100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ. ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ

Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

«Ο δοσμένος ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά τυπικό φαινόμενο της ιμπεριαλιστικής εποχής. Το τυπικό δεν είναι μοναδικό. Είναι αδύνατο να καταλάβει κανείς το δοσμένο πόλεμο αν δεν καταλάβει την εποχή»1.

Τέλη 19ου με αρχές 20ού αιώνα ο καπιταλισμός περνά στο ανώτατο, μονοπωλιακό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό. Την περίοδο αυτή τα μονοπωλιακά συγκροτήματα κυριαρχούν στις οικονομίες των πλέον ανεπτυγμένων καπιταλιστικά κρατών, συνενώνοντας δεκάδες –ακόμη κι εκατοντάδες πολλές φορές– επιχειρήσεις στους κόλπους τους και συγκεντρώνοντας όλο και μεγαλύτερα ποσοστά παραγωγής και κεφαλαίου στα χέρια τους. Στη Γερμανία, λ.χ., το 1905 υπήρχαν 385 μονοπωλιακές ενώσεις («καρτέλ»), στις οποίες μετείχαν σχεδόν 12.000 επιχειρήσεις και οι οποίες έλεγχαν –μαζί με μια χούφτα τράπεζες– το μεγαλύτερο όγκο της βιομηχανικής παραγωγής. Στις ΗΠΑ το 1907 υπήρχαν αντίστοιχα 250 μονοπώλια («τραστ»), στα οποία το 1909 ανήκε το 25,9% του συνόλου των επιχειρήσεων, εργαζόταν το 75,6% του συνόλου των εργατών και αντιστοιχούσε το 79% της συνολικής παραγωγής. Παράλληλα, οι εξαγωγές κεφαλαίου σημείωσαν κατακόρυφη άνοδο, με τα βρετανικά κεφάλαια στο εξωτερικό ν’ αυξάνονται από 62 δισ. φράγκα το 1902 σε 75-100 το 1914, τα γαλλικά από 27-37 σε 60 και τα γερμανικά από 12,5 σε 44.2

Ο στόχος της εξασφάλισης πρώτων υλών και αγορών, καθώς και υπερκερδών από την εξαγωγή κεφαλαίων, όξυνε τον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για την κατάκτηση εδαφών και τη διεύρυνση των οικονομικών σφαιρών επιρροής. Έως το 1914 οι 6 ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία) είχαν συγκεντρώσει υπό αποικιακή εκμετάλλευση το μισό σχεδόν των εδαφών του πλανήτη και το 1/3 περίπου του πληθυσμού του. Η «λεία» αυτή, ωστόσο, δεν ήταν ισομερώς κατανεμημένη. Οι αποικίες της «προπορευόμενης» Βρετανίας, λ.χ., εκτείνονταν σε 33,5 εκατομμύρια τετρ. χλμ. και ήταν τριπλάσιες απ’ ό,τι της Γαλλίας (10,6 τετρ. χλμ.), 11πλάσιες της Γερμανίας (2,9 τετρ. χλμ.) και 100πλάσιες της Ιαπωνίας (0,3 τετρ. χλμ.).3

Το γεγονός οφειλόταν στην ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού παγκοσμίως. Χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Ιαπωνία, που ιστορικά εισήλθαν στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης αργότερα απ’ ό,τι η Βρετανία και η Γαλλία, βρέθηκαν αντίστοιχα να έπονται στη διεκδίκηση εδαφών και αγορών. Η δυναμική όμως που απέκτησαν, καλύπτοντας με γοργούς ρυθμούς την απόσταση που τις χώριζε από τους «πρωτοπόρους», έκανε όλο και πιο επιτακτική την ανάγκη (για τα δικά τους μονοπώλια) για την αναδιανομή των αγορών και σφαιρών επιρροής, έτσι ώστε ν’ ανταποκρίνεται στο συνεχώς μεταβαλλόμενο ενδοϊμπεριαλιστικό συσχετισμό δυνάμεων.

Βρετανικά και γερμανικά συμφέροντα συγκρούονταν σε μια σειρά περιοχές της υφηλίου, στην Αφρική, την Ανατολική Ασία και τη Μέση Ανατολή. Ειδικά ως προς την τελευταία, η διείσδυση του γερμανικού ιμπεριαλισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία απειλούσε άμεσα όχι μόνο την εκμετάλλευση των πετρελαίων της Μοσούλης (Ιράκ), αλλά και τις κρίσιμες για τη Βρετανία θαλάσσιες εμπορικές διόδους προς την Ινδία (που ήταν τότε η μεγαλύτερη αποικία της τελευταίας). Οι γαλλογερμανικές αντιθέσεις ήταν επίσης οξύτατες, εκτεινόμενες από τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» που είχε αφήσει ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-1871 (με την απόσπαση από τη Γαλλία των περιοχών της Αλσατίας και Λορένης), έως τη σύγκρουση για την αποικιακή επέκταση στη Β. Αφρική (Μαρόκο). Οι ανταγωνισμοί Ρωσίας και Γερμανίας αφορούσαν κυρίως την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και τα Βαλκάνια (στα οποία βλέψεις είχε και η Αυστροουγγαρία). Σε αντίστοιχες αντιθέσεις, ανταγωνισμούς και συγκρούσεις συμφερόντων εμπλέκονταν και άλλα καπιταλιστικά κράτη, σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου.

Απόρροια όλων των παραπάνω υπήρξε η εκδήλωση εντάσεων, όπως, π.χ., η πρώτη και δεύτερη μαροκινή κρίση (το 1905-1906 και 1911 αντίστοιχα) ή η βοσνιακή κρίση (1908-1909), καθώς και τοπικών-περιφερειακών συγκρούσεων, όπως π.χ. ο ισπανοαμερικανικός πόλεμος (1898), οι πόλεμοι των Μπόερς (1899-1902), ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος (1904-1905), ο ιταλοτουρκικός πόλεμος (1911-1912) και βεβαίως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913).

Παράλληλα διαμορφώνονταν και οι διεθνείς συμμαχίες των καπιταλιστικών κρατών, που σύντομα αποκρυσταλλώθηκαν σε δύο μεγάλους πολιτικοστρατιωτικούς συνασπισμούς. Προηγήθηκε το Σύμφωνο Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας (1879), στο οποίο κατόπιν προσχώρησε και η Ιταλία, συγκροτώντας την Τριπλή Συμμαχία - «Κεντρικές Δυνάμεις» (1882). Από την άλλη μεριά, οι «προαιώνιοι» ανταγωνιστές, Βρετανία και Γαλλία, αφού διευθέτησαν τις μεταξύ τους αποικιακές διαφορές (αγγλογαλλική Συμφωνία, 1904), συνασπίστηκαν με τη Ρωσία, συγκροτώντας την Τριπλή Εγκάρδια Συνεννόηση - «Αντάντ» (1907).

Τα καπιταλιστικά κράτη, βεβαίως, είχαν κι έναν επιπλέον κίνδυνο ν’ αντιμετωπίσουν, δυνητικά πολύ πιο επικίνδυνο από τους ανταγωνιστές τους. Και αυτός δεν ήταν άλλος από την ταξική πάλη που αναπτυσσόταν στο εσωτερικό τους, αλλά και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα των καταπιεζόμενων λαών. Η επανάσταση του 1905 στη Ρωσία έδωσε νέα δυναμική, ριζοσπαστικοποίησε και μαχητικοποίησε το εργατικό-σοσιαλιστικό κίνημα διεθνώς, ιδιαίτερα δε στις ισχυρότερες χώρες του καπιταλισμού: Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία κ.ο.κ. Στην ίδια τη Ρωσία, η παρακαταθήκη της ένοπλης πάλης του 1905 και η νέα πολιτική κρίση που ωρίμαζε έθεσαν τις βάσεις για νέα επαναστατική άνοδο. Το «εκρηκτικό» μίγμα συμπλήρωναν οι εθνικοαπελευθερωτικές κινήσεις, π.χ., στην Ιρλανδία, στο εσωτερικό της Αυστροουγγαρίας κ.α. Η αναχαίτιση-καταστολή των επαναστατικών διεργασιών που βρισκόταν σε εξέλιξη στις γραμμές της παγκόσμιας εργατικής τάξης, αντικειμενικά γινόταν προτεραιότητα της διεθνούς καπιταλιστικής αντίδρασης.

 

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΑΛΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

«Από την άποψη του μαρξισμού, δηλαδή του σύγχρονου επιστημονικού σοσιαλισμού, το βασικό ζήτημα που μπαίνει, όταν οι σοσιαλιστές συζητούν για το πώς πρέπει να χαρακτηρίσει κανείς έναν πόλεμο και τι θέση πρέπει να πάρει απέναντί του, είναι για ποιο λόγο διεξάγεται αυτός ο πόλεμος, ποιες τάξεις τον προετοίμασαν και τον διευθύνουν. Εμείς, οι μαρξιστές, δε συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα στους απόλυτους αντιπάλους του πολέμου. Εμείς λέμε: Σκοπός μας είναι να πετύχουμε το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα που, εξαλείφοντας τη διαίρεση της ανθρωπότητας σε τάξεις, εξαλείφοντας κάθε εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο κι έθνους από έθνος, θα εξαλείψει αναπόφευκτα κάθε δυνατότητα πολέμου γενικά»4.

Το κρίσιμο ζήτημα της στάσης των σοσιαλιστών απέναντι στον πόλεμο βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων –αλλά και διαπάλης– στους κόλπους της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, ιδιαίτερα καθώς οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονταν και ο κίνδυνος ενός γενικευμένου πόλεμου αυξανόταν συνεχώς. Ο καθορισμός της στάσης των σοσιαλιστών απέναντι στον πόλεμο υπήρξε άρρηκτα αλληλένδετος με τη διαπάλη με τον οπορτουνισμό γύρω από τον επαναστατικό χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατίας, τη συμμετοχή της ή μη σε αστικές κυβερνήσεις κ.ο.κ.

Έτσι, στο Συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στη Στουτγάρδη το 1907 κατατέθηκαν 4 διαφορετικές προτάσεις για το ζήτημα του πολέμου: Του Α. Μπέμπελ (Γερμανία), του Ι. Γκεντ (Γαλλία), του Γκ. Ερβέ (Γαλλία) και των Ζ. Ζορές - Ε. Βαγιάν (επίσης από τη Γαλλία). Οι δύο πρώτες, που ουσιαστικά συνέκλιναν, έθεταν ορθά τη σύνδεση του πολέμου με τη γενεσιουργό του αιτία, τον καπιταλισμό, ωστόσο ήταν πολύ ασαφείς ως προς τα συγκριμένα καθήκοντα του προλεταριάτου στο ενδεχόμενο πολεμικής σύγκρουσης. Ο Ερβέ, μη διαχωρίζοντας τους πολέμους σε δίκαιους και άδικους, πρόβαλλε ως κύριο μέσο αντιμετώπισης του πολέμου τη γενική απεργία. Οι Ζορές και Βαγιάν υποστήριζαν μεν τον αγώνα κατά του πολέμου γενικά (και με όλα τα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της γενικής απεργίας), ωστόσο θεωρούσαν πως σε περίπτωση επίθεσης το προλεταριάτο όφειλε να μετέχει στην προσπάθεια υπεράσπισης της αστικής του πατρίδας. «Η αγάπη για την ανθρωπότητα», τόνισε χαρακτηριστικά ο Γκ. Φόλμαρ, «δεν μπορεί ποτέ να μ’ εμποδίσει από το να είμαι καλός Γερμανός, όπως δεν μπορεί να εμποδίσει και τους άλλους από το να είναι καλοί Γάλλοι ή Ιταλοί».5

Οι Λένιν και Λούξεμπουργκ υποστήριξαν κριτικά την πρόταση του Μπέμπελ, προτείνοντας ορισμένες τροποποιήσεις, οι οποίες κι έγιναν δεκτές.6 Η πιο σημαντική –που «άλλαξε θεμελιακά το σχέδιο απόφασης»– ήταν εκείνη που όριζε πως «σε περίπτωση πολέμου η εργατική τάξη και οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποί της στις ενδιαφερόμενες χώρες είναι υποχρεωμένοι, χρησιμοποιώντας την υποστήριξη του Διεθνούς Γραφείου, να κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν την κήρυξη πολέμου με όλα τα μέσα που θεωρούν σκόπιμα, και που το είδος τους εξαρτάται από το βαθμό όξυνσης της ταξικής πάλης και της γενικής πολιτικής κατάστασης». Όμως, «σε περίπτωση που, παρ’ όλα αυτά, ο πόλεμος εκραγεί, αυτοί πρέπει […] να επιδιώξουν μ’ όλα τα μέσα να χρησιμοποιήσουν την οικονομική και πολιτική κρίση που θα προκαλέσει ο πόλεμος, για να εξεγείρουν τις λαϊκές μάζες και να επιταχύνουν την πτώση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας».7

«Ύστερα από μακρές συζητήσεις», σημειώνει ο Ου. Φόστερ, «η απόφαση εγκρίθηκε με επευφημίες. Η υιοθέτησή της αποτέλεσε ένα άλλο παράδειγμα ψηφοφορίας χωρίς αρχές […] Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι οπορτουνιστές αυτοί […] δεν είχαν τίποτε κοινό με την επαναστατική πρόταση του Λένιν, αλλά παρ’ όλα αυτά την ψήφισαν. Ο Ερβέ το σημείωσε αυτό δηλώνοντας μ’ έναν τόνο καυστικό ότι “οι λόγοι που έβγαλαν ο Μπέμπελ και ο Φόλμαρ στην υποεπιτροπή ήταν μαύροι, ενώ η απόφαση είναι λευκή”». «Σήμερα», πρόσθεσε ο Ερβέ, «όλη η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ευθυγραμμίζεται προς την αστική τάξη […] Ο Μπέμπελ υποχώρησε στην οπορτουνιστική επιρροή, λέγοντας σήμερα “προλετάριοι όλων χωρών, αλληλοσκοτωθείτε”».8

Να σημειώσουμε πως η απόφαση της Στουτγάρδης θα επικυρωθεί στη συνέχεια τόσο από το συνέδριο της Κοπεγχάγης (1910) όσο και από το συνέδριο της Βασιλείας (1912) της Β΄ Διεθνούς. Η απόσταση λόγων κι έργων δεν άργησε καθόλου πάντως να φανεί. Μία μόλις βδομάδα μετά από τη λήξη των εργασιών του συνεδρίου της Στουτγάρδης, υπογράφηκε η βρετανορωσική συμφωνία για τον ιμπεριαλιστικό διαμελισμό του Ιράν. Η συμφωνία αυτή, με την οποία ολοκληρώθηκε η δημιουργία του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της Τριπλής Συνεννόησης μεταξύ Γαλλίας, Βρετανίας και Ρωσίας («Αντάντ»), χαιρετίστηκε από τους περισσότερους ηγέτες της Β΄ Διεθνούς ως «εγγύηση της ειρήνης»!

Όσον αφορά την αποικιοκρατία, δεν ήταν λίγες οι φωνές, όπως για παράδειγμα του Γερμανού σοσιαλδημοκράτη Ε. Ντάβιντ, που την εκθείαζαν ως «αναπόσπαστο κομμάτι των γενικών εκπολιτιστικών σκοπών του σοσιαλιστικού κινήματος». Άλλοι, όπως ο Χ. Βαν Κολ (Ολλανδία), ο Ε. Μπερνστάιν (Γερμανία), ο Ρ. Μακντόναλντ (Βρετανία) ή ο Α. Ρουανέ (Γαλλία), διατηρούσαν παρόμοιες απόψεις, ισχυριζόμενοι πως η αποικιοκρατία ήταν απλά κάτι το φυσιολογικό («όσο θα υπάρχει η ανθρωπότητα θα υπάρχουν και αποικίες») και πως, αν ο «πολιτισμένος κόσμος» (δηλαδή οι αποικιοκράτες εκμεταλλευτές) αποσυρόταν από τις αποικίες, εκείνες θα «διολίσθαιναν» πίσω στη βαρβαρότητα.9

Οι οπορτουνιστικές αντιλήψεις γύρω από την αποικιοκρατική πολιτική δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ήδη από τον πόλεμο των Μπόερς (1889-1902) οι «Φαβιανοί» είχαν τεθεί ανοιχτά στο πλευρό του βρετανικού ιμπεριαλισμού, υποστηρίζοντας μάλιστα πως «οι μεγάλες δυνάμεις πρέπει να κυριαρχούν για το συμφέρον του πολιτισμού» και πως «τα μικρά κράτη που εμποδίζουν το διεθνή πολιτισμό πρέπει να εξαφανιστούν»10. Αντίστοιχα, ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Βελγικού Εργατικού Κόμματος Ε. Βαντερβέλντε είχε ψηφίσει τις πιστώσεις που είχε ζητήσει ο βασιλιάς Λεοπόλδος για την αποικιοποίηση του Κονγκό (παρά την αντίθετη θέση που είχε πάρει το συνέδριο του κόμματος, το οποίο ωστόσο δεν του επέβαλε κυρώσεις).

Στη Γερμανία, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, μετά και από την εκλογική ήττα του 1907,11 άρχισε κι εκείνο να μιλά για ένα «πρακτικό αποικιακό πρόγραμμα», καθώς και για τον «εκπολιτιστικό» ρόλο της αποικιοκρατίας. Τέτοιες θέσεις είχαν πράγματι διατυπωθεί σε μια σειρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, της Γαλλίας, της Ολλανδίας κ.ά. Πάντως οι επίμαχες θέσεις απαλείφτηκαν τελικά από το σχέδιο απόφασης του Συνεδρίου της Στουτγάρδης, αλλά μόλις με 127 ψήφους έναντι 108.12

«Είναι πασίγνωστο», σημειώνει ο Ου. Φόστερ, πως οι οπορτουνιστές «σοσιαλιστές όλων των χωρών υποστήριξαν ανοιχτά ή κρυφά την αποικιοκρατική πολιτική των αστικών ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεών τους ή συνεργάστηκαν σ’ αυτήν. Οι συνδικαλιστές γραφειοκράτες κατάλαβαν κι αυτοί σύντομα ότι οι καπιταλιστές, για να κερδίσουν την εύνοια του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος, ήταν έτοιμοι να μοιράσουν με την ειδικευμένη εργατική αριστοκρατία μερικά ψίχουλα από τα τεράστια υπερκέρδη που έβγαζαν από τους αποικιακούς λαούς. Η μικροαστική τάξη χαιρόταν κι αυτή από την “ευημερία” που έφερνε η καταλήστευση των αποικιών, πράγμα που φάνηκε από τη συμπεριφορά των σοσιαλδημοκρατών διανοούμενων»13.

Η απομάκρυνση από τις θέσεις του μαρξισμού οδήγησε συν τοις άλλοις πολλούς σοσιαλδημοκράτες σε λανθασμένες αναγνώσεις του χαρακτήρα της εποχής και –κατ’ επέκταση– του αναπόφευκτου του ιμπεριαλιστικού πολέμου που πλησίαζε. Ακόμα και ο Α. Μπέμπελ είχε δηλώσει το Δεκέμβρη του 1912 πως θεωρούσε αδύνατο το ενδεχόμενο του πολέμου, ισχυριζόμενος πως οι σχετικές συζητήσεις δεν ήταν παρά «μόνο πρόσχημα για [να ψηφίζονται] τα έξοδα του εξοπλισμού». Ακολούθως, ο Γάλλος σοσιαλιστής Π. Λαφάργκ «πίστευε πως ο πόλεμος ήταν απίθανος, γιατί, σύμφωνα με τη γνώμη του, […] ύστερα από λίγους μήνες θα έφερνε οικονομική παράλυση». Ο δε Γερμανός Κ. Κάουτσκι «διαβεβαίωνε πως η τάση για τη συγκρότηση τραστ στις συνθήκες του καπιταλισμού δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια σταθερή ειρήνη»!14

Στο συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στην Κοπεγχάγη (1910) διαφάνηκαν και πάλι οι οπορτουνιστικές πιέσεις και ταλαντεύσεις όσον αφορά το θέμα του πολέμου. Η τροπολογία που πρότειναν οι Χάρντι (Βρετανία) και Βαγιάν σχετικά με την κήρυξη γενικής απεργίας –και ιδιαίτερα στους κλάδους της πολεμικής βιομηχανίας– ως το αποτελεσματικότερο μέσο για την αποτροπή πολεμικών συγκρούσεων απορρίφτηκε με 119 ψήφους έναντι 58. Το βασικό αντεπιχείρημα που πρόβαλε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν πως κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν διώξεις. Έτσι, η απόφαση του Συνεδρίου της Κοπεγχάγης περιελάμβανε: Την κοινοβουλευτική «πάλη» κατά των εξοπλισμών και την καταψήφιση των σχετικών πιστώσεων, την επιμονή στη συγκρότηση υποχρεωτικών διαιτητικών δικαστηρίων για τη διευθέτηση των διαφορών που προέκυπταν μεταξύ κρατών, το γενικό αφοπλισμό, την κατάργηση της μυστικής διπλωματίας και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών. Περιελάμβανε επίσης τις τροπολογίες των Λένιν και Λούξεμπουργκ, που είχαν υιοθετηθεί από το Συνέδριο της Στουτγάρδης (αν και ήταν προφανές πως η οπορτουνιστική ηγεσία της Διεθνούς μόνο τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν είχε στο μυαλό της ως απάντηση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο). Ακόμα και ο αστικός Τύπος χαρακτήρισε το συνέδριο ως «ήττα για την επαναστατική πτέρυγα της Σοσιαλδημοκρατίας».15

«Η αδυναμία και η έλλειψη μαχητικότητας στη Β΄ Διεθνή φάνηκαν στην πορεία της μαροκινής κρίσης στα 1911. Στην πρόταση για τη σύγκληση μιας έκτακτης πλατιάς σύσκεψης του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου για να εφαρμόσει το προλεταριάτο όλων των χωρών τις συμφωνημένες ενέργειες, η ηγεσία του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απάντησε αρνητικά, με τη δικαιολογία πως οι ενέργειες αυτές και η αντιπολεμική προπαγάνδα είναι δυνατό να βλάψουν την προεκλογική εκστρατεία του κόμματος»16. Στη σύγκληση του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου αντιτάχτηκε και ο ηγέτης της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας Β. Άντλερ, ισχυριζόμενος πως «δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος [σ.σ.: μετεξέλιξης της κρίσης σε πόλεμο] και πως η αστική διπλωματία είχε επιληφθεί της διασφάλισης ειρήνης»17.

Η διάσταση λόγων και έργων, η κάλυψη οπορτουνιστικών θέσεων και πρακτικών πίσω από διακηρύξεις, επαναλήφθηκε και στο συνέδριο της Β΄ Διεθνούς στη Βασιλεία της Ελβετίας, που συνήλθε εκτάκτως το Νοέμβρη του 1912, λίγες βδομάδες μετά από την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, ενόψει και της διαφαινόμενης γενίκευσής του σε ευρύτερη πολεμική σύγκρουση. Ακολούθως, η απόφαση του συνεδρίου καλούσε τους «εργάτες όλων των χωρών ν’ αντιτάξουν στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό τη δύναμη της διεθνούς αλληλεγγύης του προλεταριάτου». Ταυτόχρονα, «προειδοποιούσε» τις αστικές κυβερνήσεις όλων των χωρών πως, «λόγω των συνθηκών που επικρατούν στην Ευρώπη και τη στάση της εργατικής τάξης, δε θα μπορέσουν να εξαπολύσουν πόλεμο χωρίς να θέσουν τους εαυτούς τους σε κίνδυνο. Οι κυβερνήσεις ας θυμηθούν ότι ύστερα από το γαλλογερμανικό πόλεμο ακολούθησε η Παρισινή Κομμούνα, ότι ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος έβαλε σε κίνηση τις επαναστατικές δυνάμεις των λαών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, ο ανταγωνισμός στο κυνήγι των εξοπλισμών οδήγησε σε μια χωρίς προηγούμενο όξυνση των ταξικών αντιθέσεων στην Αγγλία και την Ηπειρωτική Ευρώπη κι εξαπέλυσε τεράστιες απεργίες. Θα ήταν καθαρή παραφροσύνη να μην καταλάβουν οι κυβερνήσεις ότι η ίδια η σκέψη της τερατωδίας ενός παγκόσμιου πολέμου θα προκαλούσε αναπόφευκτα την οργή και την εξέγερση της εργατικής τάξης. Οι προλετάριοι θεωρούν έγκλημα να πυροβολούν οι μεν τους δε για χάρη των κεφαλαιοκρατικών κερδών, της φιλοδοξίας των δυναστειών ή της δόξας των μυστικών διπλωματικών συμφωνιών».18 «Οι λαοί», τόνισε ο Ζ. Ζορές, «μπορούν με ευκολία να κατανοήσουν πως μια δικιά τους επανάσταση θα τους κόστιζε λιγότερες θυσίες απ’ ό,τι ένας πόλεμος στον οποίο θα πολεμούσαν για άλλους [σ.σ.: την αστική τάξη]».19

Δε θα περνούσε παρά ενάμισης χρόνος ωσότου η παραπάνω απόφαση της Β΄ Διεθνούς, η οποία ψηφίστηκε ομόφωνα και μετ’ επευφημιών από το σύνολο των αντιπροσώπων (συμπεριλαμβανομένων και των λεγόμενων «δεξιών» και «κεντρώων»), αποδειχτεί κενό γράμμα, ωσότου η ηγεσία της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας, η πολιτική ηγεσία του παγκόσμιου προλεταριάτου, γίνει συνένοχη στο έγκλημα, που μόλις προσφάτως είχε καταγγείλει με όλους τους τρόπους και σε όλους τους τόνους.

 

Η ΕΚΡΗΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ - Η ΣΤΟΙΧΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

«Ο ευρωπαϊκός και παγκόσμιος πόλεμος έχει σαφώς καθορισμένο χαρακτήρα αστικού, ιμπεριαλιστικού, δυναστικού πολέμου. Η πάλη για αγορές και η καταλήστευση ξένων χωρών, η τάση να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου και της δημοκρατίας στο εσωτερικό των χωρών, η τάση ν’ αποβλακώσουν, να διασπάσουν και να εξοντώσουν τους προλετάριους όλων των χωρών σπρώχνοντας τους μισθωτούς σκλάβους του ενός έθνους ενάντια στους μισθωτούς σκλάβους του άλλου έθνους προς όφελος της αστικής τάξης, αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο και το μοναδικό πραγματικό νόημα του πολέμου»20.

Την αφορμή για την ολομέτωπη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των δύο διαμορφωθέντων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών έδωσε στις 28 Ιούνη 1914 η δολοφονία του διαδόχου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του από Σέρβους εθνικιστές στο Σεράγεβο. Ένα μήνα μετά (28 Ιούλη), τα αυστροουγγρικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Σερβία πυροδοτώντας σειρά αλυσιδωτών γεγονότων. Στις 31 Ιούλη η Ρωσία –σύμμαχος της Σερβίας– κήρυξε γενική επιστράτευση προκαλώντας την αντίδραση της Γερμανίας, η οποία την επόμενη μέρα (1 Αυγούστου) της κήρυξε τον πόλεμο. Στις 3 Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο και στη Γαλλία, ενώ την επομένη η Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία. Προοδευτικά εντάχτηκαν στον πόλεμο 38 χώρες, που μαζί με τις αποικίες τους κάλυπταν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού του πλανήτη.

Στην πορεία του πολέμου οι αντιμαχόμενοι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί διευρύνθηκαν, ενώ άλλαξε και η σύνθεσή τους. Στις Κεντρικές Δυνάμεις εντάχτηκαν ακόμη η Οθωμανική Αυτοκρατορία (1914) και η Βουλγαρία (1915), ενώ η Ιταλία άλλαξε ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο περνώντας με τις δυνάμεις της Αντάντ (1915). Με την Αντάντ συντάχτηκαν επίσης η Ιαπωνία (1914), οι ΗΠΑ (1917), καθώς και οι περισσότερες από τις εμπόλεμες τελικά χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα (1917). Οι αντιθέσεις, πάντως, υπήρξαν οξύτατες και μεταξύ των «συμμάχων», όπως υποδηλώνουν οι συνεχείς διαβουλεύσεις, συμφωνίες και διαφωνίες, πρωτόκολλα και συνθήκες, που πραγματοποιούνταν και μεταβάλλονταν διαρκώς «πάνω» και «κάτω από το τραπέζι» γύρω από το μελλοντικό μοίρασμα της λείας σε περίπτωση νίκης.21

Τι στάση όμως κράτησε η διεθνής σοσιαλδημοκρατία; Παραμονές του πολέμου, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούσαν μια καθ’ όλα υπολογίσιμη δύναμη, μετρώντας 3,4 εκατομμύρια μέλη κι 7,4 εκατομμύρια εργάτες οργανωμένους στα συνδικάτα υπό την επιρροή τους. Η σοσιαλδημοκρατία ήταν πρώτη πολιτική δύναμη στη Γερμανία και δεύτερη σε αρκετές άλλες από τις χώρες που ενεπλάκησαν στον πόλεμο (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Αυστρία, Ιταλία). Διέθετε επομένως και υπολογίσιμες δυνάμεις και τον ανάλογο σχεδιασμό (όπως αυτός είχε χαραχτεί κατά τα συνέδρια της Β΄ Διεθνούς το 1907, 1910 και 1912) ώστε να προβάλει σοβαρά εμπόδια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την αλληλοσφαγή των εργαζομένων χάριν των κερδών των μονοπωλίων. Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δε συνέβη. Τουναντίον, η Β΄ Διεθνής πέρασε σχεδόν στο σύνολό της στο σοσιαλσοβινισμό.22

Την 1η Αυγούστου 1914, μέρα κήρυξης του πολέμου από τη Γερμανία κατά της Ρωσίας, σύσσωμος ο γερμανικός σοσιαλδημοκρατικός Τύπος στοιχήθηκε πίσω από την αστική προπαγάνδα (περί «ρωσικής απειλής»), καλώντας την εργατική τάξη να «προστατεύσει την πατρίδα από τη ρωσική βαρβαρότητα» πολεμώντας «έως την τελική νίκη». Η διεύθυνση της σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας «Φόρβερτς», μάλιστα, κατέθεσε στο δοικητή του στρατιωτικού τομέα του Βρανδεμβούργου ενυπόγραφη δήλωση πως δε θα καταπιανόταν με ζητήματα «ταξικής πάλης και ταξικού μίσους». Την επομένη (2 Αυγούστου), οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες των συνδικάτων σύναψαν συμφωνία με τους εργοδότες προκειμένου ν’ αποφευχθούν οι απεργίες και να εξασφαλιστεί η «απαραίτητη» εργασιακή ειρήνη στα μετόπισθεν του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Στις 3 Αυγούστου η κοινοβουλευτική ομάδα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία (78 υπέρ έναντι 14 κατά) να εγκρίνει τις προτεινόμενες από την κυβέρνηση πολεμικές πιστώσεις, τις οποίες και υπερψήφισε την επόμενη μέρα, μαζί με τους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης στο Ράιχσταγκ. Ο Ου. Χάαζε, εκφωνώντας τη δήλωση του κόμματος υπέρ του πολέμου, τόνισε μεταξύ άλλων: «Σε ώρα κινδύνου δε θα εγκαταλείψουμε την πατρίδα»23.

«Εμείς στη Γερμανία», ισχυριζόταν το ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Φ. Σάιντεμαν, «έχουμε καθήκον ν’ αμυνθούμε. Έχουμε καθήκον να υπερασπίσουμε τη χώρα της πιο προχωρημένης σοσιαλδημοκρατίας από τη ρωσική σκλαβιά […] Εμείς, οι σοσιαλδημοκράτες, με το γεγονός ότι προσχωρήσαμε στη σοσιαλιστική Διεθνή, δεν πάψαμε να είμαστε Γερμανοί».24

«Δεν είναι δουλειά των σοσιαλιστών να βοηθάνε το νεότερο και ισχυρότερο ληστή (τη Γερμανία) να ληστεύει τους πιο παλιούς και πιο παραχορτασμένους ληστές. Οι σοσιαλιστές πρέπει να επωφεληθούν από τον αγώνα ανάμεσα στους ληστές για να τους ανατρέψουν όλους»25, επισήμανε ο Λένιν, βάζοντας τα πράγματα στη σωστή τους –από ταξική άποψη– θέση.

Οι Σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας, κατά το παράδειγμα του γερμανικού κόμματος (το οποίο επιδοκίμασαν ανεπιφύλακτα κι εξαρχής), στήριξαν επίσης την ιμπεριαλιστική πολιτική της αστικής τους τάξης, καλυπτόμενοι αντίστοιχα πίσω από το σύνθημα της «υπεράσπισης της πατρίδας» από τη «ρωσική βαρβαρότητα». Ακολούθως, κήρυξαν την «πολιτική –ταξική– ειρήνη» κι ενέκριναν τα έκτακτα μέτρα της αυστριακής κυβέρνησης.

Από την «άλλη πλευρά», στη Γαλλία, παρά την προκλητική δολοφονία του σοσιαλιστή ηγέτη Ζ. Ζορές που υπήρξε σφοδρός κατήγορος του πολέμου στις 31 Ιούλη, καμιά αντίδραση δεν υπήρξε. Αντιθέτως, «στις 4 Αυγούστου, στην κηδεία του Ζορές, οι εργάτες άκουσαν από τους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας το προδοτικό σύνθημα της “εθνικής ενότητας” και της κατάπαυσης του ταξικού αγώνα. Οι γάλλοι σοσιαλσοβινιστές διαβεβαίωναν [τους εργάτες] πως οι χώρες της Αντάντ είναι τάχα η “αμυνόμενη πλευρά”, οι “φορείς της προόδου” στον αγώνα εναντίον του επιθετικού πρωσσισμού»26. «Ως να βρίσκεται η ουσία», τόνισε ο Λένιν, «στο ποιος επιτέθηκε πρώτος και όχι ποιες είναι οι αιτίες του πολέμου, οι σκοποί που ο πόλεμος βάζει μπροστά του και οι τάξεις που τον διεξάγουν».27

Επικεφαλής των «πολεμικών κυβερνήσεων» έως το 1917 τέθηκαν πρώην σοσιαλιστές (αρχικά ο Ρ. Βιβιανί και κατόπιν ο Α. Μπριάν), ενώ υπουργικούς θώκους κατέλαβαν και πολλά νυν στελέχη του Σοσιαλιστικού Κόμματος, όπως ο Μ. Σαμπά (Δημοσίων Έργων), ο Ι. Γκεντ (υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου) και ο Α. Τομά (Εξοπλισμών και Πολεμικής Βιομηχανίας). Αντίστοιχα, στη βελγική κυβέρνηση μετείχε ο επικεφαλής του Εργατικού Κόμματος της χώρας Ε. Βαντερβέλντε.

Το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα ψήφισε κι εκείνο τις πολεμικές πιστώσεις, ενώ συνέδραμε την κυβέρνηση στην επιβολή της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας για την οποία υπήρχαν πολλές αντιδράσεις στις γραμμές της εργατικής τάξης, αλλά και σε πολλές οργανώσεις βάσης του κόμματος και των συνδικάτων. Οι Εργατικοί ηγέτες έγιναν οι καλύτεροι εκπρόσωποι των μονοπωλιακών-ιμπεριαλιστικών συμφερόντων της χώρας τους στην εργατιά. «Για τον εργάτη που καλείται να χύσει το αίμα του», τόνιζε χαρακτηριστικά ο ΓΓ των σιδηροδρομικών Τζ. Μπρόμλεϊ, «θα ήταν σίγουρα καταστροφή μια νικήτρια Γερμανία. Εμείς εξασφαλίζουμε τις τράπεζες από περιττά ρίσκα, εμείς διασφαλίζουμε τα κέρδη των σιδηροδρόμων. Και οι δύο θεσμοί είναι κομμάτια της μεγάλης μας Αυτοκρατορίας, της οποίας οι ανάγκες πρέπει να προστατευτούν».28 Όταν το 1915 η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων ανασυγκροτήθηκε σε κυβέρνηση συνασπισμού, οι Εργατικοί δε δίστασαν να λάβουν μέρος, με τον επικεφαλής τους Α. Χέντερσον να αναλαμβάνει το υπουργείο Παιδείας (στη συνέχεια διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην πιο στενή αριθμητικά «Πολεμική Κυβέρνηση» του Λόιντ Τζορτζ). Δύο ακόμα Εργατικοί μπήκαν στην κυβέρνηση το 1916, ο Τζ. Χοτζ (ως υπουργός Εργασίας) και ο Τζ. Μπαρνς (ως υπουργός Συντάξεων).

Σχεδόν παντού, λοιπόν, οι σοσιαλδημοκράτες συνηγόρησαν –και συμμετείχαν (με την ένταξή τους στις πολεμικές κυβερνήσεις)– στην αλληλοσφαγή της παγκόσμιας εργατικής τάξης, στοιχιζόμενοι με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των «εθνικών» αστικών τους τάξεων. Επέδρασαν καταλυτικά στον ιδεολογικοπολιτικό παροπλισμό του σοσιαλιστικού-εργατικού κινήματος, αφαιρώντας του ταυτόχρονα και τις όποιες πρακτικές δυνατότητες να δράσει κατά του πολέμου (είτε τασσόμενοι ανοιχτά υπέρ του πολέμου είτε ισχυριζόμενοι πως απλώς δεν είχαν άλλη επιλογή). Συνέδραμαν τα μέγιστα στη δηλητηρίαση των εργατικών συνειδήσεων, υιοθετώντας τα σοβινιστικά επιχειρήματα των αστών («ντύνοντάς» τα κάποιες φορές με μαρξιστικοφανή επιχειρήματα, πως δήθεν επρόκειτο για πόλεμο αμυντικό-εθνικοαπελευθερωτικό κλπ.). Στο πλαίσιο αυτό, προσπάθησαν «να δικαιολογήσουν με ευλογοφανή επιχειρήματα τόσο την ανικανότητά τους να προλάβουν το μακελειό όσο και την ανάγκη γι’ αυτούς να πάρουν μέρος σ’ αυτό»29.

Ένα από τα βασικότερα «επιχειρήματα» της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας για τη στροφή που διέγραψε από τις διακηρυγμένες θέσεις της με την έκρηξη του πολέμου ήταν πως οι εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν τις σχετικές εκτιμήσεις του συνεδρίου της Βασιλείας (1912) γύρω από τη διαμόρφωση επαναστατικής κατάστασης. Πως, αντιθέτως, οι αστικές κυβερνήσεις στέκονταν στις αρχές του πολέμου πιο ισχυρές από ποτέ, με τις εργατικές μάζες να στοιχίζονται πίσω τους προς «υπεράσπιση της πατρίδας». Τασσόμενοι κατά του πολέμου, οι σοσιαλδημοκράτες «διακινδύνευαν» όχι μόνο να πάνε αντίθετα προς το «λαϊκό αίσθημα», αλλά και να χαρακτηριστούν «προδότες», να γίνουν αντικείμενο διώξεων κ.ο.κ.

Ωστόσο, όπως επισήμανε ο Β. Ι. Λένιν, «το ζήτημα δεν είναι καθόλου αν η […] σοσιαλδημοκρατία ήταν ή όχι σε θέση να εμποδίσει τον πόλεμο ή αν μπορούν γενικά οι επαναστάτες να εγγυηθούν την επιτυχία της επανάστασης. Το ζήτημα είναι αν η στάση μας πρέπει να είναι στάση σοσιαλιστή ή αν πρέπει στ’ αλήθεια “να ξεψυχήσουμε” στην αγκαλιά της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης»30.

Βεβαίως η θέση ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο αποτελούσε «εσχάτη προδοσία» ενώπιον της αστικής τάξης: «Όταν οι Ιταλοί σοσιαλδημοκράτες έβαλαν στις παραμονές του πολέμου ζήτημα μαζικής απεργίας, η αστική τάξη τούς απάντησε –απόλυτα σωστά από τη σκοπιά της: Αυτό σημαίνει εσχάτη προδοσία και θα σας μεταχειριστούμε όπως μεταχειρίζονται τους προδότες. Αυτό είναι αλήθεια, όπως είναι αλήθεια και το ότι η συναδέλφωση στα χαρακώματα είναι εσχάτη προδοσία […] Ο προλετάριος δεν μπορεί ούτε να καταφέρει ταξικό χτύπημα στην κυβέρνησή του, ούτε να δώσει (στην πράξη) το χέρι στον αδελφό του, τον “ξένο” προλετάριο, χωρίς να διαπράττει “εσχάτη προδοσία”, χωρίς να συμβάλλει στην ήττα, χωρίς να βοηθάει στη διάλυση της “δικής του” ιμπεριαλιστικής “μεγάλης” δύναμης»31.

Και βεβαίως μια τέτοια θέση μπορεί να μη βρίσκει αποδέκτες σε ευρύτερα τμήματα της ίδιας της εργατικής τάξης (ενδεχομένως και στη μεγάλη πλειοψηφία της), ιδιαίτερα στις αρχές του πολέμου, όπου η προπαγάνδα του αστικού εθνικισμού-σοβινισμού βρίσκεται στο απόγειό της, δηλητηριάζοντας τις συνειδήσεις των εκμεταλλευομένων (χωρίς την «εθελούσια υποταγή» των οποίων καμιά αστική τάξη δεν μπορεί να διεξάγει κανέναν πόλεμο). «Δε θα ξεχάσω ποτέ», έγραφε ο Λένιν, «την ερώτηση που μου έκανε ένας από αυτούς [σ.σ.: τους εργάτες-αγρότες στρατιώτες] ύστερα από μια συγκέντρωση: “Τι μας κοπανάτε όλο ενάντια στους καπιταλιστές; Μήπως εγώ είμαι καπιταλιστής; Εμείς είμαστε εργάτες, εμείς υπερασπιζόμαστε την ελευθερία μας.” Δεν είναι αλήθεια. Εσείς πολεμάτε γιατί υπακούετε στην καπιταλιστική κυβέρνησή σας, τον πόλεμο δεν τον διεξάγουν οι λαοί, μα οι κυβερνήσεις».32

Ωστόσο, τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί και δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στην αποκάλυψη και καταγγελία της πραγματικής φύσης του πολέμου, καθώς και στην οργάνωση της πάλης της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση: «Και οι δύο ομάδες των εμπόλεμων χωρών δε μένουν καθόλου πίσω η μία από την άλλη στις ληστείες, στις θηριωδίες και στις ατελείωτες βαρβαρότητες του πολέμου, για να εξαπατήσουν, όμως, το προλεταριάτο και ν’ αποσπάσουν την προσοχή του από το μοναδικό πραγματικά απελευθερωτικό πόλεμο –δηλαδή τον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη της χώρας “του”, όσο και των “ξένων” χωρών– γι’ αυτόν τον υψηλό σκοπό η αστική τάξη της κάθε χώρας εξυμνεί με υποκριτικές πατριωτικές φράσεις τη σημασία του εθνικού “της” πολέμου και προσπαθεί να κάνει πιστευτό ότι επιδιώκει να νικήσει τον αντίπαλο όχι για λόγους ληστείας και αρπαγής των εδαφών του, μα για την “απελευθέρωση” όλων των άλλων λαών, εκτός του δικού της»33. «Στις προσπάθειες της σύγχρονης αστικής τάξης να διαιρέσει και να χωρίσει τους εργάτες με υποκριτικές επικλήσεις για “υπεράσπιση της πατρίδας”, οι συνειδητοί εργάτες θ’ απαντήσουν με όλο και καινούργιες κι επανειλημμένες προσπάθειες για την πραγματοποίηση της ενότητας των εργατών των διάφορων εθνών στον αγώνα για την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης όλων των εθνών»34.

 

Η ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΖΥΜΩΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Στον αντίποδα προς το πλειοψηφικό ρεύμα της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας βρέθηκε –πρώτα και κύρια– το κόμμα των Μπολσεβίκων (ΣΔΕΚΡ) της Ρωσίας, καθώς επίσης τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Βουλγαρίας («Στενοί»), της Σερβίας και της Ρουμανίας, οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου των ΗΠΑ, καθώς και μια σειρά μειοψηφικές ομάδες (όπως αυτή του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, μ’ επικεφαλής τους Κ. Λίμπκνεχτ, Ρ. Λούξεμπουργκ, Κλ. Τσέτκιν και Φ. Μέρινγκ).

Κεντρικό καθήκον και βασική κατευθυντήρια γραμμή πάλης της ταξικά συνεπούς, επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, σε πόλεμο τάξης εναντίον τάξης, σε σοσιαλιστική επανάσταση. «Μια τέτοια μετατροπή», τόνιζε ο Λένιν, «δεν είναι βέβαια εύκολη και δεν μπορεί να γίνει “σύμφωνα με τη θέληση” του ενός ή του άλλου κόμματος. Μα ακριβώς αυτή η μετατροπή βρίσκεται μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού γενικά, της εποχής του τέλους του καπιταλισμού ειδικά. Και προς αυτήν την κατεύθυνση, μόνο προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να διεξάγουν τη δουλειά τους οι σοσιαλιστές. Να μην ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις, να μην ενθαρρύνουν το σοβινισμό της χώρας “τους” (και των σύμμαχων χωρών), να καταπολεμήσουν πρώτ’ απ’ όλα το σοβινισμό της “δικής τους” αστικής τάξης, να μην περιορίζονται στις νόμιμες μορφές πάλης όταν αρχίζει η κρίση και η αστική τάξη αφαιρεί η ίδια τη νομιμότητα που δημιούργησε –να ποια είναι η γραμμή δουλειάς που οδηγεί στον εμφύλιο πόλεμο και θα οδηγήσει σ’ αυτόν σε τούτη ή σ’ εκείνη τη στιγμή της ευρωπαϊκής πυρκαγιάς.

Ο πόλεμος δεν είναι κάτι το τυχαίο, δεν είναι “αμάρτημα”, όπως νομίζουν οι χριστιανοί παπάδες (που κηρύσσουν τον πατριωτισμό, τον ανθρωπισμό και την ειρήνη όχι χειρότερα από τους οπορτουνιστές), αλλά μια αναπόφευκτη βαθμίδα του καπιταλισμού, μια μορφή της καπιταλιστικής ζωής εξίσου φυσιολογική όπως και η ειρήνη. Ο πόλεμος των ημερών μας είναι πόλεμος των λαών. Από την αλήθεια αυτή δε βγαίνει το συμπέρασμα ότι πρέπει να τραβάμε όπου μας πάει το “λαϊκό” ρεύμα του σοβινισμού, αλλά ότι, και σε περίοδο πολέμου, και στον πόλεμο και στα στρατιωτικά ζητήματα εξακολουθούν να υπάρχουν και να εκδηλώνονται οι ταξικές αντιθέσεις που κατασπαράζουν τους λαούς […] Η προπαγάνδα της ταξικής πάλης και στο στρατό είναι χρέος του κάθε σοσιαλιστή. Η δουλειά που αποβλέπει στη μετατροπή του πολέμου των λαών σε εμφύλιο πόλεμο είναι η μοναδική σοσιαλιστική δουλειά στην εποχή της ιμπεριαλιστικής ένοπλης σύγκρουσης της αστικής τάξης όλων των εθνών. Κάτω οι παπαδίστικοι συναισθηματισμοί και ανόητοι αναστεναγμοί για “ειρήνη με κάθε θυσία”! Ας υψώσουμε τη σημαία του εμφύλιου πολέμου! Ο ιμπεριαλισμός παίζει στα χαρτιά την τύχη του ευρωπαϊκού πολιτισμού: Ύστερα από το σημερινό πόλεμο, αν δε γίνουν μια σειρά πετυχημένες επαναστάσεις, θ’ ακολουθήσουν γρήγορα και άλλοι πόλεμοι –το παραμύθι για “τελευταίο πόλεμο” είναι κούφιο κι επιζήμιο παραμύθι, ένας μικροαστικός μύθος […] Η προλεταριακή σημαία του εμφύλιου πολέμου αύριο, αν όχι σήμερα, ύστερα από το σημερινό πόλεμο, αν όχι στη διάρκειά του, στον πρώτο επερχόμενο πόλεμο […] θα συγκεντρώσει γύρω της όχι μόνο εκατοντάδες χιλιάδες συνειδητούς εργάτες, μα κι εκατομμύρια εξαπατημένους σήμερα από το σοβινισμό μισοπρολετάριους και μικροαστούς, που οι φρίκες του πολέμου όχι μόνο δε θα τους τρομάζουν και δε θα τους αποβλακώνουν, αλλά θα τους διαφωτίζουν, θα τους διδάσκουν, θα τους ξυπνούν, θα τους οργανώνουν, θα τους ατσαλώνουν και θα τους προετοιμάζουν για τον πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και της “δικής τους” χώρας και των “ξένων” χωρών»35.

Το προλεταριάτο έχει δύο δρόμους: Τη συστράτευση με τη «δική» του «εθνική» αστική τάξη και τη συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο υπό «ξένη» ταξικά σημαία ή την ένωση με τα ταξικά του αδέρφια των εμπόλεμων χωρών για την ανατροπή του πραγματικού εχθρού, των αστών, ανεξαρτήτου εθνικότητας. «Και οι δύο δρόμοι», σημειώνει ο Λένιν, είναι «δύσκολοι και απαιτούν θυσίες». Η επιλογή για την εργατική τάξη έγκειται εν τέλει σε αυτό: «Θέλει να προσφέρει αυτές τις θυσίες στην ιμπεριαλιστική αστική τάξη […] και σ’ έναν από τους συνασπισμούς των μεγάλων Δυνάμεων ή στην υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τον καπιταλισμό, από την πείνα, τους πολέμους; Το προλεταριάτο πρέπει να διαλέξει».36

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας, κάποια τμήματα της εργατικής τάξης έδειξαν πως διέθεταν ταξικά αντανακλαστικά και πως δεν είχαν δηλητηριαστεί πλήρως από το μικρόβιο του σοβινισμού (όπως ισχυρίστηκαν πολλοί για να δικαιολογήσουν την προδοτική τους στάση απέναντι στον πόλεμο). Ογκώδεις και μαχητικές αντιπολεμικές συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Βρετανία κ.α. έως και τη μέρα της κήρυξης του πολέμου. Το αρχικό μούδιασμα από την οπορτουνιστική προδοσία, καθώς και η σοβινιστική έξαρση που κυριάρχησε, τουλάχιστον την πρώτη περίοδο (με τη συνεπικουρία αστών και σοσιαλδημοκρατών), άρχισαν σιγά-σιγά να υποχωρούν σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι επαναστατικές δυνάμεις στο εργατικό-σοσιαλιστικό κίνημα άρχισαν και αυτές από τη μεριά τους ν’ ανασυγκροτούνται και να οργανώνονται καλύτερα. Ήδη από τα τέλη του 1914 κιόλας, Γερμανοί και Γάλλοι-Βρετανοί εργάτες στρατευμένοι του μετώπου προχώρησαν σε αυθόρμητες εκδηλώσεις συναδέλφωσης, ενώ εμφανίστηκαν και προκηρύξεις που διακήρυσσαν: «Ο κύριος εχθρός βρίσκεται στη δική μας τη χώρα»37.

Στη Γερμανία η επαναστατική μειοψηφία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος συγκρότησε την άνοιξη του 1915 την οργάνωση «Διεθνής» («Σπάρτακος»). Σύντομα, παράνομες επαναστατικές ομάδες δημιουργήθηκαν στο Βερολίνο, τη Βρέμη, τη Λειψία, το Αμβούργο και πολλά άλλα προλεταριακά κέντρα της Γερμανίας. Στις 2 Δεκέμβρη 1914 ο Κ. Λίμπκνεχτ, καταψηφίζοντας τις πολεμικές πιστώσεις στο Ράιχσταγκ και καταφερόμενος τόσο κατά της κυβέρνησης όσο και κατά των «συντρόφων» του, θα ρίξει το σύνθημα «πόλεμος κατά του πολέμου», υπογραμμίζοντας πως εχθρός του Γερμανού εργάτη δεν είναι άλλος από το γερμανικό ιμπεριαλισμό. Το Μάη του 1915 πραγματοποιήθηκαν δύο ακόμα αντιπολεμικές διαδηλώσεις έξω από τη γερμανική Βουλή, ενώ στις 30 Οκτώβρη οι διαδηλώσεις μεταφέρθηκαν κι έξω από τα γραφεία της ΚΕ του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η αστική τάξη, ενοχλημένη από την «παραφωνία» αυτή στις γραμμές της συμμάχου σοσιαλδημοκρατίας, έδειξε τα δόντια της: Αρχικά επιστράτευσε τον Κ. Λίμπκνεχτ και στη συνέχεια τον παρέπεμψε στο στρατοδικείο όπου καταδικάστηκε σε 4 χρόνια καταναγκαστικά έργα. Σε απάντηση ξέσπασε πραγματικό κύμα από πολιτικές απεργίες (με σημαντικότερη την απεργία στις πολεμικές βιομηχανίες του Βερολίνου κ.ά.).

Τα επόμενα χρόνια, οι απεργιακές ζυμώσεις συνεχίστηκαν κι εντάθηκαν, ιδιαίτερα στις πολεμικές βιομηχανίες. Το διάστημα 1915-1917 έγιναν στη Γερμανία 601 τέτοιες απεργίες,38 ενώ μετά από την έκρηξη της Φεβρουαριανής και –ακόμη περισσότερο– κατόπιν της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, οι κινητοποιήσεις του γερμανικού προλεταριάτου απέκτησαν πιο μαζικά και μαχητικά χαρακτηριστικά.

Τον Απρίλη του 1917 κατέβηκαν σε απεργία οι μεταλλεργάτες της πολεμικής βιομηχανίας του Βερολίνου. Σύντομα, η απεργία έλαβε πολιτικό χαρακτήρα κι εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Μεταξύ άλλων, οι Γερμανοί εργάτες εκδήλωσαν την αλληλεγγύη τους και στη Ρωσική Επανάσταση, ενώ με την πρωτοβουλία των «Σπαρτακιστών» άρχισαν να συγκροτούνται και τα πρώτα σοβιέτ. Με τη βοήθεια των Σοσιαλδημοκρατών, η κυβέρνηση συνέτριψε την απεργία. Ωστόσο η τάση ριζοσπαστικοποίησης του γερμανικού προλεταριάτου δεν ανακόπηκε. Το Γενάρη του 1918 ξέσπασε μία ακόμη απεργία στην πολεμική βιομηχανία, που αυτήν τη φορά αγκάλιασε υπερτριπλάσιο αριθμό εργαζομένων (πάνω από 1.000.000),39 ενώ η επαναστατική κρίση ωρίμαζε συνεχώς και κορυφώθηκε λίγους μήνες αργότερα με την έκρηξη της Νοεμβριανής γερμανικής προλεταριακής Επανάστασης.

Ανάλογες ζυμώσεις είχαμε και σε άλλες χώρες. Στη Γαλλία, οι επαναστάτες σοσιαλιστές και μια σειρά πρωτοπόρα συνδικάτα (όπως η Ένωση Εργατών Μετάλλου) μπήκαν μπροστά στις αντιπολεμικές εκδηλώσεις των Γάλλων εργαζομένων. Οι απεργίες τριπλασιάστηκαν το 1915-1916, ενώ ο πρωθυπουργός Α. Πουανκαρέ επισήμανε στο ημερολόγιό του τέλη του 1917 τις «ανήσυχες διαθέσεις» του λαού της πρωτεύουσας και τον «πολλαπλασιασμό των ηττοπαθών», κάνοντας λόγο για «ύποπτα μιάσματα».40 Τα «μιάσματα» αυτά εξαπλώθηκαν γρήγορα και στα στρατευμένα παιδιά της εργατικής τάξης, «μολύνοντας» ολόκληρα συντάγματα. Ακολουθώντας τη γνωστή τακτική του καρότου και του μαστιγίου, η αστική τάξη, την ίδια στιγμή που δίωκε ανελέητα τους επαναστάτες σοσιαλιστές, ενέτασσε όλο και περισσότερους οπορτουνιστές σοσιαλδημοκράτες στον κρατικό μηχανισμό.

Στην Αυστροουγγαρία συγκροτήθηκαν επαναστατικές μειοψηφίες στο κόμμα και τα συνδικάτα, οι απεργοί το 1916-1917 εντεκαπλασιάστηκαν, ενώ από τις κινητοποιήσεις ξεχώρισαν οι απεργίες στις πολεμικές βιομηχανίες της Βιέννης και της Βουδαπέστης το Μάη του 1917, το απεργιακό κύμα στις βιομηχανικές περιοχές της Τσεχίας το καλοκαίρι του 1917 (που μάλιστα έλαβε τη μορφή κι ένοπλου αγώνα), η γενική απεργία της Βιέννης τον Ιούνη του 1918 κ.ά. Στον αντίποδα, «οι Αυστριακοί και Ούγγροι σοσιαλσοβινιστές ματαίωναν τις επαναστατικές εξεγέρσεις του προλεταριάτου εναντίον του πολέμου. Στον επαναστατικό αγώνα για ειρήνη, η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αντιπαρέθετε σχέδια για “μεταρρύθμιση της διοίκησης” προπαγανδίζοντας τη μετατροπή της Αυστροουγγαρίας σε “συμμαχικό κράτος”, “ομοσπονδιακό κράτος” κτλ. και ανακηρύσσοντας την αψβουργική μοναρχία “καταφύγιο για τα μικρά έθνη”»41.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι ζυμώσεις της περιόδου αυτής έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πορεία της επαναστατικής κρίσης στην Ουγγαρία στα τέλη του 1918 και την ανακήρυξή της σε Σοβιετική Δημοκρατία το Μάρτη του επόμενου χρόνου.

 

ΝΕΑ ΑΝΑΧΩΜΑΤΑ - ΟΙ «ΚΕΝΤΡΙΣΤΕΣ»

Με δεδομένη την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, στην πορεία του πολέμου δημιουργήθηκε ένα νέο «ανάχωμα» στο ριζοσπαστισμό και τις αντιπολεμικές ζυμώσεις που σιγά-σιγά άρχισαν ν’ αναπτύσσονται στις γραμμές της εργατικής τάξης, οι λεγόμενοι «κεντριστές». Οι «κεντριστές», με βάση την ήδη διατυπωμένη μεσοβέζικη (αλλά καθ’ όλα οπορτουνιστική) γραμμή του Κ. Κάουτσκι,42 έπαψαν να ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις (με το σκεπτικό ότι με τη στάση τους αυτή δεν απειλείτο έτσι κι αλλιώς η ισχυρή στρατηγική θέση της χώρας), προβάλλοντας το αίτημα μιας «δίκαιης» και «δημοκρατικής» ειρήνης. «Ο Κάουτσκι», έγραφε ο Λένιν, «“συμβιβάζει” χωρίς αρχές τη βασική ιδέα του σοσιαλσοβινισμού, την αποδοχή της υπεράσπισης της πατρίδας στο σημερινό πόλεμο, με μια διπλωματική, φαινομενική παραχώρηση στους αριστερούς, όπως είναι η αποχή κατά την ψήφιση των πιστώσεων και η υιοθέτηση στα λόγια μιας αντιπολιτευτικής στάσης». «Ο διεθνισμός του Κάουτσκι», πρόσθεσε στη συνέχεια, «συνίσταται στο εξής: Ν’ απαιτούμε μεταρρυθμίσεις από την ιμπεριαλιστική αστική κυβέρνηση, αλλά να εξακολουθούμε να την υποστηρίζουμε, να εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τον πόλεμο που κάνει η κυβέρνηση αυτή, ώσπου να δεχτούν όλοι οι εμπόλεμοι το σύνθημα “χωρίς προσαρτήσεις κι επανορθώσεις” […] Θεωρητικά αυτό αποτελεί πλήρη ανικανότητα να ξεκόψει κανείς από τους σοσιαλσοβινιστές και πλήρη σύγχυση στο ζήτημα της υπεράσπισης της πατρίδας. Πολιτικά σημαίνει υποκατάσταση του διεθνισμού μ’ έναν μικροαστικό εθνικισμό και πέρασμα με το μέρος του ρεφορμισμού, απάρνηση της επανάστασης».43

Οι «κεντριστές», με τις κατά καιρούς αριστεροφανείς πράξεις τους και την υποκριτική φρασεολογία τους περί ειρήνης, προσπάθησαν ουσιαστικά να συγκρατήσουν τους εργάτες υπό την πολιτική ηγεμονία της σοσιαλδημοκρατίας και την ιδεολογική της αστικής τάξης. Να σημειώσουμε, για την ιστορία, πως οι κεντριστές, αφού διέγραψαν μια σύντομη χωριστή πορεία (συγκροτώντας το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) κι έχοντας εκπληρώσει το ρόλο τους ως το ανάχωμα στη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών που απεγκλωβίζονταν από τους Σοσιαλδημοκράτες κατά την κρίσιμη περίοδο του πολέμου και της επανάστασης, επέστρεψαν (συγχωνεύτηκαν) στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα το φθινόπωρο του 1922.

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΣΙΦΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΦΟΠΛΙΣΜΟ

Στη διάρκεια του πολέμου, οι φωνές που καλούσαν σε τερματισμό των εχθροπραξιών (χωρίς ωστόσο να θίγουν τις γενεσιουργές τους αιτίες ή να θέτουν ζήτημα για την ενεργό εξάλειψή τους) πολλαπλασιάστηκαν. Ακολούθως, ο πασιφισμός (παθητικός φιλειρηνισμός), που προϋπήρχε ως ρεύμα του πολέμου, στην πορεία ενισχύθηκε, ιδιαίτερα μεταξύ των αστικών και μικροαστικών στρωμάτων, αλλά και μεταξύ πολλών σοσιαλδημοκρατών. Επρόκειτο για ένα ρεύμα ουτοπικό, που καταδίκαζε τον πόλεμο γενικά και που ουσιαστικά στηριζόταν στην ανύπαρκτη δυνατότητα ενός καπιταλισμού «ειρηνικού», χωρίς συγκρούσεις και ακρότητες.

«Οι σοσιαλιστές καταδίκαζαν πάντα τους πολέμους ως κάτι το βάρβαρο και το απάνθρωπο», σημείωνε ο Λένιν. «Η στάση μας όμως απέναντι στον πόλεμο είναι καταρχήν διαφορετική από τη στάση των αστών πασιφιστών […] Διαφέρουμε γιατί καταλαβαίνουμε την αναπόφευκτη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στους πολέμους και την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό μιας χώρας, γιατί καταλαβαίνουμε ότι είναι αδύνατο να εξαλειφτούν οι πόλεμοι χωρίς την εξάλειψη των τάξεων και τη δημιουργία του σοσιαλισμού, καθώς και γιατί αναγνωρίζουμε στο ακέραιο ότι είναι δικαιολογημένοι, προοδευτικοί και αναγκαίοι οι εμφύλιοι πόλεμοι, δηλαδή οι πόλεμοι της καταπιεζόμενης τάξης ενάντια στην καταπιέζουσα τάξη, οι πόλεμοι των δούλων ενάντια στους δουλοκτήτες, των δουλοπάροικων αγροτών ενάντια στους τσιφλικάδες, των μισθωτών εργατών ενάντια στην αστική τάξη»44.

Άμεσα συνδεδεμένο με τον πασιφισμό ήταν και το αίτημα του «αφοπλισμού»: «Αν ο τωρινός πόλεμος προκαλεί στους αντιδραστικούς χριστιανοσοσιαλιστές, στους κλαψιάρηδες μικροαστούς, μόνο φρίκη και τρόμο, μόνο αποστροφή προς κάθε χρησιμοποίηση των όπλων, προς το αίμα, το θάνατο κτλ., τότε πρέπει να πούμε: Η καπιταλιστική κοινωνία ήταν και είναι πάντα μια φρίκη δίχως τέλος. Και αν τώρα αυτός ο πόλεμος, ο πιο αντιδραστικός απ’ όλους τους πολέμους, ετοιμάζει σ’ αυτήν την κοινωνία ένα τέλος γεμάτο φρίκη, εμείς δεν έχουμε κανένα λόγο να πέσουμε σε απόγνωση»45. Η εργατική τάξη όχι μόνο δεν έπρεπε να επιδιώξει τον αφοπλισμό, αλλά το αντίθετο: Ν’ αξιοποιήσει τα όπλα που της χορήγησε η αστική τάξη για να πολεμήσει (και να πεθάνει) για τα δικά της συμφέροντα και να τα στρέψει εναντίον της (της αστικής τάξης), ώστε να την ανατρέψει. «Σύνθημά μας πρέπει να είναι: Εξοπλισμός του προλεταριάτου για να νικήσει, ν’ απαλλοτριώσει και ν’ αφοπλίσει την αστική τάξη […] Μόνο αφού αφοπλίσει την αστική τάξη μπορεί το προλεταριάτο, χωρίς να προδώσει την κοσμοϊστορική του αποστολή, να πετάξει στα παλιοσίδερα κάθε όπλο γενικά, και το προλεταριάτο θα το κάνει αυτό αναμφίβολα, αλλά μόνο τότε, σε καμιά περίπτωση νωρίτερα»46.

 

Η ΣΤΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

 

«Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της ειρηνικής πολιτικής, η ειρήνη είναι η συνέχιση της πολεμικής πολιτικής»47.

Τέλη 1916 - αρχές 1917, δυόμισι χρόνια μετά από την έναρξη των εχθροπραξιών, τα μέτωπα του πολέμου φαίνονταν να βρίσκονται σε πλήρη στασιμότητα («μάχη χαρακωμάτων»). Κανείς ιμπεριαλιστικός συνασπισμός δεν μπορούσε να επικρατήσει, παρά τα κύματα επί κυμάτων των στρατιωτών που έστελνε τροφή για τα κανόνια του αντιπάλου. Μόνο κατά την «Επιχείρηση Βρουσίλοφ» στο ανατολικό μέτωπο, σκοτώθηκαν σε διάστημα 3 μηνών (4 Ιούνη - 20 Σεπτέμβρη 1916) 1,6 εκατομμύρια στρατιώτες, ενώ στη «Μάχη του Σομ» στο δυτικό μέτωπο (1 Ιούλη - 18 Νοέμβρη 1916) 1,2 εκατομμύρια (το κέρδος των Γαλλοβρετανών στη λήξη της δεύτερης ήταν μόλις 12 χλμ. εδάφους). Ταυτόχρονα, η εναντίωση στον πόλεμο στους κόλπους της στρατευμένης και μη εργατικής τάξης δυνάμωνε και η επαναστατική κρίση οξύνονταν, κατά πρώτο στη Ρωσία, κατά δεύτερο στην ίδια τη Γερμανία και αλλού.

Τον τερματισμό των εχθροπραξιών, όμως, εμφανιζόταν να τον επιδιώκει την ίδια περίοδο και μια μερίδα των αστών. «Εντύπωση» ως προς αυτό, είχαν κάνει οι προτάσεις «για ειρήνη χωρίς νίκη» του προέδρου των ΗΠΑ (που ακόμα ήταν «ουδέτερες» –θα εισέρχονταν βέβαια στον πόλεμο 3 μόλις μήνες αργότερα) Γ. Ουίλσον προς όλους τους εμπόλεμους, οι οποίες μάλιστα έγιναν δεκτές μ’ ενθουσιασμό και από τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. «Κάτι σαν πανηγύρι έχουν οι πασιφιστές στη γειτονιά τους», σχολίασε ο Λένιν. «Αγαλλιούν οι ενάρετοι αστοί των ουδέτερων χωρών: “Αρκετά δε βγάλαμε από τα πολεμικά κέρδη και την ακρίβεια; Δε φτάνει; Όπως και να ’ναι, πιο πολλά κέρδη –καθώς φαίνεται– δεν πρόκειται να βγάλουμε και ο λαός μπορεί να χάσει στο τέλος την υπομονή του”».48

Η προοπτική τερματισμού του ιμπεριαλιστικού πολέμου κι επίτευξης μιας ειρήνης (μιας ιμπεριαλιστικής ειρήνης), λοιπόν, άρχισε να κερδίζει έδαφος στους κόλπους της διεθνούς αστικής τάξης. Στην προπαγάνδιση μιας τέτοιας προοπτικής στους εργάτες βρήκε, βεβαίως, για μια ακόμη φορά πρόθυμο διαμεσολαβητή τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία.49

Είναι «αυταπάτη», ξεκαθάριζε ο Λένιν, «ότι οι σημερινές κυβερνήσεις, οι σημερινές άρχουσες τάξεις είναι ικανές, χωρίς “να διδαχτούν” (ή σωστότερα χωρίς να παραμεριστούν) από μια σειρά επαναστάσεις, να συνάψουν ειρήνη που να ικανοποιεί κάπως τη δημοκρατία και την εργατική τάξη. Δεν υπάρχει τίποτε πιο επιζήμιο από μια τέτοια απάτη […] Τα αγαθά που περιμένουν από την ειρήνη [οι εργατικές μάζες] δεν είναι δυνατό ν’ αποκτηθούν χωρίς μια σειρά επαναστάσεις. Το ιδανικό μας είναι ακριβώς ο τερματισμός των πολέμων, η ειρήνη ανάμεσα στους λαούς, το σταμάτημα της καταλήστευσης και της βίας, ωστόσο μόνο αστοί σοφιστές μπορούν να παραπλανούν τις μάζες μ’ αυτό το ιδανικό αποσπώντας το από το ανυπέρθετο, το άμεσο κήρυγμα μιας επαναστατικής δράσης».50

 

Η ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΕ ΕΜΦΥΛΙΟ -ΤΑΞΙΚΟ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ

Ο στρατηγικός στόχος της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας για μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο-ταξικό έγινε πραγματικότητα πρώτα στη Ρωσία, τον «αδύναμο κρίκο» της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, όπου και οι αντικειμενικές συνθήκες είχαν δημιουργήσει τους όρους της επαναστατικής κρίσης, αλλά και ο υποκειμενικός παράγοντας (το κόμμα της εργατικής τάξης) διέθετε την ανάλογη επαναστατική γραμμή.

Έτσι, το Φλεβάρη του 1917, οι οπλισμένοι εργάτες ενώθηκαν με τους στρατιώτες σε μια επαναστατική πάλη που συντάραξε συθέμελα το τσαρικό καθεστώς και την αστική τάξη, η οποία –δικαιολογημένα– ανησυχούσε για την έκταση και το βάθος που μπορούσε να πάρει. Όταν ο τσάρος διέταξε τη διακοπή των εργασιών της Δούμας (27 Φλεβάρη), οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης έσπευσαν να συγκροτήσουν μια προσωρινή επιτροπή «για την αποκατάσταση της τάξης», στην οποία μετείχε τόσο εκπρόσωπος των Μενσεβίκων (ο Ν. Τσχεΐντζε) όσο και των Εργατικών (ο Α. Κερένσκι, που στη συνέχεια προσχώρησε στους Εσέρους). «Αυτό ήταν μια διεύρυνση του συνασπισμού προς τ’ αριστερά. Ο φόβος, που τους προκαλούσε το πεζοδρόμιο, έσπρωξε σε μία και αυτή “εταιρία” τον Σούλγκιν και τον Τσχεΐντζε»51, έγραφε ο φιλομοναρχικός μεγαλογαιοκτήμονας πολιτικός Β. Σούλγκιν, ο οποίος στη συνέχεια στήριξε την αστική Προσωρινή Κυβέρνηση.

Αυτός ο «συνεταιρισμός» τμημάτων της σοσιαλδημοκρατίας με την αστική τάξη δεν ήταν βέβαια κάτι το καινούργιο. Από τη διάρκεια του πολέμου ακόμη, «οι μενσεβίκοι συνεργάζονταν με την αστική τάξη και στη Δούμα και στις στρατιωτικοβιομηχανικές επιτροπές. Ως την ώρα της εξέγερσης, οι μενσεβίκοι υποστήριζαν το πρόγραμμα της ειρηνικής “επανάστασης χάρη της νίκης” και τώρα εμφανίζονταν μπροστά στους ξεσηκωμένους εργάτες και στρατιώτες και τους καλούσαν να διαφυλάξουν την “τάξη” και να συσπειρωθούν γύρω από τη Δούμα»52.

Την ίδια στιγμή, μέσα από τις φλόγες της επανάστασης ξεπήδησαν νέα όργανα εξουσίας: Τα Σοβιέτ. Στις 27 Φλεβάρη συνήλθε για πρώτη φορά το Σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών της Πετρούπολης, την 1η Μάρτη το Σοβιέτ της Μόσχας κ.ο.κ. Σύντομα τα Σοβιέτ, τα οποία εδράζονταν στον ένοπλο λαό, ανέπτυξαν πραγματική δύναμη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που δίχως τη συγκατάθεσή τους ο σχηματισμός κυβέρνησης από την Προσωρινή Επιτροπή της Δούμας και μόνο θα ήταν από αδιανόητος έως και αδύνατος. Ωστόσο η συγκατάθεση αυτή δόθηκε από τα Σοβιέτ, που, μαζί της, παρέδωσαν ουσιαστικά και την εξουσία στην αστική τάξη. Και αυτό γιατί την πλειοψηφία στα Σοβιέτ την είχαν οι Μενσεβίκοι και οι Εσέροι,53 για τους οποίους η παράδοση της εξουσίας στην αστική τάξη δεν ήταν παρά φυσικό επακόλουθο του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα της επανάστασης. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στις εργατικές μάζες και ταυτόχρονα φοβούμενοι την επαναστατική πρωτοβουλία και αυτενέργειά τους, οι Ρώσοι οπορτουνιστές σοσιαλδημοκράτες προτίμησαν την αστική νομιμότητα-ομαλότητα του κοινοβουλίου, από την εν δυνάμει ανεξέλεγκτη (για τους ίδιους) επαναστατική δυναμική των Σοβιέτ. Στην προσωρινή αστική κυβέρνηση που συγκροτήθηκε στις 2 Μάρτη υπό τον πρίγκιπα Γ. Λβοφ μετείχε ως υπουργός Δικαιοσύνης και ο Α. Κερένσκι (παρά τη σχετική απαγόρευση του Σοβιέτ της Πετρούπολης γύρω από τη συμμετοχή των μελών του στη νέα κυβέρνηση).

Τον Απρίλη ο Β. Ι. Λένιν παρουσίασε στο Κόμμα των Μπολσεβίκων τις προγραμματικές θέσεις (που έμειναν στην Ιστορία ως «Θέσεις του Απρίλη»), όπου τίθετο άμεσα ο στόχος της εργατικής εξουσίας, η στρατηγική κατεύθυνση της σοσιαλιστικής επανάστασης –δίχως ενδιάμεσους «σταθμούς» και μεσοβέζικες «λύσεις».

«Ο Λένιν αξιοποίησε την άρνηση-αδυναμία της αστικής κυβέρνησης, από το Φλεβάρη του 1917 και στη συνέχεια, ν’ αντιμετωπίσει οξυμένα κοινωνικά προβλήματα, όπως του πολέμου και της επιβίωσης εκατομμυρίων φτωχών αγροτών κι εργατών. Η επαναστατική εργατική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου –και όχι κάποια ενδιάμεση εξουσία– έλυσε τα προβλήματα της ειρήνης, της γης στους αγρότες, της ισοτιμίας των γυναικών, των εθνοτήτων, γενικά τα λεγόμενα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης»54.

Η υιοθέτησή των «Θέσεων του Απρίλη» από το Κόμμα των Μπολσεβίκων –όχι χωρίς διαπάλη– αποτέλεσε πράγματι ορόσημο στην εξέλιξη του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία, αλλά και στη γενικότερη ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Η προσωρινή αστική κυβέρνηση υπό τον πρίγκιπα Λβοφ δεν μπόρεσε να σταθεί για πολύ. Το Μάη του 1917, υπό το βάρος ενός νέου κύματος εργατικών κινητοποιήσεων (με κυρίαρχα συνθήματα «κάτω ο πόλεμος» και «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ») αναγκάστηκε να ανασχηματιστεί, περιλαμβάνοντας στη σύνθεσή της περισσότερους υπουργούς προερχομένους από τη σοσιαλδημοκρατία.55

«Οι καπιταλιστές [της Ρωσίας]», έγραφε ο Λένιν, «καλύτερα οργανωμένοι, πιο έμπειροι στο έργο της ταξικής πάλης και της πολιτικής […] βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρατηθεί, κατέφυγαν σε μια μέθοδο, που μετά από το 1848 την εφάρμοζαν ολόκληρες δεκαετίες οι καπιταλιστές των άλλων χωρών για να ξεγελούν, να διαιρούν και ν’ αδυνατίζουν τους εργάτες. Η μέθοδος αυτή είναι η λεγόμενη κυβέρνηση “συνασπισμού”, δηλαδή μια κοινή, ενωμένη κυβέρνηση, αποτελούμενη από την αστική τάξη και τους λιποτάκτες του σοσιαλισμού […]

Οι καπιταλιστές έτριβαν τα χέρια από ικανοποίηση, εφόσον είχαν αποκτήσει στο πρόσωπο των “αρχηγών των Σοβιέτ” βοηθούς ενάντια στο λαό, εφόσον πήραν την υπόσχεση από αυτούς ότι θα υποστηρίζουν τις “επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο”, δηλαδή την επανάληψη του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού πολέμου που είχε σταματήσει. Οι καπιταλιστές ήξεραν όλη τη γεμάτη έπαρση αδυναμία των αρχηγών αυτών, ήξεραν ότι οι υποσχέσεις της αστικής τάξης –σχετικά με τον έλεγχο, ακόμη και με την οργάνωση της παραγωγής, σχετικά με την πολιτική της ειρήνης κτλ.– ποτέ δε θα εκπληρωθούν».56

Από κοινού αστοί και οπορτουνιστές σοσιαλδημοκράτες πάσχισαν να πείσουν το λαό πως ο πόλεμος έπαψε πλέον να είναι ιμπεριαλιστικός, αλλά πως πλέον διεξαγόταν για την υπεράσπιση της πατρίδας και της επανάστασης που ανέτρεψε τον τσάρο. Αυτός ο «επαναστατικός αμυνιτισμός» ήταν, σύμφωνα με τον Λένιν, «ο χειρότερος εχθρός της παραπέρα κίνησης κι επιτυχίας της ρωσικής επανάστασης».57 Σε ενίσχυσή του, ο ιμπεριαλιστικός συνασπισμός της Αντάντ έστειλε στη Ρωσία τους «καλύτερους» εκπροσώπους του. Οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Βρετανίας Α. Χέντερσον και Τζ. Τόμας, της Γαλλίας Α. Τομά, του Βελγίου Ε. Βαντερβέλντε, καθώς κι εκπρόσωποι της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας: Όλοι έσπευσαν να πείσουν το ρωσικό λαό «να κάνει το χρέος του».

Το ιδεολόγημα του «επαναστατικού αμυντισμού» δε θ’ αργούσε να καταρρεύσει υπό το βάρος των νέων εκατομβών των νεκρών του μετώπου. Οι αντιδράσεις του εργαζόμενου-στρατευμένου λαού κορυφώθηκαν στις 4 Ιούλη με μια μεγαλειώδη διαδήλωση 500.000 στρατιωτών και ναυτών, η οποία καταπνίγηκε στο αίμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι σοσιαλδημοκράτες υπουργοί της Προσωρινής Κυβέρνησης, για να «χρυσώσουν το χάπι» της αντεπαναστατικής καταστολής, πίεσαν για υιοθέτηση (ή τουλάχιστον την ανακοίνωση) μιας σειράς μεταρρυθμίσεων (8ώρο, κοινωνικές ασφαλίσεις κ.ο.κ.). Οι προτάσεις τους όμως αυτές δεν έγιναν δεκτές. Ο πρίγκιπας Λβοφ παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και τη θέση του ανέλαβε ο πιο «σοσιαλίζων» Α. Κερένσκι.

Ωστόσο, ούτε οι συνεχώς ανακυκλούμενες υποσχέσεις για παραχωρήσεις-μεταρρυθμίσεις, ούτε η όξυνση της αντιμπολσεβικικής προπαγάνδας, ούτε η ένταση της καταστολής, μπόρεσαν ν’ αποτρέψουν την πορεία των γεγονότων. Στις 6 προς 7 Νοέμβρη 1917 οι εργάτες και στρατιώτες, μ’ επικεφαλής το Κόμμα των Μπολσεβίκων, σήκωσαν τη σημαία της σοσιαλιστικής επανάστασης στην πρωτεύουσα, ενώ γρήγορα ο επαναστατικός πυρετός εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη χώρα, καθώς και τις μονάδες του στρατού και του στόλου. Ακολούθως, ξεκίνησε ένας πόλεμος ταξικός (εμφύλιος) ενάντια τόσο στις εγχώριες δυνάμεις της αντεπανάστασης όσο και στις δυνάμεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού που έσπευσαν να τις συνδράμουν. Ο πόλεμος αυτός, στον οποίο ρίχτηκαν με αυτοθυσία και ηρωισμό εκατομμύρια εργάτες κι αγρότες, έληξε 5 χρόνια μετά με νίκη των επαναστατών και την εγκαθίδρυση του πρώτου προλεταριακού κράτους στον κόσμο.

 

Η ΛΗΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ: Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΥΣ

Η νικηφόρα πορεία της επανάστασης στην Ρωσία, η εξέγερση των ναυτών του γερμανικού στόλου στο Κίελο και η εξάπλωση του επαναστατικού πυρετού σ’ όλα τα προλεταριακά κέντρα της Γερμανίας (Νοέμβρης 1918), οι επαναστατικές εκδηλώσεις στους στρατούς και τα μετόπισθεν μιας σειράς ιμπεριαλιστικών χωρών (όπως η Γαλλία, η Αυστροουγγαρία κ.ά.), επέσπευσαν τις διαδικασίες για τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Έτσι, στις 11 Νοέμβρη 1918 στην Κομπιένη της Γαλλίας υπογράφτηκε ανακωχή μεταξύ της Γερμανίας και του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της Αντάντ, που ουσιαστικά σήμανε και το τέλος του πολέμου. Είναι ενδεικτικό, πάντως, πως στους βαρύτατους όρους της ανακωχής υπήρξε επιείκεια στο ζήτημα του αφοπλισμού (προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί ο εσωτερικός κίνδυνος των επαναστατημένων εργατών), όπως και στην εκκένωση των εδαφών που είχε κατακτήσει η Γερμανία προς Ανατολάς (στην επαναστατημένη Ρωσία δηλαδή), σε ευθεία αντίθεση βεβαίως με τα αντίστοιχα εδάφη προς Δυσμάς, τα οποία και υποχρεώθηκε να παραδώσει αμέσως.58

Το μοίρασμα της «λείας» μεταξύ των νικητριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε κατά τη «Διάσκεψη Ειρήνης» του Παρισιού, που άρχισε της εργασίες της στις 18 Γενάρη 1919 και προϊόν της οποίας υπήρξε η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιούνη 1919).59 Η αναδιανομή του κόσμου, όπως προέκυψε από το λεγόμενο «Σύστημα των Βερσαλλιών» κι επικυρώθηκε στη «Χάρτα» της νεοϊδρυθείσας Κοινωνίας των Εθνών, είχε ως εξής: Η Γερμανία απώλεσε το 1/8 των εδαφών της στην Ευρώπη (που αντιστοιχούσε στο 10% του πληθυσμού της), καθώς και όλες τις αποικίες της στην Αφρική, οι οποίες μοιράστηκαν κυρίως μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας («μερίδιο» έλαβαν επίσης το Βέλγιο και η Πορτογαλία). Οι κτήσεις της Γερμανίας στην Ασία περιήλθαν αντίστοιχα στην Ιαπωνία. Η Αυστροουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμελίστηκαν και διαλύθηκαν. Οι δε αραβικοί λαοί της τελευταίας, παρά τις όποιες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις περί αυτοδιάθεσης από τη μεριά των ιμπεριαλιστών (ως αντάλλαγμα για τη συνδρομή τους στον πόλεμο), απλώς άλλαξαν δυνάστη, με τις περιοχές τους να μετατρέπονται σε κτήσεις και να μοιράζονται μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας. Σε γενικές γραμμές, η Βρετανία διατήρησε την πρωτοκαθεδρία της στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Ιδιαίτερα ισχυρές ωστόσο αναδείχτηκαν και οι ΗΠΑ, που στο τέλος του πολέμου είχαν διπλασιάσει τις τοποθετήσεις κεφαλαίων τους στο εξωτερικό, ενώ είχαν συγκεντρώσει το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε χρυσό.

Το νέο αυτό ιμπεριαλιστικό μοίρασμα του κόσμου παρέσυρε στη δίνη του πολέμου σχεδόν 1,5 δισ. ανθρώπους. Από τα 65 περίπου εκατομμύρια που επάνδρωσαν τους στρατούς των εμπόλεμων συνασπισμών, 8,52 εκατομμύρια σκοτώθηκαν στα πεδία των μαχών, 21,18 εκατομμύρια τραυματίστηκαν - έμειναν ανάπηροι, ενώ 7,75 εκατομμύρια έγιναν αιχμάλωτοι ή αγνοούμενοι. Επιπροσθέτως, 948 χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους ως απευθείας αποτέλεσμα των πολεμικών συγκρούσεων, ενώ άλλοι 5,89 εκατομμύρια ως αποτέλεσμα των έμμεσων συνεπειών του πολέμου (πείνα, αρρώστιες κ.ο.κ.). Κατά μέσο όρο 10.000 άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους κάθε μέρα του πολέμου.

Την ίδια στιγμή που εκατομμύρια προλετάριοι έσβηναν στα πεδία των μαχών και στα εργοστάσια (όπου η εντατικοποίηση κι εκμετάλλευση της εργασίας οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο στο πλαίσιο της «πολεμικής προσπάθειας»), οι αστοί –όλων των χωρών, νικητών και ηττημένων– αποκόμισαν ανεπανάληπτα κέρδη. «Τα κέρδη των αγγλικών μονοπωλίων στο χρονικό διάστημα του πολέμου αυξήθηκαν κατά 4 δισ. λίρες στερλίνες», ενώ τα «ετήσια έσοδα των αμερικανικών μονοπωλίων στα 1916-1918 ήταν κατά μέσο όρο 4,8 δισ. δολάρια μεγαλύτερα απ’ ό,τι στα τρία τελευταία χρόνια πριν τον παγκόσμιο πόλεμο».60

«Οι μετοχές ανεβαίνουν και οι προλετάριοι πέφτουν», σημείωνε χαρακτηριστικά η Ρ. Λούξεμπουργκ απ’ όταν ακόμα ο πόλεμος μαινόταν. «Και μαζί με καθέναν από αυτούς είναι ένας μελλοντικός αγωνιστής, ένας στρατιώτης της επανάστασης που κατεβαίνει στον τάφο. Αυτή η τρέλα, αυτή η ματωμένη κόλαση, θα πάψει να υπάρχει, από τη μέρα που οι εργάτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ρωσίας θα βγουν επιτέλους από τη μέθη όπου σήμερα είναι βουτηγμένοι, θα τείνουν αδελφικά το χέρι, σκεπάζοντας ταυτόχρονα την κτηνώδικη κραυγή των θηρίων του ιμπεριαλιστικού πολέμου με την παλιά και δυνατή φωνή του πολέμου της εργασίας: Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!».61

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος χαρακτηρίστηκε από πολλούς (μεταξύ αυτών και από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Γ. Ουίλσον) ως «ο πόλεμος που θα τερμάτιζε όλους τους πολέμους». Δύο μόλις δεκαετίες αργότερα, ο ισχυρισμός αυτός θα διαψευδόταν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, από την έκρηξη ενός νέου, ακόμα φονικότερου ιμπεριαλιστικού πολέμου (δίχως να συνυπολογίζουμε τους δεκάδες τοπικούς-περιφερειακούς πολέμους και ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της μεσοπεριόδου). Και αυτό, βεβαίως, γιατί οι αιτίες που γέννησαν τον Α΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο δεν εξαλείφτηκαν. Ο πόλεμος στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν είναι απλώς ένα «ατυχές» γεγονός, αλλά αποτελεί οργανικό προϊόν του καπιταλισμού, αναπόφευκτη εκδήλωση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος όχι μόνο δεν «τερμάτισε όλους τους πολέμους», αλλά έριξε και ο ίδιος το σπόρο του επόμενου, καθώς η αναδιανομή του κόσμου που επισφράγισε η Ειρήνη των Βερσαλλιών «έκλεισε» μια σειρά προηγούμενους λογαριασμούς, αλλά «άνοιξε» και καινούργιους.

Ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος έδειξε πως η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να γίνεται βορά στα κανόνια των αντιμαχόμενων αστών. Εχθρός της δεν είναι ο ξένος προλετάριος, αλλά η δική της αστική τάξη, που εκμεταλλεύεται τον ιδρώτα και το αίμα της, τόσο σε καιρούς ειρήνης όσο και σε καιρούς πολέμου. Η πραγματική της απελευθέρωση, επομένως, έγκειται στην ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Στρατηγικός στόχος του κόμματος της εργατικής τάξης την περίοδο της παγίωσης και κυριαρχίας του καπιταλισμού δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, ο σοσιαλισμός –χωρίς «ενδιάμεσα» καθήκοντα, στόχους και στάδια. Η συμμαχία με τμήματα της αστικής τάξης (που μπορεί να βαφτίζονται «εθνικά», «πατριωτικά» ή άλλο), για τη διεκπεραίωση «αστικοδημοκρατικών» κλπ. σκοπών, οδηγεί αναπόφευκτα σε μετατροπή του κόμματος της εργατικής τάξης (και κατά προέκταση και των εργατικών μαζών που το ακολουθούν και το εμπιστεύονται) σε βαστάζο της αστικής εξουσίας, σε φτιασιδωτή και εν τέλει σε διασώστη της. Όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές από τη μακρόχρονη εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ο συμβιβασμός με την αστική τάξη και τα κόμματά της ισοδυναμεί αυτομάτως με θυσία των ζωτικών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Οι όποιες βραχυπρόθεσμες παραχωρήσεις και «οφέλη» δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν ή να ισοσκελίσουν τις μακροπρόθεσμες, στρατηγικές συνέπειες για το εργατικό κίνημα, που για ορισμένα ψίχουλα καλούνταν να παραδώσει συχνά έναν κόσμο ολόκληρο. Η συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις σημαίνει εγκλωβισμό, ενσωμάτωση της εργατικής τάξης και του κινήματός της στη λογική και τις σκοπιμότητες της αστικής διαχείρισης. Εν τέλει, σημαίνει παροπλισμό και υποταγή της εργατικής τάξης στην αστική.

Το 1917-1919 η μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο-ταξικό έγινε πραγματικότητα στη Ρωσία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και την Ουγγαρία. Ωστόσο, μόνο στην πρώτη είχε νικηφόρο αποτέλεσμα, εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων, όπως οι αντικειμενικές και υποκειμενικές αδυναμίες των νεοϊδρυθέντων επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης (των κομμουνιστικών κομμάτων), ο αντεπαναστατικός ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας και βεβαίως οι εξωτερικές παρεμβάσεις του διεθνούς ιμπεριαλισμού.

Δυστυχώς, μια σειρά διδάγματα, που αντλήθηκαν κυριολεκτικά μέσα από φωτιά και σίδερο, όπως π.χ. γύρω από την αστικοποίηση και τον αντεπαναστατικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, παραγνωρίστηκαν έως και αγνοήθηκαν από το επαναστατικό εργατικό κίνημα τα επόμενα χρόνια. Ο διαχωρισμός της σοσιαλδημοκρατίας σε «αριστερή» και «δεξιά» και η αναζήτηση συμμαχιών με τμήματα ή το σύνολό της –ιδιαίτερα παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου– είχε πολλαπλές συνέπειες για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, οδηγώντας σε απαράδεκτους ιδεολογικοπολιτικούς-οργανωτικούς συμβιβασμούς και οπισθοχωρήσεις, θέτοντας προσκόμματα στην ανάπτυξη κι ευόδωση της επαναστατικής πάλης των λαών.

Ομοίως και ο προσδιορισμός του χαρακτήρα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ως αντιφασιστικού και όχι ιμπεριαλιστικού: Γεγονός που καθόρισε τόσο το στρατηγικό στόχο των κομμουνιστικών κομμάτων όσο και την πολιτική συμμαχιών τους. Ωστόσο ο χαρακτήρας του πολέμου προσδιορίζεται αντικειμενικά από το χαρακτήρα της εποχής. Την εποχή όπου ο καπιταλισμός έχει περάσει στο ανώτατο, μονοπωλιακό του στάδιο –τον ιμπεριαλισμό– ο πόλεμος δεν μπορεί παρά να έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Το γεγονός αυτό είναι που με τη σειρά του καθορίζει και τη στάση της επαναστατικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, τόσο απέναντι στον πόλεμο γενικά όσο και απέναντι στην αστική τάξη και το ζήτημα της εξουσίας.

Η ιστορική εμπειρία του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ιδιαίτερα γύρω από το κομβικό ζήτημα της σχέσης μεταξύ του πολέμου και της πάλης για την εργατική εξουσία, αποτελεί σημαντική θεωρητική και πρακτική παρακαταθήκη για τους εργαζομένους όλου του κόσμου. Μια παρακαταθήκη που καταγράφηκε και στις Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο Συνέδριο, όπου τονιζόταν χαρακτηριστικά: «Σε περίπτωση ιμπεριαλιστικής πολεμικής εμπλοκής της Ελλάδας, είτε σε αμυντικό είτε σε επιθετικό πόλεμο, το Κόμμα πρέπει να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής-λαϊκής πάλης με όλες τις μορφές, ώστε αυτή να συνδεθεί με τον αγώνα για ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί με την κατάκτηση της εξουσίας».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Αναστάσης Γκίκας είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Β. Ι. Λένιν: «Προς τον Γκ. Ε. Ζινόβιεφ», «Άπαντα», τ. 49, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 287 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 207-208.

2. Β. Ι. Λένιν: «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», «Άπαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 323-324, 366.

3. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, σελ. 320 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 108.

4. Β. Ι. Λένιν: «Πόλεμος και επανάσταση», «Άπαντα», τ. 32, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 77-78 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 329-330.

5. Internationaler Sozialisten-Kongress zu Stuttgart. 18. bis 24. August 1907, Berlin, 1907, Verlag. Buchhandlug Vogwarts, σελ. 92, στο Ι. Krivoguz: «The Second Inter-national, 1889-1914», εκδ. «Progress», Μόσχα, 1989, σελ. 251.

6. Όχι βέβαια χωρίς αντιρρήσεις κι ενστάσεις. Ο Λένιν αναφέρει χαρακτηριστικά: «Θυμάμαι καλά ότι πριν την τελική διατύπωση αυτής της τροπολογίας, προηγήθηκαν μακρές απευθείας συνομιλίες μας με τον Μπέμπελ. Η πρώτη διατύπωση μιλούσε πολύ πιο καθαρά για επαναστατική ζύμωση κι επαναστατικές ενέργειες. Την δείξαμε στον Μπέμπελ. Εκείνος απάντησε: Δεν την αποδέχομαι, γιατί η εισαγγελική αρχή θα διαλύσει τότε τις κομματικές μας οργανώσεις, κι εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να φτάσουμε ως εκεί, εφόσον ακόμη δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος. Ύστερα από μια σύσκεψη, με ειδικούς νομικούς κι επανειλημμένες αλλαγές του κειμένου, για να εκφραστεί η ίδια ακριβώς σκέψη νόμιμα, βρέθηκε η τελική διατύπωση που για την ψήφισή της ο Μπέμπελ έδωσε τη συγκατάθεσή του». (Β. Ι. Λένιν: «Για την τροπολογία πάνω στην απόφαση του Μπέμπελ στο συνέδριο της Στουτγάρδης», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 238).

7. Βλ. Β. Ι. Λένιν: «Παρατηρήσεις πάνω στην απόφαση του συνεδρίου της Στουτγάρδης “Για το μιλιταρισμό και τις διεθνείς συγκρούσεις”» και «Σημειώσεις», «Άπαντα», τ. 16, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 80 και 537.

8. Με την έκρηξη του πολέμου, βεβαίως, και ο ίδιος ο Ερβέ υιοθέτησε σοβινιστικές θέσεις. Ο Β. Ι. Λένιν είχε από καιρό ασκήσει κριτική στις μικροαστικές αντιλήψεις του Ερβέ, ο οποίος «προπαγάνδιζε ένα μισοαναρχικό πρόγραμμα πάλης κατά του μιλιταρισμού […] προτείνοντας να απαντάμε σε κάθε πόλεμο με απεργία και εξέγερση». Στη συνέχεια έγινε σφοδρός πολέμιος της Οκτωβριανής Επανάστασης, ενώ τη δεκαετία 1930-1940 υπήρξε οπαδός της προσέγγισης της Γαλλίας με τη φασιστική Γερμανία. (Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 23, σελ. 531). Βλ. επίσης Ου. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 257 και Internationaler Sozialisten-Kongress zu Stuttgart. 18. bis 24. August 1907, Berlin, 1907, Verlag. Buchhandlug Vogwarts, σελ. 84, στο Ι. Krivoguz: «The Second International, 1889-1914», εκδ. «Progress», Μόσχα, 1989, σελ. 252.

9. Internationaler Sozialisten-Kongress zu Stuttgart. 18. bis 24. August 1907, Berlin, 1907, Verlag. Buchhandlug Vogwarts, σελ. 26 και 111, στο Ι. Krivoguz: «The Second International, 1889-1914», εκδ. «Progress», Μόσχα, 1989, σελ. 239-240.

10. Οι θέσεις της Φαβιανής Εταιρίας απέναντι στην αποικιοκρατική πολιτική της Βρετανικής Αυτοκρατορίας αναπτύχθηκαν στην έκδοση Β Shaw: «Fabianism and the empire», εκδ. «G. Richards», London, 1900.

11. Οι εκλογές του 1907 είχαν σημαντικό αντίκτυπο στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και την πορεία της εσωκομματικής διαπάλης με τον οπορτουνισμό. Και αυτό, γιατί επρόκειτο για τις πρώτες από το 1881 όπου το κόμμα είδε τα ποσοστά και τις έδρες του να μειώνονται (από 31,7% σε 29% και από 81 σε 43 αντίστοιχα). Η μείωση αυτή αποδόθηκε αφενός στην αρνητική ψήφο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έναντι των πολεμικών πιστώσεων που τέθηκαν προς έγκριση στο Ράιχσταγκ ενόψει της ιμπεριαλιστικής εκστρατείας της Γερμανίας στην Ανατολική Αφρική (στάση για την οποία οι σοσιαλδημοκράτες κατηγορήθηκαν ως προδότες προς τα εθνικά συμφέροντα από την κυβέρνηση) και αφετέρου στην αντι-πολεμική, αντι-αποικιακή πλατφόρμα υπό την οποία διεξήγε τον προεκλογικό του αγώνα το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (σε συμφωνία και με τις σχετικές αποφάσεις του συνεδρίου της Β΄ Διεθνούς στη Στουτγάρδη). Ακολούθως, «οι ρεφορμιστές [σ.σ.: στο κόμμα] έφτασαν στο συμπέρασμα πως ο αντιιμπεριαλισμός ήταν μια πολυτέλεια. Άλλωστε, πολλοί από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του Μπερνστάιν, είχαν εκφραστεί ευνοϊκά ως προς τον αποκιοκρατισμό της Γερμανίας», (H. Mitchell. & P. Stearns: «Workers and Protest: The European labor movement, the working class and the origins of social democracy, 1890-1914», εκδ. «Peacock Publishers», 1971, σελ. 98). Την ίδια κιόλας χρονιά, το ηγετικό στέλεχος του κόμματος Ε. Νόσκε θα δηλώσει από το βήμα του Ράιχσταγκ πως σε περίπτωση «αμυντικού» πολέμου «οι σοσιαλδημοκράτες δε θα υστερήσουν από τα αστικά κόμματα και θα πάρουν τα όπλα». «Θέλουμε», τόνισε, «η Γερμανία να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα εξοπλισμένη.» (Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 699). Το 1912 το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα θα καταψηφίσει στο Ράιχσταγκ μόνο τις πολεμικές πιστώσεις που απαιτούσαν την επιβολή έμμεσων φόρων στα καταναλωτικά αγαθά.

12. Υπέρ ψήφισαν οι αντιπροσωπίες της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Δανίας, του Βελγίου, της Αυστρίας, της Σουηδίας, της Νότιας Αφρικής, η πλειοψηφία των αντιπροσωπιών της Γαλλίας και της Αγγλίας, καθώς και η μειοψηφία της Ιταλίας.

13. Ου. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 252.

14. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 700.

15. Vossische Zeitung, 1.9.1910. Βλ. επίσης Ου. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 264-265.

16. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 701.

17. Ι. Krivoguz: «The Second International, 1889-1914», εκδ. «Progress», Μόσχα, 1989, σελ. 319.

18. Όπως παρατίθεται στο Ου. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 274.

19. Aussenordentlicher Internationaler Sozialisten-Kongress zu Basel am 24. und 25 November, Berlin, 1912, σελ. 20, στο Ι. Krivoguz: «The Second International, 1889-1914», εκδ. «Progress», Μόσχα, 1989, σελ. 327.

20. Β. Ι. Λένιν: «Τα καθήκοντα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας στον ευρωπαϊκό πόλεμο», «Άπαντα», τ. 26, σελ. 1 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 11-12.

21. Ενδεικτική είναι π.χ. η ενδοϊμπεριαλιστική διαμάχη μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Ιταλίας γύρω από τα «λάφυρα» του διαμελισμού –σε περίπτωση νίκης– της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στη Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (Μάρτης-Απρίλης 1915), τη Συνθήκη του Λονδίνου (26 Απρίλη 1915), τη Συμφωνία Σάικς-Πικό (9-16 Μάη 1916), τις διασυμμαχικές συνομιλίες του Λονδίνου (Γενάρης 1917), τη Διάσκεψη και Συμφωνία του Σαιν Ζαν ντε Μοριέν (Απρίλης 1917) κ.ο.κ. Βλ. Γ. Β. Λεονταρίτη: «Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918», εκδ. «Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης», Αθήνα, 2000, σελ. 432-466.

22. «Σοσιαλσοβινισμός», έγραφε ο Λένιν, «είναι η υπεράσπιση της ιδέας της “άμυνας της πατρίδας” στο σημερινό πόλεμο. Από την ιδέα αυτή απορρέει σε συνέχεια η παραίτηση από την ταξική πάλη τον καιρό του πολέμου, η ψήφιση των πολεμικών πιστώσεων κτλ. Στην πράξη οι σοσιαλσοβινιστές ακολουθούν αντιπρολεταριακή, αστική πολιτική, γιατί στην πράξη δεν υποστηρίζουν την “άμυνα της πατρίδας”, με την έννοια του αγώνα κατά του ξενικού εθνικού ζυγού, αλλά το δικαίωμα της μιας ή της άλλης μεγάλης “Δύναμης” να ληστεύει αποικίες και να καταπιέζει ξένους λαούς. Οι σοσιαλσοβινιστές εξαπατούν το λαό επαναλαμβάνοντας το ψέμα των αστών ότι ο πόλεμος διεξάγεται, τάχα, για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ύπαρξης των εθνών κι έτσι περνούν με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο». (Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 325 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 114).

23. J. Lenz: «The rise and fall of the Second International», εκδ. «International Publi-shers», New York, 1932, σελ. 128, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 737.

24. W. E. Walling: «The Socialists and the War», σελ. 243.

25. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 321-322 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 110.

26. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 737.

27. Β. Ι. Λένιν: «Ανοιχτό γράμμα προς τον Μπόρις Σουβάριν», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 265 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 261.

28. Robert Griffiths: «Driven by ideals: A History of ASLEF», στο Κ. Πατέρα: «Σημειώσεις για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία: Η περίπτωση της Βρετανίας», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2008, σελ. 80.

29. Από άρθρο του Ιταλού σοσιαλιστή Zibordi στην εφημερίδα «Avanti», όπως παρατίθεται στο Β. Ι. Λένιν: «Ο Ευρωπαϊκός Πόλεμος και ο διεθνής σοσιαλισμός», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 10.

30. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 357 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 158-159.

31. Β. Ι. Λένιν: «Για την ήττα της κυβέρνησης της χώρας σου στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 295-296 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 88.

32. Β. Ι. Λένιν: «Πόλεμος και επανάσταση», «Άπαντα», τ. 32, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 87 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 343.

33. Β. Ι. Λένιν: «Ο πόλεμος και σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 17 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 19.

34. Β. Ι. Λένιν: «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 40 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 39.

35. Β. Ι. Λένιν: «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», «Άπαντα», τ. 26, σελ. 40-42 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 40-42.

36. Β. Ι. Λένιν: «Δώδεκα σύντομες θέσεις για την υποστήριξη από μέρους του Γκ. Γκρόιλιχ της υπεράσπισης της πατρίδας», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 335 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 307.

37. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 345 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 142.

38. Ου. Φόστερ: «Ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος», τ. 2ος, εκδ. «Εταιρία Ελληνικού Βιβλίου», Αθήνα, 1978, σελ. 27.

39. Οι Σοσιαλδημοκράτες έσπευσαν να τεθούν επικεφαλής της απεργίας ώστε να την υπονομεύσουν: «Συμμετείχα στην ηγεσία της απεργίας», τόνισε λίγα χρόνια αργότερα ο πρόεδρος του κόμματος Φ. Έμπερτ, «με τη συγκεκριμένη πρόθεση να τελειώσει το γρηγορότερο η απεργία και να αποφευχθεί έτσι η ζημιά για τη χώρα μας». (Β. Ρούγκε: «Η Επανάσταση του Νοέμβρη του 1919 στη Γερμανία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1991, σελ. 23).

40. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 799.

41. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 863.

42. Ο Κ. Κάουτσκι (που στην ψηφοφορία της 4ης Αυγούστου 1914 για τις πολεμικές πιστώσεις είχε –«διπλωματικά»– προτείνει αποχή) επιχείρησε να προβάλει μια πιο «μέση», «μετριοπαθή» εκδοχή της προδοτικής –για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης– στάσης της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στον πόλεμο, ισχυριζόμενος ότι ήταν λίγο-πολύ αναπόφευκτη. «Ο σύγχρονος πόλεμος», έλεγε, «δείχνει τα όρια της δύναμης της Διεθνούς. Θα γελούσαμε τον εαυτό μας αν περιμέναμε να εξασφαλίσει μια αλληλέγγυα στάση ολόκληρου του σοσιαλιστικού προλεταριάτου του κόσμου στη διάρκεια του πολέμου […] Ο παγκόσμιος πόλεμος χώρισε τους σοσιαλιστές σε διάφορα εθνικά στρατόπεδα. Η Διεθνής δεν είναι σε θέση να εμποδίσει αυτό το πράγμα. Με άλλα λόγια, η Διεθνής δεν είναι αποτελεσματικό όργανο σε περίοδο πολέμου. Παραμένει, κυρίως, όργανο ειρήνης». Έτσι, όπως καυστικά υπέδειξε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!», μετατράπηκε από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία σε «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε στις ειρηνικές περιόδους, ενώ σε περιόδους πολέμου αλληλοσφαχτείτε». Ο Λένιν χαρακτήρισε τον Κάουτσκι ως τον «πιο επικίνδυνο απ’ όλους»: «Είναι πολύ επικίνδυνη και πρόστυχη η σοφιστεία του που σκεπάζει με τις πιο ρέουσες κι έντεχνες φράσεις την προστυχιά των οπορτουνιστών […] Οι οπορτουνιστές αποτελούν ολοφάνερο κακό. Το γερμανικό “Κέντρο” με επικεφαλής τον Κάουτσκι είναι ένα κακό καμουφλαρισμένο, διπλωματικά εξωραϊσμένο, που θολώνει τα μάτια, το μυαλό και τη συνείδηση των εργατών, είναι το πιο επικίνδυνο κακό.» (βλ. αντίστοιχα: W. E. Walling: «The Socialists and the War», σελ. 231, Χρ. Μπαλωμένου: «Από τον οπορτουνισμό στην αστική διακυβέρνηση. Το ιστορικό παράδειγμα του SPD», ΚΟΜΕΠ, τ. 4-5/2012, σελ. 132 και Β. Ι. Λένιν: «Γράμμα του Β. Ι. Λένιν προς τον Α. Γκ. Σλιάπνικοφ, 17 Οκτώβρη 1914», «Άπαντα», τ. 49, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 13).

43. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», «Άπαντα», τ. 37, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 238 και 292.

44. Β. Ι. Λένιν: «Σοσιαλισμός και πόλεμος», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 317 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 103.

45. Β. Ι. Λένιν: «Το στρατιωτικό πρόγραμμα της προλεταριακής επανάστασης», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 135-136.

46. Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 215-216.

47. Β. Ι. Λένιν: «Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 258 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 294.

48. Β. Ι. Λένιν: «Στροφή στην παγκόσμια πολιτική», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 339-341 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 308-310.

49. «Πόσο όμορφα», έγραφε ο Λένιν, «είναι όλα τακτοποιημένα γενικά σ’ αυτόν τον καλύτερο απ’ όλους τους κόσμους! Μπλεχτήκαμε εμείς, οι βασιλιάδες του χρηματιστικού κεφαλαίου και οι εστεμμένοι ληστές, στην πολιτική της ιμπεριαλιστικής ληστείας, χρειάστηκε να πολεμήσουμε - ε, τι να γίνει; Θα θησαυρίσουμε και στον πόλεμο όχι χειρότερα απ’ ό,τι στην ειρήνη και πολύ καλύτερα. Κι όσο για εξαχρειωμένους λακέδες που ανακηρύσσουν τον πόλεμό μας “απελευθερωτικό”, όπως τους Πλεχάνοφ, Αλμπέρ Τομά, Λέγκιν, Σάιντεμαν και Σία, έχουμε όσους θέλετε! Ήρθε ο καιρός να κλείσουμε ιμπεριαλιστική ειρήνη; Ε, τι να γίνει; Τα πολεμικά χρέη μήπως δεν είναι υποχρεώσεις που μας εγγυώνται το ιερό δικαίωμα να εισπράττουμε εκατονταπλάσιο φόρο υποτέλειας από τους λαούς; Και όσο για αφελείς, που να εξωραΐζουν την ιμπεριαλιστική αυτή ειρήνη και να εξαπατούν τους λαούς με μελιστάλακτους λόγους, έχουμε όσους θέλετε, πάρτε, λ.χ., τον Τουράτι, τον Κάουτσκι και άλλους “ηγέτες” του παγκόσμιου σοσιαλισμού!». (Β. Ι. Λένιν: «Στροφή στην παγκόσμια πολιτική», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 342-343 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 312-313).

50. Β. Ι. Λένιν: «Το ζήτημα της ειρήνης», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 309-310 και Β. Ι. Λένιν: «Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2013, σελ. 94-95.

51. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ2, σελ. 847-848.

52. Ό.π., σελ. 848.

53. Οι μενσεβίκοι και εσέροι είχαν καταφέρει να κατακτήσουν την πλειοψηφία στα σοβιέτ εν μέρει και λόγω της «ασυλίας» που απολάμβαναν από το κράτος. Έτσι, την ίδια στιγμή που εκείνοι «άρπαζαν τις θέσεις των βουλευτών στα σοβιέτ και σχημάτιζαν εκεί δική τους πλειοψηφία […] οι περισσότεροι από τους ηγέτες του Μπολσεβίκικου Κόμματος βρίσκονταν στις φυλακές ή την εξορία (ο Λένιν στο εξωτερικό, οι Στάλιν και Σβερντλόφ εξόριστοι στη Σιβηρία), ενώ οι Μενσεβίκοι και οι Σοσιαλεπαναστάτες τριγυρνούσαν λεύτεροι στους δρόμους της Πετρούπολης». («Ιστορία του ΚΚΣΕ», στο Ου. Φόστερ: «Ιστορία των τριών Διεθνών», εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα, σελ. 321).

54. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1949-1968, Β΄ τόμος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 21.

55. Ο Α. Κερένσκι έγινε υπουργός Στρατιωτικών και Ναυτικών, ο αρχηγός των Εσέρων Β. Τσερνόφ υπουργός Γεωργίας και ο αρχηγός των Μενσεβίκων Ι. Τσερετέλι υπουργός Ταχυδρομείων και Τηλέγραφου, ο επίσης μενσεβίκος Μ. Σκόμπελιεφ υπουργός Εργασίας.

56. Β. Ι. Λένιν: Τα διδάγματα της επανάστασης, «Άπαντα», τ. 34, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 63-68.

57. Β. Ι. Λένιν: Τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάστασή μας, «Άπαντα», τ. 31, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 159.

58. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Η, σελ. 143-144.

59. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών συνάφθηκε μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Γερμανίας. Ακολούθησαν ανάλογες Συνθήκες με την Αυστρία (10 Σεπτέμβρη 1919), τη Βουλγαρία (27 Νοέμβρη 1919), την Ουγγαρία (4 Ιούνη 1920) και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (10 Αυγούστου 1920).

60. Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Η, σελ. 116 και 145.

61. Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η εργατική τάξη και ο πόλεμος», εκδ. «Κοροντζή», Αθήνα, σελ. 40-41.