Μάκη Μαΐλη: «ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ 1950 ΕΩΣ ΤΟ 1967»

Συνεχίζοντας την παρουσίαση των εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής», η ΚΟΜΕΠ παρουσιάζει σ’ αυτό το τεύχος μία από τις τελευταίες μελέτες με τίτλο «Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967», πιστεύοντας ότι έτσι συμβάλλει σε μια γόνιμη συζήτηση για τη βαθύτερη κατανόηση της καπιταλιστικής πορείας κι εξέλιξης.

Οι παραπάνω δύο χρονολογίες σηματοδοτούν την αρχή και το τέλος μιας πολυσυζητημένης περιόδου της εξέλιξης του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, που καθεμία έχει τη δική της σημασία. Το 1950 άφησε πίσω του μια δεκαετία στη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν μεγάλες ανατάσεις του κομμουνιστικού κι εργατικού - λαϊκού κινήματος, ενώ ξεκίνησε η καπιταλιστική ανασυγκρότηση στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά διεθνώς και στην Ελλάδα. Το 1967 υπήρξε η χρονολογία που, ενώ η αστική εξουσία είχε θωρακιστεί, εγκαθιδρύθηκε η στρατιωτική δικτατορία των συνταγματαρχών κι αμέσως μετά από το τέλος της διαμορφώθηκε το προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες αστικό πολιτικό σύστημα. Είναι πολύ πιθανό να προκύψει το ερώτημα: «Ποιο ενδιαφέρον μπορεί να έχει το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα πριν μισό αιώνα για όποιον δεν ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη της ιστορίας;».

Κι όμως αυτή η μελέτη δεν εκπονήθηκε για να ικανοποιήσει κυρίως τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του ιστορικού πολιτικού μελετητή. Ο βασικός σκοπός της είναι να υπηρετήσει την εργατική πολιτική συνειδητοποίηση, την αποτελεσματικότητα της σημερινής ιδεολογικής - πολιτικής ταξικής πάλης. Με θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων τη διαλεκτική υλιστική αντίληψή τους, αυτή η μελέτη οδηγεί σε συσχετισμούς των γεγονότων της περιόδου 1950-1967 με τα σημερινά γεγονότα. Με άλλα λόγια: Η κατανόηση της σχέσης οικονομίας - πολιτικής στο παρελθόν, η κατανόηση του οικονομικού υποβάθρου στη διαμόρφωση του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα μετά από τη νίκη της αστικής τάξης στη σύγκρουσή της με το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ), βοηθά να κατανοηθούν και οι σημερινές εξελίξεις στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας στη σχέση τους με τις οικονομικές - κοινωνικές εξελίξεις.

Ας μη διαφεύγει από την προσοχή μας το γεγονός ότι η αστική και οπορτουνιστική ιστοριογραφία και πολιτική ανάλυση αποφεύγουν -ή και αδυνατούν- να προσεγγίσουν τα ιστορικά γεγονότα, καθώς και τα κάθε φορά σύγχρονα, στη βάση της αμοιβαίας σχέσης της πολιτικής με την οικονομία. Δεν το αποδεικνύει αυτό μόνο η πληθώρα των ιστορικών εκδόσεων, το αποδεικνύει, για παράδειγμα, και η θέση των αστικών κομμάτων, κάθε απόχρωσης, όσον αφορά την τελευταία γενικευμένη καπιταλιστική οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε το 2008, με μεγαλύτερη διάρκεια στην ευρωζώνη.

Στην οπορτουνιστική - σοσιαλδημοκρατική φρασεολογία που δε διστάζει να κάνει λόγο ακόμα και για το σοσιαλισμό, η κρίση του καπιταλισμού αντιμετωπίζεται ως κρίση χρέους ή του λεγόμενου καζινοκαπιταλισμού ή ως προϊόν της παθογένειας του πολιτικού συστήματος δικομματικής μορφής κι εναλλαγής ή ως αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Από αυτήν την άποψη και η πολιτική στρατηγική που διαμορφώνουν δεν μπορούσε -ακόμη κι αν το ήθελαν- να βγει έξω από το πλαίσιο της επιδίωξης ενός «ανθρώπινου καπιταλισμού», δηλαδή της αστικής διαχείρισης. Το ίδιο μπορεί να επικαλεστεί κανείς και όσον αφορά το χαρακτήρα της ΕΕ.

Δεν είναι λίγοι επίσης οι ιστοριογράφοι που, στο όνομα της «αντικειμενικότητας», ισχυρίζονται ότι μελετούν και αναλύουν τα ιστορικά γεγονότα δίχως «ιδεολογικές παρωπίδες». Ο στόχος τους, κατά κανόνα συνειδητός, είναι να μη βγάλει ο αναγνώστης εκείνα τα συμπεράσματα που φωτίζουν την ιστορική πορεία σήμερα και μπορούν να γίνουν ένα όπλο αγώνα για την κοινωνική ανατροπή. Κανείς δεν είναι δυνατό -ακόμα κι αν το επιδιώξει- να τοποθετηθεί στα γεγονότα δίχως κάποια ιδεολογική αφετηρία και αντίστοιχη μεθοδολογία.

Ποια είναι τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στο παρελθόν και στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση; Είναι η κινητικότητα για τη διαμόρφωση νέων αστικών κομμάτων, οι μετακινήσεις αστών πολιτικών μεταξύ παλιών και νέων κομματικών σχηματισμών, η ρευστότητα στις μετακινήσεις τους, αλλά και στη συγκρότηση των νέων πολιτικών σχημάτων που εμφανίζονται ως αντίπαλα μεταξύ τους. Είναι οι σχέσεις της ελληνικής αστικής τάξης, των εκάστοτε πιο ισχυρών τμημάτων της, με τους ξένους συμμάχους της, σχέσεις συμμαχίας καπιταλιστικών συμφερόντων ενάντια στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, που όμως διατρέχονται από την ανισομετρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ισχύος. Διατρέχονται από αντιθέσεις μεταξύ των ιδιαίτερων συμφερόντων των εθνοκρατικά συγκροτημένων αστικών τάξεων. Είναι αντιθέσεις που εκφράζουν και μεσοπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κινητικότητα στη συγκρότηση των εξωτερικών συμμαχιών, που αποτυπώνουν επίσης τις αλλαγές στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών διεθνώς, αλλά και ανάλογα με την πορεία έκβασης της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε χώρας.

Αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερης σημασίας. Η συγκρότηση του «μετεμφυλιακού» αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα -θα λέγαμε συνολικότερα η ανασυγκρότηση των αστικών θεσμών, οικονομικών και στρατιωτικών- στηρίχτηκε στη νέα μεγάλη μεταπολεμική σύμμαχο, τις ΗΠΑ, που είχε αναδειχτεί σε ηγετική δύναμη του ιμπεριαλισμού, καθώς και σε ό,τι απέμενε ως υπόλειμμα από την παλιά μεγάλη σύμμαχο, τη Μ. Βρετανία. Η τελευταία είχε θέσει επιτακτικά από το 1946 την απόφασή της ν’ αποσύρει τις στρατιωτικές δυνάμεις της από την Ελλάδα, αφού δεν μπορούσε πια να τις συντηρεί για λόγους οικονομικούς, στο πλαίσιο της γενικότερης υποχώρησης του βρετανικού ιμπεριαλισμού σε διεθνή κλίμακα.

Ωστόσο η επίδραση των ΗΠΑ αποτυπώνεται ακόμη και στο παλάτι, παρόλο που δεν υπήρχε άμεσο παρελθόν σε αυτήν τη σχέση. Ήταν όμως επόμενο αυτό το αποτύπωμα των ΗΠΑ και στο θεσμό της βασιλείας στην Ελλάδα, σ’ αυτήν την περίοδο. Η βασιλεία συνιστούσε όργανο της αστικής εξουσίας, με αρμοδιότητες ως επικεφαλής του στρατεύματος και ως ο εντολέας σε υποψήφιο πρωθυπουργό για τη συγκρότηση κυβέρνησης. Η διαπλοκή του θεσμού της βασιλείας στην Ελλάδα με τους κρατικούς μηχανισμούς των ΗΠΑ είχε ως αφετηρία της το γεγονός ότι η βασιλεία άμεσα παρέμβαινε στο στρατό και στη διεύθυνση του υπουργείου Άμυνας. Από την άλλη, η μεταπολεμική ανασυγκρότηση των «Εθνικών Ενόπλων Δυνάμεων» στην Ελλάδα έγινε με την άμεση συμμετοχή των ΗΠΑ -οικονομική (Σχέδιο Μάρσαλ, Δόγμα Τρούμαν) - πολιτική - στρατιωτική- και στη συνέχεια με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, όσο στην πορεία της δεκαετίας του 1950 το ελληνικό αστικό κράτος -το οποίο είχε κλονιστεί στα χρόνια της τριπλής Κατοχής (1941-1944) και στη συνέχεια στα χρόνια του ένοπλου ταξικού αγώνα (1946-1949)- ξαναστεκόταν στα δικά του πόδια πιο στέρεα, δυνάμωνε ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του, που εκφράστηκε με την μακροπρόθεσμη στρατηγικής σημασίας αστική πολιτική επιλογή σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1961).

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να θυμίσουμε ότι και οι σχέσεις ΝΑΤΟ - ΕΟΚ αποτύπωναν μια σύνθετη αντιφατική σχέση μεταξύ των κρατών - μελών τους, που είχε αντανάκλαση και στη σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ, στις θέσεις των κυβερνητικών κομμάτων ή σε αστικές αντιθέσεις σχετικές με τις εκάστοτε κυβερνητικές επιλογές.

Αν και τα σημαντικότερα κράτη - μέλη της ΕΟΚ συμμετείχαν στο ΝΑΤΟ, αν και η ΕΟΚ ήταν οικονομικός - πολιτικός συνασπισμός, ενώ το ΝΑΤΟ στρατιωτικός - πολιτικός, αν και οι δύο συνασπισμοί είχαν ως καθαρό ταξικό αντίπαλό τους την ΕΣΣΔ και τ’ άλλα σοσιαλιστικά κράτη, ωστόσο οι μεταξύ τους αντιθέσεις ήταν βαθύτερες κι εκδηλώθηκαν πιο καθαρά στον 21ο αιώνα. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να κωδικοποιήσουμε αυτές τις αντιθέσεις ως εξής:

• Το Ηνωμένο Βασίλειο, σταθερή σύμμαχη δύναμη των ΗΠΑ και μέλος του ΝΑΤΟ, δε συμμετείχε στην ΕΟΚ.

• Η Γαλλία, τότε η ισχυρότερη καπιταλιστική δύναμη στην ηπειρωτική Ευρώπη, είχε περιόδους μη συμμετοχής στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, λόγω αντιθέσεών της με τις ΗΠΑ για τον έλεγχο των βάσεων στην Ευρώπη.

• Η Γερμανία, ταχύτατα οικονομικά ανασυγκροτημένη μετά από τον πόλεμο με τη στήριξη των ΗΠΑ, βασική δύναμη της ΕΟΚ, αρχικά στερούνταν στρατιωτικής δύναμης, με βάση τη Συμφωνία του Πότσνταμ.

• Η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, με σύμμαχο το Ην. Βασίλειο στις διεκδικήσεις της στην Κύπρο, είχε και την προτίμηση των ΗΠΑ λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης στο υπογάστριο της ΕΣΣΔ, αλλά και της γειτνίασής της με τη Μέση Ανατολή. Ταυτόχρονα, οι αντιθέσεις Ελλάδας - Τουρκίας δεν περιορίζονταν μόνο στο Κυπριακό.

Σ’ αυτό το κουβάρι των αντιθέσεων εκδηλώθηκε το αστικό πολιτικό ρεύμα αμφισβήτησης της ένταξης στο ΝΑΤΟ ή τουλάχιστον τέθηκε ζήτημα ισχυρότερης διαπραγμάτευσης, αμφισβήτησης της Συμφωνίας εγκατάστασης βάσεων των ΗΠΑ στην Ελλάδα, καθώς και αντιρρήσεις για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ.

Με αυτό το σύνολο των αντιθέσεων μπορούμε να εξηγήσουμε κι εκείνες που εμφανίστηκαν μεταξύ κορυφαίων αστών πολιτικών (π.χ., των πρωθυπουργών Γεωργίου Παπανδρέου, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αλέξανδρου Παπάγου, αλλά και υπουργών) και των βασιλέων, να ερμηνεύσουμε μεταβολές στην υποστήριξη του ενός ή άλλου αστού πολιτικού από τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, το βασιλιά, να εξηγήσουμε εκείνες τις μεταβολές που αφορούν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αστό πολιτικό που είχε εξέχοντα ρόλο τόσο στην περίοδο 1950-1967 όσο και στα πρώτα επτά χρόνια της μεταπολίτευσης (1974-1981), αλλά και στη συνέχεια ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε πώς η αστική εξουσία διαμορφώνει κι αναδιαμορφώνει τις εφεδρείες της, αλλά και πώς διαμορφώνεται - εξελίσσεται ο προσανατολισμός των κομμάτων και των ηγετών τους προς το ένα ή το άλλο βασικό σύμμαχο κράτος, ανάλογα και με την κοινότητα των εξωτερικών συμφερόντων τους, από τα οποία απορρέει και η αντίστοιχη πολιτική τους.

Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τα συμφέροντα Βρετανίας - Τουρκίας στην Κύπρο είναι ενιαία κι αντίθετα με τα συμφέροντα της Ελλάδας, των δε ΗΠΑ έχουν μεγαλύτερη κοινότητα μ’ εκείνα των Βρετανίας - Τουρκίας.

Αυτή είναι σημαντική βάση για ν’ αναπτυχθεί πιο ισχυρό αστικό ρεύμα ευρωπαϊκού προσανατολισμού, παρόλο που το εφοπλιστικό κεφάλαιο της Ελλάδας έχει στενούς δεσμούς με το βρετανικό - αμερικανικό.

Διόλου τυχαία ο Κ. Καραμανλής, μετά από τη διένεξη με το παλάτι και την παραίτησή του από πρωθυπουργός (1963), εγκαταλείποντας την Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία.

Με το σύνολο αυτών των αντιθέσεων μπορούμε ακόμα να εξηγήσουμε πιο ουσιαστικά τις αντιθέσεις μεταξύ των αστών πολιτικών, να δούμε πίσω από επιφανειακά προσχήματα, όπως τα περί «διαπραγματευτικής ικανότητάς» τους, «οσφυοκαμψίας» κι «εθνοδουλείας», όσο κι αν μπορεί να εκδηλώνονται και τέτοιες τάσεις, όμως ως δευτερεύουσες ή και τριτεύουσες σε αυτές που διαμορφώνονται από καθοριστικούς παράγοντες: Τα κοινά συμφέροντα.

Η ταξική προσέγγιση των γεγονότων μάς βοηθά να μην παρασυρόμαστε από απλουστευτικές αντιλήψεις ότι οι αστοί πολιτικοί, τα αστικά κόμματα, «εκτελούν εντολές» ξένων κέντρων ή μεμονωμένων καπιταλιστών, ότι είναι όργανα εκτελεστικά χωρίς βούληση. Πρόκειται για ευρύτατα διαδεδομένη και σήμερα αντίληψη, αποπροσανατολιστική, αλλά και που η υιοθέτησή της οδηγεί και σε λαθεμένη στρατηγική, επιζήμια για τα εργατικά - λαϊκά συμφέροντα.

Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχουν διαφορές τακτικής εντός των κομμάτων που, πέρα από προσωπικές διαφορές -όταν πρόκειται για στελέχη - αστούς με προσωπικότητα, εμπειρία και ηγετικές ικανότητες- εκφράζουν και διαφορές τμημάτων της αστικής τάξης, ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Είναι φανερό ότι στη συγκεκριμένη περίοδο οι διαμάχες αντανακλούν τις δυσκολίες στη διαμόρφωση του μεταπολεμικού - μετεμφυλιακού αστικού πολιτικού συστήματος, ακόμα και διαφορές προσανατολισμών, με σημαντικότερη αυτή για τη λεγόμενη «ατμομηχανή» της παραγωγικής ανάπτυξης: Με αγροτική ανάπτυξη, τουρισμό και βιομηχανία μέσων κατανάλωσης ή με πιο εκτεταμένη εκβιομηχάνιση μέσω της βιομηχανίας εξόρυξης - επεξεργασίας υλών και μηχανημάτων παραγωγής. Σ’ αυτήν την αντιπαράθεση περιπλέχτηκε και το αστικό δίλημμα «πρώτα νομισματική σταθεροποίηση και μετά κρατική στήριξη της εκβιομηχάνισης» ή αντίθετα.

Η ιστορία, λοιπόν, επιβεβαιώνει ότι αυτά τα αστικά διλήμματα δεν είναι σημερινά, ότι γίνονται οξύτερα μετά από τις μεγάλες καταστροφές που επιφέρουν μια αλληλουχία παραγόντων -βαθιά οικονομική κρίση, ιμπεριαλιστικός πόλεμος, ένοπλη ταξική πάλη- ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι που φέρνει την κρίση, στοιχείο της οποίας είναι η αναρχία, η ανισομετρία. Επίσης, επιβεβαιώνει ότι καπιταλιστική ανάπτυξη σημαίνει την επέκταση του κεφαλαίου έξω από τα στενά εθνικά - κρατικά όρια, εμπεριέχει τον ενδοκαπιταλιστικό μονοπωλιακό ανταγωνισμό, επομένως και τις ανισότιμες διακρατικές σχέσεις, τις ανισότιμες διπλωματικές σχέσεις, την αναρχία και ανισομετρία σε μια ευρύτερη περιφερειακή και στη διεθνή καπιταλιστική αγορά. Η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, και πιο καθαρά πολύ αργότερα η ένταξή της (1981, αλλά η Συνθήκη υπογράφηκε το 1979), επέδρασε πολύ πιο έντονα στην ανισόμετρη ανάπτυξη των κλάδων της μεταποίησης, των διάφορων βιομηχανικών τομέων, στη διάρθρωση της αγροτικής παραγωγής.

Οι αναλύσεις του Κόμματος, όπως αναδεικνύει ιδιαίτερα το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968 Β΄τόμος, συχνά υπέφεραν από την έλλειψη αντικειμενικής αντίληψης κι εξήγησης τέτοιων φαινομένων, με αποτέλεσμα οι σχέσεις εξάρτησης, στη βάση της ανισομετρίας, να ερμηνεύονται «με το κεφάλι κάτω», να θεωρούνται ως «στρέβλωση», «ιδιομορφία» στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, λόγω «μη πατριωτικής» στάσης των αστών πολιτικών, των αστικών κομμάτων που διακυβέρνησαν.

Στη βάση αυτού του ερμηνευτικού σχήματος, το Κόμμα μας, στις πολιτικές στοχεύσεις και στις συμμαχίες του, υπέταξε το ταξικό κριτήριο στο «πατριωτικό - αντιβασιλικό - αστικοδημοκρατικό», γραμμή που διατρέχει τη στάση του σε όλη την αναφερόμενη περίοδο. Σ’ αυτήν τη λαθεμένη πολιτική γραμμή έπαιξε ρόλο και η γενικότερη αντίστοιχη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που θεωρούσε, λίγα χρόνια μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ότι είχε καταλυθεί η εθνική ανεξαρτησία όλων των καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης, ακόμα και της Βρετανίας, από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Στο Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968 υπογραμμίζεται:

«Θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα στην ανάλυση του Κόμματος για τον ελληνικό καπιταλισμό […] αποτέλεσαν τη γνωσιολογική βάση στη λαθεμένη επιλογή του ΚΚΕ να προτάξει του γενικού στόχου για το σοσιαλισμό ένα αστικοδημοκρατικό στάδιο εξουσίας, ως αναγκαίο για να ωριμάσουν οι υλικές προϋποθέσεις του περάσματος στο σοσιαλισμό, καθώς και οι υποκειμενικές, που αφορούσαν τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τα πολυπληθή αγροτικά στρώματα. Αυτά τα προβλήματα αφορούσαν το επίπεδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, τη θέση του στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα και το χαρακτήρα της εξουσίας»1.

Η προβληματικότητα αυτής της γραμμής φαίνεται και από την ιστορία των «δημοκρατικών» αστικών πολιτικών δυνάμεων, που ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μελετήσει στην παρούσα εργασία. Έχει την ευκαιρία ν’ αντιληφθεί ότι αυτές οι δυνάμεις δεν υπήρξαν συνεπείς ούτε καν στο ζήτημα της αντίθεσής τους με τη βασιλεία.

«Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967» χρησιμεύει και για να γίνει αντιληπτό ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των αστικών κομμάτων, των κομμάτων τελικά της αστικής διακυβέρνησης, είναι τόσο αβαθές ποτάμι, που εύκολα διασχίζεται από τη μία όχθη του στην άλλη: Οι φιλελεύθεροι γίνονται υπερασπιστές της διευρυμένης κρατικής οικονομικής παρέμβασης και αντιστρόφως· οι φιλοβασιλικοί πραξικοπηματίες του Μεσοπολέμου, όπως ο Αλ. Παπάγος, γίνονται πιο ένθερμοι υπερασπιστές του περιορισμού των βασιλικών παρεμβάσεων, απ’ ό,τι οι αντιβασιλικοί πραξικοπηματίες του Μεσοπολέμου, όπως ο Ν. Πλαστήρας· οι «δημοκρατικοί» αφήνουν ανοιχτό το δρόμο στους «δικτάτορες», οι οποίοι εκ νέου παραδίδουν (1974) τη σκυτάλη στους δημοκρατικούς, ενώ καλά κρατούν κι αναπαράγονται οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις.

Επίσης αποδεικνύεται ότι η πολιτική ουράς -που με ευθύνη και του ΚΚΕ ακολούθησε η ΕΔΑ απέναντι σ’ ένα αστικό κόμμα, την Ένωση Κέντρου, στο όνομα της υπεράσπισης της «δημοκρατικής ομαλότητας»- τελικά δεν ανέκοψε ούτε την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας (1967).

Η ιστορία στην Ελλάδα και σ’ όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αποδεικνύει ότι κι ένα κόμμα ιστορικά διαμορφωμένο ως εργατικό, από τη στιγμή που γίνεται κόμμα αστικής διακυβέρνησης, είτε γρήγορα υφίσταται απροετοίμαστο την πιο βίαιη επίθεση του κεφαλαίου είτε εξελίσσεται σε κόμμα προδοσίας του εργατικού κινήματος, όπως έγινε ιδιαίτερα στην Ευρώπη (βλ., π.χ., το Ιταλικό ΚΚ), ακόμα και των επαναστατημένων εργατικών κι εξεγερμένων λαϊκών μαζών.

Το δίδαγμα της ιστορίας της ταξικής πάλης είναι ότι το ΚΚ, το εργατικό κίνημα, δεν πρέπει να εγκλωβίζονται στις ενδοαστικές αντιθέσεις, στον αστικό κυβερνητισμό, στην επιδίωξη να γίνει ρυθμιστής του «δημοκρατικού αστικού πολιτεύματος», να το «διασώσει» από τη φασιστική ή άλλη εκτροπή του, θεωρώντας ότι έτσι θα οδηγήσει στην υπηρέτηση των γενικότερων εργατικών - λαϊκών στόχων, ενώ πρόκειται για επιλογές της ίδιας της καπιταλιστικής εξουσίας.

Το παραπάνω συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις σημερινές συνθήκες της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, με την άνοδο του φασιστικού - ναζιστικού αστικού ρεύματος, αλλά και του ρεφορμιστικού οπορτουνιστικού, αναμορφωμένου μέσα από νέα κομματικά σχήματα.

Είναι και σήμερα επώδυνη η πείρα από την αδυναμία Κομμουνιστικών Κομμάτων να διαχωριστούν από τη μια ή άλλη μορφή της αστικής διακυβέρνησης, που τελικά οδήγησε να υποστούν όλες τις αρνητικές συνέπειές της, π.χ., η αντικομμουνιστική επίθεση κι επιδίωξη να τεθεί σε παρανομία το ΚΚ Ουκρανίας με αφορμή τη σύγκρουση εγχώριων αστικών δυνάμεων, που υποστηρίζονται από διαφορετικά ιμπεριαλιστικά κέντρα. Ανάλογη εμπειρία εκφράστηκε και με σειρά γεγονότων σε άλλες χώρες, όπως στην Αίγυπτο, όπου χαρακτηρίστηκε ως επανάσταση ο ξεσηκωμός -έστω κι αιματηρός- λαϊκών μαζών προσδεδεμένων στον έναν από τους πόλους της καπιταλιστικής εξουσίας. Προσπάθειες τέτοιας οργάνωσης και χειραγώγησης των λαϊκών μαζών επιχειρούνται σε παγκόσμια κλίμακα από τα εγχώρια και διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Ακόμα κι όταν υπάρχει άλυτο ζήτημα κατοχής, όπως σ’ ένα τμήμα της Κύπρου, και τότε δεν μπορεί η συμμετοχή του ΚΚ στη διακυβέρνηση να εξασφαλίσει την επίλυσή του, αφού ουσιαστικά η εξουσία του κεφαλαίου και οι ιμπεριαλιστικές ενώσεις καθορίζουν τις συμμαχίες, τις αντιπαλότητες με άλλα καπιταλιστικά κράτη με όλες τους τις αντιφάσεις.

Όπως έδειξε η ζωή, η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την ακεραιότητά της ως ενιαίου κράτους, αλλά και η συμμετοχή του ΚΚ στη διακυβέρνηση δεν μπορούσε να γίνει και δεν έγινε παράγοντας άμβλυνσης της οικονομικής κρίσης, προστασίας όχι μόνο των εργατικών - λαϊκών συμφερόντων, αλλά και σχετικά πιο υψηλά τοποθετημένων μεσαίων στρωμάτων.

Η μελέτη για το αστικό πολιτικό σύστημα της περιόδου 1950-1967 προσφέρει κι άλλο ένα διαχρονικής σημασίας συμπέρασμα: Την ανάγκη οι εργατικές και λαϊκές μάζες να μην παρασύρονται από τη δημαγωγία των αστικών και οπορτουνιστικών κομμάτων, από τις υποσχέσεις τους. Είναι αποκαλυπτική, π.χ., η προσαρμογή της Ένωσης Κέντρου, όταν έγινε κυβερνητικό κόμμα, σε σχέση με προηγούμενες θέσεις της τις οποίες δεν υλοποίησε, αν και δεν ήταν τίποτα περισσότερο από θέσεις αστικού εκσυγχρονισμού.

Ανάλογα και σήμερα ακούγονται φωνές για ισχυρότερη διαπραγμάτευση της όποιας Δανειακής Συμφωνίας της Ελλάδας με την ΕΕ. Πρόκειται για υποσχέσεις που θ’ αποδειχτούν κούφια λόγια, αλλά θα έχουν -και ήδη έχουν- επιδράσει αρνητικά στην πορεία του εργατικού κινήματος, της λαϊκής συμμαχίας.

Η ιστορία των ενδοαστικών κι ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων είναι πολύ χρήσιμη σήμερα που οξύνονται οι αντιθέσεις στον επίγονο της ΕΟΚ, την ΕΕ και κυρίως την Ευρωζώνη, που ταυτόχρονα δυναμώνουν οι αστικές φωνές για πολιτική ευρωπαϊκή ομοσπονδιοποίηση, στο σημερινό ή πιο περιορισμένο εύρος της Ένωσης, αλλά επίσης δυναμώνουν και οι αστικές φωνές για πιο χαλαρή νομισματική σύνδεση ανεξάρτητων κρατών.

Από τη μελέτη του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα πριν μισό αιώνα προκύπτει και το εξής χρήσιμο συμπέρασμα: Το αστικό κράτος στην εξέλιξή του χρειάζεται προσαρμογές, εκσυγχρονισμούς στους θεσμούς και στη λειτουργία του. Είναι εκσυγχρονισμοί γιατί αποτελούν αναγκαίες τεχνικές προσαρμογές, αλλά είναι αντιδραστικοί γιατί γίνονται με κατεύθυνση την εξυπηρέτηση της οικονομικής κυριαρχίας και πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου, των συγκεκριμένων κάθε φορά αναγκών του κεφαλαίου. Τέτοιοι εκσυγχρονισμοί αφορούσαν, π.χ., το εκπαιδευτικό σύστημα, τη «δημοκρατικότερη» λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, αν κι επιτεύχθηκε αργότερα, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή ουσιαστικά αδρανοποιήθηκε υπό το καθεστώς της στρατιωτικής χουντικής διακυβέρνησης (1967-1974).

Το συμπέρασμα είναι ότι απέναντι στους αστικούς εκσυγχρονισμούς πρέπει να προβάλλονται οι ριζοσπαστικοί στόχοι και η αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής οργάνωσης της κοινωνίας.

Δίνεται ακόμα η δυνατότητα να κατανοηθεί ταξικά ο χαρακτήρας φαινομένων όπως τα οικονομικά σκάνδαλα κυβερνώντων προσώπων, ως αποτέλεσμα της στενής διαπλοκής των φυσικών προσώπων του κεφαλαίου με τους πολιτικούς εκπροσώπους του, ως βαθύτερης σχέσης οικονομίας - πολιτικής, από την οποία προκύπτει τόσο ο «νόμιμος», φανερός, όσο και ο «παράνομος», υπόγειος, πλουτισμός προσώπων. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι η ηθική των προσώπων ή των «καθαρών» κομμάτων ή των «διαυγών» θεσμών που αποκαλύπτει και τιμωρεί τους εμπλεκόμενους στα οικονομικά σκάνδαλα. Είναι η ηθική του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, της ανισόμετρης ανάπτυξης που φέρνει τις ανακατατάξεις μεταξύ νέων και παλιών «τζακιών», που οδηγεί στις αποκαλύψεις, γιατί αυτές είναι στοιχείο του ανταγωνισμού.

Έχει, επίσης, αξία να επισημάνουμε τη διαχρονικότητα των αντικομμουνιστικών θεωριών. Πρόκειται για ιδεολογήματα και συκοφαντίες που αναπαράγονται σήμερα από τα Αντικομμουνιστικά Μανιφέστα της ΕΕ και αστών πολιτικών, δείχνοντας το βάθος της ταξικής αντίθεσης κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας. Και αποκαλύπτουν, όπως αποκάλυψαν στην Ουκρανία, ότι οι διάφορες φασιστικές συμμορίες είναι γέννημα του καπιταλιστικού συστήματος, που τις χρησιμοποιεί ως δύναμη κρούσης για την επιβολή των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις και παρά τα τεχνάσματα να ταυτιστεί ο κομμουνισμός με το φασισμό.

Η διαλεκτική υλιστική αντίληψη του παρελθόντος, δηλαδή η ιστορική αντίληψη της ταξικής πάλης, συμβάλλει στη διαλεκτική υλιστική αντίληψη των τρεχουσών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, στην ικανότητα της πρόβλεψης, ώστε ο σχεδιασμός της εργατικής - λαϊκής παρέμβασης να υπολογίζει τους νόμους της ταξικής πάλης, ν’ αξιοποιεί κάθε χαραμάδα στην ενότητα της αντίπαλης τάξης, με στόχο την αποδυνάμωση και την ανατροπή της.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968, Β΄ τόμος, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 26.