ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 1944

Η συμπλήρωση 70 χρόνων από την κρίσιμη ταξική σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944 δε θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τον αστικό Τύπο, που ξόδεψε σχετικά μπόλικο μελάνι, με πολυσέλιδα αφιερώματα, στην «Καθημερινή» («Κ»), το «Βήμα» («Β») κ.α.

Ακολούθως, η αναθεώρηση και διαστρέβλωση της Ιστορίας γύρω από το περιεχόμενο και τα γεγονότα του Δεκέμβρη, το ρόλο, τους σκοπούς και την πάλη του λαϊκού κινήματος (και βασικά του ΚΚΕ) αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση και έκταση, αγγίζοντας πολλές φορές τα όρια της χυδαίας αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Η διαστρέβλωση αυτή, που συντελείται με τη συνδρομή και υπό το επιστημονικοφανές προσωπείο μιας σειράς ακαδημαϊκών-ερευνητών, δεν έχει βεβαίως σκοπό μόνο τη συλλογική μνήμη του χτες, αλλά έχει και σαφή στόχευση στη λαϊκή συνείδηση στο σήμερα.

Τα 70χρονα όμως του Δεκέμβρη του 1944 βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και των δυνάμεων του φραξιονιστικού οπορτουνισμού («Νέα Σπορά», «Εργατικός Αγώνας»), που βρήκαν για μια ακόμη φορά αφορμή να βάλλουν κατά των διδαγμάτων που έχει αντλήσει το Κόμμα μας από την Ιστορία του, ειδικά στο κομβικό ζήτημα της στρατηγικής, τότε και τώρα.

 

 Α. ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΚΕ, ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΩΝ

Όλες λίγο-πολύ οι αστικές προσεγγίσεις σχετικά με τη στρατηγική του ΚΚΕ την επίμαχη περίοδο (1941-1944 και βεβαίως πολύ περισσότερο κατόπιν, το 1946-1949) συντείνουν στο εξής: Στρατηγικός στόχος του ΚΚΕ ήταν η «βίαιη-πραξικοπηματική» κατάληψη της εξουσίας. «Για ένα κομμουνιστικό κόμμα που έπαιρνε έμπνευση και καθοδήγηση από τη Μόσχα», τονίζει ο Γ. Ιατρίδης («Κ»), «το ύψιστο έπαθλο δεν μπορούσε παρά να είναι η μονοπώληση της εξουσίας».

Ως «ατράνταχτα πειστήρια» προς «απόδειξη» του παραπάνω ισχυρισμού αξιοποιούνται, κατά κανόνα, επιλεκτικά και αποσπασματικά στοιχεία, από μεταγενέστερες καταγραφές (π.χ., του Γ. Ιωαννίδη και του Γρ. Φαράκου), τα σχέδια του Θ. Μακρίδη ή του Α΄ ΣΣ του ΕΛΑΣ για την «κατάληψη της Αθήνας» κ.ο.κ. Κανείς βεβαίως δεν μπαίνει στον κόπο να ανατρέξει ή να παραθέσει –έστω και στο πλαίσιο μιας τυπικής «αντικειμενικότητας»– τα ντοκουμέντα του ίδιου του ΚΚΕ πάνω στο θέμα, τα οποία είναι ξεκάθαρα. Και γι’ αυτό όμως υπάρχει μια «απάντηση» από τη μεριά της αστικής ιστοριογραφίας: Το ΚΚΕ έκρυβε εκείνη την περίοδο τη στρατηγική του, άλλα έλεγε στα λόγια, άλλα όμως είχε σκοπό να κάνει. «Για ευνόητους λόγους», ισχυρίζεται σχετικά ο Σπ. Σφέτας («Κ»), «το ΚΚΕ απέφευγε μια συστηματική κομμουνιστική προπαγάνδα, παρόλο που τελικός στόχος παρέμενε η κατάληψη της εξουσίας μετά από την απελευθέρωση». Εμφανίζει μάλιστα το ΚΚΕ να δρα σε αντίθεση με το ΚΚ Γιουγκοσλαβίας, το οποίο «ταύτιζε» ανοιχτά την «αντίσταση κατά των Γερμανών» με «τη σοσιαλιστική επανάσταση».

Σε αντίθεση, όμως, εμφανίζεται να πορευόταν το ΚΚΕ και σε σχέση με το Γαλλικό και Ιταλικό ΚΚ (Ν. Μπάλτα - «Κ»), που επέλεξαν να ακολουθήσουν «την οδό της νομιμότητας και της συμμετοχής» στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους, συμβάλλοντας έτσι στην «αποκατάσταση της δημοκρατίας». «Ο ελληνικός εμφύλιος», σημειώνει η Μπάλτα, «είναι για τους Γάλλους και Ιταλούς κομμουνιστές ένα “μάθημα” που δικαιώνει την πολιτική τους».

Η «διαφοροποίηση» του ΚΚΕ ως προς τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας «δογματικής εμμονής» του για την εξουσία (ως προς αυτό μάλιστα αναπαράγεται κατά κόρον ο χαρακτηρισμός «σύνδρομο εξουσίας» του Γρ. Φαράκου), «πολιτικής τύφλωσης», «φιλοδοξίας», «ματαιότητας», έως «ανωριμότητας» και «ανοησίας»!

Η αδυναμία επεξήγησης των απαράδεκτων συμβιβασμών και υποχωρήσεων του ΚΚΕ-ΕΑΜ (Συμφωνίες Λιβάνου και Καζέρτα, υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής κλπ.) στο πρίσμα του στρατηγικού στόχου της «πραξικοπηματικής κατάληψης της εξουσίας» και η αντίφαση που αναπόφευκτα προκύπτει επιχειρείται να «αντιμετωπιστεί» με διάφορους τρόπους. Ο Σπ. Σφέτας, π.χ., αναφέρει πως οι εν λόγω κινήσεις του ΚΚΕ-ΕΑΜ «σε καμιά περίπτωση δε συνιστούσαν συνθηκολόγηση, αλλά αναγκαίο ελιγμό. Με την τακτική της “νομιμοφροσύνης”, το ΚΚΕ μάλλον αποσκοπούσε σε παραπλάνηση των Άγγλων, ώστε να μη μεταφερθεί μεγάλος όγκος αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μετά από την απελευθέρωση. Αν ο ΕΛΑΣ επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία αμέσως μετά τη 12η Οκτωβρίου, η ενέργεια αυτή θα συνιστούσε κατάφωρο πραξικόπημα μέσα στη γενική ευφορία του κόσμου και θα καταδικαζόταν από ευρύτερα λαϊκά στρώματα».

Από πού προκύπτει ότι μια ενδεχόμενη ενέργεια του ΕΛΑΣ για την κατάληψη της εξουσίας δε θα τύγχανε της μαζικής λαϊκής αποδοχής και υποστήριξης (που την είχε); Μια τέτοια ενέργεια, βεβαίως, δε θα αποτελούσε κανένα πραξικόπημα, αλλά επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας σε επαναστατικές συνθήκες. Εδώ είναι προφανές πως ο Σπ. Σφέτας –και όχι μόνο– θέτει σε αμφισβήτηση, ουσιαστικά αρνείται, το δικαίωμα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, του οργανωμένου λαϊκού παράγοντα, να διεκδικεί με κάθε μορφή πάλης –συμπεριλαμβανομένης της ένοπλης– την κατάργηση της εκμετάλλευσής του, κατακτώντας την εξουσία από την αστική τάξη.

Οι Στ. Καλύβας και Ν. Μαραντζίδης («Κ»), από τη μεριά τους, αποδίδουν τους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις του ΚΚΕ-ΕΑΜ σε «έξωθεν» παράγοντες, σε σχετικές πιέσεις από τη μεριά της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι, κατά τους ίδιους, το ΚΚΕ αναγκάστηκε σε «διπλή στρατηγική», κατά την οποία «η στρατιωτική ισχύς θα λειτουργούσε παράλληλα με την αποδοχή του δημοκρατικού και ειρηνικού πλαισίου που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας […] Ο ΕΛΑΣ λειτουργούσε για το ΚΚΕ ως ο πραγματικός εγγυητής της ισχύος του, το εργαλείο που του επέτρεπε να ακολουθήσει τον ειρηνικό δρόμο, απειλώντας τους αντιπάλους του με εξόντωση κάθε φορά που οι εξελίξεις θα όδευαν προς διαφορετική κατεύθυνση από τις επιθυμίες του». Όταν η ύπαρξη του ΕΛΑΣ απειλήθηκε, τότε το ΚΚΕ «προφανώς λύγισε μπροστά στην προοπτική να χάσει την εξουσία, αγνόησε ή παρανόησε τις προτροπές των Σοβιετικών» και προχώρησε στο «πραξικόπημα».

Όσο λοιπόν το ΚΚΕ «σχεδίαζε» και «ραδιουργούσε», τι έκανε η άλλη πλευρά; «Είχε σχέδιο η αντιΕΑΜική πλευρά;», αναρωτιέται ο Γ. Μαυρογορδάτος («Κ»). «Η απάντηση», του ίδιου, «είναι απερίφραστα “όχι”». Προς στοιχειοθέτηση του παραπάνω ισχυρισμού, ο Γ. Μαυρογορδάτος επικαλείται την «ανεπάρκεια» και «ανετοιμότητα», τόσο των εγχώριων αστικών δυνάμεων όσο και των βρετανικών κατά την έναρξη των μαχών του Δεκέμβρη. Προσθέτει δε πως «με τα δεδομένα αυτά καταρρέει βέβαια η κυρίαρχη αριστερή μυθολογία ότι τάχα οι Βρετανοί προκάλεσαν εσκεμμένα τα Δεκεμβριανά, που είχαν προσχεδιάσει».

Ο Ε. Χατζηβασιλείου («Κ») από τη μεριά του ισχυρίζεται πως υπήρχε στρατηγική από τη μεριά της αστικής τάξης (Γ. Παπανδρέου) και αυτή ήταν μια στρατηγική συναίνεσης, ισορροπιών «μεταξύ των δυνάμεων της αντίδρασης και της επανάστασης» και «αποτροπής του νέου εμφυλίου». Με άλλα λόγια, ο Δεκέμβρης ήταν λίγο-πολύ το προϊόν της σύγκρουσης των «άκρων» που επικράτησαν στην πολιτική σκηνή και καθόρισαν τις εξελίξεις, υπερκεράζοντας τις φωνές της «συνεννόησης» και της «ευθύνης». Κάπως διαφοροποιημένος, ο Μ. Χαραλαμπίδης («Β») σημειώνει: «Το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης [σ.σ.: για το Δεκέμβρη] το φέρουν οι μοναρχικοί που υπονόμευαν συστηματικά τον Παπανδρέου και ακολούθως οι υπόλοιπες ηγετικές προσωπικότητες των φιλελεύθερων κεντρώων που ενδιαφέρονταν μόνο για το πολιτικό τους μέλλον. Στο ΕΑΜ, το οποίο εμφανίστηκε αρκετά διαλλακτικό μολονότι είχε πολιτικά το πάνω χέρι στην όλη υπόθεση, το μόνο που μπορούμε να χρεώσουμε […] είναι ότι δεν υποχώρησε κι άλλο, ότι δεν έκανε ό,τι θα μπορούσε να κάνει, εκείνη τη χρονική στιγμή, για να αποφύγει την ένοπλη σύγκρουση».

Ο Δεκέμβρης του 1944, εκτιμά ο Ε. Χατζηβασιλείου («Κ»), ήταν μια «πολιτική-κοινωνική καταστροφή», μια «μεγάλης έκτασης οπισθοδρόμηση στο πολιτικό σύστημα και στην πολιτική κουλτούρα» που «οδήγησε στον επόμενο εμφύλιο πόλεμο του 1946-1949.» «Πάνω απ’ όλα», αναφέρει ο Ι. Μιχαηλίδης («Κ»), στο «καμίνι των Δεκεμβριανών “αποτεφρώθηκαν” οι ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας για μεταπολεμική σταθερότητα και κοινωνική γαλήνη». «Τέλος», θα σημειώσει ο Π. Βόγλης («Β»), «τα Δεκεμβριανά ως επαναστατική “στιγμή” θα στοιχειώσουν το φαντασιακό του αστικού κόσμου». Απ’ όλες τις παραπάνω εκτιμήσεις, μόνο η τελευταία εμπεριέχει μια ορισμένη δόση αλήθειας.

Ο Δεκέμβρης, βεβαίως, δεν ήταν κάποιο «σχεδιασμένο πραξικόπημα του ΚΚΕ». Ήταν μια κρίσιμη ταξική σύγκρουση που συνέβη αναπόφευκτα στο βαθμό που αντικειμενικά θέτονταν το ζήτημα της εξουσίας: Της εξουσίας ποιας τάξης, το «ποιος-ποιον». Και λέμε αντικειμενικά, γιατί υποκειμενικά, δηλαδή στις προθέσεις, στο στρατηγικό στόχο του Κομμουνιστικού Κόμματος τη δεδομένη περίοδο, δεν ήταν η επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, δεν ήταν αυτός για τον οποίο «κατηγορείται» το ΚΚΕ (με τις όποιες διαστρεβλώσεις και χαρακτηρισμούς), αν και θα έπρεπε.

Στρατηγικός στόχος του Κόμματος από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 ήταν η συγκρότηση «αντιφασιστικού μετώπου», σε συμμαχία και με διάφορες αστικές πολιτικές δυνάμεις, καθώς και ο σχηματισμός «αντιφασιστικής-δημοκρατικής κυβέρνησης», με τη συμμετοχή και του ίδιου του ΚΚΕ. Πρόκειται για μια στρατηγική που θεμελιώθηκε στις σχετικές επεξεργασίες και αποφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος (7ο Συνέδριο ΚΔ, 1935), ήταν ίδια για όλα τα ΚΚ και παρέμεινε ίδια καθ’ όλη την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ανεξάρτητα από την έκβαση της ταξικής πάλης, το συσχετισμό ανάμεσα στις δύο βασικές αντίπαλες τάξεις στο εσωτερικό της κάθε χώρας και τις διεθνείς συμμαχίες τους.1 Το ΚΚΕ ποτέ δεν έκρυψε τους σκοπούς του επιχειρώντας να «ξεγελάσει» ντόπιους ή ξένους, φίλους ή εχθρούς.

Οι όποιες αντιφάσεις και ταλαντεύσεις ήταν απόρροια των αντιφάσεων και αδυναμιών που περιέκλειε η ίδια η στρατηγική της «εθνικής ενότητας» κατά του φασισμού, αφού, από τη μια, το ΚΚΕ αναζητούσε στο πλαίσιό της συμμαχίες με αστικές δυνάμεις, ενώ, από την άλλη, το στοιχείο της ταξικής σύγκρουσης διέτρεχε αντικειμενικά μια σειρά πτυχές της δράσης του. Έτσι, την περίοδο της Κατοχής, την ίδια στιγμή που το ΕΑΜ-ΚΚΕ επιδίωκε την προσέγγιση με τμήματα ή προσωπικότητες του αστικού πολιτικού κόσμου, η σύγκρουση του ΕΛΑΣ με διάφορα ένοπλα αστικά σχήματα (είτε αυτά συνδέονταν με τις δυνάμεις Κατοχής είτε με την «εξόριστη» κυβέρνηση του Καΐρου2 και τους Βρετανούς ή και τα δύο), ήταν ένα αντικειμενικό, αναπόφευκτο γεγονός.

Οι ταλαντεύσεις και αντιφάσεις στη στρατηγική του Κόμματος αναδείχτηκαν και κατά τις συγκρούσεις του Δεκέμβρη, από την πρώτη κιόλας μέρα: Στην ανάκληση της «Διαταγής Επιχειρήσεων» για εφαρμογή του «Σχεδίου Ενεργείας» του Α΄ ΣΣ του ΕΛΑΣ (που είχε εκπονηθεί προς αντιμετώπιση «παντός πραξικοπήματος της Αντιδράσεως» και όχι ως σχέδιο «πραξικοπηματικής κατάληψης» της πρωτεύουσας) το ίδιο βράδυ, περιορίζοντας τη δράση του ΕΛΑΣ σε «δευτερεύοντες» στόχους (π.χ., τον αφοπλισμό της αστυνομίας και της χωροφυλακής). Αλλά και στη συνέχεια, ενώ οι προθέσεις της αστικής τάξης για τσάκισμα πάση θυσία του λαϊκού κινήματος είχαν πια αποκαλυφθεί με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, το ΕΑΜ-ΚΚΕ συνέχισε να επιμένει στη θέση για συγκρότηση κυβέρνησης «πραγματικής εθνικής ενότητας» με στόχο την «ομαλή δημοκρατική εξέλιξη» (ήδη από τις 4 Δεκέμβρη το ΕΑΜ-ΚΚΕ είχε εκφραστεί θετικά γύρω από το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε μια τέτοια κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Θ. Σοφούλη, ενώ, ακόμα και όταν οι μάχες του Δεκέμβρη μαίνονταν, ο «Ριζοσπάστης» και η «Ελεύθερη Ελλάδα» –όργανο του ΕΑΜ– δεν έπαψαν ποτέ να απευθύνουν σχετικές προτάσεις-εκκλήσεις προς την άλλη πλευρά).

Το πρόβλημα στη στρατηγική βεβαίως δεν ήταν κάποιο αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Το αντιφασιστικό μέτωπο απαιτούσε, σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, συμμαχίες και συμβιβασμούς με δυνάμεις με τις οποίες αντικειμενικά υπήρχε διαμετρική αντίθεση και διαπάλη. Ως προς αυτό, η στρατηγική της άλλης πλευράς, της αστικής, του ιμπεριαλισμού, ήταν σαφώς πιο ταξικά «συνεπής», σθεναρή και αδιάλλακτη, αξιοποιώντας τους όποιους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις του κομμουνιστικού κινήματος ώστε να τα διευρύνει και να θέσει τους όρους της ενσωμάτωσης (και ήττας) του στη μετά τον πόλεμο εποχή.

Ακολούθως, η ιστορική εμπειρία του Γαλλικού και Ιταλικού ΚΚ (και όχι μόνο) αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή, όχι προς μίμηση. Η συμμετοχή τους στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους συνέβαλλε σημαντικά στον ιδεολογικοπολιτικό παροπλισμό των λαϊκών μαζών που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου και στην επανενσωμάτωσή τους στο αστικό πολιτικό σύστημα. Ουσιαστικά αποτέλεσαν έναν από τους βασικότερους παράγοντες στη μεταπολεμική σταθεροποίηση της αστικής εξουσίας στις χώρες τους, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τα θεμελιώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης, με αντάλλαγμα ορισμένες ελάσσονες παραχωρήσεις.

Αυτή την πορεία θα είχε ακολουθήσει και το ΚΚΕ, αν δεν αντιδρούσε στις απαράδεκτες αξιώσεις της εγχώριας αστικής τάξης και των Βρετανών συμμάχων της για το μονομερή αφοπλισμό του ένοπλου λαού, του ΕΛΑΣ. Και είναι προς τιμήν του το γεγονός ότι δεν υπέκυψε στους εκβιασμούς των Παπανδρέου - Σκόμπι.

Δεν είναι αλήθεια πως εγχώρια αστική τάξη και Βρετανοί δεν είχαν σχέδιο-στρατηγική έναντι του ΕΑΜ-ΚΚΕ ή πως η γραμμή τους ήταν γραμμή «συναίνεσης». Βεβαίως, επιδίωξαν και προχώρησαν σε συμβιβασμούς, αλλά ήταν συμβιβασμοί που μεσοπρόθεσμα και επί της ουσίας ήταν σε βάρος του εργατικού-λαϊκού παράγοντα, του ΕΑΜ-ΚΚΕ, όχι το αντίθετο. Τον Οκτώβρη του 1944 το ΕΑΜ-ΚΚΕ, έχοντας σηκώσει το κύριο βάρος του αντιφασιστικού αγώνα και απελευθερώσει το σύνολο σχεδόν της χώρας, είχε πρακτικά την εξουσία στα χέρια του. Με την ένταξή του στην κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» υπό τον Γ. Παπανδρέου, αυτός που ζημιώθηκε ήταν το λαϊκό κίνημα και όχι το αστικό πολιτικό σύστημα που, παρά τη χρεοκοπία του, βρήκε τρόπο να επανέλθει στα πράγματα με όχημα τη συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια αστική κυβέρνηση (Συμφωνία του Λιβάνου). Όπως υπογράμμισε ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου: «Μόνον η συμμετοχή του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν μας ήνοιγε τας πύλας της Ελλάδος. Και διά τούτο την επεδίωξα – και ευτυχώς κατορθώθη»3.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, η αστική τάξη, είτε εκείνο το κομμάτι της που παρέμεινε στην κατεχόμενη Ελλάδα (συνεργαζόμενο ή μη με τις δυνάμεις Κατοχής) είτε αυτό που διέφυγε στη Μέση Ανατολή υπό την αιγίδα του βρετανικού ιμπεριαλισμού, δεν έπαψε ποτέ να υπονομεύει ποικιλοτρόπως το ΕΑΜ (συχνά σε αγαστή συνεννόηση).

Βρετανικές εκθέσεις για την αντιμετώπιση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπάρχουν στα αρχεία του Foreign Office από το 1943 κιόλας.4 Δεν είναι επίσης τυχαίο πως καθ’ όλη την περίοδο της απελευθέρωσης εγχώρια αστική τάξη και Βρετανοί συγκέντρωναν στην πρωτεύουσα όσες περισσότερες δυνάμεις μπορούσαν, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας (Χίτες, ταγματασφαλίτες, κάθε λογής δωσίλογους κ.ο.κ.). Ταυτόχρονα, από τη μεριά του, το ΕΑΜ δεν έκανε το ίδιο, δε συγκέντρωνε δυνάμεις, με το βασικό όγκο του ΕΛΑΣ (που παραμονές του Δεκέμβρη βρισκόταν μάλιστα σε διαδικασία αποστράτευσης) να παραμένει μακριά από τα πεδία των κρίσιμων συγκρούσεων (Αθήνα και Πειραιά).

Βεβαίως υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στα διάφορα τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης, του αστικού πολιτικού κόσμου, στην επιλογή ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου, στη στάση απέναντι στο βασιλιά κ.ο.κ., ωστόσο στο βασικό, το κύριο, δηλαδή στο ζήτημα της σύνδεσης της απελευθέρωσης με τη διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας, ήταν όλοι σε πλήρη σύμπνοια. Το πρόβλημα ήταν πως η άλλη πλευρά, το ΕΑΜικό κίνημα και η πρωτοπορία του, το ΚΚΕ, δεν είχαν θέσει τον ίδιο στόχο, αυτόν της εξουσίας, από τη μεριά βεβαίως των συμφερόντων της εργατικής τάξης.

Οι αστικές προσεγγίσεις στη στρατηγική του ΚΚΕ, στην υποτιθέμενη δηλαδή πρόθεσή του «να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία», έχουν διττό σκοπό: Από τη μια, να «ξορκίσουν» γενικότερα την ίδια την επαναστατική στρατηγική, εξισώνοντάς την με πραξικόπημα, με την «καταστροφή», με την «άσκοπη» και την «αλόγιστη» βία γενικά, με το «δόλο», την «εξαπάτηση» κ.ο.κ. Η αναφορά στην ταξική σύγκρουση, στην επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας, ως «πραξικόπημα», θέτει το λαϊκό παράγοντα εκτός πλαισίου: Οι επαναστάσεις είναι πραξικοπήματα κατά της νόμιμης κυβέρνησης-εξουσίας (που έχει το προνόμιο και το μονοπώλιο της βίας) από οργανωμένες μειοψηφίες. «Συναίνεση» και όχι σύγκρουση, υποταγή και όχι αμφισβήτηση της αστικής νομιμότητας: Αυτή είναι η στάση μιας «υπεύθυνης» πολιτικής δύναμης, με προεκτάσεις στο τότε, όσο και στο σήμερα.

 

Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΡΟΛΟ ΚΑΙ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Διατρέχοντας κανείς τα κομμάτια του αφιερώματος της «Καθημερινής» για το Δεκέμβρη, που αφορούν την πρότερη περίοδο της Κατοχής, θα έμενε με την εντύπωση ότι στην Ελλάδα το 1941-1944 δεν έγινε κανένας εθνικοαπελευθερωτικός-αντιφασιστικός αγώνας. Πράγματι, πέρα από μια σύντομη χρονολογική αναφορά στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να παραπέμπει στο γεγονός ότι στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ένα τεράστιο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με κορμό το ΕΑΜ και ψυχή, οργανωτή και βασικό αιμοδότη το ΚΚΕ.

Ακόμα και η απελευθέρωση εμφανίζεται ως το αποτέλεσμα «παρθενογένεσης». Σαν να συντελέστηκε από μόνη της: «Οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα και τον Πειραιά. Η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη υπέβαλε την παραίτησή της στις 12 Οκτώβρη 1944 και έξι μέρες αργότερα ο Γεώργιος Παπανδρέου ύψωσε την ελληνική σημαία στο Βράχο της Ακρόπολης»! Καμιά μάχη δεν έγινε! Καμιά κινητοποίηση να σωθούν οι υποδομές της πρωτεύουσας (μάχη της «Ηλεκτρικής» κλπ.) από τους οπισθοχωρούντες Γερμανούς! Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν απελευθέρωσε την Αθήνα στις 12 Οκτώβρη!

Όχι, σύμφωνα με τους αρθρογράφους της «Καθημερινής» (Ν. Μαραντζίδη, Ε. Χατζηβασιλείου κ.ά.), το ΚΚΕ μόνο αντίσταση δεν έκανε. Ήταν πολύ «απασχολημένο» να εξολοθρεύει όσους βρίσκονταν στο δρόμο του προς την απόλυτη κυριαρχία. Έτσι, το ΕΑΜ-ΚΚΕ εμφανίζεται να καταπιάνεται αποκλειστικά και σχεδόν με εμμονικό τρόπο με την εξουδετέρωση κάθε άλλης «αντιστασιακής» οργάνωσης, όπως η ΠΑΟ (!), ο Τσαούς Αντόν (!) κ.ά. Τι κι αν πρόκειται για οργανώσεις που στη διάρκεια της Κατοχής διεξήγαν πολύ περισσότερο αντικομμουνιστικό πόλεμο, παρά αγώνα κατά των κατοχικών δυνάμεων, με τις οποίες συχνά συνεργάστηκαν στενά κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (πολλές φορές σε συνεννόηση και με την έγκριση και του βρετανικού παράγοντα); Λεπτομέρειες. Ειδικότερα για τον ΕΔΕΣ –το βασικό αντίβαρο του ΕΛΑΣ την περίοδο της Κατοχής– οι ίδιες οι γερμανικές στρατιωτικές πηγές αναφέρουν πολύ χαρακτηριστικά: «Η εθνικοδημοκρατική κατεύθυνση (ο ΕΔΕΣ), που πολιτικά βρίσκεται στη γραμμή της εξόριστης κυβέρνησης Παπανδρέου, προσπαθεί πάντα να διαβεβαιώσει τη δύναμη κατοχής για τη νομιμοφροσύνη της, ώστε άθικτη να προετοιμαστεί για τον επερχόμενο στρατιωτικό και πολιτικό αγώνα για την εξουσία». Ήδη από τα τέλη του 1943 είχε «κλειστεί μια σιωπηρή συμφωνία να μη γίνονται αμοιβαία εχθροπραξίες στην περιοχή των εθνικών ανταρτών».5

Οι κατ’ ουσίαν ταξικές συγκρούσεις με τις αστικές στρατιωτικές οργανώσεις, που διαπλέκονταν τόσο με το δωσιλογικό κρατικό αστικό μηχανισμό όσο και με την «εξόριστη» ελληνική αστική κυβέρνηση του Καΐρου, με το γερμανικό αλλά και το βρετανικό ιμπεριαλισμό, παρουσιάζονται από την αστική ιστοριογραφία ως ένας παράλογος εμφύλιος σπαραγμός, υποκινούμενος από το ΚΚΕ. «Το φθινόπωρο του 1943», αναφέρει ο Ε. Χατζηβασιλείου, «το ΕΑΜ είχε εξαπολύσει την επίθεσή του εναντίον των υπόλοιπων αντιστασιακών οργανώσεων, ενώ παράλληλα εμφανίζονταν και τα Τάγματα Ασφαλείας. Έως την άνοιξη τουλάχιστον του 1944, είχε εξελιχθεί στην κατεχόμενη χώρα ένας εμφύλιος πόλεμος όλων εναντίον όλων». Ο Ν. Μαραντζίδης παραθέτει τον Γ. Παπανδρέου: «Σφάζουν οι Γερμανοί, σφάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Σφάζουν και οι αντάρται. Σφάζουν και καίουν». Όλοι στο ίδιο τσουβάλι, με άλλα λόγια!

«Κόκκινη» και «μαύρη» βία, κομμουνισμός και φασισμός εξισώνονται πλήρως. Οι νεκροί από τις μάχες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και οι νεκροί από το δολοφονικό όργιο των Ταγμάτων Ασφαλείας εμπίπτουν συνολικά στην κατηγορία «θύματα του εμφυλίου». Αλλά και για τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, τις θηριωδίες και τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά του λαού, φταίει το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. «Πρώην μέλη αντιστασιακών οργανώσεων που είχε διαλύσει ο ΕΛΑΣ συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής και στελέχωναν τα νεοϊδρυθέντα Τάγματα Ασφαλείας. Πολλά χωριά εξοπλίζονται από τους Γερμανούς προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον ΕΛΑΣ… Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ επετίθεντο στα οπλισμένα χωριά, τα πυρπολούσαν, τα λεηλατούσαν, τα κατέστρεφαν» (Ν. Μαραντζίδης). Με άλλα λόγια δηλαδή, μπροστά σε αυτό το «δολοφονικό» και «πλιατσικολογικό» όργιο των κομμουνιστών, η ένταξη και δράση στα Τάγματα Ασφαλείας ήταν φυσικό αποτέλεσμα, ήταν δικαιολογημένη, ήταν άμυνα στην «κόκκινη βία»!

Ο Α. Λιάκος («Β»), σε μια διαφοροποιημένη, αλλά εξίσου ισοπεδωτική-εξισωτική προσέγγιση της «βίας» στην Κατοχή, ισχυρίζεται πως, «για να ζήσεις φυσιολογικά […] έπρεπε να παραβιάζεις το νόμο, τους νόμους των κατακτητών, αλλά και τους νόμους των ανταρτών (!). Βία, κρυψίνοια, κυνισμός και δόλος είχαν γίνει συστατικά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι φορείς της βίας, εφόσον το κράτος έχασε το μονοπώλιό της, η εξουσία ασκούνταν χωρίς εξωθεσμικούς περιορισμούς».

Σε μια δε λίαν υποτιμητική αναφορά προς το ΚΚΕ τονίζει: «Γιατί το ΚΚΕ, ένα άσημο κόμμα που είχε αποδεκατιστεί από τη δικτατορία του Μεταξά και σπαρασσόταν από έριδες, αναδείχθηκε σε βασικό παράγοντα των ελληνικών εξελίξεων μέσω της Αντίστασης; Δεν ήταν το ΚΚΕ που ανέδειξε την Αντίσταση, αλλά η Αντίσταση που ανέδειξε το ΚΚΕ». Λες και η αντίσταση προέκυψε αυθόρμητα ή από παρθενογένεση! Λες και δεν ήταν αυτοί οι λίγοι, αλλά ατσαλωμένοι στις διώξεις της μεταξικής δικτατορίας κομμουνιστές που μπήκαν μπροστά, πρωτοπόροι στην οργάνωση και καθοδήγηση του αγώνα, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια και άλλοι, οικοδομώντας το αντιστασιακό κίνημα, αργά και βασανιστικά στην αρχή, πιο γοργά στη συνέχεια. Το ΚΚΕ ποτέ δεν υπήρξε ένα «άσημο» κόμμα, που ξαφνικά πήρε αξία στην Κατοχή (ούτε βεβαίως «σπαρασσόταν από έριδες» τη δεδομένη περίοδο, το 1941 και στη συνέχεια). Το ΚΚΕ είχε πρωτοστατήσει στους εργατικούς-λαϊκούς αγώνες όλης της προηγούμενης περιόδου. Παρά δε τα συντριπτικά πλήγματα της δικτατορίας, επέδειξε εξαιρετική αναγεννητική ικανότητα, ανασυγκροτώντας τις διαλυμένες οργανώσεις του και μπαίνοντας μπροστά με ηρωισμό και αυταπάρνηση στην πάλη του λαού όταν «όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Τέλος, ο Κ. Παλούκης («Β»), ερχόμενος ουσιαστικά να συντρέξει την αστική επιχειρηματολογία περί «κόκκινης βίας», αλλά από τα «αριστερά», «καταπιάνεται» με τη «λογική της ενδοαριστερής βίας». Επαναλαμβάνει δηλαδή λίγο-πολύ τα περί «εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων», προσθέτοντας ωστόσο ότι το ΚΚΕ δε δολοφονούσε μόνο «δεξιούς» ή «κεντρώους», αλλά και «αριστερούς» που διαφωνούσαν με αυτό. Η επιχειρηματολογία, τα «στοιχεία» που παρατίθενται, αλλά και συνολικά η όλη ακολουθία του σκεπτικού που ξετυλίγεται, είναι τόσο αυθαίρετα, αποσπασματικά και προβληματικά, που κυριολεκτικά «βγάζουν μάτι». «Προφανώς», αναφέρει ενδεικτικά, «η εντολή για εκτελέσεις αρχειομαρξιστών και τροτσκιστών δόθηκε κεντρικά από κάποιο πολιτικό στέλεχος το οποίο δε γνωρίζουμε και ούτε θα μάθουμε ποτέ»! Τέτοια «ατράνταχτα» «επιχειρήματα».

Για την Ιστορία, να θυμηθούμε τι στάση είχαν κρατήσει τότε οι τροτσκιστές έναντι του ΕΑΜ, χαρακτηρίζοντάς το ως «κατασκεύασμα του ελληνικού πραχτορείου της σταλινικής διπλωματίας που τιτλοφορείται ΚΚΕ», το ΚΚΕ ως «μισθωτούς πράχτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις και των Ελλήνων μεγαλοκαπιταλιστών», δουλεύοντας ενεργά κατά της δράσης του ΕΑΜ όπου διέθεταν δυνάμεις (τις όποιες ελάχιστες δυνάμεις) και κάνοντας γενικότερα αντικομμουνιστική προπαγάνδα που συναγωνιζόταν «επάξια» την αστική-φασιστική.6 Η μειοψηφία της ΚΕ των Αρχειομαρξιστών, αμέσως μετά από πόλεμο (20 Απρίλη 1945), ασκώντας αυτοκριτική στην πορεία του αρχειομαρξισμού-τροτσκισμού έως τότε, τόνισε μεταξύ άλλων πως «δεν έχει δικαίωση ανεξάρτητης ύπαρξης σαν οργάνωση», πως «γίνεται φορέας αντιλήψεων και επιδράσεων αστικής αντιδραστικής νοοτροπίας και κριτικής» προς το ΚΚΕ και την ΕΣΣΔ και πως «σήμερα (σ.σ.: το 1945) δεν εκφράζει τίποτα σαν ρεύμα […] Σε μια μεγάλη κλίμακα, πολλά στοιχεία που καταφεύγουνε στον τροτσκισμό φέρνουνε μέσα τους μια ανώμαλη και νοητική κατάσταση, που μόνο η ψυχαναλυτική μέθοδος του Φρόιντ μπορεί να την εξηγήσει».7

Σε αντίθεση με την κατάφωρα διαστρεβλωμένη εικόνα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που επιχειρούν να πλασάρουν με διάφορους τρόπους τα διάφορα ρεύματα της αστικής ιστοριογραφίας, η ιστορική αλήθεια έχει καταγραφεί με χρυσά γράμματα στο μνημονικό των λαϊκών μαζών και την Ιστορία του εργατικού-λαϊκού κινήματος. Πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε ως προς αυτό. Αλλά ας μη μιλήσουμε εμείς (και μας κατηγορήσουν για «κομμουνιστική προπαγάνδα»!), ας «μιλήσουν» τα ίδια τα αρχεία του βρετανικού Υπουργείου των Εξωτερικών, του Foreign Office (που κάποιοι μάλιστα βαυκαλίζονται πως έχουν ερευνήσει εκτενώς –προφανώς αυτά τους «διέφυγαν»): «Την ίδια στιγμή που τα εθνικιστικά και συντηρητικά στοιχεία σπαταλούσαν το χρόνο τους στην αδράνεια, το ΕΑΜ τράβηξε μπροστά φτάνοντας ένα σημείο στο οποίο μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ο κύριος αντιπρόσωπος της ελληνικής αντίστασης […] Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ΕΑΜ είναι ο ηγετικός παράγοντας στο αντιστασιακό κίνημα και δικαιολογημένα ισχυρίζονται πως ηγούνται του αγώνα τόσο για την απελευθέρωση από τον Άξονα όσο και για τις εσωτερικές ελευθερίες […] Οι πρώην πολιτικές προσωπικότητες απέτυχαν να δείξουν στο λαό οποιαδήποτε ηγετική ικανότητα με αυτόν ή τον άλλο τρόπο, καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Κάποιοι κάτοχοι μεγάλων περιουσιών είναι αντίθετοι στο κίνημα αντίστασης γιατί βλέπουν τα τεράστια κέρδη που συσσώρευαν από την Κατοχή να εξατμίζονται από τον κοινό σκοπό […] Αλλά η μάζα του λαού βλέπει τους αντάρτες ως ηγέτες του αγώνα και η θέση που κέρδισε το ΕΑΜ αποτελεί απόδειξη πως δεν υπάρχει σοβαρή αντιπολίτευση σε αυτό…»8.

 

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

Το κομμάτι του αφιερώματος της «Καθημερινής» που αναφέρεται στην απελευθέρωση της Ευρώπης (της Ν. Μπάλτα) ξεκινά λέγοντας πως «η απελευθέρωση στην Ευρώπη αρχίζει με την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία στις 6 Ιούνη 1944»! Προφανώς, ο τιτάνιος αγώνας του Σοβιετικού λαού και στρατού όλο το προηγούμενο διάστημα δεν είχε να κάνει με την απελευθέρωση της Ευρώπης! Η απάντηση, βεβαίως, έρχεται λίγο αργότερα με την ανάλογη χρήση των λέξεων: Οι αγγλοαμερικάνοι «απελευθερώνουν», ενώ οι Σοβιετικοί «κυριεύουν». Ο Κόκκινος Στρατός εμφανίζεται μάλιστα να «εισβάλλει» στην «ηττημένη [!] Γερμανία» (χωρίς λόγο δηλαδή;), προξενώντας «σωρούς ερειπίων» και προχωρώντας σε «βιαιότητες και λεηλασίες» που άφησαν «πίσω τους χιλιάδες νεκρούς»!

Έτσι αποτυπώνεται η καταλυτική συνδρομή της Σοβιετικής Ένωσης στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών. Ο Κόκκινος Στρατός, που σήκωσε το κύριο βάρος των στρατιωτικών απωλειών μεταξύ των Συμμάχων (65% έναντι 2% των ΗΠΑ και Βρετανίας αντίστοιχα), που επί 3 χρόνια αντιμετώπιζε ουσιαστικά μόνος του τη φασιστική στρατιωτική μηχανή στην Ηπειρωτική Ευρώπη (στο Ανατολικό Μέτωπο η Βέρμαχτ σημείωσε τα 3/4 των συνολικών απωλειών της), εμφανίζεται ως μια νέα δύναμη κατοχής, βαρβάρων και πλιατσικολόγων.

Αντίστοιχα υποτιμητική (αντικομμουνιστικού τύπου και αυτή) είναι η αναφορά στα αντιστασιακά κινήματα της Δυτικής Ευρώπης, τονίζοντας πως «η Αντίσταση είναι περιορισμένη και στην πραγματικότητα έχει μικρή σχέση με τις μεταπολεμικές μυθοποιημένες εκδοχές της». Ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται επίσης σε άλλο άρθρο (του Σπ. Σφέτα) για τα αντιστασιακά κινήματα της Βαλκανικής, σημειώνοντας μεταξύ άλλων πως «η δράση των Βουλγάρων παρτιζάνων ήταν περιορισμένη», πως «οι Αλβανοί παρτιζάνοι […] τελούσαν υπό τον έλεγχο των Γιουγκοσλάβων» και πως το Στρατηγείο των τελευταίων είχε καταστραφεί από το Μάη του 1944 με αποτέλεσμα ο Τίτο και το επιτελείο του να τελούν «υπό την προστασία των Άγγλων» κ.ο.κ. Αξίζει να σημειώσουμε πως το παρτιζάνικο κίνημα στην Ευρώπη, στο οποίο ηγούνταν τα ΚΚ, έφτασε στα τέλη του 1944 να αριθμεί (πλην των Σοβιετικών) κοντά 2.000.000 μαχητές και μαχήτριες, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην έκβαση του πολέμου, καθηλώνοντας δεκάδες μεραρχίες και προξενώντας σημαντικές φθορές, υλικές και ηθικές, στον εχθρό.

Η υποβάθμιση έως και συκοφάντηση πολλές φορές του λαϊκού παράγοντα –και μάλιστα του ένοπλου– δεν είναι βεβαίως κάτι το τυχαίο. Συνδέεται με τη λογική και αναμενόμενη απέχθεια-φόβο της αστικής τάξης απέναντί του. Έτσι, η αυτοτελής οργάνωση των λαϊκών μαζών την περίοδο του πολέμου παρουσιάζεται ως κάτι το περιττό, αφού δήθεν ελάχιστη συνεισφορά είχε στην απελευθέρωση, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οδήγησε δήθεν σε εσωτερικές-εμφύλιες έριδες και αναταραχές. Το ίδιο υποστηρίζεται και για τις κοινωνικές μεταβολές που σημειώθηκαν στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, πως δήθεν δεν ήταν το αποτέλεσμα της πάλης των λαών τους, αλλά ήρθαν –ή μάλλον «επιβλήθηκαν»– από έξω και από τα πάνω (με την παρουσία του «κατοχικού» Κόκκινου Στρατού).

Κατ’ επέκταση, υποστηρίζεται πως στην Ελλάδα δεν έγινε σοσιαλισμός, γιατί δεν μπήκε ο Κόκκινος Στρατός. Και γιατί δεν μπήκε; Γιατί Στάλιν και Τσόρτσιλ τα είχαν μοιράσει μεταξύ τους!

Ένα από τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα «επιχειρήματα» για το γιατί δεν έπρεπε να γίνει ή γιατί ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη η σύγκρουση του Δεκέμβρη του 1944 έχει να κάνει με το περιβόητο «χαρτάκι» που έδωσε ο Τσόρτσιλ στον Στάλιν κατά τη διμερή συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα στις 9 Οκτώβρη 1944 και στο οποίο αναγράφονταν πρόχειρα γραμμένα με ποσοστά οι «σφαίρες επιρροής» ΕΣΣΔ και Βρετανίας επί της Ρουμανίας (90%-10%), της Βουλγαρίας (75%-25%), της Γιουγκοσλαβίας και της Ουγγαρίας (50%-50%) και βεβαίως της Ελλάδας (10%-90%). Σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ, ο Στάλιν έδωσε πίσω το χαρτάκι με ένα σημάδι το οποίο –πάντοτε κατά τον ίδιο– υπονοούσε συμφωνία στην προτεινόμενη μοιρασιά. Το «γεγονός» αυτό έγινε για πρώτη φορά γνωστό μέσα από την έκδοση των Απομνημονευμάτων του Βρετανού πρωθυπουργού και έκτοτε θεωρείται ιστορικό «δεδομένο».

Η αστική ιστοριογραφία βεβαίως, ντόπια και ξένη, «προσπερνά» σκοπίμως τις κατοπινές παραδοχές (καταγεγραμμένες σε σειρά βρετανικών διπλωματικών εγγράφων), τόσο του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Α. Ίντεν όσο και του ίδιου του Τσόρτσιλ, που καταρρίπτουν τα περί «συμφωνίας» για τη μεταπολεμική «μοιρασιά» των Βαλκανίων.9 Όπως επίσης «αγνοεί» –και πάλι σκοπίμως– τις θέσεις και ενστάσεις της ΕΣΣΔ όσον αφορά τις προσπάθειες, ιδιαίτερα του Τσόρτσιλ, να καθοριστούν σφαίρες επιρροής οι οποίες θα διασφάλιζαν το πρότερο –αντιδραστικό– status quo για μια σειρά χώρες όπου ο βρετανικός ιμπεριαλισμός διατηρούσε θέσεις ισχύος.10

Όπως παραδέχεται ακόμα και ο Βρετανός ιστορικός G. Roberts (που θεωρείται από τους «κορυφαίους» αστούς ακαδημαϊκούς στα θέματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της ΕΣΣΔ), τα περί «ποσοστών» και «μοιρασιάς» των Βαλκανίων μεταξύ Τσόρτσιλ και Στάλιν «είναι μια ωραία ιστορία, αλλά δεν είναι απαραίτητα αληθής […] Τόσο οι ειδικές μελέτες [σ.σ.: γύρω από το θέμα] όσο και τα πρόσφατα δημοσιευμένα ντοκουμέντα αποκαλύπτουν ότι η συνάντηση Τσόρτσιλ και Στάλιν τον Οκτώβρη του 1944 απείχε μακράν από το να αποτελεί μια αγγλο-σοβιετική μοιρασιά των Βαλκανίων. Οι Ρώσοι, από τη μεριά τους, ούτε χρειάζονταν, ούτε επιθυμούσαν κάτι τέτοιο»11.

Πέραν της φαιδρότητας του όλου ισχυρισμού (λες και ένα τέτοιο ζήτημα θα «διευθετούνταν» τόσο πρόχειρα σε ένα χαρτάκι και όχι με σχετικές συμφωνίες, πρωτόκολλα κλπ.), πέραν του ότι δε στοιχειοθετείται από τίποτε άλλο εκτός από έναν αυθαίρετο συνειρμό του τύπου «αφού επενέβησαν στρατιωτικά οι Βρετανοί στην Ελλάδα, άρα επιβεβαιώνεται η μοιρασιά» (τότε άραγε πώς «επιβεβαιώθηκαν» τα ποσοστά 50-50 για Γιουγκοσλαβία και Ουγγαρία;), πέραν όλων αυτών, η «επιδίκαση της Ελλάδας» από τον Στάλιν «στην αγγλική σφαίρα επιρροής» παρουσιάζεται ως αναμφισβήτητο γεγονός.

«Η Ελλάδα επιδικάστηκε στην αγγλική σφαίρα επιρροής και η Ρουμανία στη σοβιετική», αναφέρει ο Σπ. Σφέτας, «ήδη από το Μάρτιο του 1944». Και όμως, αποχαρακτηρισμένο «άκρως απόρρητο και προσωπικό» έγγραφο του Τσόρτσιλ προς τον Ρούσβελτ αναφέρει σχετικά στις 23 Ιούνη 1944: «Οι Ρώσοι είναι η μοναδική Δύναμη που μπορεί να κάνει το οτιδήποτε στη Ρουμανία […] Από την άλλη μεριά, το βάρος της Ελλάδας πέφτει σχεδόν εξολοκλήρου επάνω μας και έτσι γινόταν από τότε που χάσαμε 40.000 άνδρες σε μια μάταιη προσπάθεια να τους συνδράμουμε το 1941»12. Εδώ είναι ξεκάθαρο πως ο Τσόρτσιλ αναφέρεται σε σφαίρες στρατιωτικής ευθύνης και όχι πολιτικής επιρροής. Η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στην Ελλάδα δεν οφειλόταν σε κάποια «μοιρασιά», αλλά στο γεγονός πως η «εξόριστη» ελληνική κυβέρνηση, καθώς και τμήμα του ελληνικού στρατού και ναυτικού βρίσκονταν από το 1941 υπό την αιγίδα του βρετανικού ιμπεριαλισμού στο Κάιρο, ενώ από τα μέσα του 1943 ο ΕΛΑΣ είχε υπαχθεί στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Η τελευταία εξέλιξη ήταν σαφώς αρνητική από τη μεριά του λαϊκού κινήματος, ωστόσο δεν ήταν κάτι που είχε «υπαγορευτεί» από «τα πάνω» («από τη Μόσχα»). Αποτελούσε επιλογή που εντασσόταν και απέρρεε από τη γενικότερη υποταγή της αντιϊμπεριαλιστικής πάλης στα λεγόμενα συμφέροντα του «κοινού αντιχιτλερικού αγώνα». Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός παραμένει πως την περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου η Ελλάδα βρισκόταν υπό την επιχειρησιακή στρατιωτική ευθύνη της Βρετανίας.

Στην ίδια λογική, πολλοί παραθέτουν ως ένα ακόμη αποδεικτικό στοιχείο της «μοιρασιάς» το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός, αφού απελευθέρωσε τη Ρουμανία και μπήκε στη Βουλγαρία το Σεπτέμβρη του 1944 (χωρίς αντίσταση, αφού είχε εκδηλωθεί επιτυχής ένοπλη λαϊκή εξέγερση με κορμό το ΚΚ), δε συνέχισε νότια προς την Ελλάδα, αλλά προς τη Γιουγκοσλαβία.13 Ωστόσο όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο τείνουν να «αγνοούν» πως, από την άποψη της στρατιωτικής αναγκαιότητας, η είσοδος του Κόκκινου Στρατού στην Ελλάδα δεν είχε καμιά δικαιολογητική βάση από την άποψη των στρατιωτικών αντιφασιστικών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα είχε ήδη απελευθερωθεί κατά το 90% από τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ενώ «συμμαχικές» (βρετανικές) δυνάμεις αποβιβάζονταν στην Πελοπόννησο την ίδια περίοδο.

Τέλος, πολλοί υποδεικνύουν την «εκκωφαντική σιωπή της Σοβιετικής Ένωσης» κατά τη σύγκρουση του Δεκέμβρη για να στοιχειοθετήσουν τόσο τη «μοιρασιά» όσο και τη γενικότερη μη υποστήριξη - μη έγκριση της «ένοπλης ρήξης» (Μ. Χαραλαμπίδης - «Β»). Ή, σε μια πιο εκχυδαϊσμένη εκδοχή της στάσης της ΕΣΣΔ, «η Σοβιετική Ένωση απλώς δεν εκτιμούσε τους Έλληνες κομμουνιστές» (Π. Μακρής-Στάικος - «Β»). Οι «εκτιμήσεις» ποικίλουν: Το ΚΚΕ προχώρησε στη σύγκρουση του Δεκέμβρη γιατί είχε την «ψευδαίσθηση» πως το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα θα το συνέδραμε, γιατί «κανείς δεν το ενημέρωσε» για τις υπόγειες συμφωνίες Στάλιν - Τσόρτσιλ ή γιατί, παρότι γνώριζε, η ηγεσία του ήταν «παράτολμη», «τυχοδιωκτική».

Καταρχάς, αξίζει να αναρωτιέται κανείς τι θα έλεγαν όλοι εκείνοι που αναφέρονται στη μη στρατιωτική επέμβαση της Σοβιετικής Ένωσης, αν εκείνη το είχε πράξει! Θα μιλούσαν για εισβολή, σοβιετικό ιμπεριαλισμό και ποιος ξέρει τι άλλο!

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η θέση πως το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δεν ενέκρινε τη σύγκρουση το Δεκέμβρη του 1944 δεν επιβεβαιώνεται από τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα αρχειακά-ιστορικά δεδομένα, τα οποία είναι σίγουρα ελλιπή ώστε να στοιχειοθετήσουν μια απόλυτα σαφή και κατηγορηματική αρνητική ή θετική στάση. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει μια σειρά στοιχεία, όπως, π.χ., τη θετική τοποθέτηση του συνταγματάρχη Γκρ. Ποπόφ (του επικεφαλής της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα) ή το σχετικό τηλεγράφημα του Τρ. Κοστόφ στον Γ. Σιάντο (15 Δεκέμβρη 1944) με τη συμβουλή του Ντιμιτρόφ «ο αγώνας να συνεχιστεί. Εμείς κάνουμε καθετί το δυνατό»14.

Η αστική ιστοριογραφία, με το χιλιοειπωμένο «επιχείρημα» της «μοιρασιάς του κόσμου», επιχειρεί να εκχυδαΐσει τη διαπάλη ιμπεριαλισμού-σοσιαλισμού, στη λογική «όλοι το ίδιο είναι», «όλοι τα συμφέροντά τους κοιτάζουν», πως ο προλεταριακός διεθνισμός δεν είναι παρά ωραία λόγια που δε σημαίνουν τίποτα μπροστά στις αμείλικτες και ψυχρές επιδιώξεις μιας υπερδύναμης κ.ο.κ. Κρίνουν βεβαίως εξ ιδίων τα αλλότρια. Ο προλεταριακός διεθνισμός δεν έχει καμιά σχέση με τις «αξίες» των αστών, που μπροστά στα συμφέροντά τους δεν έχουν κυριολεκτικά «ιερό και όσιο». Ο προλεταριακός διεθνισμός αποτελεί θεμελιώδη αρχή και ύψιστη αξία, που οι κομμουνιστές απανταχού της Γης τίμησαν διαχρονικά και πολλές φορές πλήρωσαν με το αίμα τους, κατηγορούμενοι ως μειοδότες, προδότες, κατάσκοποι κ.ο.κ.

Με την παραπάνω προσέγγιση όμως η αστική ιστοριογραφία προσπαθεί να περάσει επιπλέον τη λογική πως τίποτε δεν μπορεί να κάνει ένας λαός από μόνος του, σε ένα εχθρικό διεθνές περιβάλλον. Ούτε αυτό γίνεται τυχαία. Αποσκοπεί στη χειραγώγηση του υποκειμενικού παράγοντα της επαναστατικής κοινωνικής αλλαγής, στην παρέκκλιση του ΚΚ από την επαναστατική στρατηγική, τον πολιτικό στόχο της επαναστατικής κατάκτησης της εργατικής εξουσίας. Ένα στόχο που προκύπτει αντικειμενικά από το δεδομένο κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, ο οποίος καθιστά αναγκαιότητα την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και δεν εξαρτάται βεβαίως από την εκάστοτε συγκυρία του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΧΩΝ

Οι αστικές προσεγγίσεις γύρω από το πώς ξεκίνησε η σύγκρουση του Δεκέμβρη «πατάνε» σε όλα όσα προαναφέραμε και ακολουθούν λίγο-πολύ το ίδιο μοτίβο (με τις όποιες διαφοροποιήσεις να περιορίζονται στα «επιμέρους»). Ο Γ. Ιατρίδης («Κ») παρουσιάζει την Αθήνα της 3ης Δεκέμβρη 1944 ως «μια πυριτιδαποθήκη φόβων και καχυποψιών» που ενισχυόταν από την «αδιαλλαξία» και των δύο πλευρών. Έλειπε απλά μια «σπίθα για να προκαλέσει την έκρηξη».

Ο Π. Μακρής-Στάικος («Κ» - «Β») «εντοπίζει» τα αίτια του «εκρηκτικού» αυτού κλίματος στη δήθεν απόφαση του ΚΚΕ «να κλιμακώσει την οξύτητα και να φανατίσει τον κόσμο, από εκεί ξεκίνησαν όλα». Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί πως, για να το πετύχει αυτό, το ΚΚΕ είχε δήθεν σκηνοθετήσει καθημερινές περιφορές νεκρών του από Χίτες (με «επαγγελματίες μοιρολογίστρες»), ενώ μέσα στα ίδια τα φέρετρα βρίσκονταν Χίτες που είχε δολοφονήσει το ίδιο! Ο λαός της Αθήνας λιμοκτονούσε γιατί δήθεν ο ΕΛΑΣ είχε «λεηλατήσει» τα μαγαζιά, ενώ άλλα είχαν κλείσει επειδή τους επέβαλε φόρους [!], με αποτέλεσμα την έξαρση της μαύρης αγοράς! «Τα βράδια», συμπληρώνει, «στις συνοικίες της Αθήνας ακούγεται ο ανατριχιαστικός ήχος του χωνιού: “Σας μιλάει το ΕΑΜ”…»!

Τη «σπίθα» της έκρηξης αποτέλεσε η αιματοχυσία της διαδήλωσης της Κυριακής της 3ης Δεκέμβρη. Σε αυτό συμφωνούν όλοι, αν και οι ερμηνείες ποικίλουν: Στο αν επρόκειτο δηλαδή για ένα «τυχαίο» ή «ατυχές» γεγονός (προϊόν της γενικότερης καχυποψίας, έλλειψης εθνικής συναίνεσης και συνεννόησης), αν ήταν «προσχεδιασμένο» από το ΚΚΕ ή αν απλά «εξυπηρέτησε» ως τέλεια αφορμή κ.ο.κ.

«Ο άνθρωπος που έδωσε την εντολή για πυρ, του οποίου η ταυτότητα ποτέ δεν εξακριβώθηκε, είχε βγει από την αυλή του κτιρίου της αστυνομίας», σημειώνει ο Γ. Ιατρίδης, ενώ το «πέπλο του μυστηρίου» γύρω από το ποιος άνοιξε πυρ και γιατί επαναλαμβάνεται και αλλού: «Το τι ακριβώς συνέβη στην πλατεία Συντάγματος, στις 3 Δεκεμβρίου, αποτελεί ακόμη αίνιγμα», αναφέρει ο Π. Μακρής-Στάικος («Κ»), ο δε Γ. Μαυρογορδάτος («Κ») τονίζει πως «δεν εξιχνιάστηκε ποτέ ποιος ήταν εκείνος που εμφανίστηκε στην είσοδο της Αστυνομικής Διεύθυνσης και άνοιξε πυρ»! Και όμως, το αιματοκύλισμα του συλλαλητηρίου της Κυριακής μόνο «τυχαίο» ή «ατυχές» γεγονός δεν ήταν. Τουναντίον, ήταν προαποφασισμένη και σαφής κυβερνητική εντολή. Όπως ενημέρωσε ο ίδιος ο υπουργός Εφοδιασμού Θ. Τσάτσος το Βρετανό πρέσβη Ρ. Λίπερ: «Το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να δώσει εντολή στην αστυνομία να σταματήσει τη διαδήλωση ακόμη και με τα όπλα»15. Είναι επίσης γνωστή η παραδοχή του τότε Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών Α. Έβερτ πως, «βάσει των υπευθύνων διαταγών τας οποίας είχον, διέταξα και εγώ υπευθύνως την βιαίαν διάλυσιν των επιτιθεμένων [!] διαδηλωτών»16. Παρόλ' αυτά, για την αστική ιστοριογραφία αποτελεί ακόμα «ανεξήγητο φαινόμενο» το ποιος και με ποιου εντολή άνοιξε πυρ εκείνη την ημέρα. Φτάνουν δε στο σημείο να ισχυρίζονται, «σύμφωνα με αξιόπιστες μαρτυρίες» (βέβαια!), πως οι διαδηλωτές ήταν εκείνοι που δήθεν επιτέθηκαν πρώτοι προκαλώντας την αντίδραση της αστυνομίας: Αρχικά με χειροβομβίδα κατά της οικίας του Γ. Παπανδρέου και κατόπιν με επιχείρηση –«βάσει σχεδίου»!– κατάληψης της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών!

Ο Γ. Ιατρίδης («Κ») υποστηρίζει, τέλος, πως το ΚΚΕ-ΕΑΜ προχώρησε στην ένοπλη σύγκρουση από «λανθασμένους υπολογισμούς […] Το ΚΚΕ και οι οργανώσεις που ήλεγχε, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, δε διέθεταν την ένοπλη ισχύ, το συντονισμό και την ηγεσία ώστε να επικρατήσουν απέναντι στα έμπειρα βρετανικά και ελληνικά στρατεύματα […] Η σημαντικότερη στρατηγική γκάφα του ΚΚΕ ήταν το ότι άφησε την αντιπαράθεση με τους αντιπάλους του να εξελιχθεί σε πόλεμο πλήρους κλίμακας. Με δεδομένη την άνιση ισχύ των δύο πλευρών και χωρίς ξένη βοήθεια, ήταν ένας πόλεμος που το ΚΚΕ δεν μπορούσε να ελπίζει ότι θα κέρδιζε».

Στην περιγραφή του στρατιωτικού μέρους των συγκρούσεων του Δεκέμβρη, η υποτιμητική και συχνά ειρωνική αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας. «Το σχέδιο» του ΚΚΕ για την «πραξικοπηματική κατάληψη» της Αθήνας «ήταν εξαρχής ανόητο και η εφαρμογή του ακόμη πιο ανόητη», αναφέρει ο Γ. Μαυρογορδάτος. Αλλού, οι αμυνόμενοι Χίτες του Θησείου αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν ήρωες, μαχόμενοι με τον ΕΛΑΣ σε «άνιση αναμέτρηση»! Ο ΕΛΑΣ εμφανίζεται ακόμη και να «λεηλατεί» ό,τι καταλαμβάνει (όπως τη Σχολή Ευελπίδων), δίχως να δίνει ή να κερδίζει καμιά σοβαρή μάχη (Π. Μακρής-Στάικος - «Κ»). Ανάλογα παρουσιάζεται και ο στρατιωτικός συσχετισμός δυνάμεων, με τον Σπ. Σφέτα να ισχυρίζεται πως ο ΕΛΑΣ στην αρχή της Μάχης της Αθήνας διέθετε 15.000 μαχητές (χώρια εκείνους που κατέφτασαν στη συνέχεια), ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις μόλις που ξεπερνούσαν τις 3.500. Οι δε Βρετανοί, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν ξεπέρασαν τις 25.000!

Φυσικά, τίποτε από τα παραπάνω δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στο ξεκίνημα των μαχών μετρούσαν 10.350 μαχητές, που σταδιακά ενισχύθηκαν φτάνοντας τις 16.000. Από την άλλη μεριά, υπήρχαν ήδη 11.000 άνδρες διάφορων ένοπλων σχηματισμών των εγχώριων αστικών δυνάμεων (της Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου, της Χωροφυλακής, της οργάνωσης «Χ» κ.ο.κ.), στους οποίους στις 12 Δεκέμβρη προστέθηκαν κατ’ ομολογία του τότε υφυπουργού Στρατιωτικών Λ. Σπαή και 12.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας.17 Οι δε βρετανικές δυνάμεις έφτασαν στο απόγειό τους (τέλη Δεκέμβρη) να μετρούν 60.000 άνδρες. Σε αυτόν το συσχετισμό, θα πρέπει ακόμη να συνυπολογιστεί και η τρομακτική υπεροπλία του αντιπάλου, ο οποίος διέθετε βαριά όπλα, άρματα μάχης, αεροπλάνα, καθώς και τα κανόνια του στόλου που δεν έπαψαν να σφυροκοπούν τις λαϊκές συνοικίες, σκορπώντας το θάνατο. Απεναντίας, ο ΕΛΑΣ διέθετε στα μέσα Δεκέμβρη μόλις 2.400 τουφέκια, ως επί τω πλείστον κατάλοιπα του ελληνοϊταλικού πολέμου και λάφυρα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, εκ των οποίων τα 300 χωρίς καν φυσίγγια.18

Την αριθμητική υπεροχή και υπεροπλία του αντιπάλου αντιστάθμιζε μόνο το αγωνιστικό φρόνημα και ήθος του ένοπλου λαού, καθώς και η συντριπτική υποστήριξη του ΕΑΜ από τις λαϊκές μάζες. Και αυτόν τον τιτάνιο, ηρωικό και δίκαιο αγώνα δεν μπορεί να τον σπιλώσει κανείς.

Δεν είναι τυχαίο πως, ακόμα και με τις ανεπαρκείς αυτές δυνάμεις που διέθετε ο ΕΛΑΣ, ο εχθρός βρέθηκε πολλές φορές σε δύσκολη θέση, με το στρατηγό Σκόμπι να εξετάζει στις 11 Δεκέμβρη σοβαρά ακόμα και το ενδεχόμενο υποχώρησης των βρετανικών δυνάμεων από την Αθήνα, ωσότου τουλάχιστον συγκεντρωθούν οι απαραίτητες ενισχύσεις για την κάμψη του ΕΛΑΣ. Σχετική έκθεση που υποβλήθηκε στο βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών στα τέλη Δεκέμβρη του 1944 τόνιζε: «Παρά τρίχα γλιτώσαμε από μια καταστροφή πρώτης τάξεως […] Δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι υπάρχει και τόσο μεγάλη αντίθεση στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ όπως πολλοί νομίζουν…[Τουναντίον] είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μεγάλη συμπάθεια έναντι του ΕΑΜ στην Ελλάδα»19.

Τέλος, ως δείγμα της αδιαλλαξίας, της ματαιοδοξίας και της γενικότερης λαθολογίας γύρω από τη στάση του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1944, τόσο ο Γ. Μαυρογορδάτος όσο και Σπ. Σφέτας επικαλούνται τους «εξωφρενικούς» και «απαράδεκτους» αντίστοιχα όρους που έθεσε δήθεν το ΕΑΜ στη διάσκεψη της 26-27 Δεκέμβρη, οδηγώντας στο ναυάγιο των σχετικών διαβουλεύσεων για την κατάπαυση του πυρός. Για την Ιστορία, να θυμίσουμε ποιοι ήταν αυτοί οι «εξωφρενικοί» και «απαράδεκτοι όροι»: Η συμμετοχή κατά 40%-50% στη νέα κυβέρνηση, η τιμωρία των δωσίλογων, η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, η διάλυση της Χωροφυλακής, η αποστράτευση όλων των στρατιωτικών σχηματισμών και η συγκρότηση εθνικού στρατού, καθώς και η διενέργεια εθνικών εκλογών τον Απρίλη του 1945 και δημοψηφίσματος για το πολιτειακό δύο μήνες πριν!

«Η κομμουνιστική Αριστερά», προσθέτει ο Ε. Χατζηβασιλείου («Κ»), «δεν αντιλήφθηκε τους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος. Παρέμεινε μη κατευνάσιμη, μαξιμαλιστική, ανεδαφική… Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ απέτυχαν, όχι επειδή συνεργάστηκαν με τον Παπανδρέου και τις μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις, αλλά επειδή δεν ενέμειναν σε αυτήν τη γραμμή συνεργασίας».

 

«ΚΟΚΚΙΝΗ ΒΙΑ» ΚΑΙ ΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Όπως και στην προσέγγιση της κατοχικής περιόδου, έτσι και στην περίπτωση του Δεκέμβρη του 1944 η «κόκκινη βία-τρομοκρατία» καταλαμβάνει δεσπόζουσα θέση στην αστική ιστοριογραφία.

Ο Ι. Μιχαηλίδης («Κ») αναφέρει πως μετά την απελευθέρωση σε όλη την Ελλάδα «στο παρασκήνιο εξελισσόταν ένας αμείλικτος πόλεμος με απαγωγές, συλλήψεις, φυλακίσεις και δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων […] Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη από τον Αύγουστο του 1944 και εξής στελέχη του ΕΑΜ και της ΟΠΛΑ συνέλαβαν χιλιάδες πολίτες με την κατηγορία του δωσιλογισμού, αρκετούς από τους οποίους εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες […] Η εγκαθίδρυση μιας ιδιότυπης ΕΑΜοκρατίας οδήγησε σε αντεκδικήσεις όχι μόνο σε βάρος δωσίλογων, αλλά ακόμη και αθώων πολιτών που σπιλώθηκαν και εξοντώθηκαν στο πλαίσιο ενός γενικότερου ξεκαθαρίσματος λογαριασμών». «Τόσο το προφίλ των ομήρων και εκτελεσθέντων όσο και ο τρόπος με τον οποίο αποφασίστηκε και έγινε», ισχυρίζεται ο Στ. Καλύβας («Κ»), «τεκμηριώνει μια απόπειρα γενικής εκκαθάρισης της αντίπαλης πλευράς. Δεν έχουμε να κάνουμε δηλαδή με περίπτωση εκδικητικής μανίας, αλλά για μια κίνηση που αποβλέπει σε μια πλήρη μελλοντική επικράτηση». Έτσι στοιχειοθετεί την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας που δήθεν σχεδίαζε το ΚΚΕ ο Στ. Καλύβας, «διευκρινίζοντας» (και «προειδοποιώντας»;) παράλληλα πως οι μαζικές πολιτικές δολοφονίες δεν αποτελούν παρά ένα τυπικό γνώρισμα τέτοιων «κομμουνιστικών πραξικοπημάτων»!

Βεβαίως, ούτε το ΚΚΕ προετοίμαζε επανάσταση, ούτε η επανάσταση χαρακτηρίζεται «τυπικά» από αλόγιστα, αυθαίρετα «δολοφονικά όργια» κατά «πολιτικών αντιπάλων» ή του οποιουδήποτε. Φυσικά υπάρχει βία, τόσο από τη μεριά της άρχουσας τάξης που προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία με νύχια και με δόντια, όσο και από τη μεριά της εργατικής που διεκδικεί να της την αποσπάσει. Καμιά εκμετάλλευση στη μακρά και βασανιστική πορεία της ιστορικής κοινωνικής εξέλιξης δεν αποτινάχτηκε από τους εκμεταλλευομένους δίχως βία.20 Όλα τα υπόλοιπα δεν αποτελούν τίποτε άλλο, παρά αστική παραφιλολογία, που αποσκοπεί στη δυσφήμηση και χρεοκοπία της επαναστατικής πάλης στη συνείδηση των μαζών, προς όφελος των κρατούντων, της διαιώνισης της εξουσίας τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, κεντρική θέση στην «καταγραφή» και «καταγγελία» της «κόκκινης βίας» κατέχει επιπλέον μια ακατάσχετη πτωματολογία, όπου τα νούμερα δίνουν και παίρνουν με απροκάλυπτα παράλογο και αυθαίρετο τρόπο. Ο Στ. Καλύβας παραθέτει μια σειρά «εκτιμήσεις»: Από τον «υπερβολικό» –κατά τον ίδιο– αριθμό των 10.000 εκτελεσθέντων που αναφέρει ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, στην πιο «αξιόπιστη» εκτίμηση των 4.000-6.000 νεκρών από τις εκτελέσεις και την ομηρία, έως τους 1.800 εκτελεσμένους που κατέγραψε η Ιατροδικαστική Υπηρεσία μέχρι τον Απρίλη του 1945 (χωρίς να λέει ωστόσο η ίδια από ποιους εκτελέστηκαν21). «Σε οποιαδήποτε περίπτωση», καταλήγει ο Στ. Καλύβας, «η συμπεριφορά του ΚΚΕ στη διάρκεια των Δεκεμβριανών εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί εγκληματική»!

Η αστική-κυβερνητική προπαγάνδα της εποχής περί οργανωμένων μαζικών εκτελέσεων, π.χ., σε Περιστέρι, Γαλάτσι, Κυψέλη, κ.α., υιοθετείται αβίαστα. Οι καταγγελίες του ΕΑΜ για μαζικές εκτελέσεις από την Εθνοφυλακή σε Καλλιθέα, Καισαριανή και Περιστέρι απορρίπτονται ασυζητητί, αφού, όπως ισχυρίζεται ο Στ. Καλύβας, «δε συνοδεύονται από καμιά τεκμηρίωση και σύντομα θα εκλείψουν […] Συνολικά, πάντως, από τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν τεκμηριώνονται μαζικές εκτελέσεις αμάχων από τους Βρετανούς και την κυβερνητική πλευρά»! Τι κι αν σε αυτούς τους μαζικούς τάφους βρέθηκαν πτώματα που αναγνωρίστηκαν και καταγράφηκαν με ονοματεπώνυμο ως μέλη ή συμπαθούντες του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ; Όπως η Μαρία Πανά, εθελόντρια στο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ Νέας Σμύρνης και κατόπιν στο συνεργείο του ΕΛΑΣ Υμηττού, η οποία παρουσιάστηκε στις 26 Μάη 1945 από τις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Ασύρματος» ως «συλληφθείσα υπό των ΕΛΑΣιτών» και κατόπιν «κακοποιηθείσα», «βιασθείσα» και «εκτελεσθείσα». Ή η 18χρονη Χρυσούλα Κωτσάκη, μέλος του ΚΚΕ, που, ενώ δολοφονήθηκε από Χίτες, κατόπιν το πτώμα της ξεθάφτηκε και μεταφέρθηκε στην «έκθεση πτωμάτων» δήθεν δολοφονηθέντων του ΕΛΑΣ το Μάρτη του 1945.22

Το ζήτημα των πηγών είναι κομβικό. Οι προπαγανδιστές της «κόκκινης βίας» κάνουν εξόφθαλμα επιλεκτική και αποσπασματική χρήση πηγών. «Αξιόπιστες» θεωρούνται, π.χ., μόνο οι μετρημένες στα δάχτυλα προσωπικές μαρτυρίες που στοιχειοθετούν την εικόνα που οι ίδιοι θέλουν να δώσουν. Αξιόπιστη θεωρείται η καταγραφή του εκπροσώπου της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη Γ. Μόδη που, παρότι ήταν σε περιορισμό έως τα μέσα Γενάρη, η μαρτυρία του περί «χιλιάδων ομήρων» και «δολοφονίες κρατουμένων» λαμβάνεται ως αδιάψευστο τεκμήριο της «κόκκινης τρομοκρατίας». Αξιόπιστες θεωρούνται και παρατίθενται οι σχετικές «πληροφορίες» της Εθνοφυλακής, ενώ είναι γνωστό ότι αυτή είχε στελεχωθεί ως επί το πλείστον από πρώην ταγματασφαλίτες κ.ο.κ. Από την άλλη μεριά, τα όποια στοιχεία προέρχονται από το ΕΑΜ ή είναι θετικά διακείμενα προς αυτό αντιμετωπίζονται ως «κομμουνιστική προπαγάνδα» και απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη.

Παρόμοια σπέκουλα και με τους ομήρους του ΕΛΑΣ: Ο Π. Βόγλης («Β») κάνει λόγο για 15.000 συλληφθέντες από το ΕΑΜ, «οι περισσότεροι από τους οποίους μετά τη λήξη των μαχών μετατράπηκαν σε όμηρους», ενώ ο Στ. Καλύβας κάνει λόγο για 15.000-30.000. Από την άλλη μεριά, οι όμηροι-αιχμάλωτοι των Βρετανών «υπολογίζονταν» σε 12.000 σύμφωνα με τον Βόγλη («εκ των οποίων οι 8.000 μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, όπου κρατήθηκαν κάτω από άθλιες συνθήκες για αρκετούς μήνες»), ενώ, σύμφωνα με τον Καλύβα, «πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις» (όχι βεβαίως του ΕΑΜ, που είχε καταγγείλει τη σύλληψη 28.000 οπαδών και μαχητών του) «κάνουν λόγο για 8.000-10.000 αιχμαλώτους», εκ των οποίων οι 5.000 κατέληξαν στα προαναφερθέντα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Βρετανών.

Το μέτρο της «ομηρίας» ο ΕΛΑΣ άρχισε να το χρησιμοποιεί ως ύστατο μέτρο ασφαλείας μόλις από τις 18 Δεκέμβρη και μόνο αφού είχε ήδη επιστρατευτεί από τον αντίπαλο μαζικά πολύ νωρίτερα. Το μέτρο αυτό αιτιολογήθηκε τη δεδομένη στιγμή ως αντιστάθμισμα στους ομήρους που είχαν πάρει οι εγχώριες αστικές και βρετανικές δυνάμεις. Και όμως, στις 28 Δεκέμβρη η ΚΕ του ΕΑΜ έστειλε επιστολή στον Δαμασκηνό, κάνοντας έκκληση για την αμοιβαία απελευθέρωση των ομήρων. «Μακαριότατε», τόνιζε, «είναι γνωστό ότι οι Άγγλοι και αι κυβερνητικαί αρχαί από της πρώτης ημέρας της παρούσης ανωμάλου καταστάσεως προέβησαν εις αθρόας συλλήψεις πολιτών, μεταξύ των οποίων πολλοί γέροντες, γυναίκες και παιδιά […] Το ΕΑΜ, παρά την ανωτέρω κατάστασιν, δεν προέβη εις ανάλογα μέτρα μέχρι προ δεκαημέρου περίπου, οπότε προ των εντεινομένων τρομοκρατικών μεθόδων των αντιπάλων ηναγκάσθη υπεραμυνόμενον της ζωής και της ακεραιότητος των κρατουμένων χιλιάδων οπαδών του, να προβεί και αυτό εις την σύλληψιν αριθμού τινός προσώπων κατά μεγάλην πλειοψηφίαν δωσιλόγων…». Σε ένδειξη καλής θέλησης μάλιστα, η ΚΕ του ΕΛΑΣ διέταξε αυθημερόν «αυτοπροαιρέτως και μονομερώς» την απόλυση «των μη βαρυνομένων ατομικώς με εγκλήματα γυναικών, καθώς και εκείνων που είναι πιο εξασθενισμένοι, ανεξάρτητα από φύλο και ηλικία» (Διαταγή υπ’ αρ. 712/28.12.44). Καμιά αντίστοιχη κίνηση, ωστόσο, δεν έγινε από την άλλη πλευρά.23

Τέλος, ένα στοιχείο, που επίσης δεν αναφέρεται σχεδόν πουθενά στις σχετικές αστικές «αναλύσεις», είναι το γεγονός πως, μετά από τη συνθηκολόγηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στις 11 Γενάρη, όλοι οι αιχμάλωτοί του, Έλληνες και Βρετανοί, απελευθερώθηκαν. Δε συνέβη το ίδιο και την άλλη πλευρά, η οποία ενέτεινε και επέκτεινε την καταστολή.

Το ΕΑΜ-ΚΚΕ έφταιγε τέλος για την ατιμωρησία των δωσίλογων, αφού «τα Δεκεμβριανά λειτούργησαν, σε αρκετές περιπτώσεις, και ως “κολυμβήθρα του Σιλωάμ”, εξαγνίζοντας πολλούς δωσίλογους λόγω της καταστροφικής τακτικής του ΕΛΑΣ να εξοντώσει δίχως επαρκή στοιχεία δεκάδες αθώους πολίτες» (Ι. Μιχαηλίδης). Προσπερνώντας τα απαράδεκτα ψεύδη περί «εξόντωσης αθώων» από τον ΕΛΑΣ, να θυμίσουμε πως πουθενά η μεγάλη πλειοψηφία των δωσίλογων δεν τιμωρήθηκε (με εξαίρεση κάποιες «τρανταχτές» περιπτώσεις, συνήθως υψηλά ιστάμενων). Τουναντίον, μεταπολεμικά, στις περισσότερες χώρες πολλοί εξ αυτών βρέθηκαν να στελεχώνουν τους κρατικούς αστικούς μηχανισμούς καταστολής ή τέθηκαν στην υπηρεσία του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Ο «πέλεκυς» έπεσε ακόμα ελαφρύτερα στους λεγόμενους οικονομικούς δωσίλογους, εκείνους δηλαδή που αποκόμισαν τεράστια κέρδη από τη συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής.

Να μην ξεχνάμε επίσης πως, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες υπό κατοχή χώρες, οι δωσιλογικοί μηχανισμοί συγκροτήθηκαν με τις ευλογίες της αστικής τάξης (ή σημαντικού μέρους αυτής), λειτούργησαν ως πυλώνες της αστικής εξουσίας και του αντικομμουνιστικού αγώνα. Η γενικότερη ατιμωρησία των δωσίλογων, επομένως, έγκειτο στο γεγονός ότι ήταν γέννημα-θρέμμα, αναπόσπαστο κομμάτι και χρήσιμο εργαλείο του αστικού συστήματος εξουσίας. Τιμωρήθηκαν μόνο όσοι απαιτούνταν για τον κατευνασμό της δικαιολογημένης αγανάκτησης των μαζών απέναντι στα εγκλήματά τους, καθώς και για να διαφοροποιηθεί –και να απενοχοποιηθεί– η αστική τάξη συνολικά μετά από τον πόλεμο.

 

Β. ΝΕΕΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1944

Ωστόσο, όπως αναφέραμε ήδη, σε ειδικά αφιερώματα και «εκτιμήσεις» για το Δεκέμβρη του 1944 προχώρησαν και διάφορες οπορτουνιστικές δυνάμεις («Νέα Σπορά»24, «Εργατικός Αγώνας»25). Κοινός τους παρανομαστής: Η στρατηγική του ΚΚΕ σήμερα είναι λανθασμένη, όπως λανθασμένες είναι και οι εκτιμήσεις του για τη στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος, ντόπιου και διεθνούς, την επίμαχη περίοδο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο συντάκτης του αφιερώματος της «Νέας Σποράς», μάλιστα, φτάνει στο σημείο να ισχυρίζεται πως η προβολή συμπερασμάτων στο σήμερα είναι σχεδόν «αντιεπιστημονική», γιατί δήθεν άλλη εποχή τότε και άλλη σήμερα. Το ΚΚΕ, λέει, «συνδέει συνολικά και, κατά τη γνώμη μας, ισοπεδωτικά την πορεία του επαναστατικού κινήματος, τη στρατηγική και την τακτική του, με τη σημερινή πραγματικότητα». «Είναι λάθος», προσθέτει ο ίδιος, «να μεταφέρουμε τις σημερινές συνθήκες σε μια άλλη ιστορική εποχή». Λες και το ΚΚΕ επιχειρεί να μεταφέρει τις συνθήκες του ιμπεριαλισμού στην εποχή της φεουδαρχίας! Η ιστορική εποχή παραμένει ίδια από την περίοδο του περάσματος του καπιταλισμού στο ανώτατό του στάδιο, τον ιμπεριαλισμό. Είναι η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, που εγκαινιάστηκε και επιβεβαιώθηκε με τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Ακολούθως, ο στρατηγικός στόχος του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης έκτοτε και αντικειμενικά παραμένει ο ίδιος. Δεν αλλάζει και δεν μπορεί να αλλάζει στις διάφορες φάσεις ή στροφές της ιστορικής εξέλιξης, όπως δεν αλλάζει και ο χαρακτήρας της εποχής.

Εδώ βεβαίως, εκτός από τη στρατηγική του ΚΚΕ, ασκείται πολεμική και στη δυνατότητα ενός επαναστατικού-μαρξιστικού κόμματος να εξάγει διδάγματα από την Ιστορία του, όχι αποστεωμένα και «μουσειακά», αλλά ζωντανά, εργαλεία και όπλα στην πάλη του στο σήμερα και το αύριο. Το ΚΚΕ προφανώς και δεν έχει τέτοια αντίληψη για την Ιστορία. Θεωρούμε δε κατάκτηση του Κόμματος, απόρροια της ιδεολογικοπολιτικής του ωριμότητας, το γεγονός ότι μπορεί σήμερα να μελετά την Ιστορία του, πέρα από ωραιοποιήσεις και λαθολογίες, και να βγάζει συμπεράσματα.

Ο χαρακτήρας του πολέμου, σύμφωνα με τη «Νέα Σπορά», ήταν και ιμπεριαλιστικός και αντιφασιστικός: «Συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που έρχονταν σε αντίθεση με τον Άξονα για το ξαναμοίρασμα των αγορών, που επιχειρούσε αυτός μέσω του πολέμου, ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί στη βάση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας […] στη βάση αντίθεσης σοσιαλισμού-ιμπεριαλισμού. Δεν υπήρχε έδαφος για μια τέτοια συμμαχία. Αυτό θα ισοδυναμούσε με παραίτηση της Σοβιετικής Ένωσης από την αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και κατά συνέπεια της υπεράσπισης της σοσιαλιστικής πατρίδας […] Με την έννοια αυτή, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος πήρε και αντιφασιστικό χαρακτήρα από τη μεριά των δυνάμεων που πολεμούσαν τον Άξονα». «Αυτή τη συνθετότητα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου», καταλήγει ο γράφων της «Νέας Σποράς», «ορισμένα Κομμουνιστικά Κόμματα δεν μπόρεσαν να την διαχειριστούν σωστά και να χάσουν την ιστορική εμπειρία να οδηγήσουν τις χώρες τους στο πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και το ΚΚΕ».

Ξεκινώντας καταρχάς από τον τελευταίο ισχυρισμό, το ΚΚΕ δεν ήταν κάποια «εξαίρεση στον κανόνα» σε σχέση με το υπόλοιπο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η στρατηγική ήταν ενιαία, όπως ενιαία ήταν και τα προβλήματα που απέρρεαν από αυτή. Δεν ήταν επομένως ζήτημα «σωστής αντίληψης» ή «διαχείρισης» της συνθετότητας μιας κατάστασης από «ορισμένα κόμματα».

Επί της ουσίας: Ο πόλεμος ήταν ιμπεριαλιστικός, γεγονός που απορρέει αντικειμενικά. Η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, σοσιαλισμού-ιμπεριαλισμού δεν είναι ένα κουμπί «on-off» που το ανάβεις και το σβήνεις ανάλογα με την περίσταση. Όπως άλλωστε αποδείχτηκε και από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων. Ο χαρακτήρας του πολέμου δεν άλλαξε επειδή υποχρεώθηκε να μπει σε αυτόν και η ΕΣΣΔ αμυνόμενη. Άλλο θέμα ότι μόνο από τη μεριά της Σοβιετικής Ένωσης ο πόλεμος ήταν ένας αντιφασιστικός πόλεμος, ένας πόλεμος δίκαιος σε υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας, και βεβαίως όφειλε να αξιοποιήσει στο έπακρο τις όποιες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Η στρατηγική όμως του αντιφασιστικού μετώπου, σε άρρηκτη σύνδεση με τον προσδιορισμό του χαρακτήρα του πολέμου ως αντιφασιστικού, καθόρισε καθήκοντα και συμμαχίες για τα Κομμουνιστικά Κόμματα που εν τέλει υπονόμευαν τον αυτοτελή επαναστατικό ρόλο τους.

Στην ίδια λίγο-πολύ λογική με τη «Νέα Σπορά», ο «Εργατικός Αγώνας» «εγκαλεί» τη «σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ» πως «επαναλαμβάνει σαν παλιά ηχώ την παλιά θέση των τροτσκιστικών ομάδων ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν από την αρχή ως το τέλος ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος … στην ουσία κατηγορεί το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα ότι συμμετείχε σε έναν άδικο πόλεμο … Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν στο μέλλον η ηγεσία του ΚΚΕ θα αποδώσει την κατηγορία του σοσιαλιμπεριαλισμού στην ΕΣΣΔ»!

Προφανώς ο φραξιονιστικός οπορτουνισμός δεν αντιλαμβάνεται ότι με την τέτοια «επιχειρηματολογία» του ανάγει σε προϊόν «τροτσκιστικής (!) επίδρασης» τόσο τις θέσεις του ΚΚΕ για τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης (1929-1933), όσο και τις θέσεις του ΠΚΚ (μπ.) και της ΚΔ (1939-1941) για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του επερχόμενου (τότε) Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τους «διαφεύγει» ότι το ΚΚΕ έχει από πού να αντλήσει θετική θεωρητική και πολιτική πείρα. Έχει την Ιστορία του και την Ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Δεν του χρειάζονται οι «τροτσκιστικές επιδράσεις».

Παρά τη σαφή (και σκόπιμη) «αδυναμία» του κ. Γ. Πετρόπουλου του «Εργατικού Αγώνα» να αναπαράγει έστω και αντικειμενικά τις θέσεις του ΚΚΕ για τον πόλεμο και τη δοσμένη στρατηγική αντίληψη του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, ας επαναλάβουμε: Το ΚΚΕ δεν «κατηγορεί» το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ότι συμμετείχε σε έναν άδικο πόλεμο (βλ. και παραπάνω). Τα περί «σοσιαλιμπεριαλισμού» ανήκουν στο τροτσκιστικό οπλοστάσιο κατά του ντόπιου και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που το ΚΚΕ αντιπάλεψε και τότε και συνεχίζει να αντιπαλεύει και σήμερα. Καμία σχέση με την πραγματικότητα, λοιπόν. Η αυτοκριτική προσέγγιση του ΚΚΕ ως προς τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής δεν έχει αφοριστικό ή καταγγελτικό περιεχόμενο (όπως υπονοεί ο «Εργατικός Αγώνας»), αλλά έχει σκοπό, με σεβασμό και θαυμασμό προς την Ιστορία του, να αντλήσει συμπεράσματα και από τις όποιες αδυναμίες και λάθη του. Για να κάνει αυτή την ιστορική εμπειρία όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης στο σήμερα.

Βεβαίως, κάποιοι, όπως ο «Εργατικός Αγώνας», μόνο αυτό δε θέλουν και εκεί στοχεύουν και χτυπάνε. Και η ουσία της πολεμικής τους είναι ακριβώς εκεί που είναι το κύριο, στη στρατηγική. Όχι μόνο για τότε, αλλά κυρίως για σήμερα, που το ΚΚΕ στέκεται απέναντι στις αστικές κυβερνήσεις (και τις λεγόμενες «αριστερές»), θεωρώντας (όπως και θα ήταν) προδοσία των εργατικών συμφερόντων η συμμετοχή του σε τέτοιες (όπως θα επιθυμούσε ο «Εργατικός Αγώνας»).

«Ο Δεκέμβρης του 1944», γράφει ο Γ. Πετρόπουλος στον «Εργατικό Αγώνα», «αντικειμενικά ήταν μια επανάσταση» γιατί, αν νικούσε ο ΕΛΑΣ, «θα άρχιζε η οικοδόμηση της Λαϊκής Δημοκρατίας» που «θα έθετε τις βάσεις για την οργάνωση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας». Εδώ, πέρα από τη σαφή επιθυμία του για «ενδιάμεσα-μεταβατικά» στάδια, είναι κανείς να αναρωτιέται πώς την εννοεί την επανάσταση ο «Εργατικός Αγώνας». Γιατί είναι δυνατό να κάνεις επανάσταση επιζητώντας εξαρχής και καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων την επίτευξη συμβιβασμού με τον ταξικό αντίπαλο (βλέπε συγκρότηση κυβέρνησης «πραγματικής εθνικής ενότητας»); Σαφώς δε γίνεται. Γιατί, για να κάνεις επανάσταση, πρέπει να έχεις επαναστατική στρατηγική. Χωρίς επαναστατική στρατηγική, ακόμα και αν έχεις τον καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων, ακόμα και αν έχεις όλο το λαό με το μέρος σου –όπως αποδείχτηκε με οδυνηρό τρόπο από την Ιστορία του λαϊκού μας κινήματος– επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει.

Στη συνέχεια, αναρωτιέται ο ίδιος: Πώς «υποχρεωθήκαμε να πάμε στο Δεκέμβρη;» (λες και υποχρεώνεται κανείς να πάει σε «επανάσταση», αλλά αυτό το θίξαμε ήδη). «Η απάντηση», συνεχίζει, «δεν μπορεί να αναζητηθεί πουθενά αλλού παρά μόνο στα λάθη της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΕΑΜικού κινήματος αντίστασης». Η ηγεσία αυτή, ισχυρίζεται, «ήταν εντελώς ανεπαρκής θεωρητικά και πολιτικά να αναλύσει τη συγκεκριμένη κατάσταση και να λάβει τις ανάλογες αποφάσεις». Ακολούθως, «δεν κατανόησε σε όλο της το βάθος» τη «λαϊκή εξουσία» που είχε «απλωθεί παντού». «Δεν εκτίμησε σωστά τον αντίπαλο», δεν «αντιλήφθηκε» πως η «κύρια δύναμη του εχθρού ήταν οι Άγγλοι», «αναγνωρίζοντάς» τους «πρωταγωνιστικό ρόλο στις ελληνικές υποθέσεις» και προχωρώντας σε «αλυσίδα υποχωρήσεων» έναντί τους, διατηρώντας την «ψευδαίσθηση» πως «δε θα τολμούσε να επέμβει στρατιωτικά» ένας «σύμμαχος» κ.ο.κ.  Από τη μια λοιπόν η ηγεσία που ηγήθηκε στη δημιουργία από το μηδέν ενός τεράστιου κινήματος αποθεώνεται και από την άλλη χαρακτηρίζεται «εντελώς ανεπαρκής θεωρητικά και πολιτικά». Η απόδοση της ρίζας των λαθών στη «θεωρητική και πολιτική ανεπάρκεια» του ΚΚΕ τη δοσμένη περίοδο  είναι ωστόσο τελείως επιδερμική, αποφεύγει και θολώνει την ουσία του ζητήματος. Γιατί, βεβαίως, η γραμμή που ακολουθήθηκε δεν ήταν μόνο του ΚΚΕ, αλλά ήταν η γραμμή συνολικά του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που επίσης συνολικά δεν επιβεβαιώθηκε.

Όπως εκτίμησε σχετικά και το 18ο Συνέδριο του Κόμματος: «O πόλεμος διαμόρφωσε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό πολλών χωρών, όμως η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, με την καθοριστική υποστήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον Κόκκινο Στρατό, μόνο σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Eυρώπης. Στην καπιταλιστική Δύση τα KK δε διαμόρφωσαν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. H στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος δεν αξιοποίησε το γεγονός ότι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας περιεχόταν στον αντιφασιστικό - απελευθερωτικό χαρακτήρα του ένοπλου αγώνα για μια σειρά χώρες, ώστε να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας, αφού ο σοσιαλισμός και η κομμουνιστική προοπτική αποτελούν τη μόνη εναλλακτική λύση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα […] Σημειώθηκε σταδιακή υποχώρηση από τη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δε μεσολαβεί κάποιο ενδιάμεσο κοινωνικό σύστημα, επομένως και ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στην αστική και την επαναστατική εργατική εξουσία»26.

Έτσι, και στην περίπτωση της Ελλάδας, τόσο η μη μετεξέλιξη των φύτρων της λαϊκής εξουσίας που είχαν δημιουργηθεί στην Κατοχή σε επαναστατική εργατική εξουσία σε κρατικό επίπεδο (ουσιαστικά η μη σύνδεση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, των ζυμώσεων και των δυνάμεων που ανέδειξε, με το ζήτημα της εργατικής εξουσίας) όσο και η συγκεκριμένη στάση του κινήματος απέναντι στο βρετανικό παράγοντα, είχε να κάνει ακριβώς με τη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου, τους στόχους και τις συμμαχίες που αυτή έθετε. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η υπαγωγή του ΕΛΑΣ στο ΣΜΑ, ο Λίβανος, η Καζέρτα, ο Δεκέμβρης κ.ο.κ.

Ο Γ. Πετρόπουλος του «Εργατικού Αγώνα» όμως έχει αντίθετη άποψη, εγκαλώντας για μια ακόμη φορά το ΚΚΕ που εντοπίζει τις αδυναμίες και τις ταλαντεύσεις του ντόπιου και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στη στρατηγική των αντιφασιστικών μετώπων που χάραξε το 7ο Συνέδριο της ΚΔ και υιοθετήθηκε απ’ όλα τα ΚΚ, συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του ΚΚΕ. Ακολούθως, επαναλαμβάνει τα περί «τροτσκισμού», προχωρώντας ταυτόχρονα σε ένα απίστευτο νοητό άλμα: Πως χωρίς αυτήν τη γραμμή το λαϊκό κίνημα δε θα είχε αναπτυχθεί όσο αναπτύχθηκε και το ΚΚΕ θα είχε καταδικαστεί στο περιθώριο, όπως είχαν καταδικαστεί οι διάφορες τροτσκιστικές ομάδες της περιόδου.

Το παραπάνω σκεπτικό, που ακροβατεί στα όρια της κακότεχνης προβοκάτσιας, είναι εξαιρετικά αδύνατο και «μπάζει» από παντού. Το ζήτημα δεν ήταν αν το ΚΚΕ θα έμπαινε μπροστά στην οργάνωση και καθοδήγηση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όπως πολύ σωστά έκανε. Αλλά η σύνδεση του αγώνα αυτού με την ταξική πάλη και την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. «Μας λένε ποιο ήταν το λάθος», ισχυρίζεται ο κ. Πετρόπουλος, «ενώ αποφεύγουν να μας πουν ποιο θα έπρεπε να είναι το σωστό». Και όμως, το παραπάνω κομβικό ιστορικό συμπέρασμα και δίδαγμα του Κόμματος από τη συγκεκριμένη περίοδο επαναλαμβάνεται και τονίζεται σε κάθε σχετική ανάλυση-αναφορά. Μόνο κάποιος που δε θέλει να το δει –σκοπίμως– του «διαφεύγει».

Όπως τονίσαμε ήδη, είναι πασιφανές πως στο στόχαστρο της «Νέας Σποράς» και του «Εργατικού Αγώνα» στις προσεγγίσεις τους για το Δεκέμβρη δεν είναι άλλο από την επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ σήμερα. Προς αυτόν το σκοπό επιστρατεύονται ακόμα και τσιτάτα του Λένιν, του Μαρξ και του Ένγκελς: Γνωστή «πρακτική» του οπορτουνισμού η αποσπασματική και αυθαίρετη «αξιοποίηση» τσιτάτων των θεωρητικών του μαρξισμού για να αποδομήσουν το… μαρξισμό!

Έτσι και ο Γ. Πετρόπουλος έφτασε στο σημείο να επικαλείται τον Λένιν, τον Μαρξ και τον Ένγκελς προκειμένου να επιτεθεί στο ΚΚΕ επειδή επιμένει στη σημασία και την αναγκαιότητα ενός επαναστατικού προγράμματος! «Εντελώς λανθασμένος», ισχυρίζεται, «είναι και ο τρόπος με τον οποίο η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ αντιλαμβάνεται την σημασία των κομματικών προγραμμάτων. Κι αυτό γιατί κανένα πρόγραμμα –όσο σωστό κι αν είναι– δεν εφαρμόζεται ποτέ κατά γράμμα όταν έρχεται σε επαφή με την πραγματικότητα, καθώς δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματικότητα». Άρα τι νόημα έχει ένα πρόγραμμα για ένα Κομμουνιστικό Κόμμα; Ας αλλάζουμε προγραμματικές θέσεις και κατευθύνσεις ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος της «πραγματικότητας». Η επιτομή του οπορτουνισμού!

«Το ΚΚΕ», προσθέτει στη συνέχεια, «φαντάζεται ένα πρόγραμμα που να τα προβλέπει όλα, που να τα δίνει όλα στο πιάτο, που να καθορίζει εκ των προτέρων όλα τα βήματα του κόμματος και του επαναστατικού κινήματος προς την εξουσία. Τέτοιο πρόγραμμα φυσικά δεν υπάρχει. Αλλά αν ήθελε κανείς να το φτιάξει, δε θα έπρεπε να καταφύγει σε μαρξιστές, αλλά σε μέντιουμ και χαρτορίχτρες». Προφανώς, για τον τέως κομμουνιστή αρθρογράφο, τέτοιοι ήταν και οι συντάκτες του πρώτου κομμουνιστικού Προγράμματος, του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, οι Μαρξ και Ένγκελς! Φυσικά και το πρόγραμμα ενός ΚΚ δεν έχει την έννοια της πρόβλεψης ή του προκαθορισμού «όλων των βημάτων του Κόμματος και του επαναστατικού κινήματος». Χαράσσει όμως τη στρατηγική του στόχευση, καθώς και τα κομβικά ζητήματα που απορρέουν από αυτήν, τις κινητήριες δυνάμεις, τις συμμαχίες κ.ο.κ. Και όπως πολύ τρανταχτά απέδειξε η ιστορική εμπειρία, αυτά είναι τα βασικά σημεία που στην εξέλιξη και την κρίσιμη στιγμή της ταξικής πάλης μπορούν να αποβούν μοιραία, καθοριστικά, είτε για τη νίκη του επαναστατικού κινήματος είτε για την ήττα του.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Αναστάσης Γκίκας είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

 1. «Δεκέμβρης του ’44 - Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», επιμ. Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014, σελ.19-20.

2. Λίγες μέρες πριν την κατάληψη της Αθήνας από τα γερμανικά στρατεύματα ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και η κυβέρνηση του Εμμ. Τσουδερού διέφυγαν στην Κρήτη και κατόπιν στο Κάιρο της Αιγύπτου, όπου παρέμεινε η έδρα της «εξόριστης» ελληνικής αστικής κυβέρνησης έως την απελευθέρωση.

3. Εφημερίδα «Καθημερινή», 1 Μάρτη 1948.

4. Βλ. ενδεικτικά Έκθεση σχετικά με τη δύναμη του ΕΑΜ και τη δυνατότητα απόσπασης του ΕΛΑΣ από το ΕΑΜ, 12 Μάη 1943, Έκθεση με τίτλο «Η “κομμουνιστική απειλή” στην Ελλάδα», 27 Ιούλη 1943, στο HS 5/228, «Public Record Office» κ.ά.

5. ΚΚΑ Πότσνταμ, αρ. φιλμ 18.454, «Ένορκη δήλωση των Γκέμπχαρντ φον Λέντε, πρώην αξιωματικού του επιτελείου του 22ου Ορεινού Σώματος Στρατού και Α. Βίντερ, πρώην Επιτελάρχη της Ομάδας Στρατιών Ε στο αμερικανικό στρατοδικείο της Νυρεμβέργης, V», στις 27 Σεπτέμβρη και 22 Σεπτέμβρη 1947 αντίστοιχα, στο Μ. Ζέκεντορφ: «Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό: Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1991, σελ. 240, 267 και 235.

6. «Προλετάριος», αρ.φ.3, τέλη Γενάρη 1943.

7. «Το Καθήκον: Οι απόψεις της μειοψηφίας της ΚΕ του Κομμουνιστικού Αρχειομαρξιστικού Κόμματος», 1945, σελ.14.

8. «Σύνοψη της Αναφοράς για την Ελλάδα, 1943», Φάκελος HS5/224, Public Record Office.

9. Βλ. ενδεικτικά «Eden to Sargent», 12 Οκτώβρη 1944, στο PREM 3/66/7, «Churchill to Eden, 12 Οκτώβρη 1944, στο PREM 3/66/7 («Public Record Office») κ.ά.

10. Έγγραφο του Υπουργείου Πολέμου της Βρετανίας (FO 371/112828, Public Record Office), με ημερομηνία 1 Γενάρη 1944, π.χ., αναφέρει ξεκάθαρα πως «η άποψη της σοβιετικής κυβέρνησης […] είναι ότι τα ζητήματα που αφορούν τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα τα λύσουν οι λαοί αυτοί από μόνοι τους» (δίχως δηλαδή παρέμβαση εκ των έξω). Βλ. επίσης: «The Soviet Union at International Conferences During the Great Patriotic War of 1941-1945, Collected Documents», Vol.1, «The Moscow Conference of the Foreign Ministers of the USSR, the USA and Great Britain (October 19-30, 1943)», «The Foreign Policy of the Soviet Union During the Great Patriotic War. Documents and Materials (January 1, 1941-December 31, 1944)», Vol.2.

11. Roberts G, «Ideology, calculation, and improvisation: spheres of influence and Soviet foreign policy 1939-1945», στο «Review of International Studies», τ. 25, 1999, σελ. 669.

12. Στο FO371/112828, «Public Record Office».

13. Για να δώσουν έμφαση μάλιστα, ισχυρίζονται συχνά ότι ο Κόκκινος Στρατός έφτασε έως τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και κατόπιν άλλαξε πορεία. Αυτό βεβαίως δεν ισχύει. Με τη νίκη της ένοπλης λαϊκής εξέγερσης στις 9 Σεπτέμβρη και τη συγκρότηση στη Σόφια της κυβέρνησης του Πατριωτικού Μετώπου, ο Κόκκινος Στρατός (που βρισκόταν ακόμα στη βόρεια Βουλγαρία) δε συνέχισε την προέλασή του. Ένα μόνο τμήμα των δυνάμεων του 3ου Ουκρανικού μετώπου μετέβη κατόπιν στη Σόφια (15 Σεπτέμβρη), με το βασικό όγκο των Σοβιετικών δυνάμεων να επικεντρώνεται στην επιχείρηση για την απελευθέρωση της Γιουγκοσλαβίας.

14. Βλ. αντίστοιχα: μαρτυρία του Β. Γεωργίου, προσωπικού γραμματέα του Σιάντου, στο Φ. Οικονομίδη: «Το σύνδρομο του Οδυσσέα», εκδ. «Ορφέας», Αθήνα, 1999, σελ. 37 και Κεντρικά Κομματικά Αρχεία ΚΚ Βουλγαρίας, στο Φ. Οικονομίδη: «Ο Δεκέμβρης του ’44 και η διεθνής σημασία του», εκδ. «Ορφέας», Αθήνα, 2005, σελ. 67.

15. FO 371/43736 R19861 Λίπερ προς FO, 2 Δεκέμβρη 1944, στο «Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης: Η ένοπλη απάντηση του λαού στην Αγγλική κατοχή», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 2004, σελ.14.

16. Εφημερίδα «Ακρόπολις», 12 Δεκέμβρη 1958.

17. Λ. Σπαή: «Δεκέμβρης ’44», στα «Πολιτικά Θέματα», 4 Δεκέμβρη 1976.

18. Τα στοιχεία είναι του Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ και παρατίθενται στο Κωτσάκης Σπ, «Δεκέμβρης του 1944 στην Αθήνα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1986, σελ.158.

19. Έκθεση, 21/12/1944, στο FO 954/11, Public Record Office.

20. Ούτε φυσικά η φεουδαρχία ανατράπηκε από την επαναστάτρια τότε αστική τάξη δίχως βία. Αυτό βεβαίως σήμερα η αστική τάξη «επιλέγει» να το «ξεχνά» ή ακόμα και να το αντιμετωπίζει αρνητικά, γιατί πλέον βρίσκεται η ίδια στη θέση του παλιού που σαπίζει και πρέπει να ανατραπεί.

21. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» στις 17 Μάη 1945. Η «Καθημερινή» είχε «πρωτοστατήσει» τότε στην αστική προπαγάνδα περί «κόκκινης τρομοκρατίας».

22. Βλ. Φ. Τόλια: «Γυναίκες - Από την Αντίσταση στο Δεκέμβρη», στο «Δεκέμβρης του ’44 - Κρίσιμη ταξική σύγκρουση», επ. Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2014, σελ. 166-167.

23. Βλ. Ν. Κεπέση: «Δεκέμβρης του 1944», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1994, σελ. 374, 379-380.

24. «Με αφορμή τα 70 χρόνια του ηρωικού Δεκέμβρη 1944 (1)», στη «Νέα Σπορά», 10 Δεκέμβρη 2014.

25. Γ. Πετρόπουλου: «Ο μεγάλος Δεκέμβρης του ’44», στον «Εργατικό Αγώνα», σε 15 μέρη. Το αφιέρωμα του «Εργατικού Αγώνα» στο Δεκέμβρη του ’44 αναδημοσιεύτηκε επίσης από την ιστοσελίδα iskra.gr που πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ (Π. Λαφαζάνης).

26. «Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ: Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό», στο «18ο Συνέδριο του ΚΚΕ. Ντοκουμέντα», έκδ. «ΚΕ του ΚΚΕ», 2009, σελ. 231.