Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΑΣ ΣΤΙΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η ανάγκη εξειδίκευσης της πολιτικής του Κόμματος στις γυναίκες αφορά τις γυναίκες της εργατικής τάξης αλλά και τις γυναίκες των μεσαίων στρωμάτων, όπως είναι οι αγρότισσες και οι φτωχές αυτοαπασχολούμενες, καθώς και σε αυτές εκφράζεται η διπλή καταπίεση λόγω φύλου σε συνδυασμό με το συγκεκριμένο τρόπο που εντάσσονται στην καπιταλιστική οικονομία.

 

Η έλλειψη προσανατολισμού στην ενασχόληση με τα ιδιαίτερα ζητήματα που αφορούν τις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες είναι ανασταλτικός παράγοντας, τόσο στην κομματική οικοδόμηση όσο και στη δράση των μελών του Κόμματος για τη λαϊκή συμμαχία, στα σωματεία και τις ενώσεις των αυτοαπασχολούμενων. Η αλήθεια είναι πως λίγες γυναίκες δραστηριοποιούνται, ενώ ακόμη λιγότερες συμμετέχουν ως εκλεγμένα μέλη διοικήσεων σε πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες ενώσεις. Αντικειμενικά, χωρίς στροφή στη βελτίωση της ικανότητας συσπείρωσης αυτοαπασχολούμενων γυναικών, που αφορούν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων, περιορίζουμε συνολικά την ικανότητά μας στη συσπείρωση δυνάμεων.

Από αυτή τη σκοπιά χρειάζεται να μελετήσουμε πιο συγκεκριμένα τις εξελίξεις και τα προβλήματα στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων γυναικών, παίρνοντας μέτρα σε πολιτικό και οργανωτικό επίπεδο προκειμένου να αντιστοιχηθεί η δουλειά μας στις απαιτήσεις που αυτά γεννούν. Με το παρόν άρθρο επιχειρείται μια πρώτη σκιαγράφηση του ζητήματος με βάση την εμπειρία από τη δράση του Κόμματος και την ανάγνωση κάποιων πρώτων στοιχείων, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί μια ολοκληρωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ

 Με βάση τα στοιχεία που έχουν εκδοθεί από την ΕΛΣΤΑΤ το 2010, το σύνολο των καταγεγραμμένων αυτοαπασχολούμενων είναι 1.075.000. Από αυτούς 300.000 είναι με προσωπικό, 630.000 χωρίς προσωπικό και 145.000 είναι καταγεγραμμένοι ως συμβοηθούντα μέλη.

Οι γυναίκες είναι 340.000 (31,62%) στο σύνολο, εκ των οποίων 60.000 (20%) με προσωπικό, 190.000 (30,15%) χωρίς προσωπικό και 90.000 (62,06%) ως συμβοηθούντα μέλη.

Στο πέρασμα της πενταετίας 2005 έως 2010 καταγράφεται μικρή αύξηση των αυτοαπασχολούμενων γυναικών (από 320.000 σε 340.000), ιδιαίτερα αυτών χωρίς προσωπικό (από 170.000 σε 190.000). Να κρατήσουμε ότι τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τη διετία 2010-2012 όπου, λόγω της καπιταλιστικής κρίσης, φαίνεται ότι αρκετές επιχειρήσεις είτε υπολειτουργούν, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτεται η ανεργία ενός τμήματος αυτοαπασχολουμένων, είτε κλείνουν, ενώ παράλληλα χιλιάδες άνεργοι προσφεύγουν ως λύση ανάγκης στο άνοιγμα επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση υπάρχουν διαφοροποιήσεις, κυρίως όσον αφορά τα απόλυτα μεγέθη. Λόγω της έλλειψης πρόσφατων στοιχείων από την ΕΛΣΤΑΤ δε μας επιτρέπεται να κάνουμε τη σύγκριση πριν, κατά την εκδήλωση και στη διάρκεια της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Γι’ αυτό το λόγο μας μένει η επιλογή να παραθέσουμε τα στοιχεία της απασχόλησης του Γ΄ τριμήνου του 2010 ως του πιο πρόσφατου, που μπορούν να αποτυπώσουν την κατανομή της απασχόλησης των αυτοαπασχολούμενων γυναικών στους διάφορους κλάδους και όχι την εξέλιξή της σ’ αυτούς και στο σύνολο της απασχόλησης. Επίσης έχει γίνει προσπάθεια επεξεργασίας των κλάδων που δίνει η ΕΛΣΤΑΤ ώστε να ενσωματώνονται οι πραγματικοί κλάδοι που αντιστοιχούν στη μεταποίηση, στο εμπόριο, στον κλάδο των επιστημονικών και τεχνικών υπηρεσιών κ.ά.

 

 Για την κατανόηση των στοιχείων του πίνακα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας την κατηγοριοποίηση που υπάρχει και εντός του κάθε κλάδου της παραγωγής. Ορισμένοι αυτοαπασχολούμενοι/-νες συναλλάσσονται με πελάτες λιανικής, ασκώντας εμπόριο ή παροχή υπηρεσιών που τις ανταλλάσσουν με εισόδημα (π.χ. μπακάλικο, τυροπιτάδικο, κομμωτήριο της γειτονιάς), ενώ άλλοι αυτοαπασχολούμενοι/-νες συναλλάσσονται με κεφάλαιο (με άλλους επιχειρηματίες). Μέρος αυτής της κατηγορίας των αυτοαπασχολούμενων ασκεί πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα (π.χ. χονδρέμπορος, εισαγωγέας, παραγωγός - προμηθευτής σούπερ μάρκετ), ενώ ως αυτοαπασχολούμενοι/-νες που συναλλάσσονται με το κεφάλαιο εμφανίζονται και οι χιλιάδες νέοι και νέες με μπλοκάκι που στην ουσία είναι μισθωτοί, ιδιαίτερα σε επιστημονικές, τεχνικές και άλλες ειδικότητες. Η ανάλογη ένταξη των αυτοαπασχολούμενων γυναικών σε αυτές τις κατηγορίες επιδρά και στη συνείδησή τους, στον τρόπο προσέγγισής τους στην κοινωνική συμμαχία.

Είναι εμφανές ότι το μεγαλύτερο κομμάτι των αυτοαπασχολούμενων γυναικών δραστηριοποιείται στο εμπόριο. Στον κλάδο των επιστημονικών και τεχνικών υπηρεσιών δραστηριοποιούνται γυναίκες ως επιστημόνισσες, δικηγόροι, λογίστριες, μηχανικοί, αρχιτεκτόνισσες. Λόγω έλλειψης στοιχείων ακόμα και από αρμόδιους φορείς, θα περιοριστούμε σε ένα παράδειγμα ενδεικτικό της αυξημένης αυτοαπασχόλησης των γυναικών επιστημόνων. Σε σύνολο 12.500 φαρμακείων πανελλαδικά, το 60% ανήκει σε γυναίκες. Ο συγκεκριμένος κλάδος έχει μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων (47% της απασχόλησης) και είναι από τους αναπτυσσόμενους κλάδους στην τελευταία δεκαετία.

Παρ’ όλη την αύξηση των γυναικών στο χώρο των επαγγελματιών, μπορούμε να πούμε ότι η ανισότιμη σχέση με την οποία συμμετέχουν στην καπιταλιστική οικονομία, αποτυπώνεται και στα στοιχεία, αφού αναλογικά, περισσότερες ανήκουν στα φτωχά τμήματα των αυτοαπασχολούμενων, ενώ αποτελούν και τη μεγάλη πλειοψηφία των συμβοηθούντων μελών στις οικογενειακές επιχειρήσεις.

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Η οικονομική κρίση έχει ήδη οδηγήσει στο μαρασμό και τον αφανισμό φτωχές αυτοαπασχολούμενες που έρχονται αντιμέτωπες με την προλεταριοποίηση και την ανεργία. Αρκετές αυτοαπασχολούμενες μεγαλύτερης ηλικίας φυτοζωούν μέσα στο μαγαζί, προσπαθώντας να καλύψουν τα χρέη τους για να συνταξιοδοτηθούν. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει υποαπασχόληση που προσεγγίζει την ανεργία, ακόμα και αν δεν έχει γίνει διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης.

Σε κάθε περίπτωση η επιβίωση της επιχείρησης στον ανταγωνισμό με τα μονοπώλια επισκιάζει όλο το φάσμα της ζωής της γυναίκας αυτοαπασχολούμενης. Ταυτίζεται με την επιβίωση της ίδιας και της οικογένειάς της, καθώς συχνά η επιχείρηση αποτελεί τον κόπο μιας ζωής, όπου έχουν τοποθετηθεί όλες οι οικονομίες της οικογένειας. Το εισόδημά της λεηλατείται από τη φορολογία, τα χαράτσια, τις πληρωμές ενοικίων, ΔΕΚΟ, των ασφαλιστικών ταμείων. Το κλείσιμο της επιχείρησης ισοδυναμεί με την προσωπική χρεοκοπία. Η διατήρησή της συνεπώς συνεπάγεται πολύ σκληρή, εντατική δουλειά ακόμα και στο σπίτι, συχνά χωρίς αργίες και χρόνο για ανάπαυση, δουλειά γεμάτη άγχος και αβεβαιότητα. Την ίδια στιγμή, όπως και η γυναίκα της εργατικής τάξης, η αυτοαπασχολούμενη επιφορτίζεται με την ευθύνη του νοικοκυριού, του μεγαλώματος των παιδιών, της φροντίδας των γερόντων. Τα προβλήματα γίνονται εκρηκτικά σε μονογονεϊκές οικογένειες ή με άνεργα μέλη.

Το θεσμοθετημένο πλαίσιο προστασίας της φτωχής αυτοαπασχολούμενης γυναίκας είναι ανύπαρκτο. Περιορίζεται στις υποβαθμισμένες παροχές του Οργανισμού Απασχόλησης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) που ολοένα και επιδεινώνονται λόγω της υλοποίησης των αντιλαϊκών μέτρων της κυβέρνησης. Ηδη από την αρχή του έτους τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης για γυναίκες και άντρες ασφαλισμένους στον ΟΑΕΕ έχουν εξισωθεί προς τα πάνω, στα 67 χρόνια.

Πρόσφατα κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο που προβλέπει τη συμμόρφωση στην κοινοτική οδηγία 2010/41/ΕΕ (για την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών αυτοαπασχολούμενων και των συζύγων τους) και προβλέπει επίδομα μητρότητας για 14 εβδομάδες, χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησής του. Μέχρι τώρα το μόνο που προβλέπεται από τον ΟΑΕΕ είναι η μείωση εισφορών κατά 50% για 12 μήνες μετά τον τοκετό και αφορά μείωση μόνο στις εισφορές κλάδου κύριας σύνταξης, όχι της υγείας. Το επίδομα τοκετού 800 ευρώ που λάμβαναν μετά τη γέννα καταργήθηκε τον Ιούλη του 2012.

Γίνεται αντιληπτό πως η αυτοαπασχολούμενη γυναίκα, ακόμη και αν αυτή η διάταξη εφαρμοστεί, θα συνεχίζει να είναι εγκλωβισμένη σε τεράστια αδιέξοδα, εφόσον είναι αναγκασμένη και να δουλεύει μέχρι τον τοκετό και να γυρίζει άμεσα στη δουλειά μετά τη γέννα. Η διακοπή της εργασίας θα σήμαινε την απώλεια όχι μόνο του αναγκαίου εισοδήματος, αλλά και πελατείας, που είναι όρος για την επιβίωση της επιχείρησης λόγω του ανταγωνισμού. Η ενίσχυσή της με ένα χρηματικό επίδομα για ένα μικρό χρονικό διάστημα δε θα σημάνει απαραίτητα διακοπή της εργασίας, θα αξιοποιηθεί κυρίως από την ίδια για την αμοιβή γυναίκας που θα αναλάβει τη φροντίδα του βρέφους. Τα αδιέξοδα πολλαπλασιάζονται σε περίπτωση προβλημάτων υγείας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, την περίοδο της λοχείας μετά τη γέννα και το θηλασμό, εφόσον δεν υπάρχει καμιά προβλεπόμενη προστασία σε αυτές τις περιπτώσεις. Η θέσπιση επιδόματος δεν καλύπτει την ανάγκη για ουσιαστικές θετικές ρυθμίσεις υπέρ των γυναικών ούτε για έμπρακτη προστασία της μητρότητας.

Σε δραματική κατάσταση είναι οι αυτοαπασχολούμενες που κλείνουν την επιχείρησή τους, είναι καταχρεωμένες σε τράπεζες, εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία και στερούνται κάθε είδους ουσιαστικής στήριξης από το κράτος, εφόσον ακόμα και οι πενιχρές παροχές που έχουν θεσπιστεί έχουν απαγορευτικούς όρους ή δε λύνουν τα διογκωμένα οικονομικά προβλήματα. Για παράδειγμα, για τους άνεργους/-ες που έκλεισαν το μαγαζί, θεσπίστηκε η παράταση της ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής κάλυψης για 2 χρόνια από το κλείσιμο, με την προϋπόθεση ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή στον ΟΑΕΕ ή εφόσον η οφειλή έχει ρυθμιστεί σε δόσεις, οι οποίες καταβάλλονται κανονικά. Για τον πρώτο χρόνο δικαιούνται όλες τις παροχές, σε ιατρική περίθαλψη και σε χρήμα, ενώ για τον δεύτερο μόνο σε ιατρική περίθαλψη. Επίσης θεσπίστηκε επίδομα ανεργίας για διάστημα τουλάχιστον 3 μηνών που αφορά τις ηλικίες 29 με 55 χρονών, αλλά δεν εφαρμόζεται και είναι άγνωστο πότε θα εφαρμοστεί. Βέβαια ο/η αυτοαπασχολούμενος/-η που αναγκάζεται να κλείσει την επιχείρησή του/ης είναι συνήθως καταχρεωμένος/-η, οπότε δεν μπορεί να έχει ούτε αυτές τις στοιχειώδεις «παροχές» υγείας και τα πενιχρά επιδόματα. Το πρόβλημα είναι πιο έντονο για τις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες που έχουν περισσότερες ανάγκες στον τομέα της υγείας, από τις προληπτικές εξετάσεις (τεστ ΠΑΠ, μαστογραφία, μέτρηση οστικής μάζας για οστεοπόρωση), τον προγεννητικό έλεγχο και την τακτική ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τον τοκετό, μέχρι την εμμηνόπαυση με τα αυξημένα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν αυτή την περίοδο.

Επιπλέον με την απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας, την προωθούμενη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας που αναγκαστικά θα υιοθετήσει και η αυτοαπασχολούμενη γυναίκα στην εργασία της, είτε είναι σε εμπορικό κατάστημα είτε σε φαρμακείο ή σε υπηρεσίες που συνδέονται με το εμπόριο, γίνεται πρακτικά αδύνατο να ανταπεξέλθει παραπέρα στην ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών της. Πολλές δεν έχουν πρόσβαση στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, λόγω των κριτηρίων για την επιλογή παιδιών, με αποτέλεσμα εκατοντάδες παιδιά να βρίσκονται εκτός των σταθμών κάθε χρόνο. Υπάρχουν περιπτώσεις που τα παιδιά «μεγαλώνουν» μέσα στα καταστήματα και τα γραφεία. Ακόμα και το μαγείρεμα καμιά φορά γίνεται μέσα σε μαγαζιά, σε όσα οι συνθήκες το επιτρέπουν και κυρίως στην επαρχία.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΣΣΕΣ

Το καπιταλιστικό σύστημα, σε μια περίοδο που υπάρχει συσσωρευμένο κεφάλαιο για να τοποθετηθεί σε τομείς της οικονομίας και να αντληθούν κέρδη από μεγάλες επιχειρήσεις, επιδιώκει τη δραστική συρρίκνωση ενός σημαντικού τμήματος του τομέα της αγοράς, στις μελέτες, στην επίβλεψη έργων, στην κατασκευή, στις υπηρεσίες, που το καταλαμβάνουν δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κατά κανόνα ατομικές ή αυτοαπασχολούμενοι. Ηδη κάτω από τη συντριπτική κυριαρχία των μονοπωλίων, την όξυνση του ανταγωνισμού, σε συνδυασμό με τη γιγάντωση της φτώχιας και της ανεργίας των εργατικών λαϊκών στρωμάτων στις συνθήκες της κρίσης, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις έκλεισαν.

Οι αυτοαπασχολούμενες δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί, μηχανικοί, λογίστριες είναι αντιμέτωποι με τη δραματική συρρίκνωση του επαγγελματικού τους αντικειμένου, με κλείσιμο ή υπολειτουργία γραφείων, ιατρείων ή φαρμακείων, την εκτίναξη της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Επίσης στους χώρους αυτούς έχει επεκταθεί η κρυφή μισθωτή εργασία, που πληρώνεται με δελτία παροχής υπηρεσιών, τα γνωστά «μπλοκάκια» και καλύπτεται από το μανδύα της σχέσης «συνεργάτη».

Η κυβέρνηση ως απάντηση στην αυξανόμενη ανεργία των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων σχεδιάζει νομοθετική ρύθμιση, με την οποία θα θεσπίζεται η δυνατότητα σε γιατρούς, δικηγόρους και μηχανικούς να εγγράφονται ως άνεργοι στο μητρώο ανέργων του ΟΑΕΔ για την αναζήτηση εργασίας και να αποδίδεται σ’ αυτούς και το επίδομα ανεργίας που έχει θεσπιστεί (αλλά μέχρι στιγμής δεν παρέχεται) για τους αυτοαπασχολούμενους και ελευθεροεπαγγελματίες, που έχουμε προαναφέρει, χωρίς όμως να έχει διευκρινίσει αν θα πρέπει να καταθέτουν την άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπως ισχύει μέχρι τώρα.

Η φορολογία με τα απανωτά τέλη επιτηδεύματος, οι αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές μειώνουν τα εισοδήματά τους. Επίσης συμπιέζονται από τις μεγάλες εταιρείες και τους μονοπωλιακούς ομίλους που επεκτείνονται κυρίως στην υγεία, σ’ αυτό το μέρος της οικονομίας και των υπηρεσιών που καλλιέργησαν το έδαφος οι μικρομεσαίοι αυτοαπασχολούμενοι. Αυτή τη ζωτική ανάγκη των μονοπωλίων για νέα πεδία κερδοφορίας υπηρετεί η πολιτική για την απελευθέρωση μιας σειράς επαγγελμάτων, την κατάργηση μιας σειράς «προστατευτικών» διατάξεων που υπήρχαν σε προηγούμενες περιόδους.

Για παράδειγμα, στο χώρο των μηχανικών η απελευθέρωση του επαγγέλματος προωθείται παραπέρα με τα νέα πλαίσια παραγωγής μελετών και έργων που έχουν θεσπιστεί, ακόμα και με τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών. Στο νέο νόμο για τις μελέτες του δημοσίου θεσπίζονται κριτήρια αξιολόγησης που αναπόφευκτα οδηγούν στη συγκέντρωση των μελετών στα μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα, στα κατασκευαστικά μονοπώλια. Αντίστοιχα, με το νέο νόμο των αδειών προωθείται η ιδιωτικοποίηση - εμπορευματοποίηση όλων των πολεοδομικών ελέγχων, δημιουργείται ο θεσμός των ελεγκτών δόμησης, διαμορφώνοντας ευνοϊκές συνθήκες κερδοφόρας δράσης για τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες που θα διαθέτουν μηχανισμούς και μέσα ιδιωτικής πολεοδόμησης και ιδιωτικών ελέγχων.1

Η επικράτηση μεγάλων επιχειρήσεων σε αυτούς τους τομείς σημαίνει ότι χρειάζεται λιγότερο επιστημονικό δυναμικό, εφόσον για παράδειγμα σε μια νομική εταιρεία θα υπάρχουν οι λίγοι δικηγόροι που θα κάνουν την επιτελική δουλειά και οι υπόλοιποι υπάλληλοι θα έχουν εκτελεστικό ρόλο και γι’ αυτό δε θα απαιτείται να διαθέτουν αυξημένες γνώσεις και προσόντα.

Στους κλάδους που ήδη οι μεγάλες επιχειρήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο, όπως είναι στην υγεία, λόγω του ανταγωνισμού και της μείωσης της ζήτησης σε ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, οι γιατροί, φυσιοθεραπευτές, μικροβιολόγοι και άλλων ειδικοτήτων αυτοαπασχολούμενοι αναγκάζονται να κρατάνε τα ιατρεία ή τα εργαστήριά τους περισσότερες ώρες ανοιχτά, γεγονός που πολλαπλασιάζει τα προβλήματα κυρίως των γυναικών στην ανάγκη να ανταποκριθούν στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΗΘΟΥΝΤΑ ΜΕΛΗ

Στην ίδια την ΕΕ δεν μπορεί να υπολογιστεί πλήρως ο αριθμός των συμβοηθούντων μελών. Αντίστοιχα στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, αλλά από την εμπειρία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το φαινόμενο είναι πολύ διογκωμένο. Οσο μάλιστα δυσκολεύουν οι οικονομικές συνθήκες για τις μικρές επιχειρήσεις τόσο αυξάνεται το φαινόμενο. Οι δυσκολίες να επιβιώσουν σήμερα οικογενειακές επιχειρήσεις αναγκάζουν όλο και περισσότερες γυναίκες κυρίως, αλλά και παιδιά που εγκαταλείπουν το σχολείο ή τους καλοκαιρινούς μήνες, να εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να δηλώνονται ως εργαζόμενες προκειμένου να μην πληρώνονται ασφαλιστικές εισφορές και γι’ αυτά τα μέλη της οικογένειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην υγειονομική κάλυψη και στην συνταξιοδότηση των γυναικών και στην ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη, στη μορφωτική και γενικότερα πολιτισμική εξέλιξη των παιδιών.

Μέχρι τώρα οι γυναίκες συμμετείχαν και καλύπτονταν για την υγειονομική περίθαλψη από το βιβλιάριο του άντρα τους, χωρίς όμως να κατοχυρώνουν οι ίδιες σύνταξη, ενώ έμεναν τελείως απροστάτευτες σε περίπτωση διαζυγίου, θανάτου κτλ. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές γυναίκες, που δούλεψαν σε μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση για μια ολόκληρη ζωή, δεν έβγαλαν παρά μια μειωμένη σύνταξη χηρείας μετά το θάνατο του άντρα τους, χωρίς να δικαιούνται τίποτε περισσότερο.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΕΣ

Η αρχή της «ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, της εναρμόνισης της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής», δηλαδή η αστική προσέγγιση της «ισότητας» και η ενίσχυση της «γυναικείας επιχειρηματικότητας», διαπερνούν την πολιτική της ΕΕ και κατ’ επέκταση των αστικών κυβερνήσεων και των κομμάτων που συντρέχουν στην προώθηση της στρατηγικής του κεφαλαίου.

Με τον όρο «γυναικεία επιχειρηματικότητα» αναφέρονται στις επιχειρήσεις γυναικείας ιδιοκτησίας ανεξαρτήτως μεγέθους. Μάλιστα κατά διαστήματα υλοποιούνται σχετικά προγράμματα της ΕΕ για τη χρηματοδότηση γυναικών για τη δημιουργία επιχειρήσεων. Επίσης τον ίδιο όρο χρησιμοποιούν όταν αναφέρονται στις πολιτικές που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στη διεύθυνση μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, κυρίως των εισηγμένων στο χρηματιστήριο.

Η ΕΕ στα επίσημα κείμενά της αντιμετωπίζει τη «γυναικεία επιχειρηματικότητα ως ένα καθαρά “οικονομικό” ζήτημα με απώτερο σκοπό να ενισχυθεί η βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρώπη»2. Στην αντιμετώπιση αυτή κατέληξε ύστερα από την εκτίμηση που κάνει για το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον σε συνθήκες βαθιάς συγχρονισμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και την ανάγκη αύξησης της επιχειρηματικότητας με στόχο την οικονομική ανάκαμψη της ΕΕ στα πλαίσια του ανταγωνισμού της με τις ΗΠΑ.

Ας παρακολουθήσουμε μέσα από τα επίσημα κείμενά της πού καταλήγει η ΕΕ με βάση τις προαναφερθείσες εκτιμήσεις: «Σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον παγκοσμίως, με χαρακτηριστικά την αβεβαιότητα, τις συνεχείς μεταβολές και τον αυξημένο παγκόσμιο ανταγωνισμό, η αναγνώριση του ρόλου των επιχειρηματιών στη διοχέτευση επενδύσεων για την οικονομική ανάκαμψη, αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία για τη διασφάλιση μιας ανταγωνιστικής και δυναμικής ευρωπαϊκής οικονομίας. […] Οι επιχειρηματίες αναγνωρίζονται πλέον ευρέως ως δημιουργοί ευκαιριών απασχόλησης και βασικοί συντελεστές της ευημερίας…»3.

Στο παραπάνω πλαίσιο «αντιμετώπισης της επιχειρηματικότητας» εντάσσεται και η προώθηση και ανάπτυξη της γυναικείας, συνοδευόμενη με μια σειρά πολιτικά και οικονομικά μέτρα. Για τα οικονομικά μέτρα, δηλαδή για τα κονδύλια που απαιτούνται από την ΕΕ και τα κράτη-μέλη, εκτιμάται από τη σχετική γνωμοδότηση ότι: «θα υπερκαλυφθούν από την απόδοση του πρόσθετου οικονομικού οφέλους που θα προκύψει από την αύξηση των επιχειρήσεων γυναικείας ιδιοκτησίας στην οικονομία και από τις θέσεις απασχόλησης που θα δημιουργήσουν»4.

Για τη σημερινή πραγματικότητα, όπως προδιαγράφεται, είναι χαρακτηριστική η εξής προτροπή: «Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε μια εποχή όπου η δημόσια χρηματοδότηση για τη στήριξη των επιχειρήσεων έχει μειωθεί σε πολλές χώρες και πολλές επιχειρήσεις αγωνίζονται να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, οι πολιτικές για την στήριξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας δεν βρίσκονται πλέον στο προσκήνιο παρ’ όλα τα ευχολόγια. Οι επιχειρήσεις γυναικείας ιδιοκτησίας αποτελούν “ευκαιρίες πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ”, που πρέπει να αναγνωριστούν και να μην παραμεληθούν»5.

Οσον αφορά τα πολιτικά μέτρα, η ΕΕ συστήνει «να ενσωματωθούν σε υφιστάμενα υπουργεία αρμόδια για την οικονομική ανάπτυξη» και όχι «να ενταχθούν σε υπουργεία αρμόδια για θέματα ισότητας των φύλων, δεδομένου ότι η γυναικεία επιχειρηματικότητα αποτελεί “οικονομικό” ζήτημα».6

Ταυτόχρονα παίρνονται και μια σειρά μέτρα θεσμικού χαρακτήρα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιων υπουργείων των κρατών-μελών, όπως: «Σύσταση ευρωπαϊκής υπηρεσίας για Επιχειρήσεις Γυναικείας Ιδιοκτησίας, […] σύσταση θέσης Διευθυντή, απεσταλμένου ή εκπροσώπου υψηλού επιπέδου αρμόδιου για θέματα γυναικείας επιχειρηματικότητας, […] συλλογή δεδομένων και ετήσια επικαιροποίηση της πολιτικής και της έρευνας, […] διασφάλιση της εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας σε θέματα ισότητας των φύλων…»7.

Γιατί όμως η ΕΕ ρίχνει τόσο πολύ βάρος στην ανάπτυξη της γυναικείας επιχειρηματικότητας; Στο ερώτημα δίνουν απάντηση τα επίσημα κείμενά της: «Σήμερα οι γυναίκες επιχειρηματίες στην Ευρώπη αποτελούν μόνο το 30% του συνόλου των επιχειρηματιών. Τούτο αυξάνει το αναξιοποίητο δυναμικό για την οικονομική ανάπτυξη»8.

Επίσης αναφέρεται ότι «οι προσδοκίες ανάπτυξης είναι ισχυρότερες μεταξύ των γυναικών επιχειρηματιών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι μητέρες»9.

Αυτή λοιπόν είναι η πολιτική ουσία για τα οικονομικά επιτελεία της ΕΕ και για να τεκμηριώσουν τις οικονομικές δυνατότητες που ανοίγονται από το «αναξιοποίητο δυναμικό» δίνουν μια σειρά στοιχεία, όπως: «…λιγότερες γυναίκες παρά άντρες θεωρούν την επιχειρηματικότητα βιώσιμη επιλογή σταδιοδρομίας […] μόνο μία γυναίκα στις δέκα είναι επιχειρηματίας, έναντι ενός ανδρός στους τέσσερις […] οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 60% του συνόλου των αποφοίτων πανεπιστημίου αλλά υποεκπροσωπούνται στην πλήρη απασχόληση στην αγορά εργασίας, ιδιαίτερα στον επιχειρηματικό τομέα…»10.

Επίσης, θέλοντας να δείξουν το ευρύ φάσμα των παρεμβάσεων που επιδιώκουν να κάνουν σ’ αυτόν τον τομέα, διαπιστώνουν αυτοκριτικά ότι: «Η Ευρώπη […] δεν έχει προσδιορίσει τις ευκαιρίες ανάπτυξης και την ποικιλομορφία στον κλάδο των επιχειρήσεων (κατ’ οίκον επιχειρηματικότητα, πολύ μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις)». Επίσης αναγνωρίζουν ότι: «Τα εθνικά και τα τοπικά περιβάλλοντα στην ΕΕ εντός των οποίων δραστηριοποιούνται οι ΜΜΕ (μικρομεσαίες επιχειρήσεις) διαφέρουν πολύ μεταξύ τους και, συνεπώς, διαφέρει και η φύση των ίδιων των ΜΜΕ. Επομένως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση των αναγκών των ΜΜΕ πρέπει να αναγνωρίζουν πλήρως αυτή την ποικιλομορφία και να σέβονται απόλυτα την αρχή της επικουρικότητας».11

Σ’ αυτή τη βάση ως ΜΜΕ στην Ελλάδα από επίσημα κυβερνητικά κείμενα12 ορίζονται αυτές οι επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζόμενους και που ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκ. ευρώ. Ολες αυτές οι διαπιστώσεις καταλήγουν ότι πρέπει «να ενθαρρυνθούν και να ενδυναμωθούν οι γυναίκες ώστε να αναλαμβάνουν επιχειρηματικά εγχειρήματα (σ.σ.: πάντα με την ανάλογη ιδεολογική επένδυση περί ισότητας) …για να μειωθούν οι υπάρχουσες ανισότητες σε επίπεδο φύλου»13.

Χαρακτηριστικό των ιδεολογημάτων που χρησιμοποιούν αλλά και των πρακτικών μέτρων που παίρνουν για να προωθήσουν τη γυναικεία επιχειρηματικότητα είναι το παρακάτω απόσπασμα από την ιστοσελίδα φορέα προώθησης της γυναικείας επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα: «Οι γυναίκες έχουν καταπληκτικές ιδέες και λειτουργούν μ’ έναν τρόπο, που τις διαφοροποιεί από τους άνδρες. Οταν αντιλαμβάνονται τις δυνατότητές τους και ενθαρρύνονται για να τις αξιοποιήσουν, είναι ικανές να κάνουν θαύματα. Παραδοσιακά, η Ελληνική κοινωνία δεν έχει, μέχρι στιγμής, ενθαρρύνει τις γυναίκες ν’ ακολουθήσουν το δρόμο του επιχειρείν. Πάντα τους προτείνονται πιο “ασφαλείς”, υπαλληλικές επιλογές. Η οικονομία της χώρας όμως χρειάζεται υγιείς, καινοτόμες, εξωστρεφείς, ανθρώπινες επιχειρήσεις και για να τις αποκτήσει, πρέπει να υποστηρίξει και να ενισχύσει τις Ελληνίδες. Το όραμά μας είναι να δούμε τις Ελληνίδες να παίρνουν τη θέση που τους ανήκει στον επιχειρηματικό στίβο, να παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στη νέα τάξη πραγμάτων. Γι’ αυτό θέλουμε να δημιουργήσουμε το καλύτερο δίκτυο Mentoring, για νέες γυναίκες που επιθυμούν να γίνουν πετυχημένες επιχειρηματίες. Θέλουμε να συνδέσουμε άμεσα τις αποφοίτους των Πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις, σε επίπεδο τόσο εκπαίδευσης όσο και δικτύωσης»14.

Με αυτόν τον τρόπο αλληλοδιαπλέκονται οι πολιτικές που εφαρμόζονται για «τη στήριξη της γυναικείας απασχόλησης μέσω ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας» από τα γνωστά συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του ΕΣΠΑ (ΕΕ και εθνικοί πόροι), με τις παρεμβάσεις για την ενίσχυση της σταδιοδρομίας των γυναικών σε ανώτατες διοικητικές διευθυντικές θέσεις.

Από μελέτες που έχει διενεργήσει η ICAP (η πρώτη το Νοέμβρη του 2011 και η δεύτερη το Γενάρη του 2012) για τις γυναίκες επικεφαλής επιχειρήσεων στην Ελλάδα, συμπεραίνει ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα που διευθύνονται από γυναίκες - ανώτατα στελέχη ανέρχεται σε 18,8%. Το ποσοστό αυτών των γυναικών είναι μεγαλύτερο, ξεπερνά το 20% στις μικρότερες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών μικρότερο από 2 εκ. ευρώ και με προσωπικό λιγότερο από 10 άτομα), ενώ το ποσοστό είναι χαμηλότερο, περίπου 6%, στις μεγάλες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών πάνω από 50 εκ. ευρώ και προσωπικό πάνω από 250 εργαζόμενους). Ενα χαρακτηριστικό στοιχείο της έρευνας της ICAP του 2012 που ασχολείται με τις 500 μεγαλύτερες (με κριτήριο τον κύκλο εργασιών και τον αριθμό του προσωπικού) επιχειρήσεις που έχουν επικεφαλής γυναίκες (διευθύνουσες συμβούλους, γενικές διευθύντριες ή διαχειρίστριες), είναι ότι απ’ τις γυναίκες που κατέχουν μια τέτοια θέση, οι 7 στις 10 συνδέονται με την εταιρεία μετοχικά.

Ενα παράδειγμα από τις δραστηριότητες που αναπτύσσουν διάφοροι φορείς γυναικείας επιχειρηματικότητας και επιμελητήρια είναι η Διεθνής Συνδιάσκεψη Γυναικών που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα από 31 Μάη έως 2 Ιούνη του 2012. Σύμφωνα με τους διοργανωτές «σημαίνουσες προσωπικότητες και επιτυχημένες επιχειρηματίες ήρθαν στην Αθήνα, από 72 χώρες, για να συναντήσουν συναδέλφους τους από άλλες χώρες, να ανταλλάξουν καλές πρακτικές, να δικτυωθούν, να προωθήσουν τα προϊόντα τους και να ερευνήσουν άλλες αγορές, να ακούσουν τις εισηγήσεις σπουδαίων εκπροσώπων της παγκόσμιας επιχειρηματικής κοινότητας και να δημιουργήσουν συνεργασίες και συνέργειες σε παγκόσμιο επίπεδο»15.

Γίνεται φανερό πως πρόκειται για δράσεις και προγράμματα ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας που στοχεύουν στις συμμαχίες με τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, καθώς και στην ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων και επιχειρήσεων για επενδύσεις κεφαλαίων σε νέους τομείς και αγορές. Ομως εδώ η επιχειρηματικότητα, το αδυσώπητο κυνήγι του κεφαλαίου για πρόσθετο κέρδος, δεν εμφανίζεται έτοιμη να πατήσει επί πτωμάτων, όπως στην πραγματικότητα είναι, αλλά τη στολίζουν με το περιτύλιγμα της δήθεν ιδιαίτερης γυναικείας ικανότητας στη διοίκηση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Με αυτό το περιεχόμενο έγινε μια συνεδριακή-επιχειρηματική εκδήλωση στις 7 Δεκέμβρη του 2012 στην Καλαμάτα, που διοργανώθηκε από την εφημερίδα «ΕΞΠΡΕΣ» με θέμα: «Γυναίκα επιχειρηματίας: δύναμη δημιουργίας με πίστη στην παράδοση και όραμα για την ανάπτυξη». Την έναρξη των εργασιών κήρυξε η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων. Παραθέτουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα ομιλιών για το πώς περιγράφουν το προφίλ των γυναικών, τα ιδιαίτερα δήθεν χαρίσματά τους για να τις προσελκύσουν στο «επιχειρείν»: «Οι γυναίκες τα έχουν όλα και πολλά παραπάνω σε σχέση με τους άντρες, ενώ […] ξέρουν να αποφεύγουν ατοπήματα! […] οι επιχειρήσεις έχουν ανάγκη τις γυναίκες γιατί αυτές κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες της κοινωνίας και αφουγκράζονται το ρυθμό της»16.

Ακόμα και αν μια γυναίκα έχει τα «ιδιαίτερα χαρίσματα» που της αποδίδουν και κυρίως αν έχει και την οικονομική δυνατότητα, δεν αρκούν αυτά για να ανοίξει μια δική της επιχείρηση ως αυτοαπασχολούμενη. Συναντάει επιπλέον εμπόδια από αυτά του άντρα συναδέλφου της. Και εδώ δεν αναφερόμαστε στο φυλετικό ανταγωνισμό λόγω πατριαρχικής κοινωνίας και φυλετικού στερεότυπου που αναδεικνύουν οι φεμινίστριες ούτε στον οικονομικό ανταγωνισμό που έτσι κι αλλιώς υπάρχει στον καπιταλισμό για όλες τις επιχειρήσεις, είτε είναι «γυναικείες» είτε «αντρικές». Αναφερόμαστε στα εμπόδια που πηγάζουν από την ανισότιμη θέση της γυναίκας των λαϊκών κυρίως στρωμάτων στο καπιταλιστικό σύστημα που είναι επιφορτισμένη με μια σειρά ευθύνες και λειτουργίες της οικογένειας που θα έπρεπε να τις είχε αναλάβει το κράτος.

Τα ζητήματα λοιπόν αυτά τα υπολογίζουν και οι ίδιοι οι καπιταλιστές και το πολιτικό προσωπικό τους όταν προτείνουν μέτρα για την αύξηση της «γυναικείας επιχειρηματικότητας». Παραθέτουμε ορισμένες προτάσεις που ειπώθηκαν στην προαναφερόμενη εκδήλωση της εφημερίδας «ΕΞΠΡΕΣ», από τις οποίες φαίνεται η κατεύθυνση που δίνουν για να ξεπεραστούν τα εμπόδια των γυναικών που δεν είναι άλλη από την ατομική-οικογενειακή λύση και επικουρικά κάποια μέτρα από το κράτος: «Η γυναίκα που δραστηριοποιείται στο χώρο των επιχειρήσεων χρειάζεται να εξισορροπεί καριέρα και προσωπική ζωή, καθώς οι απαιτήσεις είναι πολλές και στους δύο χώρους. Χρειάζεται να εκμεταλλεύεται καλύτερα και πιο ποιοτικά το χρόνο που αφιερώνει στην οικογένειά της, προβάλλοντας στα παιδιά της το μοντέλο της ανεξάρτητης, δυναμικής και δημιουργικής γυναίκας, να επιζητεί τη συμμετοχή του συντρόφου της στην οικογενειακή ζωή και να αξιοποιεί τις σύγχρονες τεχνολογίες ώστε να έχει ευελιξία στο χρόνο και τον τόπο της απασχόλησής της. Και κυρίως να αντιστέκεται στα στερεότυπα του φύλου, τα οποία είναι ιδιαίτερα επίπονα και διαιωνίζονται από γενιά σε γενιά, επηρεάζοντας αρνητικά την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας τόσο στο επίπεδο της απόφασης να γίνει επιχειρηματίας όσο και κατά τη λειτουργία της μέσα στην επιχείρηση. Μερικά από τα πιο γνωστά στερεότυπα είναι τα εξής:

- Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν δυσκολία στη λήψη των αποφάσεων.

- Οι γυναίκες επιχειρηματίες είναι λιγότερο αξιόπιστες από τους άντρες.

- Οι γυναίκες είναι επιτυχημένες μόνο σε ορισμένα επαγγέλματα.

- Η θηλυκότητα εμποδίζει μια γυναίκα να ασκήσει εξουσία.

- Εγκυμοσύνη και μητρότητα είναι εμπόδια σε επιτυχημένη καριέρα.

- Μια υπερ-απασχολημένη μητέρα δεν είναι πραγματική μητέρα.

[…] η πολιτεία να δώσει κίνητρα στη γυναίκα επιχειρηματία όπως: κίνητρα για τη μητρότητα, επίδομα επιστροφής της γυναίκας στην επιχείρηση, μειωμένη φορολόγηση κατά το διάστημα της κύησης, επέκταση του ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών…»17.

Βεβαίως η «γυναικεία επιχειρηματικότητα» δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες αυτοαπασχολούμενες που βουλιάζουν στα χρέη και προσπαθούν με νύχια και δόντια να κρατήσουν την επιχείρησή τους ανοικτή για να μη βρεθούν οι ίδιες άνεργες. Δεν απαντά ούτε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην οικογενειακή τους ζωή, ενώ αποτελεί μέρος της φιλομονοπωλιακής πολιτικής που τα διογκώνει.

Είναι υπαρκτό το φαινόμενο άνεργες, κυρίως νέες κοπέλες, μη έχοντας τη δυνατότητα να βρουν άλλη δουλειά, να καταφεύγουν στη λύση μιας μικρής επιχείρησης προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που συναντούν, ώστε να λειτουργεί η επιχείρηση αποδίδοντάς τους ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης για την επιχειρηματικότητα 2011-2012 του ΙΟΒΕ πρόκειται για τη λεγόμενη «επιχειρηματικότητα ανάγκης», η οποία εμφανίζει άνοδο καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης.18

Ωστόσο, ο Οδηγός Υλοποίησης για τα προγράμματα ανάπτυξης της γυναικείας επιχειρηματικότητας στα πλαίσια του ΕΣΠΑ αναφέρει ότι «η επιχειρηματικότητα ανάγκης» δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα. Το βάρος τώρα πέφτει στα προγράμματα «επιχειρηματικότητας ευκαιρίας». Με τον όρο αυτό εννοούν ότι ευνοούνται προτάσεις για σύσταση μιας νέας επιχείρησης που γίνεται «με στόχο την αξιοποίηση πραγματικής επιχειρηματικής ευκαιρίας (καινοτομία, κενά της αγοράς, προοπτικές αύξησης ζήτησης κλπ.) από επιχειρηματία με προσόντα (π.χ. πίστη στην επιτυχία, εμπειρία, γνώση, δεξιότητες, υψηλό μορφωτικό επίπεδο)». Θεωρούν ότι οι γυναίκες πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, έχουν όλα τα προσόντα και το ζήτημα είναι να καθοδηγηθούν για να στραφούν να επενδύσουν σε τομείς της οικονομίας που υπάρχει ζήτηση.19

Πρόσφατα προκηρύχτηκε επιδοτούμενο πρόγραμμα στήριξης της γυναικείας απασχόλησης μέσω ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας20, για γυναίκες από 18-35 και 36-64 ετών, με χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (85%) και από εθνικούς πόρους (15%), προϋπολογισμού 40 εκ. ευρώ και ενίσχυση ανά πρόταση «από τα 10.000 ευρώ έως 20.000 ευρώ για κάλυψη λειτουργικών δαπανών και επιπλέον 12.000 ευρώ για ετήσιο μισθολογικό κόστος μιας νέας θέσης με πρόσληψη ανέργου».

Η επιδότηση δίνεται με υποεξαιρέσεις σε άνεργες, απολυμένες ή υπό την απειλή απόλυσης, σε όσες έχουν κλείσει προ τριετίας την επιχείρησή τους ή αυτοαπασχολούμενες με εισόδημα κάτω από τα όρια της φτώχειας, όπως αυτό το ορίζει η ΕΛΣΤΑΤ. Καλύπτει επιλέξιμες δαπάνες σε επιλέξιμες περιφέρειες (εξαιρούνται η Αττική και η Κεντρική Μακεδονία) για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων για χρονικό διάστημα 18 μηνών. Οπως αναφέρεται έχει στόχο την άμεση αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης με την «προώθηση δυνατοτήτων πολυαπασχόλησης, την αντιστροφή του φαινομένου της ανεργίας, τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών μεταξύ των φύλων και των κοινωνικών ομάδων, τη δημιουργία συνθηκών και προϋποθέσεων για την αναστροφή των δυσμενών δημογραφικών τάσεων και την αξιοποίηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων και δυνατοτήτων του πληττόμενου ανθρώπινου δυναμικού»21.

Πρόκειται για ένα ακόμη επιδοτούμενο πρόγραμμα για τη συγκάλυψη της διογκούμενης ανεργίας και της μακροχρόνιας ανεργίας στις γυναίκες και κυρίως στις νέες, που όμως ούτε την ανεργία μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε να αναστρέψει τον κύκλο της καπιταλιστικής κρίσης και τις επιπτώσεις που έχει σε χιλιάδες εργαζόμενες και αυτοαπασχολούμενες. Η άνεργη γυναίκα που θα ανοίξει μια επιχείρηση αργά ή γρήγορα θα έρθει αντιμέτωπη με τεράστιες δυσκολίες για να ανταπεξέλθει στα υπέρογκα έξοδά της, εκ των πραγμάτων θα πρέπει να βάζει επιπρόσθετα από τα επιδοτούμενα κεφάλαια για να αντέξει στον ανταγωνισμό, ενώ δύσκολα θα εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα για την ίδια και την οικογένειά της.

Τα προγράμματα «γυναικείας επιχειρηματικότητας» της ΕΕ προβάλλουν ως πρότυπα γυναίκες επιχειρηματίες, ιδιοκτήτριες, μεγαλομετόχους και ανώτερα στελέχη καπιταλιστικών επιχειρήσεων και καλλιεργούν αυταπάτες ότι και μια γυναίκα του μεροκάματου μπορεί να ακολουθήσει παρόμοιο δρόμο. Δίνουν στην ισότητα των δύο φύλων το περιεχόμενο που τους εξυπηρετεί, τη συνδέουν με την ίση εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών στη διοίκηση των επιχειρήσεων.

Ενισχύουν νέους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας, όπως τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία», δηλαδή ιδιωτικές επιχειρήσεις, είτε προσωπικές είτε συνεταιριστικές, που δραστηριοποιούνται κυρίως στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών με καθορισμένο από πριν μικρό ποσοστό κέρδους. Π.χ. ο νόμος Κατσέλη του 2011 ορίζει ποσοστό κέρδους για τις «κοινωνικές επιχειρήσεις» της τάξης του 5%. Το υπόλοιπο ποσοστό κέρδους υποχρεούται η επιχείρηση να το επανεπενδύει. Μάλιστα τονίζουν πως «οι επιχειρηματικές ικανότητες μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στην επιτυχία και τη διαχείριση αυτών των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας»22.

Στην Ελλάδα οι «κοινωνικές επιχειρήσεις» έχουν μικρή ιστορία σε σύγκριση με άλλες καπιταλιστικές χώρες. Εχουν αναπτυχθεί κυρίως γυναικείοι συνεταιρισμοί μικρής παραγωγικότητας, παραδοσιακών προϊόντων, αγροτουριστικοί ή αστικοί και κοινωνικοί συνεταιρισμοί σε ψυχικά πάσχοντες. Αλλοι τύποι «κοινωνικών επιχειρήσεων» που δραστηριοποιούνται γυναίκες είναι αστικοί συνεταιρισμοί που συμμετέχουν κυρίως άτομα με ειδικές ανάγκες, τα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης, πολιτιστικοί σύλλογοι, οικολογικές και εθελοντικές οργανώσεις.

Στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότεροι από 120 γυναικείοι αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι άρχισαν να δημιουργούνται μαζικά από το 1990. Χαρακτηριστική των αδιέξοδων στα οποία έχουν περιέλθει την περίοδο της κρίσης γυναίκες που συμμετέχουν σε αγροτουριστικές μονάδες είναι η επιστολή των γυναικείων συνεταιρισμών της Κρήτης που δημοσιεύτηκε τον Απρίλη του 2012, με την οποία ζητούν να ενταχθούν στο δίκτυό τους 15 συνεταιρισμοί που αριθμούν κάτω από 20 άτομα όπως ορίζει ο νόμος και υποστηρίζουν ότι διαφορετικά: «θα πρέπει οι γυναικείοι συνεταιρισμοί να προσθέσουν νέα μέλη, κάτι το οποίο δεν είναι και πολύ εύκολο, καθώς το μηνιαίο εισόδημα του κάθε μέλους είναι έτσι κι αλλιώς πολύ χαμηλό λόγω κρίσης οπότε με την προσθήκη νέων μελών θα μειωθεί κι άλλο μέχρι να οδηγηθούν στο οριστικό κλείσιμό τους, και επίσης, η υποχρεωτική σύμπτυξη δυο και τριών συνεταιρισμών μεταξύ τους είναι δύσκολη, λόγω γεωγραφικών περιορισμών αλλά και λόγω έλλειψης της κατάλληλης υποδομής και οργάνωσης (κτιριακές εγκαταστάσεις και μηχανήματα)»23.

Συνέπεια όλων των παραπάνω προγραμμάτων που απορρέουν από την πολιτική της ΕΕ και των αστικών κυβερνήσεων είναι ο εγκλωβισμός της συνείδησης των αυτοαπασχολουμένων γυναικών, μακριά από τις πραγματικές αιτίες που γεννούν τα προβλήματά τους. Οι αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν και καλλιεργούνται συστηματικά έρχονται να προστεθούν στην κυρίαρχη αυταπάτη που επικρατεί στο χώρο των αυτοαπασχολούμενων, ότι μπορεί μια μικρή επιχείρηση να επιβιώσει στον ανταγωνισμό των μονοπωλίων. Αυταπάτη που έχει αντικειμενική βάση τη μικρή ατομική ιδιοκτησία των αυτοαπασχολούμενων, που λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας.

 

Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ. ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

Η έλλειψη χρόνου, οι πολύ δύσκολες συνθήκες που βιώνει η γυναίκα αυτοαπασχολούμενη στη δουλειά και στο σπίτι, με τις όποιες μικροαστικές αυταπάτες για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας τους, αλλά και τις αναχρονιστικές αντιλήψεις για τη θέση των γυναικών στην οικογένεια και γενικότερα στην κοινωνία, έχουν την επίδρασή τους στη συμμετοχή τους στη συνδικαλιστική και κοινωνική δράση.

Η ενασχόληση των αυτοαπασχολούμενων γυναικών με το μαζικό κίνημα είναι πολύ αδύναμη. Ελάχιστες είναι οι εκλεγμένες αυτοαπασχολούμενες σε συνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν ακόμη και υψηλή συγκέντρωση γυναικών, ενώ ο ίδιος ο βαθμός οργάνωσής τους είναι σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα από τους άντρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι επαγγέλματα όπως οι κομμώτριες και οι μοδίστρες, που αφορούν κατά βάση γυναίκες αυτοαπασχολούμενες, απαρτίζονται από άμαζα σωματεία και ομοσπονδίες, με τον κύριο όγκο να μένει ασυνδικάλιστος. Αντίστοιχα, στο μαζικότερο κλάδο, αυτόν του εμπορίου, η δυσκολία να συσπειρωθούν οι χιλιάδες αυτοαπασχολούμενες που διατηρούν ένα μαγαζάκι στις γειτονιές της Αθήνας παίζει ρόλο στην κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι ενώσεις ΕΒΕ και οι εμπορικοί σύλλογοι.

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός πως στη ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ αλλά και σε Ομοσπονδίες κυριαρχούν συνδικαλιστικές δυνάμεις οι οποίες εκφράζουν τα συμφέροντα ενός τμήματος των μεσαίων στρωμάτων που παίζουν ρόλο δορυφόρου στα μονοπώλια. Επίσης, πως σε ορισμένα συνδικαλιστικά όργανα, ιδιαίτερα στα Επιμελητήρια, κυριαρχούν εκπρόσωποι των μονοπωλίων, διαμορφώνουν θέσεις που έρχονται σε αντίθεση με τα συμφέροντα των αυτοαπασχολούμενων. Αυτές οι δυνάμεις αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη και μέσω ιδιαίτερων οργάνων για την ισότητα των γυναικών που «θέλει» τη γυναίκα επιχειρηματία εξίσου ανταγωνιστική με τον άντρα, ακόμη και με πλεονεκτήματα έναντι αυτού, αφού «είναι πιο οργανωτική και μπορεί ταυτόχρονα να είναι επιχειρηματίας, να φροντίζει τα παιδιά, το σπίτι».

Τον Ιούλη του 2012 ξεκίνησε να λειτουργεί το Γραφείο Ισότητας ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με συγχρηματοδότηση ΕΕ και κυβέρνησης στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ «για την προώθηση των γυναικών στα Κέντρα Λήψης Αποφάσεων των Συλλογικών Οργάνων της ΓΣΕΒΕΕ». Μεταξύ των επιμέρους στόχων του είναι: «…η αύξηση του ποσοστού αυτοαπασχόλησης των γυναικών και η ενθάρρυνση ανάληψης πρωτοβουλιών επιχειρηματικότητας. […] Η ισότιμη πρόσβαση στην πληροφόρηση, την επαγγελματική επιμόρφωση και δια βίου μάθηση. […] Η ενδυνάμωση των γυναικών για τη συμμετοχή τους στο χώρο του συνδικαλισμού…».

Επίσης στα πλαίσια των Επιμελητηρίων δραστηριοποιούνται μια σειρά φορείς γυναικείας επιχειρηματικότητας, όπως το Εθνικό Επιμελητηριακό Δίκτυο Ελληνίδων Γυναικών Επιχειρηματιών, ο Σύνδεσμος Γυναικών Επιχειρηματιών Ελλάδος, ο Γυναικείος Διαβαλκανικός Επιχειρηματικός Φορέας, η Ελληνική Εταιρεία Διοικήσεως Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ) - Τομέας Γυναικών Μάνατζερ και Επιχειρηματιών κ.ά. Είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι γυναικείοι φορείς εκπροσωπούν γυναίκες επιχειρηματίες της αστικής τάξης και των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων, γι’ αυτό αντικειμενικά όχι μόνο δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τη δύσκολη θέση των φτωχών αυτοαπασχολούμενων γυναικών, αλλά είναι αυτές οι ίδιες ως φυσικά πρόσωπα μέτοχοι επιχειρηματικών ομίλων που στα πλαίσια του ανταγωνισμού, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, συμβάλλουν στην τάση συρρίκνωσης και προλεταριοποίησης των φτωχών αυτοαπασχολούμενων. Στο κίνημα των αυτοαπασχολούμενων αποτυπώνεται και η δυσκολία συμμετοχής των φτωχών αυτοαπασχολούμενων γυναικών, αλλά και η επίδραση της γραμμής της αστικής τάξης στο επίπεδο της διαπάλης.

Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη ιδιαίτερης και ουσιαστικής πολιτικής δουλειάς με αυτές τις γυναίκες και ιδιαίτερα των νεότερων ηλικιών για να μπολιαστούν με τις ιδέες και τη δράση του ριζοσπαστικού κινήματος των αυτοαπασχολούμενων, των μικρών ελευθεροεπαγγελματιών και των γυναικών που δραστηριοποιούνται στους συλλόγους και ομάδες της ΟΓΕ.

Πολλές αυτοαπασχολούμενες, αν και οι ίδιες αντιμετωπίζουν όλο το φάσμα των προβλημάτων που αναφέραμε, εντούτοις δεν το βάζουν κάτω, παλεύουν για τη συλλογική αντιμετώπισή τους. Από αυτή τη δράση τους έχουν αποκτήσει ένα «κύρος» στον περίγυρό τους, που το αξιοποιεί ο αντίπαλος, η αστική τάξη και ο οπορτουνισμός. Κι έτσι η όποια αγωνιστική διάθεση ακυρώνεται στην πράξη γιατί ενσωματώνεται στην κυρίαρχη πολιτική. Η ενεργοποίηση τέτοιων γυναικών με αγωνιστικές διαθέσεις στο πλευρό της αντιμονοπωλιακής συσπείρωσης στους ΕΒΕ, της ΠΑΣΕΒΕ, με την κοινή δράση τους με το εργατικό κίνημα με ταξικό προσανατολισμό, τπ ΠΑΜΕ και τις άλλες ριζοσπαστικές συσπειρώσεις, στους αγρότες την ΠΑΣΥ, στους σπουδαστές το ΜΑΣ και στις γυναίκες την ΟΓΕ, μέσα από την κοινωνική συμμαχία μπορεί να δώσει σοβαρά αποτελέσματα.

Σήμερα χρειάζεται να βρεθεί στο επίκεντρο της διαπάλης η ίδια η ταξική ουσία του προβλήματος και κατ’ επέκταση και η διέξοδος από αυτή. Ιδιαίτερη συμβολή σ’ αυτή τη διαδικασία έχει η γνώση των θέσεων και η πρόταση διεξόδου που προτείνει το ΚΚΕ. Ενας τέτοιος ιδεολογικός και πολιτικός εξοπλισμός βοηθάει στη διαπάλη και στην ωρίμανση της συνείδησης, στο να αναγνωρίζεις τον ταξικό αντίπαλο και να κατευθύνεις την πάλη σου ενάντια σ’ αυτόν, ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο για την πλήρη απελευθέρωση από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, ανατρέποντας την εξουσία των μονοπωλίων και εγκαθιδρύοντας την εργατική, λαϊκή εξουσία.

Η μοίρα των αυτοαπασχολούμενων γυναικών δεν είναι προδιαγεγραμμένη, ούτε βρίσκεται στην αξιοποίηση από πλευράς τους όλων των ατομικών ευκαιριών που δήθεν απλόχερα προσφέρουν διάφοροι θεσμοί. Εχει αφετηρία τη συμμετοχή τους στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που έχει ιστορικά ξεπεράσει τα όποια προοδευτικά στοιχεία μπορεί να τον χαρακτήριζαν στο μακρινό παρελθόν.

Η ίδια η καπιταλιστική κρίση αποδεικνύει τα ιστορικά ξεπερασμένα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και αποκαλύπτει ότι η έξοδος από αυτή θα γίνει προς όφελος του κεφαλαίου και ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα. Η στρατηγική της αστικής τάξης, ελληνικής και ευρωπαϊκής, επιβάλλει τα συμφέροντα των μονοπωλίων, τσακίζοντας βάρβαρα, μαζί με τους εργαζόμενους, και τους αυτοαπασχολούμενους που δεν μπορούν πια να αντέξουν και κλείνουν κατά χιλιάδες.

Τα προβλήματα των αυτοαπασχολούμενων γυναικών αντικειμενικά θα διογκώνονται. Γι’ αυτό ο ρόλος του Κόμματος είναι να ενισχύσει τις προσπάθειές του ώστε να γίνει συνείδηση στις φτωχές αυτοαπασχολούμενες ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την πάλη για την ανατροπή αυτού του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος.

Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες, αλλά και άλλες πρωτοπόρες δυνάμεις στο κίνημα, χρειάζεται να δώσουν σκληρή μάχη για την οργάνωση και των αυτοαπασχολούμενων γυναικών στην προοπτική της εργατικής λαϊκής εξουσίας. Να προσπερνιόνται δυσκολίες που έχουν αντικειμενική βάση στα ιδιαίτερα συμφέροντα αυτών των στρωμάτων και εκφράζονται με τις ταλαντεύσεις που χαρακτηρίζουν τη στάση τους. Να κατανοείται πως «μονόδρομος είναι να ταχθούν ή με τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης που συνεπάγεται τη βίαιη καταστροφή του μεγαλύτερου μέρους τους ή με την ανάπτυξη που έχει βάθρο της την κοινωνική (λαϊκή) ιδιοκτησία, τον κεντρικό σχεδιασμό, προς όφελος της κοινωνικής ευημερίας […]. Η εργατική τάξη έχει συμφέρον να κερδίσει αυτά τα στρώματα με το μέρος της, με την εργατική λαϊκή εξουσία ή τουλάχιστον να εξασφαλίσει να μην ταχτούν με την αντίδραση της τάξης των καπιταλιστών. Γι’ αυτό μπορεί και πρέπει να εκφράσει με το επαναστατικό της πρόγραμμα τις ανάγκες τους για ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης, κυρίως τη σχεδιασμένη σταδιακή ένταξή τους στη σοσιαλιστική παραγωγή και τις σοσιαλιστικές υπηρεσίες»24.

Είναι μια μάχη σύνθετη που απαιτεί απάντηση σε όλα τα ιδεολογήματα που κυριαρχούν σήμερα και εγκλωβίζουν συνειδήσεις, ώστε να κερδίζει έδαφος η πάλη για το σοσιαλισμό, ως μονόδρομος για τα ζωτικά συμφέροντα των ίδιων και των παιδιών τους.

Μέσα από την εμπειρία τους, αρνητική τις περισσότερες φορές - τα βιώματά τους, μπορούμε να αποδεικνύουμε τα μεγάλα πλεονεκτήματα της κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής, που σημαίνει πλήρη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της εργασίας του ανθρώπου, αλλά και σχεδιασμένη κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Δηλαδή η ένταξη της αυτοαπασχολούμενης στην κοινωνικά οργανωμένη παραγωγή σημαίνει απελευθέρωση από ένα ατέλειωτο μαγκανοπήγαδο που τραβάει κάθε μέρα, όπως και της εργαζόμενης και άνεργης εργάτριας.

Δουλεύοντας με αυτόν τον τρόπο, οι αυτοαπασχολούμενες μπορούν να αναγνωρίζουν την εργατική τάξη ως σύμμαχο που ανοίγει το δρόμο στην αναμέτρηση με τα μονοπώλια και το κράτος τους, για την ανατροπή του καπιταλισμού και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Ακόμα και αν δεν κερδίζονται στην πάλη, να βοηθήσουμε ως Κόμμα με τη δράση μας, ώστε να διατηρούν φιλική ή ουδέτερη στάση απέναντι στην εργατική τάξη και την πάλη της για την εξουσία.

 

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΩΣΕΙ Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΕΣ

Η σοσιαλιστική οικονομία μπορεί να λύσει οριστικά, όχι μόνο το βραχνά της αναδουλειάς και της ανεργίας που σήμερα είναι κυρίαρχος, αλλά και να λύσει στην πράξη κάθε πρόβλημα της οικογένειας, της νέας μητέρας και του παιδιού της. Η ανωτερότητα της σοσιαλιστικής οικονομίας έγκειται στο γεγονός πως σκοπός της παραγωγής δεν είναι το κέρδος αλλά η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Επιτυγχάνεται με την οργάνωση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής στη βιομηχανία, στην ενέργεια-ύδρευση, στις τηλεπικοινωνίες, στις κατασκευές, επισκευές, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, με την κοινωνικοποίηση του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, των συγκεντρωμένων τουριστικών-επισιτιστικών υποδομών και των αγροτικών εκμεταλλεύσεων καπιταλιστικού τύπου.

Στη σοσιαλιστική οικονομία δε χρησιμοποιείται ξένη εργασία (δηλαδή μίσθωση εργασίας) και από αυτούς που κατέχουν μεμονωμένα μέσα παραγωγής σε κάποιους κλάδους που δεν υφίστανται υποχρεωτική κοινωνικοποίησή τους, π.χ. στη βιοτεχνία, στην αγροτική παραγωγή, σε ένα μέρος του τουρισμού-επισιτισμού, σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες.25 Σε όλους τους κλάδους υπηρετείται σχεδιασμένα η επέκταση των νέων σχέσεων παραγωγής.

Ο σοσιαλισμός στις χώρες που οικοδομήθηκε επέτρεψε να συνδυαστεί χωρίς αντιφάσεις η συμμετοχή της γυναίκας στην κοινωνική εργασία με τη μητρότητα. Το δικαίωμα στην εργασία δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση με το δικαίωμα στη μητρότητα, και τα δύο προστατεύονταν με μια σειρά μέτρων.

Το 1987 στην ΕΣΣΔ στο κρατικό σύστημα προστασίας της μητέρας και του παιδιού εντάσσονταν πάνω από 28 χιλιάδες γυναικεία ιατρεία και παιδικές πολυκλινικές. Το δίκτυο των υποδομών και υπηρεσιών προσχολικής αγωγής και δημιουργικής απασχόλησης βρεφών και νηπίων ήταν τόσο πυκνό, ώστε να βρίσκεται μέσα ή δίπλα σε κάθε χώρο εργασίας. Οι υποδομές αυτές ήταν κρατικές και παρέχονταν δωρεάν ή με ασήμαντη επιβάρυνση για την οικογένεια. Το 1927 ο αριθμός των βρεφοκομείων και των «Σπιτιών μητέρας και βρέφους» έφτασε στις πόλεις σε 1.705 και στα χωριά σε 4.110. Το 1977 υπήρχαν περισσότερα από 106.000 νηπιαγωγεία και παιδικοί σταθμοί, με ικανότητα υποδοχής 11.700.000 παιδιών. Ακόμα και στην περίπτωση ασθενείας του παιδιού, ειδικές υπηρεσίες και προσωπικό μπορούσαν να αναλάβουν τη φροντίδα του, στους χώρους των αναρρωτηρίων των σταθμών. Το 1987 πάνω από 16 εκατομμύρια Σοβιετικά παιδιά πήγαιναν σε 140 χιλιάδες παιδικούς σταθμούς. Το κράτος κάλυπτε τα 4/5 των εξόδων συντήρησής τους: Το ποσό που πλήρωναν οι γονείς δεν κάλυπτε ούτε καν το κόστος διατροφής των παιδιών, ενώ για ορισμένες οικογένειες, όπως οι πολύτεκνες ή με χαμηλά εισοδήματα, οι παιδικοί σταθμοί ήταν δωρεάν. Ακόμη, τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 3 χρόνων δικαιούνταν δωρεάν φάρμακα.26

Η κοινωνικοποίηση εργασιών του νοικοκυριού απάλλαξε τη γυναίκα από τα πολλαπλά βάρη που ήταν αναγκασμένη να σηκώνει, της έδωσε τη δυνατότητα να συμμετέχει στην κοινωνική παραγωγή, αλλά και στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αναδείχθηκε σε σημαντικό κρίκο για τη χειραφέτησή της. Επιπλέον αυξανόταν ο ελεύθερος χρόνος της.

Τα δικαιώματα που απολάμβαναν οι εργαζόμενες γυναίκες, μητέρες, στις σοσιαλιστικές χώρες δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας σχεδιασμένης οικονομίας, που στο επίκεντρό της δεν είχε το κέρδος αλλά τον εργαζόμενο άνθρωπο. Γι’ αυτό μπορούσε να απελευθερώσει στο έπακρο όλες τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε χώρας, με στόχο ακριβώς τη λύση των προβλημάτων του εργαζόμενου ανθρώπου και τη βελτίωση της καθημερινής του ζωής. Η προστασία των νέων μητέρων, η εξασφάλιση παροχών υγείας-πρόνοιας με βάση τις ιδιαιτερότητες του γυναικείου οργανισμού, αλλά και το πλούσιο δίκτυο προστασίας του παιδιού ήταν στο επίκεντρο της ίδιας της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Η χώρα μας σήμερα έχει όλες τις παραγωγικές δυνατότητες να λύσει τα προβλήματα που ταλανίζουν την εργαζόμενη και την αυτοαπασχολούμενη γυναίκα, γιατί και οι ίδιες έχουν συμφέρον να υιοθετήσουν και να παλέψουν για την υλοποίηση της πολιτικής πρότασης εξουσίας του ΚΚΕ. Από αυτή τη σκοπιά, πρέπει να έχουν βασική θέση στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού στη χώρα μας.

 

ΣΤΟΧΟΙ ΠΑΛΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η ίδρυση της ΠΑΣΕΒΕ τα τελευταία χρόνια είναι μια κατάκτηση που μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη στερέωση και την προώθηση της λαϊκής συμμαχίας. Κατάκτηση που μπορεί να συμβάλει παράλληλα με σύνθετα πρακτικά μέτρα για να ανέβει ο βαθμός οργάνωσης των ίδιων των αυτοαπασχολούμενων γυναικών στην πάλη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.

Υπερασπιζόμαστε μέσα από τα αιτήματα του κινήματος των αυτοαπασχολούμενων την ανάγκη αποκλειστικά δημόσιας και δωρεάν υγείας για όλους, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Αλλωστε η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας πλήττει με παρόμοιο τρόπο και τις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και τις μισθωτές. Να υπάρχει πλήρης και επαρκής κάλυψη της χρηματοδότησης από το κράτος για όλες τις μονάδες υγείας, ώστε να παρέχουν πλήρεις και δωρεάν υπηρεσίες. Να καταργηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές που αφορούν τον κλάδο της υγείας στα ταμεία των μισθωτών, των ΕΒΕ και των αγροτών.

Τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά δικαιώματα βρίσκονται στο επίκεντρο της πάλης ενάντια στα κυβερνητικά σχέδια για νέες σαρωτικές αλλαγές. Για τις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες είναι ανάγκη η βασική σύνταξη να ορίζεται στο 80% του βασικού μισθού, με απευθείας χρηματοδότηση από το κράτος κατά τα 2/3. Η συνταξιοδότηση για τις γυναίκες αυτοαπασχολούμενες να γίνεται με κατοχυρωμένη την πενταετή διαφορά, τόσο στη γενική σύνταξη όσο και στα ΒΑΕ, δηλαδή σύνταξη στα 60 χρόνια για τους άντρες και στα 55 για τις γυναίκες, στα 55 και 50 για τα ΒΑΕ. Παράλληλα να διευρυνθεί η λίστα των ΒΑΕ που σήμερα συρρικνώνεται, με σύγχρονες μελέτες που θα λαμβάνουν υπόψη και τις σύγχρονες επαγγελματικές ασθένειες. Να κατοχυρωθεί ολόκληρη σύνταξη στις γυναίκες που εργάζονται ως συμβοηθούντα μέλη, με μειωμένα ασφάλιστρα και για τους δυο (στην οικογενειακή επιχείρηση), με κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών κατά 2/3 από το κράτος και κατάργηση των ασφαλιστικών εισφορών στον κλάδο της υγείας.

Να γίνουν στόχοι πάλης όλου του κινήματος οι παροχές για μητρότητα, για την κάλυψη όλων των ιατροφαρμακευτικών και μαιευτικών εξόδων αποκλειστικά από το κράτος κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού για τις ανασφάλιστες ή άνεργες αυτοαπασχολούμενες ή τα συμβοηθούντα μέλη. Να δίνεται εφ’ άπαξ «επίδομα τοκετού» ίδιο σε όλες τις γυναίκες, ύψους 1.000 ευρώ, 2.000 ευρώ στη δίδυμη και 3.000 ευρώ στην τρίδυμη κύηση. Να δίνεται ανεξάρτητα από το αν η υγειονομική μονάδα που έγινε ο τοκετός είναι συμβεβλημένη με τον ΕΟΠΥΥ ή όχι. Η δαπάνη να γίνεται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Να δοθεί επίδομα μητρότητας (κυήσεως, τοκετού και λοχείας) για τις αυτοαπασχολούμενες και τα συμβοηθούντα μέλη με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα, με ίσες μέρες όπως και στις ασφαλισμένες γυναίκες στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και τις αγρότισσες. Το επίδομα να είναι στο ύψος του κατώτερου μισθού, η δαπάνη να βαραίνει το κράτος και η χορήγηση να γίνεται από το ταμείο. Παράλληλα, για τις αυτοαπασχολούμενες, τους μήνες που λαμβάνουν το επίδομα, να μην υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές και ο χρόνος αυτός να λογίζεται ως συντάξιμος.

Να κατοχυρώνεται η πλήρης και δωρεάν κάλυψη της ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των ανήλικων παιδιών ανεξάρτητα από την ασφαλιστική κάλυψη των γονιών, η πλήρης και δωρεάν κάλυψη του εμβολιασμού των παιδιών, καθώς και όλων των ειδών των εξετάσεων που απαιτούνται. Οι σύγχρονες ανάγκες απαιτούν δημόσια δωρεάν παιδιατρικά νοσοκομεία, μαιευτήρια και γυναικολογικές κλινικές σε όλη την επικράτεια. Βρεφικούς και παιδικούς σταθμούς, δημόσιους και δωρεάν για όλα τα παιδιά, Ελλήνων και μεταναστών. Κέντρα δημιουργικής απασχόλησης των παιδιών κατά τις απογευματινές ώρες και τις αργίες με εξειδικευμένο προσωπικό.

Να υιοθετηθούν ως άμεσα αιτήματα για την περίοδο της κρίσης να δοθεί επίδομα ανεργίας στους αυτοαπασχολούμενους/-νες όταν κλείνουν την επιχείρηση ή εργάζονται περιστασιακά και για όσο μένουν εκτός παραγωγής, το άμεσο σφράγισμα βιβλιαρίων για να έχουν υγειονομική περίθαλψη, ανεξάρτητα από το ύψος των χρεών στο ταμείο. Να γίνεται πάγωμα των χρεών προς πάσα κατεύθυνση (κράτος και ιδιώτες) για τις έγκυες, αλλά και τις μητέρες με ανήλικα τέκνα. Να απαγορεύεται η κατάσχεση πρώτης και δεύτερης κατοικίας, η διακοπή παροχής ρεύματος στις μικρές επιχειρήσεις.

Να εξασφαλιστεί φθηνό πετρέλαιο για τις λαϊκές οικογένειες. Λέμε όχι στην εξίσωση του πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης. Να δοθεί αφορολόγητο πετρέλαιο για σχολεία, παιδικούς σταθμούς κλπ. Να μπει φρένο στην απελευθέρωση ωραρίου των καταστημάτων. Να μην επιτραπεί η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας.

Η υιοθέτηση στόχων πάλης που δίνουν σύγχρονη απάντηση στα οξυμένα προβλήματα και τις ανάγκες των φτωχών αυτοαπασχολούμενων γυναικών μπορεί να βοηθήσει στην πολιτικοποίηση της πάλης, στην ωρίμανση της πολιτικής συνείδησης. Να φωτίζεται ακόμα καλύτερα η ανάγκη της ρήξης, της ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, του σάπιου και παρασιτικού τρόπου παραγωγής και των εκμεταλλευτικών σχέσεων που τον χαρακτηρίζουν.

 

Η Μαρία Θεοφίλη είναι μέλος της Διατμηματικής Επιτροπής Χειραφέτησης και Ισοτιμίας των Γυναικών της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. http://www.dpk.tee.gr.

2. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Γυναικεία επιχειρηματικότητα - συγκεκριμένες πολιτικές για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην ΕΕ» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), 2012/C299/05.

3. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Γυναικεία επιχειρηματικότητα - συγκεκριμένες πολιτικές για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην ΕΕ» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), 2012/C299/05.

4. Ο.π.

5. http://eurlex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:C:2012:299:0024:

0028:EL:PDF.

6. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Γυναικεία επιχειρηματικότητα - συγκεκριμένες πολιτικές για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην ΕΕ» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), 2012/C299/05.

7. Ο.π.

8. Ο.π.

9. Ο.π.

10. Ψήφισμα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2010/2275 (ΙΝΙ) με τίτλο «Γυναίκες στις ιθύνουσες θέσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων».

11. Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Γυναικεία επιχειρηματικότητα - συγκεκριμένες πολιτικές για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην ΕΕ» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), 2012/C299/05.

12. http://www.espa.gr/el/Pages/NewsFS.aspx?item=466.

13. Ψήφισμα Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2010/2275 (ΙΝΙ) με τίτλο «Γυναίκες στις ιθύνουσες θέσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων».

14. http://www.iforu.gr/index.php/el/vision.

15. http://www.isotita.gr/var/uploads/gynaikeies%20organoseis/ANAKOINWSEIS/ DT_EEDEGE_H-GYNAIKA-MOXLOS-ANAPTIXIS_4-6-12.pdf.

16. Εφημερίδα «ΕΞΠΡΕΣ», 24-25 Δεκέμβρη 2012.

17. Ο.π.

18. http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=7281023&publDate=6/2/2013.

19. Εφημερίδα Ριζοσπαστης, 14/10/2012.

20. ΕΣΠΑ 2007-2013: Επιχειρησιακό πρόγραμμα «Εθνικό Αποθεματικό Απροβλέπτων» (Ε.Π.Ε.Α.Α.), Ιανουάριος 2013.

21. http://www.espa.gr/el/Pages/ProclamationsFS.aspx?item=2329.

22. http://ec.europa.eu/esf/main.jsp?catId=457&langId=el.

23. http://www.paseges.gr/el/news/Zhtoyn-prostasia-oi-gynaikeioi-synetairismoi.

24. Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο συνέδριο.

25. Ο.π.

26. Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 16 Μάη 2010, «Η γυναίκα στον σοσιαλισμό».