υστερα από την Κατοχή και μέχρι το 1947 ο Βάρναλης έγραφε στο «Ριζοσπάστη», στο «Ρίζο της Δευτέρας» και στην ΚΟΜΕΠ. Από τις στήλες τους ύμνησε τον ΕΑΜικό Αγώνα και το Δεκέμβρη του ’44, κατάγγειλε το δωσιλογισμό, την εγγλέζικη πολιτική και την αντικομμουνιστική υστερία, αλλά και την πρόστυχη τέχνη: «Συνιστά άραγε ελευθερία το να είναι η τέχνη πορνογραφική, φυγόμαχη και ομφαλοσκοπική;»30. Αναφερόταν με αυτό στην επιδοκιμασία της απόφασης της ΚΕ του ΠΚΚ (μπ.), που καταφερόταν στην πνευματική παραγωγή της ποιήτριας Αννας Αχμάτοβα και του συγγραφέα Μιχαήλ Ζόστσενκο, «επειδή με τα έργα τους, τα φυγόκοσμα και τ’ απαισιόδοξα, διαφθείρανε το φρόνημα των μαζών»31.

Το ταξικό έρμα του Κώστα Βάρναλη διαπερνάει και το μετέπειτα έργο του, ως τον «Ατταλο τον Γ΄» και τον «Ελεύθερο Κόσμο».

Το 1946 εξέδωσε το «Ημερολόγιο της Πηνελόπης», που πρώτα δημοσιεύτηκε σαν επιφυλλίδα στο «Ριζοσπάστη» (4 Αυγούστου 1946). Σε αυτό είναι φανερή η επίδραση από το Δεκέμβρη του ’44 και την όξυνση της ταξικής πάλης στην Ελλάδα. Χιλιάδες ΕΑΜίτες βασανίζονταν, πολλοί ήταν στα βουνά κυνηγημένοι, ενώ στις 12 Φλεβάρη 1946 η 2η Ολομέλεια της ΚΕ αποφάσισε το νέο ένοπλο αγώνα.

Μετά τον αγώνα του ΔΣΕ ο Βάρναλης έγραφε το χρονογράφημα στην «Αυγή» (1953-1958), δημοσίευε κείμενα στην «Επιθεώρηση Τέχνης» και αλλού. Κατήγγειλε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Συνυπέγραψε για την ίδρυση της ΕΕΔΥΕ. Ανέλαβε την επιμέλεια της έκδοσης «Ιστορία της Ρωσικής Επαναστάσεως». Εκλέχθηκε στη Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ και αργότερα επίτιμος πρόεδρος της Νεολαίας Λαμπράκη. Υπέγραψε για την απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ.

Το αντικομμουνιστικό κλίμα οξύνθηκε περισσότερο κατά την αντεπανάσταση στην Ουγγαρία (1956) και την αντιμετώπισή της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Την ίδια ώρα αξιοποιήθηκε η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Μπόρις Πάστερνακ, καθώς και η άρνησή του (απαγόρευση από τη σοβιετική κυβέρνηση) να το παραλάβει. Τα περί «αυτονομίας της τέχνης» βρέθηκαν στο επίκεντρο της διαπάλης.

Για τους δήθεν ανεξάρτητους διανοούμενους, που ταυτόχρονα έκαναν πως δεν έβλεπαν τα προβλήματα του λαού, ο Βάρναλης είπε: «Διαμαρτύρονται όμως για τα Ουγγρικά και εκφράζουν τη συμπάθειά τους στον Πάστερνακ»32.

Το έργο του Βάρναλη κυκλοφόρησε πλατιά, παρά τις προσπάθειες του ταξικού αντίπαλου να το καταπιεί η σιωπή. Αγαπήθηκε όσο λίγα και διαπαιδαγώγησε γενιές και γενιές, ενώ μεταφράστηκε σε μια σειρά χώρες (Βουλγαρία, Πολωνία, Ουγγαρία, Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία κ.α.). Βιβλία του προμηθεύονταν εργατικά σωματεία, που του ζητούσαν και συμπαράσταση στους αγώνες τους, ενώ διαβάζονταν μαζικά από τους πολιτικούς κρατούμενους.

Το 1946 οι κρατούμενοι ΕΠΟΝίτες στην Ακροναυπλία έγραψαν σε γράμμα τους προς το Βάρναλη: «Μεγάλε μας πνευματικέ οδηγέ […] ζητάμε να μας βοηθήσης να πλουτίσουμε τη βιβλιοθήκη μας και το ρεπερτόριο του θεατρικού μας ομίλου»33.

Το 1957 τον χαιρέτισαν από την Αλικαρνασσό και τη Γυάρο με «…ευχαριστίες για όσα έγραψες για τους Γιουρίτες»34. Το 1959 από την Αίγινα. Και το 1969 από τις φυλακές Αβέρωφ: «Εγινες ο μεγάλος βάρδος της λαϊκής ψυχής, της φλογερής κι αδούλωτης. […] Σε ευχαριστούμε»35.

Φέτος συμπληρώνονται 37 χρόνια από το θάνατο του Κώστα Βάρναλη. Ομως το έργο του θα συνεχίσει να είναι ένα όπλο της εργατικής τάξης.

Ο Μάρκος Αυγέρης έχει κάνει τούτη την παρατήρηση: «Η οικονομική ζωή και ο ξεπεσμός μιας κοινωνίας μπορεί να μην έχει άμεσο αντίχτυπο στην τέχνη και στην πνευματική ζωή ή κι αντίθετα, το πνεύμα της παρακμής να παρουσιάζεται πρώτα σ’ αυτόν τον τομέα του πολιτισμού»36.

Οπως και να’ ναι, το έργο του Βάρναλη υπογραμμίζει την ανάγκη να εμβαθύνουμε θεωρητικά στη λογοτεχνία που διέπεται από την κομμουνιστική ιδεολογία, σε συνδυασμό με την κριτική κατά του οπορτουνισμού στη λογοτεχνία. Από την άλλη, πέφτει βάρος στους ταλαντούχους των νέων γενεών να καλύψουν την εδώ και δεκαετίες απουσία έργων εμπνευσμένων από τους σκοπούς του επαναστατικού εργατικού κινήματος, την απουσία έργων κατά της αντεπανάστασης. Να αναμετρηθούν με εκείνα του ατομισμού, της προσαρμογής στον κοσμοπολιτισμό, της ομφαλοσκόπησης, της επιστροφής στο αστικό παρελθόν, συγγραφέων και ποιητών εξαγορασμένων ή μη, που ωστόσο, έστω και μη συνειδητά, απενοχοποιούν και υπηρετούν τον καπιταλισμό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

*  Παρέμβαση του Μάκη Μαΐλη στο επιστημονικό συνέδριο, με θέμα «Κώστας Βάρναλης, φως που πάντα καίει», που διοργάνωσε η ΚΕ του ΚΚΕ στις 16-17 Απρίλη 2011. Ο Μάκης Μαΐλης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου και του Τμήματος Ιστορίας.

1. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Κώστας Βάρναλης - ΜΕΛΕΤΕΣ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1984, σελ. 155.

2. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 18 Δεκέμβρη 1974.

3. Περιοδικό «Αιολικά Γράμματα», Γενάρης - Φλεβάρης 1975, τ. 25, σελ. 14.

4. Κώστα Βάρναλη: «Ποιητικά - Πεζός Λόγος - Ελεύθερος Κόσμος, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1956, σελ. 16.

5. Μάρκου Αυγέρη: «Κριτικά - Αισθητικά - Ιδεολογικά», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Ιούνης 1959, σελ. 30.

6. Γιάνη Κορδάτου: «Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος», εκδ. «Μπουκουμάνης», Αθήνα 1973, ε΄ έκδοση, σελ. 160-161.

7. Κώστα Βάρναλη: «Ποιητικά - Πεζός Λόγος - Ελεύθερος Κόσμος, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1956, σελ. 17.

8. Ο.π., σελ. 173.

9. Γιάνη Κορδάτου: «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος», β΄ έκδοση ξαναδουλεμένη και συμπληρωμένη, εκδ. «Πέτρος Δ. Καραβάκος», Αθήνα 1956, σελ. 232.

10. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Κώστας Βάρναλης - ΜΕΛΕΤΕΣ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1984, σελ. 20.

11. Μάρκου Αυγέρη: «Κριτικά - Αισθητικά - Ιδεολογικά», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Ιούνης 1959, σελ. 27.

12. Γιάνη Κορδάτου: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», τ. Β΄ , εκδ. «Επικαιρότητα», Αθήνα, με βάση την έκδοση του 1962, σελ. 580.

13. Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Φλεβάρης 1935, σελ. 62.

14. Μάρκου Αυγέρη: «Κριτικά - Αισθητικά - Ιδεολογικά», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Ιούνης 1959, σελ. 27.

15. Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Ιούλης - Αύγουστος 1935, φύλλο 7-8, σελ. 165.

16. Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», Φλεβάρης 1957, τ. 26, σελ. 115.

17. Εφημερίδα «Πατρίς της Κρήτης», 29 Νοέμβρη 2005.

18. Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Ιούνης - Ιούλης 1932, φύλλο 7-8, σελ. 248.

19. Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Φλεβάρης 1935, φύλλο 2, σελ. 52.

20. Χριστίνας Ντουνιά: «Λογοτεχνία και Πολιτική - τα περιοδικά της Αριστεράς στο μεσοπόλεμο», εκδ. «Καστανιώτη», σελ. 199.

21. Περιοδικό «Ιδέα», Γενάρης 1933, τ. 1, από Αγγελου Ελεφάντη: «Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης», εκδ. «Θεμέλιο», γ΄ έκδοση, Αθήνα, 1999, σελ. 389. Βλέπε αναλυτικά Γεωργίας Λαδογιάννη: «Κοινωνική κρίση και αισθητική αναζήτηση στον Μεσοπόλεμο, Η παρέμβαση του περιοδικού “Ιδέα”», εκδ. «Οδυσσέας», β΄ έκδοση, 2007.

22. Παναγιώτη Νούτσου: «Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα», τ. Γ΄, εκδ. «Γνώση», Αθήνα, 1993, σελ. 200.

23. Μάρκου Αυγέρη: «Κριτικά - Αισθητικά - Ιδεολογικά», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Ιούνης 1959, σελ. 34.

24. Αρχείο Κώστα Βάρναλη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών.

25. Περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», Φλεβάρης 1934, φύλλο 2, σελ. 47.

26. Αρχείο Κώστα Βάρναλη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών.

27. Κώστα Βάρναλη: «Οι Διχτάτορες», εκδ. «Κέδρος».

28. Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», Μάρτης - Απρίλης 1962, τ. 87-88, σελ. 338.

29. Μ. Μ. Παπαϊωάννου: «Κώστας Βάρναλης - ΜΕΛΕΤΕΣ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1984, σελ. 119.

30. Εφημερίδα «Ο Ρίζος της Δευτέρας», 21 Οκτώβρη 1946.

31. Ο.π.

32. Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», Μάρτης - Απρίλης 1962, τ. 46-48, σελ. 8.

33. Αρχείο Κώστα Βάρναλη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών.

34. Αρχείο Κώστα Βάρναλη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών.

35. Αρχείο ΚΚΕ, Εγγραφο 214980.

36. Μάρκου Αυγέρη: «Κριτικά - Αισθητικά - Ιδεολογικά», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Ιούνης 1959, σελ. 36.