Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Για να κατανοηθεί ο χαρακτήρας του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) πρέπει πρώτα -πριν περάσουμε σε πιο συγκεκριμένες θέσεις του- να αναφερθούμε στην εξέλιξη του οπορτουνισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η κυριαρχία άλλωστε του οπορτουνισμού σε αυτό αποτέλεσε παράγοντα της εξέλιξης και νίκης της αντεπανάστασης, αφού από τα ίδια τα ΚΚ εξουσίας άνοιξε ο δρόμος της.

Τα κόμματα αυτά είχαν υιοθετήσει θέσεις και πολιτική που αντικειμενικά ενίσχυαν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις, τη διαδικασία ατομικού πλουτισμού, σφετερισμού μέρους του κοινωνικού προϊόντος, για να διεκδικήσουν στη συνέχεια ανοιχτά την καθιέρωση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

 

Βέβαια, μέρος των δυνάμεων αυτών των ΚΚ, οι πραγματικοί μη εκφυλισμένοι κομμουνιστές, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, έδωσαν το δικό τους αγώνα, που όμως δεν ήταν σε θέση ν’ ανατρέψει την αντεπαναστατική πορεία.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση δεν ήταν μονόπρακτο έργο. Στη διαδικασία αυτή πήραν μέρος και κόμματα που διαμορφώθηκαν στην πορεία της, με κομμουνιστικό ή σοσιαλιστικό χαρακτηρισμό στην ταυτότητά τους. Είχαν την αυταπάτη ότι μπορούσαν να ελέγξουν την εξέλιξή της, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι η ανατροπή δεν αφορούσε τα λάθη και τις αδυναμίες της σοσιαλιστικής εξουσίας και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αλλά τον επαναστατικό πυρήνα της.

Σε αυτήν τη φάση, που οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν ήταν ακόμα αποτελεσματικά συγκροτημένες σε αστικά πολιτικά κόμματα και αντίστοιχους θεσμούς, που ήταν ταχύτατη η φθορά των πολιτικών δυνάμεων της αντεπανάστασης, αξιοποιήθηκαν όλα τα οργανωτικά σχήματα του οπορτουνισμού τα οποία είχαν επιρροή στις μάζες.

Άλλωστε η αντεπανάσταση αναπτύχθηκε με τα απατηλά συνθήματα «για περισσότερο, καλύτερο, δημοκρατικότερο σοσιαλισμό» που υιοθετήθηκαν και από ΚΚ στις καπιταλιστικές χώρες, ενώ στη συνέχεια η διαμόρφωση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες σήκωνε τη σημαία της αντίθεσής της με τον «άγριο», «πλιατσικοκαπιταλισμό», αξιοποιώντας πραγματικά γεγονότα.

Μετά από την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης, η βαθιά κρίση του κομμουνιστικού κινήματος εκφράστηκε με πολλά κομματικά σχήματα, που άλλα προσχωρούσαν ανοιχτά στη σοσιαλδημοκρατία, άλλα κρατούσαν αποστάσεις, διαφοροποιούνταν και στον τίτλο τους, όμως όχι πάντα στην ουσία, άλλα επιχείρησαν να εμφανιστούν ως κόμματα της κομμουνιστικής ανασυγκρότησης, χωρίς πάντοτε να μπορούν να διαχωριστούν από τον οπορτουνισμό.

Παράλληλα, στο κομμουνιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών, σε πολλές περιπτώσεις η χρόνια οπορτουνιστική διάβρωση είχε οδηγήσει σε πλήρη εκφυλισμό κομμουνιστικά κόμματα όπως το Γαλλικό ΚΚ, το ΚΚ Ισπανίας, το Ιταλικό ΚΚ που αυτοδιαλύθηκε κ.ά. Ο οπορτουνισμός του «ευρωκομμουνισμού» για «σοσιαλισμό με εθνικά χρώματα» οδήγησε στην άρνηση της ταξικής πάλης κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην αταξική προσέγγιση περί «σταλινικής τρομοκρατίας», στη μη καταδίκη της αντεπανάστασης.

Κύριο χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω οπορτουνιστικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από την όποια κατοπινή πολιτική επιλογή ένταξής τους, ήταν ότι χαιρέτισαν την ανατροπή του σοσιαλισμού, χειροκρότησαν την αντεπανάσταση, συνέβαλαν πολύμορφα στην επικράτησή της. Αποτέλεσαν βασικούς φορείς της προπαγάνδας περί «τέλους του ολοκληρωτισμού του σοσιαλισμού» και χαιρέτισαν πανηγυρικά την «επικράτηση των δυνάμεων της ελευθερίας και της δημοκρατίας», όπως τότε χαρακτήριζαν τη νίκη της αστικής τάξης. Πολλές από αυτές τις δυνάμεις εμφανίστηκαν ως νεοαριστερές, δημιουργώντας νέα απατηλά διλήμματα με νέα φορεσιά.

Ένα βασικό πρώτο συμπέρασμα που απορρέει από τα παραπάνω είναι ότι η βαθιά κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκφραζόταν και στο γεγονός της αδυναμίας του να διακρίνει τους εσωτερικούς εχθρούς του, ανεξάρτητα από τον τίτλο τους, να ανοίξει έγκαιρα ουσιαστικό μέτωπο στις λεγόμενες δυνάμεις της νεοαριστεράς.

 

ΟΙ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ «ΝΕΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος των αρχών της δεκαετίας του ’90 εκφράζεται, όπως είναι φυσικό, και στις σημερινές συγχύσεις για τη στάση του απέναντι στον οπορτουνισμό. Στις γραμμές του υπήρχαν -και δυστυχώς συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα- ισχυρές επιβιώσεις που αντιλαμβάνονταν τους οπορτουνιστές ως πρώτους τη τάξει εν δυνάμει συμμάχους των κομμουνιστών, ως όμορο χώρο με τον οποίο υπήρχαν μεν «ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες, αλλά στο επίπεδο του κινήματος υπήρχε περιθώριο συνεργασίας». Χρησιμοποιώντας λαθεμένα κριτήρια και πολιτική συμμαχιών δίχως αρχές, βασισμένη στη λεγόμενη «ενότητα της Αριστεράς», κομμουνιστικά κόμματα θεωρούσαν τη νεοαριστερά, τη δύναμη δηλαδή που στέγασε τους αρνητές του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ως συμμαχική δύναμη. Κάτω από την ιδεολογικοπολιτική ασάφεια της έννοιας «Αριστερά» η οποία εδώ και πολλά χρόνια αποκρύπτει την ταξική ουσία πολιτικών σχηματισμών που έχουν προσχωρήσει στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ο διεθνής οπορτουνισμός συνέχισε τη διαβρωτική του δουλειά και κατάφερε σ’ ένα βαθμό την πολιτική συνεργασία, ακόμα και τη συστέγαση με τους κομμουνιστές.

Αξιοποίησε επίσης το ότι οι στρατηγικές επεξεργασίες των κομμουνιστών βασίζονταν στη βάση μιας κεκτημένης ταχύτητας από την προηγούμενη περίοδο, σε λαθεμένες θεωρητικές θέσεις και πολιτική πρακτική που οδηγούσε στην αναζήτηση συμμάχων προσβλέποντας σε οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις ή σε δυνάμεις που παραπλανητικά προσδιορίζονταν ως η «Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας», παραγνωρίζοντας την ανάγκη της συγκρότησης κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων.

Αυτό που προσπάθησαν να εξασφαλίσουν οι οπορτουνιστικές δυνάμεις εκείνη την κρίσιμη περίοδο ήταν να καταγραφούν ως η δύναμη που θα αντικαθιστούσε το κομμουνιστικό κίνημα. Ιδεολογικά κινήθηκαν στη γραμμή ότι ήταν ξεπερασμένη η ύπαρξη των κομμουνιστικών κομμάτων, η εργατική τάξη, η ταξική πάλη, η πάλη για το σοσιαλισμό. Προσπάθησαν να παρουσιάσουν την προσωρινή υποχώρηση του σοσιαλισμού ως νομοτελειακή και την επικράτηση του καπιταλισμού ως αιώνια. Επιχείρησαν να καθιερώσουν ως δήθεν μονόδρομο τη διάλυση των ΚΚ (τα οποία είχαν δημιουργηθεί σε ρήξη με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που είχαν προδώσει το εργατικό κίνημα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και τη μετάλλαξή τους σε κόμματα της νεοαριστεράς, κόμματα που θα παλεύουν για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό.

Για να πετύχουν αυτούς τους στόχους αξιοποίησαν κάθε δυνατή παρέμβαση στο εσωτερικό των ΚΚ. Αξιοποίησαν συστηματικά θύλακες που δεν είχαν αποχωρήσει από τα ΚΚ την περίοδο των ανατροπών και παρέμεναν στις γραμμές τους με τη στόχευση να επιβάλουν οπορτουνιστική γραμμή, με διατήρηση ως επικάλυψη μιας κομμουνιστικής επιγραφής που δε θα έχει καμιά σχέση με τον πραγματικό χαρακτήρα τους, το περιεχόμενο των αρχών και της στρατηγικής τους.

Κατά την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, το οπορτουνιστικό ρεύμα στην Ευρώπη αυτοπροσδιοριζόταν κύρια ως η μετανοημένη πρώην κομμουνιστική πολιτική δύναμη που έχει αποδεχτεί τον καπιταλισμό παλεύοντας να διορθώσει τις «υπερβολές» του, ακολουθώντας γραμμή σύμπλευσης και στήριξης της ΕΕ.

Ωστόσο, στη δεκαετία του 1990 και κάποια χρόνια από τη δεκαετία του 2000, η σοσιαλδημοκρατία περνούσε έντονα τη δική της κρίση, αφού πολιτικά δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να διαχωριστεί από τον αστικό φιλελευθερισμό, το άνοιγμα των αγορών, την άρση των εθνοκρατικών προστατευτισμών, τη συγκρότηση διακρατικών οικονομικοπολιτικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων, με πιο προωθημένη μορφή την ΕΕ.

Αυτή η γενική τάση, με χρονική διαφοροποίηση στην εκδήλωσή της από χώρα σε χώρα, έφερνε σταδιακά τον κλυδωνισμό της εκλογικής βάσης της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία όλο και πιο ανοικτά υποχρεωνόταν να διαχειριστεί τη φιλελεύθερη πολιτική (ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό της κρατικής υπαλληλίας, περιορισμό κρατικών κοινωνικών υπηρεσιών, ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις).

Η γενικευμένη οικονομική κρίση του 2008, που ξεκίνησε το 2007 στις ΗΠΑ, και οι αντιλαϊκές συνέπειές της, λόγω της δυσαρέσκειας που προκάλεσε και της ταυτόχρονης εκλογικής φθοράς αστικών φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, καλλιέργησε το έδαφος για ανάπτυξη των σοσιαλδημοκρατικών, ρεφορμιστικών και ουτοπικών αντιλήψεων για τη διαχείριση του καπιταλισμού, μέσα από νέα κομματικά σχήματα που προέκυψαν ως «νέα Αριστερά».

 

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ

Μια προγονική μορφή του ΚΕΑ σε ευρωπαϊκό επίπεδο συγκροτήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανατροπές, το 1991, και ήταν το λεγόμενο «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς» (ΝELF). Η ιδρυτική του συνάντηση έγινε το 1991 στη Μαδρίτη με πρωτοβουλία του «Κόμματος Δημοκρατικής Αριστεράς» Ιταλίας (προήλθε από το διαλυμένο Ιταλικό ΚΚ), της «Ενωμένης Αριστεράς» Ισπανίας (συμμετείχε το ΚΚ Ισπανίας) και του «Συνασπισμού» από την Ελλάδα. Σε αυτό συμμετείχαν το Γαλλικό ΚΚ και η «Επανίδρυση» (Ιταλία) όταν συγκροτήθηκε αργότερα, αφού το ιδρυτικό μέλος ΚΟΔΗΣΟ Ιταλίας αποχώρησε και σύντομα προσχώρησε στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Σε αυτό το σχήμα συνέπραξαν και διάφορα κόμματα της νεοαριστεράς, της λεγόμενης Βόρειας - Πράσινης Αριστεράς, το Σιν Φέιν της Ιρλανδίας, το Κόμμα Σοσιαλιστικής Αριστεράς Νορβηγίας που συμμετείχε επίσης σε αστικές κυβερνήσεις κ.ά. Το NELF διατηρήθηκε ως σχήμα, αν και υποβαθμισμένο λόγω ΚΕΑ, μέχρι και το 2009, ενώ το καθεστώς των «μόνιμα προσκαλεσμένων του NELF» από το 2005 είχαν το Πορτογαλικό ΚΚ και το ΑΚΕΛ.

Το NELF συγκροτήθηκε, όπως ομολογούν οι εμπνευστές του, ως «μια απάντηση στη γενική κρίση της Αριστεράς μετά από την άνοδο των δημοκρατικών κινημάτων στην Ανατολική Ευρώπη και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης», που αντιπροσώπευσε «μια ρήξη με τις διεθνείς αριστερές οργανώσεις που ιδρύθηκαν και ελέγχονταν από την ΕΣΣΔ». H λογική του είναι, «αντίθετα με τις παλιές, σοβιετικού τύπου ενώσεις κομμάτων, το NELF να λειτουργεί με ανοιχτό και χαλαρό τρόπο, με στόχο την προώθηση του διαλόγου και της συζήτησης μεταξύ της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Δεν έχει επίσημο πρόγραμμα. Δεν επιχειρεί να συντονίσει ή να ελέγξει τη δραστηριότητα ή την πολιτική θέση των κομμάτων που το απαρτίζουν. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα είδος κέντρου ανταλλαγής ιδεών για το ότι τα μέλη του πιστεύουν ότι θα βοηθήσει στη διαδικασία της αναζωογόνησης της ευρωπαϊκής Αριστεράς».1

Ο μετέπειτα οργανωτής αντικομμουνιστικών εκθέσεων στο Ευρωκοινοβούλιο, νυν ευρωβουλευτής του «Die Linke» και τότε υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων του Γερμανικού ΚΟΔΗΣΟ, H. Scholz, ανέφερε για το τι υπαγόρευσε τη γέννηση του NELF: «Το 1991 μια σειρά από αναμορφωμένα κομμουνιστικά, αριστερά και σοσιαλιστικά, κοκκινο-πράσινα κόμματα ίδρυσαν το NELF. Οι εμπνευστές αυτού του δικτύου είχαν ως κοινή βάση τη ρήξη με το σταλινισμό και με το μοντέλο του λεγόμενου “Κόμματος Νέου Τύπου”, την κριτική επανεκτίμηση του παρελθόντος τους, την εσωτερική πολυφωνία στο κόμμα και το στόχο του δημοκρατικού σοσιαλισμού…»2.

Οι παραπάνω διακηρύξεις των πρωτεργατών του NELF εξηγούν επαρκώς γιατί τα μεταλλαγμένα ΚΚ που πρωτοστάτησαν στη συγκρότηση του NELF (Γαλλικό, Ισπανικό ΚΚ και «Επανίδρυση») καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90 αρνούνταν την οργάνωση διακριτής συνάντησης ΚΚ σε ετήσια βάση, με τη δικαιολογία ότι έτσι δυσκολευόταν «η προώθηση ευρύτερων αντιιμπεριαλιστικών συσπειρώσεων και μετώπων». Το ΚΚΕ, ενάντια σε αυτά τα σχέδια και αξιοποιώντας προσπάθειες κι άλλων ΚΚ στην ίδια κατεύθυνση εκείνη την εποχή, με αφορμή τα 150 χρόνια του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» και τα 80 χρόνια από την ίδρυση του Κόμματος, το Μάη του 1998 παίρνει για πρώτη φορά την πρωτοβουλία και διοργανώνει διακριτή διεθνή συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, με θέμα «Τα ΚΚ στις σύγχρονες συνθήκες».

Τα ΚΚ των μεγάλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης όπως το Γαλλικό, το Ισπανικό και η Επανίδρυση, που έχουν από εκείνα τα χρόνια διαπιστωμένα πλέον άλλες προτεραιότητες, συμμετέχουν τυπικά και με υποβαθμισμένες αντιπροσωπίες στις Διεθνείς Συναντήσεις των ΚΚ, ενώ μια χρονιά πριν τη συγκρότηση του ΚΕΑ, το 2003, στη Διεθνή Συνάντηση της Αθήνας, τα ίδια κόμματα μπλοκάρουν την υπογραφή Κοινής Ανακοίνωσης και κάθε ντοκουμέντου, επιδιώκοντας να επιβάλουν τη γραμμή συμβιβασμού με τον καπιταλισμό, εκδηλώνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις τους.

 

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΙΑΧΥΣΗΣ ΤΩΝ ΚΚ ΣΤΑ ΦΟΡΟΥΜ

Την επιδίωξη του οπορτουνισμού μέσα από την παρέμβασή του να μπολιάσει την εργατική τάξη με κριτήρια ξένα προς τα συμφέροντά της αυτά τα πρώτα χρόνια μετά από τις ανατροπές ακολούθησε η περίπτωση της συγκρότησης των «φόρουμ» ιδιαίτερα την τριετία 2000-2002. Τα φόρουμ αποτελούσαν προνομιακό πεδίο άνθισης των οπορτουνιστικών απόψεων μέσα από δράσεις κινηματικής μορφής. Κυρίως καταδίκαζαν την οργανωμένη παρέμβαση των κομμάτων, σε μια σαφή προσπάθεια αποκλεισμού και περιθωριοποίησης των ΚΚ. Θεωρούσαν ξεπερασμένη και περιττή την οργανωμένη παρέμβαση των συνδικάτων, επιδιώκοντας να υποβαθμίσουν στην πράξη τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης. Επιστρατεύοντας ένα πλαίσιο θολών και αταξικών αιτημάτων σε γραμμή ακίνδυνη για τα μονοπώλια, αποπροσανατόλιζαν υποτιμώντας το εθνικό επίπεδο της ταξικής πάλης στο όνομα της «παγκοσμιοποίησής» της και ζυμώνοντας θέσεις «εξανθρωπισμού» των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όπως της ΕΕ. Την ίδια στιγμή συνταυτίζονταν με αστικές δυνάμεις μέσα στο πλαίσιο διαπάλης τους για τη θέση των καπιταλιστικών κρατών στις διεθνείς οργανώσεις τους (π.χ. στον ΠΟΕ, στο ΔΝΤ κλπ.), ενώ παρέπεμπαν στις καλένδες και συσκότιζαν την επίλυση του βασικού πολιτικού προβλήματος, αυτού της εξουσίας.

Τα «κοινωνικά φόρουμ» εκείνη την περίοδο επιχείρησαν να προσδώσουν ένα «αγωνιστικό προσωπείο» στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία που την ίδια στιγμή επιτάχυνε την προσπάθειά της για την προώθηση αντεργατικών αναδιαρθρώσεων. Ταυτόχρονα σηματοδότησαν επίσης και την προσπάθεια του διεθνούς οπορτουνισμού να ολοκληρώσει στο κίνημα ό,τι δεν είχε πετύχει πλήρως την περίοδο των ανατροπών, την εξώθηση δηλαδή των ΚΚ σε ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική απομόνωση ή σε διάχυση σε αταξικά «κινήματα» με στόχο έναν «εφικτό κόσμο κερδών που οι λαϊκές ανάγκες θα προτάσσονταν», δηλαδή έναν «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το σύντομο ξεφούσκωμα των φόρουμ, μετά από τις εκλάμψεις μαζικότητας των διαδηλώσεων του Σιάτλ το 2000 και της Γένοβα τον αμέσως επόμενο χρόνο, επανέφερε εκ νέου στους κόλπους της νεοαριστεράς και των μεταλλαγμένων κομμουνιστικών κομμάτων πολιτικούς σχεδιασμούς που είχαν δουλέψει την προηγούμενη περίοδο.

 

Η ΕΕ, ΤΑ ΕΥΡΩΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΑ

Ώθηση στα σχέδια ευρωπαϊκής οργανωτικής συγκρότησης του οπορτουνισμού έδωσε η ίδια η ΕΕ. Με τη διάταξη 2004/2003 του Ευρωκοινοβουλίου και τη διάταξη του Συμβουλίου της ΕΕ της 4ης Νοέμβρη 2003 για τους κανονισμούς για τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη χρηματοδότησή τους, άνοιξε ο δρόμος για τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά κόμματα». Το ΚΕΑ είναι ένα από τα «ευρωπαϊκά», δηλαδή ευρωενωσιακά, κόμματα που συγκροτήθηκαν από την αρχή με την παρότρυνση, καθοδήγηση, χρηματοδότηση της ίδιας της ΕΕ και με όρο τη ρητή αποδοχή των στόχων και των «αρχών» της ΕΕ. Αυτό, όπως για κάθε κόμμα που συγκροτείται στη βάση αυτών των κανονισμών, σημαίνει ότι «ιδιαίτερα στο πρόγραμμά του και στη δραστηριότητά του τηρεί τις αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ» (άρθρο 3c). Ομοίως και με τη χρηματοδότηση: Τα κόμματα της ΕΕ λαμβάνουν χρηματοδότηση από το συνολικό προϋπολογισμό της ΕΕ όταν καταθέσουν το αντίστοιχο αίτημα και αν αυτό εγκριθεί. Ταυτόχρονα το πολιτικό πρόγραμμα και το καταστατικό του εξετάζονται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια και με βάση περαιτέρω νομικά κριτήρια και κριτήρια οικονομικής διαφάνειας. Το ΚΕΑ με βάση τα παραπάνω οφείλει να υπακούει και αποδέχεται το πλαίσιο και το βασικό προσανατολισμό της ΕΕ. Αν και η συμφωνία του είναι πολιτικά δεδομένη, τυπικά, αν δεν αποδεχτεί τους κανονισμούς, χάνει το καθεστώς του ευρωενωσιακού κόμματος, όπως και τις ανάλογες οικονομικές ενισχύσεις της ΕΕ που αποτελούν περίπου το 75% του προϋπολογισμού του ΚΕΑ.

Στη βάση αυτή με πρωτοβουλία του ΣΥΝ, προγόνου του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, πραγματοποιήθηκε το 2003 μια διάσκεψη προπομπός της ίδρυσης του ΚΕΑ στην Αθήνα, στην οποία συμμετείχε επίσης μεταξύ άλλων το γερμανικό ΚΟΔΗΣΟ, σημερινό «Die Linke». Στο σκληρό πυρήνα αυτής της πρωτοβουλίας συμμετείχαν με δραστήριο ρόλο επίσης το μεταλλαγμένο Γαλλικό ΚΚ και η Ιταλική Επανίδρυση.

 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΕΑ

Το ΚΕΑ στην πορεία των 4 συνεδρίων του έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο τοποθετήσεων που επιτρέπει να βγουν γενικότερα συμπεράσματα. Το 4ο Συνέδριό του το Δεκέμβρη του 2013 δε συνιστά κάποιου είδους νέα εξέλιξη στις βασικές τοποθετήσεις που διατηρούσε μέχρι σήμερα για τον καπιταλισμό, την ΕΕ, την καπιταλιστική κρίση. Κινείται κατά βάση στην πεπατημένη των προηγούμενων συνεδριακών του τοποθετήσεων.

Συνοπτικά σημειώνουμε ότι η τοποθέτησή του φροντίζει σε τελική ανάλυση να παίρνει υπό την προστασία του τον καπιταλισμό και πασχίζει να τεκμηριώσει την αιωνιότητά του. Επιστρατεύει μια άσφαιρη κριτική στο εκμεταλλευτικό σύστημα, διαστρεβλώνοντας την ουσία ορισμένων γνωρισμάτων του και προτείνοντας μια πληθώρα παραλλαγών αστικής διαχείρισης που καλούνται ματαίως να εκλογικεύσουν, να τιθασεύσουν τις πιο οξείες πλευρές του. Ουσιαστικά οι θέσεις του στοχεύουν στη διάσωση του καπιταλιστικού συστήματος και γι’ αυτό δρουν αντικειμενικά ως ανάχωμα στην άνοδο του ταξικού ριζοσπαστισμού. Προβάλλει ως στόχο την ανάκτηση της «δημοκρατίας» προπαγανδίζοντας στην ουσία την «αστική δημοκρατία» και την καπιταλιστική εκμετάλλευση που είναι η οικονομική της βάση.

Παράλληλα, μόνιμη επιδίωξή του είναι τόσο πριν την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης όσο και μετά από αυτή να εμφανίζει μια κάθε φορά επικαιροποιημένη δέσμη μέτρων που να καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί η καπιταλιστική βαρβαρότητα να διορθωθεί.

Αντιμετωπίζει την ΕΕ ως μια κατάκτηση των λαών, αποδεχόμενο την ουσία της στρατηγική της και τον ίδιο τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης στον οποίο και το ίδιο κινείται και ζητά την επανίδρυσή της σηκώνοντας στην ουσία τη σημαία «της πάλης» για τη μεταρρύθμιση της3. Καλλιεργεί την αντίληψη ότι με μια αλλαγή θεσμών και με ορισμένες μεταρρυθμίσεις θα μετατραπούν σε φιλολαϊκά τα βασικά εργαλεία της ΕΕ, όπως το Ευρωκοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά και ο διακρατικός ιμπεριαλιστικός οργανισμός, η ΕΕ στο σύνολό της. Ισχυρίζεται ότι θα γίνει προστάτης των λαϊκών συμφερόντων επιβάλλοντας μια άλλη μορφή διαχείρισης του καπιταλισμού.

Διεκδικώντας το ρόλο του αυθεντικού υπερασπιστή της ιμπεριαλιστικής ένωσης, απορρίπτει τις αστικές εθνικιστικές θέσεις για έξοδο από την ευρωζώνη, τη ρητορική του ευρωσκεπτικισμού4 που είναι επίσης αποπροσανατολιστικές για τους λαούς.

Το ΚΕΑ παρουσιάζει την ΕΕ να ασφυκτιά κάτω από την κηδεμονία του ΝΑΤΟ5, του οποίου ζητά ως ευχή τη διάλυση χωρίς να θέτει ζήτημα πάλης για την αποδέσμευση. Το περί κηδεμονίας της ΕΕ από το ΝΑΤΟ αποτελεί μια ακόμα προκλητική αθώωση της ΕΕ, τη στιγμή μάλιστα που με τις πρόσφατες αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής του Δεκέμβρη ενισχύεται η επιχειρησιακή αυτοτελή της ικανότητα για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο μέσα από την αναβάθμιση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνάς της. Ο στόχος που θέτει το ΚΕΑ για πιο ισχυρή ΕΕ συγκριτικά με το ΝΑΤΟ αποσιωπά ότι οι αλληλοδιαπλεκόμενες σχέσεις αυτών των ιμπεριαλιστικών διακρατικών ενώσεων περιλαμβάνουν τόσο τη συνεργασία όσο και τον ανταγωνισμό.

Η κριτική που ασκεί το ΚΕΑ στην ΕΕ περιορίζεται στην εφαρμογή «ενός λαθεμένου νεοφιλελεύθερου μίγματος» αστικής διαχείρισης το οποίο την έχει δήθεν εκτρέψει από τη φιλολαϊκή πορεία και τις αρχές της δημοκρατίας. Στα κείμενά του κάνει αναφορές στο «χρηματιστικοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα» ως αποτέλεσμα των «νεοφιλελεύθερων δογμάτων που επικρατούν στην ΕΕ». Με αυτές τις θέσεις και τη δράση του, το ΚΕΑ εμποδίζει την εργατική πολιτική χειραφέτηση και τη λαϊκή αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική συμμαχία που χρειάζεται για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, για το σοσιαλισμό. Επιδιώκει να σύρει το εργατικό και λαϊκό κίνημα στην παραπλανητική γραμμή πάλης ενάντια στη «χρηματιστικοποίηση της οικονομίας», στο «ακραίο φιλελεύθερο μοντέλο υπό την επιτήρηση των χρηματιστικών αγορών», στα οποία ψευδεπίγραφα αποδίδει την καπιταλιστική οικονομική κρίση.

Πρόκειται για την παμπάλαια αλλά επικίνδυνη οπορτουνιστική άποψη που παρουσιάζει ως εκτροπή από τον υγιή ανταγωνισμό φαινόμενα τα οποία βρίσκονται στη φύση της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η σύμφυση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο, ο παρασιτισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αλλοιώνουν την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που δεν είναι άλλη από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την επακόλουθη παραγωγή με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος. Στην ουσία εξαπατούν ταυτίζοντας τον όρο «καπιταλιστικό σύστημα» με ένα συγκεκριμένο μίγμα διαχείρισής του, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν ένα άλλο μίγμα διαχείρισης του καπιταλισμού ως σοσιαλισμό, και πιο συγκεκριμένα ως σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για να διαχωριστούν από την πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού - κομμουνισμού η οποία βασιζόταν στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και την ένταξή τους στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό.

Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα που επικαλείται το ΚΕΑ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χίμαιρα ενός καπιταλισμού στον οποίο καπιταλιστές και εργάτες θα ζουν αρμονικά σε καθεστώς «ισότητας», στη βάση ενός ρυθμιζόμενου διαμοιρασμού της εξουσίας και των κερδών των καπιταλιστών με τους εργάτες.

Αυτή η προκλητική και με παραμορφωτικούς φακούς παρουσίαση της εκδοχής του ΚΕΑ για τον καπιταλισμό συγκρούεται με την ίδια την πραγματικότητα που βιώνει η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που πρέπει συνολικά να απορρίψουν το ΚΕΑ, τη γραμμή συμβιβασμού και ενσωμάτωσης στα καπιταλιστικά συμφέροντα. Όσο για τα κλαψουρίσματα του λεγόμενου «Αριστερού Ρεύματος» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ για τη φιλοευρωπαϊκή γραμμή στην οποία κατέληξε το Συνέδριο του ΚΕΑ, αυτά δεν ξεφεύγουν από μια απαίτηση να ενισχυθεί απλά η δόση της ανέξοδης άσφαιρης κριτικής στην ΕΕ, με ορισμένες απειλές για έξοδο από την Ευρωζώνη, που αφήνει βεβαίως ανέγγιχτη την καπιταλιστική εξουσία και εντάσσεται σ’ ένα έστω ασθενέστερο ενδεχόμενο αναδιάταξης των συμμαχιών μεταξύ των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη.

Επιπρόσθετα, το ΚΕΑ εμφανίζει μια διαχρονική αντικομμουνιστική δραστηριότητα με άξονα την αντισταλινολογία. Κόμματα-μέλη του, όπως το «Die Linke», έχουν πρωτοστατήσει σε αντικομμουνιστικές εκδηλώσεις, όπως η πρόσφατη αντικομμουνιστική έκθεση στο Ευρωκοινοβούλιο του βουλευτή της Η. Scholz, ανέγερση αντικομμουνιστικών μνημείων κ.ά.

Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη έφεση δείχνουν στελέχη του ΚΕΑ σε δηλώσεις ωμού αντικομμουνισμού, όπως αυτές του μέλους του προεδρείου του ΚΕΑ, εκπροσώπου του «Die Linke», Ντ Ντεμ, ο οποίος δήλωσε προκλητικά ότι «η σύγκριση Στάλιν και Χίτλερ είναι όμοια με αυτή της χολέρας με την πανούκλα». Αλλά και η πρόεδρος των Κοκκινοπράσινων της Δανίας, Γιοχάνα Νίλσεν, είχε δηλώσει: «Το κόμμα μας δεν έχει τίποτα το κοινό με τη δικτατορία της ΕΣΣΔ. Μας χωρίζει τεράστια απόσταση με τις δικτατορίες του ανατολικού μπλοκ, την οποία δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε».

Η αντικομμουνιστική αυτή δραστηριότητα, οι εμετικές δηλώσεις του ΚΕΑ και των κομμάτων του που επιχειρούν ν’ αμαυρώσουν τις ιστορικές κατακτήσεις, τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τον καθοριστικό ρόλο της ΕΣΣΔ στην ήττα του ναζισμού, καθώς και η πρόταση στο πρόσφατο συνέδριο για καταδίκη της Κούβας στο όνομα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ψηφίστηκε από το 20% του συνεδρίου, διδάσκει όχι μόνο τους εργαζομένους, αλλά και τα ΚΚ, ότι το ΚΕΑ είναι εχθρική, δυσφημιστική δύναμη για τους στόχους τους, αντίπαλη με τα λαϊκά συμφέροντα, που εναρμονίζεται με τους απολογητές του καπιταλισμού.

Πυρήνας των θέσεών τους για τις ευρωεκλογές είναι το «νέο μοντέλο κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης» το οποίο αποτελεί άλλο ένα «μοντέλο» καπιταλιστικής ανάπτυξης, αφού προφανώς στηρίζεται στην καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα, οι οποίες δεν αμφισβητούνται σε κανένα κείμενο του ΚΕΑ. Βασικό στοιχείο αυτού του μοντέλου είναι η «αποκέντρωση και μετατροπή της βιομηχανικής παραγωγής στην Ευρώπη αναπτύσσοντας μικρούς κύκλους παραγωγής και κατανάλωσης». Πρόκειται για μια διατύπωση η οποία κλείνει το μάτι σε αυταπάτες περί δυνατότητας μαζικής αναβίωσης της μικρής εμπορευματικής παραγωγής στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο οποίο κυριαρχεί το καπιταλιστικό μονοπώλιο. Φυσικά, η παραπάνω διατύπωση είναι συνειδητά διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να μη λέει ρητά κάτι τέτοιο και να μη φαίνεται αν πρόκειται για συνειδητή διασπορά αυταπατών ή για πρόταση προς τα μονοπώλια για την καλύτερη διαχείριση των πόρων τους. Το ίδιο παραπλανητικές είναι οι θέσεις του ΚΕΑ για μια Ευρώπη ειρήνης, για δίκαιο εμπόριο.

Την ίδια οπορτουνιστική στρέβλωση επιχειρεί το ΚΕΑ σε σχέση με το χαρακτήρα θέσεων όπως «η εξουσία στο λαό», την οποία παρουσιάζει ως «επανάκτηση της εξουσίας έναντι του χρηματοπιστωτικού συστήματος» και «διευκόλυνση της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ». Δηλαδή με συμμετοχή στους αστικούς θεσμούς, στους θεσμούς της ΕΕ, το ΚΕΑ ισχυρίζεται ότι θα επιτευχθεί η λαϊκή εξουσία. Πρόκειται για έναν ακόμη εξωραϊσμό των αστικών θεσμών, που βασίζεται στην απόκρυψη του γεγονότος ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους λαϊκή εξουσία στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αυτή η ιδιοκτησία καθιστά κυρίαρχη στην κοινωνία την αστική τάξη, η οποία οικοδομεί την εξουσία της με ένα ολόκληρο πλέγμα αστικών θεσμών, μεταξύ των οποίων και η κυβέρνηση.

 

Η ΑΝΑΘΕΣΗ ΡΟΛΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Τα στοιχεία που εκθέσαμε πιο πάνω αποτελούν προγραμματικά χαρακτηριστικά του ΚΕΑ. Ωστόσο, εκείνο το στοιχείο που ενισχύεται στο τελευταίο συνέδριό του, με ανάλογη προσαρμογή της συνθηματολογίας του, είναι η πιο σαφής επιδίωξή του να αναλάβει το πηδάλιο του διαχειριστή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το ΚΕΑ θεωρεί την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ως «ραγδαία πρόοδο»6 λόγω της απότομης ανόδου της κοινοβουλευτικής του δύναμης, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα μαζικής μετακίνησης σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων σε αυτόν με ταυτόχρονη διατήρηση του οπορτουνιστικού πυρήνα του. Στην ουσία ο οπορτουνισμός αυτοπροβάλλεται στους κύκλους της αστικής τάξης μέσω των λεγόμενων «αριστερών κυβερνήσεων» ως ο πλέον ικανός να προωθήσει αντιλαϊκές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με τους λιγότερους κλυδωνισμούς και τη μεγαλύτερη δυνατή εξασφάλιση μιας περιόδου ανοχής στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εμφανίζεται ως αντικαταστάτης της σοσιαλδημοκρατίας και το «αντίπαλο δέος» στο φιλελεύθερο πόλο των αστικών δυνάμεων, αλλά και διατεθειμένος να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, χρησιμοποιώντας ως φόβητρο την άνοδο φασιστικών δυνάμεων, καλώντας σε αντιφασιστικά μέτωπα για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, επαναλαμβάνει με άλλους τίτλους και πολιτικό σχήμα το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας που αλλεπάλληλα διέσωσε το καπιταλιστικό σύστημα.

Σήμερα, την πορεία σοσιαλδημοκρατικοποίησης του χώρου αυτού σηματοδοτεί το ίδιο το κόμμα-πρόεδρος του ΚΕΑ, το Γαλλικό ΚΚ. Η σύμπραξή του με τους σοσιαλιστές του Ολάντ στις επερχόμενες τοπικές εκλογές είναι ενδεικτική, παρότι έχει αποκαλυφθεί πλατιά η υλοποίηση μιας βάρβαρης αντεργατικής πολιτικής στη Γαλλία. Η πρόσφατη αποχώρηση του γαλλικού «Κόμματος της Αριστεράς» του Μελανσόν από το ΚΕΑ συνιστά ευκαιριακή προσπάθεια του Μελανσόν να επωφεληθεί της λαϊκής δυσαρέσκειας που τροφοδοτεί η πολιτική της κυβέρνησης Ολάντ και επιχειρεί να διαχωριστεί και από τους συνοδοιπόρους του, το Γαλλικό ΚΚ, εκφράζοντας ταυτόχρονα και αντιθέσεις με ομάδες του τελευταίου.

Όλες αυτές οι επιλογές του ΚΕΑ και των κομμάτων του αποδεικνύουν ότι δεν έχουν καμιά βάση οι δημαγωγικές ανακοινώσεις της ΝΔ περί «ακραίων κομμάτων του ΚΕΑ», φανερώνοντας ότι με αυτές επιδιώκεται η συντήρηση της διπολικής αντιπαράθεσης, που αποκρύπτει τη στρατηγική σύμπλευση ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ παρά τις διαφορές τους.

 

ΤΑ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ

Επιπρόσθετα με τα παραπάνω, η επιλογή του ΚΕΑ και του ΣΥΡΙΖΑ να καταθέσουν υποψηφιότητα για την προεδρία της Κομισιόν, αποκαλύπτει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την αφοσίωσή τους στην υπόθεση της στήριξης της ευρωένωσης του κεφαλαίου. Είναι υποκριτική η τοποθέτησή τους ότι θέλουν να αποτελέσουν την εναλλακτική φωνή ανάμεσα στα «μεγάλα κόμματα». Η προεδρία της Κομισιόν δεν μπορεί να έχει φιλολαϊκό περιεχόμενο. Αποτελεί εργαλείο και μηχανισμό που λειτουργεί σε βάρος των λαών για την προώθηση και τον έλεγχο εφαρμογής αντεργατικών μέτρων και φιλομονοπωλιακών ρυθμίσεων. Η υποψηφιότητα Τσίπρα μαρτυρά τη διαθεσιμότητα του ΚΕΑ και του ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβουν από θέση πρώτης ευθύνης την εξυπηρέτηση των στόχων του κεφαλαίου, διαβεβαιώνει την αστική τάξη ότι κάθε άλλο παρά επικίνδυνοι είναι για το καπιταλιστικό σύστημα.

Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του ΚΕΑ, Α. Τσίπρας, με ομιλία του -που δε δημοσιεύτηκε ποτέ στα ελληνικά από το ΣΥΡΙΖΑ- χαιρέτισε σε εκδήλωση προς τιμήν του Αυστριακού σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου, Μπρούνο Κράισκι, που έγινε το Σεπτέμβρη του 2013 στη Βιέννη. Η ομιλία αυτή δημοσιεύτηκε στην έκδοση του θεωρητικού περιοδικού του ΚΕΑ, «Τρανσφόρμ», το Δεκέμβρη του 2013. Είναι αποκαλυπτικό το παρακάτω απόσπασμα:

«Ο διάλογος και οι πολιτικές συμμαχίες είναι στην καρδιά της κουλτούρας, του DNA του κόμματός μου, του ΣΥΡΙΖΑ, ως σημαντικό μέρος του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία […] Ωστόσο, δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη και την απογοήτευσή μου για την πολιτική στροφή που έχουν κάνει τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα τελευταία χρόνια […] Όλοι μας πρέπει να αντλήσουμε διδάγματα από την κρίση, αλλά ιδιαίτερα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα […] Αν οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ακολουθήσει την παρακαταθήκη πολιτικών όπως ο Bruno Kreisky, ο Willy Brandt ή ο Olaf Palme, η Ευρώπη δε θα είχε μετατραπεί σε αυτήν τη νεοφιλελεύθερη έρημο. […] Η απουσία των σοσιαλδημοκρατών στην παράδοση του Bruno Kreisky δημιούργησε τον πολιτικό χώρο για τις πολιτικές ενάντια στην κρίση που δημιούργησαν ένα νέο και αόρατο οικονομικό τείχος ανάμεσα στους πιστωτές, τις πλεονασματικές χώρες του Βορρά, και τους οφειλέτες, τις ελλειμματικές χώρες του Νότου […] Δεν προσπαθώ να υποστηρίξω ότι η Ελλάδα δε χρειάζεται μεταρρυθμίσεις ή ότι δεν έχει αδυναμίες […] Μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα απλώσει το χέρι στους σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης, στους ελεύθερα σκεπτόμενους φιλελεύθερους, σε όλους τους Ευρωπαίους που δε θέλουν η Ευρώπη να κατρακυλήσει στον εφιάλτη. Αυτά είναι τα ελάχιστα αιτήματα μιας μελλοντικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να ικανοποιηθούν σήμερα: Χωρίς αλλαγές σε συνθήκες […] Η μόνη εναλλακτική είναι να αποδεχτώ τον αργό θάνατο του έθνους μου και την αργή διάλυση της Ευρωζώνης, που θα καταστρέψει την ίδια την ΕΕ»7.

Κοντολογίς, κατά το ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς σύγκρουση με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, χωρίς καν αλλαγές σε συνθήκες, με ορισμένες μεταρρυθμίσεις, με διαπραγματεύσεις «κυρίων», μπορεί να υπάρξει επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση περασμένων δεκαετιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΕΑ επιδιώκουν να γίνουν σοσιαλδημοκράτες στη θέση των σοσιαλδημοκρατών. Ανάλογες δηλώσεις έχει επιστρατεύσει επίσης στο περιοδικό του ΚΕΑ και ο πρόεδρός του και εθνικός γραμματέας του Γαλλικού ΚΚ, Π. Λοράν, αναφέροντας πως το ΚΕΑ «θα παλέψει για την αλλαγή των κανόνων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού»8.

Στην ίδια κατεύθυνση, στο πλαίσιο της δημιουργίας των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε τα κόμματα του ΚΕΑ να πάρουν την απαιτούμενη έγκριση από την αστική τάξη των χωρών τους για να παίξουν ανάλογο κυβερνητικό ρόλο, δρομολογούν την πιο ουσιαστική πρόσδεση των φιλοεργοδοτικών συνδικαλιστικών ενώσεων στην επιρροή τους. Η προσπάθεια μετεξέλιξης των φόρουμ σε «εναλλακτικές συνόδους» που θα αποτελούν χειροκροτητές των λεγόμενων αριστερών κυβερνήσεων και των προτάσεων αστικής διαχείρισης φιλοδοξούν να εμπλέξουν και τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες που αντιλαμβάνονται ότι η κλασική σοσιαλδημοκρατία χάνει έδαφος και αναζητούν εναλλακτικά στηρίγματα. Η παρουσία για πρώτη φορά των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΕTUC) στην «Εναλλακτική Σύνοδο» - μια νέα εκδοχή των φόρουμ με ενίσχυση της λογικής προβολής των «υπεύθυνων προτάσεων» για την αστική διακυβέρνηση - αλλά και της προέδρου τους για πρώτη φορά στο Συνέδριο του ΚΕΑ στη Μαδρίτη, σηματοδοτεί αυτές τις διεργασίες. Αυτή η γραμμή καταγράφεται στο συνέδριό του, στην απόφαση συνέχισης των «εναλλακτικών συνόδων» με ιδιαίτερη στόχευση τα συνδικάτα, το φθινόπωρο του 2014.

Την ίδια στιγμή το ΚΕΑ αξιοποιεί ένα ευρύ δίκτυο ΜΚΟ, δεξαμενών σκέψης με ομπρέλα το δικό του ίδρυμα Τρανσφόρμ και συνεργαζόμενα ιδρύματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ αποτελεί την ατμομηχανή αυτού του πολυπλόκαμου μηχανισμού ιδεολογικής πολιτικής χειραγώγησης και μετάλλαξης ΚΚ και κάθε είδους χρηματοδοτικής και άλλης στήριξης που ενισχύει με κρατικό κι ευρωενωσιακό χρήμα κάθε κίνηση που υπόσχεται αναστήλωση του καπιταλισμού και της ΕΕ.

To οπορτουνιστικό γερμανικό αυτό ίδρυμα αποτελεί τη μετεξέλιξη ενός συλλόγου που ιδρύθηκε το 1989 για τη στήριξη της δράσης του τότε ΚΟΔΗΣΟ (PDS). To 1996 αναγνωρίστηκε επίσημα από το συνέδριο του PDS και το 1999 ξεκίνησε η χρηματοδότησή του από το υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας. Το 2000 μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και πλέον ανήκει στο «Die Linke». Διατηρεί γραφεία σε Βέλγιο, Πολωνία, Ρωσία, Σερβία, Εκουαδόρ, Μεξικό, Βραζιλία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Νότια Αφρική, Σενεγάλη, Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ και παρεμβαίνει ιδεολογικοπολιτικά με διάφορα προγράμματα και υποτροφίες που χρηματοδοτεί. Η διεύρυνση της παρέμβασής του σε άλλες ηπείρους συνοδεύεται με την ενίσχυση και συνεργασία του ΚΕΑ με αντίστοιχα δίκτυα περιφερειακού συντονισμού (το Φόρουμ της Αραβικής Αριστεράς, το Φόρουμ του Σάο Πάολο, το Αφρικανικό Δίκτυο της Αριστεράς), κατά βάση οπορτουνιστικών δυνάμεων που επιδιώκουν να ενσωματώσουν ΚΚ και συνδικάτα.

Από το 2013 επίσης λειτουργεί γραφείο του Ρόζα Λούξεμπουργκ και στην Αθήνα, με σαφή στόχευση τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ και τη συστηματική οπορτουνιστική διαβρωτική δουλειά, με κύριο στόχο το ΚΚΕ και το ταξικό εργατικό κίνημα.

 

Η ΠΕΙΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

Απέναντι στο συγκροτημένο αυτό φορέα του οπορτουνισμού που αυτοπροβάλλεται ως ικανός και πρόθυμος διαχειριστής αστικής διακυβέρνησης, αντιπαρατίθεται η ιδιαίτερα αρνητική πείρα κι όσα υπέστησαν οι εργαζόμενοι όπου γνώρισαν «κυβερνήσεις της Αριστεράς»: Η σύμπραξη των μεταλλαγμένων ΚΚ στις αστικές κυβερνήσεις (το μεν Γαλλικό ΚΚ στην κυβέρνηση Ζοσπέν, η δε Ιταλική Κομμουνιστική Επανίδρυση στις κυβερνήσεις Ντ’ Αλέμα και Πρόντι), οι οποίες αποφάσιζαν τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, ενώ ως «αριστερά» και «κομμουνιστικά» κόμματα διαδήλωναν υποκριτικά «ενάντια στον πόλεμο». Παράλληλα, επέβαλαν αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και αύξησαν τους φόρους στο λαό. Καθόλου τυχαία, και τις δύο φορές την «κυβερνώσα Αριστερά» στην Ιταλία την διαδέχτηκε κυβέρνηση Μπερλουσκόνι.

Όμως και πιο σύγχρονα παραδείγματα κομμάτων - μελών του ΚΕΑ είναι εξόχως διδακτικά για το πώς εννοούν την «αριστερή διακυβέρνηση». Για παράδειγμα στο Βερολίνο, στην κρατιδιακή κυβέρνηση που συγκρότησαν οι σοσιαλδημοκράτες από κοινού με το «Die Linke», από το 2006 ως το 2011 έκοψαν τη χρηματοδότηση στεγαστικού προγράμματος, ιδιωτικοποίησαν τη δημοτική επιχείρηση κατοικιών, με αποτέλεσμα 65.700 διαμερίσματα και επαγγελματικοί χώροι να πουληθούν στην «Goldman Sachs», κάνοντας μαζικές εξώσεις σε εργατικές και λαϊκές οικογένειες. Επίσης ιδιωτικοποίησαν τη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και πετσόκοψαν κονδύλια για την Πρόνοια, ενώ η γερμανική «κυβερνώσα Αριστερά» επέβαλε και χαράτσι 100 ευρώ για τα σχολικά βιβλία.

Αλλά και στην Ισπανία αυτές τις μέρες, η κρατιδιακή κυβέρνηση της Ανδαλουσίας (συνεργασία Σοσιαλιστικού Κόμματος και Ενωμένης Αριστεράς) επέλεξε το μέτρο της ανταποδοτικότητας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο του σπιτιού τους. Η υπουργός Οικονομίας και Κατοικίας Έλενα Κόρτες είναι στέλεχος της Ενωμένης Αριστεράς και όπως δήλωσε πρόσφατα: «Η τοπική κυβέρνηση της Ανδαλουσίας (με πληθυσμό 8 εκατομμύρια) θέλει να στείλει ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο, ότι το Δημόσιο δεν είναι δωρεάν […] Έχει ένα κόστος που το καταβάλλει όλη η κοινωνία»9. Έτσι, η «κυβερνώσα Αριστερά» καλεί όσους δεν μπορούν να πληρώνουν το ενοίκιο ή το ρεύμα προς την τοπική κυβέρνηση να δουλεύουν για την ανακαίνιση, ανοικοδόμηση κατοικιών, προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους, υιοθετώντας στην ουσία της τη λογική της ανταποδοτικότητας. Η λογική της ανταποδοτικότητας, είτε στις σχέσεις των εργαζομένων με το κράτος είτε στην ικανοποίηση των αναγκών τους μέσω της αγοράς εμπορευμάτων, βρίσκεται στην ίδια την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όσον αφορά το συγκεκριμένο παράδειγμα της κατοικίας για παράδειγμα, μόνο με μια εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης, στην οποία η κατοικία δε θα είναι εμπόρευμα, μπορεί να εξασφαλίζεται η φθηνή λαϊκή και αναβαθμισμένη στέγη για όλους.

Ανάλογη πείρα προκύπτει και από τη Δανία, όπου το προηγούμενο διάστημα η Κοκκινοπράσινη Συμμαχία Δανίας, μέλος του ΚΕΑ, στήριξε την κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών που επέβαλε φόρους, περικοπές 2 δισ. ευρώ σε συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, αναπηρίας, φοιτητών κ.ά.

 

ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΑ

Το Διεθνές ΚΚ στη συντριπτική πλειοψηφία του παρουσιάστηκε απροετοίμαστο να απαντήσει και να συγκρουστεί με το ΚΕΑ ως σύγχρονο φορέα της διάβρωσης και της οπορτουνιστικής μετάλλαξης ΚΚ που πρωτοστάτησαν στη διαμόρφωσή του. Η κρίση του ΔΚΚ μάλιστα ήταν -και παραμένει μέχρι σήμερα- τέτοια, που δεν κατόρθωσε να απομονώσει τους πρωτεργάτες του ΚΕΑ οι οποίοι το 2004 καλούσαν τα ΚΚ που έμειναν πιστά στο μαρξισμό-λενινισμό και στην πάλη για το σοσιαλισμό να δώσουν εξηγήσεις γιατί δεν έμπαιναν στο ΚΕΑ.

Το ΚΚΕ ανέλαβε τότε τη σοβαρή ευθύνη να ανοίξει ένα ολοκληρωμένο ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο ενάντια στο ΚΕΑ, στο χαρακτήρα του ως κόμματος της ΕΕ, στη συμμετοχή των ΚΚ σε αυτό, στις θέσεις και τις συνεδριακές αποφάσεις του, στις εχθρικές στοχεύσεις του σε βάρος των ΚΚ που υπερασπίζονται το μαρξισμό-λενινισμό και τιμούν τον κομμουνιστικό τίτλο τους. Κάλεσε ανοιχτά τα άλλα ΚΚ να ανοίξουν ανάλογο μέτωπο πάλης με το ΚΕΑ.

Η προσπάθεια αυτή του ΚΚΕ εξυπηρετούσε την ανάγκη να αποκτήσει το ΔΚΚ τη δική του αυτοτελή ιδεολογική, πολιτική και μαζική πάλη, να επεξεργαστεί ενιαία επαναστατική στρατηγική, απαλλασσόμενο από τις οπορτουνιστικές πιέσεις και το διαλυτικό ρόλο του ΚΕΑ και των δυνάμεων που πρωτοστατούν σε αυτό.

Όμως για να εξυπηρετηθεί αυτή η ζωτική ανάγκη και προκειμένου να ανοίξει αυτή η ουσιαστική συζήτηση, το ΚΚΕ αντιλήφθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση το να σπάσει με την παρέμβασή του στην πράξη μια χρόνια επιζήμια πρακτική διπλωματικής - τυπικής στάσης των ΚΚ στις μεταξύ τους σχέσεις. Η ευρωκομμουνιστική αντίληψη που κυριάρχησε με το πέρασμα των χρόνων στο ΔΚΚ θεωρούσε ως «παρέμβαση στο εσωτερικό άλλων κομμάτων», ως «κίνηση διασπαστική που υποσκάπτει την ενότητα του ΔΚΚ», κάθε άσκηση κριτικής του ενός ΚΚ στο άλλο για ιδεολογικά και πολιτικά θέματα. Στην πράξη, η κομμουνιστική αρχή της κριτικής και αυτοκριτικής όχι μόνο είχε αποδυναμωθεί, αλλά πρακτικά «απαγορευόταν» στις διεθνείς σχέσεις ανάμεσα στα ΚΚ.

Το ΚΚΕ έχει βγάλει ιστορικά συμπεράσματα από τον επιζήμιο ρόλο που έπαιξε αυτή η αντίληψη και πρακτική, η οποία συνοδεύεται από τη θέση που θεωρεί ότι τα ΚΚ συνεννοούνται «στη βάση αυτών που συμφωνούν». Τέτοιες λογικές στοχεύουν να βάλουν εμπόδια στην ουσιαστική συζήτηση για τα κρίσιμα και στρατηγικής σημασίας ζητήματα στα οποία υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στα ΚΚ. Επιδιώκουν να αποκρύψουν από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, επιστρατεύοντας στρογγυλευμένες διατυπώσεις σε αντιφατικά και θολά κείμενα που σπέρνουν τη σύγχυση και προκαλούν καθυστέρηση στη διαμόρφωση του ταξικού κριτηρίου. Αυτή η λαθεμένη αντίληψη αφήνει ανοιχτό το πεδίο στον οπορτουνισμό να δρα ανεμπόδιστα μέσα στο Διεθνές ΚΚ, αφήνει ανενόχλητα εκείνα τα ΚΚ που έχουν εγκαταλείψει το μαρξισμό-λενινισμό να δρουν μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Χρόνο με το χρόνο αυτή η αντίληψη απονευρώνει αντικειμενικά την ανάλυση και υπονομεύει τη σωστά προσανατολισμένη δράση των κομμουνιστών, ανεξαρτήτως από τις προθέσεις τους.

Μπροστά στις ολοένα και πιο σύνθετες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, τα ΚΚ καλούνται να ισχυροποιήσουν το μέτωπο ενάντια στα ΚΚ που μεταλλάχτηκαν σε νεοαριστερές δυνάμεις. Η αντεπανάσταση και η χρόνια οπορτουνιστική διάβρωση του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στον πυρήνα του διεθνούς καπιταλισμού, κάνουν επιτακτική την ανάγκη τα ΚΚ να επικεντρωθούν απερίσπαστα στην ουσιαστική συζήτηση για να εντοπιστούν αδυναμίες, να ξεπεραστούν λαθεμένες στρατηγικές που επιβιώνουν μέχρι σήμερα ενώ κρίθηκαν από τη ζωή και εμπόδισαν την επίλυση του ζητήματος της εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικές, γιατί δεν είχαν προετοιμαστεί γι’ αυτήν την προοπτική, έχοντας στον προσανατολισμό τους ένα μεταβατικό στάδιο εξουσίας. Στο βαθμό που θα υποχωρεί και τελικά χρεοκοπήσει η αντίληψη ανάμεσα στα ΚΚ ότι μπορεί να υπάρξει ένας «ανθρώπινος καπιταλισμός», ως στάδιο-προπομπός του σοσιαλισμού, θα συνειδητοποιείται ότι οι οπορτουνιστικές δυνάμεις της νεοαριστεράς δεν είναι δυνάμει σύμμαχοι, αλλά διαπιστωμένοι αντίπαλοι των κομμουνιστών και της ταξικής πάλης, των ίδιων των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Έχοντας ως εφόδιο τα παραπάνω συμπεράσματα, το ΚΚΕ επιχειρεί την τεκμηριωμένη κριτική από θέσεις κομμουνιστικές. Το Δεκέμβρη του 2011, με δημόσια επιστολή-απάντησή του προς το ΚΚ Ισπανίας, τεκμηρίωνε με συγκεκριμένα αποσπάσματα από το ίδιο το εκλογικό πρόγραμμα της «Ενωμένης Αριστεράς Ισπανίας» γιατί ο «Ριζοσπάστης» σε άρθρο του για τις τότε ισπανικές εκλογές εκτιμούσε ότι αυτό το πρόγραμμα εγκλώβιζε τους εργαζομένους σε αυταπάτες περί μιας καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε συζήτηση και ενέτεινε τις διεργασίες που ευνοούν την ουσιαστική συζήτηση στο ΔΚΚ.

Ανάλογα παρενέβη το ΚΚΕ μαζί με άλλα 18 Κόμματα το Φλεβάρη του 2013 αντιδρώντας στο ενδεχόμενο το ΚΚ Ισπανίας, ένα κόμμα που βρίσκεται στο προεδρείο του οπορτουνιστικού κέντρου στην Ευρώπη, του ΚΕΑ, να φιλοξενήσει τη Διεθνή Συνάντηση των ΚΚ. Στην ανακοίνωση των ΚΚ τονιζόταν ξεκάθαρα ότι το ΚΕΑ «αποτελεί εργαλείο της ΕΕ για την αποκομμουνιστικοποίηση των ΚΚ και σε καμία περίπτωση δε θα συναινέσουμε με τη διεξαγωγή της συνάντησης από ένα κόμμα - μέλος του προεδρείου του».

Λίγα μόλις 24ωρα αργότερα από τη δημοσίευση αυτής της επιστολής που σημάδευε και αποκάλυπτε το ρόλο των μεταλλαγμένων ΚΚ που έχουν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ΚΕΑ, το Γαλλικό ΚΚ στο συνέδριό του ανακοίνωνε και την αποκήρυξη του σφυροδρέπανου…

Αλλά και μόλις πρόσφατα, στην τελευταία Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων της Λισαβόνας, το ΚΚΕ, επιδιώκοντας να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση, τεκμηρίωσε συγκεκριμένα ότι το σχέδιο κοινής ανακοίνωσης που εισηγήθηκε το Πορτογαλικό ΚΚ δίνει λαθεμένη κατεύθυνση στην πάλη, διαπνέεται από την πάλη για μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οδηγεί σε ενσωμάτωση στο σύστημα και παραπέμπει την πάλη για το σοσιαλισμό στη «Δευτέρα Παρουσία», εμποδίζοντας τον προσανατολισμό της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος στις ανάγκες της ταξικής πάλης για το σοσιαλισμό. Την τοποθέτηση αυτή του ΚΚΕ συμμερίστηκαν αξιοσημείωτος επίσης αριθμός ΚΚ, που με ευθύνη τοποθετήθηκαν ενάντια στο σχέδιο ανακοίνωσης, το οποίο, αντίθετα, στήριξαν κόμματα του ΚΕΑ.

 

ΚΑΙΡΙΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

Το ΚΚΕ στην ίδια κατεύθυνση παίρνει όλα αυτά τα χρόνια ανάλογες πρωτοβουλίες που στοχεύουν να ενισχύσουν την κοινή οργανωμένη έκφραση, την από κοινού τοποθέτηση και συσπείρωση των ΚΚ σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε κατεύθυνση επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, της πάλης για το σοσιαλισμό.

Στις παραμονές των ευρωεκλογών του 2009, το ΚΚΕ εναντιώθηκε σε οργανωμένη προσπάθεια του ΚΕΑ να συμπαρασύρει ΚΚ να υπογράψουν την εκλογική διακήρυξή του που αποτελούσε άλλοθι για τον καπιταλισμό και αποενοχοποιούσε την ΕΕ. Ανέλαβε πρωτοβουλία και κάλεσε τα ΚΚ και Εργατικά Κόμματα της ΕΕ σε υπογραφή κοινής εκλογικής διακήρυξης για τις ευρωεκλογές, η οποία υπογράμμιζε το δικαίωμα των λαών στην αποδέσμευση από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλιστικής επιλογής, την οποία συνυπέγραψαν τελικά 21 κόμματα. Συμβολή σημαντική σε αυτήν τη διαπάλη αποτέλεσε και η δημόσια ανακοίνωση του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος τον Απρίλη του 2009 ότι αποχωρούσε από το ΚΕΑ.

Τις παραμονές του 3ου Συνεδρίου του ΚΕΑ, το Δεκέμβρη του 2010, το ΚΚΕ εκ νέου απηύθυνε κάλεσμα αποχώρησης των κομμουνιστικών κομμάτων από το ΚΕΑ. Το κάλεσμα αυτό είχε σημαντική απήχηση και όξυνε τη συζήτηση ανάμεσα στους κομμουνιστές, δίνοντας κουράγιο και ώθηση στην πάλη κομμουνιστικών δυνάμεων σε αντίξοες συνθήκες, ιδιαίτερα στις χώρες των κομμάτων που συμμετέχουν στο προεδρείο του ΚΕΑ (Γαλλικό ΚΚ - ΚΚ Ισπανίας). Η συζήτηση και η αντιπαράθεση οξύνεται και φωτίζει την αναγκαιότητα να απεγκλωβιστούν οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όπως επίσης και πλατιά η ίδια η εργατική τάξη, από κάθε είδους προσμονή ότι μπορεί δήθεν να υπάρξει δρόμος επιστροφής για τα μεταλλαγμένα ΚΚ όπως το Γαλλικό, το Ισπανικό, η (ιταλική) Επανίδρυση.

Το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια πραγματοποιούσε ετησίως στις Βρυξέλλες Συναντήσεις των Ευρωπαϊκών ΚΚ σε διάφορα επίκαιρα ζητήματα, που καθιερώθηκε ως «Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Συνάντηση» και έπαιρνε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες δράσης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το γεγονός ότι σε αυτές τις συναντήσεις για πρώτη φορά δεν προσκαλούνταν κόμματα- μέλη του προεδρείου του ΚΕΑ.

 

ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Ως ώριμη ανάγκη μέσα από αυτήν την ανταλλαγή πείρας και συμπερασμάτων, καθώς και κοινής δράσης, προέκυψε τον Οκτώβρη του 2013 η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων της Ευρώπης για τη μελέτη και επεξεργασία ευρωπαϊκών ζητημάτων και το συντονισμό της δράσης τους». Η Κομμουνιστική αυτή Πρωτοβουλία συνιστά μια μορφή συνεργασίας, μια κίνηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων που στηρίζονται στις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού και τους ενώνει το όραμα μιας κοινωνίας δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δίχως φτώχεια, κοινωνική αδικία και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Η «Πρωτοβουλία» απευθύνεται πρωτίστως στα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των χωρών της ΕΕ, είναι επίσης ανοιχτή σε Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των χωρών που δεν είναι μέλη ή είναι συνδεδεμένα μέλη της ΕΕ. Η «Πρωτοβουλία» δεν αποτελεί κόμμα, ούτε είναι ένα από τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά κόμματα», τα οποία όχι μόνο δεν αποδέχεται, αλλά πολεμά.

Στόχος της «Πρωτοβουλίας» είναι να συμβάλει στην έρευνα και τη μελέτη ζητημάτων της Ευρώπης, ιδιαίτερα σχετικά με την ΕΕ, της πολιτικής που χαράσσεται στο πλαίσιό της και έχει επίδραση στη ζωή των εργαζομένων, καθώς και να βοηθήσει στην επεξεργασία κοινών θέσεων των κομμάτων και στο συντονισμό της αλληλεγγύης και άλλων δραστηριοτήτων τους.

Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» ήρθε σε μια περίοδο που το μεγάλο κεφάλαιο οξύνει την επίθεσή του απέναντι στην εργατική τάξη και επιταχύνει τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις του προς όφελος των μονοπωλίων. Αυτή η κίνηση υπηρετεί την ανάγκη ενότητας και διακριτής δράσης του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρώπη και την ενίσχυση της πάλης των κομμουνιστικών κομμάτων για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, των γυναικών από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Η «Πρωτοβουλία» υπηρετεί τη συγκέντρωση δυνάμεων και τη σχεδιασμένη δράση κατά της ΕΕ, της ένωσης του κεφαλαίου. Αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, που βεβαίως από μόνο του δεν μπορεί να επιλύσει τα σοβαρά προβλήματα του Διεθνούς ΚΚ και τη συνεχιζόμενη κρίση από την οποία δοκιμάζεται.

Η «Πρωτοβουλία» υπηρετεί την κοινή πάλη των Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων τόσο στη μάχη των Ευρωεκλογών, αλλά και στις άλλες πολιτικές μάχες που αυτά δίνουν, με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες, τα λαϊκά συμφέροντα ενάντια στην ΕΕ και τη στρατηγική της, ενάντια στα αστικά, φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ενάντια στις δυνάμεις του οπορτουνισμού που κινούνται στη γραμμή της διαχείρισης του καπιταλισμού.

Με την Ιδρυτική Διακήρυξη της «Πρωτοβουλίας» έχουν συμφωνήσει μέχρι σήμερα 29 Κομμουνιστικά και Εργατικά κόμματα.

Η «Πρωτοβουλία» συνειδητά δεν απηύθυνε καμιά πρόσκληση συμμετοχής στα κόμματα που αποτελούν ηγετικές δυνάμεις του ΚΕΑ, σε κόμματα που είναι στηρίγματά του όλα αυτά τα χρόνια, όπως το Γαλλικό και το Ισπανικό ΚΚ, η Επανίδρυση. Αυτά τα κόμματα συγκρότησαν το 2004, μαζί με οπορτουνιστικές δυνάμεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ και Λίνκε, μια αντίπαλη στο κομμουνιστικό κίνημα δύναμη, ένα μηχανισμό μετάλλαξης ΚΚ. Έχουν εδώ και χρόνια διαλέξει άλλο δρόμο σε αντίθετη κατεύθυνση από τα λαϊκά συμφέροντα. Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» μια δεκαετία αργότερα δίνει μια πρώτη απάντηση στο πώς με μια συγκροτημένη μορφή συνεργασίας τα Κομμουνιστικά κι Εργατικά Κόμματα της Ευρώπης ανοίγουν δυνατότητες να αναπτύξουν τις επεξεργασίες και τη δράση τους ενάντια στην ΕΕ του κεφαλαίου, αποκαλύπτοντας τον επικίνδυνο ρόλο του οπορτουνισμού, αλλά και προβάλλοντας την προοπτική ρήξης με τα μονοπώλια και τον καπιταλισμό, για το σοσιαλισμό, προοπτική που περιλαμβάνει την αποδέσμευση από την ΕΕ.

Οι πρώτες αντιδράσεις στη συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» είναι ιδιαίτερα θετικές. Κομμουνιστικά Κόμματα που ενημερώθηκαν και γνωρίζουν καλύτερα την «Πρωτοβουλία» απευθύνονται σε αυτήν και ζητούν να έχουν κοινή δράση μαζί της ή και να λάβουν μέρος σε αυτήν. Επίσης συνεχίζεται η συζήτηση με μια σειρά ΚΚ που ακόμα δεν έχουν λάβει μέρος στην «Πρωτοβουλία», αλλά εξετάζουν σοβαρά τη συμμετοχή τους.

Παράλληλα, μια πλούσια δραστηριότητα της «Πρωτοβουλίας» βρίσκεται σε εξέλιξη για τους επόμενους μήνες με επίκαιρες παρεμβάσεις, όπως αυτή ενάντια στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) που εξετάστηκε στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, το Δεκέμβρη, ενάντια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, με παρεμβάσεις ενάντια στον αντικομμουνισμό. Ιδιαίτερη δραστηριότητα με Διακήρυξη της «Πρωτοβουλίας» θα αναπτυχθεί μπροστά στη σημαντική πολιτική αναμέτρηση των ευρωεκλογών. Τα κόμματα της «Πρωτοβουλίας» θα οργανώσουν πολύμορφες εκδηλώσεις για την πλατύτερη προβολή της σε πολλές χώρες, ενώ ήδη λειτουργεί η ιστοσελίδα της.

Το ΚΚΕ θα συμβάλει με τις δυνάμεις του, έτσι ώστε ο δρόμος που άνοιξε για την αποκάλυψη του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού ως δυνάμεων αντίπαλων με τα λαϊκά συμφέροντα να ριζώσει στην εργατική συνείδηση ως ένα από τα βασικά συμπεράσματα και προϋποθέσεις για την επιτυχημένη έκβαση της ταξικής πάλης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Κώστας Παπαδάκης είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ και του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.

1. Από άρθρο του Eoin O’ Broin στο περιοδικό του Sinn Fein «An Phoblacht», 23 Iούνη 2005.

2. Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ - Άρθρο του Helmut Ettinger «Για την ίδρυση του ΚΕΑ».

3. «Η σημερινή μάχη για την επανίδρυση της ΕΕ πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της διεθνούς διάστασης του αγώνα μας» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 9).

4. «Ωστόσο, το ΚΕΑ δε διεκδικεί αποχώρηση από το ευρώ […] ο μετασχηματισμός της Ευρωζώνης πρέπει να κατευθύνει την τεράστια δυναμική της δημιουργίας χρήματος στην Ευρώπη, για τη μείωση των ανισοτήτων...», ζητώντας «δημοκρατικό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» και εθνικές τράπεζες που θα δίνουν «χρήμα που δε θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται για την κερδοσκοπία, αλλά για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, δημόσιων υπηρεσιών» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 15).

5. «…η ΕΕ βρισκόμενη υπό την κηδεμονία του ΝΑΤΟ…» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 9).

6. Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 13.

7. Άρθρο του Αλ.Τσίπρα «Τι θα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη», περιοδικό «Transform», τ. 13/2013.

8. Άρθρο του Π. Λοράν «Για τα Εναλλακτικά Μέτωπα», περιοδικό «Transform», τ. 12/2013.

9. Συνέντευξη της Έλενα Κόρτες, υπουργού Οικονομίας και Κατοικίας της Ανδαλουσίας, εφημερίδα «Αυγή», 8 Δεκέμβρη 2013.