ΜΕ ΠΥΞΙΔΑ ΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ολο το προηγούμενο διάστημα και μπροστά στις βουλευτικές εκλογές, το ΚΚΕ πρόβαλλε τη σημαία του αγώνα, της διεκδίκησης ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών της εργατικής, λαϊκής οικογένειας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η θέση μας για την κοινωνική ισοτιμία της γυναίκας στην προοπτική της σοσιαλιστικής κοινωνίας, την ικανοποίηση όλου του φάσματος των αναγκών της στην κοινωνική ζωή, τη συμμετοχή της στο εργατικό κίνημα και στη συμμαχία του με τα φτωχά λαϊκά στρώματα της πόλης και της υπαίθρου-χωριού. Οι θέσεις μας αφορούν τη γυναίκα, ως τμήμα του εργατικού, λαϊκού κινήματος, με την αναγκαία εξειδίκευση με βάση τις ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες της, που προκύπτουν από τον αναπαραγωγικό της ρόλο. Δεν πρόκειται για στενά «ατομικές ανάγκες», όπως προβάλλεται από την αστική ιδεολογία.

Η εξειδίκευση της πολιτικής του Κόμματος στις γυναίκες βασίζεται στον ταξικό διαχωρισμό τους κι επομένως στο ταξικό κριτήριο στη δράση τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των γυναικών ανήκει ή εντάσσεται στην εργατική τάξη. Η πραγματική εκμεταλλευτική καπιταλιστική σχέση συχνά συγκαλύπτεται σε τμήματα μισθωτών επιστημόνων γυναικών, λόγω του μορφωτικού επιπέδου, της στρεβλής αντίληψης ότι στην εργατική τάξη ανήκουν μόνο οι χειρώνακτες εργάτες κι εργάτριες.

 Σημαντικός είναι ο αριθμός των γυναικών που, ενώ δουλεύουν ως μισθωτές, εμφανίζονται τυπικά ως αυτοαπασχολούμενες, ενώ ένα μέρος εργαζόμενων γυναικών είναι πραγματικά αυτοαπασχολούμενες και φτωχές αγρότισσες.

Οι γυναίκες από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μεγαλύτερα εμπόδια, σε σχέση με τους άντρες, στη συνειδητοποίηση της ανάγκης οργάνωσης και συμμετοχής στον αγώνα με το βλέμμα στραμμένο στις κοινωνικές - οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους.

Όπως και οι άντρες, οι γυναίκες έχουν ν’ αντιμετωπίσουν την επίδραση της αστικής ιδεολογίας, αλλά και την τρομοκρατία της αστικής εξουσίας (π.χ., την απειλή της απόλυσης). Επιπλέον, τον περιορισμό του ελεύθερου χρόνου, περνώντας στη φάση της δημιουργίας της δικής τους οικογένειας, ή όταν αναλαμβάνουν νέες ευθύνες απέναντι στους ηλικιωμένους γονείς. Βρίσκονται απότομα αντιμέτωπες με νέα προβλήματα, λόγω έλλειψης κοινωνικών υπηρεσιών.

Την ίδια στιγμή έρχονται αντιμέτωπες σε ιδεολογικό επίπεδο με τις πιο αντιδραστικές, παλιές και σύγχρονες αντιλήψεις για την ανισοτιμία (ή την «ισότητα») της γυναίκας, για τις σχέσεις των δύο φύλων, για τη θέση τους στην κοινωνία.

Βλέποντας συχνά διαφορά στη στάση των αντρών της οικογένειας (αποστασιοποίηση από τα προβλήματα της οικογενειακής και οικιακής καθημερινότητας), γίνονται αποδέκτες της αταξικής θεωρίας περί ανισοτιμίας της γυναίκας λόγω της «πατριαρχικής κοινωνίας», θεωρώντας ότι είναι ζήτημα αντίληψης - συμπεριφοράς - νοοτροπίας του άντρα, ξεκομμένο από την ταξική του προέλευση.

Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα στις μέρες μας, έφερε μεγάλες αλλαγές και για τη γυναίκα εργατικής προέλευσης, την ίδια την εργάτρια, την υπάλληλο, την αυτοαπασχολούμενη. Ωστόσο έβρισκε πάντα τρόπους να αναπαράγει τη γυναικεία ανισοτιμία των γυναικών της εργατικής τάξης, γιατί αποτελεί πηγή πρόσθετου κέρδους. Αυτές οι συνθήκες κάνουν πιο δύσκολο το ζήτημα της συνειδητοποίησης, κυρίως από τις νέες γυναίκες, του προβλήματος της διπλής ανισοτιμίας της γυναίκας, της ταξικής, που εμπλέκεται με εκείνη του φύλου.

Οι «κατακτήσεις» και για τις νέες γυναίκες με εργατική και λαϊκή καταγωγή –όπως οι κατακτήσεις στη μόρφωση, στη συμπεριφορά των αντρών της ίδιας ηλικίας, στην πρόσβαση στην κοινωνική εργασία, τουλάχιστον στις πιο ομαλές συνθήκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, δηλαδή όχι σε συνθήκες κρίσης– δημιουργούν την αυταπάτη της γυναικείας χειραφέτησης και ισοτιμίας των δύο φύλων, ακόμα και όταν συνειδητοποιούν την ταξική τους θέση.

Ως ένα βαθμό, τέτοιες αλλαγές μετέθεσαν πολύ αργότερα το ηλικιακό όριο που η νέα γυναίκα αποφασίζει να κάνει οικογένεια, για τη μητρότητα, ζήτημα που οξύνθηκε περισσότερο στις συνθήκες της παρατεταμένης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, της έξαρσης της μετανάστευσης.

Σε αυτό το έδαφος γίνονται πιο εύκολα αφομοιώσιμες και νέες αντιδραστικές θεωρίες για τα δύο φύλα, θεωρίες που διαστρεβλώνουν τα βιολογικά χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με τα ταξικά.

Η συνειδητοποίηση της ταξικής φύσης του γυναικείου ζητήματος, δηλαδή της σύμφυσης της ταξικής εκμετάλλευσης με τη φυλετική καταπίεση, επιδρά θετικά σε όλες τις μορφές πάλης στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αλλά και αναδεικνύει τις κοινωνικές - πολιτικές προϋποθέσεις για τη λύση του, την υπεροχή του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. «Το γυναικείο ζήτημα ως ιστορικό κοινωνικό φαινόμενο είναι ένα σύμπλεγμα οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών ανισοτιμιών και διακρίσεων που εκδηλώνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και προσωπικής ζωής της γυναίκας και σε τελευταία ανάλυση πηγάζει από τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης»1.

 

Α. ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΜΕΙΩΜΕΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΥΞΑΝΟΜΕΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

Στις σημερινές εργασιακές σχέσεις με τις απώλειες της παρατεταμένης κρίσης, είναι εμφανής η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να σκέφτονται νοσταλγικά την προηγούμενη κατάστασή τους. Αναγκάζονται να ιεραρχήσουν ποιες ανάγκες της οικογένειας χρειάζεται να καλύψουν: Τη διατροφή, τη θέρμανση, τα εμβόλια των παιδιών ή άλλες ανάγκες υγείας της οικογένειας. Μπροστά σε αυτά τα εμπόδια που τους φαίνονται ανυπέρβλητα, η ευθύνη που νιώθουν απέναντι στην οικογένεια κάνει τις γυναίκες της εργατικής, λαϊκής οικογένειας πιο ευάλωτες σε εκβιασμούς της εργοδοσίας, σε έκπτωση στις ανάγκες και στα εργασιακά, ασφαλιστικά, κοινωνικά δικαιώματά τους, υποχωρώντας χωρίς αντίδραση στις νέες απαιτήσεις των επιχειρηματικών ομίλων. Δεν αφορά μόνο την αποδοχή των μειώσεων μισθών, τις απλήρωτες υπερωρίες, την ανασφάλιστη δουλειά, την καταπάτηση της προστασίας της μητρότητας από τα μονοπώλια, αλλά ακόμα και την πίεση να «θέσουν στη διάθεση του εργοδότη» το πότε θα επιλέξουν να γίνουν μητέρες.

Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στις γυναίκες, οι συμβάσεις 1 μήνα μέχρι και μιας μέρας, οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις, οι μειώσεις μισθών και οι απολύσεις, οι συνολικότερες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, όπως η γενίκευση της «on call» εργασίας σε διάφορους κλάδους (Υγεία, Τηλεπικοινωνίες κ.ά.), στο ωράριο (π.χ., στο Εμπόριο με την καταπάτηση της κυριακάτικης αργίας), η ανασφάλιστη εργασία που φτάνει το 30% σε κλάδους που συγκεντρώνονται νέες εργαζόμενες, είναι η κατάσταση που βιώνουν οι γυναίκες της εργατικής, λαϊκής οικογένειας. Η εργοδοσία αντιμετωπίζει τις υποψήφιες μητέρες συχνά με την πρακτική της τρομοκρατίας και της απόλυσης ή μη πρόσληψης.

Ταυτόχρονα, οι συνθήκες δουλειάς (αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, στο ωράριο) δυσκολεύουν την καθημερινή ζωή των γυναικών, επιδρούν στη σχέση των δύο φύλων, μέσα στην οικογένεια. Οι εργαζόμενες γυναίκες περιμένουν μια μέρα τη βδομάδα να φροντίσουν το σπίτι τους, να δουν τα παιδιά τους, να σμίξει όλη η οικογένεια πριν ξεκινήσει ο μαραθώνιος της επόμενης βδομάδας.

Οι αναδιαρθρώσεις στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό έχουν ιδιαίτερες συνέπειες για τις εργαζόμενες γυναίκες, που συνήθως εργάζονται με μερική απασχόληση, με τα προγράμματα ανασφάλιστης δουλειάς, συχνά σε κλάδους που κυριαρχεί η «μαύρη» εργασία. Το ίδιο ισχύει για την πλειοψηφία των αυτοαπασχολούμενων γυναικών, που είναι ανασφάλιστες, καθώς δεν μπορούν να καλύψουν τα υπέρογκα έξοδα για την ασφάλισή τους στον ΟΑΕΕ. Εξίσου αποκλείονται οι αγρότισσες λόγω μη πληρωμής των υπέρογκων ποσών στον ΕΛΓΑ.

 

ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ - ΥΓΕΙΑ - ΠΡΟΝΟΙΑ

Στο θέμα της κοινωνικής προστασίας της μητρότητας - υγείας εκδηλώνεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας: Της τεράστιας επιστημονικής-τεχνολογικής δυνατότητας πρόληψης της υγείας, διάγνωσης, θεραπείας, αποκατάστασης, και του αποκλεισμού από αυτήν των γυναικών από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα λόγω της εμπορευματοποίησής της.

Στον καπιταλισμό η μητρότητα και η εργασία δεν μπορούν να συνδυαστούν χωρίς αντιφάσεις. Οι παροχές για την προστασία της μητρότητας, οι άδειες, τα επιδόματα, η στήριξη της μητρότητας με κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές είναι για το κεφάλαιο κόστος που περιορίζει τα κέρδη.

Ιδιαίτερα στον τομέα της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες με βάση την επιστημονική εξέλιξη που προλαμβάνουν μια σειρά ασθένειες, όπως το τεστ ΠΑΠ, το εμβόλιο για τον καρκίνο του τραχήλου, άλλες εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου. Η ανάπτυξη της επιστήμης δίνει τη δυνατότητα μαιευτικής περίθαλψης των νέων μητέρων και μετά από τη γέννηση του παιδιού τους, την παρακολούθησή του από παιδίατρο, τον εμβολιασμό του. Σήμερα, όμως, με βάση τις κατευθύνσεις της ΕΕ και των κυβερνήσεων, έχει μπει όριο για τις δημόσιες και δωρεάν προληπτικές εξετάσεις για την πλειοψηφία των νέων γυναικών, ενώ συγχωνεύονται ή καταργούνται αντίστοιχες κοινωνικές υπηρεσίες.

Πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, που αφορά ένα σημαντικό αριθμό νέων γυναικών, νέων ζευγαριών που αντιμετωπίζουν προβλήματα υπογονιμότητας, καθώς ανέβηκε ο μέσος όρος ηλικίας στην οποία αποφασίζουν για τεκνοποίηση, λόγω της αύξησης του χρόνου σπουδών και της συμμετοχής στην κοινωνική εργασία, αλλά και της έλλειψης κοινωνικών υποδομών. Ενώ η εξέλιξη στον τομέα αυτό δίνει τη δυνατότητα σε περισσότερα ζευγάρια να αποκτήσουν τη δική τους οικογένεια, στον καπιταλισμό αξιοποιείται αντιδραστικά.

Από τη μια, αναγκάζονται να καταφεύγουν στον ιδιωτικό τομέα και να πληρώνουν ακριβά τις διαδικασίες και το κόστος των φαρμάκων. Ακόμα, οι ιδιώτες κάνουν και εμπόριο ωαρίων και σπερματοζωαρίων, εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη νέων ανθρώπων για ένα εισόδημα, διαδικασία που επίσης είναι σε βάρος της υγείας των γυναικών, γιατί υπόκεινται σε ορμονοθεραπεία για να πουλήσουν τα ωάριά τους.

Από την άλλη, στο βωμό της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και του κέρδους και μάλιστα με το μανδύα «κοινωνικής παροχής», οι επιχειρηματικοί κολοσσοί «Apple» και «Facebook» επιδοτούν την κρυοσυντήρηση των ωαρίων των εργαζομένων. Την παρουσιάζουν σαν κίνητρο παρακίνησης για την προσέλκυση περισσότερων γυναικών που θέλουν ν’ αφοσιωθούν στην «καριέρα» χωρίς να θυσιάσουν τη μητρότητα και τη δημιουργία οικογένειας. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχουν εκτιμήσεις από εταιρίες ότι οι γυναίκες είναι πιο παραγωγικές όταν δεν έχουν οικογένεια και παιδιά, που αποσπούν το ενδιαφέρον τους για την επιχείρηση. Μετατρέπουν μια επιστημονική κατάκτηση, χρήσιμη σε ειδικές περιπτώσεις για το ζευγάρι, σε στρέβλωση της χρήσης της προς όφελος του μονοπωλιακού κέρδους. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν συγχρόνως και στις συνειδήσεις των εργαζομένων με το παραμύθι του «καλού» εργοδότη που «αξίζει» αφοσιωμένες εργαζόμενες στους στόχους της επιχείρησης, χωρίς να θυσιάσουν και τη μητρότητα.

Όσον αφορά τον τοκετό στα δημόσια μαιευτήρια, το κόστος καλύπτεται για τις ασφαλισμένες από τα ταμεία τους. Σε συνδυασμό με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα ασφαλιστικά ταμεία, ανοίγεται ο δρόμος για την επιβολή απευθείας πληρωμών από τις ασφαλισμένες. Πολλαπλάσιο είναι το κόστος όταν πρόκειται για τοκετό σε ιδιωτικό μαιευτήριο. Στον «αντίποδα» προβάλλεται ο «τοκετός στο σπίτι».

Έτσι, το επίδομα τοκετού δικαιούνται μόνο οι γυναίκες που γεννούν στο σπίτι. Η εξέλιξη αυτή έχει διπλή σημασία:

Πρώτο, στερεί τις νέες μητέρες από το ποσό του επιδόματος που αποτελούσε μια ελάχιστη ενίσχυση και βοήθεια για ν’ αντιμετωπιστεί ένα μέρος των εξόδων τις πρώτες μέρες του νεογέννητου.

Δεύτερον, το επίδομα τοκετού χρησιμοποιείται σαν «δόλωμα» για να παγιδεύσει τις γυναίκες ν’ αποδεχτούν τον αναχρονισμό του τοκετού στο σπίτι, ν’ αναγκαστούν να γεννήσουν στις συνθήκες που γεννούσαν πριν δεκαετίες οι γιαγιάδες τους και να υποστούν τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται.

Ο τομέας της αναπαραγωγικής υγείας, του προγεννητικού ελέγχου, της εγκυμοσύνης και του τοκετού έχει μετατραπεί σε «φιλέτο» για τους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της Υγείας.

Επίσης έχει συρρικνωθεί ο δημόσιος τομέας πρόνοιας και ταυτόχρονα διευρύνθηκε η επιχειρηματική και ανταποδοτική δράση, τα ερανικά συστήματα, τα προγράμματα της ΕΕ με ημερομηνία λήξης για τις ΜΚΟ, η «φιλανθρωπική», εθελοντική δράση.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Η διεκδίκηση μείωσης του εργάσιμου χρόνου με αυξήσεις στους μισθούς συνδέεται άμεσα με τη σύγχρονη ανάγκη των γυναικών από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες για ελεύθερο χρόνο. Ταυτόχρονα συνδέεται και με τις υπόλοιπες διεκδικήσεις που αφορούν την ανάπτυξη κοινωνικών υποδομών και υπηρεσιών, ώστε να απελευθερώνεται χρόνος για τη γυναίκα που έχει επιφορτιστεί τις ευθύνες για τη φροντίδα της οικογένειας, του ατομικού νοικοκυριού.

Σήμερα, μπορεί αρκετές γυναίκες να συμφωνήσουν με την πρόταση για αύξηση του ελεύθερου χρόνου για τις εργαζόμενες, τις αυτοαπασχολούμενες, τις αγρότισσες.

Όμως «…από μια περιορισμένη αστική αντίληψη και όχι ως στοιχείο για να μετέχει η εργάτρια, η εργαζόμενη στην πάλη, στην επαναστατική δράση, στα όργανα εξουσίας κι ελέγχου, όχι ως ταξικό ζήτημα, αλλά ως φυλετικό δικαίωμα»2.

Η απελευθέρωση χρόνου για τις γυναίκες, μαζί με την εξασφάλιση μόνιμης και σταθερής δουλειάς, για τη συμμετοχή της δηλαδή στην κοινωνική εργασία, μπορεί να είναι άξονας αντιπαράθεσης με τις αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις και το περιεχόμενο που δίνουν στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, αλλά και η αποκάλυψη του πώς αξιοποιείται σήμερα η κοινωνικοποίηση ορισμένων λειτουργιών του νοικοκυριού: «…την εμπορευματοποίηση τέτοιων λειτουργιών, τον πραγματικό σκοπό τους, που είναι κυρίως το καπιταλιστικό κέρδος, η σχετική ή και απόλυτη αύξηση του χρόνου εργασίας, η άνοδος της παραγωγικότητας κι ανταγωνιστικότητας για την κερδοφορία ή για την επανάκαμψη της κερδοφορίας σε συνθήκες κρίσης, αλλά και η ενσωμάτωση»3. Βέβαια η μείωση του χρόνου για τις δουλειές στο ατομικό νοικοκυριό, για τη φροντίδα της οικογένειας, δε σημαίνει αυτόματα ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης, συνειδητοποίηση της ανάγκης οργάνωσης και συμμετοχής στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Η συζήτηση με τις γυναίκες από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την αντιπαράθεση μεταξύ του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του σοσιαλισμού στην ικανοποίηση των αυξανόμενων λαϊκών αναγκών, αλλά και για την αποκάλυψη των αιτιών που στις σημερινές συνθήκες της κρίσης υπάρχει νέα υποχώρηση.

 

ΣΤΡΕΒΛΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Την ίδια στιγμή, ο καπιταλισμός διαμορφώνει στρεβλή αντίληψη για τις ανάγκες στις γυναίκες των λαϊκών νοικοκυριών. Διαμορφώνει κριτήρια ξένα προς τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Για παράδειγμα, τα εκατοντάδες είδη απορρυπαντικών, καλλυντικών και άλλων προϊόντων άμεσης κατανάλωσης δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχει ποικιλία, δυνατότητες ατομικής «επιλογής» για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος της ποικιλότητας καταναλωτικών εμπορευμάτων εκφράζει παρασιτισμό στη δαπάνη εργασίας, γιατί εξυπηρετεί τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (διαφήμιση, άχρηστες επιτηδευμένες συσκευασίες κλπ.).

Σε αυτήν τη βάση διαμορφώνονται όροι για την ανάπτυξη στρεβλών κριτηρίων κατανάλωσης και πλαστής δυνατότητας να επιλέγει η αγοράστρια, ο αγοραστής τα καλύτερα ανάμεσα στα καλά προϊόντα, αλλά και να διαλέγει σε μια γκάμα φθηνών ή σχετικά φθηνών προϊόντων ή λίγο ακριβότερων με διάσημο ονοματεπώνυμο. Όλα αυτά επιδρούν στη συνείδηση των γυναικών, αλλά και των αντρών. Για τους τελευταίους μάλιστα αναπτύσσεται ταχύτατα ο τομέας των καλλυντικών, σε συνθήκες οξυμένου ανταγωνισμού μεταξύ τους.

 

Β. Η ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΑ ΜΕΤΩΠΑ ΠΑΛΗΣ

Η αντίληψη του ΚΚΕ για τη διεκδίκηση ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών των γυναικών και των οικογενειών τους έχει αφετηρία τη γραμμή σύγκρουσης με τα μονοπώλια και την εξουσία τους, με το καπιταλιστικό κέρδος που μπαίνει εμπόδιο στην ικανοποίησή τους. Μπροστά στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται, η εξειδίκευση της δουλειάς του Κόμματος και της κομματικής δράσης στις γυναίκες χρειάζεται μεγαλύτερη απαιτητικότητα από πριν, με υπομονή για τα βήματα στην πολιτική, ταξική συνείδηση των γυναικών που σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από το κλίμα αναμονής για την κυβερνητική πολιτική μέσα στα δεσμά της ΕΕ, των μνημονίων διαρκείας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Μπορεί να συνδέουν την αγωνία τους για «αξιοπρεπή ζωή» με τις διαπραγματεύσεις της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ που γίνονται στο έδαφος οξυμένων ανταγωνισμών για το μίγμα διαχείρισης.

Η αποκάλυψη του ταξικού χαρακτήρα της πολιτικής της συγκυβέρνησης, παίρνοντας υπόψη τους ελιγμούς που μπορεί να κάνει ανάλογα και με τις συμφωνίες, τις δεσμεύσεις και τις υποχωρήσεις της, πρέπει να υπολογίζει τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες των γυναικών από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες. Χρειάζεται συστηματική παρέμβαση, με πολύμορφη, διαπαιδαγωγητική δραστηριότητα για να γνωρίσουμε το πώς σκέφτονται, επηρεάζονται, ιδιαίτερα οι νέες γυναίκες.

 Σήμερα, που η κατάσταση για τις γυναίκες της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων και των οικογενειών τους είναι δραματική, χρειάζεται ακόμα περισσότερο να κατανοηθεί ότι η περίοδος εκείνη που εξαρτιόταν η πρόοδος και το μεγάλωμα του παιδιού από τις ατομικές θυσίες της γυναίκας και της οικογένειας έχει τελειώσει. Δεν αρκεί λοιπόν σήμερα η ατομική προσπάθεια, όσες θυσίες και να κάνουν. Η ευθύνη που νιώθει η γυναίκα απέναντι στην οικογένειά της χρειάζεται να εκφραστεί με αποφασιστική συμμετοχή στην οργανωμένη πάλη μέσα από το σωματείο, μέσα στο χώρο δουλειάς, στο γυναικείο σύλλογο της ΟΓΕ, στη Λαϊκή Επιτροπή στη γειτονιά.

Η αξιοπρεπής ζωή για τις γυναίκες μπορεί να εξασφαλιστεί στον αγώνα για τη διεκδίκηση ικανοποίησης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών που συνεχώς αυξάνονται. Σε αυτό το πλαίσιο χρειάζεται να αναδείξουμε αιτήματα με άξονα την ανάκτηση των απωλειών για την εργατική, λαϊκή οικογένεια, για τις γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων που χρειάζεται να μπουν στο επίκεντρο της δραστηριότητας από το ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, το ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα, τους άλλους φορείς της Κοινωνικής Συμμαχίας. Η ιδεολογική και πολιτική διαπάλη μέσα στο κίνημα, η ενημέρωση, η αποκάλυψη της στρατηγικής της ΕΕ, των κυβερνήσεων, των μονοπωλιακών ομίλων μπορεί να συμβάλει να μετρηθούν πιο στέρεα βήματα στην οργάνωση των γυναικών από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες με πυξίδα τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, κόντρα στην ηττοπάθεια και στο συμβιβασμό με τη ζωή με «ψίχουλα».

 

Γ. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Βασικό καθήκον άμεσης προτεραιότητας για το Κόμμα και την ΚΝΕ είναι η οργάνωση του ιδεολογικού αγώνα στις εργάτριες, τις άνεργες, στις συνταξιούχους, στις εργάτριες γης, στις αυτοαπασχολούμενες στην πόλη και στην ύπαιθρο, στις νέες γυναίκες στους χώρους εκπαίδευσης και μαθητείας, για να ανέβουν οι απαιτήσεις τους με κριτήριο τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, το σύγχρονο επίπεδο των επιστημονικών-τεχνολογικών επιτευγμάτων. Είναι σύνθετη δουλειά, με απαιτήσεις, υπομονή και επιμονή, χρειάζεται καλή γνώση και σε βάθος για το πώς εξειδικεύεται η πολιτική του κεφαλαίου απέναντι στις γυναίκες, ιδιαίτερα τις μισθωτές. Να γενικεύουμε την πείρα από το πώς επιδρά η κυρίαρχη ιδεολογία στη συνείδηση των γυναικών. Αφορά ένα πολύμορφο σχέδιο του Κόμματος και της ΚΝΕ που μπορεί να επεκτείνεται στο ταξικά προσανατολισμένο συνδικαλιστικό κίνημα, στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα. Έχει άμεση και επείγουσα σχέση με την εκλαΐκευση του Προγράμματος του Κόμματος που επεξεργάστηκε το 19ο Συνέδριο, σε συνδυασμό με την προβολή της ιστορικής πείρας του Κόμματος και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα και γενικά και από τη σκοπιά του γυναικείου ζητήματος.

Ο ιδεολογικός αγώνας είναι προϋπόθεση για να αναπτυχθεί εργατική πολιτική συνείδηση σε ένα πρωτοπόρο τμήμα γυναικών της εργατικής τάξης, να συμπαρασύρει την πολιτική αντίληψη γυναικών από τα φτωχά, λαϊκά στρώματα και ταυτόχρονα να συνειδητοποιηθεί η ιστορικότητα του γυναικείου ζητήματος, η σχέση της ταξικής εκμετάλλευσης με την ανισοτιμία των γυναικών, ν’ αποδομηθούν οι αστικές και μικροαστικές θεωρίες περί πατριαρχικής κοινωνίας ή περί κοινωνικού φύλου.

Οι αστικές θεωρίες εξηγούν το γυναικείο ζήτημα ως πρόβλημα ανδροκρατικών και πατριαρχικών αντιλήψεων, το εξετάζουν αταξικά, αντιβιολογικά - αντιεπιστημονικά. Εκφράζεται και στην προπαγάνδα τους σε σχέση με την κακοποίηση των γυναικών, την ενδοοικογενειακή βία. Διατίθενται μεγάλα κονδύλια για προπαγανδιστικές καμπάνιες που το παρουσιάζουν ως ένα κατεξοχήν φυλετικό, διαταξικό ζήτημα. Απολυτοποιούν το γεγονός ότι τα φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας έχουν την έκφρασή τους και στην αστική οικογένεια. Όμως οι γυναίκες από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες είναι αυτές που δεν μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν ατομικά την ενδοοικογενειακή βία, ν’ απεμπλακούν από αυτή γιατί δεν έχουν δουλειά για να ζήσουν μόνες, να εξασφαλίσουν τα παιδιά τους, γιατί είναι περιορισμένες οι δωρεάν, δημόσιες κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες. Στερούνται ουσιαστικά όλα τα μέσα που θα τους επέτρεπαν ν’ αντιμετωπίσουν αυτήν την κατάσταση.

Η βία της ταξικής κοινωνίας κατά των γυναικών, με όποια μορφή κι αν εμφανίζεται, είναι φαινόμενο σύμφυτο με την εκμεταλλευτική κοινωνία. Έχει συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές αιτίες, προεκτείνεται στις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, στις αξίες και στις αρχές που επικρατούν στο καπιταλιστικό σύστημα.

Ταυτόχρονα, οι «θεωρίες για το φύλο» αποτελούν το θεωρητικό υπόβαθρο, πάνω στο οποίο στηρίζεται η σύγχρονη προσπάθεια της αστικής τάξης να παρέμβει στη συνείδηση, να καλλιεργήσει πρότυπα και να διαμορφώσει κριτήρια γύρω από το γυναικείο ζήτημα, προσαρμοσμένα στις δικές της αξίες και ανάγκες. Κάτω από αυτόν τον τίτλο περιλαμβάνονται οι πιο αντιδραστικές σύγχρονες αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις του γυναικείου ζητήματος, με κοινή βάση το διαχωρισμό ανάμεσα σε «βιολογικό» και «κοινωνικό» φύλο.

Οι θεωρίες αυτές δεν αναγνωρίζουν το βιολογικό, φυλετικό διαχωρισμό σε άντρες και γυναίκες ως αντικειμενικό γεγονός και στήνουν την πραγματικότητα με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω. Εστιάζουν βασικά στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης του σώματος, ότι είσαι ελεύθερη να επιλέξεις, μπορείς να κάνεις το σώμα σου ό,τι θες. Παρουσιάζονται ως κάτι ριζοσπαστικό, καινούργιο, πρωτοποριακό.

Η αυτοδιάθεση και το δήθεν δικαίωμα της επιλογής του φύλου είναι ο μανδύας για να καλλιεργήσουν αυταπάτες ότι η ανισοτιμία είναι αποτέλεσμα λάθος πρακτικών και αντιλήψεων και όχι προϊόν των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Αντιμετωπίζουν το γυναικείο ζήτημα μόνο ως φυλετικό και όχι ως ταξικό με φυλετικά χαρακτηριστικά. Το αποκόπτουν από την οικονομία, το σύστημα της εκμετάλλευσης και τις αρχές που το διέπουν. Αυτές οι απόψεις επιδρούν στη διαμόρφωση στρεβλής κοινωνικής συνείδησης γυναικών και αντρών. Αρνούνται την αντικειμενική πραγματικότητα και απολυτοποιούν την υποκειμενική σκέψη του κάθε ανθρώπου, το συναίσθημα.

Οδηγούν στην ιδεαλιστική άποψη ότι σημασία δεν έχει αν υφίστασαι εκμετάλλευση, αλλά αν εσύ θεωρείς ότι υφίστασαι. Στη λογική αυτή, καλλιεργούν απόψεις πως δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, ότι τους εργάτες και τις εργάτριες δεν τους ενώνουν τα κοινά ταξικά συμφέροντα και η θέση τους στην παραγωγή. Άρα η ενότητα πρέπει να οικοδομείται σε άλλη βάση, όπως στις κοινές αντιλήψεις απέναντι στο φύλο ή τα κοινά ηλικιακά χαρακτηριστικά.

Τέτοια κριτήρια, εκτός των άλλων, αποπροσανατολίζουν από το ποιος είναι ο κύριος αντίπαλος, άρα και το προς τα πού πρέπει να στραφεί η πάλη. Υπονομεύουν τη συλλογική οργάνωση, τον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες των γυναικών της εργατικής τάξης ή με εργατική καταγωγή ή τις γυναίκες που ανήκουν στα λαϊκά στρώματα, του κοινού αγώνα τους σε σύγκρουση με τα μονοπώλια και την εξουσία τους. Στρέφουν ιδιαίτερα τη γυναίκα στην «ατομική επιλογή», στον «ατομικό δρόμο». Μέσα από αυτές τις θεωρίες παρουσιάζονται η εργατική τάξη, το κίνημα και το Κόμμα της ως ξεπερασμένα, σε αντίθεση με τα «σύγχρονα» υποτίθεται κινήματα, αποπροσανατολίζοντας και προσπαθώντας να χειραγωγήσουν ιδιαίτερα τη νεολαία που ανήκει στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Αυτός ο ιδεολογικός αγώνας ταυτόχρονα έχει ν’ αντιμετωπίσει και αστικές επιρροές, προκαταλήψεις που επιδρούν στο αντρικό τμήμα της εργατικής τάξης, συχνά και στο πιο συνειδητοποιημένο τμήμα της, που δεν αναγνωρίζει την πρόσθετη ανισοτιμία εξαιτίας του φύλου, δεν μπορεί να ερμηνεύσει αντικειμενικά ποια είναι τα επιπλέον αίτια για τη χαμηλότερη συμμετοχή των γυναικών στην ταξική πάλη ή γιατί μεγαλύτερο μέρος των εργαζόμενων γυναικών σε σχέση με τους άντρες είναι πιο ευάλωτο σε εργοδοτικές πιέσεις για ευέλικτες μορφές μισθωτής εργασίας.

Στα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών συχνά παρατηρούμε μεγαλύτερη επιρροή ρεφορμιστικών αυταπατών ή και συντηρητικών εκβιαστικών διλημμάτων στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες. Με βάση την ανάλυση ψήφου κατά φύλο στο exit poll των τελευταίων εκλογών, παρατηρείται ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ (άντρες 26,3% και γυναίκες 29,5%) όσο και η ΝΔ (άντρες 35% και γυναίκες 37,9%) είχαν μεγαλύτερη επιρροή στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άντρες. Η μεν μεγαλύτερη επιρροή της ΝΔ έρχεται ως αντιστάθμισμα της μικρότερης επιρροής των ΑΝΕΛ (άντρες 5% και γυναίκες 4,4%) και ακόμα μικρότερης της ΧΑ (άντρες 8,5% και γυναίκες 4,4%), καθώς και του ΛΑΟΣ (άντρες 1,4% και γυναίκες 0,6%). Στη δε μεγαλύτερη επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ έρχεται συμπληρωματικά και η μεγαλύτερη επιρροή στις γυναίκες ορισμένων κεντροαριστερών σχημάτων όπως το ΠΟΤΑΜΙ (άντρες 4,8% και γυναίκες 7,4%), ΠΡΑΣΙΝΟΙ-ΔΗΜΑΡ (άντρες 0,3% και γυναίκες 0,7%), ενώ σε αυτές τις εκλογές έτεινε να εμφανιστεί ισομερισμένη στα δύο φύλα η επιρροή του ΚΚΕ (άντρες 5,6% και γυναίκες 5,4%). Επιδρά και η εξειδίκευση της δουλειάς του Κόμματος στις γυναίκες, η ιδεολογική διαπάλη που διεξάγεται.

Ακόμα και μέσα στο πλαίσιο του σχετικά πιο ριζοσπαστικά οργανωμένου γυναικείου κινήματος παγκόσμια, παρατηρείται έντονα η επίδραση των ρεφορμιστικών αυταπατών της σοσιαλδημοκρατίας. Η επίθεση στα δικαιώματα των γυναικών από τις εργατικές, λαϊκές οικογένειες ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα «διεφθαρμένων» πολιτικών, «κακής διαχείρισης» των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων ή κάποιων προσώπων στις κυβερνήσεις. Και σήμερα, μετά από την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα, είναι ισχυρή η επίδραση της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ ότι για την απώλεια κατακτήσεων φταίει η «διεφθαρμένη διαχείριση», π.χ., του ΠΑΣΟΚ.

Προβάλλεται ως δυνατότητα, τελικά, για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, η εναλλαγή στη διακυβέρνηση πιο «προοδευτικών», «δημοκρατικών» κυβερνήσεων. Αξιοποιούνται σε αυτήν την κατεύθυνση παραδείγματα καπιταλιστικών κρατών, όπως η Πορτογαλία το 1974, η Κύπρος, η Αγγλία, την περίοδο που στη διακυβέρνηση βρίσκονταν «εργατικά», «αριστερά» κόμματα και γίνονταν ορισμένες παραχωρήσεις όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών της εργατικής τάξης και γενικότερα προς όφελος των λαϊκών οικογενειών (Υγεία, Πρόνοια, παροχές μητρότητας, εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματα).

Αναφέρονται σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός έκανε ορισμένες παραχωρήσεις, αφενός γιατί τότε το επέτρεπε η πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ο διεθνής συσχετισμός ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, αφετέρου γιατί ασκούσαν πίεση οι εργατικές κατακτήσεις στα σοσιαλιστικά κράτη. Η κατάργηση κατακτήσεων που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε ορισμένες καπιταλιστικές χώρες, π.χ. Αγγλία, και συνεχίστηκε με ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη τις δεκαετίες μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, οξύνθηκε στην Ελλάδα λόγω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και της πολιτικής διεξόδου υπέρ του κεφαλαίου μέσω των μνημονίων. Η κατάργηση, το πάρσιμο πίσω των παραχωρήσεων γίνεται και σε συνθήκες ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας και σε συνθήκες κρίσης. Η διαφορά είναι ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης γίνεται με τη μορφή σοκ, πάει σε μεγαλύτερο βάθος. Για παράδειγμα, το 8ωρο, που είχε κατακτηθεί και νομικά από τις αρχές του 20ού αιώνα στην Ευρώπη και στις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ουσιαστικά έχει καταργηθεί.

Βέβαια καμιά κατάκτηση στον καπιταλισμό δεν είναι δεδομένη, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί και ως μέσο ενσωμάτωσης.

Μια σειρά αλλαγές, όπως η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των γυναικών, η προσέλκυση των γυναικών σε περισσότερους τομείς εργασίας, άρα και η ίδρυση ενός δικτύου υποδομών που ήταν όμως και ποσοτικά και ποιοτικά κάτω από τις ανάγκες, εκφράζουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα εκδηλώνονται νέοι περιορισμοί στην περαιτέρω ανάπτυξή τους, στην ικανοποίηση νέων αναγκών, όπως θα δούμε παρακάτω. Σήμερα σε πολύ περισσότερα επαγγέλματα σε σχέση με το παρελθόν υπάρχουν προϋποθέσεις για να μπορούν να εργαστούν οι γυναίκες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να γνωρίσουν, να έρθουν σε επαφή με την εξέλιξη των μέσων παραγωγής, την αύξηση της παραγωγικότητας σε περισσότερους τομείς και κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας. Μεταξύ αυτών των προϋποθέσεων είναι και το γενικό μορφωτικό επίπεδο των γυναικών, αφού δε συναντούν τα εμπόδια των προκαταλήψεων που είχαν στο παρελθόν οι γυναίκες από τα λαϊκά στρώματα να ολοκληρώσουν τη Μέση Εκπαίδευση και να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην τεχνική ή επιστημονική εκπαίδευση. Σήμερα ένα σημαντικό μέρος των εργαζόμενων γυναικών έχουν συνεχίσει τις σπουδές τους σε μεταπτυχιακά, διδακτορικά προγράμματα. Όλες αυτές οι αλλαγές δεν αναιρούν τις σχέσεις εκμετάλλευσης για την πλειοψηφία των μισθωτών γυναικών.

Η κυρίαρχη ιδεολογία, παίρνοντας υπόψη της αυτήν την εξέλιξη, απομονώνει το επίπεδο μόρφωσης από το ζήτημα της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής σχέσης. Επιπλέον, η αστική προπαγάνδα αποσιωπά τα πραγματικά προβλήματα των εργατριών, των υπαλλήλων, πολύ περισσότερο των χαμηλά ειδικευμένων με τη μονότονη, βαριά και ανθυγιεινή δουλειά. Αντίθετα, προβάλλει ως γενικευμένες κατακτήσεις των γυναικών την πρόοδο που σημειώνουν στα αστικά θεσμικά όργανα και στα ανώτερα επιχειρηματικά κλιμάκια οι γυναίκες της αστικής τάξης και ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Προβάλλει ως γενικό πρότυπο τη γυναίκα «καριερίστρια», δηλαδή τη γυναίκα που συμμετέχει «ισότιμα» με τους άντρες στη διοίκηση επιχειρήσεων ή δημιουργεί τη δική της «πετυχημένη» επιχείρηση και μπορεί να συνδυάζει τις επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις της. Εκεί εξαντλείται η αστική ευαισθησία για την ισοτιμία της γυναίκας.

Οι αστικές αντιλήψεις για την ισοτιμία της γυναίκας με τον άντρα, χωρίς ταξικούς διαχωρισμούς, συχνά επηρεάζουν και νέες γυναίκες που προέρχονται από εργατικές και λαϊκές οικογένειες, που βρίσκονται ακόμα σε φάση της ζωής τους που δεν έχουν γνωρίσει την ανεργία, την ταξική εκμετάλλευση, τις νέες ευθύνες που προκύπτουν από τη μητρότητα. Βέβαια στις σημερινές συνθήκες της παρατεταμένης κρίσης περιορίστηκαν οι αυταπάτες από τις νέες γυναίκες που βρίσκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία (κυρίως φοιτήτριες) ότι μπορούν ν’ αξιοποιήσουν το πτυχίο για ν’ ανελιχθούν στην κοινωνικοταξική διάρθρωση της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Την ίδια στιγμή η ΕΕ και οι κυβερνήσεις αξιοποιούν το σύνθημα των «ίσων ευκαιριών», της «ισότητας των δύο φύλων» ως «μανδύα» για την επίθεση απέναντι σε στοιχειώδη δικαιώματα των γυναικών, αλλά και συνολικά των εργαζομένων, έχοντας συμβάλει έτσι στην εξίσωση προς τα κάτω των κατακτήσεων και των δύο φύλων. Η πολιτική των «ίσων ευκαιριών» είναι εργαλείο του σύγχρονου αστικού κράτους, προκειμένου να συρρικνώνει τις όποιες υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και να οδηγεί στην εμπορευματοποίησή τους. Απαραίτητο συμπλήρωμα είναι η αστική προπαγάνδα περί ατομικής ευθύνης. Ταυτόχρονα, προωθείται η αντίληψη ότι η «υπεύθυνη ατομικότητα», ο «καλός εργάτης» και η «καλή εργάτρια» πάντα αμείβονται. Εδώ ακουμπάει και η προπαγάνδα για τις ατομικές συμβάσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ακόμα ότι οι στρατηγικές αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο ΕΕ, κυβερνήσεων όσον αφορά τις παροχές για τη μητρότητα επενδύονται με το μανδύα του «συγκερασμού οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων», της «εναρμόνισης και συμφιλίωσης της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής». Δηλαδή οι όποιες παροχές στις μητέρες συνδέονται με την αύξηση της απασχολησιμότητας των γυναικών, κυρίως των μισθωτών, με τη γενίκευση της μερικής απασχόλησης, των ελαστικών σχέσεων εργασίας, των προγραμμάτων ολιγόμηνης και κακοπληρωμένης δουλειάς, των προγραμμάτων κατάρτισης. Στη θέση της υποχρέωσης του κράτους να παρέχει δημόσιες και δωρεάν καθολικές υπηρεσίες που να καλύπτουν το σύνολο των αναγκών για τη στήριξη της οικογένειας, μπαίνει η υποχρέωση της νέας μητέρας να συνδυάσει με δική της προσπάθεια κι ευθύνη τη φροντίδα της οικογένειας με την εργασία.

Σε αυτό το «ευρωπαϊκό πλαίσιο», στις διακηρύξεις και στα ντοκουμέντα της ΕΕ και των άλλων Διεθνών Οργανισμών είναι πλήρως ενσωματωμένες οι θέσεις του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στις θέσεις που προτείνει για την αντιμετώπιση των υψηλών ποσοστών της γυναικείας ανεργίας και για τις συνθήκες δουλειάς, το κείμενο αναφέρει: «Συμμετοχή των γυναικών στα “ενεργητικά” προγράμματα απασχόλησης: Ειδικά προγράμματα οικονομικής και τεχνικής στήριξης άνεργων γυναικών. Ενίσχυση της γυναικείας αυταπασχόλησης και ευρύτερα των πρωτοβουλιών κοινωνικής οικονομίας γυναικών (συνεταιριστικές επιχειρήσεις). Ενσωμάτωση σε όλα τα προγράμματα κατάρτισης […] με στόχο τη μείωση της ψαλίδας στον κίνδυνο ανεργίας»4.

Υιοθετούν δηλαδή τις προτάσεις της ΕΕ, που υλοποίησαν και οι κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ σ’ ένα βαθμό, για την αντιμετώπιση της ανεργίας: Προγράμματα «voucher», κοινωφελούς εργασίας, γενίκευση της κατάρτισης και της μαθητείας που προσφέρουν τζάμπα εργατικό δυναμικό στους επιχειρηματικούς ομίλους, προγράμματα γυναικείας επιχειρηματικότητας. Ιδιαίτερα τα προγράμματα «κοινωνικής οικονομίας» και «άτυπης μέριμνας» είναι η παγίδα για τις γυναίκες, λόγω της ευθύνης που νιώθουν απέναντι στα παιδιά τους, στην οικογένεια. Αυτά τα προγράμματα έχουν διπλή στόχευση: Την απλήρωτη εργασία γυναικών με κίνητρο μια μελλοντική περισσότερο ή λιγότερο κακοπληρωμένη εργασία. Την άμβλυνση ορισμένων συνεπειών από την έλλειψη κρατικών κοινωνικών υποδομών πρόνοιας, ενώ ταυτόχρονα εθίζουν τους εργαζόμενους στην ανταποδοτική λειτουργία ακόμα και σε υπηρεσίες προσχολικής αγωγής, φροντίδας των ηλικιωμένων, χρονίως πασχόντων και ΑμΕΑ.

Επιδιώκεται να γενικευτούν οι «κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις» του νόμου Κατσέλη, αξιοποιώντας άνεργους και απολυμένους από κοινωνικές υπηρεσίες για να διαχειριστούν υποδομές, υπηρεσίες των δήμων. Τέτοια προγράμματα και υπηρεσίες έρχονται σε αντίθεση με μια γενικευμένη κοινωνική πολιτική, απευθύνονται στην ακραία φτώχεια, που την αντιμετωπίζουν τελείως υποβαθμισμένα. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται η νέα συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στη λογική ότι δήθεν κάνει πιο ανταποδοτική και αποτελεσματική την κρατική δαπάνη, γιατί αποκλείει από αυτήν τα υψηλά εισοδήματα. Τα πραγματικά υψηλά εισοδήματα δεν καταφεύγουν στις κρατικές κοινωνικές υπηρεσίες. Αντίθετα, οι δήθεν στοχευμένες κοινωνικές παροχές στη λογική «κάλλιο το ελάχιστο από το τίποτα» στοχεύουν στη μισοανεργία, στη μισοασφάλιση, δηλαδή στις υποτυπώδεις και υποβαθμισμένες δημόσιες κοινωνικές παροχές «…με βάση εισοδηματικά κριτήρια της οικογένειας»5 για τους τελείως εξαθλιωμένους, για τις άνεργες γυναίκες.

Το κείμενο του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για «Δωρεάν Υγεία», αλλά δεν υποστηρίζει την κατάργηση των εισφορών στον κλάδο της Υγείας, την πλήρη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς επιβάρυνση των λαϊκών οικογενειών, χωρίς οποιαδήποτε πληρωμή ή συμμετοχή σε εξετάσεις, φάρμακα, νοσήλια κλπ. Το «δωρεάν» το προσδιορίζει μόνο για τις λαϊκές οικογένειες που είναι στο όριο της φτώχειας και κάτω από αυτή. Δεν αναφέρει τίποτα για κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης. Η δέσμευση της συγκυβέρνησης στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δε συμβαδίζει με τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες των γυναικών στην Υγεία, ιδιαίτερα στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

 

Δ. Η ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ - ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ

Με την ιδεολογική, πολιτική δουλειά του Κόμματος, τόσο αυτοτελώς όσο και μέσα στο κίνημα, μπορούν να αποκαλυφτούν σε περισσότερες γυναίκες τα εμπόδια που βάζει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, με κίνητρο το κέρδος, στην ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών, να αποκαλυφτεί ο μηχανισμός της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Το Πρόγραμμα του Κόμματος αποτελεί βάση για να ανοίξει η συζήτηση με τις γυναίκες της εργατικής, λαϊκής οικογένειας σε σχέση με τις δυνατότητες που υπάρχουν να ικανοποιηθούν οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες.

«Η απελευθέρωση της γυναίκας από την ταξική εκμετάλλευση και τη διπλή καταπίεση μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Δηλαδή εφόσον ανατραπούν οι κοινωνικές-οικονομικές εκμεταλλευτικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα συνειδητής δράσης τουλάχιστον της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, με τη μαζική μαχητική δράση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της»6.

Προϋπόθεση για ν’ αξιοποιηθούν οι αναπτυξιακές δυνατότητες, η επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη, ό,τι έχει δημιουργήσει η ανθρώπινη δραστηριότητα (πολιτισμός κλπ.) υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, είναι η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, η σοσιαλιστική οικοδόμηση, με την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής, των κοινωνικών υπηρεσιών, που κατανέμει αντίστοιχα το εργατικό δυναμικό, με κίνητρο την ικανοποίηση των ολοένα διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών.

Πρόκειται για οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας που στηρίζεται στη συμμετοχή των εργαζομένων από τα κάτω προς τα πάνω στα όργανα εξουσίας, που ασκούν πλήρη έλεγχο στα όργανα διοίκησης. Θεμέλιο της εργατικής εξουσίας είναι η παραγωγική μονάδα, η κοινωνική υπηρεσία, η διοικητική μονάδα, ο παραγωγικός συνεταιρισμός. Στη συνέλευση των εργαζομένων συμμετέχουν και όλες οι ικανές προς εργασία γυναίκες. Με την ατομική τους εργασία συμβάλλουν στη συνολική κοινωνική εργασία χωρίς το άγχος της ανεργίας, της ανασφάλειας. Το εργατικό κράτος εξασφαλίζει σε όλες εργασία αντίστοιχη με την ειδίκευση ή επανειδίκευσή τους. Τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα αξιοποιούνται στην παραγωγή στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης για ν’ απελευθερώνεται χρόνος για τις ίδιες, για όλο τον εργαζόμενο λαό, ώστε να συμμετέχει στον εργατικό έλεγχο, διασφαλίζοντας το χαρακτήρα της σοσιαλιστικής εξουσίας, αλλά και για την οικογένεια. Για τις γυναίκες που δεν είχαν προηγούμενα εργαστεί και είναι κοντά σε ηλικία συνταξιοδότησης εξασφαλίζεται η άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.7

«Ο Λένιν αναδείκνυε ως καθοριστικής σημασίας για την ισοτιμία της γυναίκας δυο βασικούς παράγοντες: Τη συμμετοχή της στην κοινωνική παραγωγική εργασία και την απόσπασή της από τη “σκλαβιά του σπιτιού”.

Ο πραγματικός κομμουνισμός θ’ αρχίσει μόνο εκεί και τότε, όπου και όταν αρχίσει η μαζική πάλη (καθοδηγούμενη από το προλεταριάτο που κατέχει την κρατική εξουσία) ενάντια στο μικρό σπιτικό νοικοκυριό ή, πιο σωστά, όταν αρχίσει η μαζική ανασυγκρότησή του σε μεγάλο σοσιαλιστικό νοικοκυριό»8.

Οι βασικές κοινωνικές ανάγκες (Παιδεία, Υγεία, Πρόνοια) καλύπτονται καθολικά δωρεάν. Δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην πρόληψη, στην προαγωγή της υγείας μέσω της διασφάλισης περιβαλλοντικών και κοινωνικών συνθηκών που επηρεάζουν τη δημόσια υγεία, την ικανότητα για εργασία και συμμετοχή στην κοινωνική δράση.9 Σε αυτό το πλαίσιο, διαμορφώνονται κρατικές κοινωνικές υποδομές για την παροχή υψηλής ποιότητας κοινωνικών υπηρεσιών, για την προστασία της μητρότητας. Η μητρότητα είναι μια βιολογική και κοινωνική διαδικασία που δεν αφορά μόνο μια μικρή χρονική περίοδο πριν και μετά από τη γέννα, δηλαδή την εγκυμοσύνη και το θηλασμό, αλλά αφορά ολόκληρη τη γενετήσια περίοδο της γυναίκας και όχι μόνο.

Επίσης διαμορφώνονται προνοιακά ιδρύματα, υποδομές υψηλού επιπέδου για τα ΑμΕΑ, τους ηλικιωμένους, χωρίς να αποτελεί η φροντίδα, η προστασία τους, ευθύνη της γυναίκας.

Ένα τμήμα των κοινωνικών αναγκών καλύπτεται από ένα σχετικά μικρό μέρος του εργασιακού χρηματικού εισοδήματος για τη στέγαση, την ενέργεια, τη θέρμανση, τη μετακίνηση, τη διατροφή.10

Ο σοσιαλισμός κληρονομεί υπολείμματα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά και ανισοτιμίες, διακρίσεις, προκαταλήψεις που διαπερνούν όλα τα εκμεταλλευτικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα και αφορούν και τη θέση της γυναίκας. Η πορεία εξάλειψής τους εξαρτάται από την εμβάθυνση των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία.

Παρά τις αδυναμίες και τα λάθη κατά τη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα, που το ΚΚΕ έχει μελετήσει και αποτυπώνονται στις επεξεργασίες του, η θέση της γυναίκας υπήρξε ασύγκριτα ανώτερη και από την πιο ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία σήμερα. Επιβεβαιώθηκε στην πράξη ότι η ρίζα της ανισοτιμίας βρίσκεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ότι η απελευθέρωση των γυναικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πάλη για την κατάργησή της.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε τις προϋποθέσεις ώστε οι γυναίκες να συμμετέχουν στην κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα ισότιμα με τους άντρες, και μάλιστα 100 χρόνια πριν. Ειδικοί νόμοι προστάτευαν την υγεία της γυναίκας από τη γέννησή της μέχρι τα βαθιά γεράματα. Πρωταρχικό ζήτημα ήταν η πρόληψη και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Υπηρεσίες παρέχονταν στην έγκυο και στο σπίτι, ενώ στα συμβουλευτικά κέντρα δίνονταν συμβουλές για την εγκυμοσύνη και το παιδί.

Η προστασία της γυναίκας, της μητρότητας και του παιδιού ήταν από τα βασικότερα κοινωνικά καθήκοντα στην ΕΣΣΔ, που συνδέονταν με τη γυναικεία χειραφέτηση και ισοτιμία. Από τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης πάρθηκαν μέτρα για την εξασφάλιση των κοινωνικών εγκαταστάσεων για την οικογένεια: Δημόσια εστιατόρια, δημόσια καθαριστήρια, δημόσια πλυντήρια. Πρόκειται για τεράστια επιτεύγματα, παίρνοντας υπόψη ότι η προεπαναστατική Ρωσία ήταν μια καπιταλιστική χώρα με τεράστιους τομείς καθυστέρησης. Δεν υπήρχε η σημερινή επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, τα σημερινά αυτοματοποιημένα, ηλεκτρονικά μέσα παραγωγής.

Στη σοσιαλιστική κοινωνία τα παιδιά ήταν «προνομιούχα τάξη», που η προστασία τους, η στήριξη και διαπαιδαγώγηση ήταν κοινωνική υπόθεση του εργατικού κράτους, το οποίο ενδιαφερόταν για την εξέλιξη της επόμενης γενιάς της εργατικής τάξης που θα συνεχίσει την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτή η μέριμνα ως ένα βαθμό δεν υπολόγισε την αντίστοιχη δουλειά που έπρεπε να γίνει για να γνωρίσουν τι σήμαινε καπιταλισμός, ταξική πάλη ανάμεσα στα δύο συστήματα, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, με αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη της κομμουνιστικής συνείδησης.

Σήμερα πολύ λιγότερες νέες και μισθωτές εργαζόμενες γνωρίζουν τις κατακτήσεις των γυναικών στη Σοβιετική Ένωση, γενικότερα στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα. Οι ανατροπές έδωσαν αντικειμενικά τη δυνατότητα να γίνει πολλή δουλειά διαστρέβλωσης από τον ταξικό αντίπαλο. Έχει περάσει η αρνητική προπαγάνδα, η προβολή αδυναμιών ή και λαθών.

Η υπεροχή των θέσεων του Κόμματος, της μαρξιστικής-λενινιστικής ιδεολογίας για το γυναικείο ζήτημα και η αξιοποίησή τους στη γενική διαφωτιστική δουλειά του Κόμματος και της ΚΝΕ μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ικανότητας επίδρασης στις γυναίκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αυτές που έχουν αντικειμενικά συμφέρον από την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για τη σοσιαλιστική - κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για τη γυναικεία ισοτιμία και χειραφέτηση.

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Η Βιβή Δάγκα είναι υπεύθυνη του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία και τη Χειραφέτηση των γυναικών.

1. «Διάλεξη του ΠΓ για το γυναικείο ζήτημα», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2006.

2. «Διάλεξη για το γυναικείο ζήτημα», ΚΟΜΕΠ τ. 1/2014.

3. «Διάλεξη για το γυναικείο ζήτημα», ΚΟΜΕΠ τ. 1/2014.

4. Left.gr, «Γυναίκες στην Πολιτική», 15 Γενάρη 2015.

5. Left.gr, «Γυναίκες στην Πολιτική», 15 Γενάρη 2015.

6. «Διάλεξη του ΠΓ για το γυναικείο ζήτημα», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2006.

7. «Πρόγραμμα ΚΚΕ».

8. «Διάλεξη του ΠΓ για το γυναικείο ζήτημα», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2006.

9. «Πρόγραμμα ΚΚΕ».

10. «Πρόγραμμα ΚΚΕ».