19ο Συνεδριο: ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΣΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ
ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΤΕΣ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ

του Βασίλη Οψιμου

 Οι Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, στη βάση μιας ήδη σωστά ξεκαθαρισμένης επαναστατικής στρατηγικής για τις σημερινές συνθήκες, θέτουν με πιο σαφή τρόπο το θεμελιακό ζήτημα που μπορεί να στεριώσει την κοινωνική συμμαχία: το ζήτημα της ενότητας θέλησης και δράσης της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση, δηλαδή της οργάνωσής της και της συσπείρωσής της γύρω από την πολιτική του ΚΚΕ. Δίχως την ανάπτυξη μιας τέτοιας ενότητας στις γραμμές της εργατικής τάξης η όποια κοινωνική συμμαχία θα είναι ευάλωτη στις νομοτελειακές ταλαντεύσεις των μικροαστικών στρωμάτων, σε τελική ανάλυση θα φυλλορροεί όποτε η ταξική πάλη οξύνεται και η αστική τάξη ξεδιπλώνει τη δική της αντεπαναστατική στρατηγική. Είναι στο ζήτημα μιας τέτοιας ενότητας που κρίνεται, πρώτα και κύρια, για ένα επαναστατικό κόμμα η σωστή σύνδεση της τακτικής με τη στρατηγική. Αντίθετα με ποικιλώνυμους οπορτουνιστές και «αριστερούς» κριτικούς που είτε στενεύουν το ζήτημα της τακτικής σε πολιτικές συμμαχίες κορυφής, είτε υποτάσσουν την τακτική στο επίπεδο της αυθόρμητης συνείδησης των εργατικών μαζών, οι ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου, στις χρονικές εκείνες περιόδους των 2 περασμένων αιώνων που η επαναστατική διαδικασία βάδιζε προς τα μπρος, είχαν ένα σταθερό μπούσουλα: ότι η καθημερινή δουλειά των κομμουνιστών οφείλει να προετοιμάζει, μέσα και από το πιο απειροελάχιστο βήμα, το στρατό της επανάστασης, ότι η τακτική υποτάσσεται και υπηρετεί τη στρατηγική.

Διάφοροι εκπρόσωποι του δεξιού και «αριστερού» οπορτουνισμού, στην Ελλάδα και στο διεθνές κίνημα, επικαλούνται γραπτά του Λένιν, πρώτα και κύρια το «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», για να στηρίξουν τη θέση τους ότι η τακτική του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (δημιουργία και ανάπτυξη του ΠΑΜΕ, γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τη ρεφορμιστική-εργοδοτική γραφειοκρατία στα συνδικάτα) συνιστά αριστερίστικη παρέκκλιση από τον Λενινισμό. Φυσικά, για πολλούς από αυτούς (π.χ. το ταχέως διαμορφούμενο νέο πουλέν της σοσιαλδημοκρατίας, τον ΣΥΡΙΖΑ) η επίκληση του Λένιν συνιστά υποκρισία ολκής, μια που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν εγκαταλείψει, και στα λόγια και στα έργα, κάθε σύνδεση με τον Μαρξισμό, πόσο δε μάλλον με τον Λενινισμό. Για τις ανάγκες όμως της ταξικής πάλης έχει σημασία να απαντιέται επί της ουσίας η παραπάνω ψευδο-κριτική.

Βασικό μεθοδολογικό εργαλείο μελέτης του Μαρξισμού-Λενινισμού σε κάθε ξεχωριστό αντικείμενο αποτελεί η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, λοιπόν, οι συνθήκες και οι ιστορικές συγκυρίες του 1920, όταν ο Λένιν γράφει τον «Αριστερισμό» και χαράζει την τακτική των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα, δεν μπορούν να μεταφέρονται αυτούσιες στο σήμερα και να θεωρούνται ως το αντικειμενικό υπόβαθρο για τη διαμόρφωση της αναγκαίας επαναστατικής τακτικής εν έτει 2013. Η αναγόρευση της επαναστατικής τακτικής σε ζήτημα διαχρονικών αρχών, πέρα από ιστορικό χρόνο και τόπο, αποτελεί σχηματοποίηση και διαστρέβλωση του διαλεκτικού υλισμού. Τούτο δε σημαίνει βέβαια ότι επιμέρους βασικές πτυχές μιας τακτικής (ή ακόμα και μια τακτική στο σύνολό της) δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, που μπορεί να χωρίζονται μεταξύ τους και από μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η διαπίστωση όμως μιας τέτοιας ταύτισης απαιτεί αναλυτική τεκμηρίωση στη βάση των κάθε φορά αντικειμενικών συνθηκών. Ετσι στην περίπτωση της τακτικής των κομμουνιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα χρειάζεται να συνυπολογιστούν με αυστηρό τρόπο παράγοντες όπως το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης και της προλεταριακής συνείδησης, η πορεία εξέλιξης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της διασύνδεσής της με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ο μαζικός ή μη χαρακτήρας των συνδικαλιστικών οργανώσεων κτλ.

Αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο η αστική τάξη σε αρκετές από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση της Οκτωβριανής Επανάστασης και την άνοδο των επαναστατικών διαθέσεων στην εργατική τάξη ως αποτέλεσμα και των βασάνων του πολέμου και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, να κάνει μια σειρά παραχωρήσεις (οκτάωρο, κάποια αύξηση μισθών, κτλ). Ο τακτικός αυτός ελιγμός σηματοδοτούσε μια ρεαλιστική προσαρμογή των αστικών τάξεων μπροστά στον κίνδυνο ανατροπής της εξουσίας τους (επαναστατικά γεγονότα στη Γερμανία και στην Ουγγαρία, κίνημα εργοστασιακών συμβουλίων στην Ιταλία κτλ.). Η γρήγορη όμως ανασυγκρότηση των δυνάμεων της αστικής τάξης, σε συνδυασμό με την αλλαγή της οικονομικής κατάστασης την άνοιξη του 1920, οδήγησαν σε μια αντιστροφή αυτής της κατεύθυνσης και σε μια ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη.

Σε αυτές τις συνθήκες η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έπαιξε ένα βρώμικο ρόλο, προωθώντας τη λογική της ταξικής συνεργασίας, της ανάγκης κάποιων θυσιών από μεριάς της εργατικής τάξης «για να βγει η οικονομία από την κρίση». Η αναπόφευκτη αντίσταση των εργατών (που είχαν μαζικοποιήσει τα συνδικάτα αμέσως μετά τον πόλεμο, πετυχαίνοντας και τις κατακτήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω) στην ραγδαία χειροτέρευση των συνθηκών ζωής τους έθετε τους ρεφορμιστές ηγέτες μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: είτε θα προσαρμόζονταν στη ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών μαζών, χάνοντας έτσι τη χρησιμότητά τους για την αστική τάξη ως εντολοδόχοι της στο εργατικό κίνημα, είτε θα προωθούσαν μια πολιτική διάσπασης της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, διώχνοντας από τα συνδικάτα τους επαναστάτες εργάτες και τα ταξικά σωματεία. Η ιστορική πείρα έδειξε ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων ακολούθησαν νομοτελειακά τον δεύτερο δρόμο. Η τακτική της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και του «κερδίσματός» τους συνιστούσε την απάντηση των κομμάτων της εργατικής τάξης στη γενικευμένη και καλά σχεδιασμένη πολιτική της αστικής τάξης για διάσπαση των γραμμών του προλεταριάτου.

Αναπτύχθηκαν όμως στις γραμμές των Κομμουνιστικών Κομμάτων και αντιλήψεις που έτειναν να περιφρονούν και να αρνούνται τη μέχρι τότε συσσωρευμένη πείρα του εργατικού κινήματος: αντιλήψεις για άρνηση συμμετοχής στα αστικά κοινοβούλια, για άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά (ρεφορμιστικά, «κίτρινα») συνδικάτα και για δημιουργία ξεχωριστών «εργατικών ενώσεων», για άρνηση κάθε συμβιβασμού ως ζήτημα αρχής, αντιλήψεις που αντιπαρέθεταν το ΚΚ και την ηγεσία του στην εργατική τάξη. Τέτοιες παρεκκλίσεις, που καμία σχέση δεν έχουν με την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, αντιμετωπίζει ο Λένιν στον «Αριστερισμό».

Χαρακτηρίζοντας ως γιγάντια πρόοδο της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού τη δημιουργία των συνδικάτων («τα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης»), τονίζει ότι η εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο του επαναστατικού Κόμματος του προλεταριάτου δεν μπορεί να σημαίνει παρά το ότι «τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ.»1. Η σχετική αυτή αντιδραστικοποίηση των συνδικάτων δεν αναιρεί την αναγκαιότητα αλληλεπίδρασης συνδικάτων και Κόμματος στην πορεία επαναστατικής διαπαιδαγώγησης του προλεταριάτου (πριν και μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας). Από εδώ προκύπτει και ο ρόλος των συνδικάτων ως «σχολείο του κομμουνισμού».

Η σχετική συντεχνιακή στενότητα των συνδικάτων αποτελεί, στις συνθήκες του καπιταλισμού, το καταρχήν αντικειμενικό υπόβαθρο για την εμφάνιση ρεφορμιστικών - οπορτουνιστικών τάσεων μέσα στις οργανώσεις αυτές της εργατικής τάξης. Στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού η εξαγορά από την αστική τάξη του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας οδηγεί στην εμφάνιση ενός ανάλογου γραφειοκρατικού στρώματος στις ηγετικές κορυφές των συνδικάτων. Το στρώμα αυτό συντηρεί και ενισχύει τον οπορτουνισμό, στην κατεύθυνση της ανοιχτής προδοσίας των εργατικών συμφερόντων. Ποια πρέπει να είναι η στάση των επαναστατών εργατών απέναντι στις συνδικαλιστικές αυτές ηγεσίες; Ανελέητος αγώνας, λέει ο Λένιν, «ως την πλήρη καταισχύνη και το διώξιμο από τα συνδικάτα όλων των αδιόρθωτων αρχηγών του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού»2. Ο Λένιν θέτει μάλιστα μια τέτοια έκβαση του αγώνα («σ’ έναν ορισμένο βαθμό») ως αναγκαία προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.

Κεντρικό μπούσουλα της δράσης των κομμουνιστών στα συνδικάτα αποτελεί η επιτυχία του επαναστατικού σκοπού της κατάκτησης της προλεταριακής εξουσίας. Και μια που ο σκοπός αυτός απαιτεί το τράβηγμα της προλεταριακής μάζας, ο αγώνας ενάντια στην εργατική αριστοκρατία και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν μπορεί παρά να διεξάγεται με τρόπο και με μεθόδους που σε κάθε δεδομένη συγκυρία απαντούν στις ανάγκες αυτού του τραβήγματος. Ο ρόλος των ρεφορμιστών συνδικαλιστών ηγετών ως «πρακτόρων της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα» προκαθορίζει την αναγκαιότητα της δουλειάς ΚΑΙ μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα. Σε αντίθετη περίπτωση, «να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών»3.

Είναι με αυτή την έννοια που ο Λένιν θέτει το ζήτημα του «να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι οι μάζες» και όχι φυσικά με την έννοια της διαμόρφωσης κοινών πλαισίων πάλης κτλ. με τους ρεφορμιστές και οπορτουνιστές ηγέτες των συνδικάτων ή με την έννοια της συνδιοργάνωσης μαζί τους συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κτλ.

Αναλύοντας προσεχτικά τα ντοκουμέντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (Προφιντέρν), μπορούμε να καταλήξουμε στα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη Λενινιστική τακτική για τη δουλειά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπως αυτή διαμορφώθηκε την περίοδο 1920-1922:

1. Το ζήτημα της στάσης των επαναστατών εργατών απέναντι στα ρεφορμιστικά συνδικάτα προέκυψε ως ζήτημα αντιπαράθεσης, γιατί «στα τέλη του 1918, το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στο πρώτο συνέδριό του στη Χαϊδελβέργη αποφάσισε να καλέσει τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα παλιά συνδικάτα και να δημιουργήσουν καινούργια. Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, δημιουργήθηκε στη Γερμανία ένα μικρό συνδικάτο που επιχείρησε να αντικαταστήσει τον πανίσχυρο οργανισμό του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος που αγκάλιαζε περίπου δέκα εκατομμύρια μέλη»4.

2. Η παραμονή των επαναστατών εργατών μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα συνδέεται αναπόσπαστα από τον Λένιν με την αναγκαιότητα μιας καθαρής γραμμής αντιπαράθεσης και ρήξης με τη γραμμή ταξικής συνεργασίας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και περιλαμβάνει την προβολή ενός επαναστατικού προγράμματος δράσης που δεν περιορίζεται στην απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου. Αυτό το πρόγραμμα δράσης οι επαναστάτες εργάτες οφείλουν να προσπαθούν να το υλοποιήσουν στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις (εκλογή εργοστασιακών επιτροπών, δημιουργία ενιαίων συνδικάτων ανά βιομηχανία ανεξάρτητα επαγγέλματος κτλ.).

3. Η δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ζητήματα βελτίωσης των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά οφείλει να ανεβάζει και να ενώνει τις εργατικές μάζες «με στόχο να χτιστούν μαχητικά και σκληραγωγημένα έμπειρα συνδικάτα, για την ανατροπή της αστικής τάξης και τη δημιουργία της δικτατορίας του προλεταριάτου»5.

4. Ο στόχος, λοιπόν, που εξυπηρετεί η παραμονή των κομμουνιστών και άλλων επαναστατών εργατών στα ρεφορμιστικά συνδικάτα είναι η προώθηση του επαναστατικού σκοπού για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος μέσα από το τράβηγμα της προλεταριακής μάζας. Αυτό τον σκοπό οφείλει να εξυπηρετεί σε κάθε συγκυρία ο όποιος συμβιβασμός των κομμουνιστών με την μια ή την άλλη οργανωτική δομή και θεσμό. Η αριστερίστικη άρνηση κάθε συμβιβασμού ή, από την αντίστροφη μεριά, η αποδοχή ολέθριων για την εργατική τάξη συμβιβασμών στο όνομα γενικών αρχών οδηγούν και οι δύο στην ακύρωση του επαναστατικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος.

5. Η διαλεκτική αυτή προσέγγιση απέναντι στην οργανωτική δομή των παλιών, ρεφορμιστικών συνδικάτων αποτυπώνεται και στη Θέση του ΙΙου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς που τονίζει ότι «οι κομμουνιστές δεν πρέπει να διστάζουν μπροστά στη διάσπαση τέτοιων οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα σήμαινε την εγκατάλειψη της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα συνδικάτα»6. Βέβαια, η όποια διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος θεωρηθεί απαραίτητη για τον επαναστατικό σκοπό πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και να μην εκφράζει την επιλογή εύκολων λύσεων αποφυγής της βασανιστικής δουλειάς μέσα στις πιο καθυστερημένες εργατικές μάζες.

6. Προκύπτει, επομένως, ως βασικό συμπέρασμα ότι η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα ρεφορμιστικά συνδικάτα ποτέ δεν αποτέλεσαν αυτοσκοπό, ζήτημα αιώνιας και απαρασάλευτης αρχής για το Β. Ι. Λένιν και την Κομμουνιστική Διεθνή. Αυτό αποτυπώνεται με εξαιρετικά ανάγλυφο τρόπο στη θέση που υιοθέτησαν τα διάφορα σώματα και όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Προφιντέρν για υποστήριξη των επαναστατικών συνδικάτων εκεί που ήδη είχε επισυμβεί η διάσπαση και η μετατροπή τους, εάν επρόκειτο για συνομοσπονδίες, στους καθεαυτό εκπροσώπους όλου του προλεταριάτου της συγκεκριμένης χώρας. Εξάλλου, η ίδια η δημιουργία της Προφιντέρν, ως ξεχωριστού πόλου συνένωσης των επαναστατικών συνδικάτων και δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα, φανερώνει την απουσία κάθε οργανωτικού φετιχισμού στη σκέψη της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος.

Η πορεία διαμόρφωσης της τακτικής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στα αντιδραστικά, ρεφορμιστικά συνδικάτα αποκαλύπτει από μια ακόμα μεριά την αναγκαιότητα αυστηρής και μελετημένης υποταγής της τακτικής στη στρατηγική. Δεν πρόκειται για εύκολο ζήτημα, μια που προϋποθέτει τον ακριβή υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων, τον προσδιορισμό των αναγκαιοτήτων που θέτει η κάθε φορά συγκεκριμένη καμπή της ταξικής πάλης, τη βαθιά γνώση του επιπέδου συνειδητότητας της εργατικής τάξης και των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Σε κάθε περίπτωση, η υποτίμηση της στρατηγικής, του ζητήματος της εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για την προλεταριακή υπόθεση, σε μετατροπή των κομμουνιστών συνδικαλιστών σε ουρά της αστικής τάξης και των ρεφορμιστών ηγετών, πρακτόρων της στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.

 

* Ο Βασίλης Οψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», τ. 41, «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 33.

2. Ο.π., σελ. 35.

3. Ο.π., σελ. 35.

4. A. Losovsky, «The World’s Trade Union Movement», Trade Union Educational League, Chicago (1924), σελ. 83.

5. «Θέσεις και Αποφάσεις του Δευτέρου Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς», Εκδοσις Σοσιαλιστικού Βιβλιοπωλείου, Αθήνα, 1923 (σημείο 7 της Απόφασης πάνω στην εισήγηση του Εκτελεστικού Γραφείου στο 2ο Συνέδριο).

6. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol.2, σελ. 625-634.

 

 

ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ ΚΑΙ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ

του Κυριάκου Ιωαννίδη

Είναι κρίσιμο να αφομοιωθούν βαθιά και ενιαία οι Θέσεις, το νέο Πρόγραμμα και το καταστατικό του Κόμματος. Απαντούν στο ερώτημα: με τι κριτήρια αποτιμάμε τη δράση μας, τι Κόμμα θέλουμε να είμαστε και όλα αυτά σε άμεση συνάρτηση με το Πρόγραμμά μας.

1. Για το Κόμμα μας ένα γενικό καθήκον είναι να κατακτά συνεχώς την ικανότητα για μέγιστη συσπειρωτική δράση και παρέμβαση σε επαναστατική (αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική) κατεύθυνση. Αυτό γενικά είναι σωστό. Η διαδικασία αυτή όμως δεν είναι ευθύγραμμη. Επηρεάζεται από ένα πλέγμα συνθηκών που σε μη επαναστατικές συνθήκες βαραίνουν αντικειμενικά την ικανότητά μας (απόηχος της νίκης της αντεπανάστασης, αναδιαρθρώσεις, ενσωμάτωση, κοινοβουλευτικές αυταπάτες, βαθμός οργάνωσης της εργατικής τάξης, αρνητικοί συσχετισμοί κτλ.).

Με αυτή την έννοια, η διαδικασία ωρίμανσης της κομματικής σκέψης και δράσης πρέπει να έχει πάντα ξεκάθαρο ότι το βάθεμα των επαναστατικών χαρακτηριστικών του ΚΚΕ δεν μετριέται πάντα άμεσα και ούτε με απλή αριθμητική (κυρίως με κοινοβουλευτικά κριτήρια αλλά και όχι μόνο), μπορεί δηλαδή να «χάνεις» παρ’ όλο που έχεις σωστή-επαναστατική πολιτική, αλλά και παραπέρα, σε κάποιες φάσεις, μπορεί να χάνεις ακριβώς επειδή έχεις σωστή-επαναστατική πολιτική!

Μια σειρά προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ετοιμότητα του υποκειμενικού παράγοντα (Κόμμα, τάξη) θα λυθούν μόνο σε επαναστατικές συνθήκες. Με απλά λόγια, ο στρατός της επανάστασης δεν θα είναι έτοιμος και θα περιμένει την επαναστατική κατάσταση.

Σε κάθε περίπτωση: σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, σε συνθήκες που μπορούν να προσεγγίσουν την επαναστατική κατάσταση, όπως απότομη όξυνση της ταξικής πάλης λόγω π.χ. άτακτης χρεοκοπίας, αλλά και σε σχετικά κανονικές μη επαναστατικές συνθήκες όπως σήμερα, η ταχύτητα των γεγονότων θα θέτει το ζήτημα της πλειοψηφίας με πολιτικούς και όχι με αριθμητικούς όρους. Γιατί , υπεροπλία δε σημαίνει εξασφάλιση του 50% +1 ούτε καν στην εργατική τάξη. Οι επαναστάσεις δεν λύνονται με ψηφοφορίες.

Από αυτή την άποψη, επειδή -όπως σωστά μπαίνει και στο σχέδιο προγράμματος- η επαναστατική κατάσταση αφορά μια αντικειμενική αλλά και μη απολύτως προβλέψιμη συνθήκη, η στάθμη του υποκειμενικού παράγοντα, της ολόπλευρης ιδεολογικής, πολιτικής και οργανωτικής ετοιμότητας του ΚΚ, θα βαρύνει στην πορεία των γεγονότων και στις πιθανές εξελίξεις.

Αυτό είναι κεκτημένο στο Κόμμα; Σε γενικές γραμμές ναι αλλά το ζητούμενο είναι η βαθιά αφομοίωσή του και η δράση σήμερα σε μη επαναστατικές συνθήκες. Αλλωστε, ανάμεσα σε μη επαναστατικές και επαναστατικές συνθήκες δεν ορθώνεται ιστορικά τείχος, άρα και πολιτικά δεν μπορεί άλλο στόχο να εξυπηρετεί η δράση των κομμουνιστών.

2. Θέλω να σημειώσω ότι κατά τη γνώμη μου ως Κόμμα βρεθήκαμε προετοιμασμένοι από την άποψη του προσανατολισμού να αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα που θα προέκυπταν μέσα στην εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης. Ωστόσο, υπάρχουν δυο ζητήματα:

α) στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης και των συνέπειών της συντελούνται διεργασίες οι οποίες θα αποκρυσταλλωθούν σχετικά μετά από την παρούσα κρίση και ίσως θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα εκδηλωθεί μια επόμενη κρίση.

β) Πώς ανεβάζουμε την ικανότητα του Κόμματος στο σύνολό του να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και να τις παρακολουθεί. Αλυτα ζητήματα μπορούν να οδηγήσουν όχι απλά σε μια στρέβλωση της παρέμβασής μας αλλά και σε σταθεροποίηση αντιλήψεων που είναι εκτός του πνεύματος της στρατηγικής μας και υπό προϋποθέσεις μπορούν να εξελιχθούν σε αντικομματικές εκδηλώσεις, σε συμβιβασμό με τον οπορτουνισμό όχι μόνο ως διακριτό πολιτικό ρεύμα αλλά και ως αντίληψη που επιδρά σε δικές μας δυνάμεις.

Ως εκ τούτου παραμένει ζητούμενο να αντιστοιχηθούμε συλλογικά ως Κόμμα και ατομικά με απαιτήσεις που είναι πρωτόγνωρες και αφορούν την εξέλιξη της καπιταλιστικής κρίσης και τις συνέπειες της στη ζωή των εργαζομένων αλλά και τη σχεδιασμένη-επιστημονικά επεξεργασμένη παρέμβαση των άλλων δυνάμεων σε κόσμο που βρίσκεται σε κινητικότητα και σε ορισμένες φάσεις τείνει να συναντηθεί με το Κόμμα είτε ευκαιριακά είτε σχετικά πιο μόνιμα. Ενα βασικό ζήτημα σε σχέση με αυτό είναι το εξής: ο κίνδυνος να δουλεύουμε για τους άλλους, χωρίς να αναδεικνύουμε το ριζικά διαφορετικό της πρότασής μας. Εδώ θέλει προσοχή! Η ριζικά διαφορετική πολιτική πρόταση του Κόμματος έχει αρχή-μέση και τέλος, δεν αφορά μόνο το τέλος, δηλαδή την ανάδειξη της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας αλλά και το δρόμο προσέγγισης προς αυτή, μια αντίληψη για το τι στόχους πρέπει να έχει το κίνημα, με τι κατεύθυνση κόντρα στην εργοδοσία και στο αστικό κράτος σε κάθε χώρο και μέτωπο.

Θέτω για παράδειγμα προς προβληματισμό την ρευστότητα που εκφράστηκε και κοινοβουλευτικά μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα σε έναν ευρύτερο και στενότερο περίγυρο του Κόμματος με κινητικότητα κυρίως προς το ΣΥΡΙΖΑ. Απαιτεί μελέτη και διεισδυτική ικανότητα σε εργατικές λαϊκές μάζες που σε αυτή τη φάση έχουν όχι μόνο κοινοβουλευτικές αυταπάτες (λες και θα μπορούσαν να μην έχουν σε μη επαναστατικές συνθήκες…) αλλά αποδέχονται και την επεκτατική συνταγή διαχείρισης της κρίσης, την αιτιολόγηση της κρίσης ως κρίση υποκατανάλωσης, χαμηλών μισθών που δεν μπορούν να καταναλώσουν και έτσι δεν τονώνεται η οικονομία.

3. Να κατανοηθεί ενιαία, βαθιά και σφαιρικά η έννοια της πολιτικοποίησης της πάλης και πώς αυτή προωθείται από τους κομμουνιστές σε κάθε χώρο. Οι Θέσεις της ΚΕ, ιδιαίτερα τα σημεία 48-49-50, φωτίζουν αρκετά το θέμα αυτό. Πάνω σε αυτό θέλω να προσθέσω ορισμένα ζητήματα: πόσο καλά «βασανίζουμε» την παρέμβασή μας με στόχο τον απεγκλωβισμό από την επιρροή αστικών και μικροαστικών αντιλήψεων; Πόσο και πώς λαμβάνουμε υπόψη μας το βαθμό συμφωνίας με τις θέσεις του Κόμματος και κυρίως πόσο δουλεύουμε τη στρατηγική και την τακτική μας στις συνθήκες του χώρου; Υπάρχει κατανόηση και ενιαία πεποίθηση ότι το αναγκαίο άνοιγμα σε τμήματα του λαού που είναι ανώριμα και επηρεάζονται από όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, αντικειμενικά μπορεί να διαμορφώσει και συνθήκες πίεσης προς τις δυνάμεις μας, τάσεις υποχώρησης και νόθευσης της γραμμής, της διαπάλης με τον οπορτουνισμό; Κυρίως, είναι λυμένο σήμερα ότι η επαναστατική γραμμή στο σήμερα που σαφώς πρέπει να εξειδικεύεται και να εκσυγχρονίζεται, δεν αποδεικνύει την ορθότητά της μέσα από τους συσχετισμούς στη βουλή ή ακόμα και στα όργανα του κινήματος; Από την άλλη μεριά, γίνεται κατανοητή στην πράξη ότι σήμερα, σε μη επαναστατικές συνθήκες, πρέπει να φωτίζεται και ο δρόμος συσπείρωσης με τη γραμμή σου, οι διεκδικήσεις και οι αιχμές του κινήματος στους χώρους δουλειάς;

4. Για το μέτωπο ενάντια στον οπορτουνισμό. Στις θέσεις της ΚΕ σωστά περιγράφεται το ενδεχόμενο της δράσης του Κόμματος ανάμεσα και σε μάζες που επηρεάζονται από τον οπορτουνισμό. Κατά τη γνώμη μου σήμερα πρέπει να αναβαθμίσουμε το επίπεδο της επαναστατικής μας δράσης λαμβάνοντας υπόψη τα εξής: α) ο οπορτουνισμός ως ρεύμα διευρύνεται αντικειμενικά ενώ τείνει να προσαρμοστεί σε πιο ρεφορμιστικές θέσεις, β) υπάρχει το ενδεχόμενο ευρείες μάζες να εναποθέτουν τη λύση του πολιτικού προβλήματος σε μια «αριστερή κυβέρνηση» στο έδαφος του καπιταλισμού, ενώ ταυτόχρονα δεν θα έχει λυθεί προς όφελος του οπορτουνισμού μια συντριπτική υπεροχή στους συσχετισμούς στο συνδικαλιστικό κίνημα ή ακόμα μέσα στις γραμμές του κινήματος, ακόμα και της Λαϊκής συμμαχίας, θα κινητοποιούνται μάζες με κοινοβουλευτικές αυταπάτες, γ) η πίεση από τον οπορτουνισμό-ρεφορμισμό ενώ έχει αντικειμενική βάση λόγω της εξέλιξης της καπιταλιστικής κρίσης, αφορά όμως και την ικανότητα του Κόμματος, ενιαία να οργανώνει μάζες, να πείθει και να διαπαιδαγωγεί στο σήμερα, να αποκαλύπτει μέσα από την εμπειρία το ρόλο του οπορτουνισμού, δ) δεν έχουμε κανένα δικαίωμα, όπως σωστά επισήμανε και η απόφαση της ΚΕ για τις βουλευτικές εκλογές, να σπέρνουμε αυταπάτες για πίεση του Κόμματος για να έρθει κοντά μας ένα τμήμα του οπορτουνισμού (το αριστερό), ε) ο οπορτουνισμός ως τάση νόθευσης της επαναστατικής συνείδησης αφορά τελικά την απάντηση στο ζήτημα επανάσταση ή μεταρρύθμιση, εκφράζεται όμως και στη δημιουργία διευρυμένων κοινοβουλευτικών αυταπατών, στ) το κομμουνιστικό κίνημα διαχρονικά υποφέρει κυρίως από την δεξιά οπορτουνιστική γραμμή της προσαρμογής και της ενσωμάτωσης ανεξάρτητα από διακηρύξεις και χρήση κομμουνιστικών συμβόλων. Η τάση συμβιβασμού με τον ταξικό αντίπαλο, η αναζήτηση τρόπων και ελιγμών για να ξεφύγεις από την πίεση, ειδικά όταν χάνεις κοινοβουλευτικά, δείχνει και το κριτήριο το οποίο διαμορφώνεται αυθόρμητα αλλά και γύρω από το Κόμμα.

5. Με βάση τα παραπάνω, θέλω να θίξω ορισμένα από κρίσιμα συμπεράσματα και καθήκοντα που προκύπτουν από τη δράση μας στους εκπαιδευτικούς.

Να έχουμε υπόψη μας το αντικειμενικό έδαφος πάνω στο οποίο ξεδιπλώνεται η παρέμβασή μας. Δηλαδή, τις συνθήκες ζωής και εργασίας των εκπαιδευτικών που σαφώς επιδεινώνονται και απότομα μάλιστα, ωστόσο παραμένουν μέρος του ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους, βρίσκονται σε μια διαδικασία προσαρμογής με χειρότερους όρους (από άποψη εργασιακών δικαιωμάτων) και αντιδραστικότερους όρους (από άποψη περιεχομένου) στην βασική αποστολή που έχουν στα πλαίσια του αστικού σχολείου (γνώσεις, δεξιότητες, ιδεολογήματα, στάση ζωής, συμπεριφορά). Για πολλούς που ζήσανε καλύτερα-μάλλον πολύ καλύτερα- σε προηγούμενη φάση συντηρούνται αυταπάτες σε μαζική βάση για επαναφορά σε μια καλύτερη κατάσταση χωρίς σύγκρουση. Ομως, επειδή η ανάγκη είναι αυτή που καθορίζει και τον τρόπο πολιτικής συμπεριφοράς, δε μπορούμε να πούμε ότι η προσαρμογή προς τα κάτω της ζωής του εκπαιδευτικού έχει πιάσει τέτοιο πάτο ώστε σε μαζική κλίμακα να ξεσκαλώνει συνειδήσεις. Μπορούμε πια με μεγαλύτερη σαφήνεια να πούμε τα εξής: αν πριν δυο-τρία χρόνια λέγαμε ότι ο οπορτουνισμός έχει αντικειμενικές βάσεις παραπέρα ανάπτυξης στο χώρο και εκ των πραγμάτων αφήνει το στίγμα του στην κατεύθυνση και στο περιεχόμενο του κινήματος, σήμερα ο οπορτουνισμός ενσωματώνοντας και πολιτικά την απογοητευμένη σοσιαλδημοκρατική νοοτροπία του χώρου, αποτελεί κυρίαρχη δύναμη. Αρα αποτελεί και τον βασικό αντίπαλο.

Τι σημαίνει αυτό; Δημιουργούνται σύνθετα καθήκοντα, πειστικής και διεισδυτικής επαναστατικής πολιτικής σε ένα δύσκολο-από αντικειμενική άποψη-χώρο:

- Σφυρηλάτηση μιας μαζικής πρωτοπόρας δύναμης κρούσης και συσπείρωσης, που θα δημιουργεί ταυτόχρονα μια ομπρέλα προστασίας, έναν κύκλο επιρροής δεκτικό στην πολιτική του ΚΚΕ. Συγκεκριμένα: τα ποσοστά μας σε ΔΟΕ-ΟΛΜΕ κυμαίνονται ανάμεσα στο 15-18%. Τι κάνουμε με αυτόν τον κόσμο; Προφανώς δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές. Ωστόσο υπάρχει η ανάγκη να βαθαίνει η συζήτηση και σε ζητήματα που αφορούν το ρόλο των εκπαιδευτικών, να ανοίγει ο δρόμος για μια πιο μόνιμη σχέση του κόσμου που επηρεάζεται από το ΚΚΕ με το μαρξιστικό βιβλίο, την ΚΟΜΕΠ, τα «Θέματα Παιδείας». Να μπαίνουν οι βάσεις ακόμα και για ανάληψη προσωπικής ευθύνης, διάθεσης ελεύθερου χρόνου για δράσεις οργανωμένης και συλλογικής διαπαιδαγώγησης στα πλαίσια των φορέων της Λαϊκής Συμμαχίας αλλά και του ΚΚΕ.

- Βάθεμα της ιδεολογικής, πολιτικής, διαπαιδαγωγητικής παρέμβασης μέσα στο σχολείο, στον άξονα εκπαιδευτικός-γονιός-μαθητή. Ειδικά για τους εκπαιδευτικούς, δεν μπορεί να γίνει βήμα μπροστά όσο ο εκπαιδευτικός ως υπάλληλος του αστικού κράτους, δεν ξεμπλοκάρει τη βασική του λειτουργία, την εκπαιδευτική, από τις απαιτήσεις του εργοδότη/αστικού κράτους με όρους θετικής, έμπρακτης απειθαρχίας μέσα στην τάξη, στο περιεχόμενο του μαθήματος.

Γενικότερα: Κανένας εφησυχασμός, καμιά απολυτοποίηση των αντικειμενικών δυσκολιών, καμιά θεωρητικοποίηση δικών μας υποκειμενικών αδυναμιών στο όνομα της κοινωνικής σύνθεσης του εκπαιδευτικού χώρου ο οποίος πράγματι δεν μπορεί να ονομαστεί προλεταριακός. Ταυτόχρονα, κανένα αίσθημα επανάπαυσης από τα βήματα που έχουμε κάνει το προηγούμενο διάστημα (συσχετισμοί στο κίνημα, επίπεδο κομματικής παρέμβασης, πρωτοβουλίες, κτλ.).

Ολα τα βαρίδια που εκτιμάμε ότι έχουμε, τα κενά στη δράση μας κ.α. πρέπει να τα εκτιμάμε, ατομικά και συλλογικά, στο φόντο των απαιτήσεων που θα δημιουργηθούν σε συνθήκες ακόμα πιο απότομης στροφής στην ταξική πάλη, σε συνθήκες που οι έως τώρα δυνατότητες του αστικού κράτους και των μηχανισμών του να διευθύνουν και να λύνουν ζητήματα θα έχουν συρρικνωθεί κατά πολύ. Στις Θέσεις της ΚΕ (θέση 60) άλλωστε τονίζεται η ανάγκη να βρεθεί το κίνημα σε ετοιμότητα μπροστά σε νέες εξελίξεις. Με αυτό δεν σημαίνει απογείωση από τις σημερινές συνθήκες που δεν μπορούν ούτε καν να προσδιοριστούν ως προεπαναστατικές, σημαίνει όμως σύνθετη οργανωτική-διαπαιδαγωγητική δουλειά στο χώρο ευθύνης ώστε σε μια κρίσιμη καμπή -όπου για παράδειγμα το σχολείο δεν θα μπορεί να λειτουργήσει λόγω κρατικής ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας- το ίδιο το κίνημα να θέσει σε λειτουργία τις σχολικές υποδομές με απλήρωτους εκπαιδευτικούς. Σε μια τέτοια περίπτωση, προφανώς, ο κομμουνιστής εκπαιδευτικός μαζί με τον περίγυρο που συσπειρώνεται στο ΠΑΜΕ πρέπει να είναι σε μια τέτοια ετοιμότητα ώστε ακόμα και να προκαταλαμβάνει αποφάσεις συνδικαλιστικών φορέων ή ακόμα και να συγκρούεται και με αυτές. Προφανώς η ικανότητα του Κόμματος να επιδρά καταλυτικά σε τέτοιες συνθήκες είναι ζήτημα που τουλάχιστον ως προς το περιεχόμενο της επαναστατικής πολιτικής δράσης διαμορφώνονται σήμερα και συνδέονται άρρηκτα με τα βήματα στη συσπείρωση στο ΠΑΜΕ, με την άνοδο στη συμμετοχή στα Σωματεία, με την καταπολέμηση των ρεφορμιστικών και κοινοβουλευτικών αυταπατών αλλά και της νοοτροπίας της ανάθεσης σε ηγεσίες, σε φορείς του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού.

 

* Ο Κυριάκος Ιωαννίδης είναι μέλος του Τμήματος Παιδείας και Ερευνας της ΚΕ του ΚΚΕ.

 

 

ΔΥΟ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

του Γιώτη Νικολαΐδη

 Ι. « ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΗΚΕ ΣΤΟ ΧΥΛΟ ΦΥΣΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΟΥΡΤΙ»

Η φράση ταιριάζει «γάντι» στη λογική που διαπερνάει τις θέσεις στο ζήτημα των πολιτικών συνεργασιών του Κόμματος, αν πάρουμε υπόψη ότι η σχετική εμπειρία μας είναι τραυματική. Στις θέσεις 65, 66, 67, όπου συστηματικά αναλύεται το ζήτημα αυτό, το πρώτο που έχει να παρατηρήσει κανείς είναι μια κάποια αοριστία, εκδήλωση της διστακτικότητας της ΚΕ να δώσει καθαρή απάντηση στο ερώτημα «Είμαστε υπέρ της συνεργασίας με άλλα κόμματα;». Μια τέτοια απάντηση απαιτεί, εννοείται, την ανάλογη στήριξη. Αν ήταν θετική, θα χρειαζόταν αναλυτική έκθεση των όρων και των σκοπών πιθανής συνεργασίας και της τακτικής μας σ’ αυτήν. Αν πάλι ήταν αρνητική, τότε θα χρειαζόταν συστηματική και πειστική αιτιολόγηση της άρνησης. Τελικά όποιος βγάλει από τη μέση τις αναφορές στη Λαϊκή Συμμαχία, γιατί συσκοτίζουν το ζήτημα, θα συμφωνήσει πως η ΚΕ απαντάει αρνητικά στο ερώτημα. Ας αρχίσουμε λοιπόν από τη Λαϊκή Συμμαχία. Ορίζεται σαν συσπείρωση εργαζόμενων που ανήκουν στην Ε.Τ. και τα σύμμαχα στρώματα και που συμφωνούν στις γενικές κατευθύνσεις του λαϊκού κινήματος, όπως τις χάραξε το ΚΚΕ. Συγκριτικά με ανάλογες συσπειρώσεις του παρελθόντος δεν έχει τίποτε το ουσιωδώς νέο, αν εξαιρεθούν η έμμονη αναφορά στη λαϊκή εξουσία και όσα αυτή η αναφορά συνεπάγεται. Εκείνο που σ’ αυτή την τοποθέτησή μου θέλω να πω όλο κι όλο είναι πως δεν πρέπει να ποντάρουμε πολλά στην ελκυστικότητα της Λ.Σ. (1ο Οι «ανοχές» μας -του τύπου «παρά τις διαφωνίες σε ορισμένα…»- στις παλιότερες συσπειρώσεις ήταν μεγαλύτερες. 2ο Οι λαϊκοί άνθρωποι, πανέξυπνοι, όταν δεν παριστάνουν για συγκεκριμένους λόγους τους αφελείς, ξέρουν πολύ καλά πού καλούνται να συσπειρωθούν. 3ο Το όποιο κενό για κάθε ενδεχόμενο θα καλύψουν οι γνωστοί χαμογελαστοί ρουφιάνοι των ΜΜΕ μ’ εκείνα τα τετριμμένα «οι προσκείμενοι στο ΚΚΕ…». 4ο Να πάρουμε υπόψη και την ένδειξη που προσφέρει το γεγονός πως συχνά οι κινητοποιήσεις στις οποίες καλεί το Κόμμα είναι μαζικότερες από τις αντίστοιχες των μαζικών φορέων.). Κατάληξη απαραίτητη, για να προχωρήσουμε: άλλο πράγμα η Λαϊκή Συμμαχία και άλλο η συνεργασία με κόμματα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ (π.σ.)

Ο Μαρξισμός-Λενινισμός έχει κατασταλάξει σε κάποιες αρχές για την π.σ. και οι εμπειρίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος είναι τόσες και τέτοιες που μας επιτρέπουν να δούμε κριτικά και τη δική μας σχετική σκέψη και δράση.

Α) Η π.σ. υποτάσσεται στην επιτυχία του κεντρικού στρατηγικού μας στόχου. Δεν προχωράμε σε συμμαχία, αν αυτή δε μας φέρνει- έστω μακροπρόθεσμα- πιο κοντά στο επιδιωκόμενο. Αντιμετωπίζουμε με σθένος και με τα πάμπολλα επιχειρήματά μας τις ποικίλες κατηγορίες για παρεμπόδιση, διάσπαση...

Β) Το εύρος της συμμαχίας εξαρτάται από το σκοπό της. Στον απελευθερωτικό αγώνα δεν αποκλείσαμε εκ προοιμίου κανένα και καλά κάναμε.

Γ) Η πρότασή μας απευθύνεται πρώτα στις λαϊκές δυνάμεις που έχουν συμφέρον από την επιτυχία του σκοπού της συμμαχίας. Αυτό το φαινομενικά απλό ζήτημα προκαλεί συγχύσεις και στο χώρο μας και πέρα από μας. Αν η συμμαχία δεν προχωρήσει και σε επίπεδο πολιτικών δυνάμεων των οποίων οπαδοί είναι οι προσκαλούμενοι σε συμμαχία λαϊκοί άνθρωποι, πρώτα-πρώτα δύσκολα κανείς βλέπει συμμαχία και ακόμη πιο δύσκολα προσέρχεται σ’ αυτήν. Οποιος τελικά κερδίζεται, ουσιαστικά κερδίζεται με το Κόμμα, γιατί αναγνωρίζει τα δίκια του. Η δική μας σύγχυση έχει σχέση μ’ αυτό το τελευταίο: αντιμετωπίζουμε αυτόν σαν σύμμαχο, ενώ μάλλον είναι ή γίνεται οπαδός μας. Ετσι χάνουμε τον προσανατολισμό μας στο κύριο, να κερδίζουμε νέους οπαδούς και μέλη. Να προσέξουμε επομένως εδώ την αποδειγμένη σήμερα μεγάλη δυσκολία να κερδηθεί σε συμμαχία λαϊκός άνθρωπος χωρίς το κόμμα που ψηφίζει. Τα κόμματα μαντρώνουν καλύτερα από παλιά τους οπαδούς τους -ειδικά στην έξοδο διαφυγής προς το ΚΚΕ- και δυστυχώς οι μάντρες τους δεν είναι μόνο η ιδεολογία και η πολιτική τους.

Δ) Η πρότασή μας μπορεί ν’ απευθύνεται και σε κόμμα ή κόμματα. Οι προϋποθέσεις αρκετές: Να υπάρχει σοβαρό έργο που η συμμαχία μπορεί να επιτελέσει. Το έργο να εντάσσεται ή να ενταχθεί στις επιδιώξεις του υποψήφιου σύμμαχου. Η σχετική φερεγγυότητα του υποψήφιου σύμμαχου με βάση τα πεπραγμένα…

Ε) Προσκαλούμε σε συμμαχία, δεν παρακαλούμε. Δε συμπεριφερόμαστε σαν «φτωχοί συγγενείς», επειδή μας καίει ένα ζήτημα. Ο ρόλος της ουράς θα μας ανατεθεί. Ολη η πολιτική μας από την εκλογική επιτυχία της ΕΔΑ (1958) μέχρι τις εκλογές του 1964 το αποδείχνει. Το ίδιο και η συμπεριφορά μας απέναντι στο ΠΑΣΟΚ στην πρώτη μεταπολιτευτική δεκαετία τουλάχιστον.

ΣΤ) Κατά τη σύναψη αλλά και τη ζωή και δράση της συμμαχίας δεν κρύβουμε το στρατηγικό μας στόχο - θ’ αρκούσε σαν λόγος και μόνο το ότι αυτό είναι το τίμιο- , ότι παράλληλα με το συμμαχικό έργο θα επιδιώκουμε το άπλωμα της επιρροής μας, ότι βέβαια δεν παζαρεύουμε την αυτόνομη ύπαρξη και λειτουργία μας -άρα ούτε την άσκηση του oμολογημένα απωθητικού δικαιώματος κριτικής και στους συμμάχους-, ότι θα πάμε μέχρι εκεί που συμφωνήσαμε και για τη συνέχεια συζητάμε πάλι εν καιρώ, αλλοιώς ο καθένας το δρόμο του…Μα, θα πει κανείς, με τέτοιους όρους η συμμαχία είναι πολύ δύσκολη. Και λοιπόν; Ποιος ποτέ είπε ότι είναι εύκολη; Η Ιστορία πάντως όχι. Το Κόμμα μας έχει επιδείξει τουλάχιστον την καλή του πρόθεση με την π.σ. του αλλά στους σταθμούς αυτής της πολιτικής (Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, ΕΑΜ, ΕΔΑ, πολιτική στάση απέναντι στο Κέντρο(1950-1967) καθορισμένη από τον ευσεβή -κι ανεκπλήρωτο- πόθο για συμμαχία, πολιτική απέναντι στο ΠΑΣΟΚ(1974-) επίσης καθορισμένη από τον ίδιο πόθο, Οικουμενική…) δεν τήρησε με συνέπεια τις παραπάνω αρχές.

Ζ) Λεπτομέρεια, ενδιαφέρουσα όμως, η αδιαμφισβήτητα χρήσιμη συσπείρωση «προσωπικοτήτων» κυρίως για τη θετική επίδραση σε εκλογείς που βρίσκονται κοντά μας αλλά διστάζουν ακόμη να μας ψηφίσουν. Γενικά πάντως υπερτιμάμε τη σημασία της και υπερτονίζουμε σαν κάτι ιδιαίτερα θετικό πως είναι ανένταχτοι, ανεξάρτητοι…Οι χαραχτηρισμοί αυτοί κανονικά θά ’πρεπε να τους προσβάλλουν και πάντως προκαλούν ζημιά στην πολιτική σκέψη ακόμη και των δικών μας ανθρώπων.

Η) Oι σχετικές εμπειρίες της πολιτικής ζωής έχουν αποκρυσταλλωθεί στο θεώρημα ότι η επιτυχία της π.σ. του Κόμματος αποτελεί συνάρτηση της ισχύος του και ιδιαίτερα στον τομέα της εκλογικής επιρροής. Παρά το γεγονός ότι κατά κοινή ομολογία βλέπουμε σ’ αυτή τη συνάρτηση μια διαλεκτική σχέση, δεν μπορούμε και δεν πρέπει ν’ αποφύγουμε την επιλογή προτεραιότητας. Η μεγάλη δύναμη του Κόμματος, υπό όρους εννοείται, μπορεί και να «επιβάλει» συμμαχίες και να τις καταστήσει αποτελεσματικές. Ασφαλώς μέσα στη συμμαχική δράση, υπό όρους πάλι, μπορεί να ενισχυθεί το Κόμμα. Επιμένω όμως στην προτεραιότητα του ισχυρού Κόμματος. Ακόμη κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες η πρότασή μας για συμμαχία είναι πιθανό να κατηγορηθεί ότι ενέχει τη δολιότητα του στενοκομματικού συμφέροντος, εκθέτει δηλ .τους αρνούμενους τη συμμαχία και στέλνει σε μας οπαδούς τους. Μάλιστα, θά ’λεγε κανείς, για κάτι τέτοιο κατηγορήσαμε το ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. και τους «καλοπροαίρετους» υποστηριχτές της «ενότητας της Αριστεράς», υπάρχει όμως η ειδοποιός διαφορά: η πρότασή μας θα εδράζεται σε ρεαλιστική κοινή βάση και η βάση αυτή θά ’ναι φιλολαϊκή( και με την πολυτονισμένη έννοια ότι μας φέρνει πιο κοντά στο στρατηγικό στόχο). Για την απουσία σήμερα αυτής της βάσης υπάρχει εκτενής και πειστική επιχειρηματολογία στον κομματικό Τύπο.

 

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Η αναφορά στην π.σ. μέσα στο Πρόγραμμα και αφού αποσαφηνιστεί ότι μιλάμε για τη συνεργασία με κόμμα ή κόμματα :

1. Ν’ αρχίζει με τη δήλωση ότι δεν αποκλείουμε γενικά τη δυνατότητα -εν καιρώ και υπό όρους- συνεργασίας με κόμματα.

2. Να συνεχίζει με τους όρους που κατά τη γνώμη μας πρέπει να εξασφαλίζονται, για να προχωρήσουμε σε συνεργασία με άλλα κόμματα( βλ. Α, Δ, ΣΤ, Η).

3. Να εκτεθούν με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι σήμερα δυνατή και χρήσιμη για το λαϊκό κίνημα μια συνεργασία μας μ’ οποιοδήποτε από τα σημερινά κόμματα.

4. Ν’ αντιμετωπίζεται επιθετικά η ενισχυμένη από τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα θεωρία της «μοναχικής» ζωής και δράσης των κομμουνιστών.

5. Να προβληθεί ως εναλλακτική της συνεργασίας κομμάτων λύση η παράλληλη δράση, όταν και όπου προκύπτει αντικειμενικά συμφωνία για την αντιμετώπιση κάποιου θέματος. Υπό όρους που θα εξετάζονται κατά περίπτωση δεν αποκλείουμε εκ προοιμίου και την κοινή δράση στα πλαίσια μαζικού φορέα.

 

ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Η αποδοχή της δυνατότητας συνεργασίας με άλλα κόμματα -έστω εν καιρώ και υπό όρους- πραγματικά ανοίγει το «παράθυρο» προς τη «θεωρία των σταδίων» και τη «διαχείριση της κρίσης μέσα στα πλαίσια του συστήματος και προς σωτηρία του» αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση της διαστρέβλωσης. Δε θα πετάξουμε στην αχρηστία το μαχαίρι, επειδή μ’ αυτό μπορεί να κοπεί κανείς, για νά ’χουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Πιο σωστό είναι να μάθουμε να το χειριζόμαστε.

 

ΙΙ. ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Αφετηρία των συλλογισμών που θ’ ακολουθήσουν αποτελεί η αντίληψη ότι η χειρότερη υποτίμηση του λαού είναι να τον θεωρείς ανεύθυνο για ό,τι του συμβαίνει, καλό ή κακό. Το κυρίαρχο ερώτημα που η απάντησή του θα καθορίσει τους στόχους και τα μέσα της πολιτικής μας παρέμβασης στο λαό είναι: Σε τί κυρίως οφείλεται η λαθεμένη - κατά τη γνώμη μας- πολιτική συμπεριφορά του λαού; Στο γεγονός ότι αγνοεί την κατάστασή του, τις αιτίες και τους αίτιους αυτής και τους τρόπους, για να την αλλάξει; Ή στο γεγονός ότι «δεν έχει τα νεφρά» να παλέψει για τη λύση των προβλημάτων του;

1.Το ερώτημα και συνακόλουθα και η απάντηση έχουν όλα τα μειονεκτήματα μιας γενίκευσης. Ο λαός είναι οι χιλιάδες τύποι λαϊκών ανθρώπων που διαφέρουν από πολύ λίγο ίσαμε πάρα πολύ. Η πολιτική συμπεριφορά αναλύεται σε πολλές και ποικίλες μορφές. Η άγνοια έχει βαθμούς και είναι αποτέλεσμα πότε λειψής παιδείας ή ενημέρωσης, πότε συστηματικής εξαπάτησης και πότε συνδυασμού των δυο. Κλιμάκωση υπάρχει και στα «νεφρά». Ομως η γενίκευση ενέχει και το σωτήριο πλεονέκτημα να μας προσανατολίζει στο κύριο. Ετσι η πολιτική μας παρέμβαση στο λαό, σωστά προσανατολισμένη γενικά, θα εξειδικεύεται κατά περίπτωση.

2. Τo τί συμβαίνει στη συνείδηση του λαού είναι κυριολεκτικά ζήτημα ψυχανάλυσης και δυο φορές δύσκολο, γιατί οι ψυχαναλυτές είμαστε εμπειρικοί. Ομως πρέπει να τολμήσουμε κι ασφαλώς δε θ’ αρκεστούμε στο τί δηλώνει ο λαϊκός συνάνθρωπος. Εύκολα θα συμπέραινε κανείς από τις επαφές του με τους σ/φους και τους στρατευμένους οπαδούς πως θεωρούν λαθεμένη την αντίληψη ότι ο λαός στο μεγαλύτερο μέρος του δεν έχει καταλάβει και ότι επομένως το κύριο καθήκον μας είναι να τον διαφωτίσουμε . Είναι διαβολεμένα «πονηρός ο βλάχος» (ο μπαρμπα-Γιώργος, ο από μηχανής θεός στα καραγκιόζικα). «Πιάνει στον αέρα» ποιος τον καλεί σε αγώνες και θυσίες, για ν’ αλλάξουν τα πράγματα, και ποιος του υπόσχεται άκοπη κι ανώδυνη βελτίωση της θέσης του. Κρύβει επιμελώς ότι επιλέγει την εύκολη λύση, παρόλο που σχεδόν δεν πιστεύει στο ρεαλισμό της, κι αυτό για να μη φανεί η αλήθεια, ότι δεν «έχει τα νεφρά» και άρα την πρόθεση να παλέψει. Επί τέλους πρέπει κάποιοι, εμείς δηλ. που πιστεύουμε στις θαυματουργές δυνάμεις του λαού, «να μιλήσουμε για το Ρεξόνα» στο βλάχο. Οσο συντομότερα και καθαρότερα, τόσο καλύτερα για το λαό. Και βέβαια, προς άρση πιθανών παρεξηγήσεων, αυτό καθόλου δε σημαίνει αδυνάτισμα της όλης διαφωτιστικής προσπάθειάς μας. Αλλωστε μέρος της είναι.

3. Η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος επείγει, γιατί πέρα από τον πολιτικό κατήφορο οι τελευταίες εκλογές έδειξαν συμπτώματα και ηθικού κατήφορου. Ο λαός επιβραβεύει όχι αυτούς που υπερασπίστηκαν τα συμφέροντά του με τις διακηρύξεις τους και με τη συγκεκριμένη κοπιαστική και κάποτε επώδυνη δράση τους αλλά εκείνους που στην καλύτερη περίπτωση απουσίαζαν από τους αγώνες και στη χειρότερη βρέθηκαν απέναντι ή στην πέμπτη φάλαγγα. Η αχαριστία λοιπόν είναι ο επιεικέστερος ακριβής χαραχτηρισμός της εκλογικής συμπεριφοράς του λαού και ειδικά γι’ αυτούς που έχουμε σε άμεση επαφή προστίθεται και η διπροσωπία, γιατί δε μας προϊδέασαν για την αλλαγή στάσης τους. Μήπως όμως εμείς στραβά αρμενίζουμε και δεν είναι στραβός ο γιαλός; Αλλά ούτε πριν ούτε μετά τις εκλογές ακούστηκε επιχείρημα κατά της πολιτικής μας που ν’ αντέχει στη στοιχειώδη κριτική. Επιχειρήματα υπήρχαν και μάλιστα ιδιαίτερα πειστικά, όπως αποδείχτηκε, όμως η αποτελεσματικότητά τους δεν οφείλεται στη φιλολαϊκότητα και ορθότητά τους αλλά στο γνωστικό και -κυρίως- το ηθικό υπόβαθρο της λαϊκής συνείδησης. Ο λαός δεν ήταν και δεν είναι ακόμη διατεθειμένος να παλέψει για τη λύση των προβλημάτων του, όπως του προτείνουμε εμείς, και γι’ αυτό «πείθεται» εύκολα στις διαχειριστικές αυταπάτες. Κανείς δεν είπε πως είμασταν αλάθητοι, όμως καμιά από τις αδυναμίες και ελλείψεις μας, ούτε καν το σύνολό τους, δεν αποτελεί επαρκή λόγο του εκλογικού αποτελέσματος. Γι’ αυτό χρήσιμο είναι να θυμόμαστε πόσες φορές μέσα στο 1917 ο Λένιν αναφέρεται στην «ανεπίγνωστη ευπιστία του λαού» και τα συνώνυμά της.

 

* Ο Γιώτης Νικολαΐδης είναι μέλος της ΚΟΒ Νότιας και Δυτικής Καλαμάτας του ΚΚΕ.

 

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ 85

του Μανώλη Περράκη

Θέλοντας να συμβάλλω στη συζήτηση για το Πρόγραμμα του Κόμματος, παραθέτω ορισμένες σκέψεις. Το προς συζήτηση Πρόγραμμα αποτελεί ντοκουμέντο που δίνει κατευθυντήριες γραμμές στο τι θα πράξει η Λαϊκή Εξουσία και το Κόμμα. Αναμφίβολα αυτές οι γενικές κατευθύνσεις θέλουν παραπέρα επεξεργασία, μελέτη, εξειδίκευση και αυτό φυσικά δεν είναι υπόθεση του Συνεδρίου, αλλά των σχετικών Τμημάτων της ΚΕ, του επιστημονικοτεχνικού δυναμικού του Κόμματος, ακόμα και εργατοϋπαλλήλων, μελών και στελεχών που μπορεί να μη διαθέτουν επιστημονικοτεχνικές γνώσεις ωστόσο με την πείρα τους στην παραγωγή, υπηρεσίες κ.ά. μπορούν να συμβάλλουν στις απαιτούμενες επεξεργασίες, ιδιαίτερα στην Ενέργεια, Βιομηχανία, Μεταφορές, Επικοινωνίες, Αγροτική παραγωγή.

Παραθέτω τις σκέψεις μου σε δυο ζητήματα: Το ένα αφορά τη Βιομηχανία και το άλλο το πετρελαϊκό κύκλωμα στη χώρα.

Στη Θέση 85 αναφέρεται ανάμεσα σ’ άλλα ότι θα δώσουμε προτεραιότητα στην παραγωγή μέσων παραγωγής, αναφερόμαστε εδώ για τη ΒΑΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ. Δηλαδή αξιοποίηση των άφθονων μεταλλικών ορυκτών που διαθέτει το υπέδαφος της χώρας, που ορισμένα απ’ αυτά λίγες χώρες στην Ευρώπη, τουλάχιστον, διαθέτουν (ερυθρός βωξίτης - χρώμιο - νικέλιο - μαγγάνιο - μαγνήσιο - χρυσός -ενδεχόμενα και ουρανιούχα κοιτάσματα στη Β. Ελλάδα), δημιουργώντας και αναπτύσσοντας ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑ και απ’ αυτήν θα γεννηθεί η ΜΗΧΑΝΟΥΡΓΙΑ - ΜΗΧΑΝΟΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ. Ταυτόχρονα θα αναπτυχθεί η ΗΛΕΚΤΡΟΧΗΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ και η παραπέρα αξιοποίηση των πηγών ενέργειας που σε μεγάλες ποσότητες διαθέτει η χώρα (λιγνίτης - τύρφη - νερό), καθώς και η εντατικοποίηση της έρευνας των πετρελαιοπιθανών κοιτασμάτων ΑΡΓΟΥ πετρελαίου και φυσικού αερίου. Υπάρχει για το σκοπό αυτόν και τεχνογνωσία και ικανό εξειδικευμένο τεχνικο-επιστημονικό δυναμικό, παρά τη διάλυση της έρευνας με την ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ και το ξεπούλημα στην Τουρκία του γεωτρητικού εξοπλισμού.

Αυτή η προσπάθεια και ο Κεντρικός Σχεδιασμός δεν θα ξεκινήσει από το μηδέν. Υπάρχουν υποδομές παρά τη σχετική «αποβιομηχάνιση» λόγο της ένταξης στην ΕΟΚ - ΕΕ (π.χ. σχέδιο Ντ’ Αβινιόν, ποσοστώσεις στη Χαλυβουργία - οδηγίες για τα Ναυπηγεία). Υπάρχει εξειδικευμένη και μορφωμένη εργατική τάξη, όπως υπάρχει και αξιόλογο επιστημονικοτεχνικό δυναμικό.

Την αναγκαιότητα της ύπαρξης βαριάς βιομηχανίας δεν πρέπει να τη βλέπουμε μόνο και μόνο επειδή υπάρχουν σήμερα οι παραπάνω ευνοϊκές προϋποθέσεις και πρώτες ύλες που θα συμβάλλουν στην απεξάρτηση της χώρας από μια σειρά βιομηχανικών προϊόντων που εισάγονται, αλλά κύρια γιατί αυτή αποτελεί υλική προϋπόθεση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως απέδειξε η πείρα του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε.

Ταυτόχρονα δίνουμε απάντηση στην αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της, στην επαναφορά δηλαδή με άλλα λόγια, της θεωρίας της «ψωροκώσταινας», με τις λογικές κάποιων «σοφών» ότι τούτος ο τόπος τίποτα δεν είναι σε θέση να παράγει, ότι αποτελείται από τεμπέληδες και χαμηλής παραγωγικότητας εργάτες. «Θεωρίες» που η ίδια η ζωή απόρριψε και εμείς οι κομμουνιστές και το Κόμμα μας είμαστε υπερήφανοι που συμβάλλαμε μαζί με προοδευτικούς επιστήμονες σ’ αυτή την απόρριψη. Ενδεχόμενα διάφοροι, ανάμεσα σ’ αυτούς και οι νεόκοποι διαχειριστές του συστήματος - οι οπορτουνιστές - θα αντιτάξουν ότι η χώρα δεν έχει ανάγκη για ΒΑΡΙΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ και ούτε είναι σε θέση να δημιουργήσει. Θεωρούν όλοι αυτοί και υποστηρίζουν, ότι η χώρα πρέπει να αποτελέσει της Φλόριδα της Ευρώπης(!), ονομάζοντας τον Τουρισμό βαριά βιομηχανία (!) και παράλληλα να μετατραπεί η χώρα σε διαμετακομιστικό κέντρο. Οι έλληνες αστοί πειρατές παραμένουν, για να μην χρησιμοποιήσουμε τον αδόκιμο ίσως όρο και μιλήσουμε για λούμπεν μεταπρατική αστική τάξη.

Βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας από τη Λαϊκή Εξουσία αποτελεί η λεγόμενη από τους ειδικούς ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΒΑΣΗ. Το ζήτημα αυτό είναι σήμερα ΛΥΜΕΝΟ, και μπορεί να αναπτυχθεί παραπέρα ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες σε ηλεκτρενέργεια που θα απαιτείται. Μπορεί π.χ. να αξιοποιηθεί το υδατικό δυναμικό της χώρας, που σήμερα στο σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρενέργειας, καλύπτει μόνο το 6,09%. Το ίδιο μπορεί να γίνει με τον λιγνίτη που σήμερα καλύπτει το 46,85%, ώστε να μηδενιστεί η χρήση του μαζούτ και του ντήζελ, αν και αυτά καλύπτουν σήμερα το 8,10% της παραγόμενης ηλεκτρενέργειας. Το φυσικό αέριο που σήμερα καλύπτει το 25%, πρέπει να αποκλειστεί παραπέρα για παραγωγή ηλεκτρενέργειας, γιατί ακόμα και σε μονάδες «συνδυασμένου κύκλου» λόγο χαμηλής απόδοσης είναι ασύμφορο. Το φυσικό αέριο πρέπει αποκλειστικά να αποτελεί πρώτη ύλη για τη χημική βιομηχανία και για οικιακή χρήση - θέρμανση.

Τι κατά τη γνώμη μου πρέπει να αναπτυχθεί όσον αφορά τη ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑ;

α) Σιδηρομεταλλουργία:

Σκοπός της θα είναι να παράγει ακατέργαστο ή μισοκατεργασμένο σίδηρο, χυτοσίδηρο και ατσάλι κάθε μορφής που θα χρειαστεί για τα μεγάλα τεχνικά έργα από τη Λαϊκή Εξουσία, και ιδιαίτερα για τη Ναυπηγική Βιομηχανία που θα αποτελεί ζωτικό κλάδο για τη Λαϊκή Οικονομία.

Υποδομές υπάρχουν (Χαλυβουργίες Ελευσίνας - Ασπροπύργου - Αλμυρού, ΣΙΔΕΝΟΡ, Ναυπηγεία Σκαραμαγκά - Ελευσίνας - Νεωρίου). Η πρώτη ύλη το σιδηρομετάλλευμα (σιδηροπυρίτης κ.ά.) υπάρχει στη χώρα και με την ανάπτυξη της μεταλλευτικής έρευνας θα ‘ναι ικανό να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες σε συνδυασμό με σκραπ.

Να σημειωθεί εδώ ότι έλληνες επιστήμονες από τη 10ετία του ’30 (Δεληγιάννης - Δαυίδ) είχαν καταθέσει τεκμηριωμένες μελέτες που τόνιζαν ότι υπάρχει μεγάλη κατηγορία κοιτασμάτων σιδήρου, τα οποία θεωρούνται εξαντλημένα χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι είναι έτσι. Αναφέρουν τα μεταλλεία Χαλάρων Σίφνου, Αντισσας Λέσβου, Μαύρη Πέτρα Καβάλας, ΖΑΡΚΟ Τρικάλων, Βόρεια Εύβοια.

β) Μεταλλουργία χρωμίου, νικελίου, μαγγανίου, βωξίτη:

Τα μέταλλα αυτά είναι πρωταρχικής σημασίας πρώτες ύλες και υπάρχουν άφθονα στο υπέδαφος της χώρας, όπως το χρώμιο. Να σημειώσουμε εδώ ότι προπολεμικά η χιτλερική Γερμανία με το κλήρινγκ που είχε με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, εκμεταλλεύτηκε χιλιάδες τόνους χρωμίου για τις ανάγκες της βιομηχανίας της.

Το μαγγάνιο, όπως και το χρώμιο, θεωρούνται εξαιρετικής σημασίας για την παραγωγή ειδικών κραμάτων για διάφορες χρήσεις (π.χ. χρωμιούχος - κατοπτρικός σίδηρος) και σε συνδυασμό με τη μαγνήσιο, που και αυτό υπάρχει στη χώρα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κατασκευή κινητήρων εσωτερικής καύσης. Το νικέλιο είναι μέταλλο μεγάλης αξίας, ιδιαίτερα το κράμα νικέλιο χάλυβας που συνδυάζει ανθεκτικότητα και ελαστικότητα και είναι κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί για πολλές χρήσεις (όργανα - εργαλεία κ.ά.). Υποδομή για τα παραπάνω, παρά την απαξίωση, υπάρχει π.χ. η ΛΑΡΚΟ.

Τώρα όσον αφορά τον βωξίτη. Η σημασία για την ανάπτυξη της παραγωγής αλουμίνας και στη συνέχεια αλουμινίου είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ. Η χώρα διαθέτει μεγάλες ποσότητες αυτού του μεταλλεύματος και σε ποιότητα που εξασφαλίζει τη δυνατότητα της Λαϊκής Εξουσίας να καταλάβει η Ελλάδα σημαντική θέση στην παγκόσμια παραγωγή.

Οσον αφορά τη χημική-ηλεκτροχημική βιομηχανία ο ρόλος, όχι μόνο για την αγροτική παραγωγή, αλλά και για την υπόλοιπη βιομηχανία τροφοδοτώντάς την με πρώτες ύλες, είναι εξίσου σημαντικός. Η χώρα διέθετε 4 λιπασματοβιομηχανίες που με την «απελευθέρωση» της αγοράς λιπασμάτων που επέβαλε η ΕΟΚ έκλεισαν (παραμένει συρρικνωμένη η βιομηχανία φωσφορούχων λιπασμάτων).

Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη Βιομηχανία παραγωγής αζώτου και φωσφόρου για παραγωγή αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων που έχει ανάγκη λόγω σύστασης των εδαφών η αγροτική παραγωγή.

Μπορούμε να αναπτύξουμε ΠΕΤΡΟΧΗΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ και παραπέρα βιομηχανία καυστικής και ανθρακικής σόδας, χαρτοπολτού, ανθρακασβεστίου κ.ά. Ιδιαίτερα η καυστική σόδα είναι και βασική ενδιάμεση βοηθητική ύλη για τη βιομηχανία Αλουμινίου, ακόμα και για την υφαντουργία για την παραγωγής «τεχνικής μέταξας».

Για την υλοποίηση των παραπάνω προκύπτει ένα ζήτημα -ερώτημα: Που θα βρεθούν οι πόροι από τη Λαϊκή Εξουσία για να γίνουν όλα αυτά; Πόροι θα προκύψουν από την αποδέσμευση από την ΕΕ και άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και τη μονομερή διαγραφή του «χρέους». Από την εξάλειψη των Νατοϊκών δαπανών δεδομένου της εξόδου απ’ αυτό. Πόροι θα προκύψουν από την εξαγωγή της εγχώριας παραγωγής, κύρια αγροτοδιατροφικών προϊόντων, επίσης πόροι θα προκύψουν από τη ναυτιλία (οι εφοπλιστές δεν θα πάρουν τα πλοία αγκαλιά στο ΣΙΤΥ, οι ναυτεργάτες θα εξακολουθούν να τα κυβερνούν). Οι παραπάνω λοιπόν πόροι θα αποτελέσουν την απαραίτητη συσσώρευση κεφαλαίων από τη Λαϊκή Οικονομία, για την πραγματοποίηση της ανάπτυξης στη βαριά βιομηχανία.

Για το πετρελαϊκό κύκλωμα, θετικό είναι το γεγονός ότι η διύλιση - διακίνηση - εμπορία είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντροποιημένο. Υπάρχουν 4 διυλιστήρια που καλύπτουν τις εγχώριες ανάγκες, αλλά και αυξητικές τάσεις από τα οποία τα τρία (Ασπροπύργου - Ελευσίνος - Κορίνθου) θεωρούνται και είναι από τα πλέον, σύμφωνα με τους καπιταλιστικούς όρους «ανταγωνιστικά» ανάμεσα στα διυλιστήρια της Νότιας Ευρώπης. Τα παραρτήματα των πολυεθνικών που δρούσαν παρασιτικά, αντιπαραγωγικά από την άποψη ότι προμηθεύονταν τα καύσιμα που διακινούσαν από τα εγχώρια διυλιστήρια, για δικούς τους λόγους έχουν αποχωρήσει από τη χώρα.

Η διακίνηση - εμπορία γίνεται σε ποσοστό 60-70% από τα ίδια τα διυλιστήρια μέσω των εταιριών τους (EKO, AVIN) και το υπόλοιπο ποσοστό διακινείται από 15 εταιρείες μικρής εμβέλειας.

Διευκολύνεται λοιπόν η Λαϊκή Εξουσία για να προχωρήσει το σχεδιασμό για παραπέρα αξιοποίηση της παραγωγής για προϊόντα αργού πετρελαίου που σήμερα είτε παράγονται σε μικρές ποσότητες είτε δεν παράγονται καθόλου. Αναφερόμαστε δηλαδή για πλήρη καθετοποίηση της παραγωγής με ανάπτυξη πετροχημικής βιομηχανίας και παραγωγή λιπαντικών που το μεγαλύτερο μέρος τους εισάγονται και συσκευάζονται στη χώρα (λιπαντικά σε περιορισμένη ποσότητα παράγει η ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ).

Ταυτόχρονα η Λαϊκή Εξουσία πρέπει να προχωρήσει και να δημιουργήσει ινστιτούτο πετρελαίου που δεν θα ασχολείται μόνο με την έρευνα - εξόρυξη των πετρελαϊκών κοιτασμάτων αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και για τη σύνδεση της πετρελαιοβιομηχανίας με την υπόλοιπη βαριά βιομηχανία σ’ ότι αφορά μηχανολογικό-μηχανουργικό εξοπλισμό των διυλιστηρίων και της υπόλοιπης χημικής βιομηχανίας. Τεχνογνωσία ήδη υπάρχει προς αυτή την κατεύθυνση, δεδομένου της ύπάρξης της μελετητικής εταιρείας ΑΣΠΡΟΦΟΣ (θυγατρική της ΕΛΠΕ) που παρά την υποβάθμισή της αποτελεί πολύτιμο μελετητικό εργαλείο.

Εδώ πρέπει να απαντήσουμε στο πιθανό ερώτημα-ανησυχία που ενδεχόμενα τεθεί: Στην περίπτωση της Λαϊκής Εξουσίας και σε πιθανό «εμπάργκο» πως θα εξασφαλιστεί η προμήθεια σε αργό πετρέλαιο δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε το μέγεθος των πετρελαιοπιθανών κοιτασμάτων και αν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της χώρας;

Σήμερα υπάρχουν χώρες που δεν βρίσκονται στο άρμα του ιμπεριαλισμού, όπου μπορούμε να προμηθευόμαστε αργό είτε μέσω διακρατικών συμφωνιών αμοιβαίου οφέλους, είτε μέσω ανταλλαγής προϊόντων που αυτές οι χώρες έχουν ανάγκη π.χ. Βενεζουέλα, Ιράν.

Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και το κυνήγι του κέρδους ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες και να προμηθευόμαστε αργό απ’ αυτές π.χ. Ρωσία, Καζακστάν κ.α.

Μπορούμε να αντάλλαγμα την προμήθεια αργού, να παραχωρήσουμε μέρος των ερευνούμενων περιοχών και ανάλογο ποσοστό από τους εξορυσσόμενους υδρογονάνθρακες (Αργό, φυσικό αέριο) σε όποιο ενδιαφερόμενο θέλει να συμμετάσχει, και αυτοί θα είναι αρκετοί πιστεύω.

Τελειώνω με μια παρατήρηση. Πολλοί από το πολιτικό προσωπικό της άρχουσας τάξης, ανάμεσά τους βέβαια και οι οπορτουνιστές, θα επιχειρήσουν να ειρωνευτούν τις θέσεις μας για τη βαριά βιομηχανία, ότι σαν «δογματικοί» που είμαστε πάμε πίσω και αντιγράφουμε το αποτυχημένο, κατά τη γνώμη τους, σοβιετικό μοντέλο της 10ετίας του ’30. Αγνοούν οι δύστυχοι ή κάνουν πως αγνοούν ότι αν η ανθρώπινη εργασία της σκέψης, της παρατήρησης, του χεριού έφτασε στο σημερινό επιστημονικοτεχνικό επίπεδο οφείλεται στο ότι κάθε γενιά αξιοποιούσε την πείρα της παλιότερης. Ιδιαίτερα καμώνονται τους ανήξερους οι «οικονομικοί εγκέφαλοι» του οπορτουνισμού, αυτοαναιρώντας εαυτούς, απ’ αυτά που στο παρελθόν υποστήριζαν και απόδειχναν. Ο σοσιαλισμός που γνωρίσαμε μπορεί να ανατράπηκε, ο νόμος της υπεραξίας ισχύει και οι καπιταλιστικές σχέσεις που αντικειμενικά εμποδίζουν - φρενάρουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ισχύουν και πρέπει να καταλυθούν και θα καταλυθούν.

 

* Ο Μανώλης Περράκης είναι μέλος της ΚΟΒ Διυλιστηρίων Ασπροπύργου - ΕΛΠΕ του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

του Γιάννη Στολτίδη

Οι θέσεις του 19ου Συνεδρίου αποτελούν ένα ορόσημο στην εξέλιξης της πολιτικής ανάλυσης και τακτικής του Κόμματος, καθώς συνιστούν μια διακριτή αλλαγή σε βασικές θέσεις που διατηρήθηκαν λίγο-πολύ σταθερές από το 15ο Συνέδριο και μέχρι τώρα. Η πλέον εμβληματική και προφανής εξ αυτών είναι η εγκατάλειψη της πρότασης για συγκρότηση Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) μεταξύ της εργατικής τάξης και των μη εργατικών λαϊκών στρωμάτων (ουσιαστικά των φτωχότερων μικροαστικών). Τη θέση του ΑΑΔΜ ως φορέα συνάντησης της εργατικής τάξης με τα εκτός αυτής τμήματα της δεινοπαθούσας κοινωνίας φαίνεται να καταλαμβάνει ένα σχήμα πιο αφηρημένο και νεφελώδες, η Λαϊκή Συμμαχία, που σε κάποια σημεία των θέσεων αναφέρεται και ως Κοινωνική Συμμαχία.

Στις θέσεις δε γίνεται ευθεία αναφορά στους λόγους που υπαγόρευσαν μια τέτοια αλλαγή. Ωστόσο, με βάση το γενικότερο πνεύμα των θέσεων αλλά και την πολιτική στάση και πρακτική του Κόμματος μέσα στο κίνημα τα τελευταία χρόνια, μπορούμε να πιθανολογήσουμε ότι ήταν μια μέριμνα αποφυγής των κινδύνων ενσωμάτωσης που κρύβει η όσμωση με τα πάσης φύσεως μικροαστικά στρώματα. Κατά την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα, ασκήθηκε πράγματι έντονη και πολύμορφη πίεση ενσωμάτωσης προς το Κόμμα, η οποία αποκρούστηκε επιτυχημένα αλλά είχε και το τίμημά της (μείωση εκλογικού ποσοστού). Η έννοια «Μέτωπο», εν αντιθέσει με την έννοια «Συμμαχία», παραπέμπει σε οργανωτικά συγκροτημένο πολιτικό φορέα, που ως τέτοιος αναπόφευκτα θα διεκδικούσε την κυβέρνηση στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος - ή, εν πάση περιπτώσει, μπορεί να του προέκυπτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αν και θα ήταν εντελώς λανθασμένο να χρεώσουμε στο ΑΑΔΜ πρόθεση αστικής διαχείρισης και αυταπάτες περί ενδιάμεσων σταδίων ή ειρηνικής μετάβασης προς το σοσιαλισμό, καθώς τα ζητήματα αυτά είχαν αποσαφηνιστεί πλήρως ήδη από το 15ο Συνέδριο, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η συνύπαρξη της εργατικής τάξης με μικροαστικά στρώματα -με κομματικούς όρους μιλώντας, του ΚΚΕ με μικροαστικά κόμματα- εντός ενός πολιτικού μετώπου, θα αποτελούσε μια διαρκή απειλή ενσωμάτωσης, έναν πιθανό εγκλωβισμό σε διαχειριστικές λογικές. Είχαμε απόλυτη επίγνωση του γεγονότος ότι η θέση περί Μετώπου αποτελούσε σε κάποιο βαθμό ένα συμβιβασμό, ωστόσο είχε κριθεί επιβεβλημένη στη βάση της διαχρονικής λογικής των κομμουνιστών ότι η εργατική τάξη θα πρέπει να επιδιώκει να προσεταιριστεί εκείνη τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα και να μην τα χαρίζει εκ των προτέρων στην αστική. Τότε, θεωρήθηκε ότι το ρίσκο θα έπρεπε να αναληφθεί, με εχέγγυα αποφυγής της ενσωμάτωσης την επίγνωση των κινδύνων, τη συνεχή πολιτική επαγρύπνηση, τη διασφάλιση της οργανωτικής αυτοτέλειας του Κόμματος και την ύπαρξη επαναστατικού προγράμματος από πλευράς του (άρνηση μίνιμουμ ή μεταβατικών προγραμμάτων). Τώρα, φαίνεται να αποδίδεται μεγαλύτερη σημασία στους κινδύνους, να θεωρείται ότι το Μέτωπο συνιστά διολίσθηση σε θέσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, ότι εισάγει από την πίσω πόρτα τη λογική των σταδίων. Για να είμαστε και δίκαιοι, μάλιστα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική συμπεριφορά των μαζών τα τελευταία χρόνια δικαιολογεί και με το παραπάνω τέτοιους φόβους και επιφυλάξεις. Ωστόσο, η λογική ένσταση που προκύπτει είναι ότι πηγή των προαναφερθέντων κινδύνων δεν είναι ο Αντιιμπεριαλιστικός Αντιμονοπωλιακός Δημοκρατικός χαρακτήρας του Μετώπου αλλά το Μέτωπο αυτό καθεαυτό, ανεξαρτήτως του επιθετικού προσδιορισμού του (π.χ. «αντιμνημονιακό», «πατριωτικό», «αντιφασιστικό», για να θυμηθούμε και ορισμένα από τα οχήματα ενσωμάτωσης που πλασαρίστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης), η ύπαρξη, δηλαδή, ενός οργανωμένου πολιτικού φορέα που από τη φύση του θα έτεινε να αναδειχτεί κυβέρνηση στο πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού, να μπει στον πειρασμό να διαχειριστεί τον καπιταλισμό, να τον μεταρρυθμίσει. Ο Αντιιμπεριαλιστικός Αντιμονοπωλιακός Δημοκρατικός χαρακτήρας, αντιθέτως, δεν παραπέμπει από μόνος του σε τέτοια μονοπάτια, περιγράφει απλώς τη μόνη δυνατή αντικειμενική βάση συνάντησης της εργατικής τάξης με τα κατώτερα μικροαστικά στρώματα, αυτή της εναντίωσης αποκλειστικά στα μονοπώλια (κι αυτό παρά το γεγονός ότι σε λεκτικό επίπεδο θα μπορούσε να είχε βρεθεί και καλύτερη διατύπωση, αφού, για παράδειγμα, η παράθεση δίπλα-δίπλα των συνώνυμων επιθέτων «αντιιμπεριαλιστικός» και «αντιμονοπωλιακός» αποτελεί περιττό πλεονασμό). Η διαφοροποίηση των θέσεων του 19ου Συνεδρίου στο ζήτημα αυτό συνιστά πρόβλημα.

Στις θέσεις 61-67 η Κεντρική Επιτροπή επιχειρεί να αποσαφηνίσει τον όρο «Λαϊκή Συμμαχία» και προβαίνει σε έναν επί το ριζοσπαστικότερο επανακαθορισμό του κοινού πεδίου συμφερόντων μεταξύ προλεταριάτου και μικροαστικών στρωμάτων. Ετσι, φαίνεται πλέον να είναι προαπαιτούμενο τα στρώματα αυτά να ασπαστούν τη συνολική αντικαπιταλιστική ατζέντα της εργατικής τάξης -και όχι απλώς την πρωτοκαθεδρία της στο κίνημα- προκειμένου να γίνουν αποδεκτά στη συμμαχία. Παρότι σε κάποια σημεία αναγνωρίζεται, γενικά, ότι τα στρώματα αυτά είναι διακριτά από την εργατική τάξη ως προς την ταξική τους φύση και, κατ’ επέκταση, ως προς τα ταξικά τους συμφέροντα, το γενικότερο πνεύμα των θέσεων μοιάζει να καταργεί αυτές τις διακρίσεις και να θεωρεί ότι ο συνολικός αντικαπιταλιστικός προσανατολισμός μπορεί, πέραν των εργατών, να αποτελεί αβίαστα και αντικειμενικά συμφέρον και των κατώτερων μικροαστών, ότι οι κατώτεροι μικροαστοί μπορούν να λογίζονται αντικαπιταλιστική κοινωνική δύναμη. Σε διάφορα σημεία του κειμένου, με διάφορες παραλλαγές, προσδιορίζεται ο χαρακτήρας της συμμαχίας ως «αντιμονοπωλιακός αντικαπιταλιστικός». Ενας τέτοιος όρος, πέραν του ότι στερείται λογικής συνοχής, αφού το εννοιολογικό περιεχόμενο της πρώτης λέξης περιλαμβάνεται ούτως ή άλλως σε αυτό της δεύτερης, καταδεικνύει με τον πιο σαφή τρόπο τη σύγχυση σε ό,τι αφορά το χαρακτήρα των μικροαστικών στρωμάτων.

Οι αυτοαπασχολούμενοι, οι φτωχοί αγρότες, οι μικροί βιοτέχνες και έμποροι, όσο βάναυσα κι αν πλήττονται από το μεγάλο κεφάλαιο, δεν είναι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Για τον απλούστατο λόγο ότι είναι και οι ίδιοι μικροκαπιταλιστές (μικροαστοί), είναι αδύνατο να φτάσουν μέχρι το σημείο της συνολικής άρνησης του καπιταλισμού, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε και την αυτοκατάργησή τους (αναφερόμαστε, φυσικά, στα πολιτικά χαρακτηριστικά που έχουν τα μικροαστικά στρώματα ως απρόσωπα κοινωνικά μορφώματα, όχι στις πολιτικές πεποιθήσεις που μπορεί να έχει προσωπικά ο κάθε ξεχωριστός μικροαστός). Αντικειμενικά, λοιπόν, ο μικροαστός δεν έχει συμφέρον από την κατάργηση του καπιταλισμού (ούτε ακόμα και σε «τελική ανάλυση», όπως άστοχα αναφέρεται στις θέσεις). Εχει, όμως, από την κατάργηση του μονοπωλίου που τον καταδυναστεύει, και αυτός είναι ο μοναδικός κοινός τόπος του με τον προλετάριο. Βέβαια, ο προλετάριος και ο μικροαστός εναντιώνονται στα μονοπώλια από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες. Η εργατική τάξη αμφισβητεί συνολικά τον καπιταλισμό, προσβλέπει στην επαναστατική ανατροπή του και τη μετάβαση σε ένα ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σύστημα, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Από τη φύση της επιδιώκει ο κόσμος να προχωρήσει προς τα εμπρός, πράγμα που την καθιστά προοδευτική δύναμη. Τα μικροαστικά στρώματα, αντιθέτως, αμφισβητούν μόνο το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, φαντασιώνονται την ως διά μαγείας εξαφάνιση των μονοπωλίων, λαχταρούν την ιστορική οπισθοδρόμηση στις εποχές του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. Από τη φύση τους επιδιώκουν ο κόσμος να γυρίσει προς τα πίσω, πράγμα που τα καθιστά αντιδραστική δύναμη. Ο μόνος λόγος που το προλεταριάτο μπαίνει στη βάσανο να αναζητήσει έναν τρόπο προσεταιρισμού των φτωχών μικροαστών, είναι ότι διαφορετικά θα τους προσδέσει στο άρμα της η αστική τάξη, πράγμα μάλλον μοιραίο για την προοπτική της επανάστασης. Σε όλες τις καπιταλιστικές κοινωνίες, πέρα από τις δύο κατεξοχήν τάξεις, την αστική και την εργατική, επιβιώνουν -και, το κυριότερο, κατορθώνουν και αναπαράγονται παρόλη τη συντελούμενη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου- ένας σημαντικός αριθμός ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων με επαμφοτερίζοντα χαρακτηριστικά. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, με βάση και τα στοιχεία των θέσεων για την κοινωνική σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας, τα πάσης φύσεως μικροαστικά στρώματα εξακολουθούν, ακόμα και σε συνθήκες κρίσης, να έχουν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος για να αγνοηθούν.

Αν, λοιπόν, αναγνωρίζουμε την ανάγκη να βρει η εργατική τάξη ένα κοινό πεδίο δράσης με τους κατώτερους μικροαστούς, πράγμα που, σε κάθε περίπτωση, θα αποτελεί αναπόφευκτα έναν συμβιβασμό, θα πρέπει να προσδιορίσουμε ρεαλιστικά το κοινό έδαφος ανάπτυξης μιας τέτοιας δράσης, τον αντικειμενικό χαρακτήρα μιας τέτοιας συμπόρευσης. Και αυτός, δυστυχώς, δεν είναι ο ασυνάρτητος «αντιμονοπωλιακός αντικαπιταλιστικός» που αναφέρουν οι θέσεις αλλά αποκλειστικά ο αντιμονοπωλιακός, κάτι που χαρακτήριζε την τακτική μας από το 15ο έως και το 18ο Συνέδριο. Δε θέλαμε πλέον Μέτωπο της εργατικής τάξης με τις υπόλοιπες κοινωνικές δυνάμεις και προκρίναμε ως πιο πρόσφορη για τους στρατηγικούς σκοπούς μας μια πιο χαλαρή και δίχως οργανωτική συγκρότηση Συμμαχία; Κανένα πρόβλημα, όμως αυτός δεν ήταν λόγος να απολέσουμε και τη στοιχειώδη επίγνωση ότι κοινός τόπος ανάμεσα στην εργατική τάξη και στα μικροαστικά στρώματα είναι μόνο η εναντίωση στα μονοπώλια και όχι η εναντίωση συνολικά στον καπιταλισμό. Τι πρόβλημα θα υπήρχε, δηλαδή, αν μιλούσαμε για Αντιιμπεριαλιστική Αντιμονοπωλιακή Δημοκρατική Συμμαχία ή κάτι παρόμοιο;

Από τη στιγμή που σε διακηρυκτικό επίπεδο υποστηρίζεται η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα μη εργατικά λαϊκά στρώματα, επιβάλλεται να υπάρχει ένα λειτουργικό και ρεαλιστικό σχήμα έκφρασης αυτής της συμμαχίας. Ειδάλλως η διακήρυξη καταντά ψευδεπίγραφη. Με άλλα λόγια, δε γίνεται από τη μία να αποδέχεσαι την ανάγκη συμπόρευσης εργατιάς και φτωχών μικροαστών, και από την άλλη να ζητάς αυτή να συντελεστεί σε αντικαπιταλιστική βάση, λες και οι μικροαστοί είναι προλετάριοι. Πρόκειται για αντίφαση, καθώς η προϋπόθεση που τίθεται υπονομεύει αντικειμενικά την ίδια τη διακήρυξη. Αν υπάρχει η άποψη ότι η εργατική τάξη δε θα πρέπει να συμπορεύεται με τα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα, τότε αυτή να κατατεθεί ευθέως ώστε να συζητηθεί και να κριθεί.

Συνοψίζοντας, αυτό που αναδεικνύεται από τις θέσεις είναι μια σαφής πρόθεση ριζοσπαστικοποίησης του Κόμματος, αύξησης της μαχητικότητας και της ετοιμότητάς του για κάθε ενδεχόμενο, διαπαιδαγώγησης των μελών του σε πρωτοπόρους και ασυμβίβαστους καθοδηγητές της εργατικής τάξης με απροκάλυπτο στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού, χωρίς υπεκφυγές. Η πρόθεση είναι αξιέπαινη και η αξία της πολλαπλάσια αν αναλογιστεί κανείς ότι εκφράζεται σε μία συγκυρία υποχώρησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος, κατίσχυσης των μικροαστικών αντιλήψεων στις διάφορες εκδοχές τους (εθνικιστικές, ρεφορμιστικές κτλ) και όξυνσης του αυταρχισμού και του αντικομμουνισμού. Συνοδεύεται, όμως, από μία σύγχυση στα ζητήματα τακτικής, και συγκεκριμένα στο θέμα του ρεαλιστικού προσδιορισμού της φύσης της Λαϊκής Συμμαχίας. Ως προς το τελευταίο, συνιστά πισωγύρισμα σε σχέση με προγενέστερες θέσεις που περιέγραφαν σωστά ως αντιμονοπωλιακό (ακριβέστερα, ως Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό) το κοινό έδαφος συνάντησης του προλεταριάτου με τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα, κι αυτό ανεξαρτήτως του ποια μορφή θα έπρεπε να προσλάβει η συμπόρευσή τους, δηλαδή Μέτωπο, Συμμαχία ή κάτι άλλο, πράγμα που αποτελεί διαφορετικής τάξεως συζήτηση. Η συνεπής επαναστατική τακτική μοιάζει με πορεία σε τεντωμένο σκοινί, όπου πάντα θα υπάρχει ταυτόχρονα ο κίνδυνος της πτώσης είτε από τη μία πλευρά, αυτή της ενσωμάτωσης, είτε από την άλλη, αυτή του απομονωτισμού. Και θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου μήπως, στην προσπάθειά μας να αποφύγουμε την πτώση από τη μία πλευρά, πέσουμε τελικά από την άλλη.

 

* Ο Γιάννης Στολτίδης είναι μέλος της ΚΟΒ Ιδ. Υπαλλήλων Ν. Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ.

 

 

ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΘΕΣΗΣ.
ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥΣ

του Διονύση Ξενάκη

Οι Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο αντανακλούν την ιδεολογική-επιστημονική ωρίμανση του Κόμματος και την κατακτημένη συλλογική του ικανότητα για μαρξιστική-λενινιστική ερμηνεία των φαινομένων. Οπως όμως διαπιστώνεται και στις Θέσεις, εξακολουθεί να μην προχωρά το κρίσιμο μέτωπο της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, με μικρές ως τώρα προόδους, παρά τη στοχοπροσηλωμένη δουλειά που έγινε για την εφαρμογή των αποφάσεων του 18ου Συνεδρίου και της Συνδιάσκεψης για τη δουλειά στην εργατική τάξη. Κατά συνέπεια ο ερχομός της κρίσης βρήκε το εργατικό-λαϊκό κίνημα σε θέση αδυναμίας να αντεπιτεθεί στρατηγικά, παρόλη τη λαμπρή αγωνιστική δράση του ΠΑΜΕ. Βασικός ανασχετικός παράγοντας στο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης για τη συνειδητοποίηση του χαρακτήρα της κρίσης και την ενεργοποίηση της εργατικής τάξης στον αγώνα για την επιβίωσή της και την ανατροπή του συστήματος θεωρώ πως είναι η αντοχή της μικροαστικής συνείδησης, κυρίως με τη μορφή της λογικής της ανάθεσης, σε πλατιά ακόμη στρώματα λαϊκά και εργατικά. Αξίζει να εξετάσουμε πτυχές του φαινομένου, ώστε να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα για την υπέρβασή του.

 

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Η ανάπτυξη της μικροαστικής συνείδησης στην Ελλάδα και της παγίωσής της συνδέθηκε με την εφαρμογή διαχείρισης με κεϋνσιανά στοιχεία στις δεκαετίες ’70, ’80, ’90 ως και τις αρχές του 2000. Σε ολόκληρη την περίοδο, χάρη στις ευνοϊκές για τον ελληνικό καπιταλισμό συγκυρίες, αλλά και προκειμένου να αντιμετωπιστεί το λαϊκό κίνημα, το επίπεδο της λαϊκής κατανάλωσης αυξήθηκε και σταθεροποιήθηκε σε σχετικά ανεκτά επίπεδα (άνοδος του ποσοστού της σχετικής έναντι της απόλυτης υπεραξίας). Αυτό, ταυτόχρονα με την ύπαρξη εκτεταμένων στρωμάτων εργατικής αριστοκρατίας (κυρίως στο Δημόσιο και στις ΔΕΚΟ, αλλά και σε στρώματα εργαζόμενης διανόησης όπου επιβίωναν συντεχνιακές δομές, π.χ. δικηγόροι, γιατροί κ.ά.) , εμπέδωσε μια μεταφυσική πεποίθηση πως οι οξείες μορφές εκμετάλλευσης ανήκαν στο παρελθόν. Από κει προέκυπταν μια σειρά από αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την περίοδο:

1. Σχετική ανοχή της «κοινής γνώμης», -όπως εκφραζόταν στις οικογενειακές σχέσεις, στις παρέες, στη σχέση με τον/την σύντροφο, σχέσεις οι οποίες λειτουργούν κατά κανόνα ως ιμάντες αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας- σε κινητοποιήσεις και στην πολιτική στράτευση της νεολαίας, κυρίως της μαθητικής και σπουδαστικής, ≠ Αφόρητη πίεση ενσωμάτωσης μόλις ο νέος έφτανε σε παραγωγική ηλικία «ώστε να φτιάξεις το μέλλον σου, ό,τι έκανες έκανες τώρα». Η πίεση ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματική στην εργαζόμενη διανόηση, όπου η είσοδος στην αγορά εργασίας εξασφάλιζε λίγο-πολύ τις πιο βασικές ανάγκες (στέγαση, βιοπορισμός, αναψυχή, αναπαραγωγή και δημιουργία οικογένειας), αναπαραγόμενης έτσι της αντικειμενικής βάσης του οπορτουνισμού, ως κοινωνικού Είναι που επικαθόριζε την κοινωνική συμπεριφορά, ακόμα κι αν δεν εκφραζόταν στο επίπεδο της Συνείδησης. Κατά κάποιο τρόπο ιδεολογία και τρόπος ζωής θεωρούνταν δυο διαχωρισμένα πεδία που δεν επηρεάζουν το ένα το άλλο.

2. Υψηλό (συγκριτικά με άλλες χώρες) εκλογικό ποσοστό του κόμματος, ακόμα και υπό το βάρος της αντεπανάστασης στις σοσιαλιστικές χώρες ≠ Αναντίστοιχα χαμηλή συμμετοχή στη δράση σε μαζικό/συνδικαλιστικό/κοινωνικό επίπεδο. Εδώ εκδηλωνόταν αντίφαση μεταξύ Κοινωνικού Είναι και πολιτικής συνείδησης. Στην πραγματικότητα η ψήφος στο Κόμμα εξέφραζε τη λαϊκή εμπιστοσύνη στην εκ μέρους του μαχητική υπεράσπιση των κατακτημένων δικαιωμάτων (εργασιακών, δημοκρατικών κλπ), με αντίληψη διατήρησης και διεύρυνσής τους εντός του καπιταλιστικού συστήματος και όχι υπέρβασης του συστήματος. Κυριαρχούσε η λογική της ανάθεσης, το Κόμμα εκλαμβανόταν ως το υποκείμενο της πολιτικής πάλης, όχι ως ο καθοδηγητής της τάξης στον αγώνα που θα διεξαγάγει η ίδια.

3. Διευρυμένη, πολύ πάνω από το εκλογικό ποσοστό συνδικαλιστική επιρροή του Κόμματος, ιδιαίτερα στη συνδικαλισμένη καθαυτό εργατική τάξη ≠ Αναντίστοιχη ως και ελάχιστη συμμετοχή των εργατών στη ζωή και τη δράση των σωματείων, ακόμη και εκείνων με ευνοϊκούς συσχετισμούς. Εδώ πρέπει να εντοπίσουμε μια ειδική μορφή της λογικής της ανάθεσης. Το σωματείο θεωρείται «αυτός που θα μου λύσει το πρόβλημα», ο δε διαχωρισμός είναι πως τα ταξικά σωματεία το λύνουν, ως ασυμβίβαστα με την εργοδοσία, ενώ τα άλλα ως ξεπουλημένα αρνούνται να συγκρουστούν. Ομως όσο δεν προέκυπτε πρόβλημα στη συμβατική σχέση με τον εργοδότη (τήρηση της ΣΣΕ, καταβολή δεδουλευμένων, σπανιότερα η τήρηση των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας), ο εργάτης μπορούσε να ζει την ατομική του ζωή μακρυά από το σωματείο, με εξαίρεση τις αρχαιρεσίες και τις απεργιακές συγκεντρώσεις. Η κατάκτηση εκ μέρους του μέσα από την ταξική πάλη της ταξικής συνείδησης ως εργάτη- υποκειμένου της κοινωνικής εξέλιξης και φορέα της ανατροπής παρέμενε ζητούμενο. Τη λογική της ανάθεσης επέτεινε και η ύπαρξη εργατικής νομοθεσίας, οπότε συνήθως η δράση των εργαζομένων έφτανε ως την καταγγελία του εργοδότη στο σωματείο-υπερασπιστή των εργαζομένων, το οποίο αναλάμβανε να απαιτήσει την τήρηση της -αστικής...- νομιμότητας.

4. Μαζικότατες αντιιμπεριαλιστικές - αντιπολεμικές κινητοποιήσεις με ευρεία απήχηση στη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, με προχωρημένο περιεχόμενο και μορφή ≠ Μη υιοθέτηση του πολιτικού αιτήματος για έξοδο της χώρας από ΝΑΤΟ και ΕΕ. Ο υποκρυπτόμενος συλλογισμός: «Καταγγέλλω τα εγκλήματα, αλλά η πρόταση για έξοδο από ΝΑΤΟ-ΕΕ σημαίνει ριψοκινδύνευση της μικροαστικής μου ησυχίας και κατανάλωσης». Εκεί έβρισκε έδαφος και η τακτική του ΠΑΣΟΚ, να διαφωνεί στα λόγια και να συνεργάζεται στην πράξη στους πολέμους. Αρκεί να θυμηθούμε την ανεκδιήγητη ρήση «Αν δεν ήμουν υπουργός θα διαδήλωνα κι εγώ»!!!

 

ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Το πέρασμα στη φιλελεύθερη αστική διαχείριση, που στην Ελλάδα έγινε συμβατικά από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, εξελίχθηκε με σημαντικές καθυστερήσεις, λόγω των δυσκολιών του αστικού πολιτικού συστήματος να πετύχει αρχικά την αναγκαία κοινωνική συναίνεση στα νέα ήθη και λόγω της δράσης του ταξικού κινήματος, ιδιαίτερα από την ίδρυση του ΠΑΜΕ και μετά. Η σταδιακή συνειδητοποίηση των επιπτώσεων των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων κατά τη δεκαετία 2000-2010, παρά τη σχετική φθορά που επέφερε στην επιρροή των αστικών κομμάτων, δεν οδήγησε σε βήματα στην ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος. Η έγκαιρη ίδρυση του ΠΑΜΕ από το Κόμμα και η σταδιακή μορφοποίηση της Λαϊκής Συμμαχίας (ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ και ΟΓΕ) σωστά διαχώρισε οργανωτικά τις ταξικές επαναστατικές δυνάμεις που θα έδιναν τη μάχη της ανασυγκρότησης του κινήματος. Παρ’ όλες όμως τις επιτυχίες και την καταξίωση του ΠΑΜΕ στη συνείδηση των εργατικών μαζών, η λογική της ανάθεσης δεν είχε αντιμετωπιστεί ριζικά, λόγω και της μακρόχρονης πρακτικής που επιβίωνε και στο κομματικό ακόμα δυναμικό. Δεν επιτεύχθηκε έγκαιρα ο στόχος της μαζικοποίησης των συνδικάτων και της αλλαγής των συσχετισμών. Ο ερχομός της κρίσης και η συνακόλουθη βίαιη εσωτερική υποτίμηση και επιβολή του συνόλου της σύγχρονης αστικής στρατηγικής για την κερδοφορία του μονοπωλιακού κεφαλαίου απαιτούσε την άμεση αντεπίθεση της εργατικής τάξης με ορίζοντα την κατάκτηση της εργατικής- λαϊκής εξουσίας. Ενώ όμως οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις του ΠΑΜΕ είχαν πρωτόγνωρη μαζικότητα και κατέκτησαν νέα ποιοτικά στοιχεία στη σύγκρουση με τους μηχανισμούς καταστολής, η πραγματικότητα της έλλειψης συνδικάτων σε μια σειρά χώρους και της κυριαρχίας του εργοδοτικού- συντεχνιακού συνδικαλισμού στην πλειοψηφία των οργάνων οδήγησε τις μάζες που μπήκαν σε κίνηση αυθόρμητα στο να ποδηγετηθούν σε αταξικές-αναποτελεσματικές μορφές πάλης («κίνημα της πλατείας») και αιτήματα. Κατά συνέπεια μπροστά στις εκλογές προσχώρησαν στη λογική του εφικτού (ΣΥΡΙΖΑ) ή και σε αντιδραστική-φασιστική κατεύθυνση με τη λογική της εξεύρεσης αποδιοπομπαίου τράγου. Και στις δύο περιπτώσεις η λογική της ανάθεσης παραμένει κυρίαρχη. Οι περιπτώσεις εργασιακών χώρων όπου η δουλειά των ταξικών δυνάμεων είχε φτάσει στην απαιτούμενη ποιότητα (Χαλυβουργεία, ξενοδοχεία, Ανακύκλωση κλπ) απέδωσαν πλούσιους καρπούς, και μολονότι δεν καθόρισαν τις εξελίξεις έδειξαν πόση δυναμική και πόση ανάταση μπορεί να δημιουργήσει ο αγώνας της εργατικής τάξης, πόσο μπορεί να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει το σύνολο της κοινωνίας ώστε να σπάσει τα δεσμά της καπιταλιστικής σκλαβιάς.

 

ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ, ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΕΝ ΟΨΕΙ ΚΡΙΣΙΜΩΝ ΜΑΧΩΝ

Στην επερχόμενη περίοδο με μαγιά τις εργατικές δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ θα πρέπει να κατακτηθεί ένα διαλεκτικό άλμα στη συνείδηση συνολικά των λαϊκών τάξεων που στενάζουν από ανέχεια που δεν έχουν ξαναγνωρίσει. Τον κρίσιμο ρόλο θα τον παίξει ο βαθμός ΕΜΠΡΑΚΤΗΣ συμμετοχής του εργαζόμενου λαού στον ταξικό αγώνα, η συνειδητοποίηση του ρόλου του ως ανατροπέα των καπιταλιστών και δημιουργού της νέας κοινωνίας. Ο εργαζόμενος θα πρέπει έμπρακτα να βλέπει την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του που το σύστημα πλέον του αρνείται , ως συνάρτηση της συμμετοχής του στον αγώνα . Η δράση των Λαϊκών Επιτροπών θα είναι ο αποφασιστικός κρίκος ώστε να σπάσει η λογική της ανάθεσης, κατευθύνοντας τη δράση τους:

• Στην ενοποίηση της λαϊκής πάλης σε καθημερινή, 24ωρη βάση.

• Στην έμπρακτη αλληλεγγύη και υπεράσπιση του λαού από τον ίδιο το λαό. Κρίσιμα στοιχεία- κρίκοι για την υπέρβαση της ψυχολογίας της ανάθεσης θα είναι:

1. Η άμεση ανταπόκριση της Λαϊκής Συμμαχίας σε κάθε έκκληση για βοήθεια, η αποτελεσματική στήριξη των λαϊκών οικογενειών. Η εμπειρία από τις ματαιώσεις διακοπών ηλεκτροδότησης πρέπει να διευρυνθεί με την επιβολή της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τα μαθήματα σε παιδιά λαϊκών οικογενειών και κάθε άλλη ανάγκη.

2. Η ανάληψη καθηκόντων εκ μέρους των βοηθούμενων για τη στήριξη άλλων οικογενειών, για τη δράση της λαϊκής επιτροπής, ώστε να γίνεται συνείδηση ότι η αλληλεγγύη είναι διαλεκτική, ταυτόχρονα προσφορά και απολαβή, όχι ελεημοσύνη, ούτε προστασία από κάποιον Ρομπέν των Φτωχών.

3. Η δημιουργία μέσα από τη δράση αποφασιστικά μόνιμων επιτροπών, μηχανισμού των λαϊκών επιτροπών, που να τραβήξουν από την οικιακή απομόνωση τα λαϊκά στρώματα σε καθημερινή κοινή ζωή. Σημαντικότατος θα είναι ο ρόλος της πολιτιστικής δημιουργίας, των μορφωτικών δράσεων, της στήριξης ηλικιωμένων ή νέων ζευγαριών με παιδιά κλπ.

• Στη λειτουργία των λαϊκών επιτροπών με όρους οργάνου της Λαϊκής Συμμαχίας/μελλοντικά της Λαϊκής Εξουσίας. Επομένως με δημοκρατική λειτουργία και λήψη των αποφάσεων, με σταθερές συνεδριάσεις, με συμμετοχή και ευθύνη των εργαζομένων στην υλοποίηση των αποφάσεων, καθώς και με έμπρακτη ανυπακοή και ακύρωση με τη μαζική λαϊκή δράση της αστικής κρατικής «νομιμότητας»- καταστολής.

• Στην αποφασιστική επιμονή για προσέλκυση στη δράση ΟΛΩΝ των λαϊκών ανθρώπων που υποφέρουν, ασχέτως κομματικής τοποθέτησης. Να ξεπεραστεί η λογική της κομματικής συσπείρωσης. Πρόκειται για τη Συμμαχία όλων των εργατών, όλων των αυτοαπασχολούμενων της πόλης και της υπαίθρου.

Στο βαθμό που μια κρίσιμη μάζα εργαζομένων θα υπερβεί την ψυχολογία της ανάθεσης και θα συναρτά την καθημερινή της επιβίωση με τον αγώνα της, μέσα από τη Λαϊκή Συμμαχία, για την ανατροπή του καπιταλισμού, θα έχει γίνει ένα μεγάλο ποιοτικό άλμα στη διαμόρφωση συνείδησης της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της, της συνείδησης του εργάτη ως φορέα και υποκειμένου της επανάστασης και της νέας κοινωνίας. Το Κόμμα θα εκπληρώσει έτσι το καθήκον της προετοιμασίας των υποκειμενικών προϋποθέσεων της επανάστασης. Πρόκειται για καθήκον με επείγοντα χαρακτήρα, δεδομένου ότι η κρίση του συστήματος είναι τέτοια που ίσως πολύ σύντομα να κληθεί το κίνημα να σηκώσει το γάντι της επαναστατικής κατάστασης. Και τότε η τάξη, ακούγοντας το σάλπισμα της πρωτοπορίας της, θα πρέπει να είναι έτοιμη να αναλάβει τις τύχες του κόσμου στα χέρια της.

Ζήτω το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ

 

* Ο Διονύσης Ξενάκης είναι μέλος της ΚΟΒ Ηθοποιών του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΪΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΜΕ ΤΟ ΚΚΕ

του Παναγιώτη Καραβασίλη

 «Χορδές αχρήστων εντολών τα πλήκτρα. Δείκτες τιμών

χλωμά τα προσωπεία. Εικόνες πλαστές σε ιστογράμματα…

Βίοι λαών ανταλλάσσουν στα ταμεία…»

(Ζάι Τεκ)

 

«Η βιομηχανική ζωή γίνεται έτσι μια διαδοχή

περιόδων μέσης δραστηριότητας, ευημερίας,

υπερπαραγωγής, κρίσης και στασιμότητας».

(Μαρξ, Κεφάλαιο Ι)

 Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο από την εποχή της φεουδαρχίας, ότι το τραπεζικό κεφάλαιο είναι συγκεντρωτικό. Με μοχλούς συνθέτουν το σύστημα. Αποτελούν με τη σειρά τους, τη σημαντικότερη, βίαια ώθηση για την επίτευξη, του μεγίστου βαθμού, της καπιταλιστικής συγκεντροποίησης (καρτέλ - trust). Αντικαθιστούν, αντιπροσωπεύουν όλες τις δραστηριότητες, του καπιταλισμού παγκοσμίως! Η απληστία των πολυεθνικών, κεφαλαίου, τοκογλύφων κλπ, περιγράφεται με αδρές γραμμές στο διαχρονικό «κεφάλαιο» έργο του Μαρξ: «Με το 10% κέρδος, αισθάνονται σίγουροι! Με το 20% γίνονται ζωηροί! Με το 50% είναι τολμηροί! Με το 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπους, και εγκληματούν! Με το 300% και βάλε μπορεί να φτάσουν για τα υπερκέρδη, σε πόλεμο»! Η ενοποίηση των κερδών και η διαίρεση, πραγματοποιούνται για να «εξαφανίζονται», οι κίνδυνοι, του ανταγωνισμού. Ανεβαίνει η κυκλοφορία των μετοχών του χρηματιστηρίου, αυξάνεται η ασφάλεια του κεφαλαίου. Το χρηματιστηριακό κεφάλαιο είναι ταυτισμένο με το τραπεζικό, μετατρέπεται σε βιομηχανικό. Με τη συσσώρευση γίνεται εξαγωγή κεφαλαίων. (και με τα τοξικά ομόλογα). Το χρηματιστηριακό κεφάλαιο, δε ζητάει «ελευθερία» αλλά κυριαρχία. (Την περίοδο της δουλείας, έμπαιναν οι δούλοι ενέχυρο, μέρος των «χρηματικών διαθεσίμων» των τραπεζιτών!) Λειτουργούν όλα αυτά με την κυριαρχία των αστικών νόμων. Εγγυάται το κράτος την εσωτερική αγορά. Διευκολύνει την κατάσταση των εξωτερικών αγορών (ΕΕ, ΗΠΑ, ΙΑΠΩΝΙΑ). Η καπιταλιστική Κίνα, κάνει φασόν εξαγωγή κεφαλαίου στην υποσαχάρια Αφρική, με μεροκάματα 50 σεντς! Μια ανελέητη άλλη μορφή σκληρής φεουδαρχίας! Εξ αυτού και τα πλεονάσματα σε αμερικανικά ομόλογα! Οι ανταγωνισμοί, οι κρίσεις του κεφαλαίου, οι «καρχαρίες…» περιγράφονται από τον Ενγκελς Αντι-Ντύρινγκ, ΙΙΙ: «Το εμπόριο σταματάει οι αγορές είναι κατάφορτες, τα προϊόντα βρίσκονται εκεί σε όγκους και απούλητα, τα μετρητά γίνονται αόρατα, η πίστη εξαφανίζεται, τα εργοστάσια σταματούν οι εργατικές μάζες στερούνται τα μέσα ύπαρξης, γιατί παρήγαγαν πολλά απ’ αυτά, οι πτωχεύσεις ακολουθούν τις πτωχεύσεις, οι αναγκαστικοί πλειστηριασμοί τους αναγκαστικούς πλειστηριασμούς. Η έμφραξη βαστάει ολόκληρα χρόνια, παραγωγικές δυνάμεις και προϊόντα σπαταλούνται και καταστρέφονται κατά μάζες, ώσπου τα στοκ των συσσωρευμένων εμπορευμάτων ρευστοποιούνται τέλος με μεγαλύτερη ή μικρότερη υποτίμηση, ώσπου η παραγωγή και η ανταλλαγή ξαναπαίρνουν βαθμιαία την πορεία τους. Η κίνηση προοδευτικά επιταχύνεται, περνάει στο τροχάδην το βιομηχανικό τροχάδην γίνεται καλπασμός κι ο καλπασμός αυτός επιταχύνεσαι ξανά ως την αφηνιασμένη ταχύτητα ενός γενικού steeple chase (ιπποδρομιακού αλληλοκυνηγητού) της βιομηχανίας, του εμπορίου, της πίστης, της κερδοσκοπίας, για να καταλήξει, έπειτα από τα πιο επικίνδυνα πηδήματα, να ξαναβρεθεί …στην τάφρο του κραχ. Και πάντοτε η ίδια επανάληψη».

Η σύγχρονη «θρησκεία» της ανταγωνιστικότητας οδηγεί σε χάσματα, ανισότητες για τους πολλούς, και κέρδη υπέρ των ολίγων. Δεν έχει σαφώς καμιά κοινωνική προσφορά, αλλά λειτουργεί υπέρ της γενικής υπερ (παραγωγής) κερδών… της καπιταλιστικής ιδιοποίησης. Είναι η αιτία των καπιταλιστικών κρίσεων. Τα κράτη έγιναν «Νάνοι», οι πολυεθνικές γίγαντες. Εξ αυτού και οι διαρκείς εκβιασμοί: «Πυροβολισμοί με σιγαστήρες… Σκοτώνουν κράτη εξ’ επαφής…» (Νέα βία). Οι τραπεζίτες στα «ομόλογα θανάτου!!!», έχουν και τα λογιστικά - χρηματιστηριακά διαθέσιμα μαζί με τις off shores (990) τρις δολάρια. Οι λαοί χρωστούν 50 τρις. Αυτοί χρωστούν στους λαούς από τα Υπερκέρδη - υπεραξία. Οχι οι λαοί. Η «πανούκλα» του οικονομικού αυταρχισμού, φτιάχνει το «αβγό του φιδιού», το φασισμό…

 

Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ…

Ο Μαρξ έγραφε: «Η αστική τάξη δεν μπορεί να υπάρχει δίχως να επαναστατικοποιεί αδιάκοπα τα εργαλεία παραγωγής, τις σχέσεις παραγωγής, συνεπώς όλες τις κοινωνικές σχέσεις…». Η διαδρομή από τη βιομηχανική περίοδο, στη μεγίστη τεχνολογική, κυρίως της πληροφόρησης, συνοδεύτηκε από την άνοδο του χρηματιστηριακού κεφαλαίου (Nasdaq) υπέρμετρα. Εσκασαν οι «φούσκες»! Οι υπερτιμημένες μετοχές, οι χρηματιστηριακές απάτες, η Enron, η «Ενρονίτιδα» του κεφαλαίου, η Global Grossing, Worldcom ήταν εν δυνάμει «ασθένειες της απληστίας» των πολυεθνικών εταιρειών. Οι «αδιάφθορες» αναλογιστικές εταιρείες, βοήθησαν αρκούντως τη χρηματιστηριακή παράκρουση, μέχρι το κραχ της Lehman Brothers. Ούτε η «νομισματική τάξη» ούτε οι «ασύμμετρες αγορές» τους φρέναρε… Οι αρχαίοι Λατίνοι έλεγαν: «est res saura misera» (η δυστυχία είναι ιερό πράγμα), αφού τα «ρήματα» της δυστυχίας διερύνονται από τη δικτατορία των αγορών: υποδουλώνει, καταπιέζει, εκμεταλλεύεται, εξαθλιώνει. Αν η ναζιστική αγριότητα υπηρετούσε τους σχεδιασμούς του φασισμού, οι τραπεζίτες ιστορικά υπηρετούν τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου μέχρι, του στρατιωτικού ιμπεριαλισμού. Παράγουν φασισμό, αγριότητα, πόλεμο, ανισότητα. Απομυζούν τον ιδρώτα της υπεραξίας των ανθρώπων του μόχθου. Τις τελευταίες σταγόνες, όταν πέφτουν στην έρημο, ρουφάει ο καπιταλιστικός σκορπιός. Η μεγάλη εσωτερική αγορά χωρίς σύνορα, η νομισματική ένωση στην καπιταλιστική ευρωένωση, κατεδαφίστηκε από τις ανισότητες του Μαάστριχτ. Οι δημοκρατικοί θεσμοί, όπως κατακτήθηκαν (Διαφωτισμός, Κομμούνα του Παρισιού, Οκτωβριανή Επανάσταση), όλες οι ενεργές συμπαραστάσεις της Ιστορίας, πολεμήθηκαν αγρίως από τους μηχανισμούς της ΕΕ. Τα συνταγματικά δικαιώματα, εργατικά, φυλακίστηκαν από τις οικονομικές καγκελόφρακτες νόρμες. Ο ολιγαρχικός «πατριωτισμός» είναι υποκριτικός. Αφού η διευρυνόμενη, προϊστορική βαρβαρότητα διευρύνει τις αποκλειόμενες ζώνες. Συνοδεύτηκε από την ενσωμάτωση, απουσία: ριζοσπαστικών απόψεων, ρήξεις με τον πυρήνα της ΕΕ, την ένταξη μέρους της «εργατικής τάξης», στις νέο-φιλελεύθερες απόψεις της Σοσιαλδημοκρατίας με την ενσωμάτωση της «εργατικής αριστοκρατίας» στις ιδέες της αστικής τάξης… Ετσι περιέγραψε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός την κατάσταση - τη μεταπολίτευση: «Αντιστασιακούς έχουμε! Εξ αντιστάσεως δεν έχουμε!». Φανερώνει, πως φτάσαμε στη διάλυση, ενσωμάτωση της ΓΣΕΕ, στο αστικό σύστημα. Στη διάλυση των εργατικών κατακτήσεων και στους μισθούς Βαλκανίων, με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ολιγαρχίας!

 

Η ΕΛΠΙΔΑ…

Γι’ αυτούς που έκλαψαν, μάτωσαν, πέτυχαν ή απέτυχαν στη διαρκή πάλη των ιστορικών εργατικών αγώνων, καταγράφεται η συνέχεια, για ένα καλύτερο αύριο, απ’ το σύντριμμα, του Ενγκελς: «Ποιος πυρσός του πνεύματος έσβησε, ποια να σταμάτησε καρδιά»; Ο Βολταίρος (1694-1778), φιλόσοφος και συγγραφέας του γαλλικού διαφωτισμού, έγραφε κατά της φεουδαρχίας: «Συντρίψτε τις απαίσιες, αισχρές, άτιμες προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες των μηχανισμών της εξουσίας»! (écrasez l’ infâme superstition). Τα ψέματα, θα λέγαμε σήμερα, την καπιταλιστική λαίλαπα, το βούρκο των τοκογλύφων, τα κερδοσκοπικά όργια, που μας γυρίζουν στην προϊστορία. Ο Φίχτε (1762-1814) προδρομικός του Μαρξ, έγραφε για τη λειτουργία του κράτους μέσα στη Δημοκρατία: «Το κράτος δεν είναι κάτι πρωταρχικό και αυθύπαρκτο, παρά είναι το μέσο προς ένα σκοπό. Το σκοπό να κυριαρχεί, όλο και περισσότερο ο ανθρωπισμός μέσα στο κράτος…». Ο εκπρόσωπος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας, Φίχτε, ανέλυσε τις πτυχές του κράτους, την ηθική! Κι αν ο Σοσιαλισμός ήταν απότοκος της βιομηχανικής εξέλιξης, η ανατροπή του ήταν η καπιταλιστική παλινόρθωση μέσα από τις «διαδρομές» της γραφειοκρατίας! Να ακουστεί η αλήθεια, όπως αναφέρει ο Λένιν, για τα λάθη του παρελθόντος: «Να αντικρύσουμε καταπρόσωπα την αλήθεια, δίχως φτιασίδια…». Είναι το καθήκον μας! Οταν «χάνεται» ένα «παιχνίδι» στην ιστορία, το «παιχνίδι» αρχίζει από την αρχή, με την ενεργό συμπαράσταση του παρελθόντος. Η αναφορά στα ιστορικά γεγονότα δεν έχει μόνο επικό χαρακτήρα, αλλά αισθητικό. Αφού το «αληθές» ορίζει την Ιστορία. Ακόμα και η φιλοσοφία του «πόνου», δράματος, γίνεται εργαλείο ανθρωπισμού, όπως αναφέρει ο Βίκτορ Ουγκώ (1802-1885), στους «Αθλίους». Σε αυτήν την αθλιότητα στηρίζεται το ευρωπαϊκό καπιταλιστικό οικοδόμημα. Οι αμέτρητες εξεγέρσεις των εργατών δημιούργησαν Ιστορία, μέσα από το αμόνι του «σιδηρουργού». «Μπορούν να γίνουν πάλι «σπίθες» πάλης ξεκίνημα - νέοι αγώνες…». Αντίθετα, στις οδηγίες της καπιταλιστικής ευρωένωσης, για τη «σωφρονιστική αποικία» που σχεδιάζουν όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλους τους αδύναμους κρίκους που τη συγκροτούν (Νότος), υπάρχει ελπίδα: «Αν έχουμε κάποια ελπίδα σήμερα, είναι γιατί κάποιοι δεν είχαν καμία ελπίδα στο παρελθόν…» όπως αναφέρει ο Αμερικανός φιλόσοφος, γερμανικής καταγωγής, Χέρμπετ Μαρκούζε στο «Μονοδιάστατο άνθρωπο». Γιατί φυσικά, αγωνίστηκαν για μια ελπίδα, έναν σκοπό, χωρίς να υπάρχουν προϋποθέσεις, δημιούργησαν ιστορίες ελευθερίας, ανθρωπισμού.

Η ενεργός συμπαράσταση του παρελθόντος, οι ταξικοί αγώνες, οι επαναστάσεις: η μεγάλη γαλλική αστική επανάσταση (1789). Το «φάντασμα» στην Ευρώπη του 1848, που έβλεπε ο Μαρξ να παρουσιάζεται στην Ευρώπη, εξακολουθεί να ταράζει τη σημερινή καπιταλιστική Ευρώπη. Το κομμουνιστικό μανιφέστο, με κεντρική ιδέα: «Η ιστορία όλων των λαών, κοινωνιών, είναι ιστορία της πάλης των τάξεων…», τοποθετούσε, έβαζε ως ιστορικό υποκείμενο της ιστορίας τον άνθρωπο. Το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε…» έπαιρνε σάρκα και οστά, για την απελευθέρωση της εργατιάς παγκοσμίως. Η αντίθεση μεταξύ φτώχειας και πλούτου θεμελιώνεται από την υλιστική αντίληψη και την ταξική θεώρηση της ιστορίας… Εμπλουτίζεται διαρκώς μέσα στις νέες συνθήκες. Η διευρυνόμενη προϊστορική βαρβαρότητα του κεφαλαίου, καπιταλιστικού, ιμπεριαλισμού καταδείχνει ότι η φιλοσοφία των Μαρξ Ενγκελς, για τη θεωρία της αξίας της παραγωγής, εμπορευματοποίησης, αλλοτρίωσης, είναι διαρκώς επίκαιρη! Γεννάει πείνα, πολέμους, εξαθλίωση. Δείχνει το δρόμο για την αληθινή ιστορία. Στηρίζεται στο διαλεκτικό ιστορικό υλισμό. Για έναν κόσμο με επικεφαλής την ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα. Οι «νεκροθάφτες» της αδικίας, του καπιταλισμού είναι οι προλετάριοι. Πυροδοτούν τα «φαντάσματα» της ιστορίας, του μέλλοντος. Η μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) και η Λενινιστική θεωρία, μας κάνουν να κατανοήσουμε καλύτερα τη συμπεριφορά του καπιταλισμού. Τη διευρυνόμενη προϊστορική βαρβαρότητα του κεφαλαίου, χρηματιστηριακού, που παράγουν ανισότητες, αποκλειόμενες ζώνες ανεργίας, φτώχειας. Για την οικοδόμηση ενός κόσμου δίχως εκμετάλλευση. Σήμερα που το τέλος της μισθωτής εργασίας προβάλλεται διαρκώς (δίχως ένσημα, δίχως πρόνοια και μισθούς Βουλγαρίας). Τώρα που από την ανθρωπομετρία του φασισμού (1930), περάσαμε στην οικονομετρία του σημερινού φασισμού, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, με την ιστορική θεωρία του Λενινισμού, είναι επίκαιρη, νηφάλια, βέβαια για να φωτίσει πάλι το δρόμο του 21ου αιώνα. Τις καρδιές των εργατών. Με το ΚΚΕ επικεφαλής, για τη λαϊκή εξουσία, σοσιαλισμό. Χρειαζόμαστε μια νέα ανδρεία, όπως τότε στα βουνά, τώρα στις πόλεις, στα χωριά…

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ:

Η τεχνολογία καλπάζει! Στο χώρο του διαδικτύου είχαμε μεγάλη καθυστέρηση για παρεμβάσεις! Χάσαμε την επαφή με πολλούς νέους και όχι μόνον. Γιατί, δεν απαντούσαμε σε πολλά δημοσιεύματα, αναρτήσεις του διαδικτύου… μείναμε στον «Γουτεμβέργιο».

Ο Ριζοσπάστης πρέπει να επαναφέρει τη σελίδα κριτικής για το βιβλίο, όπως και τα «Διακριτικά», που διαβάζονταν από πολλούς και εκτός ΚΚΕ, και από δεξιούς!

Με το ιστορικό σύνθημα οδηγό «Το ΕΑΜ μας έσωσε από την πείνα, θα μας σώσει και από την σκλαβιά…» να οργανωθούν οι γειτονιές, για μια ιστορική αλληλεγγύη, ακτιβισμό! Να γίνουμε πιο ελκυστικοί, όπως έλεγε ο Λένιν… όχι μόνο για τις ιδέες μας, που είναι διαχρονικά υπέρ του ανθρώπου, αλλά και για τη δράση μας στην καθημερινότητα, εδώ και τώρα. Ετσι, το «Αντισταθείτε», λογίζεται ως η διαρκής προτροπή για τη μη απώλεια της εν εγρηγόρσει καταστάσεως του ανθρώπου… βρίσκει εφαρμογή. Μαζί με την εργατική διανόηση, θέτουμε τον «αρουραίο λίθο» στα θεμέλια, υπέρ των αδυνάτων, με το ΚΚΕ, στην Πρωτοπορεία. Ετσι, ή αλλιώς, ο ζόφος του καπιταλισμού το DNA του, δεν αλλάζει. Ανατρέπεται.

 

* Ο Παναγιώτης Καραβασίλης είναι αναλυτής συστημάτων πληροφορικής, συγγραφέας, μέλος της ΑΠΕΛ-Σ, της εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

 

ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ

του Γιώργου Πολυμερίδη

Τα τελευταία μερικά χρόνια η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία ζει μια από τις μεγαλύτερες περιοδικές οικονομικές κρίσεις. Ισως αυτή κρίση να αποδειχθεί ότι θα είναι και η μεγαλύτερη παγκόσμια περιοδική οικονομική κρίση, που γνώρισε μέχρι σήμερα το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Από τη μέχρι τώρα εξέλιξη και την πορεία της γίνεται σαφές ότι η κρίση αυτή θα είναι πιο μακρόχρονη, πιο βαθιά και η μεγαλύτερη σε ένταση, που συγκλονίζει την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία με σοβαρές και πολύ βαριές επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνίας.

Παρά και ανεξάρτητα από τα όποια Μνημόνια και μηχανισμούς στήριξης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, παρά τα όποια μέτρα και τις όποιες κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις και παρά τις όποιες καπιταλιστικές διαρθρωτικές αλλαγές, η κρίση δεν πρόκειται να ξεπεραστεί τόσο εύκολα και τόσο σύντομα. Οι οικονομικές κρίσεις βρίσκονται μέσα στο DNA του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Δεν πρόκειται να υποκύψει και να υπακούσει στα κελεύσματα των καπιταλιστικών κυβερνήσεων. Οι οικονομικές κρίσεις έχουν τη δική τους σιδερένια λογική και τους δικούς τους οικονομικούς νόμους. Θα παίξουν το δικό τους παιχνίδι και τα όποια μέτρα λαμβάνονται το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αμβλύνουν την οξύτητα και την έντασή τους. Είναι βέβαιο ότι όσο μακρόχρονες και βαθιές και αν είναι αυτές οι κρίσεις, ο καπιταλισμός αργά ή γρήγορα θα τις ξεπεράσει. Θα βρει διέξοδο. Δεν υπάρχουν μόνιμες κρίσεις.

Ο Β. Ι. Λένιν, επικρίνοντας εκείνους τους επαναστάτες που προσπαθούσαν μερικές φορές να αποδείξουν πως η κρίση δεν έχει καμιά διέξοδο, έλεγε: «Αυτό είναι λάθος. Τελείως αδιέξοδες καταστάσεις δεν υπάρχουν» (Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 41, σελ. 229).

1) Τι κρίσεις είναι οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις του σύγχρονου καπιταλισμού;

Στην απάντηση του ερωτήματος αυτού υπάρχουν διαφορετικές απόψεις, όπως ότι οι κρίσεις είναι κρίσεις του χρέους, ότι είναι κρίσεις κακής δημοσιονομικής διαχείρισης, ότι είναι κρίσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών κτλ.

Από το 1825, που ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση του καπιταλισμού πέρασαν πολλά χρόνια. Από τότε μέχρι σήμερα συντελέστηκαν πολλές και μεγάλες αλλαγές στον ίδιο τον καπιταλισμό ως κοινωνικο-οικονομικό σύστημα. Η μέχρι σήμερα ιστορία των οικονομικών κρίσεων απέδειξαν ότι όλες οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού δεν είναι κρίσεις ούτε του χρέους, ούτε της κακής δημοσιονομικής διαχείρισης, ούτε και κρίσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών. Αντίθετα. Ολες οι οικονομικές που έζησε ο καπιταλισμός ήταν κρίσεις υπερπαραγωγής. Τούτο σημαίνει ότι η κρίση εκδηλώνεται πρώτα στο προτσές της παραγωγής και εμφανίζεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, όταν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πουληθούν, γιατί έχουν παραχθεί περισσότερα εμπορεύματα απ’ όσα είναι σε θέση να αγοράσουν οι εργαζόμενοι. Και δεν μπορούν να τα αγοράσουν γιατί η αγοραστική τους ικανότητα, μέσα στα πλαίσια των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι πολύ περιορισμένη. «Η τελική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου - Γ.Π.) (κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σελ. 610).

Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα «περισσεύματα» των εμπορευμάτων να γεμίζουν τις αποθήκες. Οι καπιταλιστές υποχρεώνονται να μειώνουν την παραγωγή και να απολύουν τους εργάτες. Επιπλέον, η οικονομική κρίση οδηγεί σε λουκέτα, στο κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων, εμπορικών καταστημάτων και τραπεζών. Εκατοντάδες και χιλιάδες μικροπαραγωγοί της πόλης και του χωριού καταστρέφονται. Προκαλούνται αναταραχές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι καπιταλιστές έχουν μεγάλη ανάγκη από ρευστό χρήμα. Στα χρηματιστήρια ξεσπούν κραχ, πέφτουν τιμές των μετοχών, των ομολόγων και των άλλων τίτλων. Σ’ αυτές τις συνθήκες εντείνονται πολύ τα προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε λίγα χέρια.

Πρέπει να αναφέρουμε ακόμα ότι η υπερπαραγωγή των εμπορευμάτων δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική. «Οταν λένε ότι η υπερπαραγωγή είναι μόνο σχετική, αυτό είναι πέρα για πέρα σωστό». (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σελ. 325). Κοντολογίς, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει περίσσευμα εμπορευμάτων μόνο σε σύγκριση με την αγοραστική ικανότητα των λαϊκών μαζών και με τις πραγματικές τους ανάγκες. Δηλαδή, αν η παραγωγή γινότανε με κριτήριο την κάλυψη των πραγματικών αναγκών της εργατικής τάξης των άλλων λαϊκών στρωμάτων, τότε δεν θα υπήρχε καμιά υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, συνεπώς δεν θα υπήρχε και καμιά οικονομική κρίση. Ομως μέσα στα στενά πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αυτό είναι απολύτως αδύνατο να συμβεί.

2) Επομένως, οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις και του σύγχρονου καπιταλισμού είναι κρίσεις που δεν έχουν αλλάξει το χαρακτήρα τους. Είναι κρίσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με τις οικονομικές κρίσεις των απόψεων που αναφέραμε ήδη. Αλλωστε δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι οικονομικές κρίσεις από μιας εξαρχής λέγονται κρίσεις υπερπαραγωγής εμπορευμάτων.

Επιβεβαίωση για του λόγου το αληθές είναι οι αντιλήψεις των κλασικών του μαρξισμού-λενινισμού. Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τα έργα τους, από τα οποία φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για κρίσεις υπερπαραγωγής εμπορευμάτων και όχι κρίσεις υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και κερδών.

Να πώς περιγράφει ο Κ. Μαρξ την κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων:

α) «Η κύκληση του κεφαλαίου συντελείται κανονικά μόνο εφόσον οι διάφορες φάσεις του περνάνε η μια στην άλλη χωρίς σκαλώματα. Αν σκαλώσει το κεφάλαιο στην πρώτη φάση Χ-Ε, τότε το χρηματικό κεφάλαιο παγώνει και γίνεται θησαυρός, αν σκαλώσει στη φάση της παραγωγής, τότε στη μια πλευρά μένουν τα μέσα παραγωγής χωρίς να λειτουργούν ενώ στην άλλη παραμένει αναπασχόλητη η εργατική δύναμη, κι αν σκαλώσει στην τελευταία φάση Ε΄-Χ΄, τότε τα σωρευμένα απούλητα εμπορεύματα φράζουν τη ροή της κυκλοφορίας» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 2, σελ. 49).

β) «Η υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν σημαίνει ποτέ κάτι άλλο από υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής - μέσων εργασίας και μέσων συντήρησης - που μπορούν να λειτουργήσουν σαν κεφάλαιο, δηλαδή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκμετάλλευση της εργασίας με ένα δοσμένο βαθμό εκμετάλλευσης» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σελ. 323).

γ) «Στις κρίσεις - ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής» (Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς, Διαλεκτά Εργα σε δυο τόμους, τ. Ι, σελ. 26).

δ) «Την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων την αρνούνται (οι αστοί οικονομολόγοι - Γ.Π.), αντίθετα παραδέχονται την υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Το ίδιο το κεφάλαιο αποτελείται όμως από εμπορεύματα ή, όταν αποτελείται από χρήμα, πρέπει κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο να επαναμετατραπεί σε εμπορεύματα, για να μπορεί να λειτουργήσει σαν κεφάλαιο. Τι θα πει λοιπόν υπερπαραγωγή κεφαλαίου: Θα πει υπερπαραγωγή των αξιακών εκείνων μαζών, που προορίζονται να παράγουν υπεραξία (ή, εξεταζόμενες ως προς το υλικό περιεχόμενό τους, θα πει υπερπαραγωγή εμπορευμάτων που προορίζονται για την αναπαραγωγή) - δηλαδή αναπαραγωγή σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, πράγμα που είναι το ίδιο με την υπερπαραγωγή γενικά» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. IV, μέρος δεύτερο, σελ. 621).

Και οι απόψεις του Β. Ι. Λένιν είναι σαφείς και κατηγορηματικές:

α) «Τι είναι κρίσεις; Υπερπαραγωγή, παραγωγή εμπορευμάτων που δεν μπορούν να βρουν ζήτηση» (Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 2, σελ. 170).

β) «Οι κρίσεις με τη μορφή ακριβώς της υπερπαραγωγής ή με το “σταμάτημα της πούλησης των εμπορευμάτων” …, είναι φαινόμενο που προσιδιάζει αποκλειστικά στον καπιταλισμό» (Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 34, σελ. 364).

Πρόταση: Θεωρώ αναγκαίο και απαραίτητο το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ να αλλάξει τις διατυπώσεις στη Θέση 9 (σελ. 7), στη Θέση 70 (σελ. 55) και στη Θέση 71 (σελ. 55), στις οποίες γίνεται λόγος για κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.

Αντ’ αυτού προτείνω στις παραπάνω Θέσεις να διατυπωθεί ότι πρόκειται κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων.

Οι τροποποιήσεις αυτές δεν είναι καθόλου ένα σχολαστικισμός. Είναι ουσιαστικές οι τροποποιήσεις, που κατά την ταπεινή μου γνώμη, διορθώνουν και βελτιώνουν τις εν λόγω Θέσεις.

 

* Ο Γιώργος Πολυμερίδης είναι μέλος της ΚΟΒ Ζωγράφου του ΚΚΕ.

 

 

«ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ»

του Μπάμπη Τριλίβα

Η διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης ως διαλεκτική σχέση αφηρημένου και συγκεκριμένου είναι η ίδια η διαλεκτική σχέση θεωρίας και εμπειρίας συν τη διαλεκτική σχέση θεωρίας και πραγματικής και συγκεκριμένης ιστορίας.

Με αυτή την έννοια υπάρχει αντικειμενική οικονομική ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ που αποδεικνύεται από την ύπαρξη των αιτιωδών συνδέσμων όπως: υπεραξία, συσσώρευση, οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, κέρδος, από τη λειτουργία των οποίων προκύπτουν οι ΝΟΜΟΙ στις φάσεις: Γέννησης, κίνησης, ανάπτυξής του, όπως οι ΝΟΜΟΙ αντίστοιχα: υπεραξίας, συσσώρευσης κλπ.

ΜΕΘΟΔΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗΣ αποτελούν κατ’ αρχήν οι ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ του Μαρξ, όπως: εκμετάλλευση, υπεραξία, κέρδος κλπ., την ύπαρξη των οποίων αποδεικνύουν τα ΜΕΤΡΑ των μεγεθών αυτών όπως: οι ΤΙΜΕΣ και τα ΠΟΣΟΣΤΑ συσσώρευσης, κέρδους κλπ.

ΟΡΓΑΝΑ ΕΡΕΥΝΑΣ της λειτουργίας των αντίστοιχων ΝΟΜΩΝ όπως π.χ. των ΝΟΜΩΝ της ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, είναι η ίδια η γνώση των μεθόδων αυτών π.χ. ΤΑ ΣΥΝΟΛΑ: του κεφαλαίου, της συσσώρευσης, της υπεραξίας, της Ο.Σ.Κ., του κέρδους, της μάζας αναπαραγωγής του εφεδρικού στρατού.

ΟΡΓΑΝΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ αποτελούν οι ίδιοι οι ΝΟΜΟΙ σε κάθε φάση π.χ. στη φάση της παραγωγής του καπιταλισμού ισχύουν οι ΝΟΜΟΙ των ανισομερειών, του ανταγωνισμού, της συσσώρευσης κλπ., ενώ στη φάση της ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ του, ισχύουν οι ΝΟΜΟΙ της υπεραξίας, συσσώρευσης, Ο.Σ.Κ., αναπαραγωγής του εφεδρικού στρατού, των της δράσης των ΤΡΑΠΕΖΩΝ, των ΜΟΝΟΠΩΛΙΩΝ κλπ.

ΜΑΚΡΟΪΣΤΟΡΙΚΑ ο καπιταλισμός γεννήθηκε τέλη του 15ου με αρχές 16ου αιώνα και γενικεύτηκε αρχές 18ου με πρώτη κρίση το 1825 και τελευταία το 2009 σε σύνολο περίπου 37 υφέσεων - κρίσεων. Προϊόν ιστορικής ακολουθίας, έχουν προηγηθεί το δουλοκτητικό και φεουδαρχικό, μανουφακτούρα, έχει ληξιαρχική πράξη γέννησης και θάχει αντίστοιχη εξαφάνισης, εκείνη της γέννησης του ιστορικού σοσιαλισμού.

Διέξοδο από τις κρίσεις αποτέλεσαν οι ΠΟΛΕΜΟΙ. Οι καταστροφές και η ανάγκη ανοικοδόμησης περιοχών του πλανήτη αποτέλεσαν ευκαιρίες υπερεπενδύσεων και υπερκερδών.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ οι επενδύσεις 5 αιώνων αφορούν κυρίως ΠΑΓΙΟ και ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΚΟ κεφάλαιο, και η απασχόληση εξαρτάται πάντα από το ρυθμό σχηματισμού - ανασχηματισμού και παραγωγής - αναπαραγωγής κεφαλαίου, δηλ. του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.

Η παραγωγική και η μη παραγωγική ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ δηλ. μέσων παραγωγής, και οι ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ μεταξύ των καπιταλιστών του τομέα Ι και ΙΙ, έχουν συγκριτικά μεγαλύτερη σημασία με την παραγωγικότητα και την υπερεργασία, ανταλλαγές και σχέσεις που μας προσφέρουν τις ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ και ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ της ΜΕΘΟΔΟΥ των ΣΥΝΑΡΤΗΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ.

Η φτηνή απασχόληση, η φτηνή μάζα εργασίας, διαφέρει από τη ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΕΡΓΗ ΜΑΖΑ, η οποία εμποδίζει τη συνεχή και αυξανόμενη παραγωγή υπεραξίας, κέρδους, που αποτελούν από θέση ΑΡΧΩΝ τις προϋποθέσεις των ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ. Η μεγάλη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου, και της ενεργού ζήτησης μειώνει το ενδιαφέρον, κάνοντας ασύμφορη την μαζική χρήση ΠΑΓΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ - νέας τεχνολογίας - δομικής ανανέωσης, η έλλειψη του οποίου επιδεινώνει παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα, κέρδη, μεγέθη που σχετίζονται άμεσα με την νέα τεχνολογία, την μείωση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου, και την ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και έμμεσα με την ΕΝΤΑΣΗ της εκμετάλλευσης, την αύξηση της υπεραξίας, και την εντεινόμενη συσσώρευση, με την έννοια ότι για μια νέα προσπάθεια ΠΛΗΘΩΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ - ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ προηγείται η εξυγίανση - η συνολική ΑΠΑΞΙΩΣΗ του συνολικού κεφαλαίου, δηλ. σύμφωνα με τις ΑΡΧΕΣ και τα ΑΞΙΩΜΑΤΑ της καπιταλιστικής οικονομικής επιστήμης, οπότε και αποφασίζεται η μαζική απαξίωση: απασχόλησης - πληθυσμών - χωρών, η πτώχευση.

Μια χώρα μπορεί να μην κάνει επενδύσεις, όχι γιατί η παραγόμενη κοινωνικά υπεραξία είναι μικρή, αλλά γιατί καταναλώνεται μη παραγωγικά και σπαταλάται, ενώ εντείνεται η απαλλοτρίωση περιουσιών υπέρ του κεφαλαίου, μέσω υψηλής φορολογίας με την οποία γίνεται και ο κρατικός καθορισμός των καπιταλιστικών κερδών. Η μέθοδος της αφαίμαξης - σπατάλης, την παραμονή της εκδήλωσης μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης δεν εμποδίζει τις συνέπειες της ανόδου στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και δεν οδηγεί σε ανάκαμψη.

Πρόκειται για το τμήμα του κυκλοφοριακού κεφαλαίου που προορίζεται για ανανέωση και επέκταση των παγίων που οδηγείται έξω από την παραγωγική διαδικασία, κερδοσκοπεί σε γη, ακίνητα, λιμνάζει στις τράπεζες. Επενδυτική αποχή, περίοδος προτίμησης ρευστότητας, και συνεχιζόμενη αντιπληθωριστική πολιτική. Τα κυκλικά μέτρα συγκρούονται με τα αντικυκλικά κίνητρα και τις νομισματικές πολιτικές, όπως πιστώσεις, νέα δάνεια, οι κύκλοι των χρεών, των ελλειμμάτων και των ομολόγων, τα οποία τροφοδοτεί έρπων πληθωρισμός και αυτά μια αβέβαιη πληθωριστική ανάκαμψη - ανάπτυξη.

Η υπερσυσσώρευση (υπερκεφαλαιοποίηση - υπερπαραγωγή κεφαλαίου), οδηγεί σε έλλειψη υπεραξίας λόγω ανόδου της Ο.Σ.Κ. (οργ. συνθ. κεφαλ.), και αυτή σε υπερπαραγωγή, η υπεραξιοποίηση σε απαξίωση, και η γρήγορη νέα συσσώρευση σε γρήγορη νέα κρίση υπερσυσσώρευσης - νέα απαξίωση. Η υποκατανάλωση μέσων παραγωγής στον τομέα ΙΙ παίρνει την μορφή υποπαραγωγής μέσων παραγωγής στον τομέα Ι. Ο καπιταλισμός είναι σε κρίση είτε υπερσυσσωρεύει, είτε δεν συσσωρεύει και δεν επενδύει. Ολες οι κρίσεις ερμηνεύονται με βάση τις εξελίξεις σε παραγωγή, ανταγωνισμό, πίστη.

Η πτώχευση είναι η προϋπόθεση της νέας συσσώρευσης, της Βασικής τεχνολογικής ανανέωσης, της αναβίωσης μιας πιθανώς καμένης παραγωγικής βάσης, αλλά και της μόνιμης υπανάπτυξης - εξάρτησης. Ο ανταγωνισμός αποτελεί τον τρόπο κίνησης του καπιταλισμού οδηγεί στα μονοπώλια που οργανώνονται σε καρτέλ, και οικοδομούν τον ιμπεριαλισμό. Εκείνοι που χρηματοδοτούν τα λαϊκά συσσίτια της κρίσης, χρηματοδοτούν και τις μοντέρνες φασιστικές λεγεώνες. Η καπιταλιστική εξουσία είναι πρωτίστως εξουσία επί ανθρώπων, και το κρίσιμο χαρακτηριστικό της είναι το ΜΙΣΟΣ για τον ΑΝΘΡΩΠΟ.

Τις επενδύσεις δεν τις καθορίζει ο Νόμος της Αγοράς, ούτε οι κοινωνικές ανάγκες, αλλά οι ΝΟΜΟΙ του καπιταλισμού. Π.χ. στην καπιταλιστική αγορά υπάρχει μια ολόκληρη αγορά, η αγορά ΜΕΣΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ που γίνεται μόνο μεταξύ των καπιταλιστών, όπου ο ΝΟΜΟΣ της συσσώρευσης αντικαθιστά το ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, διότι έχουμε προσφορά, ζήτηση και κατανάλωση κεφαλαίων και όχι εμπορευμάτων. Ο ΝΟΜΟΣ των ΑΓΟΡΩΝ δεν υπολογίζει τον παράγοντα ΧΡΟΝΟ, ενώ η σύγκριση οικονομιών γίνεται με βάση τον αναγκαίο χρόνο παραγωγής και όχι με βάση τις ΤΙΜΕΣ και το ΧΡΗΜΑ. Μέσω της ιδιοποίησης της υπερεργασίας και υπεραξίας ιδιοποιείται ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ. Η ζωή και η ελευθερία. Εδώ βρίσκεται η γενεσιουργός αιτία του ΦΑΣΙΣΜΟΥ.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω για να συσταθεί ένα ΝΕΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑ - μέσον διεθνών πληρωμών και αποθεματικού στη θέση του ΔΟΛΛΑΡΙΟΥ, όπως προτείνουν χώρες όπως η Λ.Δ. ΚΙΝΑΣ κλπ., (θα αρκούσε μια απλή καταγγελία του δολαρίου), απαιτείται ο απόλυτος σχεδιασμός και ενοποίηση της παγκόσμιας παραγωγής, κατανομής, τεχνολογίας, κοινωνικών συνθηκών, και μέσης παραγωγικότητας, που μόνο ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ μπορεί διότι μόνο σε αυτό το σύστημα ο ΧΡΟΝΟΣ αποτελεί ΕΞΙΣΩΣΗ, είναι ίσος για όλους, οπότε οι ΙΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ είτε ως χρόνοι κοινωνικής εργασίας, είτε ως ελεύθεροι παρεχόμενοι, μπορούν να περιέχονται, χρεωπιστώνονται, παράγονται, καταναλώνονται στη βάση μιας παγκόσμιας ατομικής χρονοκάρτας, καταργούμενων εμπορευματικών σχέσεων και χρήματος, σε μια προηγμένη παγκόσμια κομμουνιστική ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ κοινωνία, προϊόν συνεχών εσωτερικών ποιοτικών επαναστάσεων και έχοντας υπερβεί το φετιχισμό της υλικής παραγωγής.

Ο μαρξισμός - Σοσιαλισμός - Κομμουνισμός έχουν ανεξάντλητο περιεχόμενο και υπεριστορική κοσμική κατεύθυνση. Η Μαρξιστική γνώση αποτελεί για τις ΟΙΚΟΝΟΜ/κοινωνικές επιστήμες, κρίσιμη και διαφεύγουσα επιστημονική γνώση, διαθέτει υψηλό όραμα και λύει δεσμά.

Στη φάση της ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ είναι που παράγεται είτε η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ η οποία απαιτεί κατάργηση των μονοπωλίων, απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και πλήρη απασχόληση, είτε η ΥΦΕΣΗ και ΠΤΩΧΕΥΣΗ όπου κράτος, καπιταλιστές και μονοπώλια κερδοσκοπούν με το κοινωνικό πλεόνασμα και την κοινωνική εξαθλίωση, ανακυκλώνοντας την ύφεση - κρίση, η οποία είναι πάντοτε ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΒΑΘΜΙΔΑΣ σε σχέση με ένα βαθμό εκμετάλλευσης που αν μπορεί θα ενταθεί μέχρι τα φυσικά όρια αντοχής της εργατικής τάξης, του πληθυσμού, οπότε θα αυξηθεί η μάζα υπεραξίας - κερδών, και η φτώχεια.

Τα ποσοστά εκμετάλλευσης, υπεραξίας, συσσώρευσης και απαλλοτριωτών της μάζας υπέρ των μονοπωλίων, συνθέτουν το ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΩΝ της ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ. Πρόκειται για τον ίδιο το ΝΟΜΟ της ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ, που δείχνει τα ΟΡΙΑ του καπιταλισμού και τη ΝΕΑ ΒΑΘΜΙΔΑ των ταξικών αγώνων διεθνώς.

Ο καπιταλισμός παγκόσμιο σύστημα με πυραμιδική οργάνωση, κινείται με ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥΣ οικονομιών και κοινωνιών, παράγοντας και αναπαράγοντας το θάνατο, κερδοσκοπώντας με τα προϊόντα θανάτου, θνησιγενής και θανατηφόρος και ως ταξικός και ως ενδοκαπιταλιστικός ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ.

Μετά τη φάση της ΚΡΙΣΗΣ ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ, η καπιταλιστική οικονομική πολιτική των ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΩΝ και της ΥΠΕΡΧΡΕΩΣΗΣ, της οποίας προηγήθηκε η ΤΕΧΝΗΤΗ ΑΦΑΙΜΑΞΗ, στη φάση της ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΟΣ, δηλ. της επενδυτικής αποχής και κεφαλαιοδιαφυγής, η οποία ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ αν και φιλοδοξεί όπως ΧΡΕΗ και ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΑ να τροφοδοτήσουν τη νέα φάση μιας ισχυρής ΠΛΗΘΩΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ - ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ διεθνώς, θα καταλήξει σε μια ΝΕΑ ΥΦΕΣΗ - ΚΡΙΣΗ στο μέλλον. Αλλωστε η κάθε ύφεση οικοδομεί την επόμενη. Η ΚΡΙΣΗ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙ, και ο λόγος είναι ότι τράπεζες, κράτη και κυβερνήσεις διεθνώς στήριξαν τα ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ, τα κέρδη τους, την ένταση της εκμετάλλευσης, εμπόδισαν την εξυγίανση μέσω μιας μαζικής διεθνώς απαξίωσης κεφαλαίου, επιταχύνοντας τη διαδικασία συσσώρευσης προς μια ΝΕΑ ΚΡΙΣΗ ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ.

Η ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ήταν και είναι πάντα ΥΠΕΡΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗΣ και πάντα ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ και ουδέποτε ΤΕΧΝΙΤΗ, διότι δεν πρόκειται εδώ για την έλλειψη ευφυΐας των καπιταλιστικών κύκλων, αλλά για το ότι η ΚΡΙΣΗ είναι πάντα αποτέλεσμα του ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ και της δράσης των ΝΟΜΩΝ, που κάθε φορά και σε κάθε φάση υπερισχύουν και επιβάλλονται. ΤΕΧΝΗΤΟΙ είναι οι ΤΡΟΠΟΙ εκμετάλλευσης της κρίσης και οι ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ διαχείρισης υπέρ του κεφαλαίου.

Πρόκειται για το τέλος της φάσης του ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ και τη νέα εποχή του ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΟΥ ΝΕΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, με δημοκρατικό προσωπείο.

Στη φάση αυτή οι ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ είναι ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός, και όχι ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, η μονοπωλιακά διευθυνόμενη ΑΓΟΡΑ και όχι η ΕΛΕΥΘΕΡΗ, ισχύει το μέσο ποσοστό ΚΕΡΔΟΥΣ της ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ διεθνώς και όχι το ΑΤΟΜΙΚΟ ΚΕΡΔΟΣ του ΑΤΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ, και γίνεται ΠΑΡΑΓΩΓΗ και ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, και όχι εμπορευμάτων.

Επίσης οι ΝΟΜΟΙ που ισχύουν δεν είναι ο ΝΟΜΟΣ της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ούτε ο ΝΟΜΟΣ της ΑΞΙΑΣ ΒΡΑΧΥΧΡΟΝΙΩΣ όπου μέσω ζήτησης και προσφοράς εξισώνονται αξίες και τιμές ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ανεξάρτητων παραγωγών, αλλά ισχύει ο ΝΟΜΟΣ της ΑΞΙΑΣ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΩΣ που παίρνει τη μορφή του ΝΟΜΟΥ της ΤΑΣΗΣ ΕΞΙΣΩΣΗΣ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΩΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ, μέσω της μεταβίβασης και ιδιοποίησης της μάζας υπεραξίας, άρα και της μάζας του χρόνου υπερεργασίας. Πρόκειται για τον ίδιο τον ΝΟΜΟ της ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ.

Επίσης ισχύει ο ΝΟΜΟΣ της ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΠΤΩΤΙΚΗΣ ΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ του ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ ΔΙΕΘΝΩΣ, που υποκρύβει την ΚΡΙΣΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, και την ΤΑΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΤΕΛΜΑΤΩΣΗΣ και ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ.

Ως επιχείρηση διάσωσης προβάλλει η υλοποίηση της ΤΡΙΜΕΡΟΥΣ ΘΕΩΡΙΑΣ για έναν ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ όπου σε όλες τις χώρες θα λειτουργούν κοινοβούλια, κόμματα, εκλογές, και οι αποφάσεις σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο θα παίρνονται με βάση την ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ.

Στην αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο σκληρός πυρήνας της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, υιοθετώντας τη ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕΩΝ, η οποία τροφοδοτεί την ιστορική, εγγενή και θανατηφόρα αναγκαιότητα του ΚΕΝΤΡΟΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ για ΕΠΕΚΤΑΣΗ και μεγαλύτερο IMPERIUM, ένα 4ο ΠΟΛΙΤΙΚΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΡΑΪΧ, δηλ. μια άρρωστη νοσταλγία.

Οι αποδείξεις αυτής της υπόθεσης βρίσκονται στις ΠΑΓΙΔΕΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ (TRAP POVERTY), και στα ΜΑΤ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΑΠΟΠΝΙΓΜΟΥ (LES MAT ECONOMIC ETUFFE), σε μια σειρά χώρες σε Ευρώπη, Ρωσία, Ασία, Ν. Ευρώπη, Ελλάδα.

Η ίδια η ΚΑΜΠΥΛΗ ΚΟΣΜΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ του ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ περιέχει τη δυνατότητα ΡΗΞΗΣ της ΤΥΠΙΚΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ και ΣΠΕΙΡΟΕΙΔΟΥΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ των γνωστών φάσεων του ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΥΚΛΟΥ, δηλ.: ύφεση - κρίση υπερσυσσώρευσης - περίοδος προτίμησης ρευστότητος - στασιμότητα - τελμάτωση - πτώχευση - υποτίμηση και απαξίωση - τεχνητή αναθέρμανση - ανατίμηση κεφαλαίου και πληθωρισμός - πληθωριστικού τύπου ανάκαμψη και ανάπτυξη, Κ.Ο.Κ., προς μια ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΡΗΞΗ (ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑΣ), με ιστορική κρίση - μόνιμη τελμάτωση - ιστορική εξαφάνιση, και εμφάνιση - επικράτηση του ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ.

Το μεγάλο ζήτημα είναι Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ. Αν ο καπιταλισμός μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου θα λεγόταν ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ. Ο άνθρωπος δεν προορίζεται επ’ άπειρον να μετασχηματίζεται ούτε σε κέρδη και υπερκέρδη, ούτε σε σμύρνα και λιβάνι, αλλά για να αναδειχτούν οι ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ.

 

 

ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

του Θανάση Κανιάρη

Σύντροφοι, το κόμμα βρίσκεται σήμερα σε βαθιά κρίση, η οποία είναι απόρροια της στρατηγικής επιλογής του 18ου συνεδρίου να προτάξει ως άμεσο στόχο πάλης, τη στρατηγική επιλογή της λαϊκής εξουσίας (δικτατορία του προλεταριάτου) ακυρώνοντας έτσι την αναγκαιότητα των τακτικών του επιλογών. Μια πολιτική θέση η οποία δεν έχει υιοθετηθεί από κανένα ως σήμερα Κομμουνιστικό Κόμμα σε ολόκληρο τον πλανήτη και η οποία - κατά τη γνώμη μου - οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς μας να στραφούν στις τελευταίες εκλογές προς άλλες πολιτικές επιλογές κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες στην πολιτική γραμμή του ΚΚΕ εμφανίστηκαν με εκκωφαντικό θα έλεγα τρόπο την περίοδο των δύο εκλογικών αναμετρήσεων στις 6 Μάη και στις 17 Ιούνη και εκδηλώθηκαν με συνεχόμενες λαθεμένες επιλογές από την ηγεσία του Κόμματος.

Το κύριο χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής ήταν το σπάσιμο των δεσμών και ο απεγκλωβισμός εκατομμυρίων εργαζομένων και γενικότερα ανθρώπων των λαϊκών στρωμάτων από το αστικό δικομματικό σύστημα πολιτικής εναλλαγής στην εξουσία που είχε σαν αποτέλεσμα τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ και την υποχώρηση της ΝΔ σε ιστορικά χαμηλά ποσοστά στις εκλογές της 6ης Μάη. Περί τα 3 εκατομμύρια ψηφοφόροι - το 50% του εκλογικού σώματος - εγκατέλειψαν τα δύο αυτά κόμματα της αστικής τάξης, τα οποία δικαίως θεωρήθηκαν υπεύθυνα για την αντιλαϊκή τους πολιτική διαχείριση τη μεταπολιτευτική περίοδο και την άγρια επίθεση που εκδηλώθηκε σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων με απαρχή την υπογραφή του πρώτου μνημονίου το Μάη του 2010.

Η πολιτική αυτή μετακίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων είναι κάτι το πρωτοφανές για την πολιτική ιστορία του τόπου κάτι που συμβαίνει ίσως κάθε 50 χρόνια και τη συγκεκριμένη περίοδο υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για μια ελπιδοφόρα αντεπίθεση του λαϊκού κινήματος, με στόχο το σάρωμα βασικών στηριγμάτων του πολιτικού και οικονομικού συστήματος εξουσίας με προοπτική φυσικά το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Για να γίνει όμως αυτό, θα έπρεπε να υπήρχε ένα καλά επεξεργασμένο πρόγραμμα άμεσων στόχων πάλης από την πλευρά του Κόμματος με ριζοσπαστικές, αντιμονοπωλιακές, αντιιμπεριαλιστικές θέσεις. Δυστυχώς το κόμμα βρέθηκε παντελώς απροετοίμαστο και ανέτοιμο να παρέμβει σε αυτή την κρίσιμη πολιτικά περίοδο η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη όξυνση της ταξικής πάλης με την είσοδο στους λαϊκούς αγώνες εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι δοκίμασαν στο πετσί τους τη βαρβαρότητα της καπιταλιστικής κρίσης. Αντί αυτού, η ηγεσία του κόμματος πρόβαλε μονότονα τη διέξοδο της λαϊκής εξουσίας η οποία όμως δεν απαντούσε στα προβλήματα του σήμερα και ακόμα χειρότερα αποδείχθηκε ανίκανη να αντιληφθεί τη δυναμική των υπόκωφων πολιτικών εξελίξεων.

Οι αντιφάσεις της πολιτικής μας γραμμής, η ανάγκη δηλαδή να δώσουμε πολιτικές απαντήσεις στις άμεσες απαιτήσεις της ταξικής πάλης και η εμμονή της ηγεσίας του κόμματος να παραπέμπει στο αύριο (λαϊκή εξουσία) την επίλυση του πολιτικού και οικονομικού προβλήματος της χώρας εκδηλώθηκαν πλήρως όσο πλησίαζαν οι εκλογές της 6ης Μάη. Δύο βδομάδες πριν τις εκλογές το ΚΚΕ διατηρούσε υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά τα οποία έφταναν ως και το 14% γεγονός που σημαίνει ότι μερικές εκατοντάδες χιλιάδες νέων ψηφοφόρων είχαν πειστεί για τις πολιτικές του θέσεις. Οπως όμως ξέρουμε το παιχνίδι χάθηκε τις δύο τελευταίες εβδομάδες όταν τέθηκε καθαρά στα κόμματα το ερώτημα της παρουσίασης των πολιτικών τους θέσεων στο μείζον θέμα της οικονομικής κρίσης. Και εκεί αποκαλύφθηκε ότι το κόμμα δεν είχε επεξεργασμένες θέσεις για να αντιμετωπίσει τις νέες συνθήκες της ταξικής πάλης που δημιουργήθηκαν μετά την κατάρρευση του συστήματος δικομματικής εναλλαγής. Στην κυριολεξία πιαστήκαμε στον ύπνο. Η αφορμή αλλά μόνο η αφορμή για την αποκάλυψη της πολιτικής μας γύμνιας δόθηκε με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΚΚΕ, τη ΔΗΜΑΡ κ.α. «για τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς, με στόχο το σχηματισμό κυβερνητικής πλειοψηφίας». Το πρόβλημα του κόμματος δεν ήταν ότι έπρεπε να αρνηθεί τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ - κανείς δεν ζήτησε κάτι τέτοιο - αλλά ότι δεν είχε τι να απαντήσει στην καιροσκοπική και τυχοδιωκτική αυτή πρόταση. Η υποβολή δικού του άμεσου προγράμματος πάλης - το οποίο αν είχε παρουσιαστεί θα αποκάλυπτε πλήρως τις αντιφάσεις και τον καιροσκοπισμό του ΣΥΡΙΖΑ - αποκλειόταν γιατί προσέκρουε στις αποφάσεις του 18ου συνεδρίου. Και τότε εξελίχθηκαν σκηνές απείρου κάλους…

Στραφήκαμε στους ψηφοφόρους και τους ζητήσαμε να ψηφίσουν ΚΚΕ… για να υπάρχει ισχυρή αντιπολίτευση. Αυτοί ζητούσαν απεγνωσμένα να μπούμε μπροστά στις εξελίξεις και εμείς τους μιλούσαμε για … ισχυρή αντιπολίτευση. Οι αντιφάσεις της πολιτικής μας γραμμής εκδηλώθηκαν και στις δύο συνεντεύξεις που παραχώρησε η ΓΓ στη ΝΕΤ και τον «ΣΚΑΙ». Φυσικά ο αντίπαλος εντόπισε πολύ γρήγορα την Αχίλλειο πτέρνα του ΚΚΕ που δεν ήταν άλλη από την αδυναμία του να καταθέσει άμεσο πρόγραμμα πάλης. Και βρήκαν την ευκαιρία να μας πατήσουν εκεί που πονούσαμε.

Με τέτοιες αντιφάσκουσες πολιτικές θέσεις φυσικό ήταν τα λαϊκά στρώματα - τα οποία σε πολιτικό επίπεδο μας είχαν ξεπεράσει - να απογοητευθούν και να στραφούν σε άλλες κατευθύνσεις, κυρίως προς το ΣΥΡΙΖΑ. Για την ακρίβεια φροντίσαμε εμείς οι ίδιοι να τα στείλουμε στους άλλους πολιτικούς χώρους με όσα λέγαμε.

Η πολιτική μάχη των εκλογών της 6ης Μάη, χάθηκε για το ΚΚΕ και το λαϊκό κίνημα, δεν κερδήθηκε όμως για την αστική τάξη. Ανέδειξε όμως ένα νέο ζήτημα. Επειδή ο πολιτικός χρόνος δεν είναι απεριόριστος, με την έννοια ότι αν δεν αρπάξεις την ευκαιρία την ώρα που παρουσιάζεται, οι εξελίξεις σε προσπερνούν και στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις, στις εκλογές αυτές εμφανίστηκε στο προσκήνιο ως σημαντική πολιτική δύναμη ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και η φασιστική, εθνικοσοσιαλιστική «Χρυσή Αυγή». Η πορεία για μια συντηρητική με έντονα αντιδραστικά χαρακτηριστικά, αναδίπλωση, είχε μόλις ξεκινήσει. Αλλά ούτε αυτό το κατάλαβε η ηγεσία του κόμματος η οποία έσπευσε πρώτη απ’ όλους να ζητήσει νέες εκλογές(!). Στην εκλογική αναμέτρηση στις 17 Ιούνη τέθηκαν σε σοβαρότατη δοκιμασία οι σχέσεις του κόμματος με τα εργατικά στρώματα που παραδοσιακά - και σε εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις - το στήριζαν ακόμα και με βαρύτατο προσωπικό κόστος. Ποτέ η εργατική τάξη στο παρελθόν, δεν είχε γυρίσει την πλάτη στο κόμμα της. Ακόμα και αν η επιλογή αυτή της στοίχιζε αίμα. Δυστυχώς σήμερα έγινε και αυτό κάτι που δεν είχαμε διανοηθεί ότι θα μπορούμε να συμβεί ούτε και στους χειρότερους εφιάλτες μας. Στις εκλογές αυτές οι δυνάμεις μας κυριολεκτικά αποδεκατίστηκαν με τα ποσοστά στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας και της Β΄ Πειραιά να είναι αποκαρδιωτικά. Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν μια νίκη για την αστική τάξη και μια πολύ μεγάλη ήττα για το λαϊκό κίνημα, το οποίο κυριολεκτικά βρέθηκε ακέφαλο χωρίς πολιτική καθοδήγηση σε μια από τις πιο κρίσιμες ώρες της μάχης. Οι νεοναζί εδραιώθηκαν για τα καλά. Είχε σημάνει η ώρα της συντηρητικής αναδίπλωσης, η ώρα ενός νέου σκοταδισμού. Αυτό τουλάχιστον επιβεβαιώνει η πορεία των πολιτικών εξελίξεων από τις εκλογές ως και σήμερα.

Και πως αντέδρασε η ηγεσία του κόμματος σε όλα αυτά; Την περίοδο ανάμεσα στις δύο εκλογές … ανακάλυψε ότι «ισχυροί επιχειρηματικοί όμιλοι επιχειρούν να συρρικνώσουν τις δυνάμεις του ΚΚΕ». Ενα επιχείρημα ηττοπαθές το οποίο συν τοις άλλοις ποτέ δεν αποδείχθηκε. Γιατί αν μιλάμε για τη γενικότερη στάση της αστικής τάξης απέναντι στο ΚΚΕ αυτή δεν είναι εχθρική μόνο σήμερα, αλλά από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του. Αν όμως μιλάμε για επεξεργασμένο σχέδιο επιχειρηματικών κύκλων που τέθηκε σε εφαρμογή τις παραμονές της δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης ή και πιο πριν οφείλαμε να το αποκαλύψουμε. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ως σήμερα.

Το ακόμα τραγικότερο είναι ότι η ηγεσία του κόμματος αντί να ταρακουνηθεί και να αναζητήσει τις αιτίες της πρωτοφανούς αυτής δυστυχώς πολιτικής - και όχι μόνο εκλογικής - ήττας, που έβαλε σε δοκιμασία τις σχέσεις του κόμματος με την εργατική τάξη συνολικά, επιχείρησε να τα δικαιολογήσει όλα αυτά με το απίθανο επιχείρημα ότι για τα χαμηλά ποσοστά του ΚΚΕ η αιτία βρίσκεται στο μικρό αριθμό συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων. Μάλιστα, στη ΚΟΜΕΠ που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Σεπτέμβρη, σε σχετικό άρθρο, έγινε προσπάθεια να στηριχτούν οι απόψεις αυτές και θεωρητικά…

Φαίνεται σύντροφοι, ότι τα πράγματα ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Εδώ διαλύθηκε το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στράφηκαν προς το ΚΚΕ ζητώντας απεγνωσμένα να μπει επικεφαλής ενός κινήματος ανατροπής της σημερινής κατάστασης - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάνουμε αβαρίες στο θέμα του στρατηγικού μας στόχου - και πέρασε αυτός ο λαϊκός χείμαρρος από δίπλα μας χωρίς καν να τον αντιληφθούμε. Κατά τα άλλα μας φταίει ο χαμηλός βαθμός συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργατών. Ακόμα χειρότερα αντί το ΚΚΕ στις σημερινές πρωτόγνωρες συνθήκες οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης να διευρύνει την πολιτική του επιρροή και να αποτελέσει την ελπίδα, τον φάρο και την προοπτική ενός σκληρά δοκιμαζόμενου λαού, που έχει υποστεί τα πάνδεινα, βρίσκεται αντιμέτωπο με την δική του κρίση, η οποία αν δεν ξεπεραστεί σύντομα και αποφασιστικά θα μας οδηγήσει σε μεγάλους μπελάδες. Ο κίνδυνος συρρίκνωσης του Κόμματος και η έκπτωσή του σε ένα γραφικό εξωκοινοβουλευτικό πολιτικό χώρο, είναι πραγματικός. Και δεν ταιριάζει κάτι τέτοιο στο ΚΚΕ, ούτε στην ιστορία του, ούτε στους χιλιάδες αγωνιστές που παλεύουν νύχτα και ημέρα για να το στηρίξουν, αλλά ούτε και στους τιμημένους νεκρούς της ταξικής πάλης, οι οποίοι με το αίμα τους έγραψαν τις σελίδες της επικής και συγκλονιστικής εκείνης πορείας των 94 χρόνων του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας.

Κατά τα άλλα, η ηγεσία του κόμματος επέρριψε ευθύνες για τα χαμηλά ποσοστά στις εκλογές στους ίδιους τους ψηφοφόρους … Δυστυχώς - ακούστηκε τότε - ο κόσμος ήθελε άμεσες λύσεις. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν ότι ο κόσμος ζητούσε άμεσες λύσεις στα προβλήματά του αλλά ότι το κόμμα δεν εκτίμησε σωστά την πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε την περίοδο της δημοσκοπικής αρχικά και εκλογικής στη συνέχεια, κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Από την άλλη λίγες ημέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μάη ζητήσαμε από τον κόσμο να διορθώσει την ψήφο του, αν ήθελε να συγχρονιστεί με τις εξελίξεις … Εδώ υπάρχει αντιστροφή της πραγματικότητας. Γιατί αυτό που περίμενε ο κόσμος ήταν το ΚΚΕ να διορθώσει την πολιτική του η οποία και τον απομάκρυνε από αυτό και όχι το αντίθετο.

Εκ των πραγμάτων σύντροφοι, η σύγκριση των σημερινών εξελίξεων με το παρελθόν, καθίσταται αναπόφευκτη. Ας δούμε λοιπόν πως αντέδρασε το ΚΚΕ την περίοδο της κατοχής, η οποία το βρήκε βαριά τραυματισμένο από τα απανωτά χτυπήματα του φασιστικού καθεστώτος Μεταξά και του ασφαλίτη Μανιαδάκη. Και όμως το κόμμα μέσα σε αυτές τις πρωτόγνωρα δύσκολες συνθήκες, με περισσό σθένος και πολιτική ενάργεια κατάφερε και σηκώθηκε όρθιο. Στις 27 Απρίλη του 1941 μπήκαν οι γερμανοί στην Αθήνα και στις 27 Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου - μόλις 5 μήνες - με πρωτοβουλία του ΚΚΕ ιδρύθηκε το ΕΑΜ, το οποίο τα επόμενα χρόνια ηγήθηκε της θρυλικής εποποιίας της Αντίστασης του ελληνικού λαού κατά της τριπλής φασιστικής κατοχής. Σήμερα και ενώ έχουν περάσει 2,5 χρόνια από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου το κόμμα όχι μόνο δεν έχει καταφέρει να ηγηθεί με σύγχρονους όρους, της αντίστασης του ελληνικού λαού ενάντια στα μέτρα που λαμβάνονται με ρυθμό καταιγίδας προκειμένου να βγει η αστική τάξη από την κρίση αλλά κινδυνεύει να διαλυθεί και το ίδιο. Δεν μπορεί σύντροφοι κάτι λάθος θα έχουμε κάνει για να βρεθούμε στη σημερινή οικτρή θέση.

Τελειώνοντας θέλω να επισημάνω ότι η επιτυχία του 19ου συνεδρίου θα κριθεί αν σε αυτό ληφθούν εκείνες οι πολιτικές αποφάσεις που θα επιτρέψουν την εναπαναπροσέγγιση του ΚΚΕ με την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα. Μια σχέση, η οποία δοκιμάστηκε σοβαρά την περίοδο των διπλών εκλογικών αναμετρήσεων και δυστυχώς οι εξελίξεις δείχνουν, ότι η απομάκρυνση των ψηφοφόρων των λαϊκών στρωμάτων από το κόμμα δεν είναι ούτε περιστασιακή ούτε πρόσκαιρη.

Είμαι βαθιά πεπεισμένος σύντροφοι ότι η σημερινή κρίση που περνάει το κόμμα έχει τις αιτίες της στις αποφάσεις του 18ου συνεδρίου να υιοθετήσει δηλαδή σαν άμεσο στόχο πάλης την ίδια τη στρατηγική επιλογή της λαϊκής εξουσίας. Στην πράξη έχουμε ακύρωση της τακτικής η οποία πλέον ταυτίζεται με τη στρατηγική αλλά και επί της ουσίας απονέκρωσης της στρατηγικής επιλογής. Στόχος επομένως τίθεται η αποκατάσταση της διαλεκτικής της σχέσης τακτικής και στρατηγικής στην επανάσταση.

Η εμπειρία από την εφαρμογή της στρατηγικής επιλογής του 18ου συνεδρίου έδειξε ότι ήταν μια τυχοδιωκτική επιλογή, ένα άλμα στο κενό, καθώς αρνιόταν βασικές νομοτέλειες του ίδιου του επαναστατικού προτσές.

Φυσικά για όλα αυτά το συνέδριο πρέπει να αναζητήσει πολιτικές ευθύνες αλλά και να αποδώσει πολιτικές ευθύνες. Αλλωστε η ειλικρινής αυτοκριτική και η ανάληψη ευθυνών είναι ίδιο των κομμουνιστών.

 

 

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

του Γιώργου Μαντικού

Στο Σχέδιο Προγράμματος και συγκεκριμένα στις θέσεις 81 μέχρι 91 δημιουργείται κατά τη γνώμη μου η εντύπωση ενός πολύ γρήγορου περάσματος σε πιο ώριμες συνθήκες της σοσιαλιστικής βαθμίδας. Επειδή δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνει στην Ελλάδα η σοσιαλιστική επανάσταση, πόσες χώρες θα έχουν περάσει στο σοσιαλισμό, ποιοι θα είναι οι διεθνείς συσχετισμοί, πόση οικονομική και παραγωγική αυτάρκεια θα χρειαστούμε, θεωρώ, ότι το ζήτημα της σοσιαλιστικής βαθμίδας θα μας απασχολήσει και τότε για μακρύ χρονικό διάστημα. Μάλλον, χωρίς αυτό βέβαια να προεξοφλείται, θα υπάρξει και πάλι μεγάλο διάστημα συνύπαρξης καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών χωρών με το ζήτημα της παραγωγικότητας να παίζει καθοριστική σημασία στον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Θέλω λοιπόν να αναπτύξω μερικά ζητήματα, που μόνο γενικά αναφέρονται στο πρόγραμμα αλλά έχουν, νομίζω, νομοτελειακή σημασία για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ανάλογα θα πρέπει το ζήτημα της αύξησης της παραγωγικότητας να τονιστεί και στα καθήκοντα του σοσιαλιστικού κράτους στη θέση 97.

Από την εμπειρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη ΣΕ της δεκαετίας του 1920 και 1930 μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με τις διαφορές στο μισθό. Υπήρχε αναγκαιότητα να διατηρηθούν αυτές και έμπαινε θέμα, πόσο μεγάλες θα έπρεπε να είναι μετά την κολεκτιβοποίηση της γης και τη σταθεροποίηση της σοσιαλιστικής εξουσίας;

Ο Χέγκελ κατέληγε στη Φαινομενολογία του Πνεύματος σχετικά με την ιδέα της υλικής ισότητας: Αν πάρει κανείς σαν βάση την ικανοποίηση των διαφορετικών αναγκών του κάθε ατόμου, θα υπάρξει ανισότητα όσον αφορά την κατανομή των αγαθών, αν μοιράσει όμως κανείς «ίσα» τα αγαθά, είναι καθαρό, ότι θα υπάρξει ανισότητα στην ικανοποίηση των διαφορετικών αναγκών των ατόμων.

Ο Μαρξ έλυσε το πρόβλημα στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα καθορίζοντας την «ισότητα» (που παραμένει πάντα σχετική και περιορισμένη) σε αναλογία με δύο διαφορετικές βαθμίδες της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, στη σοσιαλιστική βαθμίδα γίνεται η κατανομή με γνώμονα το «ίσο δίκαιο», όπου η διαφορετική εργασία, που προσφέρεται από κάθε άτομο αμείβεται με την ίδια κλίμακα, εκεί δημιουργείται μια ανισότητα στην κατανομή και στο εισόδημα, δηλαδή το «ίσο δίκαιο» δεν είναι τίποτα άλλο από το «δικαίωμα στην ανισότητα».

Στην κομμουνιστική βαθμίδα οδηγεί η ίση ικανοποίηση διαφορετικών αναγκών επίσης σε μια ανισότητα στην κατανομή των αγαθών, μόνο, που η τεράστια εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, που ικανοποιεί ολοκληρωτικά τις ανάγκες όλων, κάνει αυτή την ανισότητα ασήμαντη. Σε τελική ανάλυση αυτό σημαίνει: Στο σοσιαλισμό δεν είναι δυνατή η υλική ισότητα, στον κομμουνισμό δεν έχει πια νόημα.

Κάτω από συνθήκες ανισότητας της κατανομής των αγαθών έχει σαν προϋπόθεση για το πέρασμα από την άνιση στην ίση ικανοποίηση των αναγκών την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μονάχα στο σοσιαλισμό λόγω της επικράτησης σ’ αυτόν της αρχής της αμοιβής στη βάση της προσφερόμενης διαφορετικής εργασίας. Γι’ αυτό και επιμένει ο Μαρξ (Μαρξ/Ενγκελς, Εργα, Τόμος 4, σελίδα 466, γερμανική έκδοση), ότι το προλεταριάτο, όταν πάρει την εξουσία, έχει καθήκον, όχι μόνο να ασχοληθεί με τη μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων αλλά και με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο Μαρξ όμως από την άλλη πλευρά θεωρεί σαν ιδεώδες το μέτρο της Παρισινής Κομμούνας: «Οι δημόσιες υπηρεσίες θα πρέπει να αμείβονται με εργατικό μισθό». Εδώ εμφανίζεται η υλική ισότητα και η ισότητα στην αμοιβή σαν στόχοι της σοσιαλιστικής βαθμίδας.

Αυτές οι δύο οπτικές γωνίες είναι δύσκολο να εναρμονιστούν και αποτελούν ίσως και τη βάση των αντιθέσεων στην ηγεσία του μπολσεβίκικου κόμματος στις δεκαετίες 1920 και 1930. Με τη σταθεροποίηση της σοβιετικής κρατικής εξουσίας αυτή δίνει όλο και μεγαλύτερη σημασία στο πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης. Σωστά ο Στάλιν αναφέρεται στη γνωστή πολεμική του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ενάντια στο «γενικό ασκητισμό» όσο και στην «ωμή ισοπέδωση» γράφοντας: «Είναι επιτέλους ανάγκη να καταλάβουμε, ότι ο Μαρξισμός είναι εχθρός της μανίας της ισοπέδωσης» (Στάλιν, Εργα, τόμος 13, σελίδα 314, γερμανική έκδοση). Η ισότητα, που φέρνει ο σοσιαλισμός, είναι η εξάλειψη της ταξικής εκμετάλλευσης και όχι το αίτημα για ισοπέδωση, που είναι ιδεώδες του θρησκευτικού πρωτογονισμού.

Ο θρησκευτικός πρωτογονισμός εμφανίζεται με στόχο μια κοινωνιστική ζωή, όπου θα εξαφανιστούν όλες οι ατομικές διαφορετικότητες, όμως εις βάρος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο στόχος του Στάλιν ήταν να κάνει την ΕΣΣΔ την «πλουσιότερη κοινωνία», γι’ αυτό και χρειαζόταν η ΣΕ μια τέτοια παραγωγικότητα, που θα ξεπερνούσε την παραγωγικότητα και των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Αυτό όμως χρειάζεται, σύμφωνα με τον Στάλιν, όχι μόνο ηθικά κίνητρα αλλά και υλικά.

Και ο Στάλιν προχωράει πιο κάτω σε επίθεση ενάντια σε τάσεις στο Κόμμα γράφοντας: «Αν όλοι γίνουν πλούσιοι και δεν υπάρχουν πια φτωχοί, σε ποιους θα στηρίξουμε τη δουλιά μας εμείς οι Μπολσεβίκοι; Ετσι επιχειρηματολογούν οι υπεραριστερές πύλες, που ιδεοποιούν τη φτώχεια σαν μόνιμη βάση του Μπολσεβικισμού».

Εδώ θα μπορούσε κανείς να αντιπαραθέσει τις κριτικές παρατηρήσεις του Χέγκελ σχετικά με την προτεσταντική επιταγή, που καλεί σε βοήθεια των φτωχών: Αν οι Χριστιανοί χάσουν από το οπτικό τους πεδίο, ότι πρόκειται για μια «σχετική» επιταγή και την απολυτοποιήσουν, απολυτοποιούν τελικά και τη φτώχεια, που έτσι δίνει νόημα στην επιταγή, που απαιτεί τη βοήθεια στους φτωχούς. Η σοβαρότητα όμως της βοήθειας στους φτωχούς μετριέται στη συμβολή για την υπέρβαση της φτώχειας.

Και συνεχίζει ο Στάλιν: «Θα ήταν ηλιθιότητα να υποθέσουμε, ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί στη βάση της μιζέριας και των στερήσεων, του περιορισμού των προσωπικών αναγκών και της μείωσης του επιπέδου ζωής των ανθρώπων στο επίπεδο των φτωχών». Αντίθετα: «Ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί μονάχα στη βάση μιας ορμητικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας ...στη βάση μιας ζωής των εργαζόμενων σε αφθονία, ...μιας πλούσιας και πολιτισμένης ζωής για όλα τα μέλη της κοινωνίας». Οπως και η χριστιανική επιταγή της βοήθειας προς τους φτωχούς είναι και η επαναστατική επιταγή, που καλεί τους κομμουνιστές να συνενωθούν σε πρώτη γραμμή με τους εκμεταλλευόμενους και τους φτωχούς «σχετική» και μπορεί μόνο τότε να παρθεί σοβαρά, αν κατανοηθεί στη σχετικότητά της.

Ο Στάλιν θεωρούσε αναγκαίο να αυξηθούν προσπάθειες με «άνοδο της σοσιαλιστικής άμιλλας» για να αυξηθεί αισθητά ο κοινωνικός πλούτος. Και θεωρούσε αναγκαία και τα υλικά και τα ηθικά κίνητρα (Απαντα, Τόμος 14, σελ. 31 και 46, γερμανική έκδοση).

Αντίθετη ήταν η τοποθέτηση του Τρότσκι: «Αν η γραφειοκρατία αποφασίσει να επαναφέρει βραβεία και τίτλους ανοίγει το δρόμο και για αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας» (Τρότσκι, Schriften. Sowjetgesellschaft und stalinistische Diktatur, Hamburg 1988).

Ετσι ενώ ο Στάλιν αναφερόταν στην πολεμική του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ενάντια σε έναν σοσιαλισμό, που θα ήταν συνώνυμος με έναν «γενικό ασκητισμό» και μια «ωμή ισοπέδωση», η «αριστερή» αντιπολίτευση στηριζόταν συνειδητά η ασυνείδητα στη θέση από τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία, ότι οι ηγέτες και στο ανώτατο επίπεδο θα πρέπει να αμείβονται με τον «εργατικό μισθό».

Μ’ αυτή την πολιτική γραμμή (ισοπέδωση των μισθών και στο εργοστάσιο και στον κρατικό μηχανισμό) ήταν δύσκολο να προωθηθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ο Στάλιν τόνιζε, ότι οι διαφορές στις αμοιβές δεν σημαίνουν επαναφορά του καπιταλισμού, δεν πρέπει να μπερδεύει κανείς τις κοινωνικές διαφορές, που υπάρχουν στη νέα μορφή εξουσίας με την παλιά αντίθεση ανάμεσα στις εκμεταλλεύτριες και τις εκμεταλλευόμενες τάξεις.

Το δεύτερο κύριο ζήτημα, που έμπαινε ήταν η υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και τη χειρωνακτική εργασία. Και εδώ έδειξε ο Στάλιν ιδιαίτερη διορατικότητα: «Μερικοί νομίζουν, ότι η υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και σωματική εργασία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια πολιτιστική και τεχνική ισότητα ανάμεσα σε εργάτες του χεριού και του εγκεφάλου στη βάση της μείωσης του πολιτιστικού και τεχνικού επιπέδου των μηχανικών και τεχνικών στο επίπεδο του εργάτη μέσης εκπαίδευσης. Αυτό είναι τελείως λάθος». (Απαντα, Τόμος 14, σελ. 34, γερμανική έκδοση)

Αντίθετα το θέμα ήταν η πρόσβαση μέχρι τώρα αποκλεισμένων κοινωνικών στρωμάτων σε όλα τα επίπεδα της παιδείας. Το ίδιο ισχύει και στο ζήτημα των πολιτιστικών και καλλιτεχνικών έργων.

Αυτά τα ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έχουν, κατά τη γνώμη μου, νομοτελειακό χαρακτήρα, αποτελούν θεμελιώδη προβλήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και είναι χρήσιμο να αξιοποιηθεί η πείρα του σοσιαλισμού, που γνωρίσαμε, ιδιαίτερα οι προσεγγίσεις των δεκαετιών 1920 και 1930. Αν και το σχέδιο προγράμματος δείχνει σωστά το μακροπρόθεσμο στόχο και το ενιαίο της διαδικασίας σοσιαλισμού κομμουνισμού, μια πιο εκτενής αναφορά σε ζητήματα της σοσιαλιστικής βαθμίδας θα βοηθούσε στην καλύτερη κατανόηση ιδιαίτερα της άμεσης αναγκαιότητας του σοσιαλισμού.

 

* Ο Γιώργος Μαντικός είναι μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Γερμανίας του ΚΚΕ.

 

 

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ Κ.Ε. ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

του Τάσου Κλάδη

1. Με τις θέσεις της Κ.Ε. για το 19ο Συνέδριο το Κόμμα κάνει το αναγκαίο βήμα για να αντιστοιχίσει το Πρόγραμμά του στο στρατηγικό στόχο της Εργατικής Τάξης, την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού, να το αντιστοιχίσει στην εκτίμηση πως «ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας των κοινωνικών επαναστάσεων» (τελική ομιλία της ΓΓ της ΚΕ στο 16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 79), που θα έλεγα να τους δώσουμε τον πολύ πιο καθαρό χαρακτηρισμό: εργατικές - λαϊκές επαναστάσεις.

Με τα 15ο ως και το 18ο Συνέδριά του το Κόμμα αντιμετώπισε και έλυσε τα παρακάτω ζητήματα -κατά τη γνώμη μου- αποφασιστικά και οριστικά:

- άφησε πίσω τη θεωρία των σταδίων με την ενιαία επαναστατική διαδικασία.

- ξεκαθάρισε τη στάση απέναντι στο ρεφορμισμό, τον οπορτουνισμό και τη σοσιαλδημοκρατία. Σ’ αυτό βοήθησε και θα βοηθήσει ακόμα περισσότερο η ολοκλήρωση της μελέτης της δικής του ιστορίας, με τα συμπεράσματα και τις εκτιμήσεις που βγαίνουν.

- έβαλε με σαφήνεια τις βάσεις και τους στόχους της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα άλλα εργαζόμενα φτωχά λαϊκά στρώματα, με την επεξεργασία του προγράμματος της Λαϊκής Εξουσίας και Λαϊκής Οικονομίας, παίρνοντας την πρωτοβουλία για τη δημιουργία των φύτρων της συμμαχίας (ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ και κοινή δράση τους με ΟΓΕ, Λαϊκές Επιτροπές).

- ανέδειξε τη σύγκρουση των δυο δρόμων ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, προτάσσοντας την αναγκαιότητα για το εργατικό και λαϊκό κίνημα της επιλογής της Λ.Ε. και Λ.Ο., με τις επιστημονικές επεξεργασίες για τις δυνατότητες του παραγωγικού δυναμικού της χώρας στην ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, σε σύγκρουση με τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης.

- έδωσε στην πρωτοπορία του εργατικού κινήματος ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά και στόχους πάλης, εμπλουτίζοντας με αυτά και το διεθνές εργατικό κίνημα.

- έδωσε αποφασιστική απάντηση στο ζήτημα της στάσης απέναντι στο σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, πλούτισε ιδεολογικά και θεωρητικά τις δυνάμεις του και τις επεξεργασίες του, αποκομίζοντας συμπεράσματα και διδάγματα από τη μελέτη των προβλημάτων στην ανάπτυξη μέχρι την ανατροπή του σοσιαλισμού.

- ανέλαβε μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την ανασύνταξη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε επαναστατική (μαρξιστική - λενινιστική) ιδεολογική, θεωρητική και πρακτική (αγωνιστική) βάση, έδωσε νέα πνοή στον προλεταριακό διεθνισμό.

2. Το Κόμμα απαντώντας στην καθοριστική εκτίμηση πως «χρειάζεται ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική προετοιμασία του λαού και συγκεκριμένες αντικειμενικές συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, ώστε να τεθεί στην ημερήσια διάταξη το θέμα της σοσιαλιστικής εξουσίας και το πέρασμα στο σοσιαλισμό»» (17ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 29), επεξεργάστηκε την πρόταση για το ΑΑΔΜ, την Λ.Ε. και Λ.Ο., ξεχωρίζοντας τις δυνάμεις που θα πάρουν μέρος σε αυτό, τις σχέσεις τους με το σοσιαλισμό και την εξουσία της εργατικής τάξης.

Ετσι το Κόμμα προσδιόρισε πως «στο Μέτωπο θα συμμετέχουν δυνάμεις με αντιθέσεις μεταξύ τους, όπως συμβαίνει με την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα» (16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 37). Λόγω αυτών των αντιθέσεων «θα εμφανίζονται ακόμα και αντίρροπες τάσεις στις γραμμές του Μετώπου, ταλαντεύσεις σε στροφές και καμπές του αγώνα»(16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ.165). Ξεκαθάρισε επίσης πως «το ΚΚΕ δεν θέτει όρο για τη διαμόρφωση κοινού πλαισίου δράσης τη συμφωνία για το σοσιαλισμό, την προγραμματική του θέση ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία ανάμεσα στην αστική πολιτική εξουσία και τη σοσιαλιστική. Συνεπώς δεν υποχρεώνει τις άλλες δυνάμεις της συμμαχίας να υιοθετήσουν τις μορφές κατάκτησης της σοσιαλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα, τις νομοτέλειες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης»(17ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 28). Κι ακόμα «δεν θέτουμε ως όρο για τη συγκρότηση του Μετώπου τη συμφωνία για το σοσιαλισμό, τη δικτατορία του προλεταριάτου». Ετσι λοιπόν εμείς «εκτιμούμε ότι ο όρος λαϊκή εξουσία μπορεί να αποτελέσει μια γενική ενοποιητική ιδέα και η κάθε συνιστώσα του Μετώπου θα διατηρεί τη δική της αντίληψη για το χαρακτήρα και το περιεχόμενό της» αλλά «σε κάθε περίπτωση η αντίληψη για τη λαϊκή εξουσία πρέπει να περιέχει χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τη δικτατορία των μονοπωλίων, να πείθει το λαό ότι αξίζει θυσίες ο αγώνας» (16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 44).

Κι ακόμη πως «ο αγώνας του Μετώπου δεν οδηγεί υποχρεωτικά και αναπόφευκτα στο σοσιαλισμό» (16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 166), αλλά «η δυναμική των εξελίξεων θα δώσει απαντήσεις και σε εκείνα τα ερωτήματα και διαφορετικές απόψεις που σήμερα δεν έχει ωριμάσει η λύση τους»» (16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 40).

3. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν η θεμελιώδης και αποφασιστικού χαρακτήρα διαφορά των επεξεργασιών από τα 15ο - 18ο Συνέδρια έγκειται στο ότι εκείνες αφορούσαν κύρια στην προσπάθεια σοβαρής ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου των δυνάμεων που θα απαρτίζουν το ΑΑΔΜ, ώστε αυτό να ξεπερνά τα όρια της άρνησης της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας του κεφαλαίου και να φτάνει στο στόχο της αντικατάστασής της με την Λ.Ε. και την Λ.Ο., ενώ με τις θέσεις της Κ.Ε. για το 19ο Συνέδριο πλέον περνάμε στην προσπάθεια επαναστατικοποίησης της εργατικής τάξης με την κατάθεση προς αυτήν ενός, από το Κόμμα επεξεργασμένου, προγράμματος εργατικής επαναστατικής εξουσίας και ενός ολοκληρωμένου (στις γενικές, βασικές αρχές του) σχεδίου σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της οικονομίας και κοινωνίας. Στα προηγούμενα συνέδρια ασφαλώς υπήρχαν σαφέστατες αναφορές και αναλύσεις και στην εργατική εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου, το σοσιαλισμό, όμως σχεδόν πάντα σαν προέκταση ή πιθανό αποτέλεσμα της εξουσίας του Μετώπου.

Με τις θέσεις για το 19ο Συνέδριο (εφ’ όσον γίνουν και αποφάσεις) το Κόμμα και η Εργατική Τάξη αποκτούν το δικό τους επαναστατικό Πρόγραμμα, που από τη μια διευκρινίζει τα όρια (ίσως η λέξη δεν είναι τόσο δόκιμη, αφού εμείς θεωρούμε πως η Λ.Ε. και Λ.Ο. ταυτίζονται με την εργατική εξουσία και τον σοσιαλισμό (θ. 61 σελ. 44) - θα πρέπει να θεωρήσουμε πως ισχύει όσον αφορά τους συμμάχους) και τις σχέσεις του με το Μέτωπο και το δικό του Πρόγραμμα και από την άλλη ξεκαθαρίζει προς τους συμμάχους ορισμένα κρίσιμα ζητήματα. Λ.χ. το θέμα της χρησιμοποίησης μισθωτής εργασίας, όπου στο μεν πρόγραμμα του ΑΑΔΜ δεν διευκρινίζεται αν θα υπάρχει τέτοια, ενώ στις θέσεις για το 19ο Συνέδριο (θ. 82 σελ. 63) κατηγορηματικά αυτή απαγορεύεται, την πολιτική μορφή της συνεργασίας (θ. 66 και 67 σελ. 49). Ετσι απαντιέται και ο κίνδυνος που «ορισμένοι σύντροφοι κατά την προσυνεδριακή περίοδο εξέφρασαν την ανησυχία μήπως με τον όρο λαϊκή εξουσία γλιστράμε στη λογική των δύο σταδίων» (16ο Συνέδριο - ντοκουμέντα σελ. 42). Πράγματι η πιθανότητα σύγχυσης ανάμεσα στα δύο προγράμματα θα υπέκρυπτε για το Κόμμα κίνδυνο ρεφορμιστικής παρέκκλισης με τη θεώρηση του προγράμματος του Μετώπου σαν στάδιο. Η αντικατάσταση του Μετώπου με τη Λαϊκή Συμμαχία νομίζω πως βοηθάει ακόμα περισσότερο στη διάλυση τέτοιων συγχύσεων.

Σχηματικά θα μπορούσα να πω πως τώρα αποκαθιστούμε την ισορροπία, όπου η εργατική τάξη με το δικό της επαναστατικό πρόγραμμα μπαίνει αποφασιστικά μπροστά, καλώντας τους σύμμαχους σ’ έναν ενιαίο δρόμο ανατροπής της εξουσίας των μονοπωλίων, αντί να φαίνεται ότι ακολουθεί και συμμετέχει σε έναν τέτοιο σκοπό, χωρίς η ίδια να έχει προκαθορίσει τους δικούς της στρατηγικούς στόχους, παρά μόνο πολύ γενικά.

4. Δεν ισχυριζόμαστε πως λόγω της κρίσης επίκειται επαναστατική κατάσταση στην Ελλάδα, όμως το Κόμμα πρέπει να προετοιμάζεται για μια τέτοια εξέλιξη.

Το σχέδιο Προγράμματος των θέσεων ανοίγει τον δρόμο να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τις εξελίξεις και ανακατατάξεις που δημιουργεί η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος κύρια στον υποκειμενικό παράγοντα δηλαδή στην εργατική τάξη και τα άλλα εν δυνάμει σύμμαχα στρώματα, δηλαδή την μεγάλη μάζα των φτωχών και αυτοσυντηρούμενων της μικροαστικής τάξης και της αγροτιάς.

- Η κρίση στην Ελλάδα θα είναι μακρόχρονη, οι ίδιοι οι αστοί την υπολογίζουν τουλάχιστον για μια δεκαετία, όταν, με τους σημερινούς υπολογισμούς τους, το 2022 το χρέος θα έχει γίνει «βιώσιμο». Στο διάστημα αυτό η ανεργία θα μεγαλώσει και οπωσδήποτε θα διατηρηθεί σε πολύ υψηλά επίπεδα, βγάζοντας εκτός παραγωγής εκατομμύρια εργάτες και εργαζόμενους. Αυτός ο άνεργος πληθυσμός θα καταστεί μια κρίσιμη «μάζα» για τη δυνατότητα και ικανότητα του ΚΚΕ και της εργατικής πρωτοπορίας να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε κρίση ικανότητας της αστικής τάξης να ελέγχει την οικονομική και πολιτική εξουσία, να περάσουμε δηλαδή σε επαναστατική κατάσταση. Να πάρουμε επίσης υπ’ όψη μας πως τα εκατομμύρια αυτά θα αποτελούν έναν πληθυσμό σύγχρονου λούμπεν προλεταριάτου, αφού θα διαβιούν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Και η συνείδηση αυτής της μάζας χειραγωγείται πιο εύκολα από τους αστικούς μηχανισμούς.

- Ταυτόχρονα η κρίση θα καταστρέψει δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίους επιχειρηματίες, οδηγώντας τους και αυτούς στην ανεργία και τη φτώχεια, επίσης στην προλεταριοποίηση με στοιχεία λούμπεν. Είναι ένα ζήτημα ποιος θα είναι πια ο συσχετισμός ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα, σαν ποσοστά του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αυτό θα έχει την αντανάκλασή του και στο συσχετισμό μέσα στη λαϊκή συμμαχία, το βάρος που το κάθε ένα κοινωνικό στρώμα θα έχει στην προσπάθεια, τη δράση και την ευθύνη για την υλοποίηση των στόχων του προγράμματός της, αλλά σαφώς και στο στρατηγικό προσανατολισμό του.

- Τα ίδια περίπου ισχύουν και για τους φτωχούς και μικρούς αγρότες, παρ’ όλο που δείχνουν να έχουν μεγαλύτερη αντοχή από τα μικροαστικά στρώματα απέναντι στην κρίση.

Να παίρνουμε πάντα υπ’ όψη μας πως και η αστική τάξη θα προσπαθεί μέσα από διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα να συντηρεί μια μάζα μικροαστικών στρωμάτων και μικρομεσαίων αγροτών για να διατηρεί τις δικές της κοινωνικές συμμαχίες.

Κατά συνέπεια προβάλλει σαν αδήριτη ανάγκη η οργάνωση των ανέργων, ανεξάρτητα από κοινωνική προέλευση (πάντα βέβαια λαϊκή). Νομίζω πως η σημερινή προσπάθεια με τις επιτροπές ανέργων από τα κάτω, στις λαϊκές επιτροπές, στις επιτροπές των συνδικάτων, στους Δήμους και νομούς, πρέπει να συμπληρωθεί με κεντρική οργανωτική μορφή και σχήμα σε πανελλαδικό επίπεδο, που φυσικά θα δρα στα πλαίσια, με τους στόχους και τα αιτήματα του ΠΑΜΕ για την ανεργία και τους ανέργους, αλλά και με δραστηριότητες που θα έχουν τη δική τους «αυτονομία», τοπικά και πανελλαδικά.

Η παρέμβαση του Κόμματος στον κόσμο αυτό πρέπει να επικεντρωθεί στο σύνθημα πως η ανεργία θα πάψει να υφίσταται μόνο στο σοσιαλισμό και αυτός πρέπει να γίνει ο κυρίαρχος στόχος πάλης των ανέργων. Σε τέτοιες συνθήκες θα υπάρξει σκληρή και έντονη ταξική ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις άλλες δυνάμεις, οπορτουνιστικές, εθνικιστικές, ρατσιστικές και νεοφασιστικές. Αλλά κύρια το Κόμμα πρέπει να ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει την πιο ακραία ταξική ωμότητα και επιθετικότητα της αστικής τάξης, των κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών της και να προετοιμάζει την εργατική τάξη και το λαό. Να αναδειχτεί σαν καίριο το ζήτημα πως ο πόλεμος του κεφαλαίου στην εργατική τάξη και το λαό χρειάζεται σαν αναγκαίο συμπλήρωμα την επίθεση ενάντια στο ΚΚΕ.

Ειδικά όσον αφορά τη νεολαία, επειδή στην περίοδο της κρίσης μεγάλη μάζα της είτε δεν θα μπει καθόλου στην παραγωγή, είτε λίγο και περιοδικά, που θα φαίνεται πως δεν έχει μέλλον, θα αισθάνεται άχρηστη από τέτοια ηλικία, νομίζω πως η πραγματοποίηση Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη δράση της ΚΝΕ θα πρέπει να πάρει υπ’ όψη της την ανάγκη επαναστατικοποίησης της νεολαίας.

5. Κρίσιμο επίσης είναι το ζήτημα πως οι κοινωνικές συμμαχίες της αστικής τάξης αδυνατίζουν στην περίοδο της κρίσης, αφού τα στρώματα με τα οποία τις έχτιζε, καταστρέφονται και φτωχαίνουν βίαια, όπως είναι η εργατική αριστοκρατία, οι μικρομεσαίοι της πόλης και του χωριού. Ετσι η αστική τάξη θα αντικαταστήσει τις κοινωνικές συμμαχίες με πολιτικές, σχεδιασμός που ήδη έχει αρχίσει να υλοποιείται και σε κυβερνητικό επίπεδο και στην αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Η εφαρμογή της απλής αναλογικής επίσης είναι ένα πιθανό σενάριο, που θα διευκολύνει τις πολιτικές συμμαχίες που χρειάζεται το κεφάλαιο, ανάμεσα σε δυνάμεις, που μέχρι χτες εμφανιζόντουσαν να έχουν μεγάλες διαφορές. Η απλή αναλογική άλλωστε θα βοηθήσει στη στερέωση του δίπολου «κεντροαριστερά - κεντροδεξιά», που στις σημερινές συνθήκες δείχνει σαν η πιο καλή επιλογή.

Αυτά τα σενάρια θα προωθηθούν και με την επίκληση της αντιμετώπισης «των κινδύνων για τη δημοκρατία από τα δύο άκρα», για τη «διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής», για την «ενίσχυση της εθνικής προσπάθειας», αλλά και για την άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στο ΚΚΕ. Χρειάζεται λοιπόν να δυναμώσουμε την ιδεολογική αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις αστικές και «αριστερές» πολιτικές δυνάμεις, να αποκαλύψουμε έγκαιρα στο λαό τα σχέδια αυτά και τους στόχους τους.

 

* Ο Τάσος Κλάδης είναι μέλος της ΚΟΒ Ανω Πατησίων του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

του Νίκου Αυγουστίδη

Η πολιτική κατεύθυνση των Θέσεων και του Προγράμματος αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην πορεία ξεπεράσματος της αποδεδειγμένα λανθασμένης γραμμής που κυριάρχησε σταδιακά και εφαρμόστηκε από το σύνολο του Κομμουνιστικού Κινήματος κατά τη διάρκεια του ώριμου 20ού αιώνα. Το πρόβλημά της ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης στην αυτοτελή δράση των κοινωνικών δυνάμεων και η αντικατάστασή της από την πολιτική δραστηριότητα των αντιπροσώπων της είτε με την μορφή των «μετώπων» (συμμαχίες των ΚΚ με σοσιαλδημοκρατικές ή και φιλελεύθερες δυνάμεις) είτε με τη μορφή του κοινοβουλευτισμού (άρνηση της πάλης των τάξεων, περιορισμός της στους κοινοβουλευτικούς ελιγμούς).

Το Κόμμα χαράζει έναν δρόμο με άξονα την κοινωνική συμμαχία, με την εργατική τάξη να αποτελεί την ηγέτιδα δύναμη, σε κατεύθυνση ανατροπής του υπερώριμου καπιταλισμού. Αποκαθίσταται το νόημα της έννοιας «ιμπεριαλισμός», ως σύστημα σχέσεων αλληλεξάρτησης μεταξύ ιμπεριαλιστικών κρατών συνδεδεμένων με μονοπωλιακούς ομίλους και όχι αποκλειστικά ως πολεμική - επεκτατική εξωτερική πολιτική υπερδυνάμεων. Ξεκαθαρίζεται η «δημοκρατία» και οι «δημοκρατικές δυνάμεις» από αταξικές θεωρήσεις που ενυπήρχαν εν σπέρματι στο ΑΑΔΜ. Διακηρύσσεται ρητά η άρνηση συμμετοχής σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού και επαναλαμβάνεται η θέση ότι μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δε μεσολαβεί ενδιάμεσο στάδιο ούτε ενδιάμεση μορφή εξουσίας.

Περαιτέρω, στο κείμενο απαντώνται ζητήματα που τίθενται με ασάφεια, ενώ εμφανίζει και σημαντικές ελλείψεις. Είναι κρίσιμο μέσα από το κείμενο της Απόφασης του 19ου Συνεδρίου, που ειρήσθω εν παρόδω θα διαμορφώνει και το Πρόγραμμα του ΚΚΕ και το οποίο θα ισχύει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, να μην υπάρχει θέμα που να αφήνεται αμφισβητούμενο.

Πρώτον, η έλλειψη αναφοράς στις ασάφειες γύρω από το θέμα της κυβέρνησης όπως διατυπωνόταν στο προηγούμενο Πρόγραμμα, αλλά και στο ζήτημα των «Μετώπων» ιστορικά. Πρέπει να απαντήσει ξεκάθαρα το Κόμμα για ποιο λόγο δεν τίθεται πια ως άξονας συμμαχίας η αντίσταση στην ιμπεριαλιστική «νέα τάξη πραγμάτων»1 αλλά προτάσσεται η κοινωνική συμμαχία (λαϊκή συμμαχία), απέναντι στα μονοπώλια, τον ιμπεριαλισμό ως σύστημα, με στόχο την ανατροπή, για τη λαϊκή εξουσία - σοσιαλισμό. Να διατυπωθεί ότι η παραπάνω γραμμή δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες, όπου το σάπισμα του καπιταλισμού έχει καταστήσει, ειδικά στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια, αδύνατη την αλλαγή μορφής της καπιταλιστικής διαχείρισης. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να κάνει παραχωρήσεις με τη λογική της εξαγοράς λαϊκών στρωμάτων, ενώ οι κατακτήσεις για να αποσπαστούν στο έδαφός του θα απαιτήσουν αγώνες πολύ ανώτερους από αυτούς των προηγούμενων χρόνων. Αυτό δεν είναι ηττοπάθεια ή φυγή από το παρόν, αντίθετα είναι πολιτική που βάζει τις βάσεις για την αυριανή αντεπίθεση. Ετσι είναι άστοχη η αναφορά στη θέση 17 όπου αναφέρεται ότι ετοιμάζεται η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος «στη βάση της εναλλαγής του μείγματος διαχείρισης». Καμία αλλαγή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των αναδιαρθρώσεων, των αποκρατικοποιήσεων, της συρρίκνωσης του λαϊκού εισοδήματος δεν είναι εφικτή, από καμία «αριστερή» κυβέρνηση, για το λόγο ότι οι συμμαχίες που έχει η ελληνική αστική τάξη και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι στα μονοπώλια της ΕΕ και στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΕΕ, ΔΝΤ, ΠΟΕ κλπ.), την καθιστούν δέσμια να συνεχίσει την επίθεση με εντονότερους ρυθμούς από πριν.

Σε αυτή τη βάση αναγκαίο, ανεξαρτήτως όποιων σκοπιμοτήτων, θα ήταν να τονιστεί το παράδειγμα της διαχείρισης μιας καπιταλιστικής οικονομίας με καλύτερους δείκτες και προοπτικές από την ασθμαίνουσα ελληνική, με μια κυβέρνηση που δε μπορούμε εκ προοιμίου να της χρεώσουμε κακές προθέσεις, από ένα κόμμα με το οποίο μας συνδέουν πολλά και πλέον μας χωρίζουν τα πάντα. Η αναφορά γίνεται για το ΑΚΕΛ και την Κύπρο, που αποτελεί την πιο τρανταχτή επιβεβαίωση της ορθότητας της γραμμής μας στις πρόσφατες εκλογές. Το ζήτημα δεν είναι να γίνει απλώς μια κριτική ούτε και να αποφεύγεται κάθε αναφορά στο θέμα παίρνοντας υπόψη τα εσωτερικά του κάθε «αδελφού» Κόμματος2. Η τοποθέτηση απέναντι στο βασικό πρόβλημα της εποχής του ιμπεριαλισμού, δηλαδή διαχείριση ή επανάσταση αποτελεί «βάσανο» που δε μπορεί να το αποφύγει κανείς για καιρό. Επιπλέον, η φύση των πραγμάτων δεν μένει σταθερή. Αλλάζει, εξελίσσεται δυναμικά, καθώς δε συσσωρεύονται οι αλλαγές και συμπυκνώνονται, μοιραία αλλάζει και η φύση τους. Το ΑΚΕΛ αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση, για να επιλύσει το Κυπριακό ζήτημα προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, οδηγήθηκε στο να διαχειριστεί για λογαριασμό της αστικής τάξης της Κύπρου τα συμφέροντά της. Σε τελική ανάλυση κάθε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως προθέσεων, αναλαμβάνει, στο βαθμό που δεν είναι όργανο ενός επαναστατικού κινήματος δεμένου διαλεκτικά με αυτή ως κοινοβουλευτική έκφρασή του3, τη διαχείριση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Ετσι βαθμιαία υποτάσσεται σε αυτήν, ειδάλλως γρήγορα ανατρέπεται είτε από την ίδια είτε από το επαναστατικό κίνημα. Μέση λύση δεν υπάρχει, ειδικά σήμερα που όπως χαρακτηριστικά δείχνει το παράδειγμα της Κύπρου, ο πολιτικός χρόνος είναι πολύ σύντομος. Με βάση τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και αν στοχεύει (πράγμα αμφίβολο) σε μια αλλαγή του μείγματος διαχείρισης, τελικά αυτό μόνο προπαγανδιστικά μπορεί να λειτουργήσει. Ολα μάλιστα δείχνουν ότι η προσαρμογή του είναι τόσο γρήγορη που δε θα χρειαστεί να κυβερνήσει για να αποκηρύξει και τα περί μείγματος. Η κυβέρνηση Ομπάμα που στηρίζει την παραπάνω λογική το κάνει για τα συμφέροντα των αμερικάνικων μονοπωλίων που, ενώ επιθυμούν μια επεκτατική πολιτική από την Γερμανία και την ΕΕ, στο εσωτερικό τους εφαρμόζουν την ίδια λογική περιορισμού των δαπανών και των αναδιαρθρώσεων.

Αφού η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα παγιώνεται οικονομικά χωρίς άμεσα να διαφαίνεται κάποια αλλαγή της, μιας και οι αλληλεξαρτήσεις με τις BRICS είναι περιορισμένες οικονομικά - πολιτικά, πρέπει να θεωρήσουμε ότι όσο η ΕΕ παραμένει υπό τη σημερινή της μορφή, το μείγμα δε θα αλλάξει. Το κύριο για το λαϊκό κίνημα είναι η ανατροπή του καπιταλισμού, με στόχους όσα περιλαμβάνονται στο κείμενο. Σωστά περιγράφονται και οι κινητήριες δυνάμεις αλλά και ξεκαθαρίζεται ο ρόλος των μεσαίων στρωμάτων της πόλης για τα οποία το πρόγραμμα του 15ου ανέφερε ότι είχαν αντικειμενικό συμφέρον τη συγκρότηση του ΑΑΔΜ. Το κόμμα μετακινείται στρατηγικά και σωστά από τη λογική των «μετώπων» στη λογική της οργάνωσης της εργατικής τάξης ως ηγέτιδας δύναμης και στην διαμόρφωση συμμαχίας γύρω από αυτήν με άξονα τα αντικειμενικά της συμφέροντα, χωρίς παραχωρήσεις στη λογική «να μην τρομάξω κάποιον». Η ιστορία αποδεικνύει ότι η πολιτική συμμαχιών δε συγκροτείται με πολιτικά τρικ, που όχι μόνο δε πείθουν άλλες κοινωνικές δυνάμεις, ενώ διαμορφώνουν και συγχύσεις στην πρωτοπορία που με βάση αυτή απευθύνεται, αλλά ούτε και την εργατική τάξη ποτέ προετοίμασαν για τα επαναστατικά της καθήκοντα4. Το επαναστατικό κίνημα πρέπει να απευθύνεται στην εργατική τάξη έχοντας ως προμετωπίδα του την κατάργηση της εκμετάλλευσης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού5. Η πολιτική συμμαχιών πρέπει να βασίζεται στο κοινωνικό επίπεδο και σε μια ανάλυση της οικονομικής δομής της χώρας, στην διάταξη των κοινωνικών τάξεων.

Η πρόταση για την ΛΣ αποτελεί βήμα προόδου για τη στρατηγική αντίληψη του ΚΚΕ. Τόσο αυτή όσο και η προηγούμενη του ΑΑΔΜ αποτελούν επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα, με διαφορές μεταξύ τους. Δεν είναι απλά εκσυγχρονισμός του προγράμματος κλπ. Ούτε αποτελούν απλά τακτική του κόμματος. Με αυτή την έννοια είναι προφανές ότι είναι αναγκαία η συμπερίληψη της ανάλυσης του χαρακτήρα της ΛΣ στο πρόγραμμα του ΚΚΕ και όχι μόνο στα καθήκοντα του Κόμματος μέχρι το επόμενο Συνέδριο. Η απάντηση ότι αποτελούν ενιαίο σώμα δεν αντέχει σε λογικό έλεγχο. Δηλαδή η στρατηγική του ΚΚΕ είναι απλά η σοσιαλιστική οικοδόμηση; Η προετοιμασία του υποκειμενικού παράγοντα δεν είναι διαλεκτικά δεμένη με την ανύψωση σε εκείνο το επίπεδο της οργάνωσης της εργατικής τάξης, της ετοιμότητάς της για θυσίες; Με την διαμόρφωση της αναγκαίας κοινωνικής συμμαχίας ώστε να είναι νικηφόρα η εξέγερσή της, να μην ηττηθεί απομονωμένη; Τα παραπάνω πρέπει να έχουν στρατηγικό χαρακτήρα για το ΚΚΕ.

Με βάση αυτά δε νοείται να περιγράφεται ως «συμμαχία των πιο ριζοσπαστικών πολιτικοποιημένων τμημάτων του εργατικού - συνδικαλιστικού κινήματος» (θέση 67). Η παραπάνω θέση αντιστοιχεί στο επίπεδο που βρίσκεται αυτή σήμερα. Το σπέρμα όμως της ΛΣ δε μπορεί να ταυτίζεται με αυτή. Η παραπάνω αναφορά πρέπει να απαλειφθεί καθώς μάλιστα συνδυάζεται με άλλες που είναι εκ διαμέτρου αντίθετες6. Η συμμαχία ΠΑΜΕ-ΠΑΣΥ κλπ. αποτελεί αυτό που παραπάνω περιγράφεται. Εκφράζει όμως στη δεδομένη στιγμή μια συνδικαλιστική συμμαχία. Είναι γνωστό ότι άλλο πράγμα συνδικαλιστική πάλη και άλλο κοινωνικές τάξεις και πάλη για την εξουσία. Αλλο Σοβιέτ και άλλο σωματεία. Τα πρώτα έχουν πολύ πιο ευρείες δυνατότητες από τα δεύτερα. Η εργατική τάξη και το λαϊκό κίνημα γενικότερα δεν θα εκφραστεί πολιτικά ούτε στενά μέσα από το συνδικαλιστικό κίνημα ούτε μόνο μέσα από το Κόμμα. Στην ανάπτυξη της πάλης της θα δημιουργήσει όργανα με πολύ ευρύτερα πλαίσια δράσης και δυνατότητες. Μέσα από αυτά θα εκφραστεί η ΛΣ ως συμμαχία δια της οποίας θα αναπτυχθεί η αυτοτελής δράση της εργατικής τάξης με τους συμμάχους της, με στόχο τα όργανά της να αντικαταστήσουν τα όργανα εξουσίας της αστικής τάξης, τη συγκρότηση της δηλαδή σε Κράτος (δικτατορία του Προλεταριάτου).

Η διαδικασία για να συγκροτηθεί η ΛΣ δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τα τρέχοντα καθήκοντα του Κόμματος. Αποτελεί βασικό καθήκον στο σήμερα και δεν είναι δυνατό να αποσπαστεί από τα καθήκοντα του αύριο. Από την άλλη, η αναφορά που γίνεται στο Πρόγραμμα (θέση 77) σχετικά με το «επαναστατικό εργατικό λαϊκό μέτωπο σε επαναστατικές συνθήκες», του οποίου «πρόπλασμα αποτελεί η ΛΣ σε μη επαναστατικές συνθήκες», μόνο σύγχυση δημιουργεί. Η ΛΣ δε διαφοροποιείται από αυτό, ενώ αποτελεί δια της πλαγίας οδού επαναφορά της λογικής των μετώπων, ακατανόητη μάλιστα όταν αυτή προηγουμένως έστω και άρρητα απορρίπτεται. Αλλο συμμαχία, άλλο μέτωπο, όχι γλωσσολογικά ενδεχομένως, αλλά ως σημεία στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Το ΚΚΕ πρέπει στο 19ο Συνέδριο να επιλέξει ξεκάθαρα, ρητά και σε πείσμα των διαφωνούντων την στρατηγική της κοινωνικής συμμαχίας με έμφαση στην από τα κάτω συγκρότησή της.

Η συμμαχία σωστά αναφέρεται ότι δεν πρέπει να έχει ως στόχο τη διαχείριση του καπιταλισμού. Στο δίλημμα επανάσταση ή μεταρρύθμιση πρέπει από σήμερα να τοποθετείται. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα της εκλογικής τακτικής του Κόμματος, δηλαδή του τρόπου με το οποίο εμφανίζονται τα μέλη του και οι συνεργαζόμενοι με αυτό στις εκλογές πρέπει να απέχουμε από γενικές διατυπώσεις πέραν των αυτονόητων (καμία συμμαχία με αστικά κόμματα ή με οπορτουνιστές) και από προκαταβολικές διατυπώσεις για κάθε συνθήκη. Η ιστορία διδάσκει ότι πέραν από τους γενικούς νόμους κίνησής της πρέπει να αποφεύγουμε τον πειρασμό να μπαίνουμε σε προβλέψεις για την εξέλιξή της. Επιπλέον, είναι ακατανόητο στο όνομα της αποφυγής δημιουργίας ή συντήρησης των εκλογικών αυταπατών, να δεσμεύουμε την εκλογική μας τακτική. Ενα ζήτημα που ως θέμα τακτικής πρέπει να έχουμε κάθε φορά την ευελιξία που απαιτείται δεδομένου ότι οι συνθήκες αλλάζουν και μαζί με αυτές προσαρμόζεται και η τακτική, με γνώμονα τη στρατηγική. Επόμενα, παρέλκει η αναφορά στο κείμενο (θέση 67) ότι η ΛΣ δε παίρνει μέρος σε εκλογές κλπ. Εκτός εάν αυτή η αναφορά αφορά την τωρινή κατάσταση της ΛΣ όπου πράγματι δεν θα βοηθούσε η συμμετοχή της. Σε κάθε περίπτωση, αυτονόητο ότι η συμμετοχή στις εκλογές δεν αποσκοπεί μόνο σε κυβέρνηση.

Επιπλέον, να διορθωθεί η θέση 66 ώστε να είναι ξεκάθαρη. Η ΛΣ εφόσον θα έχει όργανα και εκλεγμένα μέλη, έχει συγκροτημένη οργανωτική μορφή. Να διατυπωθεί ότι δεν αναφερόμαστε σε συμμαχία κομμάτων, τύπου Συνασπισμού της Αριστεράς αλλά κοινωνική συμμαχία, χωρίς πάντως να προκαθορίζεται δεσμευτικά η μορφή που θα πάρει.

Τέλος, πρέπει το Κόμμα να δει συγκεκριμένα και άμεσα το θέμα της επιστημονικής έρευνας, τη λειτουργία με σχέδιο του ΚΜΕ, την αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού που διαθέτει.

 

* O Νίκος Αυγουστίδης είναι μέλος της ΚΟΒ Δικηγόρων της ΚΟ Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.

1. Βλ. πρόγραμμα ΚΚΕ: «Η συσπείρωση και η πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική νέα τάξη πραγμάτων και τους εκφραστές της αποτελεί σήμερα το βασικό κρίκο της σύγχρονης επαναστατικής διαδικασίας».

2. Αλήθεια τι εξυπηρετεί και τι σημαίνει πλέον αυτός ο όρος; Ποιο το νόημα να υπάρχει πια όταν δεν υφίσταται πλέον Σοβ. Ενωση ή οργανωμένο σε διεθνές επίπεδο κατά οποιαδήποτε έννοια κομμουνιστικό κίνημα;

3. Ακόμα και τότε ο μόνος ρόλος που της επιφυλάσσεται αν θέλει πραγματικά να είναι τέτοια, είναι να αποδιαρθρώσει την αστική εξουσία και να βοηθήσει έτσι την ανατροπή της (βλ. και αρνητικό παράδειγμα Χιλής).

4. Δε χρειάζεται επίσης κάθε φορά να αναφέρονται οι ηρωικοί αγώνες που δόθηκαν κλπ. για να μην χαρακτηριστούμε μηδενιστές. Προφανώς τίποτα δε μηδενίζουμε, προφανώς ο μόνος επαναστάτης που δε κάνει λάθη είναι αυτός που δε δουλεύει για την επανάσταση.

5. Επίσης παρέλκει η επανάληψη κάθε φορά σοσιαλισμός - κομμουνισμός. Μόνο συγχύσεις δημιουργεί και κούραση. Προφανώς αποτελεί ενιαία διαδικασία, θέματα λυμένα από προηγούμενα συνέδρια.

6. Βλ. παράδειγμα θέση 61.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

του Σταύρου Δ. Περουκίδη

Σε αυτό το σημείωμα εστιάζω σε τρία ζητήματα: (Α) εργατική τάξη (ετ) και ταξική συνείδηση, (Β) «λαϊκή συμμαχία» και (Γ) σοσιαλισμός-κομμουνισμός.

 

Α. ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Η μελέτη της ταξικής σύνθεσης κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας (και της Ελληνικής), δεν είναι απλώς αναγκαία για την ποσοτική χαρτογράφηση της ετ και των άλλων στρωμάτων αλλά αποτελεί και καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της δράσης ενός κομμουνιστικού κόμματος για την μετατροπή της ετ από τάξη καθαυτή σε τάξη δι’ εαυτήν.

Η επίθεση που δέχεται η ετ είναι μεν συνολική αλλά όμως διαφορετικές κατηγορίες της ετ τάξης ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία οπότε και συμβαίνει σχετική επιδείνωση της κατάστασής τους. Εξάλλου, ανάλογα με το βαθμό ταξικής συνείδησης, η ετ και τα μικροαστικά στρώματα μετρούν τις ανάγκες και τις απολαύσεις τους σε σχέση με την δοσμένη κοινωνική κατάσταση και όχι με τις δυνατότητες της σύγχρονης εποχής1. Συνεπώς, σε μια πρώτη προσέγγιση το κοινωνικό Είναι της ετ δεν είναι ενιαίο. Τμήματα της ετ δεν έχουν σπάσει ούτε επιθυμούν να σπάσουν τους δεσμούς τους με το αστικό καθεστώς. Εξάλλου, η άσκηση πολιτικής εξουσίας από πλευράς της αστικής τάξης με την μορφή της αστικής δημοκρατίας δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς την ενσωμάτωση πλατιών μαζών της ετ2 (και μικροαστικών στρωμάτων) που συμμετέχουν (από μειονεκτική θέση) στο μοίρασμα του κοινωνικού πλούτου.

Στις Θέσεις δεν διερευνώνται βασικές πτυχές που αφορούν στην προσέγγιση της κατάστασης της ετ και στην ταξική της συνείδηση. Συγκεκριμένα:

(i) Στη Θέση13(Θ13) γίνεται αναφορά στην αριθμητική σύνθεση (και την σχετική χρονική μεταβολή) της μισθωτής εργασίας αθροιστικά (αλλά και σε ορισμένους κλάδους) σε σχέση με την συνολική απασχόληση. Δεν εξετάζεται ο βαθμός συγκέντρωσης της ετ σε μονοπώλια, μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ποια τμήματα της μισθωτής εργασίας παράγουν υπεραξία κτλ.

(ii) Στις Θ21, Θ29, Θ59, Θ74 γίνεται αναφορά σε: «…εργατική αριστοκρατία…» (Θ21), «…παρατεταμένη περίοδο εξαγοράς και ενσωμάτωσης…» (Θ21), «…επιλεκτική κλαδική και τομεακή πολιτική…» (Θ21), «…τοπική διοίκηση δένει χιλιάδες οικογένειες…» (Θ29), «…εργατικής και κυβερνητικής γραφειοκρατίας…» (Θ59), «…στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας και της κρατικής υπαλληλίας…» (Θ74). Ποια είναι τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά αυτών των τμημάτων της ετ; Ποια είναι η επίδραση τους στην συγκρότηση της ταξικής συνείδησης συνολικά της ετ;

(iii) «…τα τεράστια μέσα που διαθέτει…» (Θ49) ο αντίπαλος ασφαλώς δεν εδράζονται μόνον στο εποικοδόμημα (αστικά μέσα ενημέρωσης, εκπαίδευση, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις κτλ). Ποιες λοιπόν οι κοινωνικές «συμμαχίες» της αστικής τάξης (από θέση ισχύος) με τμήματα της ετ και μικροαστικά στρώματα; πως στο άμεσο μέλλον το πλεονέκτημα ύπαρξης εφεδρικού στρατού θα αξιοποιηθεί από την αστική τάξη;

Είναι θετικό που περιγράφεται η ανάγκη για «… εξειδικευμένη δουλειά κατά κλάδο, χώρο, κατηγορία εργαζόμενων και κατά ηλικία και φύλο» (Θ31,Θ41) στα πλαίσια του μελλοντικού κομματικού σχεδιασμού (Θ30-Θ31) αλλά και ο έλεγχος των «…Αποφάσεων της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Μάρτη του 2010…» (Θ68) που περιέχουν ορισμένα στοιχεία σχετικά με την δουλειά στην εργατική τάξη. Ομως, τα αποτελέσματα μιας τέτοιας διεργασίας θα έπρεπε ήδη να ήταν ενσωματωμένα στις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ πολύ περισσότερο όταν η ετ αποτελεί τη βασική συνιστώσα της «Λαϊκής Συμμαχίας»3.

 

Β. «ΛΑΪΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ»

Η «λαϊκή συμμαχία» αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του προγράμματος: «…Τα μέτωπα πάλης - πρώτ’ απ’ όλα το εργατικό - και οι μορφές της Λαϊκής Συμμαχίας με αντιμονοπωλιακούς - αντικαπιταλιστικούς στόχους, με την πρωτοπόρα δράση των δυνάμεων του ΚΚΕ σε μη επαναστατικές συνθήκες, αποτελούν το πρόπλασμα για τη διαμόρφωση του επαναστατικού εργατικού - λαϊκού μετώπου σε επαναστατικές συνθήκες…» (Θ77) καθώς και «η πάλη» της Λαϊκής συμμαχίας «κατευθύνεται στην κατάκτηση της εργατικής λαϊκής εξουσίας…» (Θ61), «…Η δύναμη της Λαϊκής συμμαχίας βρίσκεται στον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης… στον πρωτοπόρο ρόλο του ΚΚΕ…» (Θ61). Η Λαϊκή συμμαχία περιγράφεται ως σχήμα του πολιτικού και κοινωνικού εποικοδομήματος (πρόδρομος των σοβιέτ) που οδεύει αναλλοίωτο προς την πραγμάτωση δηλαδή μέχρι και την σοσιαλιστική επανάσταση. Είναι αναλλοίωτο γιατί ενώ η διαπάλη εξελίσσεται σε δύο επίπεδα «μέσα» (Θ65) και «έξω» από την συμμαχία, για την «…προσέλκυση στις γραμμές της νέων συνδικαλιστικών και γενικότερα μαζικών οργανώσεων της ετ...» (Θ64), πρακτικά το «εσωτερικό» της συμμαχίας αποκτά πρώιμα τα χαρακτηριστικά που θα είχε σε μια επαναστατική διαδικασία4. Στην τωρινή κατάσταση κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει δυσκολίες στην ανάπτυξη της «Λαϊκής συμμαχίας» που μπορεί να προκληθεί π.χ. από την περιχαράκωση εργατικών μαζών από μια «νέα ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ» ρεφορμιστικών και οπορτουνιστικών δυνάμεων ή ακόμα χειρότερα από δυνάμεις της αντίδρασης.

 

Γ. ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ

Στις θέσεις Θ81 έως Θ88 περιγράφεται αδρά «ο σοσιαλισμός ως πρώτη, κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού» σύμφωνα με την αντίληψη της ΚΕ του ΚΚΕ. Γίνεται αναφορά σε κομβικά θέματα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Κάποια από αυτά σχετίζονται άμεσα με την συγκρότηση της ετ σε τάξη για τον εαυτό της στο καπιταλιστικό σύστημα και συνεπώς με τους ταξικούς αγώνες στο καπιταλιστικό σύστημα. Για παράδειγμα, το πώς πραγματοποιείται: η «…παραγωγή μηχανημάτων και μέσων μεταφοράς, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από το εξωτερικό εμπόριο…» (Θ85), η «…συστηματική έρευνα και εξεύρεση νέων πηγών…»(Θ85), η «…παραγωγή μέσων παραγωγής…» (Θ85) είναι ανάγκη να αποτελούν μέρη των προγραμματικών θέσεων για την συσπείρωση της ετ, για την μετατροπή της σε τάξη για τον εαυτό της. Το πώς μετατρέπεται η «παραγωγή μέσων παραγωγής, μέσων μεταφοράς κτλ» από μια εν δυνάμει σε μια εν ενεργεία κατάσταση και γενικότερα το πως τίθενται η βιομηχανική-αγροτική παραγωγή κτλ σε «κίνηση», ιδιαίτερα κάτω από κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης και όξυνσης της ταξικής πάλης («…πανεθνικής κρίσης…» Θ95), πρέπει να αποτυπώνονται ξεκάθαρα στις προγραμματικές θέσεις5 γιατί: i) αποτελούν πτυχές ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης για την ισχυροποίηση της ταξικής συνείδησης της ετ και ii) μπορούν να αποτρέψουν από ενδεχόμενη κοινωνική καταστροφή. Αυτά τα θέματα δεν μπορεί να αποτελούν μόνον ζητήματα του κεντρικού σχεδιασμού κάτω από μια μελλοντική σοσιαλιστική εξουσία.

Ο καθορισμός του «εργάσιμου χρόνου» σε διάκριση με τον «ελεύθερο χρόνο» είναι συνδεμένα άρρηκτα με σκληρούς ταξικούς αγώνες, όμως η θεσμοθέτηση τους δημιουργήθηκε και είναι συνυφασμένη με τον καταμερισμό εργασίας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η ύπαρξη του «ελεύθερου χρόνου» ως το αντίθετο του «εργάσιμου χρόνου», χάνει σταδιακά το νόημα της με το ξεθεμελίωμα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Και αυτό γιατί σε αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό ο «ελεύθερος χρόνος» εμφανίζεται ως «άρνηση του εργάσιμου» και με την άρνηση αυτή επιδιώκει να συμπληρώσει ορισμένες πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας (ψυχαγωγία, άθληση κτλ.). Με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής (με «νομικούς» όρους) κατά την οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν αλλάζει άμεσα το πώς και με ποια μέσα6 πραγματοποιείται η παραγωγή. Ετσι, αρχικά η αντιμετώπιση της εργασιακής μονομέρειας σε ορισμένες παραγωγικές μονάδες μπορεί να επιτευχθεί «τεχνητά», δηλαδή με την μείωση του εργάσιμου χρόνου στις συγκεκριμένες μονάδες και την αύξηση του «ελεύθερου χρόνου» των εργαζόμενων7 για «την συμμετοχή στην άσκηση των καθηκόντων εξουσίας και διεύθυνσης της παραγωγής κλπ.» (Θ91)8. O κομμουνισμός (ως άρνηση της άρνησης) δεν ακολουθεί αυτή την οδό (δηλαδή δεν συγκροτείται: ως «μη καπιταλισμός» ή ως το αντίθετο του καπιταλισμού). «Στον κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής» σε αντίθεση με ότι περιγράφεται στην Θ91 ότι δηλαδή «...απελευθερώνει όλο και περισσότερο χρόνο από την εργασία, ο οποίος αξιοποιείται για το ανέβασμα του μορφωτικού-πολιτιστικού επιπέδου του εργάτη…» δεν ακολουθείται αυτή η διαίρεση (απομεινάρι του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής) αλλά η άμεση κοινωνική εργασία αποχτά τέτοιο περιεχόμενο που γίνεται «όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη ζωής»9. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, το μορφωτικό -πολιτιστικό επίπεδο του εργαζόμενου «ανεβαίνει» όχι ξεκλέβοντας από τον εργάσιμο χρόνο αλλά ακριβώς από το ίδιο το περιεχόμενο της άμεσης κοινωνικής εργασίας. Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων (σχετικά με τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό) σχετίζεται με το σημείο εκκίνησης δηλαδή με την σύγχρονη πολιτική οικονομία του καπιταλισμού. Επομένως, κομβικό θέμα (προς διερεύνηση Θ68) συνιστά η κατανόηση του περιεχομένου της άμεσης κοινωνικής εργασίας στην σύγχρονη εποχή (τόσο στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια) σε σχέση με την συσσωρευμένη κοινωνική γνώση και την εφαρμογή της στην παραγωγική διαδικασία10.

Η απονέκρωση του προλεταριακού κράτους11 (μετά την κατάργηση του αστικού κράτους) και της ιδεολογικής-πολιτικής πρωτοπορίας της ετ (δηλαδή του κόμματός της) ως προοπτική περάσματος από τον ανώριμο κομμουνισμό (σοσιαλισμό) στον κομμουνισμό δεν αναφέρεται στις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ. Ασφαλώς, η ύπαρξη του προλεταριακού κράτους είναι αναγκαία12 για την «…αντιμετώπιση της εσωτερικής και εξωτερικής αναδιοργάνωσης της καπιταλιστικής βίας….» (Θ80) αλλά και (ίσως) «…όσο θα υπάρχουν καπιταλιστικά κράτη στη Γη…» (Θ87 και Θ93) αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την μη διατύπωση περισσότερο προωθημένων προτάσεων όπως για την απονέκρωση του. Εξάλλου, στις θέσεις περιγράφεται μέχρι και η πλήρης εξάλειψη των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων (Θ87 και Θ94). Πραγματικά, «…η υπόθεση του προλεταριάτου, ο κομμουνισμός, είναι η πιο καθολική ανθρώπινη, η βαθύτερη, η πιο πλατιά» (Θ100), όπου «η κοινωνία…θα βάλει την κρατική μηχανή εκεί που τότε θα ανήκει: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και το μπρούντζινο τσεκούρι»13.

Καλή επιτυχία στο συνέδριο σας.

 

1. K. Marx & F. Engels, Collected Works (CW), τ. 9 σ.216 (μισθωτή εργασία και κεφάλαιο) και Θ89.

2. Ε. Hobsbawm, The age of extremes, Abacus (1995) σ.580-581.

3. Η αδυναμία πρόβλεψης της αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού, το ζήτημα απάντησης σε μια κυβέρνηση «αριστερής συνεργασίας» (Θ29) κτλ. σχετίζονται άμεσα (τουλάχιστον όσον αφορά από την πλευρά του ΚΚΕ) με την ύπαρξη μη συγκροτημένης τακτικής στην προσέγγιση ανομοιογενών τμημάτων της ετ. Και αυτό σε μια περίοδο που η άσκηση πολιτικής από την πλευρά της αστικής τάξης είναι τραγικά προβλέψιμη.

4. Στη Ρωσσία το 1917, μπορεί τα συμβούλια (σοβιέτ) των εργατών, στρατιωτών και αγροτών να μαζικοποιήθηκαν και να εξελίχθηκαν σε όργανα εργατο-αγροτικής εξουσίας με την αποφασιστική συμβολή του Ρωσσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος ΡΣΕΚ (μπολσεβίκοι), όμως αυτά δεν εφευρεθήκαν από το κόμμα των μπολσεβίκων. Μάλιστα, οι εσέροι (σοσιαλεπαναστάτες CP) και οι Μενσεβίκοι δρούσαν σε αυτά και αποτελούσαν την πλειοψηφία μέχρι τον Ιούνη του 1917. Δες για παράδειγμα: Β. Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τ.2 μέρος 2, σ.68 (Η προλεταρική επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι),C. Bettelheim, Class Struggles in the USSR, Monthly Review Press (1976) σ.73-75.

5. Η ένταξη τους στο πρόγραμμα δεν αποτελεί μιαν έμμεση διατύπωση ενός ενδιάμεσου σταδίου από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό αλλά αναγκαίο σκέλος ενός συγκροτημένου σχεδίου που εντάσσεται στην πολιτική και οικονομική δουλειά για τη ριζοσπαστικοποίηση και ρήξη της ετ από τα πλαίσια του καπιταλισμού.

6. Η οργάνωση της παραγωγής όπως και το πώς και με ποια μέσα γίνεται η παραγωγή αποτυπώνονται σε κάθε κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό. Δες για παράδειγμα: K. Marx & F. Engels, CW, τ. 3 σ.306 (Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα), τ. 5 σ.31-32 (η Γερμανική Ιδεολογία), τ. 6 σ.183 (η Αθλιότητα της φιλοσοφίας), τ. 35 σ.189-190 (το Κεφάλαιο Ι).

7. K. Marx, CW, τ. 29 σ.94-95 (Grundrisse).

8. Αντίστοιχα ζητήματα αντιμετώπισε και η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, όπου για παράδειγμα σημειώνεται η ανάγκη εισαγωγής της μεθόδου Ταίηλορ στην παραγωγή και η κριτική της. Δες για παράδειγμα: Β. Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τ.2 μέρος 2, σ.433-434 (Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας), B. I. Λένιν, το σύστημα Ταίηλορ - η υποδούλωση του εργάτη από τη μηχανή, Put Pravdy No. 35, (13/3/1914).

9. K. Marx, CW, τ. 24 σ.87 (Κριτική του προγράμματος της Γκότα).

10. Για παράδειγμα, στο παρακάτω χωρίο η άμεση εργασία έχει τη μορφή της χειρονακτικής: το «…το σταθερό κεφάλαιο μέσα στην διαδικασία παραγωγής στέκεται απέναντι στην εργασία σαν μηχανή. Τότε η συνολική διαδικασία της παραγωγής εμφανίζεται όχι πια σαν υποταγμένη στην επιδεξιότητα του εργάτη, αλλά σαν τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης. Συνεπώς, η τάση του κεφαλαίου είναι να προσδίδει επιστημονικό χαρακτήρα στην παραγωγή, και η άμεση εργασία υποβιβάζεται μονάχα σε ένα απλό στοιχείο αυτής της διαδικασίας» στο K. Marx, CW, τ. 29 σ.85 (Grundrisse). Στη σύγχρονη εποχή το επιστημονικό προλεταριάτο (συνιστώσα της ετ) παράγει νέα ανταλλακτική αξία μέσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασία ως αποτέλεσμα δαπάνης εργατικής δύναμης, πράγμα που τον 19ο αιώνα δεν είχε την ίδια ποσοτική βαρύτητα. Ετσι, ο «επιστημονικός χαρακτήρας της παραγωγής» εμφανίζεται και ως σταθερό και ως μεταβλητό κεφάλαιο.

11. Β. Ι. Λένιν, Διαλεχτά έργα, τ.2 μέρος 1, (κράτος και επανάσταση).

12. F. Engels, CW, τ. 45 σ.64 (γράμμα στον Μπέμπελ).

13. F. Engels, CW, τ. 26 σ.272 (Η καταγωγή της οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους).

 

 

ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

της Αννεκε Ιωαννάτου

Στις Θέσεις για το 19ο Συνέδριο η αυτοκριτική διέπει σε αυξανόμενο βαθμό το κείμενο σε σχέση με τα προηγούμενα συνεδριακά κείμενα. Φαινόμενο θετικό και αρνητικό μαζί. Θετικό, γιατί δείχνει επίγνωση. Αρνητικό, γιατί δείχνει ότι αυξάνονται οι «αδυναμίες, ελλείψεις, καθυστερήσεις, υστερήσεις, αναντιστοιχίες», τα «δεν κατακτήθηκε» το ένα, «δεν κατακτήθηκε» το άλλο για να πούμε μερικές από τις λέξεις και εκφράσεις, που περνούν σαν κόκκινο νήμα τις Θέσεις όχι σπάνια καταλήγοντας στο πρόβλημα της προπαγάνδας, που ωστόσο δεν εκτιμήθηκε μέχρι τώρα στο βαθμό που έπρεπε. Γι’ αυτό το σημείο 4 στη Θέση 68 είναι ελπιδοφόρο.

Το κείμενο των Θέσεων βρίθει από (σωστές) διατυπώσεις, αλλά το «γιατί» ουσιαστικά δεν απαντιέται.

Καθώς φαίνεται, η αναφερόμενη στο κείμενο «ιδεολογική ρουτίνα», η «τυποποίηση» και ο «πρακτικισμός» (Θέση 35), φύτρα εκκόλαψης γραφειοκρατικών νοοτροπιών, έχουν το μερίδιό τους στην ευθύνη για την «αναντιστοιχία». Η αναφερόμενη «πολυχρέωση» στελεχών σίγουρα δεν βοηθάει καθόλου και οδηγεί στη δυσκολία της ποιότητας δουλειάς, αν και δεν φαίνεται να είναι η κύρια αιτία. Στη Θέση 32 η καθοδηγητική ικανότητα της ΚΕ και η συνολική καθοδηγητική δουλειά των οργάνων και των στελεχών «δεν ήταν αντίστοιχη με τις απαιτήσεις» και στη Θέση 48 ομολογείται, ότι «δεν κατακτήθηκε η απαιτούμενη καθοδηγητική ικανότητα» και επισημαίνονται οι δύο βασικοί κίνδυνοι, οι οποίοι γι’ αυτό το λόγο δεν αντιμετωπίζονται: είτε «στο όνομα της σωστής στρατηγικής … να μεταφέρονται οι γενικές θέσεις με συνθήματα», είτε «στο όνομα της εξειδίκευσης να καλλιεργείται η αποσπασματικότητα και επιλεκτικότητα… κλπ.». Και στη Θέση 49 τονίζεται, ότι «μέσα από την καθοδηγητική δουλειά αναπαράγεται ακόμα ένας μηχανιστικός τρόπος προώθησης της στρατηγικής».

Η οχύρωση σε σωστές στρατηγικές θέσεις για τη διαφύλαξη της ιδεολογικής καθαρότητας έχει αιτίες, που έχουν άμεση, αλλά και έμμεση σχέση με την ιδεολογική αδυναμία. Το άμεσο δεν χρειάζεται διευκρίνιση, διότι οφείλεται σε έλλειψη γνώσεων ή σε ανεπαρκή αφομοίωσή τους με αποτέλεσμα την πολυαναφερόμενη «αναντιστοιχία». Το έμμεσο είναι πιο πονηρό. Το «σφίξιμο» (οχύρωση) σ’ αυτό, που είναι σίγουρα σωστό και εγκεκριμένο από την καθοδήγηση, εισάγεται στις γραμμές των συντρόφων και από οπορτουνιστική πλευρά με την εξής έννοια: δεν είναι τόσο αθώο το φαινόμενο, ο αντίπαλος να χρησιμοποιεί συνθήματα και ιδεολογικές ατάκες από το κομμουνιστικό κίνημα. Χρησιμοποιώντας τα κάνει πολλούς συντρόφους να μην τα χρησιμοποιούν πια, γιατί «αυτά τα λέει και ο ΣΥΡΙΖΑ», για παράδειγμα. Ο τελευταίος «κατακτάει» λεκτικά επαναστατικά ένα ολόκληρο κομμάτι της κομμουνιστικής ιδεολογίας (είτε σαν συνθήματα, είτε σαν ατάκες και μαρξιστικά τσιτάτα) ή τα αφήνει, ανάλογα με τις ανάγκες εξαπάτησης. Στα λόγια πολλά απ’ αυτά είναι σωστά, αλλά δεν εννοούνται και έχουν άλλους στόχους. Εύκολα, από φόβο μην πούμε αυτά, που λένε «εκείνοι», δεν τα λέμε και οχυρωνόμαστε (τυποποίηση, στένεμα, τάση να «πούμε το μάθημα», «κουτιά», αναπαραγωγή ξεπερασμένων τρόπων δουλειάς) έχοντας χάσει, όμως, ένα μέρος της ιδεολογικής μαχητικότητας. Το ίδιο παίχθηκε -τηρουμένων των αναλογιών- τη δεκαετία του ’80 με το ΠΑΣΟΚ. Με άλλα λόγια, έτσι ο οπορτουνιστικός αντίπαλος ωθεί με τον τρόπο του τους κομμουνιστές σε περιορισμούς, σε μια τάση οχύρωσης εκεί, που θα έπρεπε να αναγκάσουν τον αντίπαλο σε απολογητική θέση. Η ιδεολογική αυτή οχύρωση μέσα σε μια στάση στρατηγικά σίγουρη και σωστή, αλλά τακτικά αδύναμη (καμιά φορά περίπου ταυτίζονται σαν συνέπεια) δημιουργεί αποστάσεις με τη «μάζα».

Δεν μπορούσε να γίνει κατανοητό, γιατί το ΚΚΕ συμμετέχει σε αστικά κοινοβούλια, αλλά δεν θέλει να συμμετέχει σε αστικές κυβερνήσεις (και μάλιστα με «την Αριστερά»!). Για τον περισσότερο κόσμο αποτελούν γρίφο διατυπώσεις, όπως «πρέπει να αλλάξει τάξη στην εξουσία και όχι κυβέρνηση» και «το ΚΚΕ ακόμα να πάρει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, δεν μπορεί να δόσει φιλολαϊκή διέξοδο, γιατί δεν μπορεί να αποδυναμώσει την οικονομία και την εξουσία του κεφαλαίου» («Ριζοσπάστης» 16.1.2013, σελ. 28) που μετεκλογικά δείχνουν, ότι μέχρι τώρα δεν άλλαξε η προπαγάνδα παρ’ όλο το πάθημα. Και να που το ερμηνεύει με τον τρόπο του ο λαός, «βοηθούμενος» από τον αντίπαλο με όλο τον πανίσχυρο μιντιακό μηχανισμό του. Το βαθύτερο ιδεολογικό γιατί, μεταφράστηκε ψευδώς στη συνείδηση του κόσμου ως εξής: «το ΚΚΕ δεν θέλει να κυβερνήσει, δεν θέλει την εξουσία», το οποίο προεκλογικά διαδόθηκε φωναχτά στην οικουμένη από μπαλκόνια και βήματα από το ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλευόμενο την επικοινωνιακή αδυναμία των κομμουνιστών να προσαρμόζονται με την απαιτούμενη γρηγοράδα στην ανάγκη αλλαγής τακτικής. Οταν ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 το ΚΚΕ άρχισε να ζητάει να μην αποδυναμωθεί, να διορθώσει ο λαός την ψήφο του (γιατί τελικά τη θέλουμε την ψήφο), να βγάλει τη Χρυσή Αυγή από τη Βουλή, η λαϊκή απάντηση ήταν το αντίθετο: αποδυνάμωσε σοβαρά το ΚΚΕ και όχι μόνο δεν έβγαλε τη Χρυσή Αυγή έξω από τη Βουλή, την ενίσχυσε και λίγο. Θέλει βαθύτερο κοίταγμα το πράμα από ένα απλό «ο κόσμος δεν έχει ωριμάσει πολιτικά», γιατί επέλεξε «ανάμεσα σε μια κυβέρνηση στη βάση της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ, από τη μία, ή μια κυβέρνηση της λεγόμενης “αριστερής συνεργασίας”» (Θέση 29, σελ. 24). Και βέβαια, στο πρόβλημα αυτό συντρέχουν και αντικειμενικές αιτίες, αλλά αν η συνείδηση του κόσμου καθορίζεται βασικά από την ταξική του θέση στην κοινωνία, γιατί τόσο πολύ επηρεάζεται από την προπαγάνδα των άλλων, ώστε να του αλλοιώσουν τη συνείδηση σε τέτοιο βαθμό και μάλιστα κάτω από τόσο κραυγαλέες επιθέσεις στο επίπεδο ζωής του; Αυτό σημαίνει, ότι έχει ψευδή ταξική συνείδηση (ενώ οι «από πάνω» έχουν τη σωστή για την τάξη τους, παλαιό το πρόβλημα), επηρεάζεται παρά πολύ από προπαγάνδα, τόσο πολύ που δεν καταλαβαίνει ούτε το συμφέρον του πού βρίσκεται. Με την καλύτερη δυνατή επικοινωνία και τακτική, αυτή τη στιγμή μπορεί να μην ήταν μαζικό κόμμα το ΚΚΕ, αλλά ασφαλώς σε καλύτερη θέση.

Στη Θέση 57 αναφέρονται οι οικονομικές δυσκολίες. Τη δεκαετία του ’90 το Κόμμα ανοίχτηκε πολύ με επιχειρήσεις κλπ., ακόμα και με τηλεόραση, η οποία προέκυψε μαύρη τρύπα. Από την ίδια εποχή το ΚΚΕ συνεχώς μιλάει για την καθοδική πορεία του καπιταλισμού σωστά προβλέποντας τα πράγματα που συμβαίνουν τώρα. Αυτό γεννάει μια απορία: σε ποια βάση τόλμησε ένα τόσο μεγάλο άνοιγμα εκεί που προβλεπόταν μια μεγάλη κρίση, η οποία λύγισε πολλές επιχειρήσεις;

Πολιτισμός. Οι Θέσεις παραδέχονται, ότι είμαστε πολύ πίσω από τις απαιτήσεις στον τομέα του πολιτισμού με φωτεινή εξαίρεση τα επιστημονικά συνέδρια για Ρίτσο-Βάρναλη και το ερχόμενο για Μπρεχτ. Για τα πρώτα δύο εκτιμείται, ότι βοήθησαν να βελτιώσουν τη δουλειά της ΚΕ. Αυτή η εκτίμηση θα πρέπει να πάρει σάρκα και οστά στα έντυπα και στο ραδιόφωνο του Κόμματος. Το «portal» είναι πράγματι μια βελτίωση. Ο μαχόμενος πολιτισμός, όπως δείχνουν αντράνταχτα τα έργα των Βάρναλη, Ρίτσου, Μπρεχτ, Γκόρκι και πολλών άλλων, μπορεί να είναι ισχυρό ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο συνειδητοποίησης. Η λέξη «πολιτισμός» πρέπει να χάσει τη χροιά του κατώτερου, που εξακολουθεί να έχει στο μυαλό πολλών, πολλών συντρόφων και όχι σπάνια στελεχών. Είναι επικίνδυνο οι σύντροφοι να μην επικοινωνούν με τις ιδεολογικές μορφές στον τομέα της τέχνης, οδηγεί σε «στέγνωση». Η «Μάνα» του Γκόρκι έπεισε πολύ περισσότερους απ’ ό,τι οποιοδήποτε κομματικό έντυπο και «Η Αγία Ιωάννα» του Μπρεχτ επίσης.

Θέση 55: δεν συμφωνώ με την εκτίμηση, ότι βελτιώθηκε η απόδοση των αναφερόμενων μέσων. Η αρθρογραφία είναι γενικά σωστή, αλλά δεν φτάνει να είσαι σωστός, όπως δείχνουν οι εξελίξεις. Η θεματική της ΚΟΜΕΠ έχει στενέψει τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια μονομέρεια. Ο «Ριζοσπάστης» παρουσιάζει συχνά πολυλογία στην αρθρογραφία και ειδησεογραφία. Η εκδοτική δουλειά βελτιώθηκε, ναι, αν πάρεις σαν κριτήριο την άμεση διαπαιδαγωγητική δουλειά στην ιστορία, στο κίνημα με τη μορφή εκδόσεων για νέους και επανεκδόσεις βιβλίων που αφορούν αγώνες και Σοβιετική Ενωση, Οκτωβριανή κλπ. Μια περιορισμένη θεματική. Υπάρχει στένεμα κι εδώ, αλλά φοβάμαι, ότι δεν μπορεί να γίνει αλλοιώς με τα μέσα που υπάρχουν. Βεβαίως, πρέπει οι εκδόσεις του Κόμματος να βγάζουν αυτά που κρύβουν οι άλλοι και τα έντυπά του να χρησιμοποιούνται για τη διαπαιδαγώγηση, ιδιαίτερα νέων ανθρώπων. Κατανοητό. Το να κυριαρχεί μόνο το «σωστό» και «εγκεκριμένο» φυλάει, ωστόσο, κινδύνους για το μέλλον. Η ιστορία έχει δείξει στις χώρες της εξουσίας κομμουνιστικών κομμάτων, ότι υπόβοσκαν στα μουλωχτά άλλες διαδικασίες, όταν ανοιχτά κυκλοφορούσαν μόνο τα επίσημα εγκεκριμένα και ελεγμένα. Ενδέχεται ένας αυριανός κίνδυνος να μην εκδηλώνεται και μια μέρα να εκδηλώνεται άσχημα, φαινομενικά «έξαφνα».

Θέση 69. Διεθνείς προτεραιότητες. Επικροτώ το σημείο (α) και ίσως επιταχύνονται σήμερα οι εξελίξεις, γενικά, αλλά και μέσα στα πλαίσια των διεθνών συνδιασκέψεων, οι οποίες επιβάλλουν πλέον τη δημιουργία ενός τέτοιου πόλου.

Θέλει προσοχή οργανώσεις, όπως ο Ελληνοκουβανικός, η ΕΕΔΔΑ και ΕΕΔΥΕ, να μην εξελιχθούν προς μια ταύτιση με το Κόμμα και να λειτουργούν σαν παραρτήματά του από φόβο «μην ξεφύγουν».

Σταχυολογώντας δύο άλλα θέματα ακόμα, που παρουσιάζουν αντιφάσεις στις Θέσεις.

1) Υπάρχει ή δεν υπάρχει ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας; Καθώς φαίνεται, η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού λογικά φέρνει για κάποιες χώρες κάποιες εξαρτήσεις (Θέση 3 και 4), όπως για την Ελλάδα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα «…με εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ» (Θέση 5). Στη Θέση 28, ΣΤ, διαβάζουμε, ότι είναι «αποπροσανατολιστικό αστικό επιχείρημα η συνθηματολογία περί απώλειας της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας και κατοχής από τη Γερμανία». Το δεύτερο σκέλος ασφαλώς είναι τραβηγμένο από τ’ αυτιά, αλλά η εθνική ανεξαρτησία αμφισβητείται τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό από τις Θέσεις. Και οι τρεις κατηγορίες χωρών στην ευρωζώνη (Θέση 4) το λένε. Στη Θέση 72 διαβάζουμε πάλι «…(για τον ελληνικό καπιταλισμό) με ισχυρές εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ». Και οι Θέση 85 μιλάει για εξαρτήσεις στον ενεργειακό τομέα, καθώς και στο εξωτερικό εμπόριο. Ωστόσο, παρ’ όλο το δανεισμό και τις δυσλειτουργίες «οι από πάνω» της Ελλάδας φαίνεται να «μπορούν» ακόμα, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τη Θέση 15 και έτσι τουλάχιστον αυτό το λενινιστικό σκέλος-όρος για μια επαναστατική κατάσταση δεν εκπληρείται (ακόμα), ενώ «οι κάτω» εξακολουθούν να ψάχνουν τη λύση στα πλαίσια του υπαρκτού.

2) Τα μονοπώλια ξανά. Στη Θέση 61 (σελ. 44) η Λαϊκή Συμμαχία είναι κατά των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (αν ήταν ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία των μονοπωλίων θάταν εντάξει η Θέση) και λίγο παρακάτω όλοι οι μικροπαραγωγοί, αυτοαπασχολούμενοι κλπ. «έχουν συμφέρον από την κατάργηση των μονοπωλίων, …από την ανατροπή της εξουσίας της (καπιταλιστικής ιδιοκτησίας)»: δύο διαφορετικά πράγματα σε μία πρόταση. Στο πρώτο σκέλος, δηλαδή, να καταργηθούν τα ίδια τα μονοπώλια, στο δεύτερο να μείνουν, αλλά σε λαϊκά χέρια (σύμφωνα με τον Λένιν, αυτό πάει να πει σοσιαλισμός!) Στην ίδια Θέση και σελ. 45 το συμφέρον των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων βρίσκεται στο δρόμο σύγκρουσης με τα μονοπώλια και ανατροπή τους. Στην 62 η Λαϊκή Συμμαχία θα δείξει ποιος είναι ο δρόμος πάλης και ρήξης για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων (σωστό), αλλά έχει σαφή αντιμονοπωλιακό, αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό, αφού ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι μονοπωλιακός και λίγο παρακάτω συσπειρώνει αντιμονοπωλιακές δυνάμεις και έχει γενική κατεύθυνση πάλης ενάντια στα μονοπώλια. Στην 63 θέλει την κοινωνικοποίησή τους σαν συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής (άρα δεν είναι εναντίον στα ίδια τα μονοπώλια, που είναι νομοτελειακή εξέλιξη, αναγκαία για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού) διεκδικώντας -σωστά- την ανατροπή της εξουσίας τους. Στην 64 (στο τέλος) πάλι είναι αντιμονοπωλιακός ο προσανατολισμός. Στην 66 αναφέρονται τα μικροαστικά στρώματα σαν αντιμονοπωλιακά και αντικαπιταλιστικά. Αυτά τα στρώματα, μάλιστα, είναι αντιμονοπωλιακά, γιατί τα μονοπώλια κλείνουν τα μαγαζάκια τους, αλλά συνήθως δεν είναι καθόλου αντικαπιταλιστικά. Θέλουν -δεν λέω πάντα συνειδητά, αλλά πρακτικά εκεί καταλήγει- να διατηρήσουν μια καπιταλιστική φάση πριν από τη συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής, δηλαδή ένα προηγούμενο στάδιο του καπιταλισμού, για να επιβιώσουν. Από τη φύση τους, δηλαδή, αντιδραστικές δυνάμεις (βλ. Κομμουνιστικό Μανιφέστο). Δεν γίνεται να είσαι αντιμονοπωλιακός και αντικαπιταλιστικός μαζί. Ο καπιταλισμός θα τους κλείσει νομοτελειακά και πρέπει να εξηγηθεί με σαφήνεια ποια λύση προτείνουν οι κομμουνιστές. Δεν λέω να μην τους συμπαραστεκόμαστε, αφού ξέρουμε, ότι θα προλεταριοποιηθούν. Από το 15ο Συνέδριο αυτή η αντίφαση διέπει τις Θέσεις του Κόμματος και το ιδεολογικό μπέρδεμα στη βάση καλά κρατεί. Από πολλούς το «αντιμονοπωλιακό» ερμηνεύεται ακόμα ως πρόταση να διατηρηθεί η μικρή, μη συγκεντροποιημένη παραγωγή. Δηλαδή το κύτταρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Θα πρέπει επιτέλους να γίνουν πιο σαφείς, πιο ακριβολογημένες, πιο λενινιστικές οι διατυπώσεις στο σχετικό ζήτημα. Με τη μικροϊδοκτησία δεν κάνεις σοσιαλισμό. Ούτε με τους μικρούς αγροτικούς κλήρους. Ακούμε τον Λένιν: «Θα δείτε ότι σ’ ένα πραγματικά επαναστατικό-δημοκρατικό κράτος ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον βήματα προς το σοσιαλισμό! Γιατί, αν μια πολύ μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση μετατρέπεται σε μονοπώλιο, σημαίνει πώς εξυπηρετεί όλο το λαό»… Και εφόσον το εξηγεί ο Λένιν, συμπεραίνει: «Γιατί ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το άμεσο βήμα προς τα μπρος, πέρα από το κρατικο-καπιταλιστικό μονοπώλιο. Ή με άλλα λόγια: ο σοσιαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κρατικο-καπιταλιστικό μονοπώλιο, που χρησιμοποιείται προς όφελος όλου του λαού και γι’ αυτό το λόγο έπαψε να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο» (Λένιν, Από τον Απρίλη στον Οκτώβρη, σελ. 161-62, ΣΕ).

Οι Θέσεις αποτελούν μια καλή βάση για συζήτηση και για εποικοδομητική κριτική και γι’ αυτό τις επικροτώ ευχόμενη επιτυχία στο 19ο Συνέδριο του ηρωικού ΚΚΕ.

 

* Η Αννεκε Ιωαννάτου είναι μέλος της ΚΟΒ Λογοτεχνών του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 19ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΚΕ

του Κ. Α. Αποστολόπουλου

Συντρόφισσες, σύντροφοι, χάρη στη Βιολογία, τη Νευροβιολογία και την εφαρμοσμένη Ψυχολογία η καπιταλιστική ελίτ έφτασε σε μια πολύ προχωρημένη γνώση της φυσιολογίας και της ψυχολογίας του ανθρώπινου όντος. Ετσι στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να ασκεί έναν πολύ πιο αυξημένο έλεγχο και επιβάλλεται με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα πάνω στους ανθρώπους απ’ ότι στο παρελθόν. Εχουν αναπτυχθεί και εφαρμόζονται καθημερινά, κύρια μέσω της τηλεόρασης που αποδείχτηκε το ισχυρότερο ψυχολογικό όπλο της ιστορίας, δεκάδες τεχνικές χειραγώγησης και ελέγχου του νου των ανθρώπων. Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός διαθέτει άφθονους πόρους, εξειδικευμένο προσωπικό, υψηλού επιπέδου λογισμικό και ψηφιακά συστήματα με τα οποία μπορεί να εφαρμόζει τις πιο αποτελεσματικές μεθόδους της κοινωνικής μηχανικής για τον έλεγχο των μαζών. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες αξιοποιεί στο έπακρο το διαδίκτυο με την εισαγωγή των λεγόμενων «Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης» (ΜΚΔ), όπως τα Facebook, twitter, Hi5, MySpace και πολλά άλλα. Τα μέσα αυτά είναι πολύ δημοφιλή διότι προσφέρουν μια αίσθηση ελευθερίας και συμμετοχής, σε κοινότητες ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα και δραστηριότητες. Παρέχουν την δυνατότητα παραγωγής-δημοσίευσης περιεχομένου από τους ίδιους τους χρήστες και διαμοιρασμό οποιασδήποτε πληροφορίας. O ήδη τεράστιος αριθμός χρηστών παγκοσμίως αυξάνεται αλματωδώς, ενώ στην Ελλάδα το 45% του πληθυσμού είναι χρήστες του Internet και των ΜΚΔ. Βέβαια, το διαδίκτυο έχει και τους κινδύνους του όπως κάθε νέο τεχνολογικό απόκτημα. Για παράδειγμα, άλλαξε ριζικά τις μεθοδολογίες των ποσοτικών ερευνών, αφού επηρεάζει καταλυτικά τις τεχνικές συλλογής δεδομένων-πληροφοριών. Ετσι, πέρα από τις καταναλωτικές συνήθειες των χρηστών που ενδιαφέρει τις επιχειρήσεις, μπορεί να παρακολουθείται η πολιτική συμπεριφορά και κυρίως οι αλλαγές της για εξαγωγή πολιτικών εκτιμήσεων ακριβείας και ανάληψη δράσεων. Κι αυτό γιατί οι χρήστες εκθέτουν όλο τους το προφίλ, εν αγνοία τους, είτε σε ειδικές εταιρίες που έρπουν στο διαδίκτυο και πουλάνε τα ευρήματά τους σε μεγάλες επιχειρήσεις, είτε σε μυστικές υπηρεσίες και σε συγκεκριμένα κομματικά επιτελεία. Ομως είναι γνωστό πως η τεχνολογία λαμβάνει τη μορφή που της δίνει ο χρήστης της, όπως μας διδάσκει η ανθρώπινη ιστορία, από την ανακάλυψη του τροχού ως την πυρηνική ενέργεια. Και όποιος φοβήθηκε, δεν εκμεταλλεύτηκε έγκαιρα, ή σνόμπαρε τα επιτεύγματα της τεχνολογίας καταδικάστηκε στο μαρασμό και στην ήττα.

ΟΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΕΣ χρησιμοποίησαν -από τα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης- και χρησιμοποιούν την τεχνολογία σαν όπλο ενίσχυσης της εξουσίας και της κερδοφορίας τους. Σήμερα, σε σημαίνουσες βιομηχανίες αιχμής τα ρομπότς έχουν αντικαταστήσει τους εργάτες σε όλες σχεδόν τις ειδικότητες. Οπότε λένε, δεν υπάρχει λόγος ούτε για πρόσληψη εργαζομένων, ούτε κάποια ή όλα τα προηγμένα προϊόντα να κατασκευάζονται σε χώρες με φτηνά εργατικά χέρια. Αυτές οι μεταβολές στην εργασία συμβαίνουν παντού, σε κάθε εργασιακό τομέα. Που σημαίνει ότι η τεχνολογία και τα κομπιούτερς στα χέρια των καπιταλιστών, καταστρέφουν με γρήγορους ρυθμούς την αγορά εργασίας ακόμη και σε τομείς που απαιτούνται υψηλές δεξιότητες και καλά αμειβόμενοι εργαζόμενοι. Από την άλλη, με τον αυξανόμενο συγκεντρωτισμό των επιχειρήσεων λόγω της ανελέητης ανταγωνιστικότητας, δικαιολογούν τις απολύσεις και τη μείωση των εργατικών αμοιβών. Η ραγδαία υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών, η απαξίωση της εργατικής δύναμης, η ταχύτατη χειροτέρευση των συνθηκών δουλειάς, η καλπάζουσα ανεργία, έφτασαν σε τέτοια επίπεδα, ώστε για να αποτρέψουν οργανωμένη, μαζική, βίαιη κοινωνική αντίδραση, μεθοδεύουν συστηματικά την παρεμπόδιση της συλλογικής δράσης προωθώντας την εξατομίκευση της εργασίας. Το δόγμα του καπιταλισμού, «ο καθένας μόνος του», βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη κι αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό των εργαζομένων και του κινήματος. Ετσι, νέες κλαδικές συμβάσεις πλέον δεν υπογράφονται. Η εξάπλωση των ατομικών και επιχειρησιακών συμβάσεων, η εκ περιτροπής και η ολιγόωρη εργασία με όρους εξαθλίωσης της ζωής και της προσωπικότητας των εργαζομένων, έχουν λάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Ο φόβος της απόλυσης και το φάσμα της πείνας οδηγεί τους εργαζόμενους να υπογράφουν μαζικά τον θάνατο των εργασιακών τους δικαιωμάτων δεμένοι πισθάγκωνα στις ορέξεις του κάθε επιχειρηματία. Οι άνεργοι, πανικόβλητοι και φοβισμένοι καταφεύγουν κατά χιλιάδες στην μαύρη αγορά εργασίας με επαχθέστερους όρους εκμετάλλευσης και κυρίως χωρίς ασφάλιση (αδήλωτη εργασία). Ακούνε για συνδικαλισμό και τρέμουν. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 35% του εργατικού δυναμικού της χώρας δουλεύει έτσι, με ανυπολόγιστες ζημιές για τα ασφαλιστικά ταμεία και το κίνημα. Κι επειδή η συλλογική δράση αναπτύσσεται ευκολότερα στις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες, τις ιδιωτικοποιούν, εξοντώνοντας στην ουσία τον συνδικαλισμό που άλλωστε είναι και ο βασικός στόχος των «διαρθρωτικών τους μεταρρυθμίσεων». Στον όποιο δημόσιο τομέα έχει απομείνει, η επίθεση κατά των εργαζομένων είναι τόσο πολύπλευρη ώστε πέτυχαν σχεδόν τον απόλυτο τεμαχισμό τους. Στον ίδιο εργασιακό χώρο συνυπάρχουν μόνιμοι, αναπληρωτές, ωρομίσθιοι, ενοικιαζόμενοι από τις δουλεμπορικές ΜΚΟ και «μπλοκάκηδες» των διαφόρων Προγραμμάτων, με άθλιες και διαφοροποιημένες εργασιακές σχέσεις και μισθούς. Οι δυσκολίες λοιπόν για ανάπτυξη συλλογικής δράσης γίνονται πελώριες. Τι είδους συνδικαλισμός μπορεί να γίνει και με τι διεκδικήσεις με τέτοιο κατακερματισμό και με ανθρώπους που πριν προλάβουν να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη συνδικαλιστικής οργάνωσης, απολύονται;

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ, η λεγόμενη πραγματική οικονομία συρρικνώνεται προς όφελος της χρηματιστηριακής. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε μια τρομακτική επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα που τροφοδοτεί, ανακυκλώνει και βαθαίνει την καπιταλιστική κρίση δημιουργώντας ελάχιστες θέσεις εργασίας. Οι εργαζόμενοι προς τους οποίους απευθύνονταν το κόμμα, μέχρι και πριν πέντε χρόνια, έχουν διαφοροποιηθεί ποιοτικά και ποσοτικά σε μεγάλο βαθμό. Συρρικνώθηκαν, κομματιάστηκαν, έχασαν την ομογένειά τους. Η νέα οδυνηρή πραγματικότητα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη στο σχεδιασμό της πάλης του κόμματος και της προώθησης των ιδεών του. Κύριος στόχος δεν μπορεί να παραμένει η αύξηση του ποσοστού της εργατικής τάξης στη κοινωνική του σύνθεση, αλλά ο εμπλουτισμός του από όλες τις κατηγορίες απλών εργαζομένων και ανέργων. Η εποχή μας, εποχή της γνώσης και της τεχνολογίας, απαιτεί γνώση υψηλού επιπέδου για να αντιμετωπιστεί η διεθνής καπιταλιστική αλητεία. Η εργατική τάξη, στη πλειοψηφία της, στερείται εξειδικευμένων γνώσεων. Το κόμμα απεγνωσμένα χρειάζεται ανθρώπους, όχι μόνο με καλό ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο και ικανότητα καθοδήγησης, αλλά και επάρκεια ιδιαίτερα στον τομέα της οικονομίας και της πληροφορικής. Και τέτοιοι άνθρωποι βρίσκονται κύρια στο χώρο της νεολαίας. Αν κινούνται σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση χωράνε στο κόμμα. Ετοιμοι μαρξιστές-λενινιστές δεν υπάρχουν, γίνονται μέσα από τον αγώνα κι από εκεί θα καταλάβουν ότι όντως ο ρόλος του κόμματος είναι αναντικατάστατος. Αλλωστε ο χαρακτήρας του κόμματος, όπως έχει αποδειχτεί, μπορεί να προφυλαχτεί αν μεταξύ των μελών του υπάρχει συνεχής αλληλεπίδραση, ενημέρωση κι επαγρύπνηση και δεν εξαρτάται τόσο από την προέλευσή τους.

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, στην παρέμβαση του κόμματος ορθώνονται δυσκολοπέραστα εμπόδια: α) Οι ιδεολογικοπολιτικές συνέπειες των μεγάλων ανατροπών στην ΕΣΣΔ και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Διαπιστώνεται ότι είναι δύσκολο να πείσεις κάποιον ότι αυτό που συνέβη εκεί δεν θα ξανασυμβεί, επειδή ξέρουμε και τις αιτίες που το προκάλεσαν και το πώς μπορεί να προληφθούν. β) Το εχθρικότατο για το σοσιαλισμό διεθνές περιβάλλον, που δημιούργησε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός την τελευταία εικοσαετία, γεννά μια αίσθηση απόλυτης μοναξιάς. Και ο φόβος της (διόλου απίθανης) εξωτερικής επέμβασης δεν αποτελεί τον καλύτερο σύμβουλο για την συμπόρευση κάποιου με το κόμμα. γ) Η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα με την οποία κράτος και παρακράτος διαλύουν και τις πιο μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις, από τη μια συρρικνώνει τη λαϊκή συμμετοχή σ’ αυτές, κι από την άλλη διογκώνει την απαισιόδοξη στάση του «τίποτε δεν γίνεται» ενισχύοντας και τις διαχειριστικές λογικές. Ζούμε λοιπόν και κινούμαστε σε ένα περιβάλλον απείρως πιο περίπλοκο και κυρίως πολύ πιο εχθρικό από εκείνο της εποχής της Οκτωβριανής επανάστασης. Ο εχθροί μας διαθέτουν ασύλληπτη οικονομική ισχύ και παρά τις μεταξύ τους λυσσαλέες αντιθέσεις, είναι πολύ πιο εξελιγμένοι, ευέλικτοι, αμείλικτοι κι εξοπλισμένοι, απ’ ότι ήταν εκείνα τα ηρωικά χρόνια. Συνεπώς, ο αδυσώπητος επικοινωνιακός πόλεμος εναντίον του κόμματος και η προσέγγιση των λαϊκών στρωμάτων, δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται μόνον με μεθόδους των αρχών του περασμένου αιώνα. Κι επειδή ο κόσμος δυστυχώς δεν διαβάζει, όμως ακούει και βλέπει, το κόμμα είναι υποχρεωμένο, με κάθε τρόπο, να αυξήσει την επικοινωνιακή του ισχύ και παρουσία καθώς ουσιαστικά το έχουν αποκλείσει από τα ΜΜΕ. Ο «Ριζοσπάστης» με την ασήμαντη κυκλοφορία του ελάχιστα συνεισφέρει. Χρειαζόμαστε λοιπόν επειγόντως: α) Ενα Ρ/Σ (ο τηλεοπτικός έχει μεγάλο κόστος) που ας λειτουργεί έστω λίγες ώρες την ημέρα, που θα συνδέεται και με τοπικούς σταθμούς για πανελλαδική εμβέλεια, και του οποίου τα έξοδα να καλυφθούν από ξεχωριστή μικρή μηνιαία εισφορά μελών αλλά και ψηφοφόρων του κόμματος καθώς πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι ότι η στήριξη του κόμματος δεν εξαντλείται με την ψήφο. β) Να γίνει εντονότερη και πιο πλούσια η «εισβολή» του κόμματος στο διαδίκτυο κάτω από κάποιο καλό σύστημα κρυπτογράφησης, για λόγους προφύλαξης από τους «κακόβουλους», καθώς και σύσταση ολιγομελούς ομάδας ικανών «κυβερνοπολεμιστών». γ) Η διαχείριση της «άρνησης της συνεργασίας αριστερών δυνάμεων» έγινε, το λιγότερο, με ατυχή τρόπο συνολικά από το κόμμα στις τελευταίες εκλογές, με συνέπεια την απώλεια της μισής εκλογικής μας δύναμης. Αντί να θέσουμε εμείς τους όρους συνεργασίας, που σίγουρα θα απέρριπτε ο ΣΥΡΙΖΑ, αναγκαστήκαμε να απολογούμαστε γιατί «δεν θέλουμε την ενότητα της αριστεράς» όπως έντεχνα το πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ απαιτεί πολύ πιο εκλεπτυσμένες μεθόδους χωρίς χρήση δυσνόητων από το λαό όρων. Γιατί και οι καλύτερες ιδέες, για να διαδοθούν και να πείσουν, δεν χρειάζονται μόνο σύγχρονα μέσα αλλά και κατάλληλους τρόπους.

 

* Ο Κ. Α. Αποστολόπουλος είναι δημοτικός σύμβουλος της «Λαϊκής Συσπείρωσης» στο δήμο Μεσσήνης.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 19ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΚΕ

του Ηλία Σκυλλάκου

Στο κείμενο των Θέσεων αναφέρεται ότι ο βασικός ρόλος του Συνεδρίου είναι η επεξεργασία Προγράμματος και Καταστατικού, επειδή όπως αναφέρει έχουν πραγματοποιηθεί μεταβολές στην πραγματικότητα από την περίοδο του προγράμματος του 15ου Συνεδρίου. Ποιες είναι η μεταβολές αυτές, που αλλάζουν άρδην και συνολικά τον χαρακτήρα προσέγγισης στην επαναστατική διαδικασία; Βεβαίως και χρειάζεται εμπλουτισμός του προγράμματος. Τι σημαίνει όμως εμπλουτισμός; Σημαίνει ότι διατηρείς το Πρόγραμμα και το εμπλουτίζεις με βάση τις σύγχρονες ανάγκες. Με βάση το σχέδιο των Θέσεων δεν πραγματοποιείται κανένας εμπλουτισμός, αλλά ολοκληρωτική αλλαγή του. Δύο από τις βασικές αλλαγές θεωρώ ότι είναι η Α) υποβάθμιση του εξαρτημένου χαρακτήρα της χώρας Β) αλλαγή του χαρακτήρα της συμμαχίας, δηλαδή του Αντιιμπεριαλιστικού-Αντιμονοπωλιακού-Δημοκρα-τικού Μετώπου (ΑΑΔΜ) το οποίο μετατρέπεται σε Λαϊκή συμμαχία.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ

Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο το ιμπεριαλιστικό. Οπως φαίνεται από το νέο σχέδιο προγράμματος διατηρείται αυτό που λέγαμε και στο 15ο Συνέδριο ότι η Ελλάδα έχει μέσο επίπεδο ανάπτυξης, δηλαδή η οικονομία της βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα από εξαρτημένη όπως αναλύαμε στο 15ο Συνέδριο, δεν αναφέρεται ως τέτοια αλλά να έχει κάποιες εξαρτήσεις από ΗΠΑ και ΕΕ. Αυτό αλλάζει αρκετά ζητήματα. O Λένιν καθόρισε τις καπιταλιστικές χώρες σε τρεις κατηγορίες α) Τις ιμπεριαλιστικές μεγάλες δυνάμεις οι οποίες καταδυναστεύουν μια σειρά χώρες και λαούς. Σε αυτές δηλαδή που λειτουργούν ως τοκογλύφοι και δένουν με τα δίχτυα της εξάρτησης τα άλλα κράτη. β) Στις εξαρτημένες. γ) Στις αποικίες.

Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα έχει τα χαρακτηριστικά των ιμπεριαλιστικών χωρών! Οτι η Ελλάδα είναι εξαρτημένη αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια λόγο της κρίσης και από τον ρόλο της τρόικας και του ΔΝΤ. Η πρόσδεση της χώρας μας στο άρμα του ιμπεριαλισμού συνεχίζει να υφίσταται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ντόπια αστική τάξη δεν κερδίζει. Βεβαίως προσπαθεί να αρπάξει από το μοίρασμα της πίτας, την συμφέρει όλο αυτό το στραγγάλισμα που γίνεται στους μισθούς και της συντάξεις των εργαζόμενων και των λαϊκών στρωμάτων. Υπάρχει λοιπόν αλλαγή της θέσης του κείμενου , με στοιχεία που είναι θολά. Κατά τη γνώμη μου η Ελλάδα είναι εξαρτημένη από τους ιμπεριαλιστές και το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Προκύπτει συνεπώς ανάγκη της αντιιμπεριαλιστικής πάλης ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της συμμαχίας. Στο πρόγραμμα μας ,δένονταν διαλεκτικά η σχέση εξάρτησης που έχει η Ελλάδα με τον χαρακτήρα του Μετώπου σε ΑΑΔ και την προσέγγιση της επαναστατικής διαδικασίας. Συμπέρασμα: Πραγματοποιείται υποβάθμιση μέχρι και εξαφάνιση του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα. Εισάγεται η έννοια της «αλληλεξάρτησης» η οποία έρχεται σε αντιπαράθεση με την Λενινιστική προσέγγιση για τον Ιμπεριαλισμό.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ

Η ανάγκη αυτή προκύπτει από την ίδια την φύση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Η πολυπλοκότητα της διάρθρωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας θέτει την ανάγκη των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης και της διαμόρφωσης ανάλογης γραμμής συσπείρωσης, συνθημάτων, ζύμωσης και δράσης. Η συγκρότηση συμμαχίας, εμπεριέχει αντικειμενικά στοιχεία αναγκαίων συμβιβασμών. Η ανάγκη συμβιβασμών προκύπτει από το γεγονός ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της δεν έχουν πλήρη ταύτιση συμφερόντων, αφού τα φτωχά λαϊκά στρώματα ως μικροϊδιοκτήτες δεν προσανατολίζονται στην πλήρη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Βεβαίως υπάρχει συμβιβασμός και συμβιβασμός. Ο Λένιν ανέδειξε ότι από θέση αρχών οι κομμουνιστές δεν απορρίπτουν τους αναγκαίους συμβιβασμούς, κάνοντας διαχωρισμό στους συμβιβασμούς που είναι εκδήλωση οπορτουνισμού και σε εκείνους που εξυπηρετούν την επαναστατική πάλη.

O αναγκαίος συμβιβασμός που πραγματοποιούσαμε στο 15ο Συνέδριο ήταν ότι καλούσαμε σε συγκέντρωση δυνάμεων στην βάση της αντίθεσης ιμπεριαλισμός- μονοπώλια- λαός και όχι στην βάση της αντίθεσης καπιταλισμός-σοσιαλισμός όπως προκύπτει από τις θέσεις.

Αυτό είναι λογικό και το εξήγησε αναλυτικά η σ. Αλέκα στην ομιλία της στο 16ο Συνέδριο.

«Η συγκέντρωση δυνάμεων, η πολιτική συμμαχιών του Κόμματος χτίζεται πάνω στην αντίθεση μονοπώλια - ιμπεριαλισμός. Εδώ σ' αυτήν τη θέση, από το 15ο ακόμα Συνέδριο, εκφράζεται και ο συμβιβασμός, ο σωστός συμβιβασμός, που πρέπει να κάνει το Κόμμα στην πολιτική συμμαχιών. [...] Ομως, δεν μπορούμε να χτίσουμε συμμαχία στην αντίθεση καπιταλισμός - σοσιαλισμός γιατί σημαίνει συμμαχία για τη σοσιαλιστική επανάσταση και συμμαχία για τη δικτατορία του προλεταριάτου». Αυτό έλεγε είναι θεωρητικά λυμένο.

Ο πραγματικός αντικαπιταλιστικός αγώνας είναι αυτός που συσπειρώνει μάζες ενάντια στα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό.

Μέτωπο Αντιιμπεριαλιστικό γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης, με βαθιές εξαρτήσεις από το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο το οποίο ελέγχει τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας. Εχει έντονη στρατιωτικοπολιτική εξάρτηση από ΗΠΑ και ΕΕ. Συνεπώς εμφανίζεται η ανάγκη του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, που συγκεντρώνει ευρύτερες δυνάμεις ενάντια στις οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές εξαρτήσεις από τους ιμπεριαλιστές. Αυτή η προσέγγιση σβήνεται τελείως από τις Θέσεις.

Μέτωπο Αντιμονοπωλιακό γιατί στην Ελλάδα πέρα από την ε.τ υπάρχει ένα μεγάλο μέρος τους πληθυσμού με μικροαστικές σχέσεις (αυτοαπασχολούμενοι αγρότες βιοτέχνες). Ετσι εμφανίζεται η ανάγκη της αντιμονοπωλιακής πάλης δηλαδή του αγώνα ενάντια μονοπώλια που ξεζουμίζουν τους εργαζόμενους, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες κτλ.

Μέτωπο Δημοκρατικό γιατί στην Ελλάδα με τον δραστικό περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών στους χώρους δουλειάς, με τις φασιστικές επιθέσεις σε μετανάστες και εργάτες, με την ένταση της κρατικής καταστολής κτλ, εμφανίζεται η ανάγκη του αγώνα για διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Και αυτό σβήνεται τελείως από το νέο σχέδιο.

Το αντικαπιταλιστικό που περιέχεται στην συμμαχία του νέου σχεδίου των Θέσεων σημαίνει συσπείρωση για την Σοσιαλιστική επανάσταση. Ακυρώνει εκ των πραγμάτων και τον αντιμονοπωλιακό αγώνα, δεν βοηθά στην συγκέντρωση δυνάμεων, αδυνατίζει την συμμαχία.

Τα ααδ αιτήματα στόχευαν να συγκεντρώσουν ευρύτερες δυνάμεις που δεν αποδέχονται πλήρως ή δεν κατανοούν την πάλη για τον σοσιαλισμό, αλλά αποδέχονται την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό τα μονοπώλια. Ο Λένιν έλεγε «Δεν αρκεί να είσαι επαναστάτης και οπαδός του σοσιαλισμού ή κομμουνιστής, γενικά. Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή τον ιδιαίτερο εκείνο κρίκο της αλυσίδας, απ' όπου πρέπει να πιαστείς με όλες σου τις δυνάμεις για να κρατάς όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον κατοπινό κρίκο. Και η διάταξη των κρίκων, η μορφή τους, το αλύσωμά τους, η διαφορά του ενός από τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι πράγματα τόσο απλά και τόσο χοντροκομμένα, όπως στη συνηθισμένη αλυσίδα που φτιάχνει ένας σιδεράς», Β. Ι. Λένιν, «Απαντα», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 36, σελ. 205-206.

Μια σειρά επαναστάσεις χαρακτηρίζονται από το ότι οι κομμουνιστές μπόρεσαν να εντοπίσουν κάθε φορά τους κρίκους που οδηγούν βήμα με το βήμα στον στρατηγικό στόχο.

Κούβα: Στην Κούβα η επανάσταση που πραγματοποιήθηκε στόχευε την ανατροπή της δικτατορίας του Μπατίστα. Ταυτόχρονα ο επαναστατικός αγώνας συνδεόταν με την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ. Ηταν λοιπόν ένα ανταρτικό αντιδικτατορικό κίνημα με έντονα αντιιμπεριαλιστικά στοιχεία. Ο κυρίαρχος κρίκος ήταν ο αντιιμπεριαλιστικός-αντιδικτατορικός επαναστατικός αγώνας.

Μέτωπα στην Αν. Ευρώπη με την ενίσχυση των κομμουνιστών και του Κόκκινου Στρατού οδήγησαν στην νικηφόρα κατάληψη της εξουσίας. Τα παραδείγματα των Λαϊκών Δημοκρατιών είναι χαρακτηριστικά.

Ελλάδα: Δημιουργία του ΕΑΜ με στόχο την μετεξέλιξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα σε αγώνα για τον σοσιαλισμό (η ήττα οφειλόταν στα λάθη της ηγεσίας και όχι στο Μέτωπο).

Ρωσία: η Μεγάλη οκτωβριανή επανάσταση δεν ήταν έργο μιας ημέρας. Το κόμμα των μπολσεβίκων σε όλη την διάρκεια της εποχής πέρασε τον αγώνα από διάφορες φάσεις. Το 1905 ο Λένιν οργάνωσε την εργατική τάξη και τους συμμάχους για να ηγηθούν στην αστική επανάσταση και να την μετεξελίξουν σε σοσιαλιστική. Η ικανότητα του να βρίσκει τον κύριο κρίκο κάθε φορά ανάλογα με τις συγκυρίες ήταν χαρακτηριστικό του Λένιν και των Μπολσεβίκων. Μέχρι ότου μπορέσει να γίνει πλειοψηφία στα σοβιέτ. Τότε λοιπόν έριξε το σύνθημα όλη εξουσία στα σοβιέτ.

Καθήκον λοιπόν των κομμουνιστών είναι, όχι να κρατούν απόσταση από τους αγώνες που δεν θεωρούνται καθαρά σοσιαλιστικοί αλλά να έχουν την ικανότητα να πρωτοστατήσουν, να ηγηθούν στον κάθε δίκαιο αλλά ρηχό αγώνα, να τον οδηγήσουν στην κατάκτηση της εξουσίας. Η στάση αυτή των κομμουνιστών δεν γίνεται με κουτάκια ούτε με αφορισμούς διαφόρων κινημάτων αλλά με την συνεπή προσπάθεια ο κάθε αγώνας που περιέχει χαρακτηριστικά ρήξης με τα μονοπώλια , με τα συμφέροντα της πλουτοκρατίας να ανεβεί επίπεδο να γίνει σχολειό της επανάστασης, να οδηγηθεί στην εργατική-λαϊκή εξουσία.

Γιατί την ορίζαμε την συμμαχία κοινωνικοπολιτική και όχι μόνο κοινωνική.

Τα στρώματα και οι τάξεις στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία έχουν διαφορετικά συμφέροντα μεταξύ τους. Τα συμφέροντα τους τα εκφράζουν και μέσω της συνδικαλιστικής δράσης, αλλά κυρίως μέσω της πολιτικής. Η πολιτική εκφράζεται βασικά μέσα από τα κόμματα. Αρα μιας και η εργατική τάξη έχει το Κόμμα της το ΚΚ έτσι και τα υπόλοιπα στρώματα εκφράζονται μέσω κάποιων κομμάτων.

Το να ζητάς από την αγροτιά και τα μικροαστικά στρώματα (απαραίτητοι σύμμαχοι) να μην εκφράζονται από τα μικροαστικά κόμματα αλλά από το ΚΚ σημαίνει πιστεύεις ότι τα στρώματα αυτά έχουν ταυτόσημα συμφέροντα με την εργατική τάξη. Το οποίο είναι λάθος. Η ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας στα χέρια τους αποτελεί εμπόδιο στο να ταυτιστούν με την ε.τ.

Για να δούμε τι αντίληψη είχαν οι μπολσεβίκοι για τις πολιτικές συμμαχίες με άλλα κόμματα.

Ο Λένιν στο έργο Αριστερισμός παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού κάνει κριτική στους γερμανούς «αριστερούς» διότι δεν δέχονταν κανένα συμβιβασμό.

«Δεν είναι δυνατό οι γερμανοί αριστεροί να μην ξέρουν πως όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού και πριν και μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση είναι γεμάτη από περιπτώσεις ελιγμών, συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να εξαιρούνται και τα αστικά κόμματα!

[...] Οι σοσιαλδημοκράτες πριν την πτώση του τσαρισμού χρησιμοποίησαν επανειλημμένα τις υπηρεσίες των αστών φιλελευθέρων, δηλ. έκλεισαν μαζί τους ένα σωρό πρακτικούς συμβιβασμούς [...] Τη στιγμή ακριβώς της Οχτωβριανής Επανάστασης πραγματοποιήσαμε έναν όχι επίσημο, μα πολύ σπουδαίο (και πολύ πετυχημένο) πολιτικό συνασπισμό με τη μικροαστική αγροτιά, δεχτήκαμε στο ακέραιο, χωρίς καμιά αλλαγή, το αγροτικό πρόγραμμα των Εσέρων, δηλ. κλείσαμε έναν αναμφισβήτητο συμβιβασμό για να αποδείξουμε στους αγρότες πως δεν θέλουμε καθόλου να τους επιβληθούμε, αλλά να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ταυτόχρονα προτείναμε (και πραγματοποιήσαμε γρήγορα) έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό, με συμμετοχή στην κυβέρνηση, στους “αριστερούς Εσέρους”…». Στο κείμενο των θέσεων δεν διαπιστώνεται πουθενά τέτοιου είδους προσέγγιση.

Γιατί Μέτωπο και όχι Κοινωνική Συμμαχία όπως λέγεται στις θέσεις του 19ου;

Η λογική του ΑΑΔΜ βασίζεται στην λογική όλων των Μετώπων Αντιφασιστικών - Αντιιμπεριαλιστικών - Εθνικοαπελευθερωτικών κτλ. Η πλούσια πείρα αυτή φαίνεται να μπαίνει στην άκρη. Βασικός λόγος της ύπαρξης Μετώπου είναι για να μπορέσει να διεκδικήσει την εξουσία. Στο σχέδιο του 19ου δεν υπάρχει καμία σύνδεση της Λαϊκής Συμμαχίας με την εξουσία. Στο σχέδιο διαπιστώνεται ότι η Λαϊκή Συμμαχία δεν θα διεκδικεί την εξουσία. Την εξουσία θα την διεκδικεί το εργατικό επαναστατικό Μέτωπο μόνο στην περίοδο της επαναστατικής κατάστασης. Δηλαδή Κάνουμε μια συμμαχία μόνο κοινωνική, αρνούμαστε τις πολιτικές συμμαχίες, και περιμένουμε να έρθει η επαναστατική κατάσταση για να μετατραπεί η συμμαχία σε εργατικό μέτωπο που θα κάνει την επανάσταση. Η ταχτική της Λαϊκής Συμμαχίας αφού δεν διεκδικεί εξουσία θα δημιουργήσει στασιμότητα και οπισθοχώρηση.

Πώς έλυνε αυτό το ζήτημα το 15ο Συνέδριο; Με την δημιουργία όχι απλά μιας συμμαχίας κοινωνικών δυνάμεων αλλά με την δημιουργία Μετώπου που συγκεντρώνει δυνάμεις κοινωνικές και πολιτικές και θα διεκδικεί την εξουσία, ανοίγοντας δύο πιθανούς δρόμους. 1) Οταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει οπότε την επαναστατική κυβέρνηση θα την χωρίζει μικρή απόσταση από την δικτατορία του προλεταριάτου 2) Οταν δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση, αλλά συνθήκες μεγάλων ταξικών αναμετρήσεων που να οδηγήσει σε κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών-αντιμονωπολιακών δυνάμεων την οποία και επιδίωκε το ΚΚΕ. Η κυβέρνηση αυτή, θα έχει μοναδικό σκοπό να επιδιώξει την προσέγγιση στην επαναστατική διαδικασία και τη νίκη των επαναστατικών δυνάμεων. Δεν ήταν στάδιο. Βασίζεται στην συνολική πείρα του παγκόσμιου κομουνιστικού κινήματος, θετική και αρνητική, καθώς και στις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν και της ΚΔ για την ταχτική του ενιαίου εργατικού μετώπου και της εργατικής κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση βασικός ρυθμιστής για την νίκη της επανάστασης θα είναι το ΚΚΕ εντός της συμμαχίας. Αυτή η λογική εξαφανίζεται στο σχέδιο των νέων Θέσεων.

Συμπέρασμα: Mόνο δυσκολίες θα μας δημιουργήσει αυτή η όλη επεξεργασία του νέου προγράμματος. Ο δρόμος προς τον Σοσιαλισμό δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα χρειάζονται ένα Κόμμα ικανό να ανταπεξέλθει στις σύνθετες συνθήκες, γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα τέτοιο που θα συγκεντρώνει μάζες, θα εμπνέει το λαό. Κατά την γνώμη μου δεν βοηθάει σε αυτή την κατεύθυνση το σχέδιο των Θέσεων για το 19ο Συνέδριο.

 

* Ο Ηλίας Σκυλλάκος είναι μέλος της ΚΟΒ ΕΒΕ Λάρισας του ΚΚΕ.

 

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

του Μιχάλη Μαρνέζη

Η εικόνα του σύγχρονου κόσμου και της θέσης της Ελλάδας σ’ αυτόν, όπως παρουσιάζεται στο Σχέδιο είναι προβληματική. Απουσιάζει η λενινιστική ανάλυση για το χαρακτήρα του ιμπεριαλισμού ως ενός συστήματος εκμετάλλευσης από μια χούφτα πλούσιες χώρες όλων των υπόλοιπων χωρών.

«Μια χούφτα πλούσιες χώρες -είναι όλο όλο τέσσερις αν πρόκειται να μιλήσουμε για ανεξάρτητο και πραγματικά γιγάντιο μεγάλο σύγχρονο πλούτο Αγγλία, Γαλλία, Ενωμένες Πολιτείες και Γερμανία- αυτές οι χώρες έχουν αναπτύξει τα μονοπώλια σε τεράστιες διαστάσεις, βγάζουν υπερκέρδος εκατοντάδες εκατομμύρια αν όχι δισεκατομμύρια. "Πάνε καβάλα" στη ράχη εκατοντάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων πληθυσμού των άλλων χωρών, παλαίβουν ανάμεσά τους για τη διανομή μιας εξαιρετικά πλουσιοπάροχης εξαιρετικά παχιάς, εξαιρετικά βολικής λείας. Σ’ αυτό ακριβώς βρίσκεται η οικονομική και πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού που τις βαθύτατες αντιθέσεις του ο Κάουτσκι δεν τις αποκαλύπτει αλλά τις καλύπτει» (Λένιν, «Ο Ιμπεριαλισμός και η διάσπαση του Σοσιαλισμού»).

Αυτή η οικονομική και πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού ελάχιστα φωτίζεται στο Σχέδιο στο οποίο παρουσιάζεται ο σύγχρονος κόσμος ως μια ιμπεριαλιστική πυραμίδα καπιταλιστικών οικονομιών που έχουν βέβαια αντιθέσεις μεταξύ τους και ανισόμετρη ανάπτυξη πλην όμως απουσιάζει η οικονομική και πολιτική ουσία του ιμπεριαλισμού δηλαδή ο σχηματισμός μιας μικρής ομάδας πλουσιότατων χωρών που θησαυρίζουν παρασιτικά καταληστεύοντας τα αδύνατα έθνη.

Η ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του κόσμου που μεσολάβησε από τότε που θεμελιώθηκε η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό δεν άλλαξε την ουσία του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα η καταλήστευση έλαβε ακόμη πιο θηριώδεις διαστάσεις. Στις καταπιεζόμενες από τον ιμπεριαλισμό χώρες η εργατική τάξη και όλες οι τάξεις και τα στρώματα του πληθυσμού εκτός από μια μειοψηφία ντόπιων μονοπωλητών που συνεργάζονται στενά με το ξένο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος όχι μόνο στην ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη αλλά και στην παγκόσμια χρηματιστηριακή ολιγαρχία που απομυζά τον φυσικό τους πλούτο, επιβάλλει ανισότιμους όρους εμπορικών συναλλαγών, καταστρέφει την ντόπια παραγωγική βάση, εισπράττει τεράστια ποσά από τόκους, μερίσματα και κέρδη, επιβάλλει με τη βία ή με την εξαγορά αντιδραστικά πολιτικά καθεστώτα για να στηρίζει την κυριαρχία της.

Με βάση την ανάλυση αυτή του Σχεδίου όλες οι χώρες του κόσμου στις οποίες έχει αναπτυχθεί ο μονοπωλιακός καπιταλισμός και είναι σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα χαρακτηρίζονται ιμπεριαλιστικές είτε είναι ισχυρές χώρες που καταληστεύουν τα αδύνατα έθνη είτε είναι αδύνατα έθνη που καταληστεύονται και καταπιέζονται από τις ισχυρές.

Ετσι κάθε προσπάθεια την καταπιεζόμενων εθνών να αποτινάξουν την ιμπεριαλιστική καταπίεση και λεηλασία θεωρείται απλά μια ενδοϊμπεριαλιστική αντίθεση. Η πάλη των λαών για εθνική ανεξαρτησία και απαλλαγή από τα δεσμά του ιμπεριαλισμού είναι πάλη κάτω από ξένες σημαίες που το πολύ που μπορεί να οδηγήσει είναι η αναβάθμιση της ντόπιας αστικής τάξης στην λεγόμενη ιμπεριαλιστική πυραμίδα.

Ολόκληρη η προβληματική που ξεκίνησε από το 17ο συνέδριο του Κόμματος σχετικά με τα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού στηρίζεται σε μα εσφαλμένη θεωρητική προϋπόθεση. Οτι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός ταυτίζεται με τον ιμπεριαλισμό. Αρα αφού στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί και κυριαρχήσει σαν σύστημα ο μονοπωλιακός καπιταλισμός (γεγονός που έχει επισημανθεί από το 9ο Συνέδριο του Κόμματος και όλα τα Συνέδρια που επακολούθησαν χωρίς ποτέ κανείς μέχρι τότε να θέσει ζήτημα χαρακτηρισμού της Ελλάδας ως ιμπεριαλιστικής χώρας) ο ελληνικός καπιταλισμός είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη. Ετσι φεύγει από το προσκήνιο το κρίσιμο ζήτημα των ανισότιμων σχέσεων της Ελλάδας με τις πραγματικά ιμπεριαλιστικές χώρες η καταλήστευση της χώρας μας από την παγκόσμια χρηματιστηριακή ολιγαρχία (12 δις ευρώ ή το 6% του ΑΕΠ της χώρας εξήχθησαν από την Ελλάδα το 2011 υπό την μορφή τόκων μερισμάτων και κερδών. Αυτός είναι ο φόρος αίματος που πληρώνει ο λαός μας στον πραγματικό ιμπεριαλισμό και αυτό χωρίς να υπολογίζουμε το κόστος από τις ανισότιμες εμπορικές συναλλαγές. Τα υπερκέρδη που απομυζά η πολυεθνική ΙΚΕΑ από την ελληνική αγορά είναι ποτισμένα με το αίμα εκατοντάδων ελλήνων βιοτεχνών επίπλου που χρεοκόπησαν επειδή δεν μπορούσαν να την ανταγωνιστούν και χιλιάδων εργαζομένων σ’ αυτές που έμειναν άνεργοι).

Με βάση το θεωρητικό αυτό σχήμα ο στρατηγικός στόχος του κόμματος για την απαλλαγή του λαού μας από τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης που ορίζεται στο ισχύον Πρόγραμμα ως βασικό καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ελλάδα μαζί και σε διαλεκτική ενότητα από το καθήκον της απαλλαγής από την καπιταλιστική εκμετάλλευση εξαφανίζεται και τοποθετείται ως στρατηγικός στόχος η απαλλαγή από τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις (Θέση 75). Ομως και η θέση αυτή έστω και κουτσουρεμένη και ελλιπής αφού η ιμπεριαλιστική καταπίεση κα της χώρας δεν ασκείται μόνον από ιμπεριαλιστικές ενώσεις αλλά και από μεμονωμένα ιμπεριαλιστικά κράτη (και μάλιστα ο κύριος ιμπεριαλιστής καταπιεστής της χώρας μας είναι οι ΗΠΑ, δηλαδή μεμονωμένο καπιταλιστικό κράτος που αποτελεί και την κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη παγκόσμια) πρακτικά εκμηδενίζεται από τη Θέση 88 σύμφωνα με την οποία η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι ασύμβατη με τη συμμετοχή της χώρας σε οποιαδήποτε ιμπεριαλιστική ένωση (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ) ενώ σύμφωνα με τη Θέση 82 η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι η διαδικασία που ξεκινά με την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Συνεπώς το πρόβλημα με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες είναι απλά η ασυμβατότητά τους με τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και όχι η συγκρότηση και λειτουργία τους ως μηχανισμοί ιμπεριαλιστικής καταλήστευσης και καταπίεσης του λαού και της χώρας μας. Επομένως η πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ δεν αντιμετωπίζονται σαν μέτωπα πάλης για τη συσπείρωση δυνάμεων για την επανάσταση αλλά παραπέμπονται για λύση μετά τη νίκη της. Ομως η ιστορική πείρα και ιδιαίτερα η πείρα από την επανάσταση του Δεκέμβρη 1944 θα έπρεπε να μας έχει διδάξει ότι αν ο λαός και το κόμμα δεν προετοιμαστούν ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά να αντιμετωπίσουν την αντίδραση του κυρίαρχου στη χώρα μας ιμπεριαλισμού διαμορφώνοντας τις κατάλληλες συμμαχίες, συνθήματα και μέτωπα πάλης και αξιοποιώντας όλες τις εφεδρείες της επανάστασης ακόμη και τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, καμιά επανάσταση δεν πρόκειται να νικήσει.

Ετσι και η προτεινόμενη στη Θέση 77 του Σχεδίου Λαϊκή Συμμαχία όπως αυτή εξειδικεύεται στις Θέσεις 61-67 δεν ανταποκρίνεται στο εύρος και στο βάθος των καθηκόντων που πρέπει να επιτελέσει για να οδηγήσει την επανάσταση στη νίκη. Η κοινωνική της σύνθεση είναι υπερβολικά στενή αποκλείοντας από αυτήν σημαντικά κοινωνικά στρώματα όπως η μεσαία αγροτιά που συνθλίβεται από την πολιτική της ΕΕ τα μικροαστικά στρώματα της πόλης που καταστρέφονται από τις πολυεθνικές και τη χρηματιστηριακή ολιγαρχία. Η συσπείρωση αυτών των δυνάμεων κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος στη βάση της αντιπαράθεσης με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό ή τουλάχιστον η ουδετεροποίησή τους είναι και αναγκαία και εφικτή όπως έχει αποδείξει η ιστορική πείρα στη χώρα μας ιδιαίτερα σε επαναστατική κατάσταση που μπορεί να προκληθεί εξαιτίας της εμπλοκής σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο και της μαζικής εξαθλίωσης που αναγκαστικά θα προκαλέσει. Αλλά και η συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά υπονομεύεται από τη θέση για κοινωνικοποίηση της γης γενικά (όχι μόνον των τσιφλικάδων και των μεγάλων καπιταλιστικών αγροτικών εκμεταλλεύσεων) που προβλέπει η Θέση 82 και που σημαίνει πρακτικά απαλλοτρίωση της περιουσίας της φτωχής αγροτιάς. Η Θέση 83 που προβλέπει την εθελοντική ένταξη των μικροϊδιοκτητών αγροτών στον παραγωγικό συνεταιρισμό είναι φενάκη αφού με την κοινωνικοποίηση της γης που θα έχει προηγηθεί πρακτικά δεν θα υπάρχουν μικροϊδιοκτήτες αγρότες για να συνενωθούν εθελοντικά.

Σημαντικά προβληματική είναι και η Θέση του σχεδίου για το ενδεχόμενο του γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου και της εμπλοκής της Ελλάδας σ’ αυτόν. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι κομμουνιστές είναι ενάντια στον άδικο πόλεμο, τον καταχτητικό αυτόν που έχει σκοπό να καταχτήσει και να υποδουλώσει ξένες χώρες, ξένους λαούς. Αν η αστική τάξη της Ελλάδας μόνη της ή σε συμμαχία με άλλες χώρες ξεκινήσει έναν τέτοιο άδικο πόλεμο το κόμμα θα πρέπει να ξεκινήσει αμείλικτο αγώνα ενάντιά του, αγώνα ως την επανάσταση και την ανατροπή της αστικής κυβέρνησης. Αν όμως η χώρα μας δεχτεί επίθεση από μια ξένη χώρα με σκοπό να την υποδουλώσει, να παραβιάσει την εδαφική της ακεραιότητα και τα αναγνωρισμένα κυριαρχικά της δικαιώματα τότε θα πρέπει να πολεμήσει για τη Λευτεριά του λαού σε έναν δίκαιο πόλεμο ακόμη και αν τον πόλεμο αυτόν τον διευθύνει μια αστική ή και ανοιχτά αντιδραστική κυβέρνηση και οι κομμουνιστές θα πρέπει να είναι στην πρώτη γραμμή αυτού του πολέμου. Αυτό μας δίδαξε ο ιστορικός ηγέτης μας Ζαχαριάδης με από 31.10.1940 γράμμα του προς τον Ελληνικό Λαό.

Ανακεφαλαιώνοντας θεωρώ ότι στο νέο Πρόγραμμα είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται τα εξής: Πρώτον να εκτίθενται όλες οι αντιθέσεις της εποχής μας και ειδικότερα η αντίθεση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τα καταπιεζόμενα έθνη και λαούς, αντίθεση που παραλείπεται αν και αποτελεί βασικό στοιχείο της λενινιστικής θεωρίας για τον ιμπεριαλισμό. Δεύτερον ότι στις καταπιεζόμενες από τον ιμπεριαλισμό αδύνατες χώρες (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα) όπου έχει αναπτυχθεί και κυριαρχεί σαν σύστημα ο μονοπωλιακός καπιταλισμός η επανάσταση έχει υποχρεωτικά σοσιαλιστικό χαρακτήρα αφού δεν μπορεί να υπάρξει ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα σ’ αυτόν και το σοσιαλισμό, οι συμμαχίες όμως που απαιτούνται και τα μέτωπα πάλης για την συσπείρωση των δυνάμεων της επανάστασης είναι ευρύτερα από ό,τι στις ιμπεριαλιστικές χώρες επειδή παραμένουν άλυτα αστικοδημοκρατικά προβλήματα όπως αυτό της απαλλαγής από την ιμπεριαλιστική καταπίεση και εξάρτηση που όμως θα λυθούν με την σοσιαλιστική επανάσταση. Τρίτον ότι η Λαϊκή Συμμαχία πρέπει να έχει σαφή αντιιμπεριαλιστικό και αντιμονοπωλιακό χαρακτήρα να αποσκοπεί στην επαναστατική ανατροπή του αντιδραστικού πολιτικού καθεστώτος της μονοπωλιακής αστικής τάξης και να συσπειρώνει όλες τις τάξεις και τα στρώματα του πληθυσμού που έχουν συμφέρον από την ανατροπή της κυριαρχίας των μονοπωλητών και ιμπεριαλιστών στην χώρα μας και στην οικοδόμηση μιας νέας Ελλάδας χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση.

Το κόμμα μας έχει τη δυνατότητα χαράζοντας σωστή στρατηγική και τακτική να οδηγήσει το λαό μας στη νίκη. Εύχομαι ολόψυχα το 19ο Συνέδριο να συμβάλει σε αυτό το καθήκον.

 

* Ο Μιχάλης Μαρνέζης είναι δικηγόρος, μέλος της ΚΟΒ Κιάτου του ΚΚΕ.

 

 

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

του Βαγγέλη Τσιμούρα

Με τις θέσεις της ΚΕ άνοιξε ο κύκλος του προσυνεδριακού διαλόγου, ενός διαλόγου που μόνο θετικά έχει να κομίσει στο Κόμμα μας. Το επικείμενο Συνέδριο του Κόμματος έχει ιδιαίτερη σημασία, τόσο λόγω του αντικειμένου του (διαμόρφωση Προγράμματος και Καταστατικού), όσο και λόγω των συνθηκών μέσα στις οποίες διεξάγεται, συνθηκών αφόρητης διαβίωσης για το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού λαού. Ενα ακόμα στοιχείο που διατρέχει την συγκυρία είναι η αναντίστοιχη απάντηση από μέρους των καταπιεσμένων στην επίθεση που δέχονται. Σημαντική παράμετρος και διαμορφωτής της αναντιστοιχίας είναι η φάση υποχώρησης στην οποία βρίσκεται -πρώτα απ’ όλα- το εργατικό κίνημα η οποία εκφράζεται και αποκρυσταλλώνεται κυρίως στον βαθμό οργάνωσης.

Οι θέσεις προσπαθούν να αντιμετωπίσουν όλα τα ζητήματα δίχως, όμως, να παραβλέπουν ή να υποβιβάζουν το κύριο ζήτημα: Ποια κοινωνία θέλουμε, πώς θα φτάσουμε σ’ αυτήν και πώς θα θέσουμε τις γερές βάσεις της. Το πρώτο ζήτημα είναι λυμένο από την ίδρυση κιόλας του Κόμματος, χωρίς μάλιστα ιστορικές ταλαντεύσεις επ’ αυτού. Το τρίτο, πρωθύστερα, αλλά σωστά, συζητήθηκε στο 18ο Συνέδριο με έρεισμα την ανάλυση για τον Σοσιαλισμό που γνωρίσαμε. Στο δεύτερο ζήτημα υπάρχουν ιστορικά διαφορετικές γνώμες και ταλαντεύσεις. Πρόκειται για μία συζήτηση με πολλές πτυχές που εξαρτάται τόσο από αντικειμενικές όσο και από υποκειμενικές συνθήκες που διαπλέκονται. Ο χαρακτήρας του καπιταλισμού στην Ελλάδα, η θέση της στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα, η συνειδητοποίηση του λαού και η ωρίμανσή του με την έννοια της στράτευσης στην τάξη του και στα σύμμαχα στρώματα, οι συμμαχίες είναι μερικές από αυτά τα χαρακτηριστικά.

Το Κόμμα, κατά τη γνώμη μου, έχει σωστά διαγνώσει τόσο τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού (κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός), όσο και την θέση της χώρας μας στην διεθνή ιμπεριαλιστική πυραμίδα (ενδιάμεση θέση με στοιχεία εξάρτησης). Από τα παραπάνω προκύπτει αντικειμενικά ότι ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστικός. Τα επαναστατικά στάδια, σκαλοπάτια ή όπως αλλιώς αναφέρονται από τους υπερασπιστές αντίστοιχων θεωριών, απορρίπτονται, λοιπόν, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών που δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Αναγνωρίζοντας κατά βάθος οι θιασώτες των σταδίων αυτή την αλήθεια, προσπαθούν να τα εισάγουν από την κερκόπορτα, που δεν είναι άλλη από τον υποκειμενικό παράγοντα, ισχυριζόμενοι ότι είναι η ανωριμότητα της πλατιάς μάζας του λαού που θα πρέπει να μας εξαναγκάσει σε υποχωρήσεις από τον στόχο. Ξεχνούν, ότι τα καθήκοντα που τίθενται μπροστά στις τάξεις-φορείς κοινωνικών αλλαγών είναι μόνο αυτά που η επίλυσή τους είναι ήδη ώριμη. Και η επίλυση αυτή, η μεγάλη κοινωνική αλλαγή, έχει ξεκινήσει ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα. Είναι τόσο ώριμη, όσο και αναγκαία. Στοιχεία, άλλωστε, πάντα διαπλεκόμενα για όσους μπορούν να σκεφτούν ανεξάρτητα από το επιβαλλόμενο φιλοσοφικό μοντέλο της αστικής διανόησης.

Εδώ και αρκετές εβδομάδες έχει χυθεί πολύ ηλεκτρονικό μελάνι για τη στρατηγική του Κόμματος και την πολιτική συμμαχιών του. Συνειδητά γίνεται διαχωρισμός, καθώς η πολιτική συμμαχιών, κατά τη γνώμη του γράφοντος τουλάχιστον, δεν ανήκει σε αυτό που ονομάζουμε στρατηγική με τη στενή έννοια. Η πολιτική συμμαχιών είναι μεταβαλλόμενη και υπαγορεύεται από τις ανακατατάξεις στην ιστορική διαμόρφωση του καπιταλισμού. Το ιστορικό ανάλογο των αγροτών στην Ρωσία του 1917, που χωρίς αυτούς η νίκη θα ήταν αδιανόητη, δεν είναι οι έλληνες αγρότες του 2013, αλλά οι αυτοαπασχολούμενοι, οι μικροβιοτέχνες, τα φτωχά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου. Αυτό που παραμένει σταθερό είναι ο ρόλος της εργατικής τάξης ως φορέα της επαναστατικής αλλαγής. Σωστά κι εδώ το Κόμμα απέκρουσε θεωρίες για τη δήθεν αριθμητική μείωση της εργατικής τάξης (αν και ο χαρακτήρας της δεν εξαρτάται στενά από τον αριθμό της). Το πρόβλημα που προέκυψε και τέθηκε στον προσυνεδριακό έχει να κάνει με την ταύτιση της πολιτικής των συμμαχιών με τη στρατηγική του κόμματος. Υπάρχουν αρκετοί που μιλούν για εγκατάλειψη του ΑΑΔΜ. Στο βαθμό που το ΑΑΔΜ ταυτίστηκε με τη στρατηγική και δεν κατανοήθηκε ως όχημα, έχουν δίκιο. Πάνω σ’ αυτό πρέπει να δώσουν επαρκείς εξηγήσεις όσα στελέχη προέβαιναν σε τέτοιες ταυτίσεις, και δεν ήταν λίγα. Το Κόμμα βλέπει την συμμαχία για την εξουσία ως συμμαχία από τα κάτω. Συμμαχία δηλαδή των διάφορων καταπιεσμένων στρωμάτων μεταξύ τους, με στόχο τον κοινό εχθρό. Σχεδόν αποκλείεται η όποια πολιτική Συμμαχία (συμμαχία από τα πάνω) εκτός από την ασαφή διατύπωση για κάποιο μικροαστικό ρεύμα που θα επιδιώκει τον σοσιαλισμό, η οποία δεν θεωρώ ότι μπορεί να σταθεί λογικά.

Υπάρχει, λοιπόν, εγκατάλειψη του ΑΑΔΜ; Σύμφωνα με τις θέσεις, όχι. Το ζήτημα δεν είναι πώς θα λέγεται το κοινωνικό μέτωπο που θα οικοδομηθεί, ούτε από ποιους θα αποτελείται. Το κύριο είναι τι θα επιδιώκει. Εδώ εμφιλοχωρεί ο υποκειμενικός παράγοντας. Είναι δυνατόν το μέτωπο αυτό να οικοδομείται με προαπαιτούμενο τον σοσιαλισμό; Είναι δυνατόν τα «ρυάκια» του (κατά την γλαφυρή παλιότερη τοποθέτηση) να θέτουν τον σοσιαλισμό ως σκοπό; Από την ΟΓΕ μέχρι το ΜΑΣ και από το ΠΑΜΕ μέχρι την ΠΑΣΥ, ο σοσιαλισμός και η αναγκαιότητά του είναι ο κοινός τόπος της παρέμβασης.

Σε παλιότερες τοποθετήσεις στελεχών του Κόμματος, είχε αναδειχτεί σωστά το ζήτημα ότι ο κόσμος δεν ωριμάζει μόνο μέσω ανακοινώσεων και γενικής ιδεολογικής παρέμβασης, αλλά κυρίως ωριμάζει μέσα από την ίδια του την εμπειρία. Αυτό που απαιτείται αυτή τη στιγμή είναι η απόκρουση της επίθεσης και αυτή μπορεί να γίνει μόνο με τον λαό στο προσκήνιο. Η έκφραση «ο λαός στο προσκήνιο» δεν είναι καθόλου γενική, τουναντίον είναι απτή και μετρήσιμη. Καθορίζεται άμεσα από τον βαθμό οργάνωσής του, από τις μάχες που δίνει και κυρίως από την ικανότητά του να πετυχαίνει νίκες. Νίκες ίσως μικρές, αν μετρηθούν με το μπόι του σοσιαλισμού, αλλά νίκες μεγάλες αναφορικά με τον αντίκτυπο που θα έχουν στην ενθάρρυνση των λαϊκών στρωμάτων. Ο σοσιαλισμός, λοιπόν, δεν μπορεί να αποτελεί το προαπαιτούμενο για την οργάνωση του κόσμου. Θα είναι το επιστέγασμα των προσπαθειών του. Πρέπει με βάση τα παραπάνω το Κόμμα να απεμπολήσει τον στρατηγικό του στόχο; Δεν πρέπει σύντροφοι. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να μην απομονωθούμε από την καθημερινή πάλη του λαού, κρίνοντάς την ως ατελέσφορη. Η Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση δεν ξεσήκωσε τους χορτάτους μόνο από κνούτο μουζίκους με πομπώδη λόγια και αναλύσεις στη σφαίρα της υψηλής θεωρίας. Ξεσήκωσε τις καταπιεσμένες μάζες για το ψωμί και την ειρήνη. Μια από τις μεγαλύτερες παρακαταθήκες είναι τα αιτήματα-κρίκοι. Κατανοητά καθήκοντα που μπορούν τόσο να συγκινήσουν όσο και να προετοιμάσουν για το επόμενο βήμα.

Η Λαϊκή Συμμαχία, ως όχημα της επαναστατικής αλλαγής, δεν μπορεί να οικοδομηθεί μια κι έξω, ούτε με την χρονική, ούτε με την ποιοτική έννοια. Αποτελεί ένα προτσές με δύσβατα μονοπάτια που θα εμβαθύνει όσο αυξάνεται η ικανότητά μας να πείθουμε, ακόμα και για πράγματα που -κακώς- θεωρούνται από τη μεριά μας αυτονόητα. Ενα από αυτά είναι και η ανωτερότητα του σοσιαλισμού, η οποία πλέον και μετά την προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης όχι μόνο έχει δεχτεί καίριο πλήγμα, αλλά ουσιαστικά δεν πείθει. Συνυπολογίζοντας και τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τους μεγαλειώδεις αγώνες του ελληνικού λαού κατά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, πρέπει να γίνει κατανοητό από μεριάς μας ότι η ανάδειξη της ιστορίας του Κόμματος είναι μεν πολύ θετική και αναγκαία, αλλά σίγουρα δεν αρκεί. Συσπείρωση με βάση «συναισθηματικά» κριτήρια που -ας μην κρυβόμαστε- υπήρξε στο παρελθόν, δεν πρέπει να αναμένεται πλέον. Οι παρελθόντες αγώνες του Κόμματος μπορούν να λειτουργήσουν επικουρικά, αλλά αυτό που πρέπει να γίνει είναι να δοθεί λύση στο σήμερα.

Σημαντικό ρόλο στην συσπείρωση του εργαζόμενου λαού μπορούν και πρέπει να παίξουν οι λαϊκές επιτροπές. Η συσπείρωση με βάση τον τόπο δουλειάς προφανώς δεν πρέπει να μειωθεί, ωστόσο στις σύγχρονες μητροπόλεις δημιουργούνται και γεωγραφικής φύσης προβλήματα (βιομηχανικές ζώνες εκτός του οικιστικού περιβάλλοντος κ.ά.). Αυτό που θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία των λαϊκών επιτροπών είναι η στάση των μελών του Κόμματος μέσα σε αυτές. Αν τις αντιληφθούμε ως ένα ακόμα παρακλάδι της οργανωτικής μας δομής που χρησιμεύει για την διοχέτευση καθηκόντων, ο θεσμός θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Πρέπει να ενθαρρύνουμε την λαϊκή αυτενέργεια ακόμα και στην περίπτωση που ενδεχομένως οδηγηθούμε σε λάθη, καθώς και να τηρούμε υποδειγματική στάση με την παρουσία μας. Με λίγα λόγια, επιβεβαίωση του πρωτοπόρου ρόλου που διεκδικούμε, στην πράξη. Αν θα ήταν επιτρεπτή μια ιστορική αναλογία, οι λαϊκές επιτροπές, αν και δεν ομοιάζουν, σε ένα βαθμό έρχονται να καλύψουν το κενό της λαϊκής παρέμβασης που εμπεριείχε ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η δράση των λαϊκών επιτροπών θα είναι πετυχημένη και θα δρέψει καρπούς, στο βαθμό που δεν γίνεται απλοϊκός διαχωρισμός κύριου και δευτερεύοντος καθήκοντος, στο βαθμό που θα ασχοληθούμε και θα ενδιαφερθούμε για το σύνολο των μικρών και μεγάλων προβλημάτων, τοπικών και ευρύτερων. Συν τοις άλλοις, θα αποκτηθεί εμπειρία συλλογικής δράσης, εμπειρία οργάνωσης (έστω χαλαρής).

Κριτήριο ορθότητας των θέσεών μας και της γραμμής που θα χαραχτεί στο Συνέδριο δεν είναι η αποδοχή των θέσεων από το κομματικό δυναμικό στις προσυνεδριακές συνδιασκέψεις και τους συνέδρους. Ας μην εφησυχάζουμε με πλειοψηφίες που πολλές φορές στηρίζονται και σε διαστρεβλωμένη κατανόηση της κομματικότητας. Κριτήριο ορθότητας, ας μην το ξεχνάμε, είναι η πράξη, η καθημερινή ζωή. Με τα σημερινά δεδομένα, επαλήθευση των θέσεων θα υπάρξει, αν καταφέρουν να συσπειρώσουν σε κατεύθυνση που προχωρά την ιστορία μπροστά, σε κατεύθυνση που ο εργάτης θα ξέρει τον εαυτό του για εργάτη και τον καπιταλιστή για αντίπαλο. Στο βαθμό που κατανοούμε ουσιαστικά και μπορούμε να δουλέψουμε πάνω στη σχέση Κόμμα - τάξη -κίνημα, χωρίς αγκυλώσεις και απλουστεύσεις, θα δρέψουμε καρπούς. Κόμμα αντίστοιχο του στρατηγικού του στόχου, τάξη με επίγνωση της ιστορικής της αποστολής, κίνημα πλατύ που θα μαθαίνει όταν νικά και θα μαθαίνει ακόμα περισσότερα όταν ηττάται. Ας μην ξεχνάμε ότι ένα βήμα του πραγματικού κινήματος, αξίζει περισσότερο από μια δωδεκάδα προγράμματα.

 

* Ο Βαγγέλης Τσιμούρας είναι μέλος της ΚΟΒ Ανω Τούμπας του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

του Αγη Μαραγκουδάκη

Ο διάλογος για το σύνολο των θεμάτων που τίθενται, απαιτεί «τεχνικές» προϋποθέσεις που δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθούν με τους ισχύοντες όρους (χρονικούς, έκτασης κειμένων κ.ά.). Ανεξάρτητα από το ότι αποτελεί στοιχείο δημοκρατισμού που απουσιάζει από κάθε άλλο κόμμα, το ζήτημα βρίσκεται στην πραγματική ανταπόκριση των όρων του απέναντι στις ανάγκες του αντικειμένου του. Με τους παρόντες όρους το αποτέλεσμα συνίσταται στην αθροιστική παράθεση ενός συνόλου τοποθετήσεων, που θα μπορούσε να αποτελεί μόνο τον πρώτο κύκλο ενός πραγματικού διαλόγου. Εφόσον κατανοείται αυτή η αναγκαιότητα η νέα ΚΕ μπορεί να τον οργανώσει στο διάστημα από το 19ο έως το 20ό συνέδριο, ώστε οι προσυνεδριακές επεξεργασίες και ο διάλογος επ’ αυτών να αποτελέσουν καρπό μιας ουσιαστικής διαδικασίας, έργο και κτήμα συνολικά των κομματικών δυνάμεων. Διαδικασίας σφυρηλάτησης, ταυτόχρονα, της κομματικής ιδεολογικοπολιτικής ενότητας.

 

* * *

Στο ισχύον Πρόγραμμα υπάρχει κεφάλαιο «Βασικές προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης», που ασχέτως αναγκαίων τροποποιήσεων αποτελεί προσπάθεια καθορισμού στόχων πάλης σε δοσμένες παρούσες συνθήκες, «κρίκων» ανάδειξης του στρατηγικού στόχου στο άμεσο προσκήνιο. Η έλλειψη αντίστοιχης επεξεργασίας στο Σχέδιο συνιστά σημαντική έλλειψή του. Ακόμα περισσότερο, καθώς στόχοι που πολιτικά συγκεντρώνουν το περιεχόμενο της ταξικής πάλης μέχρι σημείου ρήξης με την εξουσία των μονοπωλίων απαλείφονται από το (ανύπαρκτο) προγραμματικό παρόν και μετατίθενται στο προγραμματικό μέλλον:

«Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι ασύμβατη με τη συμμετοχή της χώρας σε οποιαδήποτε ιμπεριαλιστική ένωση, όπως είναι η ΕΕ και το ΝΑΤΟ, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, με την ύπαρξη αμερικανοΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών βάσεων», αναφέρει η θέση 88. Στον κύκλο των λογικών συνεπειών της: «Συμβατή» με το καπιταλιστικό παρόν η συμμετοχή σε τέτοιες ενώσεις, «ασύμβατη» η πάλη εναντίον της πριν την κατάκτηση της λαϊκής εξουσίας.

Στο ίδιο πλαίσιο η θ.28Δ: «Στόχοι όπως η ρήξη με την ΕΕ, όταν προβάλλονται αποσυνδεδεμένοι από την πάλη για την εξουσία … μπορούν να ενσωματωθούν… Ο στόχος της εξόδου από την Ευρωζώνη ή και από ΕΕ έχει ταξικό χαρακτήρα από την πλευρά μερίδας της αστικής τάξης…»

Η αποδέσμευση από την ΕΕ είναι στόχος πάλης ενάντια στις υπαρκτές κυρίαρχες οικονομικοπολιτικές σχέσεις. Στόχος ρήξης με την κυριαρχία του ευρωενωσιακού μονοπωλιακού κεφαλαίου… με την αναγόρευση της ελευθερίας του κεφαλαίου, του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και της αγοράς σε πολιτική αρχή… με τους καταναγκασμούς των «κοινών πολιτικών» που αντιστρατεύονται κάθε κοινωνική ανάπτυξη υποταγμένη στις λαϊκές ανάγκες.

Αυτά είναι ακόμα «αποσυνδεδεμένα» από την «πάλη για την εξουσία», αλλά ικανά για να αντιμετωπίσουν κάθε εκδοχή αστικής ενσωμάτωσης. Ικανά και αναγκαία για να «συνδέσουν» τον στόχο με το ζήτημα της εξουσίας κατά την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και όχι αποσπασμένα από την ανάπτυξη αυτή όπως «συνδέεται» ο στόχος ως σύνθημα «αποδέσμευσης με λαϊκή εξουσία» το οποίο πρακτικά και τον ακυρώνει…

Κάθε στόχος αναδεικνύεται στη βάση της τωρινής σημασίας του. Κάθε μελλοντική σημαντική μεταβολή συνθηκών επιβάλλει αναπροσαρμογή του. Αποποίηση του άμεσου στόχου της αποδέσμευσης στο όνομα κάποιας μελλοντικής πιθανής «ενσωμάτωσης» είναι «αριστερό» αντίστοιχο της «δεξιάς» αποποίησης της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στο όνομα κάποιου πιθανού μελλοντικού «υπεριμπεριαλισμού».

Τα ίδια αφορούν κάθε στόχο πάλης ανταποκρινόμενο σε πραγματικές ανάγκες της ζωής: Το να διακήρυττε κανείς λ.χ. το σύνθημα «ανθρώπινο μεροκάματο με λαϊκή εξουσία» θα μπορούσε (με κίνδυνο όμως αποπροσανατολισμού από τα άμεσα καθήκοντα) να έχει ένα νόημα υπογράμμισης, ότι η καπιταλιστική διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση δεν μπορεί παρά να είναι αντιλαϊκή. Το να μετέτρεπε κανείς αυτή την υπογράμμιση σε πρακτική «μέθοδο», το να «καταργούσε» την σημερινή ανυποχώρητη πάλη για ανθρώπινο μεροκάματο, μεταθέτοντάς το στις συνθήκες της λαϊκής εξουσίας, θα ισοδυναμούσε με ακύρωση στην πράξη της λεγόμενης «σύνδεσης», θα ισοδυναμούσε με πρακτική ακύρωση των όρων ανόδου και μετατροπής της πάλης για μεροκάματο σε πάλη για την εξουσία.

Τα κεντρικά οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της πραγματικής ταξικής πάλης, η ίδια η πάλη γι’ αυτά, είναι που πραγματικά και όχι φραστικά την «συνδέουν» με τον στρατηγικό στόχο, αυτά που πραγματικά και όχι φραστικά μπορούν να τον αναδείξουν στο άμεσο προσκήνιο: Ενάντια στον «πραγματισμό» της ηττοπάθειας, των «αρνητικών συσχετισμών» (με τον ίδιο αυτό «πραγματισμό» ως πρωτεύον στοιχείο τους), του «δέους» απέναντι στη στρατηγική του κεφαλαίου τη «συμβατή» με την κυριαρχία του και την «ασύμβατη» όχι με τις τωρινές ανάγκες ζωής του λαού και ανάπτυξης της κοινωνίας, αλλά «ασύμβατη» με... τη σοσιαλιστική οικοδόμηση!

Αποτελεί δίδαγμα από τη δράση του Κόμματος, το ότι μοναδική αποτελεσματική αντιμετώπιση της «γενικής αντιμνημονιακής γραμμής», αποδείχθηκε όχι ο ιδεολογικός της «εξορκισμός» («κατάργηση των μνημονίων με λαϊκή εξουσία»), αλλά η καθαρή «αντιμνημονιακή» γραμμή με τη σχετική πρόταση νόμου, που έδωσε και τη δυνατότητα αποκάλυψης της προσχηματικότητας και του ψευδεπίγραφού της από πλευράς αστικών κομμάτων και ΣΥΡΙΖΑ, και που σε τελική ανάλυση αποτέλεσε στην πράξη προώθηση της «σύνδεσης» του ζητήματος των «μνημονίων» με το ζήτημα της εξουσίας.

Η έλλειψη «προγραμματικών στόχων πάλης» από το Σχέδιο Προγράμματος δεν περιορίζεται στα παραπάνω. Αφορά συνολικά τη δράση του κόμματος στις παρούσες συνθήκες, τη «σύνδεσή» της με τον στρατηγικό στόχο. Συνολικά τη δράση για τα οικονομικά, δημοκρατικά, κοινωνικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, των εργαζομένων, της νεολαίας, ενάντια και στην εθνική εξάρτηση από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα (της οποίας εξάρτησης και το εξωτερικό χρέος αποτελεί ουσιώδες συστατικό, κι η οποία είναι στοιχείο σύμφυτο και εντεινόμενο των όρων ύπαρξης του αναπτυγμένου έως ένα «ενδιάμεσο» διεθνές επίπεδο ελληνικού μονοπωλιακού καπιταλισμού). Αφορά όσα πρέπει «να συμπεριλάβουμε», και «να μην προσπαθούμε να τα ξεφορτωθούμε, να μην φοβόμαστε ότι “θα λερώσουν” τα “καθαρώς” οικονομικά καθήκοντα», γιατί «άλλη διέξοδο ο μαρξισμός δεν ξέρει, όπως δεν ξέρει και η πραγματική ζωή» (Λένιν, «Απάντηση στον Π. Κίεβσκι», στη συλλογή της «Σύγχρονης Εποχής» «Για τους δίκαιους και άδικους πολέμους», σελ. 88. Σημειωτέο, πως γράφτηκε το 1916, εν μέσω του ιμπεριαλιστικού πολέμου, λίγους μόνο μήνες πριν την Επανάσταση του Φλεβάρη και έναν χρόνο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση).

Αφορά επίσης η ίδια έλλειψη την αναγκαία τοποθέτηση της δράσης του Κόμματος στις παρούσες αστικοδημοκρατικές συνθήκες (και κατ’ επέκταση της προσαρμογής της σε κάθε γενικά πιθανή μεταβολή τους): Για την αξιοποίηση των δοσμένων κάθε φορά συνθηκών χωρίς «έκπτωση» είτε απέναντι σε ιδεολογικές αρχές είτε απέναντι σε πραγματικές δυνατότητες (η υποτίμηση έστω και μιας πραγματικής δυνατότητας είναι πρακτικά ικανή να καθιστά τόσο τη δυνατότητα όσο και την υποτίμησή της καθοριστική). Με σκοπό την ολόπλευρη, και καθορισμένη από τις ανάγκες και δυνατότητες που η ίδια πραγματικά αναδεικνύει, ανάπτυξη της πάλης ως το σημείο όπου έρχεται στο προσκήνιο με τον οριστικό τρόπο του το ζήτημα της εξουσίας.

 

* * *

Στον ίδιο λόγο, στην αγνόηση του προγραμματικού σήμερα για χάρη (στην πραγματικότητα: σε βάρος) του προγραμματικού αύριο, οφείλεται και ο τρόπος με τον οποίο τοποθετεί το Σχέδιο Προγράμματος το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης: Δεν ξέρει το Σχέδιο Προγράμματος τίποτα για την σημερινή ανάπτυξη της ταξικής πάλης, για τη σχέση της με την ανάδειξη του στρατηγικού στόχου στο άμεσο ιστορικό προσκήνιο... Ομως γνωρίζει πολλά για την αυριανή σοσιαλιστική οικοδόμηση, γνωρίζει μέχρι και για τις μορφές άσκησης του εκλογικού δικαιώματος κατά την πολιτική μεταβατική περίοδο της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου, γνωρίζει και συγκεκριμενοποιεί εκλεκτικά τις πολιτικές κρατικές μορφές αυτής της περιόδου, γνωρίζει ότι η «Ανώτατη Διεύθυνση Κεντρικού Σχεδιασμού … περιλαμβάνει και επιτροπές για ειδικά ζητήματα», για τη πιθανότητα «να προκύψουν ιδιαίτερες επιτροπές για τις ανάγκες των γυναικών, των νέων, των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες ενταγμένες στη δομή εξουσίας», γνωρίζει και διατυπώνει μια σειρά από συζητήσιμες απαντήσεις σε γενικά και ειδικά θεωρητικά ερωτήματα, γνωρίζει τόσα πολλά γι’ αυτή την αυριανή περίοδο ώστε να καταπιαστεί με τη συγκεκριμενοποίηση μιας ολόκληρης περιπτωσιολογίας, την ίδια στιγμή που αφήνει απ’ έξω τους σημερινούς όρους πάλης για την πραγματοποίησή αυτής της «συγκεκριμενοποίησης», αφήνοντας επίσης (και αυτό είναι το επικίνδυνο) ορθάνοιχτη τη δυνατότητα «υποχρέωσης» της πραγματικής πάλης να οδηγηθεί στις «συγκεκριμενοποιημένες» μορφές που της προκαθορίζει το Σχέδιο, αντί για την υποχρέωση των μορφών να σχηματιστούν, να συγκροτηθούν μέσα από το δρόμο που «ιστορικά και καθορισμένα» στην πράξη χαράζεται και θα χαραχτεί. Αφήνει, με άλλα λόγια, το Σχέδιο Προγράμματος ορθάνοιχτη την δυνατότητα απόσπασης της κομματικής ζωής γενικά, από την πραγματική ανάπτυξη της ταξικής - λαϊκής πάλης στο βαθμό που αυτή οδηγεί σε μορφές πραγμάτωσης της γενικής νομοτέλειας διαφορετικές από τις μορφές που «καθορίζει» το Σχέδιο Προγράμματος. Αφήνει ορθάνοιχτη την δυνατότητα να αποδειχθεί (για μια ακόμα φορά) η ταύτιση κι ο «συντονισμός» όλων των μορφών οπορτουνισμού (δεξιού, αριστερού ή κεντρώου) στην εγκατάλειψη των πραγματικών δυνατοτήτων της πάλης είτε για χάρη του ταξικού συμβιβασμού είτε για χάρη της κατ’ όνομα θεωρητικής συνέπειας είτε για χάρη και των δύο.

Αυτό που θα μπορούσε και θα έπρεπε πρώτα απ’ όλα να κάνει το Σχέδιο Προγράμματος θα ήταν να καθορίσει σαν στρατηγικό στόχο, που προϋποθέτει την (και η πάλη γι’ αυτόν οδηγεί στην) πολιτική εξουσία (κυριαρχία) της εργατικής τάξης, την οικονομική ανατροπή η οποία θεωρητικά συνίσταται στο άμεσο, ανοιχτό και χωρίς περιστροφές πέρασμα στην κατοχή της κοινωνίας των παραγωγικών δυνάμεων που έχουν τόσο αναπτυχθεί ώστε να μην επιδέχονται άλλη διεύθυνση εκτός από την κοινωνική (Ενγκελς, «Η εξέλιξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 99). Και η οποία, σε γενικές γραμμές, συνίσταται πρακτικά στην κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων και του μεγάλου κεφαλαίου, στην εθνικοποίηση της γης ως ενιαίας παραγωγικής δύναμης (και όχι «κοινωνικοποίησής της» όπως αναφέρεται στο σχέδιο προγράμματος: εφόσον η κοινωνικοποίηση ταυτίζεται με την «άμεση, ανοιχτή, χωρίς περιστροφές κατοχή της κοινωνίας», η χρήση του όρου «κοινωνικοποίηση» ως προς τη μορφή ιδιοκτησίας της γης, δεν θα είχε σαν πρακτικό αποτέλεσμα παρά γενικά το να αφαιρεθεί από την «κοινωνικοποίηση» η οριστική της σημασία που συνίσταται στην άμεση και ανοιχτή κοινωνική κατοχή).

Θα μπορούσε και θα έπρεπε, επίσης, στη συνέχεια το Σχέδιο Προγράμματος να καθορίσει τις γενικές νομοτέλειες της σοσιαλιστικής, κομμουνιστικής οικοδόμησης και τις γενικές κατευθύνσεις και δυνατότητες υλοποίησής τους στη βάση και μέσω αυτής της αφετηριακής οικονομικής και πολιτικής ανατροπής.

Και, τέλος, θα μπορούσε και θα έπρεπε, η όποια απόπειρα περιγραφής κατευθύνσεων και δυνατοτήτων πραγμάτωσης των γενικών νομοτελειών της εργατικής - λαϊκής εξουσίας, να θεμελιώνεται και να υποτάσσεται θεωρητικά στην αντίληψη του ισχύοντος ως τώρα Προγράμματος, ότι: «Ανεξάρτητα από την μορφή που θα πάρει, το σοσιαλιστικό κράτος από την άποψη της ταξικής ουσίας θα είναι επαναστατική εξουσία της εργατικής τάξης, η δικτατορία του προλεταριάτου. Στα καθήκοντα του σοσιαλιστικού κράτους είναι να [κλπ.] … Η μορφή που θα πάρει το επαναστατικό εργατικό κράτος στην Ελλάδα θα λυθεί μέσα στην επαναστατική πάλη, μέσα στους σκληρούς ταξικούς αγώνες, σε συνθήκες που ξεσπάει και αναπτύσσεται η επαναστατική διαδικασία. Η ιστορία της ταξικής πάλης του εργατοαγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, στις ειδικές συνθήκες της πάλης για την εθνική απελευθέρωση, όπως και η ιστορία των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ανέδειξε διάφορες μορφές θεσμών λαϊκής εξουσίας (σοβιέτ, λαϊκά συμβούλια άμυνας, ασφαλείας, επισιτισμού, λαϊκά δικαστήρια κλπ.)...».

Μόνο σε τέτοια βάση μπορεί να αποτραπεί (θεωρητικά - προγραμματικά) η απόσπαση της δραστηριότητας του Κόμματος από την ταξική-λαϊκή πάλη την αναπτυσσόμενη στο πραγματικό έδαφος των πραγματικών συνθηκών, να διασφαλιστεί η ανώτατη δυνατή ανταπόκριση ανάμεσα σε θεωρητικοπολιτικές επεξεργασίες και στο εκάστοτε συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης των συσχετισμών, της πάλης, των πραγματικών τους απαιτήσεων.

Διαφορετικά, με τη γενική λογική του Σχεδίου Προγράμματος, με την «ανάλωσή» του στην εκλεκτική συγκεκριμενοποίηση μιας μόνο δυνατής πιθανότητας ανάμεσα στις τόσες του αύριο, τίθεται σε κίνδυνο η ικανότητα ανταπόκρισης σε κάθε πραγματικά πιθανή δυνατότητα του σήμερα, δημιουργούνται όροι μελλοντικής πραγματικής αντίθεσης ανάμεσα στο περιεχόμενο του προγράμματος και στην αναγκαία (και μοναδική ως γενικό κριτήριο της συνολικής δραστηριότητας) πράξη.

 

* * *

Κατά τα άλλα, τα «επιμέρους», στο βαθμό που η έκταση του κειμένου το επιτρέπει ακόμα:

Η ανάγκη επιβάλλει, ο κομμουνιστής να δρα σαν κομμουνιστής παντού όπου ζει, και στον τόπο δουλειάς και στον τόπο κατοικίας, κι αυτής της ανάγκης η ικανοποίηση είναι που πρέπει να εκφραστεί οργανωτικά.

Λύση για τα ζητήματα της ανάδειξης και «εναλλαγής» στελεχών αποτελεί, όχι ο οποιοσδήποτε εξωτερικός «μηχανικός» περιορισμός, αλλά έμπρακτα σε κάθε κλίμακα και βαθμίδα η ανάδειξή τους από τα «κάτω προς τα πάνω», στη βάση όρων προσωπικής προσφοράς και πραγματικών αναγκών. Η συγκρότηση κι ανάπτυξη κομματικής ζωής, κομματικών δεσμών με τις μάζες, που πηγάζει και στηρίζεται πρώτα απ’ όλα στην προσωπική ανησυχία και αυτενέργεια κι όχι στην οργανωτική χρέωση. Η εξουδετέρωση «από κάτω προς τα πάνω» της ρουτίνας σαν όρου κομματικής ζωής, της συγκέντρωσής της «επάνω» μέσω των (αναγκαίων) συγκεντρωτικών οργανωτικών δομών, της μετατροπής της εκεί από ποσότητα σε ποιότητα, της μεταφοράς της από εκεί, από το κέντρο προς την επιφάνεια της κομματικής σφαίρας (την «επιφάνεια» που συμπίπτει με το πραγματικό έδαφος της καθημερινής ζωής και δράσης), μέσω μορφών και περιεχομένου της καθοδήγησης.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ 19ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ ΚΚΕ

του Κωστή Παναγιώτου

Το αισθητικά ωραίο επιβίωσε όλων των ιστορικών κατακλυσμών διότι υπήρξε πάντοτε αγωγός του ωφέλιμου. Ανήκουν τα λόγια αυτά σε έναν έμπορο όπλων που λίγα χρόνια νωρίτερα υπήρξε μία ποιητική ιδιοφυία, έχοντας ολοκληρώσει το έργο του σε ηλικία μόλις 20 ετών. Ανήκουν στον Αρθρούρο Ρεμπώ. Και βρίσκουν επαλήθευση αν κοιτάξουμε τον πολιτιστικό θησαυρό που μας έχει αφήσει η τόσων αιώνων ιστορία της ταξικής πάλης. Αν ξεκινήσει κανείς μία τέτοια έρευνα θα γίνει και πιο σαφές τι από αυτά τα “υλικά” υπήρξε ωφέλιμο, για ποιόν και τι μέλλει να γεννήσει ο σύγχρονος ιστορικός κατακλυσμός. Δίκαια το κόμμα δίνει βάρος σε αυτή την πτυχή, την καλλιέργεια τέτοιων χαρακτηριστικών στην εργατική τάξη. Καλά κάνει και ανοίγει με επιστημονικά συνέδρια, ημερίδες και συσκέψεις το δρόμο αυτό.

Το ζήτημα κατά τη γνώμη μου είναι να συμβάλλει στο εξής: Να μπορέσει ο εργάτης στο εργοστάσιο, ο νέος εργαζόμενος, ο προερχόμενος από φτωχή λαϊκή οικογένεια, ο νέος που ζει στο χωριό ή σε αναζήτηση καλύτερης ζωής κατέβηκε να σπουδάσει ή να δουλέψει, να αφομοιώσει ανώτερα πολιτιστικά ιδανικά. Να μπορέσει αυτή την αισθητική να την βάλει στην καθημερινή του εργασία και δράση. Αυτή είναι η πνευματική διαθήκη, ο θησαυρός, όχι μονάχα και όχι κυρίως το άλφα ή το βήτα έργο. Είναι η επαναστατική αίσθηση της δημιουργίας που πατάει στους κοινούς αγώνες για να γυρίσουν τα γρανάζια της ιστορίας κάθε φορά. Είναι η αισθητική που πηγάζει από τα πιο αγνά χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης και διαποτίζει την πνευματική δραστηριότητα (όχι μόνο την καλλιτεχνική).

Πού και πώς συναντιέται μαζί της ο εργαζόμενος; Μα αντικειμενικά χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο πνευματική εργασία χωρίς αυτό να αλλάζει την θέση του στις σχέσεις παραγωγής. Η τεχνολογική πρόοδος απαιτεί σύνθετη εργασία και η σύνθετη εργασία συνεπάγεται πιο σύνθετο εργάτη. Δε χρειάζεται πολύ προσπάθεια, παρά μονάχα να δει κανείς τι παράγει και τι γνωρίζει. Σήμερα ο μέσος εργάτης της βαριάς βιομηχανίας έχει γνώσεις επιστημονικές που θα έκαναν έναν επιστήμονα του περασμένου αιώνα να μοιάζει μαθητούδι. Μπορεί σε πολλές περιπτώσεις και προγραμματίζει μηχανές cnc, γραμμές παραγωγής ολόκληρες. Χρειάζεται ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια από το σύστημα για να συμβιβάσει δύο πράγματα που συγκρούονται. Από τη μία να γνωρίζει ολοένα και σε μεγαλύτερο βάθος τον κόσμο αυτό που ζει και από την άλλη αυτός ο ίδιος κόσμος να μικραίνει ολοένα και περισσότερο για τις ανάγκες του. Οι υψηλές τεχνικές προδιαγραφές δύσκολα συμβιβάζονται με χαμηλές απαιτήσεις και υψηλή ποιότητα εξαθλίωσης. Η εργατική τάξη είναι περισσότερο από ποτέ αυτό που λέει ο Στάινμπεπ, μυώνες που λαχταρούν για δουλειά, νους που λαχταρά να δημιουργήσει πέρα από τις απλές ανάγκες και η οικοδόμηση του μέλλοντος είναι δική της εργολαβία.

Οπως επισημαίνει ο Ρόζενταλ η πνευματική δραστηριότητα θα έχει όλο και πιο σημαντικό ρόλο όσο θα αναπτύσσεται η κοινωνία ακόμα και στον καπιταλισμό. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων γίνεται στο σύνολο, η ίδια η τελειοποίηση των κοινωνικών σχέσεων συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της επιστήμης, με τη γνώση των αντικειμενικών νόμων, και συνεπώς, συνδέεται με τη διανοητική εργασία. Οταν ελευθερώνεται από την εκμετάλλευση η εργατική τάξη, που προχωρεί επικεφαλής των άλλων στρωμάτων των εργαζομένων, ελευθερώνει από την εκμετάλλευση ολόκληρη την κοινωνία, καταργεί όχι μόνο τη δική της αλλοτρίωση, αλλά και την αλλοτριωμένη κατάσταση των άλλων κοινωνικών στρωμάτων, μαζί και της διανόησης.

Στον αντίποδα βέβαια της αντικειμενικής αυτής τάσης η αισθητική και γενικότερα η καλλιτεχνική δημιουργία αξιοποιείται από το καπιταλιστικό σύστημα κύρια για να αναπαραχθεί με διάφορες μορφές στο συνειδητό και υποσυνείδητο η κυρίαρχη ιδεολογία, για να δεθεί με πιο βαριά δεσμά η εργατική τάξη. Πολλές οι ποικιλίες του ψεύδους. Είτε με το φόβο, να φαντάζει το τέρας μεγαλύτερο από όσο είναι, είτε με την καλλιέργεια αντικομουνιστικών αντανακλαστικών, είτε με το φώναξε αλλά μην περιμένεις και πολλά. Δεν είναι σίγουρο αν κάθε συγγραφέας, σκηνοθέτης κτλ. ξεκινά με αυτούς τους σκοτεινούς σκοπούς, αλλά το τι εξυπηρετεί ο καθένας κρίνεται από το πώς παρουσιάζεται στο πεδίο της ταξικής πάλης.

Να για παράδειγμα την τελευταία δεκαετία σημαντικότατη επιρροή στην αισθητική άσκησε το διαδίκτυο. Πλήθος ήταν οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί (με ή χωρίς χορηγούς) που διεξήχθησαν μέσω διαδικτύου και χιλιάδες οι συμμετέχοντες. Και ήταν μεγάλη η συμμετοχή αφού μεγάλο μέρος της νεολαίας από εκεί ξυπνάει και κοιμάται. Από εκεί ενημερώνεται για τις εξελίξεις, διαβάζει για το πανεπιστήμιο, «γνωρίζει» κόσμο, διασκεδάζει. Αυτά τα νοητά δεσμά όμως συμφέρουν την κυρίαρχη τάξη, διότι τι πιο ανώδυνο και ελέγξιμο από ένα πλυντήριο συνειδήσεων που πατάς εσύ τα κουμπιά και πετάς ότι θέλεις εσύ μέσα. Για πολλά χρόνια (τώρα έχει σημειωθεί μία μικρή κάμψη λόγω ξεπεράσματος της μόδας, αλλά είμαστε σε αναζήτηση νέας) χιλιάδες νέοι ηλικίας από 7 μέχρι 27 χρονών είχαν πάθει ψύχωση με τα ναρκοπαιχνίδια μιας ψεύτικης διαδικτυακής κοινωνίας όπου δημιουργούν την πολύ δυνατή ψευδαίσθηση μίας πραγματικότητας όπου μοναδικό κριτήριο επιτυχίας θα είναι η αφιέρωση όλο και περισσότερου χρόνου, άντε και η ανάπτυξη αντανακλαστικών ή ενστίκτων. Ηταν και είναι ένα πολύτιμο εργαλείο αποχαύνωσης και ανοσίας σε κάθε τι δημιουργικό και βαθύτερο από την επιφάνεια της οθόνης; Βεβαίως. Τι του έλεγαν; Αφού δεν μπορείς να τα καταφέρεις στην πραγματική ζωή έλα εδώ. Είναι πιο εύκολα. Εδώ θα βρεις τη δουλειά που ονειρευόσουνα, θα είσαι κάποιος σημαντικός ανάμεσα στην παρέα, θα κάνεις πολλούς φίλους (ειδικά τώρα που έξω καλλιεργούνται έντονες σχέσεις ανταγωνισμού, από το σχολείο ως τη δουλειά). Στη μόδα των νετ-καφέ της προηγούμενης δεκαετίας που τώρα έχουν σχεδόν νεκρώσει απλά επειδή το ιντερνετ έγινε τόσο προσιτό ώστε να μπει σε όλα τα σπίτια, παιδιά των χαμηλότερων στρωμάτων ήταν αυτά που σύχναζαν (πολλές φορές έβλεπες και μαθητές 15-16 χρονών να πηγαίνουν σερί όλο το βράδυ και μετά σχολείο ή δουλειά). Δούλευαν και τρώγαν όλες τις σφαλιάρες στην πραγματική ζωή για να μπορούν να είναι δυνατοί στο παιχνίδι. Εκεί έφευγε όλο τους το χαρτζιλίκι. Να γιατί κλείνοντας την παρένθεση και η πλειοψηφία των παιδιών αυτών που συμμετείχαν στους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς αν τους ρωτήσετε, το κάναν είτε για να δοκιμάσουν και κάτι γρήγορο και ελαφρύ ανάμεσα στην αναμονή για να παίξουν στην αρένα (ανάμεσα στο ένα παιχνίδι και στο άλλο για τους μη μυημένους), είτε γιατί ένοιωθαν ένα κενό και αυταπατήθηκαν πως έτσι θα το γεμίσουν, είτε απλά για να σπάσουν πλάκα. Και έτσι η επαφή τους με αυτή την πλούσια και ζωντανή δραστηριότητα το πολύ έχει μείνει μία ρομαντική ανάμνηση γιατί είναι ανολοκλήρωτη.

Και πιάσαμε μονάχα μια πτυχή. Πόσο δύσκολο τώρα είναι για αυτό το «ταχύτατο» παιδί της κοινωνίας του διαδικτύου να έχει την υπομονή να παρακολουθήσει μία θεατρική παράσταση καλή ώρα του Μπρεχτ ή να διαβάσει κάποια συλλογή του Βάρναλη. Η ταχύτητα και μόνο που απαιτείται για την παρακολούθηση ενός τέτοιου έργου θα το εξαντλήσει. Γιατί δεν του είναι οικεία. Εχει μάθει ρηχά και γρήγορα. Ομως το βάθος των εννοιών, τα ανώτερα ιδανικά, το περιεχόμενο και η αισθητική τούτων των δημιουργών θέλουν χρόνο είτε επί σκηνής, είτε επί οθόνης, είτε επί χάρτου για να παρουσιαστούν πλήρη στο θεατή και να επιδράσουν. Αν το θέλετε και αλλιώς φαντάζει περίεργο και δεν το καταλαβαίνουν κάποιοι πιο μεγάλοι σε ηλικία και διαφορετικής κουλτούρας θα έλεγε κανείς το γεγονός πως οι νεότεροι χαρακτηρίζουν τις ταινίες του Αγγελόπουλου από αργές μέχρι προχωρημένης υπνηλίας. Για ρωτήστε όμως και αυτούς που στο ίδιο χρονικό διάστημα έχουν δει τον τάδε να έχει γυρίσει τις πέντε ηπείρους σκοτώνοντας ότι κινείται, να σώζει τον κόσμο και να κυριεύει και το κορίτσι.

Αντίδοτο; Κατά τη γνώμη μου το πάτημα στις νομοτέλειες της κοινωνίας. Σήμερα έχει περισσότερες συνάψεις με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Η ίδια η παραγωγική διαδικασία του το επέβαλε αυτό. Σήμερα πιο πολύ από παλιά η αισθητική η ίδια που μπαίνει στην ζωή του την μεταμορφώνει κιόλας. Την ίδια του την εργασία. Υψηλή αισθητική συνεπάγεται υψηλή συνέπεια μεταξύ μορφής και περιεχομένου και αυτό βρίσκει εφαρμογή προφανώς στην παραγωγική διαδικασία στο σύνολο της, αλλά και στην καθημερινότητα της παραγωγής. Η μορφή ακολουθεί τη λειτουργικότητα όπως υπαγορεύει ένα αρχιτεκτονικό κίνημα.

Χωρίς να παραβλέπουμε πως η αισθητική υποτάσσεται στις απαιτήσεις της καπιταλιστικής παραγωγής αφήνοντας περιθώρια δημιουργικής πρωτοβουλίας μονάχα εκεί όπου αυτή θα αξιοποιηθεί είτε για αύξηση του περιθωρίου κέρδους, είτε για ισχυροποίηση της αστικής ιδεολογίας, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την αξιοποίηση της για την ανατροπή. Για να υποτάσσεται βέβαια η πάσης φύσης διανοητική δημιουργία στις ανάγκες του ανθρώπου πρέπει να υποτάσσεται η παραγωγή στις ανάγκες του. Αυτό δεν είναι, ούτε μπορεί να μείνει κρυφό. Οσο ο καπιταλιστής ολοένα και περισσότερο θα γίνεται πιο παράσιτο στην παραγωγική διαδικασία, τόσο η αντίθεση αυτή θα φωτίζει περισσότερο το κενό μεταξύ της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ατομικής εκμετάλλευσής της. Τόσο θα εκτίθεται και ο αστός και ο στρατευμένος δημιουργός του και ο κοινός σκοπός που υπηρετούν. Ο μεν πρώτος σαν κύριος της εκμετάλλευσης, ο δε δεύτερος φροντίζοντας να είναι σκέψη του εργάτη μακριά από όλα αυτά. Να απομακρυνθεί από την πολιτική. Και στον απολίτικο άνθρωπο γενικά σερβίρεις οποιαδήποτε πολιτική.

Το ότι έχουν παραωριμάσει οι προϋποθέσεις, ανεξάρτητα αν έχουν βρει όλες οι σκέψεις δρόμο προς την δράση νομίζω φαίνεται και από το εξής: Στη συνείδηση του εργάτη πρέπει να φαντάζει έστω και σαν ένστικτο όχι μόνο άδικη, αλλά και αφύσικη, η ανέχεια του. Πως είναι δυνατόν με τόσο πλούτο γύρω του με τόσο δραματική αλλαγή (τεχνολογική πρόοδο) γύρω του τα τελευταία χρόνια και αυτός, τα παιδιά του να πεινάνε και να μην ξέρει πότε θα βρει λεφτά να συνδέσει το ρεύμα. Πως γίνεται στην κοινωνία αυτή του πλούτου, αυτός ο πλούσιος σε γνώσεις, σε ικανότητες, να είναι φτωχός. Γι’ αυτό και το κρύβει. Δύσκολα βλέπουμε στις περιοχές μας να εκδηλώνονται τέτοιες «κραυγές» βοήθειας, ακόμα και στον στενό μας κύκλο παρόλο που αντικειμενικά υπάρχουν. Βέβαια δεν είναι ο μόνος λόγος, σίγουρα όχι ο κύριος, αλλά εκτιμώ πως υπάρχει.

Μπορεί αιωνίως να συνυπάρχει η ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση της εργατικής δύναμης, η εκμετάλλευση, η ιδιοποίηση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου και όλα αυτά τα ιδανικά της παρακμής με την ολοένα ποιοτικότερη εργασία, την καλλιέργεια του ανθρώπου, τον πλουραλισμό του σε γνώσεις και ικανότητες; Πιστεύω πως ο πρωτοπόρος εργάτης, ο οργανωτής θα πρέπει να έχει και τέτοια χαρακτηριστικά που θα τον κάνουν πιο ικανό να εμπνέει και να καθοδηγεί ολοένα και μεγαλύτερες, ολοένα και πιο φουρτουνιασμένες μάζες. Είναι πάρα πολύ η ελπιδοφόρα η προσπάθεια για σταθερή πολιτιστική παρέμβαση όλο το χρόνο και μέσω της επιτροπής φεστιβάλ και ακόμα πιο ελπιδοφόρα θα γίνει όταν θα δούμε σιγά σιγά να ξεπηδάνε και μέσα από λαϊκές επιτροπές τέτοιες πρωτοβουλίες που θα βρούνε έκφραση πιθανά σε κάποιο προαύλιο εργοστασίου, κάποια τάξη ΕΠΑΛ, κάποια εργατογειτονιά.

Κάτω από ανυπόμονο φως λοιπόν οι εργασίες και καλή επιτυχία στο συνέδριο μας.

 

* Ο Κωστής Παναγιώτου είναι μέλος της Αχτιδικής Επιτροπής Μεσογείων - Λαυρεωτικής του ΚΚΕ.

 

 

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

του Κώστα Χάρη

Οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί του μονοπωλιακού κεφαλαίου στις αναπτυγμένες χώρες, καταβροχθίζουν τις οικονομίες των εξαρτημένων χωρών και των εργαζομένων. Εχουν φέρει τον καπιταλισμό στην Ελλάδα με την κρίση ως τα ακρότατα όριά του. Οι διαχειριστές της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας της ολιγαρχίας του πλούτου, καταργούν όλες τις κατακτήσεις του προηγούμενου αιώνα που αποκτήθηκαν με σκληρούς αγώνες και πολύ αίμα, μέσα σε τέσσερα χρόνια, εξαθλιώνοντας την εργατική τάξη (Ε.Τ.) και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα αδηφάγα μονοπώλια, τις τράπεζες και τους τοκογλύφους.

Αλλάζει βίαια η ταξική κοινωνική σύνθεση της διαστρωμάτωσης του λαού: της Ε.Τ., των μισθωτών, των μισοπρολεταριακών στοιχείων (των ανέργων: ανδρών, γυναικών, νέων, των εποχιακά απασχολούμενων, αυτοαπασχολούμενοι, των ορίων φτώχιας των νοικοκυριών, των συνταξιούχων πείνας). Ενώ μειώνεται σημαντικά ο ενεργός πληθυσμός της μικρομεσαίας αστικής και αγροτικής τάξης. Ολοι αυτοί ουσιαστικά είναι εν δυνάμει σύμμαχοι της Ε.Τ., αν στην πορεία μέσα από τους αγώνες συνειδητοποιήσουν τη δύναμή τους και οργανωθούν σε σοσιαλιστή κατεύθυνση, για να αντιπαλέψουν αυτή τη βάρβαρη πολιτική των αστικών κυβερνήσεων, της ΕΕ και του ΔΝΤ.

Ανεξάρτητα ποια αστικά κόμματα και ποιες κομματικές συμμαχίες θα βρίσκονται στη διακυβέρνηση της χώρας στο μέλλον, δεν θα θίξουν τον πυρήνα του καπιταλιστικού συστήματος που δημιουργεί τα αίτια της κρίσης, οι οποίες θα είναι στο μέλλον πιο συχνές και πιο καταστροφικές στην οικονομία, λόγω του αχαλίνωτου παγκόσμιου ανταγωνισμού των μονοπωλίων και της επιβάρυνσης από την καταστροφική κρίση που υφίσταται η χώρα μας, με συνέπεια την εξάρτησή της και την εξαθλίωση του λαού για πολλά χρόνια. Η αντεργατική, αντιλαϊκή και αντιδραστική πολιτική θα συνεχιστεί και θα ενισχυθεί. Το βιοτικό επίπεδο του λαού θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, γιατί έχουν μετατρέψει την χώρα σε επιχειρηματικό «παράδεισο» και εργασιακή «κόλαση».

Η χώρα θα διοικείται πλέον «με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου», δικτατορικά, παραβιάζοντας το δικό τους σύνταγμα που αυτοί οι ίδιοι ψήφισαν. Η «δημοκρατία» τους έχει μπει ήδη στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Υπάρχει έλλειψη «δημοκρατίας» στην πολιτική, στην οικονομία και στην κοινωνική ζωή του λαού. Ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλιστικός εσωτερικά στη χώρα ενισχύει το μηχανισμό της κρατικής βίας και της καταστολής, για να αντιμετωπίσει τους επερχόμενους αγώνες της Ε.Τ. και του λαού.

H λύση της διεξόδου για την Ε.Τ. και το λαό βρίσκεται στην ανατροπή του, όπως προτείνει το ΚΚΕ, μέσα από ένα συνειδητοποιημένο ρωμαλέο, μαζικό, ενωτικό, πολιτικό σοσιαλιστικό κίνημα, για να μην υπάρχει επιστροφή στο απάνθρωπο εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα. Ολες οι άλλες προτάσεις που γίνονται από κινήματα και πολιτικούς φορείς, αποπροσανατολίζουν, είναι σε βάρος της Ε.Τ. και του λαού και υπέρ της συνέχισης της άγριας, απάνθρωπης εκμετάλλευσης των μονοπωλίων.

Αυτό δεν αφορά μόνο το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ, αλλά όλα τα θιγόμενα κοινωνικά στρώματα του λαού, ανεξάρτητα από τα πολιτικά πιστεύω τους. Σημασία έχει να εξυπηρετηθεί το ταξικό συμφέρον τους, όπως εξυπηρετείται σήμερα το ταξικό συμφέρον των μονοπωλίων από το κρατικομονοπωλιακό καπιταλιστικό σύστημα. Το θέμα μπαίνει ως εξής: Με τα μονοπώλια, τον καπιταλισμό και τους πολιτικούς εκπροσώπους του ή με την Ε.Τ., τον σοσιαλισμό και το ΚΚΕ.

Το πρόβλημα είναι καθαρά ταξικό και έτσι μόνο μπορεί να αντιμετωπιστεί, για να γίνει ο λαός αφέντης στον τόπο του, για να μπορεί να οργανώσει την ζωή του, όπως αυτός θέλει, χωρίς αφέντες και προστάτες.

Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, μα ούτε Θεό. Θεό του έχει το χρήμα και το υπερκέρδος. Είναι χωρίς πατρίδα, μεταναστεύει όπου θέλει και δεν μπορούν να το εμπιστευτούν οι εργαζόμενοι να τους κυβερνάει μέσω των πολιτικών εκπροσώπων του, να τους μαδούν σαν κοτόπουλα και να καρπώνονται τον παραγόμενο πλούτο.

Η πρόταση του ΚΚΕ είναι ρεαλιστική και επίκαιρη: Εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας, λαϊκής οικονομίας, του σοσιαλισμού, κατάργηση των μονοπωλίων, μονομερή διαγραφή του χρέους και αποδέσμευση από την ΕΕ, γιατί είναι λάκκος των λεόντων.

Ο σοσιαλισμός δεν καθορίζεται με βάση τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά από τις αντιθέσεις της οικονομίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού που γεννά το σοσιαλισμό.

Επομένως η τακτική του κόμματος δεν είναι να περιμένει πρώτα την εξέλιξη των καπιταλιστικών αντιθέσεων να φτάσουν στον ανώτατο βαθμό και έπειτα να θέσει στην ημερήσια διάταξη την πάλη για τον σοσιαλισμό, γιατί τότε μπορεί να είναι πολύ αργά και να αλλάξουν οι συνθήκες. Αντίθετα, αφού έχουμε διαπιστώσει με βεβαιότητα: 1) ότι έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής και 2) ποια είναι η κατεύθυνση των πολιτικοοικονομικοκοινωνικών εξελίξεων, αντιπαλεύουμε τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης ως το τέλος. Γι’ αυτό κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη πρέπει να γίνεται η ζύμωση για την πάλη για το σοσιαλισμό με πλήρες πρόγραμμα. Διαφορετικά, είναι σαν να αποδεχόμαστε την μονοπωλιακή καπιταλιστική οικονομία που αφοπλίζει την επαναστατικότητα της Ε.Τ. και την προσανατολίζει προς τον κοινοβουλευτικό δρόμο. Πρέπει να παρθούν άμεσα μέτρα από το 19ο Συνέδριο για ολοκληρωμένο πρόγραμμα: 1) για τη λαϊκή εξουσία, 2) για τη λαϊκή οικονομία 3) για το σοσιαλισμό, ώστε να γνωρίζει πλέον ο λαός εκ των προτέρων, πριν την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, πώς θα λυθούν τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα προβλήματα του και με ποιον τρόπο.

Για να υπάρχει η ενίσχυση του χαρακτήρα της αποφασιστικής αντεπίθεσης, θα εξαρτηθεί σε αποφασιστικό βαθμό τι ταξικές δυνάμεις και σε ποια βάση κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες οικοδομούνται. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ότι στο μονοπωλιακό καπιταλισμό δεν υπάρχουν ενδιάμεσα «δημοκρατικά» στάδια, αυτά έχουν ξεπεραστεί από καιρό, υπάρχει μόνο Αντιμονοπωλιακό Αντικαπιταλιστικό Σοσιαλιστικό Μέτωπο (Α.Ακ.Σ.Μ.)

Μόνο στην πάλη για το σοσιαλισμό και ενάντια στον οπορτουνισμό και ρεφορμισμό, η Ε.Τ. και σύμμαχοι της του Α.Ακ.Σ.Μ. μπορούν να αποκτήσουν σοσιαλιστική συνείδηση και να συσπειρώσει γύρω της τα πιο πλατιά στρώματα του πληθυσμού, να προσδώσει πραγματικό λαϊκό χαρακτήρα και να προετοιμάζει τον εαυτό της και τα άλλα θιγόμενα κοινωνικά στρώματα για οργάνωση της κοινωνίας και τη λύση του προβλήματος της λαϊκής εξουσίας.

Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης και αντιπαράθεσης με τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, δεν μπορεί να γίνεται αυστηρός διαχωρισμός της οικονομικής από την πολιτική διεκδίκηση της Ε.Τ. Είναι σωστό, ότι οι οικονομικοί αγώνες αφορούν όλους τους εργαζόμενους, ενώ η πολιτική όλο το λαό, που έχει διαφορετικά οικονομικά συμφέροντα από αυτά της Ε.Τ. Ομως σε περίοδο βαθέματος της κρίσης, που η πολιτική των εκμεταλλευτών εξαθλιώνει ευρύτερα στρώματα του λαού πέρα από την Ε.Τ. μέσα από τις αναδιαρθρώσεις της οικονομίας, των εργασιακών σχέσεων, της ακρίβειας, επιχορηγήσεων και φοροαπαλλαγών υπέρ της ολιγαρχίας του πλούτου, τραπεζών και των τοκογλύφων, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικοί αγώνες για το Σοσιαλισμό.

Οι όποιοι αγώνες οικονομικής διεκδίκησης αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια, δε θα είναι αποτελεσματικοί, εάν δεν έχουν ένα ευρύτερο πολιτικό σοσιαλιστικό μέτωπο του λαού που θίγεται άμεσα από αυτήν την πολιτική της εξαθλίωσης. Επομένως το πρώτο καθήκον των κομμουνιστών θα πρέπει να είναι η προσπάθεια απόσπασης της πλειοψηφίας του συνδικαλιστικού κινήματος από την εργοδοτική αριστοκρατική συνδικαλιστική ηγεσία.

Το κόμμα πρέπει να συντομεύσει τις χρονοβόρες διαδικασίες αποφάσεων και ενημέρωσης μέσα από τη διεύθυνση της ιεραρχικής Καθοδήγησης, που μακραίνουν το δρόμο της ιδεολογικοπολιτικής σοσιαλιστικής ωρίμανσης των εργαζομένων και της δράσης των συνδικάτων, αποφεύγοντας ενδιάμεσα καθοδηγητικά όργανα, όπως είναι η συνδικαλιστική παράταξη, η οποία λειτουργεί σαν τροχοπέδη κάθετα και οριζόντια στην διαλεκτική διεύθυνση της καθοδηγητικής ιεραρχίας «Συλλογική ηγεσία - κόμμα - Ε.Τ. - Λαός». Δημιουργούνται προβλήματα προσωπικής διαπλοκής και καθοδήγησης λόγω της ύπαρξης όλης της κομματικής και συνδικαλιστικής ιεραρχίας στη λειτουργία και στη δράση της και εμφανίζεται το πρόβλημα, ποιος θα καθοδήγησει ποιον και επιβαρύνει με λειτουργικά έξοδα την ύπαρξή της.

Το κόμμα έχει τα ίδια ταξικά συμφέροντα με το Εργατικό Κίνημα, είναι σάρκα εκ της σαρκός του, δεν πρέπει να κρύβει το πρόσωπό του και να καλύπτεται μέσω της όποιας παράταξης, έτσι πάντα θα υστερεί η ιδεολογικοπολιτική σοσιαλιστική ωρίμανση των εργαζομένων. Η παράταξη συμφέρει να υπάρχει μόνο στα αστικά κόμματα, που εξυπηρετούν ξένα προς την Ε.Τ. ταξικά συμφέροντα, γιατί μέσω αυτής αποπροσανατολίζει τους εργαζόμενους, ώστε να μη βλέπουν καθαρά τον ταξικό τους εχθρό, που είναι τα μονοπώλια.

Οι μπολσεβίκοι κάτω από δυσμενέστερες συνθήκες, σε περίοδο παρανομίας και έντονων αντιπαραθέσεων, δεν είχαν συνδικαλιστική παράταξη στην προεπαναστατική Ρωσία. Οι κομμουνιστές που ήταν μέλη αντίστοιχων επαγγελματικών οργανώσεων, δρούσαν μέσα από τα Σοβιέτ.

Οι ταξικές δυνάμεις στο όνομα της συνεργασίας για αντιπροσωπευτικό προεδρείο στο συνδικάτο, βάζουν νερό στο κρασί τους. Δεν μπορεί να λέμε από τη μια, επίθεση στην συμβιβασμένη εργοδοτική συνδικαλιστική ηγεσία και από την άλλη να «συνεργαζόμαστε» μέσα στα προεδρεία σε βάρος των συμφερόντων της Ε.Τ., γιατί έτσι εισπράττουμε σαν «συνένοχοι» τις αποτυχίες του συνδικάτου. Αυτή η αντιφατική τακτική, δε βοηθάει στη συνειδητοποίηση των εργαζομένων και θα πρέπει να βρεθεί άλλη λύση αντιμετώπισης του προβλήματος (όπου είναι ευνοϊκές οι συνθήκες). Μια από αυτές είναι η δημιουργία άλλου συνδικάτου με ταξικό προσανατολισμό, όπως έγινε με τους συνταξιούχους της ΔΕΗ με την ίδρυση σωματείου με την επωνυμία: «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΕΗ (ΠΑ.Σ.Α.Σ./ΔΕΗ).

Το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποίησε από το 1974 την πλειοψηφία του συνδικαλιστικού εργατικού κινήματος σαν πολιτικό κριό, για να έρθει στην εξουσία το 1981 και να παραμείνει με τη βοήθεια του στα πολιτικά πράγματα της χώρας μέχρι την διάλυσή του στις εθνικές βουλευτικές εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, παρ’ ότι εξυπηρετούν ταξικά συμφέροντα μονοπωλίων, που είναι ξένα από αυτά των εργαζομένων. Το ΠΑΣΟΚ όμως δεν συνδικαλιστικοποιήθηκε, πέρασε άνετα την αντεργατική και την αντιλαϊκή του πολιτική, όπως ήθελε αυτό, χωρίς αντιδράσεις από την ηγεσία της ΠΑΣΚΕ.

Ο φόβος της καθοδήγησης αν καταργηθεί η παράταξη, ότι μπορούν να συνδικαλιστικοποιηθούν οι κλαδικές κομματικές οργανώσεις, έχει απορριφθεί από την ίδια τη ζωή και την πρακτική που ακολουθήθηκε, από το Σοβιέτ στη Ρωσία πριν το 1917, το ΠΑΣΟΚ από το 1974-2012, αλλά και από το ΕΑΜ, εάν και είναι διαφορετική περίπτωση, αλλά έχει την αξία του.

Πρέπει να διαφανεί ξεκάθαρα η διαχωριστική ταξική πολιτική γραμμή, αφενός μεταξύ των μονοπωλίων και των πολιτικών εκπροσώπων τους, διαχειριστών της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας και αφ’ ετέρου του ΚΚΕ, της Ε.Τ. και των συμμάχων της και να αναδειχθεί η ισχύς του ταξικού πολιτικού συνθήματος, 7 κόμματα δύο πολιτικές. Πρέπει να εμποδιστεί με κάθε τρόπο η εικονική πόλωση μεταξύ των αστικών κομμάτων (προκειμένου να συσπειρώσουν οπαδούς), που δεν έχει καμιά ουσιαστική σχέση με την πολιτική ταξική πόλωση συμφερόντων.

Για τον καθορισμό της τακτικής προκειμένου το κόμμα να φτάσει στο στρατηγικό του στόχο, που είναι ο σοσιαλισμός, αξιοποιεί μια σειρά αρχές και κριτήρια, ως δεδομένα με ενιαίο τρόπο, για να φτάσει στο στόχο. Προς αποφυγή ανθρώπινων λαθών στην εφαρμογή τους και στην εξαγωγή συμπερασμάτων, να παίρνεται υπόψη ως βοηθητικό εργαλείο για έλεγχο, διασταύρωση των δεδομένων και των αποτελεσμάτων, η αξιοποίηση του τομέα της τεχνολογίας των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών - Πληροφορικής. Η τεχνολογία αυτή βοηθάει καθοριστικά όλους τους τομείς της επιστημονικής έρευνας να προχωρήσουν σε ιλιγγιώδη ρυθμό ανάπτυξης και προόδου της ανθρωπότητας.

Οι νέες αυτές τεχνολογίες, που όπως είπαμε βρίσκουν εφαρμογή στην έρευνα και στη βιομηχανική ανάπτυξη της παραγωγής και στη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, που σημαίνει μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των συνθηκών ζωής και βέβαια στη δραστική μείωση των ωρών εργασίας. Ολα αυτά και πολλά άλλα επιστημονικά επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας, της πληροφορικής, διαμορφώνουν ένα νέο προς μελέτη κοινωνικό τοπίο, που έχει και τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις που δεν έχουν ακόμα μελετηθεί σε βάθος και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους σύγχρονους μελετητές της Μαρξιστικής - Λενινιστικής Θεωρίας.

Οσον αφορά τη μείωση της δύναμης του εκλογικού σώματος του κόμματος σε απόλυτους αριθμούς και σε ποσοστά στις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012, οφείλεται κατά την άποψή μου, στο ότι δεν ήταν ταξικά και ιδεολογικοπολιτικά ζυμωμένοι με τα οράματα και τα ιδανικά του σοσιαλισμού, γιατί κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην επιρροή του κόμματος, ο σοσιαλισμός δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη (όπως προαναφέρω) για ζύμωμα και πάλη, αφού δεν υπήρχε πλήρως ολοκληρωμένο πρόγραμμα για το σοσιαλισμό. Ετσι πίστεψαν ότι μέσα από τον κοινοβουλευτικό δρόμο είναι δυνατή η διακυβέρνηση της χώρας από το ΚΚΕ. Γι’ αυτό ενέδωσαν στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για συγκυβέρνηση και εγκατέλειψαν το κόμμα, με το πρόσχημα ότι το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει!!!

Πέρα από την ανάδειξη κομματικών στελεχών με αξιοκρατικά ταξικά κριτήρια, πρακτικά, πολιτικά και προσωπικά προσόντα και την κοινωνική σύνδεση, σημαντικό ρόλο για τη φυσιογνωμία και τον επαναστατικό χαρακτήρα του κόμματος, παίζει και η αυστηρή τήρηση της πειθαρχίας στην διεύθυνση λειτουργίας των διαδικασιών των συλλογικών οργάνων, όλων των βαθμίδων.

Τέλος, εύχομαι το κόμμα μέσα από το 19ο Συνέδριο να ενισχύσει τη φυσιογνωμία του και τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του Μ-Λ κόμματος νέου τύπου, για να βοηθήσει στην ανάπτυξη του εργατικού, πολιτικού κινήματος, για πολιτική και κοινωνική ανατροπή και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.

 

* Ο Κώστας Χάρης είναι μέλος της ΚΟΒ Βότση Καλαμαριάς του ΚΚΕ.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΟ 19ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ

του Γιώργου Αυγουστίδη

Οι θέσεις της ΚΕ, το σχέδιο καταστατικού και προγράμματος αποτυπώνουν την προσπάθεια που καταβάλει το Κόμμα από το προηγούμενο προγραμματικό συνέδριο να αναμετρηθεί με και να ξεπεράσει αδυναμίες και λάθη του κομμουνιστικού κινήματος που είναι εμφανή ήδη από τη δεκαετία του ’30. Μία μοναχική, δύσκολη προσπάθεια αν αναλογιστεί κανείς τον εκφυλισμό του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος τις τελευταίες δεκαετίες. Τις τέσσερις δεκαετίες νομιμότητας, τον ευφησυχασμό και τις αυταπάτες που αυτές δημιούργησαν. Και το πιο σημαντικό, τη μαζική εξαγορά και ενσωμάτωση τμήματος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Εξαγορά τέτοιου μεγέθους που δεν είχε ξαναδεί και ούτε πρόκειται να ξαναδεί αυτός ο τόπος.

Η απόρριψη συμμετοχής σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, η στάση των κομμουνιστών απέναντι στον πόλεμο, η έμπρακτη πίστη στην εργατική τάξη και η απόρριψη πολιτικών συμμαχιών «σε επίπεδο κορυφής», η εξάλειψη κάθε υπόνοιας σταδίου ανάμεσα στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό και η οργανωτική αυτοτέλεια του κόμματος κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες αποτελούν σημαντικά βήματα στην πορεία επαναστατικοποίησης του κόμματος.

Ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού. Η πάλη δηλαδή ενάντια στα μονοπώλια δε μπορεί παρά να είναι πάλη ενάντια στον καπιταλισμό. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση είτε αγνοεί τη σύγχρονη δομή του καπιταλισμού είτε θεωρεί ότι «κοροϊδεύοντας» τους μικροαστούς θα τους πάρουμε με το μέρος μας. Επομένως η αναφορά στη θέση 62 (αλλά και σε άλλα σημεία των θέσεων) ότι «η Λαϊκή Συμμαχία έχει αντιμονοπωλιακό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό» πρέπει να γίνει «η Λαϊκή Συμμαχία έχει αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό».

Η πρωτόγνωρα απότομη και βίαιη πτώση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης και η το ίδιο απότομη και βίαιη προλεταριοποίηση μικροαστικών στρωμάτων δημιουργούν σε ορισμένα τμήματά τους μία τάση αναπόλησης του παλιού «καλού» τρόπου ζωής μη κατανοώντας προφανώς τη σημερινή κρίση του καπιταλισμού. Μία αναπόληση που οδηγεί πολλούς στην αναζήτηση κατάλληλων κομμάτων-ηγετών (ή ακόμα και τιμωρών) που θα τους επαναφέρουν σε συνθήκες ζωής προ κρίσης.

Εμείς δεν αρκεί απλά να σβήσουμε την ελπίδα-αυταπάτη του λαού για μια τέτοια εξέλιξη. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως να οδηγήσει στη σκέψη «αφού συντρίβομαι εγώ, ας συντριβούν και οι υπόλοιποι (αυτούς που μέσω της προπαγάνδας και του κοινωνικού αυτοματισμού που προωθεί η αστική τάξη θεωρεί συνυπεύθυνους για την «κατάντια» του). Και δυστυχώς αυτή η λογική οδηγεί κατευθείαν στους φασίστες για τους οποίους το κλίμα συνεχώς βελτιωνόταν την προηγούμενη (τουλάχιστον) δεκαετία μέσω και της επίσημης ιδεολογίας του κράτους. Σήμερα που το αστικό κράτος δεν μπορεί να εξαγοράσει όπως πριν, οι αστοί κατανοούν ότι όλο και περισσότερο θα πρέπει να χρησιμοποιούν την καταστολή και την ωμή βία. Γι’ αυτό μερίδα τους προωθεί τους φασίστες(οι οποίοι φυσικά και δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να εφαρμόσουν την καταστολή, η σημερινή κυβέρνηση για την ώρα φαίνεται να τα καταφέρνει μια χαρά).

Εμείς πρέπει παράλληλα με το σβήσιμο της ελπίδας-αυταπάτης του λαού, να του δώσουμε διέξοδο. Να του μάθουμε να παλεύει από την αρχή (γιατί δυστυχώς η συνεχεία, η πείρα του εργατικού λαϊκού κινήματος χάθηκε σε πολλούς χώρους δουλειάς), για να υπερασπίζεται τις όποιες κατακτήσεις είχε. Αλλά συγχρόνως να προπαγανδίζουμε ότι η πρότασή μας για τον σοσιαλισμό-κομμουνισμό είναι για το σήμερα αρκεί η εργατική τάξη (και οι σύμμαχοι που θα την ακολουθήσουν) να το αποφασίσει και να είναι προετοιμασμένη να δράσει μόλις δημιουργηθεί επαναστατική κατάσταση.

Ομως η δράση μας δεν αντιστοιχεί στα σύνθετα καθήκοντα που θέτουν οι θέσεις. Υπάρχουν ακόμα ΚΟΒ αλλά και ολόκληρες Νομαρχιακές Οργανώσεις στο χώρο ευθύνης των οποίων δεν έχουν στηθεί Λαϊκές Επιτροπές. Σωματεία στα οποία οι δυνάμεις μας είναι πρώτη δύναμη και δεν κάνουν συνελεύσεις ποτέ και αρκούμαστε σε ανακοινώσεις του ΔΣ όποτε πραγματοποιούνται πανελλαδικές απεργίες. Σωματεία στα οποία η δουλεία μας περιορίζεται σε μερικά τηλεφώνα, οπότε αυτά πραγματοποιούν εκλογές. Κομματικά μέλη αλλά και στελέχη εκλεγμένα στο ΔΣ του σωματείου χωρίς καμία δράση μέσα στο σωματείο. Ουσιαστικά ένα κομμάτι του δυναμικού μας (και του στελεχικού) αγνοεί την απόφαση της πανελλαδικής συνδιάσκεψης για τη δουλειά στην εργατική τάξη! Για αυτή την κατάσταση φέρει ευθύνη και η ΚΕ που ανέχεται τέτοια φαινόμενα επανάπαυσης και δεν επισπεύδει την επίλυσή τους.

Οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες δεν έχουν αποβληθεί από το σύνολο του δυναμικού μας. Πως αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι ολόκληρες οργανώσεις μας την ώρα που ο ελληνικός λαός δεχόταν πρωτόγνωρη επίθεση είχαν υποτονική δράση μέσα στο κίνημα; Και με το που ανακοινώθηκαν οι εκλογές (το ρόλο των οποίων δεν υποτιμώ) του Μαΐου η δράση των ίδιων οργανώσεων ανέβηκε θεαματικά για να ξαναεπιστρέψει αμέσως μετά τις εκλογές του Ιούνη (με τον ίδιο θεαματικό τρόπο!) στους προηγούμενους νωχελικούς ρυθμούς.

Πολλές ΚΟΒ συνεδριάζουν σπάνια με αποτέλεσμα να μη μπορούν να εξειδικεύσουν τις θέσεις μας στο χώρο ευθύνης τους και εν τέλει η δράση τους να βρίσκεται πολύ πίσω από τις σημερινές ανάγκες. Δημιουργούνται φαινόμενα οργανωτικής χαλαρότητας που δεν συνάδουν με το Κόμμα νέου τύπου. Ετσι οι συλλογικές επεξεργασίες και αποφάσεις του κόμματος καθυστερούν να αφομοιωθούν από το σύνολο των κομματικών μελών οπότε αντίστοιχα καθυστερεί και η υλοποίηση των πρακτικών καθηκόντων που απορρέουν από αυτές. Αυτή η κατάσταση δε βοηθά τα μέλη της ΚΟΒ να βελτιώνονται, να δίνουν στο κόμμα το μέγιστο των δυνατοτήτων τους, να υπάρχει μία πλούσια εσωκομματική ζωή. Εσωκομματική ζωή τέτοια που θα συμβάλει στην καταπολέμηση του πρακτικισμού και στην ανάδειξη νέων στελεχών ώστε να αποφεύγεται η πολυχρέωση των ήδη υπάρχοντων.

Το Κόμμα θα πρέπει το επόμενο διάστημα να βελτιώσει τη δουλειά του στα Ατομα με Αναπηρία ο αριθμός των οποίων δεν είναι αμελητέος (μην ξεχνάμε ότι η δουλειά στα ΑμεΑ περιλαμβάνει και τις οικογένειές τους). Παράλληλα θα χρειαστεί βοήθεια και η ΚΝΕ στην οποία υπάρχει άγνοια για το θέμα. Σε μια εποχή όπου η αστική τάξη θέλει τους εργαζόμενους φτηνό ευέλικτο δυναμικό εμείς δε μπορούμε να είμαστε ούτε ευέλικτοι (λόγω της φύσης της εκάστοτε αναπηρίας μας) αλλά ούτε και φτηνοί (λόγω φαρμάκων, κόστους θεραπείας κλπ). Με ποσοστό ανεργίας που αγγίζει το 85% στα ΑμεΑ είναι φανερό ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία μας τίθεται σοβαρό ζήτημα επιβίωσης. Με την ραγδαία φασιστικοποίηση τμήματος του λαού αλλά και με την επίσημη κρατική πολιτική η οποία ανοιχτά προσπαθεί να στρέψει την κοινωνία ενάντια στα ΑμεΑ, θα αρχίσουν να κερδίζουν έδαφος ή να γίνονται ανεκτές αντιλήψεις εχθρικές απέναντί μας1.

Κλείνοντας, τα καθήκοντα που τίθενται στις θέσεις της ΚΕ είναι σωστά και σύνθετα. Η υλοποίησή τους καθίσταται πολύ δύσκολη με τη σημερινή οργανωτική λειτουργία. Δεν φτάνει να έχουμε σωστή στρατηγική. Πρέπει να διαμορφώσουμε και την κατάλληλη οργάνωση που θα είναι ικανή να υλοποιήσει αυτή τη στρατηγική. Φυσικά αυτό το καθήκον δεν είναι εύκολο ούτε επιτυγχάνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Το σχέδιο καταστατικού, η αναδιάταξη δυνάμεων και η επικέντρωση της δουλειάς μας στην εργατική τάξη συμβάλουν θετικά. Ομως σε καμία περίπτωση δεν αρκούν. Η επαναστατικοποίηση του Κόμματος είναι αναγκαίο να εκφραστεί και οργανωτικά. Η αύξηση των βιομηχανικών εργατών, η πλούσια λειτουργία και δράση όλων των ΚΟΒ (του κόμματος δηλαδή, στον χώρο ευθύνης τους) δεν αποτελεί απλά «άλλο ένα οργανωτικό ζήτημα». Είναι πρωτίστως πολιτικό ζήτημα (όπως κάθε οργανωτικό άλλωστε) και μάλιστα πάρα πολύ σημαντικό!

Εύχομαι κάθε επιτυχία στο συνέδριο.

 

* Ο Γιώργος Αυγουστίδης είναι μέλος της ΚΟΒ Αγίας Τριάδας-Ανάληψης της Κομματικής Οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ.

1. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι στη Ναζιστική (ανεπτυγμένη καπιταλιστικά) Γερμανία η εφαρμογή του προγράμματος ευγονικής Aktion Τ4, το οποίο στράφηκε κατά των ΑμεΑ, προκάλεσε περίπου 200.000 θανάτους από το 1939 εώς το 1945 που έληξε.

 

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΡΑΜΜΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

του Γεώργιου Μ. Σαρηγιάννη

Δύο χιλιάδες λέξεις σύντροφοι, δεν φτάνουν ούτε για το «καλημέρα». Θα περιοριστώ λοιπόν στα σημαντικότερα.

Συμφωνώ με την πολιτική γραμμή του Κόμματος για το ότι είναι μονόδρομος η ανατροπή του Συστήματος και ότι αυτός είναι ο στόχος μας.

Σίγουρα ενέχουν κινδύνους ενσωμάτωσης στο Σύστημα οι συνεργασίες, όμως ούτε ο Λένιν, ούτε ο Φλωράκης τις φοβήθηκαν, απλά είχαν τον νου τους να τις αντιμετωπίσουν, και έχουμε μεγάλη εμπειρία, στο ΕΑΜ, στη δεκαετία του ’80 κλπ. Στο τελευταίο, που έχω προσωπική εμπειρία, σε όλα τα όργανα, υπερψηφίζονταν οι δικές μας προτάσεις, ακριβώς επειδή ήταν πραγματικά αριστερές, είναι σίγουρο ότι μια τέτοια κατάσταση τελικά θα απογύμνωνε τους συνεργαζόμενους από τον κόσμο τους σε όφελός μας. Και αυτό ήταν νομίζω και μια από τις αιτίες της «εκ των έξω» –και δυστυχώς και «από μέσα» (Φαράκος, Δαμανάκη, Δραγασάκης κ.α.)– υπονόμευσης του Κόμματος. Θυμόμαστε όλοι τις από τον Κύρκο εκπορευόμενες διά του Ανδρουλάκη κ.ά. «προτάσεις» για τάχα ενιαίο Κόμμα, για αλλαγή τίτλου, «να μπει ο Μαρξ και το σφυροδρέπανο στο ράφι» (βλ. ΚΚΓ σήμερα!) και άλλα πολλά.

Νομίζω ότι κανονικά το Κόμμα δεν πρέπει να φοβάται τέτοιες καταστάσεις, αρκεί να έχει το νου του!

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (9, 55)

Ασκούμε αρνητική και απαξιωτική κριτική σε όλες τις απόψεις, αλλά δεν δίνουμε δική μας. Αρχικά λέγαμε για κρίση στις κατασκευές, μετά για γενική κρίση του Καπιταλισμού, τώρα για υπερσυσσώρευση Κεφαλαίου κ.α. αλλά πειστική ανάλυση της σημερινής κρίσης δεν έχουμε δώσει (και η Ημερίδα και τα κείμενα που κυκλοφόρησαν μετά, έδιναν την ίδια εντύπωση). Σωστή η γενική αναφορά σε κείμενα του Μαρξ αλλά όταν δεν συνοδεύεται από σε βάθος ανάλυση της τωρινής κρίσης καταντά κενή συνθηματολογία. Υπάρχει ήδη πλούσια βιβλιογραφία, ακόμη και αστών οικονομολόγων που περιέχει πολλά στοιχεία και εκτιμήσεις που δεν είναι όλες λάθος –κάποιες είναι περισσότερο μαρξιστικές σε ορισμένα σημεία τους από τις δικές μας. Μην υποτιμούμε τον εχθρό…

Σημειώνουμε ακόμη τον όρο ελληνικός καπιταλισμός (12) όπου επαναλαμβάνουμε το σφάλμα του 18ου Συνεδρίου που μιλάγαμε γιά «ελληνικό» κεφάλαιο σε μια περίοδο όπου το Κεφάλαιο είναι όχι μόνο πολυσύνθετο αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής οικονομίας ελέγχεται από ξένο πολυεθνικό Κεφάλαιο.

Μαρξιστές ερευνητές αλλά και κομματικά κείμενα, τονίζουν ότι δεν υπάρχει «ελληνικός» καπιταλισμός, ούτε «βυζαντινή» φεουδαρχία, μπορεί να υπάρχουν ιδιομορφίες, αλλά ως σύστημα ο καπιταλισμός, ή η φεουδαρχία είναι ένα. Οταν ο Μαρξ έλεγε ότι το Κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και ο Ενγκελς με τον Μαρξ και τον Λένιν τόνιζαν την αυξανόμενη κυριαρχία του τραπεζοπιστωτικού συστήματος, κάτι ήξεραν. Η μεταφορά του κέντρου βάρους της Κρίσης είναι σήμερα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όπου έχει επικεντρωθεί και γιγαντώσει η συγκεντροποίηση και διεθνοποίηση Κεφαλαίου. Οι ρίζες είναι στο 1970 με τη μονομερή εγκατάλειψη του «κανόνα χρυσού» από τις ΗΠΑ, και στη συνέχεια κατάργηση των ορίων και των «κανόνων συμπεριφοράς» των χρηματιστηριακών συναλλαγών με κατάληξη το χάος με τα «χάρτινα προϊόντα» που καταλήγουν στα «τοξικά ομόλογα» κ.ά. με τα οποία είναι δεμένα όχι απλά επιχειρήσεις, τράπεζες και χρηματιστήρια αλλά κράτη ολόκληρα. Ποια «Κρίση» λοιπόν; Θα μας δώσει ποτέ το Κόμμα υπεύθυνη απάντηση ή απλά θα λοιδωρεί όλους, και θα τους απορρίπτει ασυζητητί;

 

«ΑΣΤΙΚΑ» ΚΙΝΗΜΑΤΑ κλπ. (25)

«Οποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας». Αυτό στην κομματική γλώσσα δεν λέγεται «σεχταρισμός»; με την πολιτική αυτή, δεν αναγνωρίζουμε σε κανέναν να έχει κάποιες σωστές απόψεις, έστω και αν είναι ελλειπείς, ή ανώριμες. Τα απορρίψαμε όλα, τα λοιδωρήσαμε, τα χαρακτηρίσαμε «ασφαλίτικα», και μείναμε σε κοινωνική απομόνωση, που εκφράστηκε και στις εκλογές. Δεν αρνείται κανείς την διείσδυση της Ασφάλειας, ή ακόμη και την αποδεδειγμένη συμμετοχή αστυνομικών ως «αναρχικών», όμως σε καμμία περίπτωση δεν είναι όλοι ασφαλίτες. Ακόμη χειρότερα, ανώτατο στέλεχος του Κόμματος διατύπωσε θέσεις ταυτόσημες με την Ακρα Δεξιά για τους κουκουλοφόρους και το Πανεπιστημιακό Ασυλο, (Ριζοσπάστης 8 και 18 Γενάρη 2009). Να μην επαναλάβω τα ίδια για τη συμπεριφορά μας στις ακραίες περιπτώσεις, και ο αδελφός του Λένιν αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Τσάρο, δεν τον είπε όμως κανείς «ασφαλίτη», απλά ο Λένιν είπε ότι «ο δικός μας δρόμος είναι διαφορετικός».

Αδιαφορούμε για οποιαδήποτε κρατική (αστυνομική και δικαστική) καταστολή και βαρβαρότητα σε μεγάλες μάζες πληθυσμού, κυρίως νεολαίας, αν δεν είναι δικοί μας. Καταστρέφουν «στέκια νεολαίας», συλλαμβάνουν και κακοποιούν νεολαίους «τρομοκράτες» καταδικάζουν σε 25ετείς φυλακίσεις παιδιά 18 ετών και εμείς ή δεν μιλάμε καθόλου ή το αναφέρουμε ειδησεογραφικά «στα ψιλά», και επισύρουμε και επαίνους της κυβέρνησης για τη «συνετή και υπεύθυνη στάση του κόμματος», (όταν σε επαινεί ο εχθρός σου, δες πού έκανες λάθος…). Αντε μετά να πείσεις την νεολαία ότι δεν είμαστε κόμμα διαχείρισης!

Περί «Λαϊκής Συμμαχίας» (62-67). (λαϊκή ή κοινωνική;; η διαφορά είναι τεράστια). Επαναλαμβάνονται κείμενα και θέσεις παλαιότερων Συνεδρίων που αφορούσαν το ΑΑΔΜ για το οποίο δεν μας λέει κανείς λέξη και απαιτούμε ολοκληρωτική υποταγή και ενσωμάτωση όλων στο Κόμμα. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: Δημοτικές Παρατάξεις, ΟΓΕ, ΠΑΣΥ, ΠΑΜΕ, ΜΑΣ, ΠΑΣΕΒΕ, Επιτροπές Γειτονιάς, κ.α. αποτελούνται μόνο από κομματικά μέλη.

 

 ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

«Βελτίωση καθοδήγησης…» (32). Στο Πολυτεχνείο μεταφράστηκε μόνο στον συνδικαλισμό και μάλιστα σε τομείς μακρυά από τον φοιτητικό χώρο, οι φοιτητές μας δεν είχαν καμμία σχέση με τις σπουδές και τη μαρξιστική διαπαιδαγώγηση. Η «γραμμή» ήταν «καλός φοιτητής, είναι ο καλός συνδικαλιστής φοιτητής» και ας χρωστούσε 30-40 μαθήματα και δεν είχε ιδέα από τις σπουδές του. Και έτρεχαν οι φοιτητές μας να πείσουν τις καθαρίστριες για τα συνδικαλιστικά τους θέματα, λες και εκείνες δεν είχαν συνδικαλιστικούς φορείς! (κείμενά μου για το Συνέδριο της ΚΝΕ, Ριζοσπάστης 8.10.2005).

68. Στο 7. «μορφωτικά βιβλία» … Σωστά εκδίδει η ΣΕ έργα των κλασικών, όμως αυτό δεν φτάνει. Δεν θέλουμε να εκδίδουμε σύγχρονες μαρξιστικές αναλύσεις (εξαίρεση οι δύο τόμοι του Λουγγή) ή μήπως δεν έχουμε πια επιστήμονες μαρξιστές με την πολιτική της συγκέντρωσης της «Αλήθειας» σε ελάχιστα πρόσωπα στην ΚΕ ή το ΠΓ ή σε 3-4 πάγιες «επιτροπές» από τα ίδια πρόσωπα των οποίων ο μαρξισμός πολλές φορές έχει τεθεί σε αμφισβήτηση;

Στο 8. «διαμόρφωση υποδομής … για την επιστημονική έρευνα…» Τι έγινε το ΚΜΕ με τις εκδόσεις, διαλέξεις και εκδηλώσεις του; τι έγιναν οι ομάδες εργασίας της ΚΕ που είχαμε εργαστεί με δεκάδες συντρόφους εξειδικευμένους σε συγκεκριμένα θέματα; Και τα άρθρα του Καταστατικού που επιβάλλουν στις ΚΟΒες να συγκροτούν επιτροπές μελέτης των προβλημάτων της κάθε ΚΟΒας;;; Από την κομματική μου εμπειρία, έχω δυστυχώς πολλά παραδείγματα υποτίμησης από την Καθοδήγηση, της επιστημονικής δουλειάς σε σχέση με τις άλλες οπωσδήποτε απαραίτητα μαζικές δουλειές, σίγουρα απαραίτητες, αλλά δεν φτάνει η τρέχουσα εργασία χωρίς και την θεωρητική της θεμελείωση.

39. «Ιδεολογικοπολιτική καθοδήγηση…», στην πράξη εκφυλίζεται μόνο στον συνδικαλισμό (32 ,35). Για τη δράση στα σχολεία, αφήσαμε τις ανησυχίες της νεολαίας (από το Γυμνάσιο ήδη) να τις καλύπτουν οι αναθεωρητές και σοσιαλδημοκράτες με έναν τάχα «μαρξισμό», ή και οι χρυσαυγίτες με μια τάχα «επαναστατική δράση» (!), άντε μετά να τους ανοίξεις τα μάτια στο Λύκειο ή τα ΑΕΙ.

Tο να γκρινιάζουμε μόνο για τα σχολικά βιβλία είναι αντιμαρξιστικό: Αλήθεια, περιμέναμε με την πολεμική μας να εκδώσει το Υπουργείο … μαρξιστικά βιβλία; απλά έπρεπε να εκδώσουμε εμείς μπροσούρες κατά θέμα και να τις διοχετεύσουμε χέρι-χέρι στα σχολεία.

49. «Ορίμανση στελεχών…» Πολλά στελέχη είναι ακριβώς της ίδιας κατεύθυνσης με κοινά χαρακτηριστικά την έλλειψη θεωρητικής μαρξιστικής κατάρτισης, τον πρακτικισμό, και κυρίως την υποστήριξη των άνωθεν θέσεων, καμμία ουσιαστική συζήτηση, κανένα όφελος από διαφορετικές απόψεις, όλες ήταν λάθος εκτός από της Καθοδήγησης.

52. «Συζήτηση για το Δοκίμιο…» Ποιά συζήτηση; Το τελικό κείμενο είναι περίπου ίδιο με το αρχικό, με ελάχιστες (περισσότερο φραστικές) βελτιώσεις: εξακολουθεί να βγάζει λάδι τον Βαρβαρέσο, είναι γεμάτο ιστορικές ανακρίβειες και ουσιαστικά δεν αποδέχεται την εξάρτηση και την αμερικανική πολιτική -από σελίδα σε σελίδα αντιφάσκει- και ας είχαν εκφραστεί βαρύτατες θεωρητικές και ιστορικές αντιρρήσεις.

 

ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

57. «Αύξηση κυκλοφορίας ΚΟΜΕΠ και Ριζοσπάστη». Πώς, όταν καλύπτουμε μόνο τις κινητοποιήσεις και αφήνουμε απ’ έξω σημαντικά προβλήματα και θέματα;;; Siemens, λίστα Lagarde, σκάνδαλα Μελισσανίδη, οφ-σορ εταιρείες, δομή φορολόγησης, αστυνομικές βαρβαρότητες κ.ά. για τα οποία η θέση του κόμματος είναι απλά ότι «είναι σύμφυτα με τον καπιταλισμό και θα τα διορθώσει ο σοσιαλισμός», δεν φτάνουν οι σωστές αναλύσεις των εσωτερικών σελίδων, χρειάζεται και πολεμική, στην πρώτη σελίδα, στη Βουλή, παντού. Αποπροσανατολιστική η συζήτηση για τη «λίστα Λαγκαρντ», πότε και ποιος έγραψε ή έσβησε το USB και τι είπε ο ένας και ο άλλος αλλά για το ποιοι είναι στη λίστα και πότε θα πληρώσουν αυτά που χρωστάν ΟΥΤΕ ΚΟΥΒΕΝΤΑ. (ένα σωρό κράτη χρυσοπλήρωσαν την λίστα ακριβώς γι’ αυτό: μετά εισπράξαν από τη φορολογία τεράστια ποσά). Για τη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή, ούτε λέξη, αν δεν ήταν και οι οικονομικοί συντάκτες του Ριζοσπάστη να γράψουν κάτι δε θα είχαμε πει τίποτα, σε θέματα που ώφειλε το Κόμμα να βγεί επίσημα και να απαιτήσει ενέργειες.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΣΜΟΣ

Ο σ. Ν. Καλόγερος (Ριζοσπάστη 3.2.2013) εκφράζει έναν σωστό προβληματισμό στηριζόμενος στα γεγονότα της Βάρκιζας, της Τασκένδης, της διάλυσης των ΚΟ με την ΕΔΑ, κ.α., αλλά δεν καταλήγει σε πρόταση.

Το να είμαστε πιστοί στον μαρξισμό, όλοι το λένε, πώς όμως διασφαλίζεται αυτό; και τί σημαίνει διαδικαστικά αν μια μειοψηφία ισχυριστεί ότι αυτή είναι μαρξιστική και καταγγείλει την πλειοψηφία ως απόκλιση;; Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παραδείγματα (1958, 1991, Καζέρτα,) όπως θα μπορούσε να αναφερθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η σήμερα αναγνωριζόμενη ως σωστή άποψη τότε ήταν πλειοψηφία (Καζέρτα, Τασκένδη κ.α.) αλλά που ανατράπηκε με εξωκομματικές διαδικασίες και επεμβάσεις. Τι φταίει λοιπόν, και πώς θα διασφαλίσουμε να μην γίνονται τέτοιες καταστάσεις;;;

Από την 38χρονη κομματική μου εμπειρία (συν τη δεκάχρονη ως κομμουνιστής στην ΕΔΑ) πιστεύω ότι από την στιγμή που ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός γίνει μόνο Συγκεντρωτισμός, έχουν ανοίξει οι πόρτες σε κάθε καιροσκόπο ή και προδότη, δες την καταγγελία του ίδιου του Στάλιν για την υπόθεση του γλωσσολόγου Ναρ, δες την αναρρίχηση του Γκορμπατσώφ κ.α. Ούτε αυτό όμως είναι αρκετό, είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη. Για να μπορέσει μια οργάνωση, κατώτερη ή ανώτερη, να εκτιμήσει μιά μαρξιστική ή μη μαρξιστική θέση, πρέπει να έχει υψηλού επιπέδου ιδεολογικοπολιτικό και μαρξιστικό επιστημονικό επίπεδο. Στην περίπτωση του Ναρ, ο οποίος (σύμφωνα με την καταγγελία του ίδιου του Στάλιν, αλλά και μεταγενέστερες εκτιμήσεις) από την μια εξέφραζε λαθεμένες επιστημονικά αντιλήψεις και από την άλλη κατάγγελνε με έμφαση ως «αστούς» όλους όσους τολμούσαν να διαφωνήσουν, ήταν καθαρό, ότι τις αποφάσεις για το θέμα τις έπαιρναν (δέχομαι καλόπιστα) στελέχη της πολιτικής καθοδήγησης, παληοί επαναστάτες αλλά που δεν είχαν καμμία σχέση με την επιστήμη της γλωσσολογίας. Γιατί όμως πείθονταν από τον Ναρ και όχι από το σύνολο των γλωσσολόγων της Σοβιετικής Ενωσης; Διότι απλά στο ανειδίκευτο μυαλό τους λειτουργούσε η σκέψη ότι εφόσον ο Ναρ καταγγέλει ως αστούς τους σοβιετικούς γλωσσολόγους οι οποίοι συμφωνούσαν με τη δυτική γλωσσολογία, έτσι θα είναι: δυτική Γλωσσολογία = αστική και έληξε το θέμα!! Το ίδιο συνέβη και με τον Λυσένκο στη βιολογία, και ήρθαν οι σοβιετικοί μετά 20 και 30 χρόνια να ομολογήσουν ότι πήγε πίσω η γλωσσολογία και η βιολογία εξ αιτίας αυτών των λαθεμένων αντιλήψεων, έχοντας πετάξει από τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα όσους διαφωνούσαν μαζί τους. Σημειώνεται ότι για τον Λυσένκο ότι προξενήθηκαν και τεράστιες καταστροφές στην παραγωγή εξ αιτίας του.

Το πράγμα είναι ακόμη πιο επικίνδυνο, όταν δεν έχουμε να κάνουμε με επιστημονικά αλλά με πολιτικά θέματα, όπως της Τασκένδης ή της Καζέρτας, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των κομματικών μελών και οργάνων ήταν ενάντια στις συγκεκριμένες απόψεις, οι οποίες όμως ανατράπηκαν με εξωκομματικές διαδικασίες.

Αναρωτιέται κανείς ότι αν λειτουργούσε ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός, θα μπορούσε να σταθεί ο κάθε τσαρλατάνος που υποδυόταν τον μαρξιστή; η απόφαση θα παιρνόταν έπειτα από επιστημονική συζήτηση η οποία και θα φώτιζε και τα πολιτικά στελέχη που θα μπορούσαν πλέον να πάρουν σωστές αποφάσεις.

Γενικεύοντας το θέμα, πιστεύω ότι καμία λαθεμένη απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, από τη στιγμή που θα γινόταν σοβαρός, ειλικρινής και έντιμος διάλογος στις αρμόδιες κομματικές οργανώσεις και θα είχε αυστηρά τηρηθεί το Καταστατικό. Αυτό όμως σημαίνει ότι έρχονται όλοι, καθοδήγηση και μέλη, με εντιμότητα και ειλικρίνεια, και ακόμη περισσότερο ότι έχει οικοδομηθεί στο Κόμμα η συνείδηση του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού, και δεν έρχονται απλά να πουν «συμφωνώ με την Εισήγηση». Δυστυχώς αρκετές φορές υπήρξαν σύντροφοι που είπαν «στέλεχος είναι, άρα έχει περισσότερο δίκιο», η ορθότητα δηλαδή της άποψης να εξαρτάται από το επίπεδο της στελεχικής ευθύνης εκείνου του στελέχους που την εκφράζει.

 

* Ο Γεώργιος Μ. Σαρηγιάννης είναι μέλος της ΚΟΒ/ΕΜΠ-Δ του ΚΚΕ.