Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΝΤΡΕΪΦΟΥΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΜΙΛΕΡΑΝ

Η σοσιαλιστική αρχή της ταξικής πάλης απαιτεί τη δράση του προλεταριάτου οπουδήποτε τα συμφέροντά του ως τάξης τίθενται υπό αμφισβήτηση. Τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν όλες οι διαμάχες που διχάζουν την αστική τάξη. Κάθε μεταβολή της σχέσης των κοινωνικών δυνάμεων στην αστική κοινωνία, κάθε αλλαγή στις πολιτικές σχέσεις της χώρας, επηρεάζει πρώτα απ’ όλα την κατάσταση της εργατικής τάξης. Δεν μπορούμε να συμπεριφερόμαστε σαν αδιάφοροι θεατές όσων συμβαίνουν στο εσωτερικό της αστικής τάξης, εκτός κι αν ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί έξω από την αστική κοινωνία, για παράδειγμα μέσω της ίδρυσης σε κάθε χώρα μιας ξεχωριστής νησίδας. Αλλά εφόσον δεν έχουμε στο μυαλό μας τη μετανάστευση –ας το πούμε έτσι– από την αστική στη σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά αντίθετα την ανατροπή της αστικής κοινωνίας με την αξιοποίηση μέσων που δημιουργούνται μέσα σε αυτή την ίδια την κοινωνία, το προλεταριάτο πρέπει να προσπαθήσει, στην προωθητική πορεία του προς τη νίκη, να επηρεάσει όλα τα κοινωνικά γεγονότα προς μία ευνοϊκή κατεύθυνση. Μέσα από κάθε πολιτικό γεγονός της αστικής κοινωνίας πρέπει να προσπαθεί ν’ αυξάνει συνεχώς το βάρος του στο συσχετισμό δυνάμεων. Η αρχή της ταξικής πάλης όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα επιβάλλει την ενεργό παρέμβαση του προλεταριάτου σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες –ανεξαρτήτως του βαθμού σημαντικότητάς τους– που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό της αστικής τάξης.

Ιδιαίτερα όσον αφορά την υπόθεση Ντρέιφους (Dreyfus affair), η παρέμβαση του προλεταριάτου στο ζήτημα δε χρειάζεται να αιτιολογηθεί ούτε μέσα από μία γενική οπτική του αντικειμένου των αστικών αντιπαραθέσεων, ούτε μέσα από την οπτική του ανθρωπισμού. Διότι στην υπόθεση Ντρέιφους κάνουν αισθητή την παρουσία τους τέσσερις κοινωνικοί παράγοντες που της προδίδουν το χαρακτήρα ζητήματος που συνδέεται άμεσα με την ταξική πάλη. Πρόκειται για τους εξής παράγοντες: μιλιταρισμός, σωβινισμός-εθνικισμός, αντισημιτισμός και κληρικαλισμός. Στη γραπτή και προφορική προπαγάνδα μας αντιπαλεύουμε πάντα αυτούς τους άμεσους εχθρούς του σοσιαλιστικού προλεταριάτου μέσα από την οπτική των γενικών μας αρχών. Θα ήταν επομένως εντελώς ακατανόητο το να μην εμπλακούμε στη μάχη με αυτούς τους εχθρούς, ακριβώς όταν τίθεται το ζήτημα του ξεσκεπάσματός τους, όχι ως αφηρημένων κλισέ, αλλά μέσω της αξιοποίησης ζωντανών σύγχρονων γεγονότων.

Η ίδια η αναγκαιότητα της συμμετοχής των σοσιαλιστών στο κίνημα, το οποίο προκλήθηκε από την υπόθεση Ντρέιφους, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από την οπτική της ταξικής πάλης. Το μόνο ζήτημα που μπορεί να τεθεί είναι αυτό του τρόπου αυτής της συμμετοχής. Σε αυτό το ζήτημα ο ρόλος της σοσιαλιστικής εργατικής τάξης διαφοροποιείται στην ίδια την ουσία του από αυτό των «αναθεωρητικών»1 αστικών στοιχείων. Ενώ γι’ αυτά τα τελευταία στοιχεία επρόκειτο μόνο για ένα ζήτημα αποκατάστασης ενός νόμιμου εγκλήματος, η υπόθεση προσέφερε στους σοσιαλιστές τη σπάνια ευκαιρία να αποκαλύψουν την αποσύνθεση της αστικής κοινωνίας. Ενώ τα αστικά στοιχεία ήθελαν –μέσω της άσκησης επίδρασης στα στρατιωτικά επιτελεία– να θεραπεύσουν το μιλιταρισμό από το απόστημα που είχε δημιουργηθεί στο σώμα του προκειμένου να του δώσουν τη δυνατότητα να επιβιώσει, οι σοσιαλιστές, αντίθετα, ήταν αναγκασμένοι να πολεμήσουν το ίδιο το μιλιταριστικό σύστημα στην παρακμή του και ν’ αντιπαραβάλουν σε αυτό την αναγκαιότητα των πολιτοφυλακών και του εξοπλισμού του λαού.

Η στάση του σοσιαλιστικού κόμματος μπορεί επομένως να είναι τόσο θεμελιωδώς διαφοροποιημένη από αυτή των αστικών Ντρειφουσιάδων, ώστε να μη χρειάζεται να γίνει καμία αναφορά σε κανενός είδους υποστήριξη προς τον κόσμο του αστικού «αναθεωρητισμού» από την πλευρά των σοσιαλιστών, αφού οι τελευταίοι βρήκαν σε αυτή την υπόθεση την ευκαιρία να διεξάγουν μία εντελώς ανεξάρτητη πάλη, σαφώς προσδιορισμένη ως ταξική πάλη, η οποία τους διαφοροποιεί από άλλα τμήματα του κινήματος.

Σε ποιο βαθμό αυτό το κίνημα είχε στην πραγματικότητα όντως αυτό το χαρακτήρα, είναι άλλο ζήτημα. Μας φαίνεται ότι κατά καιρούς η οπτική της αφηρημένης δικαιοσύνης και η υπεράσπιση του ατόμου του Ντρέιφους προτάθηκαν πολύ στο προσκήνιο από τους συντρόφους μας και ότι εμείς παραμελήσαμε κάπως την προπαγάνδα υπέρ του συστήματος των πολιτοφυλάκων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το προλεταριάτο να αυξήσει λιγότερο την ταξική του συνείδηση απ’ όσο θα μπορούσε. Αλλά η κριτική είναι εύκολη και η τέχνη δύσκολη.2 Και σε κάθε περίπτωση, οι Γάλλοι σύντροφοι θα έχουν πολλές ευκαιρίες ν’ αξιοποιήσουν προς όφελος της ταξικής πάλης τα διδάγματα της υπόθεσης Ντρέιφους, όταν όλοι οι σοσιαλιστές στη Γαλλία θα έχουν συνειδητοποιήσει τη μεγάλη σπουδαιότητα αυτού του κοινωνικού γεγονότος για το προλεταριάτο.

Μιλώντας συγκεκριμένα, η πολιτική σημασία της υπόθεσης Ντρέιφους συνίσταται για εμάς στο ότι η υπόθεση έδωσε τη δυνατότητα να μετατρέψουμε ένα μεγάλο κίνημα, ένα κίνημα που ταρακούνησε ολόκληρη τη χώρα, σε αντικείμενο της ταξικής πάλης· και με αυτόν τον τρόπο να διαδώσουμε σε σύντομο χρονικό διάστημα πιο πολύ τη σοσιαλιστική συνείδηση απ’ όσο θα μπορούσαμε να την έχουμε αναπτύξει στο διάστημα πολλών χρόνων μέσω της αφηρημένης προπαγάνδας υπέρ των αρχών μας.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο το κίνημα παρέσυρε με αυτή την ακαταμάχητη ορμή του τους σοσιαλιστές αρκετών οργανώσεων. Και αν το κίνημα της Ντρεϊφουσιάδας έχει προκαλέσει ισχυρή αποστροφή στις γραμμές των σοσιαλιστών, αυτό απορρέει, κατά τη γνώμη μας, από την πραγματική –αν και ενστικτώδη– διαίσθηση ότι κανένα μεγάλο αυθόρμητο κίνημα του γαλλικού προλεταριάτου δε σταματάει στα όρια των διαφορετικών οργανώσεων, αλλά αντίθετα απειλεί να τα σαρώσει. Είναι όμως ακριβώς εξαιτίας αυτού του γεγονότος που η συγκέντρωση των διασκορπισμένων δυνάμεων του γαλλικού σοσιαλισμού έχει εμφανιστεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε μεγάλη και ενεργητική παρέμβαση. Από την πλευρά μας, σε αυτή τη μεγάλη συγκέντρωση των διάφορων σοσιαλιστικών οργανώσεων στο ελεύθερο παιχνίδι της καθημερινής πολιτικής πάλης, δε φοβόμαστε ούτε στο ελάχιστο τον κίνδυνο για τη θεωρία του Μαρξ και τις αρχές της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αφού αυτά έχουν ήδη ριζώσει στη Γαλλία. Δεν υπάρχει καλύτερο σχολείο για τη σοσιαλιστική δημοκρατία από τη μεγάλη και ζωντανή ταξική πάλη απελευθερωμένη από αφηρημένα κλισέ. Η υλιστική αντίληψη της Ιστορίας δε μας επιτρέπει να πιστέψουμε στη δυνατότητα ανάπτυξης ενός ζωντανού λαϊκού κινήματος από αφηρημένες φόρμουλες· αντίθετα, μόνο πάνω στην υλική βάση μιας μεγάλης και ισχυρής ταξικής πάλης, που αγκαλιάζει όλο το προλεταριάτο, μπορεί να αναπτυχθεί μια σαφής αντίληψη της θεωρίας και των αρχών.

Η απάντηση στo δεύτερο ζήτημα, στο ζήτημα δηλαδή της συμμετοχής των σοσιαλιστών σε μια αστική κυβέρνηση, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνουμε τη συμμετοχή, είτε ως μια φυσιολογική μορφή της σοσιαλιστικής πάλης, παρόμοια με τη συμμετοχή σε νομοθετικές συνελεύσεις, είτε ως ένα ασυνήθιστο μέτρο σε μία ασυνήθιστη στιγμή της ζωής του κράτους. Θα μας φαινόταν ότι ο πολίτης Ζορές (Jaurès), στο άρθρο του «Organisons-nous» («Petite République» της 17ης Ιούλη), υιοθέτησε αυτή την τελευταία άποψη. Εκεί θέτει το ερώτημα ξεκάθαρα και ευδιάκριτα: Μπορεί ένας σοσιαλιστής σε περίοδο κρίσης και για καθορισμένο χρονικό διάστημα ν’ ανταποκριθεί στο κάλεσμα των αστικών κομμάτων και να συμμετέχει μαζί τους σε μία κυβερνητική πράξη;3 Στη συνέχεια κάνει αναφορά σε ένα δικό μας άρθρο, που εμφανίστηκε στη «Λαϊκή Εφημερίδα της Λειψίας» (Leipziger Volkszeitung) της 6ης Ιούλη, στο οποίο δεν αναγνωρίζουμε ως αποδεκτή την είσοδο ενός σοσιαλιστή σε μια κυβέρνηση, εκτός από απολύτως εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν πιστεύουμε ότι παρουσιάζονται αυτή τη στιγμή στη Γαλλία. Σε αυτή του την αναφορά σημειώνει: «Πρόκειται για ζήτημα των [σ.μ. συγκεκριμένων] συνθηκών» (και όχι για ζήτημα αρχής). Αν το ζήτημα τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αν το αντιληφθούμε μόνο ως ένα καθήκον που έχει τεθεί από τις συνθήκες, τότε θα ήταν καθαρός δογματισμός να πούμε κατηγορηματικά όχι στις ανάγκες της στιγμής και τις περιπλοκές της κατάστασης.

Στην περίπτωση του Μιλεράν το ζήτημα ανάγεται στο εξής ερώτημα: καθιστούσε η συγκεκριμένη κατάσταση στη Γαλλία πραγματικά αναγκαία την είσοδο ενός σοσιαλιστή στο υπουργείο; Την απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορούν να την δώσουν μόνο οι συγκεκριμένες συνθήκες, τις οποίες μόνο οι Γάλλοι σύντροφοι μπορούν να κρίνουν. Αλλά στο βαθμό που είναι επιτρεπτό για έναν εξωτερικό παρατηρητή να έχει γνώμη, μας φαίνεται ότι η έλλειψη ενός από τους βασικούς όρους –δηλαδή η ύπαρξη ενός δυνατού και ενωμένου κόμματος που μόνο αυτό μπορεί να δώσει εντολή για ένα τόσο επικίνδυνο εγχείρημα– καθιστά αυτό το εγχείρημα μάλλον απαράδεκτο. Σε ένα μεταγενέστερο άρθρο, ωστόσο, ο Ζορές φαίνεται να θέτει το ζήτημα λίγο διαφορετικά. Στο άρθρο «Méthode socialiste» («Petit République» της 3ης Αυγούστου) φαίνεται να τοποθετεί τη δράση των σοσιαλιστών σε μια αστική κυβέρνηση στην ίδια βάση με τη δράση τους στο κοινοβούλιο, τα δημοτικά συμβούλια κλπ. «Αυτό που είναι αλήθεια» σημειώνει «είναι ότι ο σοσιαλισμός σήμερα είναι αρκετά ισχυρός για να ιδιοποιηθεί όλες τις εξουσίες, χωρίς να αφομοιωθεί από την αστική κοινωνία».

Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα έπρεπε να αποδεχτούμε την αρχή της διείσδυσης στην κυβέρνηση ως ένα από τα πολυάριθμα μέσα της σοσιαλιστικής δράσης· αυτό, ωστόσο, δεν είναι σε αρμονία με τον ουσιώδη χαρακτήρα του σοσιαλισμού. Κατά τη γνώμη μας, η οπτική που θα έπρεπε να αξιοποιείται ως οδηγός μας είναι αυτή που αναπτύχθηκε στο άρθρο στις 6 Ιούλη, που αναφέρθηκε παραπάνω. Εδώ όμως πρέπει να περιοριστούμε μόνο στα ουσιώδη.

Η μοναδική μέθοδος, με τη βοήθεια της οποίας μπορούμε να επιτύχουμε την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, είναι η ταξική πάλη. Μπορούμε και πρέπει να διεισδύσουμε σε όλους τους θεσμούς της αστικής κοινωνίας και ν’ αξιοποιήσουμε όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί και τα οποία μας επιτρέπουν να διεξάγουμε την ταξική πάλη. Από αυτήν ακριβώς την οπτική υπαγορευόταν η συμμετοχή των σοσιαλιστών στην υπόθεση Ντρέιφους ως μέτρο με στόχο τη διατήρηση της παρέμβασής τους. Αλλά είναι ακριβώς από αυτή την ίδια οπτική που η συμμετοχή στην αστική εξουσία φαίνεται να αντενδεικνύεται, γιατί η ίδια η φύση της αστικής κυβέρνησης αποκλείει τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής ταξικής πάλης. Δεν είναι ότι φοβόμαστε για τους σοσιαλιστές τους κινδύνους και τις δυσκολίες της υπουργικής δραστηριότητας· δεν πρέπει άλλωστε να αποσυρόμαστε μπροστά στο φόβο κανενός κινδύνου ή δυσκολίας που συνδέεται με το πόστο στο οποίο είμαστε τοποθετημένοι από τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αλλά γενικά ένα υπουργείο δεν είναι πεδίο δράσης για ένα κόμμα της πάλης των προλεταριακών τάξεων. Ο χαρακτήρας της αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι επί της ουσίας ένας οργανισμός ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία του οποίου αποτελεί έναν από τους όρους ύπαρξης του ταξικού κράτους. Με την ένταξη ενός σοσιαλιστή στην κυβέρνηση και την ταξική κυριαρχία να συνεχίζει να υπάρχει, η αστική κυβέρνηση δε μετατρέπεται σε σοσιαλιστική κυβέρνηση, αλλά αντίθετα, ένας σοσιαλιστής μετατρέπεται σε αστό υπουργό. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που μπορεί να πραγματοποιήσει ένας υπουργός που είναι φίλος των εργατών δεν έχουν από μόνες τους τίποτα το σοσιαλιστικό· είναι σοσιαλιστικές μόνο στο βαθμό που κατακτιόνται μέσα από την ταξική πάλη. Αλλά προερχόμενες από έναν υπουργό, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να έχουν το χαρακτήρα της προλεταριακής τάξης, παρά μόνο το χαρακτήρα της αστικής τάξης, γιατί ο υπουργός, από τη φύση του πόστου που καταλαμβάνει, προσδένεται σε αυτή την τάξη απ’ όλες τις λειτουργίες μιας αστικής μιλιταριστικής κυβέρνησης. Ενώ στο κοινοβούλιο ή στο δημοτικό συμβούλιο, κατακτάμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις καταπολεμώντας την αστική κυβέρνηση, με την κατάληψη ενός υπουργικού πόστου φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις στηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μία αστική κυβέρνηση δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

*  Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Cashiers de la Quinzaine», Ιούλης του 1900, σελ. 76-82. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε και στη συλλογή κειμένων της Ρόζας Λούξεμπουργκ με τίτλο «Le socialisme en France (1893-1906)», σελ. 81-85. Σε αυτή την τελευταία έκδοση αναγράφηκε λαθεμένα ως έτος δημοσίευσης του άρθρου το 1899. Στα γερμανικά το άρθρο είναι δημοσιευμένο στη συλλογή κειμένων «Luxemburg, Rosa: Gesammelte Werke», Berlin-Dietz, τ. 6, (1893-1906), σελ. 277.281.

1. Σε αυτό το σημείο ο όρος «αναθεωρητισμός» αναφέρεται σε αυτούς που ζητούσαν την αναθεώρηση της υπόθεσης Ντρέιφους, δηλαδή την επανεξέτασή της, και όχι στους οπαδούς της αναθεώρησης των θεμελιωδών αρχών του μαρξισμού.

2. Πρόκειται για γνωστή γαλλική παροιμία: «La critique est aisée mais l'art est difficile».

3. Με τον όρο «κυβερνητική πράξη» («actes de gouvernment» στα γαλλικά και «act of government» στα αγγλικά) εννοείται η πράξη μίας κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία δίνονται σε αυτήν –ως φορέα της εκτελεστικής εξουσίας– μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων σε τομείς καίριους για τη λειτουργία και την ασφάλεια του κράτους. Τέτοιες κυβερνητικές πράξεις αποτελούν π.χ. η πράξη κήρυξης πολέμου, οι πράξεις απονομής χάριτος, η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης.