Η ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ. Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ (1920-1922)

Διάφοροι εκπρόσωποι του οπορτουνισμού επικαλούνται κατά καιρούς κείμενα του Λένιν για να στηρίξουν τη θέση τους ότι η τακτική του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (δημιουργία και ανάπτυξη του ΠΑΜΕ, γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τη ρεφορμιστική-εργοδοτική γραφειοκρατία στα συνδικάτα) συνιστά αριστερίστικη παρέκκλιση από το λενινισμό. Φυσικά, για πολλούς από αυτούς τους κυρίους (π.χ. όσοι προέρχονται από τον ταχέως διαμορφούμενο νέο φορέα της σοσιαλδημοκρατίας, το ΣΥΡΙΖΑ) η επίκληση του Λένιν συνιστά υποκρισία ολκής, μια που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν εγκαταλείψει, και στα λόγια και στα έργα, κάθε σχέση με το μαρξισμό-λενινισμό. Έχει όμως σημασία να απαντηθεί επί της ουσίας η παραπάνω ψευδο-κριτική, προκειμένου να ατσαλωθούν ιδεολογικά οι νέοι σε ηλικία εργατοϋπάλληλοι που μπαίνουν τώρα στην ταξική πάλη, αλλά και να εξοπλιστούν καλύτερα οι παλιότεροι.

Παραθέτουμε ορισμένες ενδεικτικές προσπάθειες διαστρέβλωσης της λενινιστικής αντίληψης για τη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα, οι οποίες στόχο έχουν να χτυπηθεί η τακτική του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι κατανοητό ότι οι φορείς των παρακάτω αντιλήψεων έχουν διαφορετικό βάρος στις γραμμές του κινήματος. Η σημασία τους όμως δεν προκύπτει από την όποια μαζικότητα των αντίστοιχων πολιτικών ή συνδικαλιστικών δυνάμεων, αλλά από την προσπάθεια να καλλιεργηθούν συγχύσεις κάτω από το μανδύα μιας υποτιθέμενης συνέπειας σε επαναστατικές αρχές.

Συνδικαλιστικό στέλεχος της παράταξης του ΣΥΡΙΖΑ στην ΠΟΕ-ΟΤΑ, επιχειρώντας να ασκήσει κριτική στην τακτική των δυνάμεων του ΠΑΜΕ στο χώρο της Τοπικής Διοίκησης, παραθέτει αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να στηρίξει το συμπέρασμά του ότι «είναι μεγάλο λάθος να αποχωρείς από μια ομοσπονδία και ιδιαίτερα σε μια περίοδο που το εργατικό κίνημα μας χρειάζεται περισσότερο από ποτέ»1. Υποστηρίζει ότι υπάρχει ευθεία αναλογία ανάμεσα στις «νέες, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης» –τις οποίες πρόβαλαν μια σειρά αριστερίστικες δυνάμεις την περίοδο 1920-1922 και στις οποίες ο Λένιν ασκεί σφοδρή κριτική στο έργο του– και τη δημιουργία του κλαδικού συνδικάτου των ΟΤΑ από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Το βασικό επιχείρημα στη συλλογιστική του είναι ότι οι μάζες των εργαζομένων στους ΟΤΑ είναι οργανωμένες στην ΠΟΕ-ΟΤΑ και η δημιουργία του κλαδικού συνδικάτου τις αφήνει έρμαιο στην επιρροή των ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ. Εγκαλεί τους κομμουνιστές για εγκατάλειψη της λενινιστικής κληρονομιάς («ίσως αυτά να μην έχουν και τόσο μεγάλη αξία για εσάς, σύντροφοι, γιατί όλα αυτά τα λέει ο Λένιν, ο ρεφορμιστής…») και καταφεύγει και σε πασίγνωστες αντικομμουνιστικές λαθροχειρίες, προβάλλοντας τις ψευδολογίες ότι ανάλογες (με του ΠΑΜΕ) επιλογές των Γερμανών κομμουνιστών στο μεσοπόλεμο «απέτυχαν να φράξουν το δρόμο προς την εξουσία στους Ναζί».

Εκπρόσωπος της τάσης «Μαρξιστική Φωνή»2 του ΣΥΡΙΖΑ, παραπέμποντας και αυτός στον «Αριστερισμό», εγκαλεί το ΚΚΕ για εγκατάλειψη του λενινιστικού δρόμου για δουλειά μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και για κλιμάκωση της τακτικής των χωριστών συγκεντρώσεων στο εργατικό κίνημα. Συγχέει το ζήτημα των ξεχωριστών συγκεντρώσεων με το γενικότερο ζήτημα της ανάγκης τραβήγματος των εργατικών μαζών μακριά από την επιρροή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, υποκλινόμενος στην ουσία σ’ έναν οργανωτικό φετιχισμό (διοργάνωση των συγκεντρώσεων από τα «αρμόδια» όργανα) στο όνομα της δουλειάς στις μάζες. Χαρακτηρίζει ως επικίνδυνους και λαθεμένους τους όρους «εργοδοτική ΓΣΕΕ» και «ταξικά συνδικάτα», γιατί τάχα χρεώνουν «στην ίδια την εργατική βάση των συνδικάτων, που δεν ελέγχονται από το ΠΑΜΕ, την πρακτική των ηγεσιών τους»3. Υποστηρίζει ότι η άρνηση κοινών συγκεντρώσεων στο όνομα του ότι τα αιτήματά τους καθορίζονται από τη ΓΣΕΕ οδηγεί στην άποψη ότι «δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο συνδικάτο οι εργάτες που ακολουθούν το πλαίσιο του ΠΑΜΕ με τους εργάτες που υποστηρίζουν τα αιτήματα της ΓΣΕΕ».

Έχουμε να κάνουμε εδώ με τη βαθιά λαθεμένη και συκοφαντική αντίληψη ότι η γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με τις ξεπουλημένες συνδικαλιστικές πλειοψηφίες (που εκφράζεται και σε οργανωτικές πλευρές του συνδικαλιστικού κινήματος, σε διαφορετικά πλαίσια πάλης, αλλά και σε συγκεκριμένες έννοιες που βοηθούν να ξεκαθαρίζεται η ουσία της αντιπαράθεσης) τσουβαλιάζει τις ηγεσίες του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού με τους εργατοϋπάλληλους που εξακολουθούν να τις στηρίζουν. Αντανακλά σε ένα βαθμό και την παραδοσιακή πολιτική εισοδισμού των τροτσκιστών, που ιστορικά μετέτρεψε τις δυνάμεις αυτές σε ουρά της αστικής πολιτικής στο εργατικό κίνημα και που σήμερα έχει εξελιχτεί σε μια καρικατούρα «αριστερών» στολιδιών στις άμαζες και άνευρες συγκεντρώσεις των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ.

Κινούμενο στην ίδια κατεύθυνση, το αντι-ΚΚΕ blog «Εργατικός Αγώνας»4 υποστηρίζει ότι «εδώ και καιρό η ηγεσία του ΚΚΕ φαίνεται πως έχει αποφασίσει την ίδρυση “κόκκινων” συνδικάτων […] σε χώρους όπου υπάρχουν σωματεία που δε βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κόμματος»5, φέρνοντας ως παράδειγμα την ίδρυση κλαδικών σωματείων στο χρηματοπιστωτικό τομέα, στους ΟΤΑ, την ιδιωτική εκπαίδευση και αλλού. Παρατίθενται αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να υποστηριχτεί ότι η ιστορική εμπειρία αποδεικνύει ότι τέτοια εγχειρήματα «απέτυχαν παταγωδώς».

Χωρίς ν’ αναφέρουν ανοιχτά τα λεγόμενα του Λένιν, οι ανώνυμοι σχολιαστές της ανάλογου προσανατολισμού «Νέας Σποράς» αναφέρουν ότι ένας από τους παράγοντες που διαμόρφωσε το εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ στις εκλογές του 2012 ήταν: «Η πολιτική και η στάση του Κόμματος στο εργατικό κίνημα, γιατί απομονώθηκε από την εργατική τάξη, γιατί, πέραν του αναγκαίου πολιτικού και ιδεολογικού διαχωρισμού με τις αστικορεφορμιστικές, σοσιαλρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, διαχώρισε και οργανωτικά το εργατικό κίνημα κάθετα μέχρι κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν να αποσύρει πρακτικά και επί της ουσίας τις δυνάμεις του από τα σωματεία και τις ομοσπονδίες, με παράγωγο αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασχοληθεί ουσιαστικά, παρά μόνο αποσπασματικά, με τα πραγματικά και άμεσα προβλήματα των εργαζομένων…»6. Πέρα από τις προφανείς ψευδολογίες για «κάθετο μέχρι κάτω» οργανωτικό διαχωρισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που δεν ανταποκρίνονται στην τακτική των κομμουνιστών στο κίνημα, έχει αξία να σημειώσουμε την αντίληψη που εκφράζουν οι αρθρογράφοι ότι στις σημερινές συνθήκες η όποια προσπάθεια να οργανωθούν εργατικές μάζες (π.χ. κλαδικά σωματεία σε κλάδους όπου δεν υπάρχουν τέτοια) σηματοδοτεί αυτόματα απόσπαση από τα «πραγματικά και άμεσα προβλήματα».

Έχει ιδιαίτερη σημασία να σημειώσουμε ότι ανάλογη διαστρέβλωση της λενινιστικής αντίληψης για τη δουλειά στα ρεφορμιστικά συνδικάτα παρατηρείται και στο πλαίσιο της διαπάλης για την οργανωτική διάρθρωση του διεθνούς εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η οργανωτική και ιδεολογικοπολιτική ανασυγκρότηση της Παγκόσμιας Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (ΠΣΟ) μετά από το 15ο Συνέδριό της έθεσε με πολύ πιο ανοιχτό και ξεκάθαρο τρόπο στους κομμουνιστές και επαναστάτες εργάτες την ανάγκη της πάλης για την προσχώρηση των συνδικάτων (εθνικών κέντρων και ομοσπονδιών) στις γραμμές της ΠΣΟ, σε ρήξη με τις οργανωτικές δομές της αντιδραστικής Διεθνούς Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας (ITUC). Οι αντεπαναστατικές εξελίξεις του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980, αλλά και μια πιο μακραίωνη διάδοση αναθεωρητικών αντιλήψεων στις γραμμές μιας σειράς κομμουνιστικών κομμάτων, είχαν ως αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ισχυρές λαθεμένες απόψεις στα ζητήματα που εξετάζουμε, ακόμα και σε συνδικάτα που στις ηγεσίες τους βρίσκονται κομμουνιστές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του Zwelinzima Vavi, Γενικού Γραμματέα της COSATU (Κογκρέσου των Νοτιοαφρικανικών Συνδικάτων) και μέλους της ΚΕ του Νοτιοαφρικανικού ΚΚ στη Συνδιάσκεψη Διεθνούς Πολιτικής της οργάνωσης (16 Μάη 2012). Επιχειρώντας να απαντήσει στις απόψεις μιας σειράς στελεχών της COSATU για την ανάγκη αποχώρησης της οργάνωσης από την ITUC και προσχώρησης στην ΠΣΟ, ο Vavi παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα από τον «Αριστερισμό» του Λένιν για να στηρίξει την άποψή του ότι «θα ήταν αντι-μαρξιστικό να βαθύνουμε τον τεμαχισμό και τις διαιρέσεις την κρίσιμη αυτή στιγμή», «θα αποτελούσε θανάσιμο λάθος να εγκαταλείψουμε τις γραμμές της πλειοψηφίας των εργατών και να αυτοαπομονωθούμε αποκλειστικά στη βάση των κοινών ιδεολογικών βάσεων και της κοινής ιστορίας»7.

Πέρα από την πραγματική ουσία των λενινιστικών αντιλήψεων για τη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα, που θα αναλυθούν στη συνέχεια του άρθρου, έχει σημασία να τονίσουμε προκαταβολικά δύο πλευρές: α) Ο Λένιν, τα κείμενα του οποίου επικαλείται ο ίδιος ο Vavi, την ίδια χρονική περίοδο που ασκούσε δριμύτατη κριτική στις αριστερίστικες αντιλήψεις για γενικευμένη εγκατάλειψη των ρεφορμιστικών συνδικάτων, έπαιξε καθοδηγητικό ρόλο στη δημιουργία της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (RILU - Προφιντέρν) ως πόλου συσπείρωσης όλων των επαναστατικών δυνάμεων στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα, σε αντιπαράθεση με τη ρεφορμιστική συνδικαλιστική Διεθνή του Άμστερνταμ. β) Η ίδια η ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και του εργατικού κινήματος στη Νότια Αφρική, αναγκάζει τον Vavi, στο κλείσιμο της ομιλίας του, να παραδεχτεί ότι «δεν ενθαρρύνουμε διασπάσεις, παρόλο που ορισμένες ιστορικές συγκυρίες έκαναν αναγκαία την αποχώρηση από αντιδραστικούς σχηματισμούς που δεν προωθούσαν τα συμφέροντα των εργατών και που είχαν δημιουργηθεί για να περιορίζουν την εργατική πάλη»8.

Η λαθροχειρία όλων των παραπάνω, ανεξάρτητα από πολιτική απόχρωση, είναι ότι αποσπούν με αντιδιαλεκτικό τρόπο τα γραπτά του Λένιν και τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) στο εργατικό κίνημα από τις ιστορικές συνθήκες της περιόδου και τα αντίστοιχα καθήκοντα που αυτές επέβαλλαν και τα μεταφέρουν αυτούσια στο σήμερα ως καθοδηγητικές αρχές του κινήματος. Γι’ αυτό, παρακολουθώντας τη διαμόρφωση της τακτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στα χρόνια 1919-1922, πρέπει να κρατάμε σταθερά το νήμα της ιστορικότητας στην ανάλυσή μας. Ένα αδρό σκιαγράφημα της περιόδου δείχνει τις ακόλουθες βασικές τάσεις:

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918) ξεσκέπασε τον οπορτουνισμό των ηγεσιών των βασικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και τις οδήγησε στην ανοιχτή προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης και στη συμπόρευση με τη «δική τους» αστική τάξη. Η νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και η δημιουργία της Κομμουνιστικής Διεθνούς δημιούργησαν ένα αναγκαίο επαναστατικό κέντρο για την καθοδήγηση του παγκόσμιου κινήματος. Ο αντίκτυπος του Οκτώβρη και τα απίστευτα βάσανα του πολέμου οδήγησαν σε έντονο αναβρασμό στις γραμμές της εργατικής τάξης, που εκφράστηκε και με τα επαναστατικά γεγονότα σε μια σειρά χώρες (Γερμανία, Ουγγαρία, Ιταλία κτλ.). Ταυτόχρονα, όμως, μεγάλες εργατικές μάζες βρίσκονταν ακόμα εγκλωβισμένες στις γραμμές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, παρόλο που στο επίπεδο του κινήματος πάλευαν συχνά πλάι-πλάι με τους κομμουνιστές, ακόμα και ένοπλα. Την ίδια στιγμή, η διαδικασία ξεχωρίσματος «της ήρας από το στάρι», των επαναστατών από τους ρεφορμιστές, δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί: Σε μια σειρά χώρες εμφανίζονταν κόμματα από διασπάσεις των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που δεν ενσωματώνονταν στα κομμουνιστικά, αλλά στέκονταν με θετικό τρόπο απέναντι στην Κομμουνιστική Διεθνή και ακολουθούσαν γραμμή σύγκρουσης με την αστική τάξη στο κίνημα (χαρακτηριστικά παραδείγματα το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας9 και το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα10). Σε τέτοιες πολύπλοκες ιστορικές συνθήκες, η καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με πρωτεργάτη τον Λένιν, διαμόρφωνε και τη γραμμή της σχετικά με το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, με σταθερό στόχο να αποσπαστούν οι πλατιές μάζες της εργατικής τάξης από την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας και να κερδηθούν στην υπόθεση της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού.

 

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ «ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΜΟΣ, ΠΑΙΔΙΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ» ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ

Το έργο του Λένιν που χρησιμοποιείται κατά κόρον για να τεκμηριωθεί δήθεν η παραπάνω κριτική είναι, όπως ήδη αναφέραμε, το «Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού». Πρόκειται για έργο που γράφτηκε τον Απρίλη-Μάη του 1920 για το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλη-Αύγουστο του 1920) και δόθηκε σε όλους τους αντιπροσώπους του Συνεδρίου. Στόχος του ήταν να βοηθήσει τα πολύ νεαρά Κομμουνιστικά Κόμματα, που μόλις τότε δημιουργούνταν ή διαχωρίζονταν με σκληρές διασπάσεις από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, να προσανατολιστούν στο σωστό δρόμο της επαναστατικής πάλης, να αποφύγουν αριστερίστικες παρεκκλίσεις στη στρατηγική και την τακτική τους στο όνομα της αντιμετώπισης του δεξιού οπορτουνισμού.

Οι αριστερίστικες παρεκκλίσεις στα νεαρά Κομμουνιστικά Κόμματα αποτελούσαν ακόμα την εποχή εκείνη «ένα πολύ νεαρό ρεύμα που μόλις γεννιέται» και, υπό αυτήν την έννοια και σε αντίθεση με το δεξιό οπορτουνισμό, μπορούσε «κάτω από ορισμένες συνθήκες να γιατρευτεί εύκολα».11 Παρά το διαφορετικό βαθμό επικινδυνότητας, η αντιμετώπισή του αποτελούσε βασικό καθήκον και είναι για το λόγο αυτό που ο Λένιν αφιερώνει μια σχετικά εκτεταμένη μπροσούρα στο ζήτημα αυτό. Όπως τονίζει ο μεγάλος επαναστάτης ηγέτης, αν το πρώτο ιστορικό καθήκον έχει ήδη λυθεί (το τράβηγμα της συνειδητής πρωτοπορίας του προλεταριάτου με το μέρος της σοβιετικής εξουσίας και της δικτατορίας του προλεταριάτου), το δεύτερο καθήκον «που τώρα γίνεται άμεσο και συνίσταται στην ικανότητα να οδηγήσουμε τις μάζες σε μια καινούργια θέση που μπορεί να εξασφαλίσει τη νίκη της πρωτοπορίας στην επανάσταση […] δεν είναι δυνατό να το εκπληρώσουμε χωρίς να εξαλείψουμε τον αριστερό δογματισμό»12.

Τέτοιες αριστερίστικες-σεχταριστικές αντιλήψεις και διαθέσεις γνώρισαν την εποχή εκείνη διάδοση στη Γερμανία, την Αυστρία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ, την Ολλανδία και άλλες χώρες. Στη Γερμανία τα υπεραριστερά στοιχεία δημιούργησαν τον Απρίλη του 1920 ξεχωριστό «Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας» (ΚΕΚΓ - KAPD), το οποίο άρχισε σφοδρή επίθεση ενάντια στο ΚΚΓ για τις προσπάθειές του να βρει τρόπους να πλησιάσει τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες. Η ηγεσία του ΚΕΚΓ κατηγορούσε το ΚΚΓ για οπορτουνισμό, για το ότι επιδιώκει συνεργασία με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ υπεράσπισε την τακτική του ΚΚΓ.13 Έχει αξία να σημειώσουμε εδώ ότι αρκετοί εκπρόσωποι αριστερίστικων παρεκκλίσεων στα πρώτα χρόνια της ΚΔ (Ρουθ Φίσερ, Μάσλοφ, Τρεντ, Μπόρντιγκα και άλλοι) μέσα σε λίγα χρόνια διαχώρισαν τη θέση τους από την ΚΔ και την πολέμησαν, συντάχτηκαν σε αρκετές περιπτώσεις με τον τροτσκισμό, ενώ κάποιοι από αυτούς ολοκλήρωσαν τον κατήφορό τους παίζοντας έναν ανοιχτά αντεπαναστατικό ρόλο (π.χ. κατάθεση της Φίσερ στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων του Κογκρέσου των ΗΠΑ).

Στην μπροσούρα του ο Λένιν θέτει με διαλεκτικό-υλιστικό τρόπο το ζήτημα των αριστερίστικων παρεκκλίσεων στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος. Αναζητά την πηγή του αριστερισμού (όπως και κάθε οπορτουνισμού) πρώτα και κύρια στην ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας και στην αντανάκλασή της στις γραμμές του κινήματος. Έτσι γράφει: «Ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης (κοινωνικός τύπος που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσωπεύεται πολύ πλατιά και μαζικά), που στον καπιταλισμό υφίσταται μια μόνιμη καταπίεση και πολύ συχνά δοκιμάζει μια αφάνταστα απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα»14. Το φαινόμενο αυτό οξύνθηκε στις συνθήκες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και λόγω του ότι μάζες μικροαστών που καταστρέφονταν έμπαιναν στις γραμμές του προλεταριάτου, φέρνοντας μαζί τους το πνεύμα της μικροαστικής ανυπομονησίας.

Το πνεύμα αυτό βρήκε την αντανάκλασή του (κάτω από την επίδραση και της προδοσίας της Β΄ Διεθνούς, κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν, π.χ. στη Γερμανία) στις γραμμές των Κομμουνιστικών Κομμάτων σε αντιλήψεις που έτειναν να περιφρονούν και να αρνούνται τη μέχρι τότε συσσωρευμένη πείρα του εργατικού κινήματος: Αντιλήψεις για άρνηση συμμετοχής στα αστικά κοινοβούλια, για άρνηση συμμετοχής στα αντιδραστικά συνδικάτα, για άρνηση κάθε συμβιβασμού ως ζήτημα αρχών, αντιλήψεις που αντιπαρέθεταν το ΚΚ και την ηγεσία του στην εργατική τάξη. Ο Λένιν αντιμετώπισε διεξοδικά αυτές τις παρεκκλίσεις στο έργο του. Στο επίκεντρο της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης έθεσε, μ’ έναν έξοχα διαλεκτικό τρόπο, την ακόλουθη μεθοδολογική αρχή: «Το να αρνιέσαι τους συμβιβασμούς “από άποψη αρχών”, το να αρνιέσαι γενικά οποιονδήποτε συμβιβασμό, αποτελεί παιδαριωδία […] ο πολιτικός που θέλει να είναι ωφέλιμος στο επαναστατικό προλεταριάτο πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις εκείνων ακριβώς των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, που εκφράζουν οπορτουνισμό και προδοσία, και να κατευθύνει όλη τη δύναμη της κριτικής του […] ενάντια σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους συμβιβασμούς»15. Η μεθοδολογική αυτή αρχή αποτελεί και σήμερα μπούσουλα για να αντιμετωπίσουμε συγκεκριμένα ζητήματα τακτικής του εργατικού κινήματος.

Πώς αντιμετωπίζει ο Λένιν στον «Αριστερισμό» την αριστερίστικη αντίληψη που αρνούνταν τη συμμετοχή των επαναστατών εργατών στα αντιδραστικά (ρεφορμιστικά, «κίτρινα») συνδικάτα και πρόβαλλε τη δημιουργία ξεχωριστών «εργατικών ενώσεων»;

Χαρακτηρίζοντας ως γιγάντια πρόοδο της εργατικής τάξης στο αρχικό στάδιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού τη δημιουργία των συνδικάτων («τα πρώτα στοιχεία της ταξικής συνένωσης»), τονίζει ότι η εμφάνιση στο ιστορικό προσκήνιο του επαναστατικού Κόμματος του προλεταριάτου δεν μπορεί να σημαίνει παρά το ότι «τα συνδικάτα άρχισαν να δείχνουν αναπόφευκτα μερικά αντιδραστικά σημάδια, κάποια συντεχνιακή στενότητα, κάποια τάση προς την άρνηση της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κτλ.»16. Η σχετική αυτή αντιδραστικοποίηση των συνδικάτων δεν αναιρεί την αναγκαιότητα αλληλεπίδρασης συνδικάτων και Κόμματος στην πορεία επαναστατικής διαπαιδαγώγησης του προλεταριάτου (πριν και μετά από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας). Από εδώ προκύπτει και ο ρόλος των συνδικάτων ως «σχολείου του κομμουνισμού», που απαιτεί βέβαια την καθοδηγητική επίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος για τον ταξικό προσανατολισμό του κινήματος και για τη διαμόρφωση μιας πραγματικά επαναστατικής συνείδησης.

Η σχετική συντεχνιακή στενότητα των συνδικάτων αποτελεί, στις συνθήκες του καπιταλισμού, το καταρχήν αντικειμενικό υπόβαθρο για την εμφάνιση ρεφορμιστικών-οπορτουνιστικών τάσεων μέσα στις οργανώσεις αυτές της εργατικής τάξης. Στις ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού η εξαγορά από την αστική τάξη του στρώματος της εργατικής αριστοκρατίας17 οδηγεί νομοτελειακά στην εμφάνιση ενός ανάλογου γραφειοκρατικού στρώματος στις ηγετικές κορυφές των συνδικάτων. Το στρώμα αυτό συντηρεί και ενισχύει τον οπορτουνισμό, στην κατεύθυνση της ανοιχτής προδοσίας των εργατικών συμφερόντων. Ποια πρέπει να είναι η στάση των επαναστατών εργατών απέναντι στις συνδικαλιστικές αυτές ηγεσίες; Ανελέητος αγώνας, λέει ο Λένιν, «ως την πλήρη καταισχύνη και το διώξιμο από τα συνδικάτα όλων των αδιόρθωτων αρχηγών του οπορτουνισμού και του σοσιαλσοβινισμού»18. Ο Λένιν θέτει μάλιστα μια τέτοια έκβαση του αγώνα («σ’ έναν ορισμένο βαθμό») ως αναγκαία προϋπόθεση για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.

Η επιτυχία του επαναστατικού σκοπού της κατάκτησης της προλεταριακής εξουσίας αποτελεί λοιπόν τον κεντρικό άξονα της δράσης των κομμουνιστών στα συνδικάτα. Και μια που ο σκοπός αυτός απαιτεί το τράβηγμα της προλεταριακής μάζας, ο αγώνας ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν μπορεί παρά να διεξάγεται με τρόπο και με μεθόδους που σε κάθε δεδομένη συγκυρία απαντούν στις ανάγκες αυτού του τραβήγματος. Ο ρόλος των ρεφορμιστών συνδικαλιστών ηγετών ως «πρακτόρων της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα» προκαθορίζει την αναγκαιότητα της δουλειάς ΚΑΙ μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα. Σε αντίθετη περίπτωση, «να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα σημαίνει να εγκαταλείπεις τις λειψά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών».19

Είναι με αυτήν την έννοια που ο Λένιν θέτει το ζήτημα του «να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι οι μάζες» και όχι φυσικά με την έννοια της διαμόρφωσης κοινών πλαισίων πάλης κτλ. με τους ρεφορμιστές και οπορτουνιστές ηγέτες των συνδικάτων ή με την έννοια της συνδιοργάνωσης μαζί τους συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κτλ. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Λένιν γράφει τα παραπάνω σε μια χρονική στιγμή που τα βάσανα της οικονομικής κρίσης και του πολέμου, αλλά και το ξέσπασμα της Οκτωβριανής και άλλων προλεταριακών επαναστάσεων, έσπρωχναν εκατομμύρια προλετάριους στην αύξηση της συνειδητότητας και της τάσης για οργάνωση. Δίνει μάλιστα χαρακτηριστικά παραδείγματα στο έργο του από τη σημαντική αύξηση των συνδικαλισμένων εργατών στην Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Σε τέτοιες συνθήκες, το κάλεσμα των υπεραριστερών «έξω από τα συνδικάτα» και για δημιουργία «εργατικών ενώσεων», στις οποίες «η αναγνώριση της ταξικής πάλης, του σοβιετικού συστήματος και της δικτατορίας [του προλεταριάτου] είναι αρκετά για την προσχώρηση»20, θα αποτελούσε μεγάλη ζημιά για την επανάσταση. Τονίζει μάλιστα επιπρόσθετα ο Λένιν ότι η αναγκαιότητα της δουλειάς των επαναστατών εργατών και μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα οφείλει να είναι ανεξάρτητη από τα όποια απαγορευτικά μέτρα μπορεί να πάρει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία εναντίον τους με την αγαστή συνεργασία των μηχανισμών του αστικού κράτους. Η υπόμνηση του Λένιν για την παράνομη επαναστατική δουλειά στους τσαρικούς εργατικούς συλλόγους και η συσχέτισή της με την αναγκαιότητα ανάλογης δουλειάς στις συνθήκες της Δυτικής Ευρώπης αποκαλύπτει ότι η λενινιστική προσέγγιση για τη δουλειά στα συνδικάτα είναι πλήρως απαλλαγμένη από κάθε θεσμολαγνεία, σε πλήρη αντίστιξη με τις αντιλήψεις των οπορτουνιστών κριτικών του ΚΚΕ.

 

ΤΟ 2ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Οι λενινιστικές θέσεις για τη δουλειά των επαναστατών στα συνδικάτα βρήκαν την έκφρασή τους και στους «Όρους εισδοχής στην Κομμουνιστική Διεθνή», που ψηφίστηκαν από το 2ο Συνέδριό της (στις εργασίες του οποίου ο Λένιν έπαιξε κομβικό ρόλο). Στην 9η Θέση σημειώνεται η αναγκαιότητα κομμουνιστικής δουλειάς στα συνδικάτα με το σχηματισμό κομμουνιστικών πυρήνων «που με μια μακρόχρονη και επίμονη δουλειά πρέπει να κερδίσουν τα συνδικάτα για την υπόθεση του κομμουνισμού». Η 10η Θέση είναι εξόχως αποκαλυπτική και την παραθέτουμε ολόκληρη: «Το Κόμμα που ανήκει στην Κομμουνιστική Διεθνή είναι υποχρεωμένο να διεξάγει επίμονη πάλη ενάντια στην κίτρινη συνδικαλιστική “διεθνή” του Άμστερνταμ. Πρέπει να προπαγανδίζει επίμονα στους οργανωμένους στα συνδικάτα εργάτες την ιδέα πως είναι ανάγκη να ξεκόψουν από την κίτρινη διεθνή του Άμστερνταμ. Πρέπει να υποστηρίζει με όλα τα μέσα τη διαμορφούμενη διεθνή ένωση21 των κόκκινων συνδικάτων που πρόσκεινται στην Κομμουνιστική Διεθνή»22.

Η αναγκαιότητα πλήρους οργανωτικού διαχωρισμού σε διεθνές επίπεδο από τη ρεφορμιστική Διεθνή σηματοδοτήθηκε και στο Μανιφέστο προς τους εργάτες-μέλη των συνδικάτων σε όλες τις χώρες που υιοθέτησε το Συνέδριο. Εκεί «καλούνται όλοι οι εργάτες που υποστηρίζουν την κοινωνική επανάσταση και την προλεταριακή δικτατορία να παλέψουν σθεναρά για την ένταξη των συνδικάτων τους στο Διεθνές Συμβούλιο των Συνδικάτων που δημιουργήθηκε στη Μόσχα στις 15 Ιουλίου 1920 από τα συνδικάτα της Ρωσίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Γαλλίας, της Γεωργίας…»23. Σχετικά με την οργανωτική διάρθρωση του συνδικαλιστικού κινήματος σε κάθε χώρα, το ίδιο Μανιφέστο τόνιζε: «Η Κομμουνιστική Διεθνής δε θέλει να διασπάσει το συνδικαλιστικό κίνημα, δε στοχεύει σε κάτι τέτοιο, αλλά και δεν το φοβάται […] Τα συνδικάτα, όπως και οι άλλες εργατικές οργανώσεις, αποτελούν το μέσο για να επιτευχθεί ο στόχος, και όχι τον ίδιο το στόχο. Επομένως, ούτε η διάσπαση, ούτε η ενότητα αποτελούν κάτι το απόλυτο. Δεν είναι αναγκαίο να διασπαστούν τα συνδικάτα, αλλά είναι αναγκαίο να διωχτεί από αυτά η ομάδα των ηγετών που τα μετατρέπει σε όργανο των ιμπεριαλιστών»24.

Το ζήτημα των συνδικάτων και των εργοστασιακών επιτροπών συζητήθηκε και ως ξεχωριστό θέμα στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με εισηγητή εκ μέρους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ τον Ράντεκ.25 Έχει ενδιαφέρον να προσεχτεί ότι η εισήγηση αναφέρεται σε μια πλατιά διαδεδομένη αντίληψη στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος περί ξεπεράσματος του ρόλου των συνδικάτων, λόγω της ανοιχτής προδοσίας των ρεφορμιστών ηγετών στη διάρκεια του πολέμου και της ραγδαίας ανόδου της επαναστατικής πάλης. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι το ζήτημα των συνδικάτων δεν απασχόλησε στο ελάχιστο το ιδρυτικό συνέδριο του ΚΚ Γερμανίας (τέλη 1918). Ήταν τα απόνερα αυτής της αντίληψης που εξακολουθούσαν να εκφράζονται στο 2ο Συνέδριο στις απόψεις των αριστεριστών για πλήρη οργανωτικό διαχωρισμό από τους ρεφορμιστές στα συνδικάτα, σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία, όταν είχε αρχίσει μια μαζικοποίηση των συνδικάτων κάτω από το βάρος των οξυμένων προβλημάτων της εργατικής τάξης.

Στη βάση της γενικής αρχής ότι τα συνδικάτα, ως μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, αποτελούν τα πιο ικανά όργανα για να καθοδηγήσουν την πάλη της σε ένα πλατύ μέτωπο, η εισήγηση θέτει το ερώτημα: Είναι πρακτικά εφικτό να μεταμορφωθούν τα αντιδραστικά συνδικάτα σε όργανα της επανάστασης; Ο Ράντεκ παραδέχεται ότι, κατά τη διαμόρφωση των Θέσεων σχετικά με τα συνδικάτα για το 2ο Συνέδριο, βάρυνε πολύ η ρωσική και η γερμανική πείρα (π.χ. στη Γερμανία το μισό περίπου προλεταριάτο ήταν οργανωμένο στα συνδικάτα, που έτσι δεν αποτελούσαν μόνο όργανα της εργατικής αριστοκρατίας). Η κατάσταση όμως ήταν ριζικά διαφορετική σε άλλες χώρες. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα ήταν αποκομμένο από τις μεγάλες μάζες των εργατών και αντιπροσώπευε κυρίως την εργατική αριστοκρατία (το 80% των Αμερικανών εργατών ήταν ανοργάνωτο). «Επομένως, διατηρώντας τη γενική γραμμή των Θέσεων μας, πρέπει να καλέσουμε τους κομμουνιστές στην Αμερική και στην Αγγλία να υπολογίσουν την πιθανότητα και την αναγκαιότητα δημιουργίας νέων συνδικάτων […] έχουμε ένα πλατύ πεδίο ανοιχτό σε μας σε εκείνα τα επαγγέλματα όπου η εργατική αριστοκρατία απεμπόλησε το ρόλο του οργανωτή, δηλαδή στα πολλά επαγγέλματα των ανειδίκευτων εργατών»26.

Το καθήκον της δημιουργίας τέτοιων συνδικάτων έξω από τις γραμμές των «επίσημων» συνδικάτων δεν αναιρούσε, σύμφωνα με την εισήγηση, και την αναγκαιότητα της δουλειάς μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα για την κατάκτησή τους, για την ανατροπή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Δεν υπήρχε κανένας λόγος τακτικής που να ανάγκαζε τους Αμερικανούς κομμουνιστές, για παράδειγμα, να αρνούνται να μπουν στην AFL. Το καθήκον ήταν να δουλέψουν εκεί και να λειτουργήσουν ως ο ενοποιητικός παράγοντας ανάμεσα στις δυνάμεις που δρούσαν από τα έξω με τις δυνάμεις των Αμερικάνων εργατών που ήταν οργανωμένοι στην AFL. «Μπαίνουμε στα συνδικάτα, όχι για να τα συντηρήσουμε, αλλά για να δημιουργήσουμε συνοχή ανάμεσα στους εργάτες, στη βάση της οποίας μπορεί να διαμορφωθούν τα μεγάλα βιομηχανικά συνδικάτα της κοινωνικής επανάστασης. Το πιο σημαντικό ζήτημα είναι να συνδυάζουμε δύο πράγματα: Να είμαστε με τις μάζες και να βαδίζουμε μαζί τους, αλλά να μη μένουμε πίσω από τις μάζες»27.

Επιπλέον, οι κομμουνιστές ήταν υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν κάθε εμφανιζόμενη εργοστασιακή οργάνωση του προλεταριάτου (π.χ. εργοστασιακά συμβούλια και επιτροπές στη Γερμανία, shop stewards στην Αγγλία) που είχε στόχο να τσακίσει την παντοδυναμία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και που έθετε και πιο προωθημένα αιτήματα από αυτά των συνδικάτων (εργατικός έλεγχος στην παραγωγή, πάλη ενάντια στο οικονομικό χάος που φέρνει η κρίση του καπιταλισμού κτλ.). Χρειαζόταν να αντιπαρατεθούν στις αντεπαναστατικές προσπάθειες των ρεφορμιστών ηγετών να ενσωματώσουν αυτές τις οργανώσεις στον επίσημο συνδικαλιστικό μηχανισμό, με στόχο να τις αποτρέψουν από το να λειτουργήσουν, σε στιγμές κορύφωσης της πάλης, ως όργανα της επανάστασης.

Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε κάποιες από τις διαφωνίες που εκδηλώθηκαν πάνω στα ζητήματα αυτά κατά τη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε. Ο Louis Fraina28 (ΚΚ ΗΠΑ), συνεισηγητής της μειοψηφίας εκ μέρους της Επιτροπής για το συνδικαλιστικό ζήτημα, παρόλο που αναγνώρισε την αναγκαιότητα δουλειάς και μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα, διαφωνούσε στις μεθόδους και τους στόχους αυτής της δουλειάς. Γι’ αυτόν η συνδικαλιστική γραφειοκρατία ήταν πρακτικά απόρθητη, μια που στηριζόταν σε καταστατικές προβλέψεις, μακρές θητείες, κοινοβουλευτικά κόλπα και κατασταλτικά μέτρα. Χρειαζόταν να την πολεμήσει κανείς και από τα μέσα, αλλά δεν μπορούσε να την περιορίσει ουσιαστικά ή να την αποτελειώσει πριν την επανάσταση. Η επαναστατική δράση μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα έπρεπε να στοχεύει στη δημιουργία κομμουνιστικών ομάδων/φραξιών και στη διαμόρφωση ειδικών συνδικαλιστικών οργανώσεων (shop stewards, επιτροπές) που θα δουλεύουν μέσα και έξω από τα συνδικάτα και στις οποίες θα συμμετέχουν και μέλη των αντιδραστικών συνδικάτων.

Ο Nicola Bombacci29 (Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιταλίας) διέβλεπε στις Θέσεις για τα συνδικάτα έναν κίνδυνο αυτά να αντικαταστήσουν το Κόμμα. Τα συνδικάτα, κατά τη γνώμη του, δεν μπορούν να εκπληρώσουν επαναστατικές λειτουργίες. Γι’ αυτόν το ζήτημα ήταν πάνω απ’ όλα να αντικατασταθούν οι οπορτουνιστές ηγέτες από κομμουνιστές, χωρίς να αποδίδεται στα συνδικάτα πολιτικός ρόλος.

Οι «Θέσεις για το συνδικαλιστικό κίνημα, τις εργοστασιακές επιτροπές και την Τρίτη Διεθνή»30 ψηφίστηκαν στο Συνέδριο με 64 ψήφους υπέρ και 13 αποχές (βασικά η αγγλική και αμερικανική αντιπροσωπία, που φαίνεται ότι έδιναν πολύ μεγαλύτερη σημασία στη δουλειά των κομμουνιστών έξω από τα αντιδραστικά συνδικάτα – δες και τα λεγόμενα του Fraina παραπάνω). Είναι σημαντικό να εξετάσουμε πώς το ζήτημα της δουλειάς στα αντιδραστικά συνδικάτα τοποθετείται στις Θέσεις, που αποτελούσαν και επίσημη απόφαση του Συνεδρίου της Διεθνούς.

Οι Θέσεις σημειώνουν καταρχάς ότι τα συνδικάτα τα οποία περιελάμβαναν κυρίως τους ειδικευμένους, καλύτερα πληρωνόμενους εργάτες και περιορίζονταν από συντεχνιακή στενότητα και από ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό αποκομμένο από τις μάζες πρόδωσαν τον καιρό του πολέμου όχι μόνο την υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, αλλά ακόμα και την πάλη για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Μετατράπηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις σε κομμάτι του στρατιωτικού μηχανισμού της αστικής τάξης. Το μεταπολεμικό τράβηγμα μεγάλων μαζών του προλεταριάτου στην πάλη ενάντια στον καπιταλισμό εκφραζόταν και με μια μαζική εισροή τους στα συνδικάτα. Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες τα συνδικάτα μετατρέπονταν σε οργανώσεις των βασικών μαζών του προλεταριάτου, και όχι μόνο των προωθημένων στοιχείων του. Από τη μεριά της «η παλιά συνδικαλιστική γραφειοκρατία πασχίζει σε πολλές περιπτώσεις να διατηρήσει τα συνδικάτα ως οργανώσεις της εργατικής αριστοκρατίας […] να αντικαταστήσει τη μέθοδο της απεργίας, που αποκτά όλο και περισσότερο το χαρακτήρα ενός επαναστατικού πολέμου μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου, με την πολιτική των συμβιβασμών με τους καπιταλιστές και των μακρόχρονων συμβάσεων».

Λαμβάνοντας υπόψη την ορμητική είσοδο των εργατικών μαζών στα συνδικάτα και τον αντικειμενικά επαναστατικό χαρακτήρα της οικονομικής πάλης που διεξήγαγαν οι μάζες, παρά τις προσπάθειες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, οι Θέσεις σημειώνουν ότι οι κομμουνιστές πρέπει να μπαίνουν σε αυτά τα συνδικάτα σε όλες τις χώρες, με στόχο να τα μετατρέψουν σε αποτελεσματικά όργανα πάλης για το τσάκισμα του καπιταλισμού και για τον κομμουνισμό. Τονίζουν ότι πρέπει να πρωτοστατούν στη δημιουργία συνδικάτων εκεί που αυτά δεν υπάρχουν, αλλά ότι «όλες οι εθελοντικές αποχωρήσεις από το βιομηχανικό κίνημα, κάθε τεχνητή προσπάθεια να δημιουργηθούν ξεχωριστά συνδικάτα, χωρίς να υπάρχει εξαναγκασμός από ασυνήθιστα βίαιες ενέργειες από μεριάς της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας […] συνιστούν ένα μεγάλο κίνδυνο για το κομμουνιστικό κίνημα». Μόνο μέσα από την εμπειρία της πάλης μπορούν οι εργάτες να πειστούν για την ανάγκη να διώξουν από τα συνδικάτα τους οπορτουνιστές ηγέτες.

Η θέση όμως αυτή της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν πρέπει να εκληφθεί αποκομμένη από τα όσα λέγονται αμέσως μετά στη Θέση 5: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι οι στόχοι και η ουσία των συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εξωτερική μορφή που παίρνουν, και γι’ αυτό δεν πρέπει να διστάζουν μπροστά στη διάσπαση τέτοιων οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα σήμαινε την εγκατάλειψη της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα συνδικάτα και της προσπάθειας να τα μετατρέψουν σε όργανα του επαναστατικού αγώνα και να οργανώσουν τα τμήματα του προλεταριάτου που υφίστανται τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Αλλά ακόμα και αν μια τέτοια διάσπαση γίνει απαραίτητη, πρέπει να συντελείται μόνο τότε, όταν οι κομμουνιστές έχουν πετύχει να πείσουν τις πλατιές εργατικές μάζες, μέσα από ανειρήνευτη πάλη με τους οπορτουνιστές ηγέτες και την τακτική τους και μέσα από την πιο ενεργητική συμμετοχή στην οικονομική πάλη των πλατιών εργατικών μαζών, ότι η διάσπαση πραγματοποιείται όχι για χάρη κάποιων μακρινών επαναστατικών στόχων που οι μάζες δεν καταλαβαίνουν ακόμα, αλλά για χάρη των άμεσων και συγκεκριμένων συμφερόντων της εργατικής τάξης για την ανάπτυξη της οικονομικής της πάλης».

Πώς όμως έπρεπε να αντιμετωπιστεί η οργανωτική διάσπαση του εργατικού κινήματος όπου αυτή έχει ήδη συντελεστεί; Στο σημείο 6 των Θέσεων του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ γράφεται: «Όπου έχει ήδη συμβεί μια διάσπαση ανάμεσα στους οπορτουνιστές και το επαναστατικό συνδικαλιστικό κίνημα […] εκεί οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίξουν τα επαναστατικά συνδικάτα και να τα βοηθήσουν να ξεπεράσουν τις συνδικαλίστικες προλήψεις τους και να υιοθετήσουν έναν κομμουνιστικό προσανατολισμό […] Όπου δημιουργούνται οργανώσεις, είτε μέσα είτε έξω από τα συνδικάτα, όπως οι εργοστασιακές επιτροπές, που αγωνίζονται ενάντια στις αντεπαναστατικές τάσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και υποστηρίζουν την αυθόρμητη άμεση δράση του προλεταριάτου, εκεί οι κομμουνιστές πρέπει αναμφισβήτητα να παρέχουν την πιο ενεργητική υποστήριξη».

Γίνεται καθαρό από τα παραπάνω ότι η Κομμουνιστική Διεθνής δεν αντιμετωπίζει ως φετίχ την παραμονή στα αντιδραστικά συνδικάτα. Από την άλλη, θέτει συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις για μια πιθανή διάσπαση. Η διαλεκτική αυτή προσέγγιση του ζητήματος αποτελεί εφαρμογή της λενινιστικής αρχής που σημειώσαμε παραπάνω –ότι η δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα οφείλει σε κάθε περίπτωση να υποτάσσεται στην επιτυχία του επαναστατικού σκοπού για την κατάκτηση της προλεταριακής εξουσίας. Γι’ αυτό και οι κομμουνιστές «πρέπει να πασχίζουν να δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενότητα μεταξύ των συνδικάτων και του Κομμουνιστικού Κόμματος και να υποτάξουν τα συνδικάτα στο Κόμμα».

 

ΤΟ 3ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Ιούνης-Ιούλης 1921) επαναβεβαίωσε τις θεωρητικές αρχές και αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου σχετικά με το ζήτημα των συνδικάτων. Η εισήγηση του Ζινόβιεφ για το ζήτημα των συνδικάτων σημείωνε ότι τα ΚΚ δε διέθεταν ακόμα αρκετή δύναμη στο συνδικαλιστικό κίνημα και τόνιζε την αναγκαιότητα «να επιδείξουμε πολύ περισσότερη προσοχή στο συνδικαλιστικό κίνημα απ’ ό,τι έχουμε κάνει ως τώρα, να προσπαθήσουμε με όλα τα μέσα να κερδίσουμε την πλειοψηφία στα συνδικάτα»31. Προσδιόριζε ως εξής τη σχέση του Κόμματος με τα συνδικάτα: Επίμονος, μακρόχρονος αγώνας για την αύξηση της επιρροής του Κόμματος, οργάνωση των κομμουνιστικών στοιχείων, συμμετοχή σε όλα τα καθημερινά προβλήματα, καμία μηχανιστική υποταγή.

Εξετάζοντας το ζήτημα της σχέσης της ΚΔ με τη διαμορφούμενη Κόκκινη Διεθνή των Συνδικάτων, η εισήγηση έθετε την αναγκαιότητα μιας ορισμένης αυτοτέλειας της τελευταίας, στη βάση της ποικιλίας και της διαφορετικότητας του εργατικού κινήματος σ’ όλο τον κόσμο. Ο στόχος δεν ήταν να δημιουργηθούν δύο τελείως διαφορετικές Διεθνείς, αλλά «να παραμείνει η πολιτική καθοδήγηση, να συζητάμε καθημερινά, να έχουμε αμοιβαία εκπροσώπηση, να βοηθάμε σε κάθε βήμα η μια την άλλη για να ξεπεράσουμε τις αδυναμίες του κινήματος».

Στη συζήτηση του ζητήματος επανήλθαν σε περιορισμένη έκταση οι υπεραριστερές φωνές για την ανάγκη πλήρους διαχωρισμού από τα παλιά συνδικάτα. Έτσι ο Bergman (ΚΕΚΓ/KAPD32), χαρακτηρίζοντας τα παλιά συνδικάτα ως κρατικό μηχανισμό εξαπάτησης, ανέφερε ότι τόσο το κόμμα του όσο και οι Shop Stewards33 στην Αγγλία, οι ΙWW34 στις ΗΠΑ, αλλά και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Ιταλία «δεν πιστεύουν ότι με την κατάκτηση των αντεπαναστατικών συνδικάτων μπορούμε να τα μετατρέψουμε σε εργαλεία της επανάστασης, ότι μπορούμε έτσι να επαναστατικοποιήσουμε εργατικές μάζες»35.

Η λύση για τους κομμουνιστές πρέπει να είναι η διάλυση των συνδικάτων και το χτίσιμο νέων οργανώσεων, πρώτα και κύρια στα εργοστάσια (εργοστασιακές επιτροπές, συμβούλια), οργανώσεις που θα είναι ταυτόχρονα όργανα ανατροπής του καπιταλισμού. «Δεν μπορεί η συγκεντροποίηση από τα πάνω να αποτελεί τη βάση σχηματισμού των συνδικάτων».

(Έχει σημασία να σημειώσουμε την απάντηση που δίνει στον Bergman σχετικά με το χαρακτήρα των Shop Stewards ο Άγγλος Bell: «Αυτό το κίνημα δε σκέφτηκε να ιδρύσει ξεχωριστές συνδικαλιστικές ενώσεις, όπως σκέφτονται τώρα οι σύντροφοί μας από το ΚΕΚΓ. Επιδίωκε κάτι τελείως διαφορετικό: Ήθελε να κάνει συνείδηση στους εργάτες την ιδέα και την αρχή της αναγκαιότητας του εργατικού ελέγχου του εργοστασίου. Κάναμε αυτό το κίνημα για να προωθήσουμε στις συνδικαλιστικές ενώσεις την αρχή αυτή, για να τις αναγκάσουμε σε ενεργητική συμμετοχή στον επαναστατικό αγώνα»36).

Οι «Θέσεις σχετικά με την ΚΔ και την Κόκκινη Διεθνή των Συνδικάτων» που υιοθετήθηκαν από το 3ο Συνέδριο επαναλαμβάνουν ότι «οι κομμουνιστές οφείλουν να εξηγούν στους προλετάριους ότι η σωτηρία δε θα έρθει με την εγκατάλειψη των παλιών συνδικάτων και την απουσία οργάνωσης, αλλά μέσα από την επαναστατικοποίηση των συνδικάτων, το ξεκαθάρισμά τους από το πνεύμα του ρεφορμισμού και από τους προδότες ρεφορμιστές ηγέτες και τη μεταμόρφωσή τους σε πραγματικά στηρίγματα του επαναστατικού προλεταριάτου»37. Η γενική αυτή αρχή για τη δουλειά των κομμουνιστών στα συνδικάτα βρήκε την αντανάκλασή της και στο πιο ειδικό «Πρόγραμμα Δράσης» που περιλαμβάνουν οι «Θέσεις» και όπου τονίζεται προληπτικά ότι «κάθε προσπάθεια να περιοριστούν οι εκλογές για τις εργοστασιακές επιτροπές σε μαζώξεις όμοια σκεπτόμενων συντρόφων, να περαστεί μια αποκλειστικά κομματική γραμμή και να αποκλειστούν έτσι οι πλατιές εργατικές μάζες από τις εκλογές πρέπει να καταδικαστεί κατηγορηματικά»38.

Η αναγκαία γραμμή πάλης των κομμουνιστών στα συνδικάτα αποτυπώθηκε και στις «Θέσεις για την τακτική»39 που ψηφίστηκαν στο Συνέδριο. Για την περίπτωση της Αγγλίας τονίζεται ότι: «Το ισχυρό απεργιακό κίνημα δοκιμάζει την ικανότητα, την αξιοπιστία, τη σταθερότητα και τη συνειδητότητα του μηχανισμού των συνδικάτων και των ηγετών τους μπροστά στα μάτια εκατοντάδων χιλιάδων και εκατομμυρίων εργατών. Σε αυτές τις συνθήκες, η δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα αποκτά καθοριστική σημασία. Καμία κομματική επιρροή από τα έξω δεν μπορεί να εξασκήσει έστω και ένα ελάχιστο κομμάτι της επίδρασης που εξασκεί η συνεχής καθημερινή δουλειά των κομμουνιστικών πυρήνων στα τμήματα των εργοστασίων, μέσα από το επίμονο ξεσκέπασμα και τη δυσφήμηση των προδοτών του συνδικαλισμού». Ενώ, με αφορμή την κατάσταση στη Γαλλία, σημειώνεται ότι: «Η ανάπτυξη της ενότητας του Κόμματος με τις μάζες σημαίνει πάνω απ’ όλα μια στενότερη συμμαχία με τις εργατικές οργανώσεις. Το καθήκον δε συνίσταται καθόλου στο να υποταχτούν τα συνδικάτα στο Κόμμα με μηχανιστικό και από τα έξω τρόπο, αποστερώντας τους έτσι την αυτονομία που απαιτείται από τη φύση της δουλειάς τους, αλλά στο να δοθεί στα συνδικάτα από τα πραγματικά επαναστατικά, κομμουνιστικά στοιχεία στις γραμμές τους μια τέτοια κατεύθυνση, που να απαντά στα γενικά συμφέροντα του προλεταριάτου στην πάλη του για την κατάκτηση της εξουσίας».

 

ΤΟ 1ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΙΝΤΕΡΝ

Παράλληλα σχεδόν με το 3ο Συνέδριο της ΚΔ, συγκλήθηκε στη Μόσχα και το 1ο (Ιδρυτικό) Συνέδριο της Κόκκινης Διεθνούς των Εργατικών Συνδικάτων (ΚΔΕΣ - RILU - Προφιντέρν), 11 μήνες μετά από τη δημιουργία του προσωρινού οργανωτικού της πυρήνα («Διεθνές Συμβούλιο Συνδικάτων»). Η σύνθεση του Συνεδρίου (380 αντιπρόσωποι από 41 χώρες) περιελάμβανε τόσο αντιπροσώπους από εθνικά συνδικαλιστικά κέντρα (π.χ. από Ρωσία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία) όσο και εκπροσώπους των επαναστατικών μειοψηφιών του συνδικαλιστικού κινήματος άλλων χωρών. Στόχος του Συνεδρίου και της Προφιντέρν ήταν να συνενώσει όλες εκείνες τις δυνάμεις στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα που υιοθετούσαν μια γραμμή αντιπαράθεσης και ρήξης με την αντιδραστική, ρεφορμιστική γραμμή ταξικής συνεργασίας στα συνδικάτα και έθεταν επαναστατικούς στόχους κατάργησης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Στα πρώτα βήματά της η προσπάθεια αυτή χαρακτηρίστηκε από μια ορισμένη αντιφατικότητα, καθώς στο εσωτερικό της Προφιντέρν συνυπήρχαν και δυνάμεις με καθαρά επαναστατικό προσανατολισμό (με τους κομμουνιστές να δίνουν την καθοδηγητική κατεύθυνση στην οργάνωση), αλλά και δυνάμεις αναρχοσυνδικαλιστικές, αριστερίστικες ή ακόμα και άλλες που δεν είχαν απαλλαγεί από τα κατάλοιπα της ρεφορμιστικής τακτικής. Η διαπάλη πάνω σε μια σειρά ζητήματα τακτικής του συνδικαλιστικού κινήματος αντανακλούσε τη σύνθεση αυτή της Προφιντέρν.

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη συχνά οξυμμένη διαπάλη με διάφορες αναρχο-συνδικαλιστικές (ή άλλες επαναστατικο-συνδικαλιστικές) αντιλήψεις40 που έλαβε χώρα στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Προφιντέρν και που εστίασε στην αναγκαιότητα ή μη μιας στενής σχέσης των συνδικάτων με τα Κομμουνιστικά Κόμματα, της Προφιντέρν με την Κομμουνιστική Διεθνή. Η διαπάλη αυτή, σημαντική για την παραπέρα πορεία ανάπτυξης του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, αξίζει να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης. Σημειώνουμε όμως μόνο πως η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα, πρώτα και κύρια η επικράτηση της προλεταριακής εξουσίας στη Ρωσία και ο ρόλος του Κομμουνιστικού Kόμματος σε αυτήν, ανάγκασαν δυνάμεις που πρόβαλλαν την αντίληψη ότι τα συνδικάτα επαρκούν για να πραγματοποιήσουν την κοινωνική επανάσταση να βάλουν αρκετό νερό στο κρασί τους. Η τελική Απόφαση του Συνεδρίου προέβλεπε ότι η Κόκκινη Διεθνής των Συνδικάτων θα αποτελούσε αυτόνομη ανεξάρτητη οργάνωση, που θα συντόνιζε στενά όμως τις δραστηριότητές της με αυτές της Κομμουνιστικής Διεθνούς, με αμοιβαία εκπροσώπηση της μιας Διεθνούς στα όργανα της άλλης.41

Στο ζήτημα της οργανωτικής σχέσης των επαναστατικών συνδικαλιστικών δυνάμεων με τα ρεφορμιστικά συνδικάτα η συζήτηση ανέδειξε για μία ακόμη φορά τη διαπάλη με τις αριστερίστικες και αναρχοσυνδικαλιστικές αντιλήψεις. Μια σειρά αντιπρόσωποι από γερμανικά συνδικάτα, οι αντιπρόσωποι της IWW και άλλοι πρόβαλαν την άποψη ότι τα παλιά συνδικάτα ήταν αντεπαναστατικές οργανώσεις και ότι κάθε προσπάθεια να τα επαναστατικοποιήσει κανείς θα συνιστούσε χάσιμο δυνάμεων. Η μεγάλη πλειοψηφία του συνεδρίου, περιλαμβανομένων και πολλών (αναρχο)συνδικαλιστών, απέρριψε αυτές τις αντιλήψεις. Πέρα από το γενικό ζήτημα της ανάγκης επαναστατικής δουλειάς μέσα στα παλιά συνδικάτα, η Προφιντέρν είχε να αντιμετωπίσει και μια σειρά επιμέρους πρακτικά οργανωτικά ζητήματα σε διάφορες χώρες, όπου συνδικαλιστικές δυνάμεις που δούλευαν σε επαναστατική κατεύθυνση είχαν ήδη διαχωριστεί, για μια σειρά λόγους, από τα παλιά συνδικάτα (π.χ. στην Ισπανία, όπου ήδη υπήρχε μια ξεχωριστή εθνική συνομοσπονδία που ανήκε στην Κόκκινη Διεθνή και, ταυτόχρονα, κομμουνιστικοί πυρήνες σε μια σειρά ρεφορμιστικά συνδικάτα).42 Στις περιπτώσεις αυτές ΔΕΝ έμπαινε ζήτημα διάλυσης των ξεχωριστών αυτών συνδικάτων που δρούσαν σε επαναστατική κατεύθυνση ή ενσωμάτωσής τους στα παλιά συνδικάτα.

Η κυρίαρχη αντίληψη στις γραμμές της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Προφιντέρν σχετικά με τη δουλειά των επαναστατών εργατών στα αντιδραστικά συνδικάτα αποτυπώθηκε και στην εκλαϊκευτική μπροσούρα του Λοζόφσκι «Πρόγραμμα Δράσης της Κόκκινης Διεθνούς των Εργατικών Συνδικάτων»43. Σε αυτήν τονίζονται τα ακόλουθα: «Η θεωρία της καταστροφής των [παλιών] συνδικάτων βασίζεται στην υπόθεση ότι τα ρεφορμιστικά συνδικάτα δεν έχουν καμία χρησιμότητα για τους εργάτες. Η ιδέα αυτή είναι αντίθετη με τα γεγονότα. Αν τα συνδικάτα δεν είχαν καμία αξία για την εργατική τάξη, δε θα μπορούσαν να προσελκύουν εκατομμύρια μέλη. Θα είχαν καταστραφεί από μόνα τους εδώ και καιρό […] Το να γυρίζαμε τις πλάτες μας στα συνδικάτα θα σήμαινε, στις σημερινές συνθήκες, ότι γυρίζουμε τις πλάτες μας στις μάζες. Το να υποστηρίζαμε την καταστροφή των συνδικάτων θα σήμαινε να προκαλέσουμε την αγανάκτηση των πλατιών μαζών που βλέπουν τα συνδικάτα ως υπερασπιστές των άμεσων συμφερόντων τους. Το να είναι κανείς επαναστάτης σημαίνει να πηγαίνει εκεί που είναι οι μάζες και να χαράζει μέσα στις μαζικές οργανώσεις την πορεία εκείνη που δείχνει τα πλεονεκτήματα της επαναστατικής τακτικής σε σχέση με τη ρεφορμιστική τακτική». Σύμφωνα με τον Λοζόφσκι, η θεωρία της καταστροφής των παλιών συνδικάτων όχι μόνο διακατέχεται από έναν πεσιμισμό για τις διαθέσεις των εργατικών μαζών, αλλά και υπερεκτιμά τη δύναμη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

 

1η ΠΛΑΤΙΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ Κομμουνιστικησ Διεθνουσ

Στη διάρκεια του 1922 η γραμμή για επαναστατική δουλειά και μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα ενσωματώθηκε στην τακτική του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης που διαμόρφωσε η Κομμουνιστική Διεθνής. Στην 1η Πλατιά Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ (Φλεβάρης-Μάρτης 1922) ο Λοζόφσκι, εισηγητής για το συνδικαλιστικό ζήτημα, σημείωσε την εμφάνιση μιας δεξιάς, λικβινταριστικής τάσης (Λεβί - KAG, Friesland στην ΚΕ του Γερμανικού Κόμματος) που υποστήριζε ότι η τακτική της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων για επαναστατική δουλειά μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα οδηγούσε σε διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος. Παράλληλα, υπήρχε και μια δεύτερη, πιο διστακτική και μεσοβέζικη τάση (σε Νορβηγία, Τσεχοσλοβακία) που διέκρινε σημάδια επαναστατικοποίησης της ρεφορμιστικής Διεθνούς του Άμστερνταμ, πράγμα που, αν συνεχιζόταν, θα καθιστούσε την Προφιντέρν περιττή. Πώς τίθεται, σύμφωνα με την εισήγηση, το ζήτημα του Ενιαίου Μετώπου στον τομέα της συνδικαλιστικής δουλειάς; «Κάναμε σε όλες τις χώρες ό,τι βρισκόταν στα πλαίσια των δικών μας δυνάμεων προκειμένου να διατηρήσουμε την ενότητα […] Λέμε στους ηγέτες του Άμστερνταμ: Είμαστε έτοιμοι να παραμείνουμε ως μειοψηφία σε όλες τις οργανώσεις, αλλά, όταν κατακτήσουμε την πλειοψηφία, δε σκεφτόμαστε να τις εγκαταλείψουμε σε χέρια άλλων»44.

Ο Μπράντλερ, συνεισηγητής για το συνδικαλιστικό ζήτημα, σημείωσε τον κίνδυνο η ενστικτώδης τάση για ενοποίηση της πάλης ενάντια στην εκμετάλλευση να οδηγήσει σε μια ενότητα χωρίς όρους. «Η ενότητα δεν μπορεί να είναι χρήσιμη παρά μόνο αν δείχνει καθαρά στην πλειοψηφία των εργατών ποιος είναι ο σωστός δρόμος»45. Τονίζεται ακόμα η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στη θέση για παραμονή των επαναστατών στις εθνικές συνδικαλιστικές οργανώσεις (που αποτρέπει την απομόνωση των επαναστατών από τις εργατικές μάζες) και τη θέση για διάσπαση με τη «Διεθνή» του Άμστερνταμ και δημιουργία της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων που, ενώνοντας τις επαναστατικές μάζες, αφαιρεί από την κλίκα των ηγετών του Άμστερνταμ τα μέσα διεθνούς δράσης χάρη στα οποία υπηρετούν την αστική τάξη. Η δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κέντρου σε διεθνές επίπεδο εξυπηρετεί το στόχο επαναστατικοποίησης των εθνικών συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η Απόφαση για το συνδικαλιστικό ζήτημα που ψήφισε η 1η Πλατιά Ολομέλεια της ΕΕΚΔ επαναβεβαίωσε ως ορθές τις αποφάσεις του 3ου Συνεδρίου για «κατάκτηση» των συνδικάτων. Εκτίμησε ότι οι συνθήκες στο διεθνές συνδικαλιστικό κίνημα ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές για μια τέτοια κατάκτηση. Σε περίπτωση κατάκτησης της πλειοψηφίας με την επαναστατική γραμμή, τίθεται ως «καθήκον των κομμουνιστών να παλεύουν για την προσχώρηση του εθνικού κέντρου στην Κόκκινη Διεθνή των Συνδικάτων». Εκεί όπου τα επαναστατικά στοιχεία αποτελούν μειοψηφία στα παλιά συνδικάτα, οι κομμουνιστές πρέπει να φροντίζουν ώστε αυτή η μειοψηφία, όσο μεγάλη και να είναι, να παραμένει στα υπάρχοντα συνδικάτα, ενώ η ένταξη αυτών των μειοψηφιών στην Προφιντέρν «δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ιδεολογική […] είναι μέσα από την εφαρμογή της τακτικής της ΚΔΣ που οι μειοψηφίες αυτές θα μπορούν να αποδείξουν την ένταξή τους στην ΚΔΣ». Η Απόφαση προειδοποιεί ότι σε κάθε περίπτωση οι κομμουνιστές δεν πρέπει «να ποντάρουν σε μια αριστερή στροφή των συνδικαλιστών ηγετών. Πρέπει να βασίζουν την τακτική τους στην αναπόφευκτη επαναστατικοποίηση των μαζών» και, αν όλα τ’ άλλα αποτύχουν, να παλεύουν για την υπεράσπιση των ζωτικών δικαιωμάτων της εργατικής τάξης «διαμέσου της ενιαίας δράσης [των εργατών] χωρίς τους ρεφορμιστές ηγέτες και παρακάμπτοντάς τους».46

 

ΤΟ 4ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ

Το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Νοέμβρης-Δεκέμβρης 1922) επανήλθε σε όλα τα φλέγοντα ζητήματα του συνδικαλιστικού κινήματος, ψηφίζοντας «Θέσεις για την κομμουνιστική δουλειά στα συνδικάτα»47. Οι «Θέσεις» εκτιμούν ότι το δίχρονο πριν την πραγματοποίηση του Συνεδρίου παρατηρήθηκε μια δραστική μείωση των οργανωμένων σε συνδικάτα εργατών, λόγω της έντασης της επίθεσης του κεφαλαίου και της αδυναμίας των ρεφορμιστικών συνδικάτων να υπερασπίσουν τα πιο στοιχειώδη δικαιώματα της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, οξύνθηκε η επίθεση των ρεφορμιστών ηγετών ενάντια στο επαναστατικό συνδικαλιστικό κίνημα, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, πράγμα που βρήκε την έκφρασή του και στο διώξιμο μεμονωμένων εργατών, ομάδων ή και ολόκληρων οργανώσεων από τα παλιά συνδικάτα. Στόχος των ρεφορμιστών ηγετών ήταν να μη χάσουν τον έλεγχο των συνδικάτων, ακόμα και αν αυτό οδηγούσε σε διάσπασή τους.

Από μια διαφορετική κατεύθυνση, από τη μεριά των αναρχικών και των «επαναστατών συνδικαλιστών», αναπτύχθηκε και μια επίθεση ενάντια στην Προφιντέρν και τους κομμουνιστικούς πυρήνες στα συνδικάτα, στο όνομα της ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού κινήματος από τα κόμματα. Το διώξιμο κομμουνιστών συνδικαλιστών από μια σειρά συνδικάτα που ελέγχονταν από αυτές τις δυνάμεις καταδείκνυε ότι το σύνθημα της ανεξαρτησίας «μεταμορφώθηκε σε ένα αντικομμουνιστικό, αντεπαναστατικό σύνθημα, που ταυτίζεται με το σύνθημα των ηγετών του Άμστερνταμ, που εφαρμόζουν την ίδια πολιτική κάτω από τη σημαία της ανεξαρτησίας»48 και της ουδετερότητας των συνδικάτων. Η ριζική αυτή στροφή των αναρχικών και των «επαναστατών συνδικαλιστών» ενάντια στην Κομιντέρν και την Προφιντέρν οδήγησε και σε διαφοροποιήσεις και συγκρούσεις στις γραμμές τους.

Ανεξάρτητα από την αγριότητα των διώξεων των κομμουνιστών από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, οι «Θέσεις» τονίζουν την αναγκαιότητα επιμονής των κομμουνιστών στην ανάγκη κατάκτησης των συνδικάτων από τα μέσα. «Μια διάσπαση στο συνδικαλιστικό κίνημα θα θέσει σε σημαντικό κίνδυνο το εργατικό κίνημα συνολικά, ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες […] ούτε ένα ρεφορμιστικό συνδικάτο δεν πρέπει να μείνει δίχως κομμουνιστική ζύμωση»49. Σε εκείνες τις χώρες όπου ήδη υπάρχουν δύο ξεχωριστά παράλληλα εθνικά κέντρα - συνομοσπονδίες (π.χ. Γαλλία, Ισπανία, Τσεχοσλοβακία), η Κομμουνιστική Διεθνής πρόβαλε (θέση 23) την αναγκαιότητα οι κομμουνιστές να διεξάγουν μια συστηματική πάλη για την ενοποίηση των παράλληλων συνδικαλιστικών κέντρων. Η διαφύλαξη της ενότητας ή η αποκατάσταση της διαταραγμένης ενότητας έπρεπε να επιτευχθεί μόνο πάνω στη βάση ενός πρακτικού προγράμματος δράσης σε κάθε χώρα και σε κάθε βιομηχανικό κλάδο. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι «Θέσεις» αναφέρονται αναλυτικά (θέσεις 25-30) στα μέτρα (προπαγανδιστικά, οργανωτικά, πολιτικά) που πρέπει να ληφθούν για την υπεράσπιση των κομμουνιστών συνδικαλιστών από διώξεις και διαγραφές ή για την επανεγγραφή τους στα συνδικάτα.

Στο 4o Συνέδριο έγινε εισήγηση με θέμα «Τα καθήκοντα των κομμουνιστών στα συνδικάτα» από τον Λοζόφσκι, επικεφαλής των σοβιετικών συνδικάτων και Γενικό Γραμματέα της Προφιντέρν.50 Η εισήγηση αυτή αποτέλεσε μια πιο αναλυτική έκθεση των «Θέσεων» που παρουσιάσαμε παραπάνω. Έχει σημασία να παρακολουθήσουμε το πώς η εισήγηση αναλύει το ρόλο του Κόμματος και των κομμουνιστών μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα. Καταρχάς τονίζεται ότι οι μέθοδοι δουλειάς για την κατάκτηση των συνδικάτων οφείλουν να διαφέρουν από χώρα σε χώρα, ανάλογα με τις ιστορικές παραδόσεις διαμόρφωσης των συνδικάτων και των Κομμουνιστικών Κομμάτων, τη σχετική δύναμη των μεν και των δε και άλλους παράγοντες. Π.χ. στη Βρετανία, όπου υπήρχε ένα συνδικαλιστικό κίνημα μεγάλων διαστάσεων, ισχυρή παράδοση ενάντια στο ρόλο της πολιτικής και ένα πολύ αδύναμο ΚΚ, ο στόχος δεν μπορούσε να περιορίζεται στη δημιουργία κομματικών πυρήνων, αλλά έπρεπε να επεκτείνεται στην αποκρυστάλλωση γύρω από αυτούς όλων των αντιπολιτευτικών στοιχείων των συνδικάτων. Σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, όπου υπήρχε ένα ισχυρό ΚΚ και πλατιά κομμουνιστική επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα, ο στόχος έπρεπε να είναι η οργανωτική αποκρυστάλλωση αυτής της επιρροής στις γραμμές του Κόμματος. Το σύνθημα της «κατάκτησης» των συνδικάτων δεν μπορούσε να περιορίζεται στην κατάκτηση της ηγεσίας αυτών των συνδικάτων, αλλά αφορούσε πρώτα και κύρια το ανέβασμα της κομμουνιστικής συνείδησης στις γραμμές των εργατών-μελών τους.

Στην περίπτωση της Γερμανίας, η εισήγηση σημειώνει επίσης μια λαθεμένη εφαρμογή της τακτικής για δουλειά μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα: Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας υποτιμούσε, στο όνομα της τακτικής αυτής, την αναγκαιότητα ενίσχυσης του «Συνδικάτου των Χειρωνακτών και Πνευματικά εργαζόμενων Εργατών» (συνδικάτο που δημιουργήθηκε από τους Σπαρτακιστές και διέθετε 150.000 μέλη, κυρίως στα ορυχεία). Σύμφωνα με τον Λοζόφσκι, «η λανθασμένη προσέγγιση του ζητήματος οφείλεται στην τάση να δουλεύουμε αποκλειστικά μέσα στα παλιά συνδικάτα και στην επιθυμία να ξεμπερδέψουμε με κάθε μορφή ανεξάρτητων οργανώσεων, ανεξάρτητα από τις συνθήκες»51.

Η εισήγηση κάνει εκτεταμένη αναφορά στην περίπτωση της Γαλλίας και στην παρέκκλιση ενός αριθμού Γάλλων κομμουνιστών (ήδη από την εποχή του Ιδρυτικού Συνεδρίου της Προφιντέρν) που τοποθετούνταν ενάντια στο ρόλο του Κόμματος στα συνδικάτα, στο όνομα των ιστορικών παραδόσεων του γαλλικού εργατικού κινήματος για ανεξαρτησία και αυτονομία. Κάνοντας συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, η εισήγηση σημειώνει ότι η παράδοση αυτή έλκει την καταγωγή της από την περίοδο του ακόμα ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος και τονίζει ότι, «όταν το σοσιαλιστικό κόμμα ήταν ένα ρεφορμιστικό κόμμα, η ανεξαρτησία [των συνδικάτων] από το σοσιαλιστικό κόμμα, σήμαινε ανεξαρτησία από τον οπορτουνισμό και το ρεφορμισμό. Κάθε κομμουνιστής πρέπει να παλεύει για μια τέτοια ανεξαρτησία»52. Η δημιουργία όμως του Κομμουνιστικού Κόμματος, της Κομιντέρν και της Προφιντέρν είχε πλέον ριζικά διαφοροποιήσει την κατάσταση και τα καθήκοντα των επαναστατών.

Στη συζήτηση που ακολούθησε για το ζήτημα, ο J. Lansing53 (ΗΠΑ) ανέφερε ότι το αμερικανικό συνδικαλιστικό κίνημα υπέφερε από το πνεύμα της διάσπασης, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αποσυρθούν από τα παλιά συνδικάτα κάποια από τα καλύτερα και πιο επαναστατικά στοιχεία. Η εμπειρία όμως έδειξε ότι τα καινούργια συνδικάτα που δημιουργήθηκαν «δεν κατάφεραν να συσπειρώσουν τις μάζες, ακόμα και στις βιομηχανίες που ήταν [συνδικαλιστικά] ανοργάνωτες»54. Ο Fritz Heckert55 (Γερμανία) έθεσε το ζήτημα μήπως η ξεχωριστή οργάνωση όσων εργατών θεληματικά έφευγαν από τα παλιά συνδικάτα ή διώχνονταν από αυτά συνιστούσε στην ουσία έμμεση συμμετοχή στη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος. Στο κλείσιμο της συζήτησης ο Λοζόφσκι, απαντώντας στον Heckert και φέρνοντας ως παράδειγμα το συνδικάτο εργατών γης της Γερμανίας που μέσα σε διάστημα 2 χρόνων είχε χάσει τα μισά περίπου μέλη, τόνισε ότι για τους μαρξιστές «η οργάνωση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός. Παλεύουμε για την ενότητα στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά δεν μπορούμε να θυσιάσουμε την οργάνωση εκατοντάδων χιλιάδων εργατών για χάρη αφηρημένων αρχών»56.

 

ΤΟ 2ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΙΝΤΕΡΝ

Οι βασικές αρχές για την πάλη των κομμουνιστών στα συνδικάτα που αποτύπωσε το 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπήκαν στη βάση των αποφάσεων και του 2ου Συνεδρίου της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων (19 Νοέμβρη - 2 Δεκέμβρη 1922). Η Απόφαση πάνω στα οργανωτικά ζητήματα της Προφιντέρν57 τόνιζε ότι όσο οξύνεται η πάλη μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου τόσο πιο καθαρός γίνεται ο σκοπός της επαναστατικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος και τα συνδικάτα «οφείλουν να μετασχηματιστούν από όργανα αυτοάμυνας απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα σε όργανα πάλης για την ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου». Πρόβαλε ως κεντρικό το σύνθημα: «Ούτε ένας εργάτης δεν πρέπει να μείνει έξω από τα συνδικάτα». Σε αυτήν την κατεύθυνση «είναι ιδιαίτερα αναγκαίο να διεξάγουμε πάλη ενάντια στη θεωρία για εγκατάλειψη των συνδικάτων εξαιτίας υποτιθέμενων επαναστατικών κινήτρων. Υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός αριθμός εργατών που πιστεύουν ότι η εγκατάλειψη των ρεφορμιστικών συνδικάτων είναι δείγμα της επαναστατικότητάς τους […] όσο επαναστάτες και να είναι οι άνθρωποι αυτοί στο πνεύμα […] στην καλύτερη των περιπτώσεων προβάλλουν την αδυναμία τους ως αρχή. Αν τα ρεφορμιστικά συνδικάτα δεν έχουν σωτηρία, τότε απαιτείται να εγκαταλείψουμε για την ώρα και την κοινωνική επανάσταση, γιατί χωρίς τους εργάτες που είναι οργανωμένοι στα συνδικάτα η κοινωνική επανάσταση είναι αδύνατη».58

Για τον καλύτερο συντονισμό της δράσης, τη στενή συνεργασία και τη συνεχή αλληλοϋποστήριξη στην πάλη ενάντια στο ρεφορμισμό και τον καπιταλισμό, η Απόφαση του 2ου Συνεδρίου προβάλλει την αναγκαιότητα «οι μειοψηφίες στα παλιά συνδικάτα και τα ανεξάρτητα επαναστατικά συνδικάτα [που έχουν ήδη διαμορφωθεί και δρουν σε μια σειρά χώρες] να δημιουργήσουν ένα Ενιαίο Συμβούλιο Δράσης»59. Π.χ. στην Αγγλία προτείνεται η σύγκληση μιας εθνικής συνδιάσκεψης της αντιπολίτευσης στα συνδικάτα και η δημιουργία ενός κεντρικού αρχηγείου/κέντρου (σημείο 30 της Απόφασης). Γίνεται φανερό ότι η Προφιντέρν δεν αποκλείει τη δημιουργία, και σε εθνικό επίπεδο, οργανωτικών σχημάτων έξω από την υπάρχουσα δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, εφόσον αυτά εξυπηρετούν την προώθηση της επαναστατικής δουλειάς στο συνδικαλιστικό κίνημα. Εκεί μάλιστα όπου έχουν ήδη δημιουργηθεί ξεχωριστά επαναστατικά συνδικαλιστικά κέντρα σε εθνική κλίμακα (π.χ. GCTU-Γαλλία, Τσεχοσλοβακία), μπαίνει το καθήκον να είναι αυτά που θα αποτελέσουν τα αποκλειστικά σημεία ενοποίησης όλου του προλεταριάτου.

Άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση της διαλεκτικής προσέγγισης που ακολουθούσε η Προφιντέρν στο ζήτημα της οργανωτικής ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος είναι αυτή των ΗΠΑ. Σημειώνει η Απόφαση ότι η γενικά σωστή αντίληψη ενάντια στη διάσπαση και υπέρ της κατάκτησης των συνδικάτων «δεν πρέπει να εξωθείται ως τον οργανωτικό φετιχισμό […] υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός οργανωμένων εργατών που δεν ανήκει στην AFL, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του αμερικανικού προλεταριάτου βρίσκεται έξω από κάθε οργάνωση»60.

Προέκταση της παραπάνω ευέλικτης τακτικής αποτελούσε και το σημείο της Απόφασης του 2ου Συνεδρίου που προέβλεπε τη μετεξέλιξη των Διεθνών Επιτροπών Προπαγάνδας ανά Βιομηχανία της Προφιντέρν. Οι Επιτροπές αυτές είχαν δημιουργηθεί με απόφαση του 1ου Συνεδρίου της Προφιντέρν με στόχο τη διεθνή συσπείρωση των επαναστατικών δυνάμεων ανά βιομηχανικό κλάδο (κατασκευές, μεταφορές, ορυχεία, μέταλλο κτλ.)61 και προβλεπόταν αρχικά να έχουν έναν προπαγανδιστικό/διαφωτιστικό ρόλο. Η άρνηση όμως της Διεθνούς του Άμστερνταμ να εγγράψει ως μέλη στις Διεθνείς Βιομηχανικές Γραμματείες της μια σειρά κλαδικές εθνικές ομοσπονδίες που ακολουθούσαν την επαναστατική γραμμή ή και η διαγραφή τέτοιων ομοσπονδιών (από την ΕΣΣΔ, αλλά και άλλες χώρες) οδήγησε στην απόφαση του 2ου Συνεδρίου να μετεξελιχτούν ουσιαστικά οι Επιτροπές Προπαγάνδας σε Διεθνείς (Κλαδικές) Ομοσπονδίες (θέση 46 της Απόφασης).

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στις σελίδες που προηγήθηκαν παρακολουθήσαμε τη διαμόρφωση της πολιτικής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος για τη δουλειά των κομμουνιστών και άλλων επαναστατών εργατών στα συνδικάτα την περίοδο 1920-1922. Πρόκειται για τα χρόνια που ο Β. Ι. Λένιν είχε ακόμα τον κεντρικό καθοδηγητικό ρόλο στη χάραξη της πολιτικής της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πριν η βαριά αρρώστια του τον οδηγήσει σε μια σχετική απόσυρση από τα τρέχοντα ζητήματα. Όπως τονίστηκε και εισαγωγικά, εστιάζουμε στα χρόνια αυτά, γιατί οπορτουνιστές διαφόρων αποχρώσεων επιχειρούν, χρησιμοποιώντας γραπτά του Λένιν και διαστρεβλώνοντάς τα, να χτυπήσουν τη σημερινή τακτική του ΚΚΕ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Η ιδιαίτερη σημασία αυτής της περιόδου έγκειται στο γεγονός ότι είναι μια περίοδος μεταβατική, όπου αλλάζει ο συσχετισμός των δυνάμεων: Από την επαναστατική άνοδο του 1917-1919 προς την υποχώρηση και μια μερική πολιτική σταθεροποίηση του καπιταλισμού στα αμέσως επόμενα χρόνια. Τα χρόνια που ακολούθησαν στην ιστορία της Κομιντέρν και της Προφιντέρν και η παρακολούθηση της γραμμής τους στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, που διαμορφώθηκε μέσα σε μεταβαλλόμενες συνθήκες με αντιφάσεις, αλλά και λαμπρές σελίδες ηρωισμού και θυσιών της εργατικής τάξης, δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

Βασικό μεθοδολογικό εργαλείο μελέτης του μαρξισμού-λενινισμού σε κάθε ξεχωριστό αντικείμενο αποτελεί η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Οι συνθήκες και οι ιστορικές συγκυρίες του 1920, όταν ο Λένιν γράφει τον «Αριστερισμό» και χαράζει την τακτική των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα, δεν μπορούν να μεταφέρονται αυτούσιες στο σήμερα και να θεωρούνται ως το αντικειμενικό υπόβαθρο για τη διαμόρφωση της αναγκαίας επαναστατικής τακτικής εν έτει 2015. Η αναγόρευση της επαναστατικής τακτικής σε ζήτημα διαχρονικών αρχών, πέρα από ιστορικό χρόνο και τόπο, αποτελεί σχηματοποίηση και διαστρέβλωση του διαλεκτικού υλισμού.

Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι επιμέρους πτυχές μιας τακτικής (ή ακόμα και μια τακτική στο σύνολό της) δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, που μπορεί να χωρίζονται μεταξύ τους και από μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η διαπίστωση όμως μιας τέτοιας ταύτισης απαιτεί αναλυτική τεκμηρίωση στη βάση των κάθε φορά αντικειμενικών συνθηκών. Έτσι, στην περίπτωση της τακτικής των κομμουνιστών στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα χρειάζεται να συνυπολογιστούν με αυστηρό τρόπο παράγοντες όπως το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης και της προλεταριακής συνείδησης, η πορεία εξέλιξης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και της διασύνδεσής της με τους μηχανισμούς του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών οργανισμών, ο μαζικός ή μη χαρακτήρας των συνδικαλιστικών οργανώσεων κτλ. Οι παράγοντες αυτοί έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με τα χρόνια 1920-1922, οδηγώντας στην αντιδραστικοποίηση των παλιών ρεφορμιστικών συνδικάτων, μέσα από την πολύχρονη διαβρωτική επίδραση κυβερνητικών και εργοδοτικών μηχανισμών (π.χ. οι σημερινές ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ).

Παρακολουθώντας τη διαμόρφωση της επαναστατικής τακτικής στο συνδικαλιστικό κίνημα, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε καταρχάς στις συγκεκριμένες συνθήκες της περιόδου. Αμέσως μετά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918), η αστική τάξη σε αρκετές από τις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις αναγκάστηκε, κάτω από την πίεση της Οκτωβριανής Επανάστασης και την άνοδο των επαναστατικών διαθέσεων στην εργατική τάξη ως αποτέλεσμα και των βασάνων του πολέμου και της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, να κάνει μια σειρά παραχωρήσεις (οκτάωρο, κάποια αύξηση μισθών κτλ.). Ο τακτικός αυτός ελιγμός σηματοδοτούσε μια ρεαλιστική προσαρμογή των αστικών τάξεων μπροστά στον κίνδυνο ανατροπής της εξουσίας τους (επαναστατικά γεγονότα στη Γερμανία και στην Ουγγαρία, κίνημα εργοστασιακών συμβουλίων στην Ιταλία κτλ.). Η γρήγορη όμως ανασυγκρότηση των δυνάμεων της αστικής τάξης, σε συνδυασμό με την αλλαγή της οικονομικής κατάστασης την άνοιξη του 1920, οδήγησαν σε μια αντιστροφή αυτής της κατεύθυνσης και σε μια ολομέτωπη επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη. Η επίθεση αυτή εκφράστηκε με δραστικές περικοπές μισθών, με απολύσεις και κλείσιμο εργοστασίων, με αναγκαστικές υπερωρίες, με πλατιά χρησιμοποίηση των κατασταλτικών και άλλων μηχανισμών του αστικού κράτους, αλλά και τη χρησιμοποίηση του σιδερένιου χεριού της άρχουσας τάξης, των φασιστικών και εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων.

Σε αυτές τις συνθήκες η συνδικαλιστική γραφειοκρατία έπαιξε ένα βρόμικο ρόλο προωθώντας τη λογική της ταξικής συνεργασίας, της ανάγκης κάποιων θυσιών από μεριάς της εργατικής τάξης «για να βγει η οικονομία από την κρίση». Η αναπόφευκτη αντίσταση των εργατών (που είχαν μαζικοποιήσει τα συνδικάτα αμέσως μετά από τον πόλεμο πετυχαίνοντας και τις κατακτήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω) στη ραγδαία χειροτέρευση των συνθηκών ζωής τους έθετε τους ρεφορμιστές ηγέτες μπροστά σε ένα σαφές δίλημμα: Είτε θα προσαρμόζονταν στη ριζοσπαστικοποίηση των εργατικών μαζών, χάνοντας έτσι τη χρησιμότητά τους για την αστική τάξη ως εντολοδόχοι της στο εργατικό κίνημα, είτε θα προωθούσαν μια πολιτική διάσπασης της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, διώχνοντας από τα συνδικάτα τους επαναστάτες εργάτες και τα ταξικά σωματεία. Η ιστορική πείρα έδειξε ότι οι ρεφορμιστές ηγέτες των συνδικάτων ακολούθησαν νομοτελειακά το δεύτερο δρόμο. Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου της εργατικής τάξης, πρόδρομο και πλευρά της οποίας αποτελεί στην ουσία και η τακτική της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα και του «κερδίσματός» τους, συνιστούσε την απάντηση των κομμάτων της εργατικής τάξης στη γενικευμένη και καλά σχεδιασμένη πολιτική της αστικής τάξης για διάσπαση των γραμμών του προλεταριάτου.

Με βάση την ανάλυση των ντοκουμέντων της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων, ποια είναι τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη λενινιστική τακτική για τη δουλειά στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, όπως αυτή διαμορφώθηκε την περίοδο 1920-1922;

1. Το ζήτημα της συμμετοχής ή μη των επαναστατών εργατών στα παλιά, ρεφορμιστικά συνδικάτα τέθηκε στο επίκεντρο της διαπάλης γιατί, «στα τέλη του 1918, το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα στο πρώτο συνέδριό του στη Χαϊδελβέργη αποφάσισε να καλέσει τους εργάτες να εγκαταλείψουν τα παλιά συνδικάτα και να δημιουργήσουν καινούργια. Ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης, δημιουργήθηκε στη Γερμανία ένα μικρό συνδικάτο που επιχείρησε να αντικαταστήσει τον πανίσχυρο οργανισμό του ρεφορμιστικού συνδικαλιστικού κινήματος που αγκάλιαζε περίπου δέκα εκατομμύρια μέλη»62.

2. Η παραμονή των επαναστατών εργατών μέσα στα ρεφορμιστικά συνδικάτα συνδέεται αναπόσπαστα, στις επεξεργασίες της ΚΔ, με την αναγκαιότητα μιας καθαρής γραμμής αντιπαράθεσης και ρήξης με τη γραμμή ταξικής συνεργασίας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και περιλαμβάνει την προβολή ενός επαναστατικού προγράμματος δράσης που δεν περιορίζεται στην απόκρουση της επίθεσης του κεφαλαίου. Αυτό το πρόγραμμα δράσης οι επαναστάτες εργάτες οφείλουν να προσπαθούν να το υλοποιήσουν στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις (εκλογή εργοστασιακών επιτροπών, δημιουργία ενιαίων συνδικάτων ανά βιομηχανία ανεξάρτητα επαγγέλματος κτλ.).

3. Η δουλειά των κομμουνιστών μέσα στα συνδικάτα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ζητήματα βελτίωσης των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά οφείλει να ανεβάζει και να ενώνει τις εργατικές μάζες «με στόχο να χτιστούν μαχητικά και σκληραγωγημένα έμπειρα συνδικάτα, για την ανατροπή της αστικής τάξης και την οργάνωση της δικτατορίας του προλεταριάτου»63.

4. Ο στόχος λοιπόν που εξυπηρετεί η παραμονή των κομμουνιστών στα ρεφορμιστικά συνδικάτα είναι η ανάπτυξη των αγωνιστικών δεσμών με τις εργατικές μάζες, προκειμένου να προωθηθεί ο επαναστατικός σκοπός της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτόν το στόχο οφείλει να εξυπηρετεί σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία η δουλειά των κομμουνιστών μέσα στη μια ή την άλλη συγκεκριμένη συνδικαλιστική οργανωτική δομή. Η αριστερίστικη άρνηση κάθε προσαρμογής στην τακτική ή, από την αντίστροφη μεριά, η αποδοχή μιας ολέθριας για την εργατική τάξη πολιτικής ουράς στο όνομα της «ενότητας» οδηγούν και οι δύο στην ακύρωση του επαναστατικού ρόλου του Κομμουνιστικού Κόμματος.

5. Η διαλεκτική αυτή προσέγγιση απέναντι στην οργανωτική δομή των παλιών, ρεφορμιστικών συνδικάτων αποτυπώνεται και στη Θέση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που τονίζει ότι «οι κομμουνιστές δεν πρέπει να διστάζουν μπροστά στη διάσπαση τέτοιων οργανώσεων, εάν η άρνηση να το κάνουν θα σήμαινε την εγκατάλειψη της επαναστατικής δουλειάς μέσα στα συνδικάτα»64. Βέβαια, η όποια διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος θεωρηθεί απαραίτητη για τον επαναστατικό σκοπό πρέπει να γίνεται κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και να μην εκφράζει την επιλογή εύκολων λύσεων αποφυγής της βασανιστικής δουλειάς μέσα στις πιο καθυστερημένες εργατικές μάζες.

6. Προκύπτει, επομένως, ως βασικό συμπέρασμα ότι η ενότητα των συνδικάτων και η συμμετοχή στα ρεφορμιστικά συνδικάτα ποτέ δεν αποτέλεσαν αυτοσκοπό, ζήτημα αιώνιας και απαρασάλευτης αρχής για τον Β. Ι. Λένιν και την Κομμουνιστική Διεθνή. Αυτό αποτυπώνεται με εξαιρετικά ανάγλυφο τρόπο στη θέση που υιοθέτησαν τα διάφορα σώματα και όργανα της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Προφιντέρν για υποστήριξη των επαναστατικών συνδικάτων εκεί που ήδη είχε επισυμβεί η διάσπαση και η μετατροπή τους –εάν επρόκειτο για συνομοσπονδίες– στους καθεαυτό εκπροσώπους όλου του προλεταριάτου της συγκεκριμένης χώρας. Εξάλλου, η ίδια η δημιουργία της Προφιντέρν, ως ξεχωριστού πόλου συνένωσης των επαναστατικών συνδικάτων και δυνάμεων σε διεθνή κλίμακα, φανερώνει την απουσία κάθε οργανωτικού φετιχισμού στη σκέψη της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος.

Η σημερινή προσπάθεια να προβληθεί, με επιλεκτικό και διαστρεβλωμένο τρόπο, η τακτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς τα χρόνια 1920-1922 ως αναγκαιότητα του κινήματος στον 21ο αιώνα συνιστά μια ξεκάθαρη προσπάθεια να ενσωματωθεί το εργατικό κίνημα στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης –στην περίπτωση της χώρας μας στην κυβερνητική διαχειριστική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Επιχειρεί συνειδητά να εξαπατήσει εργαζόμενα στρώματα με μικρή πείρα και περιορισμένες γνώσεις, αποκρύπτοντας τις αβυσσαλέα διαφορετικές συνθήκες μεταξύ των δύο ιστορικών περιόδων. Χρειάζεται να τονίσουμε για μια ακόμα φορά ότι τα εργατικά εκείνα κόμματα προς τα οποία κυρίως προσανατολιζόταν η ευέλικτη τακτική της ΚΔ την περίοδο 1920-1922 (π.χ. το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας ή το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα), παρά τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες τους, δεν είχαν, σε επίπεδο θέσεων και πρακτικής, καμία σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ ή με τα άλλα κόμματα του ΚΕΑ. Συμμετείχαν άμεσα στην ταξική πάλη στα εργοστάσια, συγκρούονταν με τους μηχανισμούς καταστολής του αστικού κράτους, πάλευαν από κοινού με τους κομμουνιστές. Ένα σημαντικό κομμάτι του στελεχικού δυναμικού τους βρίσκονταν με το ένα πόδι μέσα στην ΚΔ και με το άλλο έξω, με αποτέλεσμα το τράβηγμά τους στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος να μπορούσε να κατευθύνει ευρύτερες μάζες που ακόμα εγκλωβίζονταν στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας.

Η πορεία διαμόρφωσης της τακτικής του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος απέναντι στα αντιδραστικά, ρεφορμιστικά συνδικάτα αποκαλύπτει από μια ακόμα μεριά την αναγκαιότητα αυστηρής και μελετημένης υποταγής της τακτικής στη στρατηγική. Δεν πρόκειται για εύκολο ζήτημα, μια που προϋποθέτει τον ακριβή υπολογισμό του συσχετισμού των τάξεων, τον προσδιορισμό των αναγκαιοτήτων που θέτει η κάθε φορά συγκεκριμένη καμπή της ταξικής πάλης, τη βαθιά γνώση του επιπέδου συνειδητότητας της εργατικής τάξης και των πιο πρωτοπόρων τμημάτων της. Σε κάθε περίπτωση, η υποτίμηση της στρατηγικής, του ζητήματος της εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα για την προλεταριακή υπόθεση, σε μετατροπή των κομμουνιστών συνδικαλιστών σε ουρά της αστικής τάξης και των ρεφορμιστών ηγετών, πρακτόρων της στις γραμμές του συνδικαλιστικού κινήματος.

Καθορίζοντας τα καθήκοντα των κομμουνιστών για την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ για τη «δουλειά στην εργατική τάξη και στο συνδικαλιστικό κίνημα» σημείωνε συμπερασματικά: «Η δράση του Κόμματος ως πρωτοπορίας της εργατικής τάξης δεν ταυτίζεται με τη δράση των συνδικάτων, ούτε εξαντλείται στη στήριξη των συνδικάτων, αλλά έχει ως κύρια αποστολή την πολιτική και οργανωτική προετοιμασία των δυνάμεων της εργατικής τάξης για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Αυτή η αποστολή διασφαλίζεται μόνο με μια συνεχή ιδεολογική δουλειά πριν απ’ όλα στις γραμμές του Κόμματος, για να ενισχύεται ακριβώς αυτός ο ρόλος του στις γραμμές της εργατικής τάξης. Να ενώνει και να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη σε αυτήν την προοπτική. Η οργάνωσή της στα συνδικάτα ως ένα βαθμό εκφράζει αυτήν την πρόοδο. Ο πιο ασφαλής δείκτης είναι η αύξηση της οργανωμένης δύναμης του Κόμματος και της ΚΝΕ, η υιοθέτηση των ιδεών του σοσιαλισμού - κομμουνισμού […] Εκπληρώνοντας με συνέπεια αυτό το καθήκον, θα μπορεί να ανεβάζει και τον καθοδηγητικό του ρόλο στα συνδικάτα, να επιδρά στον προσανατολισμό τους, στη μαζικοποίησή τους, με σεβασμό στην αυτοτέλειά τους, στον τρόπο που λειτουργούν και παίρνουν αποφάσεις».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Βασίλης Όψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. «Για την αποχώρηση της ΔΑΣ από το 41ο Συνέδριο της ΠΟΕ-ΟΤΑ», http://www.askota.gr

2. Πρόκειται για τροτσκιστική ομαδούλα που λειτουργεί στο πλαίσιο του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ ως «κομμουνιστική τάση». Σε διεθνές επίπεδο πρόσκειται στην τροτσκιστική τάση «International Marxist Tendency» (Ted Grant, Alan Woods) και υποστηρίζει με θέρμη τις αντιλήψεις Τσάβεζ και άλλων για δημιουργία «Πέμπτης Διεθνούς».

3. «ΚΚΕ: Η συγκυρία απαιτεί λενινιστικές απαντήσεις», http://www.marxismos.com

4. Πρόκειται για blog μέσα από το οποίο διάφορα πρώην στελέχη του ΚΚΕ, ανώνυμοι ή με ψευδώνυμο αρθρογράφοι και άλλοι δημοσιολογούντες επιτίθενται στη στρατηγική του Κόμματος, εγκαλώντας το ότι έχει δήθεν εγκαταλείψει τις επεξεργασίες του 15ου Συνεδρίου. Για μια αναλυτική απάντηση στο βασικό κορμό της ψευδο-κριτικής αυτού του blog βλ. Χρήστου Μπαλωμένου: «Ο κυβερνητισμός στο “Εργατικό Αγώνα” και τη “Νέα Σπορά”», στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

5. «Η απώλεια των λενινιστικών χαρακτηριστικών του ΚΚΕ», www.ergatikosagwnas.gr

6. http://neaspora.blogspot.gr

7. «Keynote address to the COSATU International Policy Cofererence», http://www. cosatu.org.za

8. Σημειώνουμε παρενθετικά ότι ο Vavi, ο οποίος επιχειρεί να εμφανιστεί στο συγκεκριμένο ζήτημα ως συνεπής λενινιστής, σε άλλο σημείο της ομιλίας του προβάλλει την αναγκαιότητα «ιδεολογικής και οργανωτικής ανεξαρτησίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κοινωνικών κινημάτων και ενώσεων από κόμματα και κράτη» και καταδικάζει τη σοβιετική εμπειρία «όπου τα συνδικάτα ήταν απλά ιμάντες μεταβίβασης των λεγόμενων επαναστατικών κομμάτων» (θυμίζουμε ότι ήταν ο Λένιν που αναφέρθηκε στα συνδικάτα ως «ιμάντες μεταβίβασης» της δουλειάς της δικτατορίας του προλεταριάτου, βλ. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 42, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 206). Θέτει επιπλέον ως καθήκον της COSATU να στηρίξει το κάλεσμα του Τσάβεζ για τη δημιουργία μιας «Πέμπτης Σοσιαλιστικής Διεθνούς» που θα συσπειρώνει «αριστερά κόμματα και κινήματα». Άραγε αυτή η «Διεθνής» δε θα «βαθαίνει» την υπάρχουσα διάσπαση ή μήπως η ITUC θα συμμετέχει στις γραμμές της; Υποκρισία ή αυταπάτες;

9. Το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας (USPD) ιδρύθηκε το 1917 από στελέχη του SPD που αρνήθηκαν να ψηφίσουν τις πολεμικές πιστώσεις και διαγράφηκαν. Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της ύπαρξής του, στο ΑΣΚΓ ενσωματώθηκαν και οι Σπαρτακιστές (Λούξεμπουργκ, Λίμπκνεχτ, Τσέτκιν). Το ΑΣΚΓ συμμετείχε σε κυβέρνηση με το SPD κατά τη Γερμανική Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918, αλλά σύντομα αποχώρησε εξαιτίας της στάσης του SPD απέναντι στην εξέγερση του Βερολίνου. Συμμετείχε στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ (1920) και το συνέδριό του τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου ψήφισε την προσχώρηση του Κόμματος στην ΚΔ. Η απόφαση αυτή προκάλεσε τη διάσπαση του ΑΣΚΓ και την οργανωτική ένωση της αριστερής του πτέρυγας με το ΚΚΓ.

10. Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα αρνήθηκε να υποστηρίξει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση κράτησε θετική στάση απέναντι στη Σοβιετική Ρωσία, ενώ έγινε μέλος και της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας διαχωρίστηκε από τις γραμμές του ΙΣΚ στο συνέδριο του Λιβόρνο το 1921, μετά από την άρνηση της πλειοψηφίας (Σεράτι) να διαγράψει από τις γραμμές του ΙΣΚ τη ρεφορμιστική πτέρυγα (Τουράτι), όπως είχε απαιτήσει η ΚΔ. Η ρεφορμιστική πτέρυγα (Ματεότι) διαγράφηκε τελικά από τις γραμμές του ΙΣΚ τον Οκτώβρη του 1922. Το 1924 η αριστερή πτέρυγα του ΙΣΚ προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας.

11. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988,  σελ. 88.

12. Ό.π., σελ. 78.

13. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ: «Κομμουνιστική Διεθνής (Σύντομη ιστορική μελέτη)», Μόσχα, 1969, σελ. 69.

14. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, «εκδ. Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 14.

15. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, «εκδ. Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 20.

16. Ό.π., σελ. 33.

17. Για το ζήτημα, δες Μάκη Παπαδόπουλου: «Η κοινωνική ρίζα του οπορτουνισμού: Εργατική αριστοκρατία, διάσπαση της εργατικής ενότητας», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2008.

18. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 35.

19. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 36.

20. Θέσεις των προδρόμων του ΚΕΚΓ, όπως παρατίθενται στο Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 23.

21. Η Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνής (Προφιντέρν) διαμορφώθηκε οργανωτικά το 1921 και υπήρχε ως τα τέλη του 1937. Συνένωνε τα εθνικά συνδικαλιστικά κέντρα που δεν ανήκαν στη ρεφορμιστική διεθνή του Άμστερνταμ και τις αντιπολιτευτικές ομάδες και κατευθύνσεις μέσα στις ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές ενώσεις.

22. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 41, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 208.

23. Πρόκειται για την πρόδρομη οργάνωση της Προφιντέρν.

24. «The Communist International. Documents. 1919-1943», Jane Degras (ed.),  Routledge, 1971, σελ. 188-189. Δες και «Θέσεις, αποφάσεις και μανιφέστα των τεσσάρων πρώτων συνεδρίων της 3ης Διεθνούς», εκδ. «Εργατική Πάλη», 2007, σελ. 232.

25. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol. 2, 1991,  p. 590-605.

26. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol. 2, p. 590-605.

27. Ό.π.

28. Ο Louis Fraina ήταν ιδρυτικό μέλος του ΚΚ ΗΠΑ, στάλθηκε ως εκπρόσωπος της ΚΔ στο Μεξικό το 1920-1921 και εγκατέλειψε την ΚΔ το 1922. Υποστήριξε την μπουχαρινική ομάδα του Lovestone τη δεκαετία του 1930, ενώ το 1940 απαρνήθηκε το μαρξισμό.

29. Ο Nicola Bombacci υπήρξε στη συνέχεια ιδρυτικό μέλος του ΙΚΚ, μέλος της ΚΕ του από το 1921. Διαγράφτηκε το 1927 για υποστήριξη του φασισμού και εκτελέστηκε μαζί με τον Μουσολίνι.

30. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol. 2, σελ. 625-634.

31. «Protokoll der III. Kongresses der Kommunistischen Internationale», Verlag der Kommunistischen Internationale, Hamburg 1921, σελ. 678. Κατά την προπαρασκευή του Συνεδρίου ο Λένιν, σε γράμμα του προς τον Ζινόβιεφ, έγραφε για την τακτική της ΚΔ: «Σταθερά και συστηματικά να κατακτάς την πλειοψηφία της εργατικής τάξης και σε πρώτη σειρά μέσα στα παλιά συνδικάτα», Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 52, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988, σελ. 266.

32. Το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα Γερμανίας (KAPD) προήλθε από τη διάσπαση από το ΚΚ μιας υπεραριστερής πτέρυγας τον Οκτώβρη του 1919. Έγινε δεκτό ως συμπαθών τμήμα της ΚΔ το Νοέμβρη του 1920. Γρήγορα οδηγήθηκε στη φθορά και τη διάσπαση, με πολλά μέλη του να προσχωρούν στο ΚΚ Γερμανίας.

33. Κίνημα εκλεγμένων εκπροσώπων των εργατών στα εργοστάσια, που έως τις αρχές του 1917 διαμορφώθηκε σε εθνική οργάνωση. Ήταν αντίθετο στην επίσημη συνδικαλιστική ηγεσία στα ζητήματα των απεργιών και προωθούσε επαναστατικά αιτήματα. Υποχώρησε μετά από το 1918, αλλά πολλά δραστήρια μέλη του εντάχτηκαν στο ΚΚ.

34. Industrial Workers of the World (IWW): Συνδικαλιστικό κίνημα επαναστατικής κατεύθυνσης που δημιουργήθηκε το 1905 σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας. Απέρριπτε τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στην πολιτική πάλη και τη δουλειά μέσα στην Αμερικανική Συνομοσπονδία Εργασίας (AFL). Όπως έγραφε σε μπροσούρα του: «Ελπίζουμε να λύσουμε όλο το κοινωνικό ζήτημα στη βάση του βιομηχανικού συνδικαλισμού. Θέλουμε να οικοδομήσουμε βιομηχανικές ομοσπονδίες ως όργανα για την παραγωγή και τη διανομή. Τα κεντρικά συμβούλια αυτών των ομοσπονδιών θα λειτουργούν ως όργανα της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης … Από τη στιγμή που θα περιλάβουμε στο πρόγραμμά μας κάποιο πολιτικό κόμμα, κομμουνιστικό ή άλλο, τότε θα παρεκκλίνουμε από τις αρχές μας». Έδωσε, παρόλ’ αυτά, σκληρούς αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική εργοδοσία και τους μηχανισμούς της και γνώρισε άγριες διώξεις από το αστικό κράτος. Παρά την εκτίμηση του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ ότι συνιστούσαν «ένα γνήσια προλεταριακό κίνημα που στην πράξη συμφωνεί με τις βασικές αρχές της Διεθνούς», η πλειοψηφία των IWW απέρριψε την ένταξη στην ΚΔ το 1921. Η επιρροή τους υποχώρησε μετά και από την αποχώρηση από αυτούς των κομμουνιστών συνδικαλιστών.

35. «Protokoll der III. Kongresses der Kommunistischen Internationale», Verlag der Kommunistischen Internationale, Hamburg 1921, σελ. 723.

36. Ό.π., σελ. 876.

37. «The Communist International. Documents. 1919-1943», ed. Jane Degras, σελ. 277.

38. Ό.π., σελ. 279. Το «Πρόγραμμα Δράσης» υιοθετήθηκε ως κοινό ντοκουμέντο από το 3ο Συνέδριο της ΚΔ και από το ιδρυτικό Συνέδριο της Προφιντέρν που ακολούθησε.

39. «Theses and Resolutions adopted at the Third World Congress of the Communist International», The Contemporary Publishing Association, New York, 1921, σελ. 41, 45.

40. Οι «επαναστάτες συνδικαλιστές» και οι αναρχοσυνδικαλιστές αποτελούσαν μια σχετικά ισχυρή τάση (με ποικίλες αποχρώσεις) στο συνδικαλιστικό κίνημα της εποχής, που θεωρούσε ότι η εργατική τάξη διαμορφώνει την πρωτοπορία της με τη μορφή των συνδικάτων και ότι θα πραγματοποιήσει την κοινωνική επανάσταση διαμέσου των συνδικάτων. Ήταν, από άποψη αρχών, εχθρικοί στο ρόλο των Κομμουνιστικών Κομμάτων και στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

41. Η εισήγηση του Λοζόφσκι στο συνέδριο πρότεινε, εκ μέρους του 4ου Συνεδρίου των Συνδικάτων της Ρωσίας, την ύπαρξη μίας μόνο Διεθνούς, που θα συνένωνε πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές και άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης. Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε λόγω διαφωνιών αρκετών κομμουνιστών συνδικαλιστών από άλλες χώρες. Δες Lozovsky: «The first international congress of revolutionary trade unions», «The Communist International», No 18, October 1922, σελ. 177-186. Η τελική απόφαση του Συνεδρίου για αμοιβαία εκπροσώπηση («οργανική σύνδεση») στα όργανα μεταξύ Προφιντέρν και ΚΔ ακυρώθηκε από το 2ο Συνέδριο της πρώτης, κάτω από την πίεση της γαλλικής CGTU, όπου υπήρχαν ακόμα τότε ισχυρές επαναστατικο-συνδικαλίστικες τάσεις.

42. Lozovsky: «The first international congress of revolutionary trade unions», «The Communist International», No 18, October 1922, σελ. 177-186.

43. Κυκλοφόρησε το 1921. Για το πλήρες κείμενο, δες http://www.marxists.org

44. «Compte Rendu de la Conference de l’ Executif Elargi de l’ Internationale Communiste», Librairie de «L’ Humanite», Paris 1922, σελ. 181-182.

45. Ό.π., σελ. 188. Ο Heinrich Brandler υπήρξε συνδικαλιστής ηγέτης, ιδρυτικό μέλος των Σπαρτακιστών και αργότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Διετέλεσε Πρόεδρος του ΚΚΓ το διάστημα 1921-1923 και μέλος της ΕΕ της Κομμουνιστικής Διεθνούς από το 1922. Καθοδήγησε το Κόμμα στην αποτυχημένη συμμετοχή του το 1923 στις κυβερνήσεις συνεργασίας με τους σοσιαλδημοκράτες στη Σαξονία και τη Θουριγγία, ταλαντευόμενος ανάμεσα σε μια δεξιά κοινοβουλευτική ερμηνεία της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου και σε μια ανεδαφική υπεραισιοδοξία για την ετοιμότητα της εργατικής τάξης για επαναστατική δράση. Διαγράφτηκε από το ΚΚΓ το Δεκέμβρη του 1928 για φραξιονιστική δραστηριότητα.

46. «Compte Rendu de la Conference de l’ Executif Elargi de l’ Internationale Communiste», Librairie de «L’ Humanite», Paris 1922, σελ. 227-230, και «The Communist International. Documents. 1919-1943», Jane Degras (ed.), σελ. 320-322.

47. «Theses on Communist Work in the Trade Unions», στο «Resolutions and Theses of the Fourth Congress of the Communist International», έκδοση του ΚΚ Μ. Βρετανίας 1922.

48. Ό.π., σελ. 74. Στην επίθεση αυτή ενάντια στους κομμουνιστές εργάτες πρωτοστατούσαν αναρχοσυνδικαλιστές από την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία, αλλά και τμήματα των IWW (ΗΠΑ).

49. «Theses on Communist Work in the Trade Unions», στο «Resolutions and Theses of the Fourth Congress of the Communist International», έκδοση του ΚΚ Μ. Βρετανίας, 1922, σελ. 76-77.

50. «Bulletin of the IV Congress of the Communist International», Νο 16, Μόσχα, 27 Νοέμβρη 1922.

51. «Bulletin of the IV Congress of the Communist International», Νο 16, Μόσχα, 27 Νοέμβρη 1922, σελ. 11.

52. «Bulletin of the IV Congress of the Communist International», Νο 16, Μόσχα, 27 Νοέμβρη 1922,  σελ. 12.

53. Ο J. Lansing (ψευδώνυμο του Arne Swabeck) εκπροσωπούσε το Κόμμα Εργατών της Αμερικής (νόμιμη πτέρυγα του παράνομου ΚΚ) για 6 μήνες στην ΕΕ της ΚΔ. Εκλέχτηκε στην ΚΕ του ΚΚ ΗΠΑ το 1925 και διαγράφτηκε από το Κόμμα το 1928, γιατί συντάχτηκε με την τροτσκιστική «Αριστερή αντιπολίτευση».

54. «Bulletin of the IV Congress of the Communist International», Νο 16, Μόσχα, 27 Νοέμβρη 1922,  σελ. 25.

55. Ο F. Heckert ήταν ιδρυτικό μέλος του ΚΚ Γερμανίας και μέλος της ΚΕ του από το 1919. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στο γερμανικό συνδικαλιστικό κίνημα. Από το 1928 έως το 1935 ήταν αναπληρωματικό μέλος του Προεδρείου της ΕΕ της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

56. «Bulletin of the IV Congress of the Communist International», Νο 18, Μόσχα, 28 Νοέμβρη 1922,  σελ. 2.

57. «Θέσεις και Αποφάσεις του Δευτέρου Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς», εκδ. «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο», Αθήνα, 1923. Δες και http://www. marxists.org

58. Ό.π., σελ. 20.

59. «Θέσεις και Αποφάσεις του Δευτέρου Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς», εκδ. «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο», Αθήνα, 1923, σελ. 24.

60. Ό.π., σελ. 34.

61. Στην ουσία αποτελούν τους προδρόμους των σημερινών TUI της ΠΣΟ.

62. A. Losovsky: «The World’s Trade Union Movement», Trade Union Educational League, Chicago (1924), σελ. 83.

63. «Θέσεις και Αποφάσεις του Δευτέρου Συνεδρίου της Κόκκινης Επαγγελματικής Διεθνούς», εκδ. «Σοσιαλιστικό Βιβλιοπωλείο», Αθήνα, 1923. Δες και http://www. marxists.org (σημείο 7 της Απόφασης πάνω στην εισήγηση του Εκτελεστικού Γραφείου στο 2ο Συνέδριο).

64. «Proceedings and Documents of the Second Congress», Pathfinder Press, vol. 2, σελ. 625-634.