ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΤΑ ΚΚ, ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η συγκυρία των τελευταίων χρόνων έφερε στην επιφάνεια την πίεση προς το ΚΚΕ για συμμετοχή ή στήριξη αστικής κυβέρνησης, δηλαδή κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού. Φυσικά, παρόμοιες λογικές είχαν επίδραση στον περίγυρο του ΚΚΕ και τα προηγούμενα χρόνια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πίεση για ανοιχτή ή καλυμμένη συμπόρευση με το ΠΑΣΟΚ ή για άμβλυνση της κριτικής απέναντί του «για να μην έρθει η δεξιά (η ΝΔ) στην εξουσία».

Ωστόσο, αυτή η πίεση αυξήθηκε απότομα και εκφράστηκε με πιο καθαρή και οξυμμένη μορφή από τη στιγμή που τέθηκε ζήτημα «αριστερής διακυβέρνησης» του καπιταλισμού, στα πλαίσια της γενικότερης αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού σκηνικού. Σε αυτές τις συνθήκες αναπτύχθηκε η αντίληψη ότι μία ενδεχόμενη κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος του λαού.

Η στήριξη αυτής της λογικής έχει φυσικά πολλές αποχρώσεις. Ξεκινώντας από διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες διάφορα κόμματα, παράγοντες, μηχανισμοί καταλήγουν –περισσότερο ή λιγότερο καθαρά– να προβάλλουν αυτή την προοπτική ως ελπιδοφόρα για το λαό. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μία αλυσίδα ετερόκλητων κρίκων, η οποία αξιοποιείται για την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτή η αλυσίδα ξεκινά από την πιο καθαρή διατύπωση της θέσης ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διαχείριση του καπιταλισμού αν οι κυβερνητικοί και υπουργικοί θώκοι καταληφθούν από «αριστερούς» πολιτικούς, περνάει μέσα από την αξιοποίηση της –διαχρονικής για την αστική δημοκρατία– λογικής του «μικρότερου κακού» και φτάνει μέχρι την επιχειρηματολογία διάφορων οπορτουνιστικών σχημάτων τα οποία φραστικά απορρίπτουν κάθε συμμετοχή ή στήριξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, την ίδια στιγμή που όλη η δραστηριότητα και όλη η επιχειρηματολογία τους υπηρετεί αντικειμενικά ακριβώς αυτή την εξέλιξη (στάση τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, στις τοπικές εκλογές, στο περιεχόμενο και την ιεράρχηση των συνθημάτων τους κλπ.).

Η δραστηριότητα και επιχειρηματολογία του οπορτουνισμού είναι και η πιο επικίνδυνη για το κίνημα για δύο λόγους: πρώτον, γιατί δρα στο εσωτερικό του και προσπαθεί να το ρυμουλκήσει στα γρανάζια των ενδοαστικών οικονομικών και πολιτικών αντιθέσεων και δεύτερον, γιατί ντύνει τη συμβιβαστική πολιτική με επαναστατική «προβιά», καθιστώντας την πιο δυσδιάκριτη. Τέτοιου είδους «προβιά» αποτελούν τα πολυποίκιλα «μεταβατικά προγράμματα», κοινό στοιχείο των οποίων αποτελεί η ρητή ή άρρητη αποδοχή της θέσης περί αταξικότητας των αστικών θεσμών (κοινοβούλιο, κυβέρνηση κλπ.) και κατ’ επέκταση περί της δυνατότητας αξιοποίησης αυτών των θεσμών για τη σύγκρουση με το κεφάλαιο.

Σήμερα το ΚΚΕ δρα σε αυτές τις αντικειμενικά σύνθετες συνθήκες έχοντας κατακτήσει σταθερή «πυξίδα», σταθερό προσανατολισμό στην κατεύθυνση διεύρυνσης και πολιτικοποίησης της εργατικής πρωτοπορίας, στην κατεύθυνση συγκέντρωσης δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Έχει επίγνωση ότι η πραγμάτωση αυτού του καθήκοντος περνάει μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες των ενδοαστικών αντιθέσεων, ότι προϋποθέτει την πάλη για τη διατήρηση της πολιτικής ανεξαρτησίας του πολιτικού εργατικού κινήματος απ’ όλες τις πλευρές της αστικής πολιτικής.

Το ΚΚΕ είναι σήμερα εξοπλισμένο ιδεολογικά και πολιτικά για ν’ ανταποκριθεί στα σύνθετα καθήκοντα που θέτει η σημερινή πολιτική πάλη. Αυτός ο εξοπλισμός έχει στέρεα θεμέλια αφού, μεταξύ άλλων, εδράζεται και στην επεξεργασία της εμπειρίας του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αντλώντας από αυτή πολύ σημαντικά συμπεράσματα. Την «καρδιά» αυτών των συμπερασμάτων την έχει ενσωματώσει στο Πρόγραμμά του, το οποίο καθοδηγεί την καθημερινή του δράση.

Σημαντικό μέρος της μελέτης της παραπάνω εμπειρίας αποτελεί η παρακολούθηση της συζήτησης που πολλές φορές αναπτύχθηκε στο εσωτερικό του πολιτικού εργατικού κινήματος γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής του σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού. Η συζήτηση αυτή τροφοδοτήθηκε άλλωστε αρκετές φορές στο παρελθόν από τις ίδιες τις εξελίξεις, τέθηκε από την ίδια τη ζωή ως σύνθετο ζήτημα που χρειάζεται θεωρητική επεξεργασία. Η απάντηση που έδωσε το πολιτικό εργατικό κίνημα στην ιστορική του διαδρομή δεν ήταν ενιαία, ούτε σε θεωρητικό ούτε σε πρακτικό επίπεδο.

Φυσικά η ιστορική μελέτη πρέπει να παίρνει πάντα υπόψη της ότι τόσο οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες έμπαινε κάθε φορά το συγκεκριμένο ζήτημα όσο και το κατακτημένο επίπεδο ωρίμανσης του πολιτικού εργατικού κινήματος σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή δημιουργούσαν περισσότερο ή λιγότερο ευνοϊκές προϋποθέσεις για την αποκάλυψη της ουσίας του. Αυτό άλλωστε αποτυπώνεται αφενός στην προσαρμογή των σχετικών τοποθετήσεων κομμάτων αλλά και ηγετικών προσωπικοτήτων του πολιτικού εργατικού κινήματος, αφετέρου στη μεγαλύτερη ή μικρότερη σαφήνεια, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αντιφατικότητα των τοποθετήσεών τους.

Ενδεικτικό είναι και το ενδιαφέρον που έδειξε ο ίδιος ο Λένιν στη μελέτη των ζητημάτων που σχετίζονται με την ταξική ουσία του κράτους και των μηχανισμών του, μελέτη που αναπτυσσόταν παράλληλα με το αντικείμενό της τόσο στη χώρα του, τη Ρωσία, όσο και στη Δυτική Ευρώπη. Φυσικά το πολιτικό εποικοδόμημα της Ρωσίας, απ’ όπου εκκινούσε όλη η ανησυχία του, δεν ήταν αυτό που μπορούσε αντικειμενικά να θέσει το ζήτημα στην πιο καθαρή του μορφή. Η τσαρική εξουσία, τα ανύπαρκτα μέχρι το 1907 και πολύ ανώριμα και ασταθή κοινοβουλευτικά εγχειρήματα της τσαρικής εξουσίας την περίοδο 1907-1917 και γενικότερα η μεγάλη ρευστότητα του πολιτικού εποικοδομήματος στη Ρωσία εκείνη την περίοδο τροφοδοτούσαν απόψεις, προβληματισμούς, σκέψεις σχετικά με τη δυνατότητα του πολιτικού εργατικού κινήματος ν’ αξιοποιήσει αυτή τη ρευστότητα, ακόμα και μέσω της βραχύχρονης στήριξης κυβέρνησης σε συγκεκριμένες συνθήκες προς όφελος της εμβάθυνσης της επαναστατικής διαδικασίας. Στοιχεία αυτού του προβληματισμού περιέχονταν ακόμα και στην παλιά στρατηγική αντίληψη των μπολσεβίκων περί «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» και τη σχετική αντιπαράθεση στο εσωτερικό του κόμματος.

Ωστόσο, η ανησυχία του Λένιν γι’ αυτά τα ζητήματα ήταν συνεχής και αναπτυσσόταν παράλληλα με την εξάλειψη ή υποχώρηση κάποιων ιδιαιτεροτήτων του ρωσικού πολιτικού εποικοδομήματος. Αυτή η διαδικασία έφτασε στην ωριμότητά της το διάστημα από τον Απρίλη του 1917 (οπότε και επέστρεψε στη Ρωσία ο Λένιν) μέχρι το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, όπου στις συνθήκες της αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης –η οποία είχε πιο καθαρά αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά– το ζήτημα τέθηκε με πιο καθαρό τρόπο και σε άμεση σύνδεση με τη νέα στρατηγική που χάραξε ο Λένιν τον Απρίλη, σύμφωνα με την οποία ο χαρακτήρας της επανάστασης θα ήταν σοσιαλιστικός, χωρίς καμία ενδιάμεση πολιτική κατάσταση. Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε με την έκδοση του «Κράτος και Επανάσταση» αυτήν ακριβώς την περίοδο, όπου τεκμηριώνονται τα βασικά του συμπεράσματα πάνω στο ζήτημα: ο ταξικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας και των επιμέρους μηχανισμών της, η αδυναμία αξιοποίησής τους για το πέρασμα στην αταξική κοινωνία, η ανάγκη τσακίσματος αυτού του μηχανισμού.

Είναι ακριβώς μέσα σε αυτή την περίοδο, το καλοκαίρι του 1917, όταν σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η επανάσταση διδάσκει όλες τις τάξεις με μια ταχύτητα και βαθύτητα που είναι άγνωστες στους συνηθισμένους, ειρηνικούς καιρούς. Οι καπιταλιστές, καλύτερα οργανωμένοι, πιο έμπειροι στο έργο της ταξικής πάλης και της πολιτικής, διδάχτηκαν πιο γρήγορα απ’ τους άλλους. Βλέποντας ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρατηθεί, κατέφυγαν σε μια μέθοδο, που μετά το 1848 την εφάρμοζαν ολόκληρες δεκαετίες οι καπιταλιστές των άλλων χωρών για να ξεγελούν, να διαιρούν και να αδυνατίζουν τους εργάτες. Η μέθοδος αυτή είναι η λεγόμενη κυβέρνηση “συνασπισμού” δηλαδή μια κοινή ενωμένη κυβέρνηση, αποτελούμενη από την αστική τάξη και τους λιποτάκτες του σοσιαλισμού [...]

Οι “σοσιαλιστές” ηγέτες, μπαίνοντας στην κυβέρνηση της αστικής τάξης, αποδείχνονταν κατά κανόνα ανδρείκελα, μαριονέτες, προκάλυμμα για τους καπιταλιστές, όργανο εξαπάτησης των εργατών...

Οι βλάκες των κομμάτων των εσέρων και των μενσεβίκων πανηγύριζαν, λούζονταν με αυταρέσκεια στην ακτινοβολία της υπουργικής δόξας των αρχηγών τους. Οι καπιταλιστές έτριβαν τα χέρια από ικανοποίηση, εφόσον είχαν αποκτήσει στο πρόσωπο των “αρχηγών των Σοβιέτ” βοηθούς ενάντια στο λαό, εφόσον πήραν την υπόσχεση απ’ αυτούς ότι θα υποστηρίζουν τις “επιθετικές επιχειρήσεις στο μέτωπο”, δηλ. την επανάληψη του ιμπεριαλιστικού, ληστρικού πολέμου που είχε σταματήσει. Οι καπιταλιστές ήξεραν όλη τη γεμάτη έπαρση αδυναμία των αρχηγών αυτών, ήξεραν ότι οι υποσχέσεις της αστικής τάξης - σχετικά με τον έλεγχο, ακόμα και με την οργάνωση της παραγωγής, σχετικά με την πολιτική της ειρήνης κτλ. - ποτέ δεν θα εκπληρωθούν.

Έτσι και έγινε. [...] οι καπιταλιστές εξακολουθούσαν να δυναμώνουν. Σ’ αυτό το διάστημα δεν έγινε στην πραγματικότητα τίποτε, απολύτως τίποτε, για να μπει χαλινάρι στους καπιταλιστές. Οι λιποτάχτες του σοσιαλισμού που έγιναν υπουργοί αποδείχτηκαν πολυλογάδες, που είχαν αποστολή να περισπούν την προσοχή των καταπιεζόμενων τάξεων, ενώ όλος ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός στην πραγματικότητα έμενε στα χέρια της γραφειοκρατίας (της υπαλληλίας) και της αστικής τάξης»1.

Την ίδια περίοδο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η αστική τάξη αυτές τις υπουργοποιήσεις: «Την ίδια εποχή και ένας αστός πολιτικός ο Πάβελ Μιλιουκόφ με την πείρα της τάξης του, πολύ εύστοχα διαπίστωνε: “Αυτά τα πρόσωπα μιας και υπουργοποιήθηκαν δεν είναι πια ηγέτες των επαναστατών... Τώρα χρειάζεται ν’ αποκηρύξουν οριστικά –δε λέω την επαναστατική φρασεολογία, ο τρόπος έκφρασης ας μείνει, ό,τι θέλουν– μα την επαναστατική ιδεολογία”»2.

Η στάση και οι υπουργοποιήσεις των μενσεβίκων σοσιαλδημοκρατών την περίοδο εκείνη δεν αποτελούν ούτε την πρώτη ούτε την τελευταία περίπτωση στήριξης ή συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση από κόμματα ή μεμονωμένα στελέχη του πολιτικού εργατικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι αυτή η στήριξη στις αστικές κυβερνήσεις συνήθως παρέχονταν σε κρίσιμες στιγμές, στις οποίες απειλούνταν η συνοχή της, σε συνθήκες κλονισμού της, σε συνθήκες όπου αντικειμενικά διανοίγονταν μεγαλύτερο πεδίο αυτοτελούς παρέμβασης του εργατικού κινήματος και επαναστατικής διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας.

Δύο είναι οι πιο γνωστές σχετικές περιπτώσεις, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά της συμμετοχής των μενσεβίκων. Η πρώτη ήταν αυτή της συμμετοχής του Λουί Μπλαν το 1848 στην κυβέρνηση της Γαλλίας και η δεύτερη –η οποία τροφοδότησε και τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του διεθνούς πολιτικού εργατικού κινήματος– είναι η περίπτωση της υπουργοποίησης του Γάλλου σοσιαλιστή Μιλεράν3 το 1899. Η επίδραση αυτής της υπουργοποίησης ήταν τέτοια που αξιοποιήθηκε ως χαρακτηριστική για ολόκληρο το ρεύμα απόψεων που υποστήριζε την αξιοποίηση από το εργατικό κίνημα της συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση, το οποίο ονομάστηκε «μιλερανισμός».

Το πρώτο άρθρο που δημοσιεύεται στα πλαίσια αυτής της ενότητας αποτελεί ακριβώς προσπάθεια της Ρόζας Λούξεμπουργκ4 να παρέμβει στην έντονη αντιπαράθεση που προκάλεσε η υπουργοποίηση του Μιλεράν.

Ίσως αξίζει εισαγωγικά να πούμε λίγα λόγια γι’ αυτή την περίπτωση, για να γίνει καλύτερα κατανοητό το περιεχόμενο του άρθρου. Ο Μιλεράν πήρε μέρος ως υπουργός Εμπορίου στην κυβέρνηση συνασπισμού με πρωθυπουργό τον Βαλντέκ Ρουσό, που σχηματίστηκε στις 22 Ιούνη 18995. Η κυβέρνηση Ρουσό κάλεσε τον Μιλεράν στην κυβέρνηση, επικαλούμενη την ανάγκη να μπει φραγμός στους κινδύνους που απειλούσαν τη λεγόμενη «Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία».

Για να γίνει αντιληπτό το κλίμα της περιόδου πρέπει να σημειώσουμε ότι τα προηγούμενα χρόνια ένα γεγονός είχε συνταράξει την πολιτική ζωή της Γαλλίας: η δικαστική σκευωρία σε βάρος του αξιωματικού του γαλλικού στρατού Ντρέιφους, ο οποίος από 1894 είχε καταδικαστεί σε ισόβια εξορία για κατασκοπεία υπέρ των Γερμανών. Ωστόσο, αυτή η καταδίκη έγινε χωρίς στοιχεία και με την άμεση πολιτική παρέμβαση της γαλλικής κυβέρνησης, κάτι που αποκαλύφθηκε το επόμενο διάστημα, τροφοδοτώντας έντονες λαϊκές αντιδράσεις.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Μιλεράν αποδέχτηκε πλήρως και αξιοποίησε προπαγανδιστικά αυτή τη λογική της πρόσκλησης και της συμμετοχής του στην κυβέρνηση Ρουσό. Αποκαλυπτική της σύνθεσης αυτής της κυβέρνησης είναι η συμμετοχή σε αυτήν του στρατηγού Γκαλιφέ, του σφαγέα των Κομμουνάρων το 1871. Ο σοσιαλιστής Μιλεράν –στο όνομα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας– στρογγυλοκάθισε στο υπουργικό συμβούλιο δίπλα στους σφαγείς του εργατικού κινήματος.

Ποια ήταν όμως τα αποτελέσματα αυτή της συμμετοχής; «Η γενική πολιτική της κυβέρνησης συνασπισμού παρουσιάζει τον ίδιο πίνακα. Η πάλη εναντίον των δικαστικών παραβάσεων στην υπόθεση Ντρέιφους, πάλη που έπρεπε να είναι το κύριο καθήκον της κυβέρνησης, κατέληξε σε μία επαίσχυντη γενική αμνηστία που περιέλαβε το θύμα και τους υπεύθυνους του εγκλήματος. Η πάλη για την εκλαΐκευση του κράτους πληρώθηκε με παραχωρήσεις στην καθολική εκκλησία. Η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην εκστρατεία των ευρωπαϊκών δυνάμεων εναντίον της Κίνας, από την εκστρατεία εναντίον της Τουρκίας για να εξαναγκαστεί να σεβαστεί ορισμένες απαιτήσεις των γαλλικών τραπεζών και τέλος από ένα ξεχείλισμα ιμπεριαλιστικού ενθουσιασμού και των δημοκρατικών και των μοναρχικών στην υποδοχή του αιμοσταγούς τσάρου Νικόλαου»6.

Η υπουργοποίηση Μιλεράν, αν και αποτέλεσε ζήτημα που απασχόλησε κυρίως το δυτικοευρωπαϊκό τμήμα της Β΄ Διεθνούς, απασχόλησε και το Ρωσικό τμήμα της (παρότι στην τσαρική Ρωσία δεν έμπαινε άμεσα ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην ημερήσια διάταξη αφού εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε καν κοινοβούλιο). Η απόφαση ωστόσο του συνεδρίου της Β΄ Διεθνούς το 1900 στο Παρίσι –που πάρθηκε στη βάση της σχετικής εισήγησης του Καρλ Κάουτσκι– υποστήριζε ότι η συμμετοχή ενός μεμονωμένου σοσιαλιστή σε αστική κυβέρνηση είναι τάχα ζήτημα τακτικής και όχι ζήτημα αρχής, αφήνοντας έτσι χωρίς στιγματισμό την προδοσία του Μιλεράν.7

Σε αυτή την αντιπαράθεση που ξέσπασε στο εσωτερικού του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος ο Μιλεράν είχε υποστηρικτές, όπως το Γάλλο σοσιαλιστή Ζαν Ζορές, ο οποίος υποστήριζε πως το σοσιαλιστικό κόμμα έπρεπε να καταλαμβάνει τις θέσεις που του άφηναν και παρουσίαζε την ενέργεια του Μιλεράν ως μια πράξη θάρρους.8 Από την άλλη υπήρχαν και επαναστάτες του διεθνούς εργατικού κινήματος που αντιτάχθηκαν σθεναρά σε αυτή την υπουργοποίηση, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Λένιν και τη Λούξεμπουργκ.

Η θέση της Λούξεμπουργκ στο ζήτημα αποτυπώνεται στο άρθρο που δημοσιεύεται, ενώ ο Λένιν γράφει για το ίδιο θέμα: «Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού - δικαιολογημένα λοιπόν και ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερασπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς. Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμάλας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σ’ όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών –της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξασφαλίσει τη νίκη– η αμοιβή για όλα αυτά είναι τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν περισσότερα πράγματα!»9.

Τα κείμενα που δημοσιεύουμε στα πλαίσια αυτής της ενότητας αφορούν την πείρα από τη θετική προσπάθεια του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος να οριοθετηθεί απέναντι στον αστικό κοινοβουλευτισμό και τον κυβερνητισμό και επικεντρώνουν στη δράση των κομμουνιστών σε μη επαναστατικές συνθήκες. Όπως φάνηκε και από τα παραπάνω, πρόκειται για μία βασανιστική ωρίμανση της μαρξιστικής διερεύνησης που χαρακτηριζόταν από πισωγυρίσματα, εναλλαγές, αντιφάσεις σε συλλογικό-κομματικό και ατομικό επίπεδο.

Τέτοιες αντιφάσεις περιέχονται και στο άρθρο της Λούξεμπουργκ, η οποία, παρά την ξεκάθαρη άρνησή της όσον αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης της αστικής κυβέρνησης για επαναστατικούς σκοπούς, δεν είναι κάθετη στο ζήτημα ότι αυτή η διαπίστωση ισχύει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Μέρος της αμφισημίας του άρθρου οφείλεται και στις συνθήκες της εποχής. Το άρθρο γράφτηκε το 1900, μόλις δύο χρόνια μετά την ένταξη της Λούξεμπουργκ στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και γράφτηκε με τη μορφή προσεγμένης κριτικής εκ μέρους των Γερμανών σοσιαλιστών απέναντι στη στάση των Γάλλων συντρόφων της.

Επίσης, είναι αυτονόητο ότι τα κείμενα αυτά εκφράζουν και το κλίμα, την ορολογία και το πνεύμα της εποχής τους, όπως επίσης αυτονόητο είναι ότι δεν εξαντλούν το θέμα.

Τα άρθρα αυτά, τα οποία δημοσιεύονται κατά χρονολογική σειρά, είναι τα εξής:

1. Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Η υπόθεση Ντρέιφους και η περίπτωση του Μιλεράν» (1900).

2. Απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο Κοινοβουλευτισμός» (1921).

3. Β. Ι. Λένιν: «Για τον κοινοβουλευτισμό» (1921).

Τα δύο πιο ύστερα κείμενα που δημοσιεύονται στην ενότητα αυτή αποτελούν στην ουσία ντοκουμέντα του 2ου Συνεδρίου της Γ΄ Διεθνούς για την επαναστατική κοινοβουλευτική δουλειά.

Το ένα είναι η απόφαση του Συνεδρίου που πάρθηκε με την άμεση συμβολή του Λένιν και το άλλο ομιλία του Λένιν στα πλαίσια του ίδιου Συνεδρίου, όπου αντιμετωπίζει απόψεις του Α. Μπορντίγκα10 και άλλων που αρνούνταν συνολικά την ανάγκη συμμετοχής των κομμουνιστών στα αστικά κοινοβούλια.

Όσον αφορά αυτό το τελευταίο άρθρο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο εκείνη η γραμμή κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης που είχε αναπτυχθεί σε αρκετά εργατικά κόμματα τροφοδότησε και τη λαθεμένη αντίδραση μίας ομάδας κομμουνιστών (με χαρακτηριστική περίπτωση τον Μπορντίγκα), οι οποίοι υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει καν ν’ αξιοποιεί θεσμούς του αστικού κράτους, όπως οι εκλογές και το κοινοβούλιο, αλλά να επικεντρωθεί στην άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. Παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας αυτές οι απόψεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες στο κομμουνιστικό κίνημα, το άρθρο του Λένιν έχει αξία γιατί δε στέκεται απλώς στην καταπολέμηση των απόψεων περί μη συμμετοχής στις εκλογές, αλλά αναδεικνύει και από ποια σκοπιά πρέπει να συμμετέχουν οι κομμουνιστές στις εκλογές και το αστικό κοινοβούλιο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 34, σελ. 62-64.

2. Συλλογικό: «Οκτώβρης 1917. Η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 103.

3. Ο Αλεξάντρ Μιλεράν (1859-1943) ήταν ηγετική μορφή της οπορτουνιστικής πτέρυγας της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας. Το 1899 έγινε ο πρώτος σοσιαλιστής υπουργός σε αστική κυβέρνηση, εντείνοντας τη σχετική διαπάλη στις γραμμές της γαλλικής και διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Στη συνέχεια, αφού διαγράφτηκε από το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα το 1904, προχώρησε με άλλους σοσιαλδημοκράτες (Μπριάν, Βιβιανί κ.ά.) στην ίδρυση του κόμματος «Ανεξάρτητοι Σοσιαλιστές», ενώ συνέχισε να μετέχει σε μια σειρά αστικές κυβερνήσεις από το 1909 έως το 1915. Την περίοδο της Οκτωβριανής Επανάστασης υπήρξε από τους οργανωτές της αντισοβιετικής ιμπεριαλιστικής επέμβασης. Κατόπιν διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1920-1924) και Γερουσιαστής (1925-1927).

4. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (1871-1919) ήταν Γερμανοπολωνή επαναστάτρια. Ανήκε στους ιδρυτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος του Βασιλείου της Πολωνίας, ενώ από το 1898 που εγκαταστάθηκε στη Γερμανία εντάχθηκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (ΣΚΓ) και ανήκε στην επαναστατική του πτέρυγα. Μετά την ψήφιση από το ΣΚΓ των πολεμικών πιστώσεων στο Ράιχσταγκ (με μοναδική εξαίρεση τον Καρλ Λίμπκνεχτ) ίδρυσε μαζί με άλλους επαναστάτες (Λίμπκνεχτ, Τσέτκιν, Μέρινγκ κ.ά.) την ομάδα «Διεθνής», η οποία πήρε συνεπή διεθνιστική θέση κόντρα στη σοσιαλπατριωτική γραμμή του κόμματος. Βασική θέση της ομάδας ήταν ότι ο κύριος εχθρός κάθε λαού –και του γερμανικού– βρίσκεται στην ίδια του τη χώρα. Η ομάδα αυτή μετεξελίχθηκε στη λεγόμενη «Ένωση Σπάρτακος», που στη συνέχεια αποτέλεσε μαζί με ένα τμήμα των μελών του «Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας» τον πυρήνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, το οποίο ιδρύθηκε στη Συνδιάσκεψη των Σπαρτακιστών από τις 30 Δεκέμβρη 1918 μέχρι την 1η Γενάρη 1919. Μετά την καταστολή της επανάστασης του Νοέμβρη το 1918 στη Γερμανία, η Λούξεμπουργκ ξυλοκοπήθηκε στις 15 Γενάρη 1919 μέχρι θανάτου με χτυπήματα τουφεκιού από τις –χρηματοδοτούμενες από τους σοσιαλδημοκράτες– παραστρατιωτικές φασιστικές ομάδες Freikorps, ενώ στη συνέχεια το σώμα της πετάχτηκε σε ένα κανάλι όπου βρέθηκε μόλις στις 31 Μάη 1919.

5. Στις εκλογές του 1899 το Εργατικό Κόμμα έλαβε 100.000 ψήφους και εξέλεξε 12 βουλευτές. Άλλους τόσους εξέλεξαν και οι υπόλοιπες σοσιαλιστικές οργανώσεις («ποσιμπιλιστές» κλπ.), ενώ υπήρχαν επίσης 25 βουλευτές (οι λεγόμενοι «ανεξάρτητοι σοσιαλιστές» υπό τον Α. Μιλλεράν), οι οποίοι εκλέχθηκαν με την υποστήριξη του κόμματος των Ριζοσπαστών και στη συνέχεια συγκρότησαν χωριστή κοινοβουλευτική ομάδα.

6. Πάουλ Φρέλιχ: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδ. «Ύψιλον/βιβλία», σελ. 102.

7. Ακαδημία επιστημών της ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τ. Ζ1, σελ. 409-410.

8. Ο Ζορές δέκα χρόνια αργότερα έβριζε τον Μιλεράν καθώς και άλλους σοσιαλιστές που υπουργοποιήθηκαν (Μπριάν, Βιβιανί) ως προδότες του σοσιαλισμού που αφέθηκαν να χρησιμοποιηθούν από τον καπιταλισμό (βλ. Πάουλ Φρέλιχ: «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδ. «Ύψιλον/βιβλία», σελ. 103).

9. Β. Ι. Λένιν: «Τι να κάνουμε», «Άπαντα», τ. 6, σελ. 8-9.

10. Ο Αμαντέο Μπορντίγκα (1889-1970) ήταν ηγετικό στέλεχος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου αναδείχτηκε σε ηγέτη της μειοψηφίας του κόμματος, η οποία καταδίκαζε τη συμμετοχή στον πόλεμο και θεωρούσε επιβεβλημένη τη μετατροπή του σε σοσιαλιστική επανάσταση. Στη συνέχεια –μαζί με τον Γκράμσι, τον Τολιάτι και άλλα στελέχη της μειοψηφίας– συμμετείχε στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας το 1921 και αποτέλεσε τον πρώτο Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του. Ήταν αντιπρόσωπος στο ΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνής (ΚΔ). Διαφώνησε με τις αποφάσεις του ΙΙΙ και του IV Συνεδρίου της ΚΔ. Αρνήθηκε να πειθαρχήσει με τις αποφάσεις της ΚΔ, αποχώρησε από το Κόμμα και προσχώρησε για ένα διάστημα στην τροτσκιστική αντιπολίτευση.