ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Παρά τη σχετική ασάφειά τους, οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τεκμηριώνουν και επιβεβαιώνουν τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής της, προς όφελος του κεφαλαίου, των μονοπωλιακών ομίλων.

Η συγκεκριμενοποίηση ορισμένων πλευρών της κυβερνητικής πολιτικής θα πραγματοποιηθεί αφού ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη με την ΕΕ και το ΔΝΤ. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές εμφανίζεται μια καταρχήν προσωρινή συμφωνία που προβλέπει τετράμηνη παράταση της υπάρχουσας δανειακής συμφωνίας, δέσμευση για επιτυχή ολοκλήρωση του υπάρχοντος προγράμματος (μνημόνιο), συνέχιση της εποπτείας και της αξιολόγησης από την Κομισιόν, το ΔΝΤ και το ΕΚΤ.

Παρότι η νέα κυβέρνηση δεν έχει ακόμα προσδιορίσει πλήρως τα σχετικά κυβερνητικά μέτρα, οι προγραμματικές της δηλώσεις αναδεικνύουν ήδη τους βασικούς άξονες της αστικής διαχείρισης που αποτελούν τις κεντρικές κυβερνητικές επιλογές και δεσμεύσεις. Επιλογές που αφορούν μικρές αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική, στη διαχείριση του κρατικού χρέος, στους στόχους των ετήσιων κρατικών προϋπολογισμών, στον τρόπο και στην ιεράρχηση προώθησης αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, με στόχο να διασφαλιστεί μεγαλύτερη και πολύμορφη κρατική στήριξη της σημερινής αναιμικής ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας. Ο βαθμός χαλάρωσης της σημερινής περιοριστικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από την πορεία των συγκεκριμένων διαπραγματεύσεων που αποτελούν κρίκο μιας γενικότερης διαπάλης σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης και της ΕΕ, η οποία οξύνεται μετά την εκδήλωση της διεθνούς συγχρονισμένης κρίσης του 20091, μιας διαπάλης που διεξάγεται στο έδαφος ενός σύνθετου πλέγματος ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Πρόκειται για αντιθέσεις τόσο στο σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης, όπου αυξάνεται η ανισόμετρη ανάπτυξη και η υπεροχή της Γερμανίας σε βάρος της Ιταλίας και της Γαλλίας, όσο και γενικότερα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με επίκεντρο την όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας. Συγκεκριμένα, τα πρόσφατα οικονομικά στοιχεία αναδεικνύουν, πρακτικά, τη στασιμότητα, της οικονομίας στην Ευρωζώνη, καταγράφοντας ρυθμό ανάπτυξης 0,8% για το 2014. Η ισχνή ανάπτυξη του 2014 κρύβει σημαντικές ανισομετρίες. Ειδικότερα, η Γερμανία χαρακτηρίζεται από ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, η Γαλλία από στασιμότητα (0,4%) και η Ιταλία από ελαφρά κάμψη (-0,4%). Τα στοιχεία επίσης καταγράφουν τη διόγκωση του κρατικού χρέους της Γαλλίας και της Ιταλίας (96% και 132% του ΑΕΠ αντίστοιχα) και την αύξηση της οικονομικής υπεροχής της Γερμανίας με εντυπωσιακό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της που αποτυπώνεται και στο αποκλιμακούμενο κρατικό χρέος της, το οποίο υπολογίζεται στο 75% του ΑΕΠ το 2014. Ταυτόχρονα οι ΗΠΑ αυξάνουν την απόστασή τους από Ευρωζώνη και Ιαπωνία, καταγράφοντας ρυθμούς ανάπτυξης 2,4% του ΑΕΠ για το 2014. Η Ιαπωνία, σε αντιδιαστολή, καταγράφει στασιμότητα για το 2014 στο 0,1% του ΑΕΠ.

Βασικά πεδία των ενδοιμπεριαλιστικών αντιθέσεων που σχετίζονται με την πορεία των διαπραγματεύσεων της νέας ελληνικής αστικής κυβέρνησης αποτελούν:

α) Η επανεξέταση της σημερινής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής της Ευρωζώνης, με στόχο τη διασφάλιση μεγαλύτερης κρατικής - κοινοτικής χρηματοδότησης των επενδύσεων για να ενισχυθεί και να επιταχυνθεί η έξοδος από τη φάση της ύφεσης. Σε αυτό το σκέλος ασκείται πίεση στη γερμανική πλευρά από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας με τη στήριξη των ΗΠΑ.

β) Η ευρύτερη διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, όπως η υπογραφή της συμφωνίας για τη Διατλαντική Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου, η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, η αποδυνάμωση της σχέσης Γερμανίας - Ρωσίας μέσα και από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στην Ουκρανία.

γ) Η υλοποίηση των νέων ατλαντικών σχεδίων επέμβασης και παρέμβασης στη Μέση Ανατολή με μοχλό την αντιμετώπιση της ISIS, για την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στη συγκεκριμένη περιοχή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική αστική τάξη και η νέα αστική κυβέρνηση επιχειρεί να συμμετάσχει στη νέα σύνθετη διαπραγμάτευση για να βελτιώσει τη θέση της, μέσα στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και των σχετικών δεσμεύσεών τους. Ταυτόχρονα επιχειρεί να διαφυλάξει, ν’ αξιοποιήσει διαπραγματευτικά και ν’ αναπτύξει, στο βαθμό του δυνατού, τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα, με βάση τους γενικούς της στόχους για ανάδειξη της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας, για ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού και του τουρισμού.

Στο πλαίσιο της ελληνικής διαπραγματευτικής τακτικής με τη γερμανική πλευρά πρέπει ν’ αξιολογηθεί η διαφοροποίηση σχετικά με τις διαδικασίες συζήτησης των κυρώσεων της ΕΕ προς τη Ρωσία. Εδώ η ελληνική κυβέρνηση συνέπλευσε ξανά με Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία και άλλα κράτη που ζητούν ηπιότερη στάση κι εξέφρασε το γενικότερο συμφέρον της ελληνικής άρχουσας τάξης (τουρισμός, εξαγωγές κυρίως της αγροτικής παραγωγής κλπ.).

Παράλληλα αποτελεί στοιχείο κάθε σύνθετης ολοκληρωμένης διαπραγμάτευσης το άνοιγμα περισσότερων θεμάτων για να υπάρξει τελικά ευνοϊκός συμβιβασμός στο κύριο ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν καταλήξουν οι διαπραγματεύσεις των επόμενων μηνών σ’ ένα μεσοπρόθεσμο αντιλαϊκό συμβιβασμό, αυτός θα είναι προσωρινός και εύθραυστος, γιατί η κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας και οι αντιθέσεις της έχουν τη δική τους δυναμική.

 

Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Αμέσως μετά την εκλογή της η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσπάθησε να προβάλει προπαγανδιστικά την εικόνα μιας περήφανης, σκληρής διαπραγμάτευσης με τη γερμανική κυβέρνηση προς όφελος του ελληνικού λαού. Η διεκδίκηση μιας σχετικής χαλάρωσης της σημερινής περιοριστικής πολιτικής, προκειμένου να ενισχυθεί η κρατική στήριξη των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων, προβλήθηκε ως εθνικός στόχος, ως κοινό συμφέρον της αστικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Γι’ αυτό κι έχει σημασία ν’ αποκαλυφθεί το πραγματικό ταξικό περιεχόμενο της προσωρινής καταρχήν συμφωνίας της Παρασκευής 20 Φλεβάρη, η οποία ειδικότερα συμφωνία προβλέπει:

• Δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης για την επιτυχή ολοκλήρωση του «τρέχοντος προγράμματος» και των κανόνων του, δηλαδή του Μνημονίου. Στην ουσία, η Γερμανία με τη συγκεκριμένη δέσμευση πήρε αυτό που ήθελε από τη συμφωνία.

• Διατήρηση της εποπτείας και της αξιολόγησης από τους θεσμούς Κομισιόν - ΔΝΤ - ΕΚΤ, δηλαδή από την Τρόικα.

• Προώθηση των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου.

• Πρωτογενή πλεονάσματα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το μέγεθός τους.

• Δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης πως δε θα προχωρήσει σε ακύρωση μέτρων χωρίς τη συμφωνία των εταίρων.

Όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια, οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης συμβαδίζουν σε γενικές γραμμές με το συγκεκριμένο αντιλαϊκό πλαίσιο και τις γενικότερες δεσμεύσεις που ισχύουν για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Στις προγραμματικές δηλώσεις ο Γ. Βαρουφάκης διατύπωσε τη θέση πως το 70% των μέτρων του Μνημονίου συνιστούν αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να προχωρήσουν. Γενικά η κυβέρνηση προβάλλει σε αυτή την κατεύθυνση ορισμένα μέτρα αστικού εκσυγχρονισμού (π.χ. ολοκλήρωση κτηματολογίου, σύνταξη περιουσιολογίου). Πρόκειται για μέτρα που στοχεύουν να δώσουν νέα ώθηση στο ρυθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης μέσα από την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, τη βελτίωση της φοροεισπρακτικής και διοικητικής ικανότητας του αστικού κράτους. Το κυριότερο είναι ότι κάτω από το μανδύα του αστικού εκσυγχρονισμού κρύβεται η αποδοχή από τη νέα κυβέρνηση των βασικών αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων και δεσμεύσεων που εφαρμόζονται σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Αυτή την αποδοχή συγκάλυπτε σ’ ένα βαθμό προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ με την «αντιμνημονιακή» ρητορική του.

Ιδιαίτερο βάρος σε αυτή την προσπάθεια αποκτούν οι διακηρύξεις της κυβέρνησης για πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Με τις συγκεκριμένες διακηρύξεις επιχειρείται αφενός η δημιουργία κλίματος αποδοχής της φοροαφαίμαξης των αυτοαπασχολούμενων και αφετέρου η κρατική παρέμβαση στον ανταγωνισμό τμημάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αφού περιλαμβάνουν πλήθος θεμάτων (όροι αδειοδότησης μέσων μαζικής ενημέρωσης, φοροδιαφυγή πολυεθνικών ομίλων, λαθρεμπόριο καυσίμων, οικονομικά των κομμάτων κλπ.). Φυσικά, στο απυρόβλητο μένει η βασική αιτία που γεννά τις σχέσεις διαφθοράς και συναλλαγής με την κρατική υπαλληλία, το κυνήγι του κέρδους και των μεριδίων αγοράς από τους μονοπωλιακούς ομίλους.

Πέρα από τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της, ακόμα και η προσωρινή τετράμηνη καταρχήν συμφωνία της Παρασκευής 20 Φλεβάρη δεν έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Προϋπόθεση της εφαρμογής της αποτελεί στην ουσία η προώθηση από την ελληνική κυβέρνηση ορισμένων από τις αναδιαρθρώσεις που είχαν συμφωνηθεί με την ΕΕ και το ΔΝΤ (π.χ. για το ασφαλιστικό). Η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευθεί να υποβάλει μια σχετική λίστα νέων μέτρων και αναδιαρθρώσεων μέχρι τη Δευτέρα 23 Φλεβάρη. Οι προπαγανδιστικές κυβερνητικές κορώνες για τέλος της εποχής των μνημονίων δεν μπορούν να συσκοτίσουν αυτή τη σκληρή πραγματικότητα.

 

Ο ΑΝΤΙΛΑΪΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Όποια και αν είναι τελικά η κατάληξη των διαπραγματεύσεων, αυτό που αποκαλύπτουν οι προγραμματικές δηλώσεις είναι πως η εφαρμογή των προτεινόμενων κατευθύνσεων κυβερνητικής πολιτικής δε θα ανακόψει την τάση σχετικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης και των αυτοαπασχολούμενων.

Ακόμα και αν η ελληνική οικονομία σταθεροποιηθεί σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης2, δε θα συνοδευτεί με ουσιαστική ανάκτηση των μεγάλων απωλειών των λαϊκών στρωμάτων την περίοδο της κρίσης.

Η αποδοχή από τη νέα κυβέρνηση του στόχου της θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων και των σχετικών δεσμεύσεων για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ (π.χ. ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, ελαστικές εργασιακές σχέσεις) προϋποθέτει τη διατήρηση φθηνής εργατικής δύναμης, την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, τη συγκράτηση των κρατικών δαπανών κοινωνικής πολιτικής. Ακόμα και τα μέτρα για τη μικρή βελτίωση των ομάδων ακραίας φτώχιας δεν προβλέπεται να διασφαλιστούν με επιβάρυνση του μεγάλου κεφαλαίου. Μέρος των νέων βαρών θα επωμιστούν οι υπόλοιποι μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι.

 

ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 Εξέλιξη των μισθών την περίοδο της κρίσης

Στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης η επίθεση στους μισθούς και στα εργασιακά ασφαλιστικά δικαιώματα αλλά και στις υπόλοιπες παραμέτρους που σχετίζονται με το εργατικό εισόδημα –παιδεία, υπηρεσίες κλπ.– κλιμακώθηκε ως προς το ρυθμό και το εύρος. Σε κάθε περίπτωση, το σύνολο των μέτρων και ρυθμίσεων που προωθούνται κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας αποτελούν διακηρυγμένους στόχους της αστικής πολιτικής που διαχρονικά προωθήθηκαν πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Σύμφωνα με τη στατιστική καταγραφή της τριμηνιαίας εξέλιξης του δείκτη μισθών που δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ, η σωρευτική μείωση του μέσου όρου των μισθών το δεύτερο τρίμηνο του 2014 ξεπέρασε το 25% σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2009 οπότε ο δείκτης μισθών είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό του . Δηλαδή, συνολικά (σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα) οι εργαζόμενοι έχασαν την περίοδο της κρίσης το ένα τέταρτο των μισθολογικών τους αποδοχών.

Οι μέσες ακαθάριστες αποδοχές εκτιμάται ότι μειώθηκαν περαιτέρω το 2014 περαιτέρω κατά 1,5% στο σύνολο της οικονομίας και κατά 2% στον επιχειρηματικό τομέα.3 Οι μισθολογικές απώλειες επεκτάθηκαν σε όλους τους κλάδους της οικονομίας (ιδιωτικό, δημόσιο κι ευρύτερο δημόσιο τομέα), αλλά δεν είναι ισόμετρες σε όλους τους κλάδους και τομείς, ενώ εμφανίζονται και σαφείς διαφορές ανάλογα με το ύψος του μισθού. Ταυτόχρονα διαφοροποιήθηκε και ο βαθμός με τον οποίο επέδρασε η κρίση και η κρατική πολιτική διαχείρισής της στις διάφορες κατηγορίες μισθωτών. Στον ευρύτερο δημόσιο τομέα η μείωση των μισθών έγινε τόσο με την περικοπή του 13ου και 14ου μισθού, όσο και με μείωση του ύψους του κάθε μισθού, π.χ. με την κατάργηση μιας σειράς επιδομάτων. Στον «ιδιωτικό» τομέα η δυναμική της κρίσης και η αύξηση της ανεργίας συνδυάστηκε με την κρατική πολιτική, με τη νομοθετική κατάργηση του πλαισίου των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ), τη νομοθετική μείωση του κατώτατου μισθού, τη νομοθετική ρύθμιση διευκόλυνσης των απολύσεων, οδηγώντας στη δραστική μείωση του μέσου μισθού σε κάθε κλάδο. Συγχρόνως, το πλαίσιο «ευελιξίας» στις εργασιακές σχέσεις, που προωθείται διαχρονικά σε όλη τη ΕΕ πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης, ενισχύθηκε νομοθετικά την περίοδο της κρίσης, οδηγώντας σε περαιτέρω πίεση στον εργατικό μισθό.

Ενδεικτικό για την πολιτική μισθών είναι και το μέσο κόστος εργασίας ανά μισθωτό στον επιχειρηματικό τομέα που μειώθηκε κατά 3% το 2014 (δηλαδή περισσότερο από τις ακαθάριστες αποδοχές), λόγω της μείωσης των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών στον επιχειρηματικό τομέα κατά 2,9 εκατοστιαίες μονάδες από 1.7.2014 (Ν.4254/2014). Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, αυτές οι μεταβολές στο ύψος των μισθών έχουν ως συνέπεια το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας να υποχωρεί και το 2014, ενισχύοντας την «ανταγωνιστικότητα κόστους» κατά 20% από το 2010 έως σήμερα.

 

Μισθολογική πολιτική της νέας κυβέρνησης

Η εκδήλωση της κρίσης και η κρατική πολιτική διαχείρισης της οδήγησε σε κατακόρυφη μείωση του μέσου μισθού και σε κάθε περίπτωση όχι αποκλειστικά του κατώτατου. Ο ΣΥΡΙΖΑ στις πρώτες του εξαγγελίες αντέτεινε την εξαγγελία σταδιακής αποκατάστασης του κατώτατου μισθού στα επίπεδα της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΣΣΕ) που είχε υπογράψει η ΓΣΕΕ προ κρίσης, δηλαδή στα 751 ευρώ, από το επίπεδο που έχει διαμορφωθεί από το Φλεβάρη του 2012 με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή 586 ευρώ εάν είναι πάνω από 25 ετών ή 510 ευρώ για τους νεότερους. Ταυτόχρονα οι «σαρωτικές μεταρρυθμίσεις» που υπόσχεται αποτελούν ακριβώς την εγγύηση για την περαιτέρω αφαίμαξη μισθωτών και συνταξιούχων μέσω της εμπορευματοποίησης μιας σειράς υπηρεσιών που φέρνει η απελευθέρωση κλάδων της οικονομίας.

Ωστόσο, μετεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ υπαναχωρεί από την εξαγγελία περί άμεσης αποκατάστασης του κατώτατου μισθού. Ο Αλ. Τσίπρας στην εισαγωγική του ομιλία στη συζήτηση επί των προγραμματικών θέσεων της κυβέρνησης διευκρίνισε ότι η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού θα είναι σταδιακή και μέχρι το τέλος του 2016.

Προηγουμένως, στην πρώτη συνέντευξή του στον «ΣΚΑΙ», την 1η Φλεβάρη 2015, ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης Π. Σκουρλέτης, εμφανίζοντας τα πρώτα δείγματα για το πώς θα εφαρμοστούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες, είχε διευκρινίσει ότι η επαναφορά του κατώτατου μισθού δε θα είναι το πρώτο μέτρο που θα εφαρμοστεί: «Θέλουμε πρώτα να αποκαταστήσουμε σειρά μέτρων: επαναφορά συλλογικών συμβάσεων, μετενέργειας, κατάργηση του νόμου της επιστράτευσης και έπειτα θα καλεστούν οι κοινωνικοί εταίροι για να δούνε από κοινού με το Υπουργείο Εργασίας πώς μπορεί να γίνει πραγματικότητα η αύξηση του κατώτατου μισθού».

Στην ίδια συνέντευξη είχε δηλώσει ότι προτίθεται να προωθήσει τη συγκεκριμένη αλλαγή μόνο σε συνδυασμό με μέτρα που θα μειώνουν φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, αναφερόμενος σε ρυθμίσεις χρεών και δανείων των επιχειρήσεων, προκειμένου να μπορέσει «η αγορά να απορροφήσει την αύξηση». Ουσιαστικά μίλησε για νέα επιπλέον κρατική ενίσχυση προς τους εργοδότες.

Ο Π. Σκουρλέτης, στην ομιλία του επί των προγραμματικών δηλώσεων, επανέλαβε ότι «η χωρίς προβλήματα και παρενέργειες αύξηση του κατώτατου μισθού» θα εξασφαλιστεί «με όρους πρόληψης και απορρόφησης τυχόν κραδασμών στην αγορά εργασίας». Άλλωστε αυτός είναι ο προορισμός της εξοικονόμησης πόρων από τη νέα συμφωνία για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων που διαπραγματεύεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Σε κάθε περίπτωση με την κατάργηση της πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου του 2012 δεν επανέρχεται αυτομάτως ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ, αλλά ο καθορισμός του θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης της ΓΣΕΕ και της εργοδοτικής πλευράς. Αυτό προβλέπει η συμφωνία που έκαναν στις 26 Μάρτη 2014, όταν οι «κοινωνικοί εταίροι» υπέγραψαν νέα ΕΓΣΣΕ, με διάρκεια από 1 Γενάρη 2014 μέχρι 31 Δεκέμβρη 2014 και με δυνατότητα παράτασης για έναν ακόμα χρόνο.

Πέραν όμως όλων των παραπάνω, έχει σημασία να δούμε και το μέγεθος των μισθωτών που άμεσα αφορά ο κατώτατος μισθός και κυρίως τι κρύβεται πίσω από την προετοιμασία των εργοδοτών για να «σηκώσουν» μια αύξηση του. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ που έχουν δημοσιευτεί στον αστικό τύπο, το 8,95% των εργαζόμενων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αμείβονται αυτή τη στιγμή με μισθό που κινείται μεταξύ 501 και 600 ευρώ, δηλαδή με μισθό κοντά στον κατώτατο, ενώ άλλο ένα 8,97% του συνόλου αμείβονται με μισθό που κυμαίνεται από 601-700 ευρώ.

Η πείρα μας λέει ότι τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν τμήμα μισθωτών για τους οποίους δηλώνεται ως αμοιβή ο κατώτατος μισθός και λαμβάνουν το επιπλέον τμήμα του μισθού τους είτε «μαύρα» και αδήλωτα είτε ως παροχή σε είδος (είναι διαδεδομένο πλέον το καθεστώς των κουπονιών), με αποτέλεσμα οι εργοδότες να απαλλάσσονται από τμήμα των ασφαλιστικών εισφορών (εφόσον αυτές υπολογίζονται ως τμήμα του μισθού). Ταυτόχρονα, το 21,83% του συνόλου των μισθωτών λαμβάνει μισθό μεταξύ 700 και 1000 ευρώ, ενώ το 21,06% του συνόλου έχει μισθό από 1000 έως 1500 ευρώ. Γι’ αυτή τη μεγάλη μάζα εργαζομένων η αύξηση του κατώτατου μισθού δε θα φέρει καμία αύξηση στους μισθούς, καθώς έχουν λήξει ή καταγγελθεί το σύνολο των Κλαδικών ΣΣΕ την τελευταία τριετία. Απεναντίας, αυτές οι κατηγορίες μισθωτών είναι εκείνες που θα μπουν στο στόχαστρο της «αναδιανομής της φτώχειας» μέσω φορολογικών και άλλων ρυθμίσεων, όπως το «περιουσιολόγιο» που θα υλοποιήσει αυτή η αστική κυβέρνηση, εφόσον δεσμεύεται όχι μόνο να μη φορολογήσει, αλλά απεναντίας να ενισχύσει το κεφάλαιο στην προσπάθεια να θωρακιστεί η καπιταλιστική ανάπτυξη. Επιπλέον η διεθνής πείρα από τη θέσπιση ή κατοχύρωση ενός μόνο κατώτατου μισθού δείχνει ακριβώς τη διαχρονική τάση σύγκλισης του μέσου μισθού προς τον κατώτατο κατοχυρωμένο, καθώς μόνο η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και η ανάπτυξη της ταξικής πάλης μπορεί να εξασφαλίσει την κατάκτηση κλαδικών συλλογικών συμβάσεων εκτός των πλαισίων της αστικής διαχείρισης για τους μισθούς.

Ακόμη, με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία, το 21,81% του συνόλου των μισθωτών βρίσκονται σε καθεστώς μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, οι οποίοι λαμβάνουν κλάσμα του κατώτατου μισθού. Είναι αντιληπτό το μέγεθος της «ωφέλειας» του φιλοδωρήματος για τους εργαζόμενους με ελαστικές εργασιακές σχέσεις.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα διατηρήσει τη δυνατότητα ευέλικτης απασχόλησης, την εναλλαγή της με τη σταθερή εργασία, την εργασία με το μπλοκάκι (ΔΠΥ). Η δυνατότητα αυτή λύνει στην πράξη τα χέρια των εργοδοτών για μετατροπή των συμβάσεων πλήρους εργασίας σε μερική ή εκ περιτροπής εργασία, με αποτέλεσμα να μην περάσει στους πραγματικούς μισθούς ακόμα και η πιθανή κατάκτηση αύξησης του κατώτατου μισθού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ομιλία του επί των προγραμματικών δηλώσεων ο Π. Σκουρλέτης, εξαγγέλλοντας τη διατήρηση συνολικά του πλαισίου ευέλικτων εργασιακών σχέσεων υπό μορφή ευχολογίου, δήλωσε γενικόλογα ότι «επιβάλλεται η δραστική μείωση της επιτρεπόμενης διάρκειας, αλλά και των μορφών της προσωρινής απασχόλησης, καθώς και η καταπολέμηση του φαινόμενου της ψευδο-αυτοαπασχόλησης που υποκρύπτει σχέση μισθωτής εργασίας», όπως και ότι αυτό θα επιτευχθεί «δια της υποχρεωτικής αντικειμενικής δικαιολόγησής τους».(!)

Ταυτόχρονα συνεχίζεται η κρατική πολιτική «ενεργητικής» στήριξης της κερδοφορίας των μονοπωλίων μέσω των προγραμμάτων «ενεργητικής πολιτικής απασχόλησης» για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Η τοποθέτηση της αναπληρώτριας υπουργού Εργασίας Ράνιας Αντωνοπούλου αναγγέλλει τη συνέχιση των αισχρών προγραμμάτων «μαθητείας και κατάρτισης», στην πραγματικότητα ανασφάλιστης και τζάμπα εργασίας ανέργων (των γνωστών voucher), αλλά με προσανατολισμό στην καλύτερη εξυπηρέτηση του νέου αναπτυξιακού μοντέλου της αστικής τάξης, καθώς προκρίνει «παρεμβάσεις με σχεδιασμό και περιεχόμενο που ανταποκρίνονται στις ανάγκες σε τοπικό επίπεδο και δεν είναι αποκομμένες από τις ανάγκες του παραγωγικού ιστού και της αγοράς εργασίας». Ωστόσο η τοποθέτηση είναι αποκαλυπτική διότι ομολογεί ότι η ανεργία είναι ένα πρόβλημα άλυτο στα πλαίσια του καπιταλισμού, καθώς δηλώνει: «Ήρθε η ώρα να πούμε στον κόσμο την αλήθεια. Και η αλήθεια αυτή είναι ότι ακόμα και κάτω από τις καλύτερες αναπτυξιακές συνθήκες, ακόμα και αν ξένοι και εγχώριοι επενδυτές επιδοθούν σε υψηλούς ρυθμούς επένδυσης, σε 10 χρόνια θα εξακολουθούμε να έχουμε μισό εκατομμύριο ανέργους. Πρέπει λοιπόν να μην καλλιεργούμε αυταπάτες ότι μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της μακροχρόνιας ανεργίας σε λίγα χρόνια».

Συμπερασματικά, η μισθολογική πολιτική που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαγγείλει δεν αποκαθιστά τις τεράστιες αλλεπάλληλες μειώσεις στο μέσο μισθό της εργατικής τάξης, δε βελτιώνει τους μισθούς που συνδέονται με τις ελαστικές εργασιακές σχέσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο ΣΕΒ και λοιποί εργοδοτικοί φορείς δηλώνουν ξεκάθαρα πως δεν έχουν πρόβλημα με αυτή την επαναφορά του κατώτατου μισθού.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

Τόσο οι προγραμματικές εξαγγελίες του πρωθυπουργού όσο και οι τοποθετήσεις των αρμόδιων υπουργών, σε ό,τι αφορά τις αλλαγές που πρόκειται να δρομολογηθούν στη φορολογία εισοδήματος και περιουσίας, κινήθηκαν στα ίδια πλαίσια με όσα είχαν ειπωθεί προεκλογικά από το ΣΥΡΙΖΑ.

Βασική αρχή της φορολογικής πολιτικής της κυβέρνησης, όπως έχει δηλώσει η υπουργός Ν. Βαλαβάνη, θα είναι: «από τον καθένα σύμφωνα με την πραγματική και όχι τεκμαρτή φοροδοτική ικανότητα, η οποία σήμερα, χάρη στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων, μπορεί να προσδιοριστεί».

Η κυβερνητική πολιτική εστιάζει στην «αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής», την οποία προβάλλει ως μια από τις βασικές αναδιαρθρώσεις στις οποίες θα προχωρήσει η νέα κυβέρνηση. Ο Αλ. Τσίπρας, στη συνάντησή του με τον Ανχελ Γκούρια, ανέφερε συγκεκριμένα πως η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε μέτρα εναντίον της οικονομικής ολιγαρχίας, εστιάζοντας στη φοροδιαφυγή και στη διαφθορά. Άλλωστε, ο διορισμός ως αναπληρωτή υπουργού του Π. Νικολούδη, τέως υπεύθυνου της Αρχής για την καταπολέμηση της διαφθοράς, αντανακλά αυτό τον προσανατολισμό. Ήδη ο Π. Νικολούδης αναφέρθηκε και σε 3.500 χιλιάδες υποθέσεις που βρίσκονται ανέλεγκτες «στα συρτάρια των αρμοδίων», από τις οποίες άμεσα μπορούν να εισπραχθούν μέχρι και 2,5 δισ. ευρώ.

Στην κατεύθυνση αυτή, όπως έχει προαναγγείλει η αρμόδια αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών, «θα εφαρμοστούν νέα επιχειρησιακά σχέδια από το ΣΔΟΕ (που έχει υπαχθεί πλέον κάτω από το υπουργείο καταπολέμησης της διαφθοράς) από κοινού με τις τελωνειακές και άλλες αρχές, με ταυτόχρονη διατήρηση κι ενδυνάμωση από μεριάς Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων των μόνιμων προληπτικών ελέγχων». Επίσης αναγγέλθηκαν και μέτρα «άμεσης ενίσχυσης κι ενδυνάμωσης αριθμητικά, εκπαιδευτικά και νομοθετικά, των φοροελεγκτικών μηχανισμών», όπως και καταβολή bonus σε υπαλλήλους που συμβάλλουν στην πάταξη του λαθρεμπορίου και παραεμπορίου. Ο Π. Νικολούδης ανήγγειλε ότι θα υπάρξει άμεσα νομοθετική ρύθμιση που θα δίνει αρμοδιότητα στο ΣΔΟΕ να πραγματοποιεί τη βεβαίωση του φόρου, αντί των εφοριών.

Σίγουρα αυτή η κατεύθυνση της κυβέρνησης περικλείει στοιχεία προπαγάνδας, επιχειρώντας να ρίξει στάχτη στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων, πως με τη νέα κυβέρνηση της «αριστεράς» αντιμετωπίζονται τα χρόνια προβλήματα της διαφθοράς και της φοροαποφυγής της «ολιγαρχίας».

Ταυτόχρονα η γραμμή αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής αποτελεί τη σημαία κάτω από την οποία θα δρομολογηθεί νέα φοροεπιδρομή στα λαϊκά στρώματα που δε βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης. Πιο συγκεκριμένα, η κυβέρνηση, αφού κερδίσει «ηθικό κύρος» αποκαλύπτοντας ορισμένα κραυγαλέα παραδείγματα φοροδιαφυγής της άρχουσας τάξης, θα το αξιοποιήσει για να εντείνει τη φοροεπίθεση στα λαϊκά στρώματα που βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης. Με την αξιοποίηση του περιουσιολόγιου και των νέων τεχνολογιών και κυρίως πατώντας πάνω στις χαμηλωμένες απαιτήσεις των λαϊκών στρωμάτων και στη νέα διαχωριστική γραμμή που στήνει η κυβέρνηση, με άξονα την «ανθρωπιστική κρίση», η μεγάλη πλειοψηφία μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων που δε βρίσκονται σε απόλυτη εξαθλίωση θα παραμείνουν στο στόχαστρο της φοροεπιδρομής με διάφορους τρόπους, τόσο με αναδρομικούς ελέγχους που θα οδηγούν στην ανακάλυψη αδήλωτων εισοδημάτων του παρελθόντος (υπαρκτών και όχι), με αυστηροποίηση του πλαισίου φορολόγησης των εισοδημάτων, με αύξηση των συντελεστών στα «μεσαία εισοδήματα», ενώ τα υψηλά θα φοροαπαλάσσονται νόμιμα λόγω ανάπτυξης.

Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε και την αξιοποίηση των φορολογικών και οικονομικών ελέγχων ως μηχανισμού παρέμβασης στον ανταγωνισμό τμημάτων των μονοπωλιακών ομίλων.

 

Ειδικά φορολογικά μέτρα

Μέχρι στιγμής δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί με τη μορφή σχεδίου νόμου και αυστηρού χρονοδιαγράμματος εφαρμογής οι βασικές εξαγγελίες για τη φορολογική πολιτική της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό οικονομικών Δ. Μάρδα θα προηγηθεί η κοστολόγηση από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους όλων των προγραμματικών εξαγγελιών, ώστε να καθοριστεί και ο χρόνος εφαρμογής των μέτρων «προκειμένου η πολιτική που θα εφαρμοστεί να απλωθεί σε βάθος τετραετίας», υπονοώντας ότι το δημοσιονομικό «κόστος» θα επιδιωχθεί να επιμεριστεί σε όλους τους προϋπολογισμούς της επόμενης τετραετίας. Ανακοίνωσε ότι, μετά τη νέα συμφωνία με τους εταίρους για το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, θα καταρτιστεί το νέο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Πολιτικής 2016-2019, ενώ ταυτόχρονα θα συνταχτεί συμπληρωματικός προϋπολογισμός για το 2015 προκειμένου να ενσωματωθούν οι αλλαγές που προαναγγέλθηκαν προγραμματικά.

Συγκεκριμένα τα μέτρα που αναμένεται να δρομολογηθούν σε σχέση με τη φορολογία είναι τα παρακάτω:

α) Κατάργηση από το 2015 του Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) και επαναφορά του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας  που αποσυνδέει το φόρο από την επιφάνεια του ακινήτου, με αφορολόγητη την πρώτη κατοικία, πλην των υπερπολυτελών κατοικιών, όπως χαρακτηριστικά διευκρίνισε η Ν. Βαλαβάνη, αναπληρώτρια Υπουργός Οικονομικών.

Η Φορολόγηση της Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας, σύμφωνα με τις δηλώσεις, θα ακολουθεί προοδευτική κλίμακα, ενώ δεν έχει ανακοινωθεί το ύψος του αφορολόγητου ορίου.

Με βάση τη δεσμευτική απόφαση του Συμβούλιου Επικρατείας αναγγέλθηκε ότι μέχρι το τέλος Ιούνη θα υπάρξει αναθεώρηση και αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών σε ποσοστό, πιθανόν, 30-35%.

Παρότι υπάρχουν αναφορές, δεν έχει διευκρινιστεί εάν πέραν της ακίνητης περιουσίας φορολογηθεί το σύνολο της περιουσίας πέραν των ακινήτων, δηλαδή καταθέσεις, χρεόγραφα, έργα τέχνης κλπ.

Αξίζει να καταγραφεί ότι, με βάση τα στοιχεία Ε9 του 2014, από το σύνολο των 5.804.500 φορολογουμένων με ακίνητη περιουσία μόλις το 6,24%, δηλαδή 362.500 φορολογούμενοι (φυσικά και νομικά πρόσωπα), έχουν ακίνητη περιουσία που υπερβαίνει με τις σημερινές αντικειμενικές αξίες, το όριο των 300.000 ευρώ. Αυτό το 6,24% κατέχει περιουσία συνολικού ύψους 188 δισ. ευρώ, όταν το υπόλοιπο 93,76% κατέχει περιουσία συνολικού ύψους 378 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, ο ΕΝΦΙΑ για το 2014 προβλέπεται να αποδώσει στο κρατικό ταμείο έσοδα ύψους 3,4 δισ. ευρώ, ενώ η κατάργηση και η αντικατάστασή του από το Φόρο Μεταβίβασης Ακινήτων υπολογίζεται ότι θα περιορίσει το συγκεκριμένο φόρο κατά 2 δισ. ευρώ τουλάχιστον. Οι αρμόδιοι υπουργοί βεβαιώνουν σε όλους τους τόνους ότι η απώλεια αυτή θα αποκατασταθεί «μέσω της μεγάλης προσπάθειας πάταξης της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και του λαθρεμπορίου που θ’ αναπτυχθεί με αποφασιστικότητα» (δηλώσεις Βαλαβάνη).

β) Η θεσμοθέτηση, στο δεύτερο εξάμηνο του 2015, του νέου φορολογικού συστήματος που θα ισχύσει το  πιθανότερο για τα εισοδήματα του 2015 που θα δηλωθούν το 2016 κι επομένως δε θα επιβαρύνει τον τρέχοντα προϋπολογισμό, καθώς οι κρατήσεις φόρου από μισθωτούς και συνταξιούχους θα γίνεται όλο το 2015 με την ισχύουσα κλίμακα.

Το νέο φορολογικό σύστημα σύμφωνα με τις εξαγγελίες θα επαναφέρει το αφορολόγητο όριο στο ύψος των 12.000 ευρώ (στα επίπεδα του 2010) για όλα τα φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από την πηγή του εισοδήματος. Θα καθιερώσει ενιαία προοδευτική φορολογική κλίμακα με πολλές διαβαθμίσεις (πιθανόν έως και 9 κλίμακες) σε κατεύθυνση, όπως δηλώθηκε, «μετακύλησης ουσιαστικού φορολογικού βάρους προς τα υψηλά και πολύ υψηλά εισοδήματα». Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες εξετάζεται η εφαρμογή ανώτατου συντελεστή 50% για εισοδήματα πάνω από 80-100 χιλ. ευρώ.

Με βάση τον ισχύοντα νόμο, το έμμεσο4 αφορολόγητο όριο για μισθωτούς - συνταξιούχους είναι 9.550 ευρώ.

Το όφελος που θα προκύψει για τους φορολογούμενους μετά την επαναφορά του αφορολόγητου στα 12.00 ευρώ θ’ αποτυπωθεί στην εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων το 2016, μέσω της οποίας θα επιστραφεί ο επιπλέον φόρος που θα παρακρατηθεί το 2015 από μισθωτούς και συνταξιούχους. Συγκεκριμένα μισθωτοί - συνταξιούχοι με εισόδημα 10.000-12.000 ευρώ θα δουν όφελος 100-540 ευρώ , ελεύθεροι επαγγελματίες και έμποροι θα έχουν φορολογική ελάφρυνση μέχρι και 3.120 ευρώ.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις Βαλαβάνη, το νομοσχέδιο θα τεθεί σε «δημόσια διαβούλευση» μετά το καλοκαίρι, στα πλαίσια ενός «θεσμοποιημένου κοινωνικού διαλόγου με τους ενδιαφερόμενους φορείς και πολίτες που θα συμβάλλουν να διορθωθεί η αρχική εκδοχή πριν κατατεθεί για συζήτηση και απόφαση στη Βουλή, ενώ θα εγκαινιάζει μια φορολογική πολιτική που θα την στηρίζει η κοινωνία και δεν θα επιβληθεί αυταρχικά, όπως γινόταν μέχρι χθες».

Με την καθιέρωση του αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ εκτιμάται ότι θα απαλλαγούν από το φόρο εισοδήματος άλλοι 600.000 φορολογούμενοι, ενώ συνολικά 3 εκ. φυσικά πρόσωπα θα έχουν μηδενικό φόρο και το ποσό που θα «χαθεί» από τα κρατικά έσοδα υπολογίζεται σε 2,4 δισ. ευρώ (Χάρης Θεοχάρης).

Την ίδια στιγμή που η νέα κυβέρνηση προαναγγέλλει σημαντικές μεταβολές στη φορολόγηση των φυσικών προσώπων, δια της σιγής και της διολισθήσεως, αφήνει στο απυρόβλητο τον πραγματικό πλούτο, τις κεφαλαιουχικές εταιρίες, τους μονοπωλιακούς ομίλους και τα κέρδη τους. Η κυβέρνηση δεν έχει κάνει καμιά ανακοίνωση για αυξήσεις στους συντελεστές φορολόγησης των διανεμόμενων και των μη διανεμόμενων κερδών των ομίλων και για τη νόμιμη φοροαπαλλαγή τους μέσα από τα αφορολόγητα αποθεματικά, το αφορολόγητο καθεστώς των εφοπλιστικών ομίλων κλπ.

Οι συγκεκριμένες αναφορές στο φορολογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, που δημοσιεύτηκε το 2013, στόχευαν σε «φορολόγηση στο μέσο όρο της ΕΕ», δηλαδή σε μια ελάχιστη αύξηση της φορολογίας του κεφαλαίου στο 2,2% του ΑΕΠ, την ώρα που τα λαϊκά στρώματα καταβάλλουν πάνω από 20% του ΑΕΠ φορολογία. Μάλιστα, όπως τόνιζε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ «κάθε αλλαγή στο επίπεδο της φορολογίας των επιχειρήσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα του φορολογικού ανταγωνισμού τόσο σε επίπεδο Ευρωζώνης, όσο και σε επίπεδο γεωγραφικής περιοχής της χώρας». Δηλαδή, δήλωσε ότι δεν μπορούμε ν’ αυξήσουμε τους φόρους στις επιχειρήσεις όσο η φορολογία στην ΕΕ και στην ευρύτερη περιοχή είναι χαμηλή.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Μια πλήρης και αναλυτική κριτική στην πολιτική ιδιωτικοποιήσεων της νέας κυβέρνησης θα γίνει στην πορεία, όταν εξειδικευτούν οι μέχρι σήμερα γενικές εξαγγελίες. Για παράδειγμα, η στάση της αναφορικά με την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων ύδρευσης ή ιδιωτικοποιήσεων ακίνητης περιουσίας.

Γενική θέση είναι πως οι ιδιωτικοποιήσεις θα συνεχιστούν και ότι οι τετελεσμένες ιδιωτικοποιήσεις δε θίγονται. Η πολιτική ιδιωτικοποιήσεων που εξήγγειλε η νέα κυβέρνηση αποτελεί στην ουσία της συνέχιση της προηγούμενης πολιτικής με διαφορετική μορφή, στρεφόμενη από τις άμεσες ιδιωτικοποιήσεις που προέκρινε η προηγούμενη κυβέρνηση σε πιο έμμεσες μορφές. Ο ΣΥΡΙΖΑ προκρίνει μια μορφή στην οποία οι υποδομές θα παραμένουν τυπικά στην ιδιοκτησία του δημοσίου, ενώ οι ιδιώτες επενδυτές θα «αξιοποιούν» τις υποδομές.

Η κριτική του ΣΥΡΙΖΑ για το τίμημα των ιδιωτικοποιήσεων (που συμπυκνώνεται στη φράση «ξεπούλημα») αποτελεί αντανάκλαση αυτής της πολιτικής. Ουσιαστικά δεν αντιτίθεται στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά στο τίμημά τους και στον τρόπο τους.

Η ουσία των ιδιωτικοποιήσεων είναι ότι λειτουργούν ως μοχλός ανάσχεσης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, ως μηχανισμού θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των ομίλων. Συμβάλλουν στο να  διασφαλίζονται νέα πεδία επένδυσης των υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων των μονοπωλιακών ομίλων. Για το λόγο αυτό η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, η πολιτική της «απελευθέρωσης» στρατηγικών τομέων της οικονομίας αποτελεί στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ και εφαρμόζεται τις τελευταίες δεκαετίες σε όλα τα κράτη-μέλη της. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποκλίνεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο απελευθέρωσης στρατηγικών τομέων της οικονομίας, δηλαδή την ουσία της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων.5

Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι πιθανό ν’ αλλάξει τη μορφή σε ήδη προγραμματισμένες ιδιωτικοποιήσεις. Πιο συγκεκριμένα, στον κλάδο της ύδρευσης πιθανότατα θα προωθήσει αναστολή της ιδιωτικοποίησης των επιχειρήσεων, χωρίς να θίγεται η εμπορευματοποίηση του νερού που αποτελεί την ουσία της πολιτικής της ΕΕ για το θέμα. Η διατήρηση κρατικής ή δημοτικής ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων θα συνοδευτεί με ιδιωτικοποίηση της κατασκευής των δικτύων, ορισμένων τμημάτων της συντήρησης, ειδικών εργασιών νέας τεχνολογίας κλπ.

Ουσιαστικά το κράτος θα διατηρήσει την ιδιοκτησία εκείνων των τμημάτων που δεν οδηγούν σε μεγάλη κερδοφορία ή είναι αναγκαία για την κρατική ρύθμιση του ανταγωνισμού, παραχωρώντας στα μονοπώλια τα κερδοφόρα τμήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο διαχωρισμός του δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΔΕΗ και η μετατροπή του σε ξεχωριστή εταιρία, τον ΑΔΜΗΕ (Αρχή Δικτύου Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας). Ο εν λόγω διαχωρισμός είναι κρίσιμος για να υπάρχει ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς σε αντίθετη περίπτωση ένας παραγωγός που ελέγχει και το δίκτυο έχει καταλυτικό πλεονέκτημα, γι’ αυτό και αποτελεί πυρήνα της πολιτική της ΕΕ για την απελευθέρωση της ενέργειας.

Πιο συγκεκριμένα, από τις μέχρι τώρα τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, έχουμε τα ακόλουθα δεδομένα:

 

Κλάδος της Ενέργειας

• Ο ΣΥΡΙΖΑ ανακοίνωσε πως διακόπτει την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ (τη διάσπαση σε «μεγάλη» και «μικρή» και την προώθηση της ιδιωτικοποίησης), ενώ ο υπουργός Π. Λαφαζάνης αναφέρθηκε και σε «υψηλές τιμές του ρεύματος» για εργαζόμενους και επιχειρήσεις, με ιδιαίτερη φυσικά έμφαση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Επίσης ανακοινώθηκε πως σταματά η ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ, χωρίς φυσικά να αίρεται ο προαναφερθείς διαχωρισμός δικτύου-παραγωγής. Ωστόσο: α) η μέχρι τώρα μερική αποκρατικοποίηση της ΔΕΗ κατά 49% δεν αναιρείται, β) η λειτουργία της με γνώμονα το ποσοστό κέρδους που προκύπτει από το μετοχοποιημένο χαρακτήρα της ΔΕΗ και τη λειτουργία της στο πλαίσιο της απελευθέρωσης της αγοράς δεν αίρεται, γ) η εκμίσθωση του λιγνιτωρυχείου της Βεύης που ουσιαστικά ιδιωτικοποιεί και τη λιγνιτική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν αντιστρέφεται, δ) η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δήλωσε πως θα συνεχίσει την κοινοτική πολιτική στήριξης των ΑΠΕ, μοναδικός κερδισμένος από την οποία είναι οι μονοπωλιακοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στο κλάδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά προωθεί την πολιτική ΕΕ-άρχουσας τάξης για την απελευθέρωση της ηλεκτρικής ενέργειας με ορισμένες διαφορές, ενώ η διαφοροποίησή του για την πορεία της ΔΕΗ σχετίζεται και με την ανάγκη διασφάλισης φθηνότερης ηλεκτρικής ενέργειας στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, καθώς μια ΔΕΗ με ισχυρή κρατική παρέμβαση μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη σε αυτήν την κατεύθυνση.

Η «απελευθερωμένη» αγορά ενέργειας δεν μπορεί να είναι φιλολαϊκή, ακόμα και αν σταματήσει ο νέος γύρος ιδιωτικοποίησης, αφού απελευθέρωση σημαίνει πως η ΔΕΗ ανταγωνίζεται άλλες επιχειρήσεις, πως μετοχοποίησή της σημαίνει ότι κριτήριο λειτουργίας της ΔΕΗ είναι το κέρδος. Άλλωστε τεράστιες ήταν οι αυξήσεις στα τιμολόγια της ΔΕΗ, ενώ επιδεινώθηκαν και οι εργασιακές σχέσεις. Τα τιμολόγια δε μειώθηκαν, ακόμα και μετά τη μείωση της τιμής των καυσίμων της ηλεκτροπαραγωγής. Σε συνθήκες απελευθέρωσης της ενέργειας και λειτουργίας της ΔΕΗ με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια το φθηνότερο ρεύμα στις προαναφερθείσες ομάδες καταναλωτών θα επιβαρύνει τη μεγάλη πλειοψηφία των λαϊκών καταναλωτών.

Για το φυσικό αέριο: Η κυβέρνηση αναφέρθηκε σε διακοπή της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΠΑ. Ωστόσο, η ιδιωτικοποίηση δεν έχει προχωρήσει, καθώς απαιτούσε και τη συναίνεση του Λάτση, αφού ο τελευταίος ελέγχει το πλειοψηφικό πακέτο των ΕΛΠΕ που αποτελούν βασικό μέτοχο του ΔΕΠΑ. Από την άλλη αναφέρθηκε πως η ιδιωτικοποίηση του ΔΕΣΦΑ (ουσιαστικά του συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου) θα προχωρήσει κανονικά. Υπενθυμίζουμε πως ο ΔΕΣΦΑ τελικά εξαγοράστηκε από την αζέρικη SOCAR. Επίσης, ο Π. Λαφαζάνης αναφέρθηκε στον αγωγό ΤΑΡ λέγοντας πως δε θα τον αναστείλει. Ουσιαστικά, τα ενεργειακά έργα που αποτελούν επιλογές του ΝΑΤΟ δε θίγονται.

Για τα ενεργειακά κοιτάσματα (πετρέλαιο κλπ.): Για τις μέχρι τώρα παραχωρήσεις (Πάτρα, Γιάννενα, Κατάκολο) η κυβέρνηση δήλωσε ότι δε θα μεταβάλει τις υφιστάμενες συμβάσεις. Για τις υπόλοιπες περιοχές (Δυτική Ελλάδα και νότια της Κρήτης) δήλωσε πως θα προχωρήσει σε μεταβολή του τρόπου συμμετοχής ώστε να αυξηθούν τα έσοδα προς το δημόσιο, ενώ μίλησε και για ίδρυση φορέα πετρελαίων με ουσιαστικότερη λειτουργία. Η συγκεκριμένη κριτική στο νέο μοντέλο διαχείρισης θα γίνει μετά τη δημοσίευσή του. Ωστόσο, παρά τις διακηρύξεις, η κυβέρνηση δε δεσμεύθηκε για ανακήρυξη ΑΟΖ πριν το γύρο παραχωρήσεων, ενώ η όποια αύξηση εσόδων δε θα θίξει την κερδοφορία των ομίλων που θα προχωρήσουν στην εξόρυξη.

 

Υποδομές

Προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για «επανεξέταση της συμφωνίας» με την COSCO. Ωστόσο, μετεκλογικά οι σχετικοί υπουργοί (Γ. Βαρουφάκης και Θ. Δρίτσας) έκαναν λόγο για «σεβασμό των συμβάσεων» που έχουν ήδη υπογραφεί. Ουσιαστικά η νέα κυβέρνηση δε διαφοροποιείται από την προηγούμενη. Ακόμα και μικρές διαφοροποιήσεις στη λιμενική πολιτική δεν αλλάζουν τον εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα των λιμανιών. Το μοντέλο που ενδέχεται να προκρίνει η κυβέρνηση κάνει λόγο για παραχώρηση της χρήσης των υποδομών των λιμανιών, που θα σημαίνει κατακόρυφη αύξηση του κόστους χρήσης τους για τα λαϊκά στρώματα. Αυτό αποδεικνύεται από την πείρα των προηγούμενων ιδιωτικοποιήσεων (οδικοί άξονες, μετρό κλπ.) με τις δραστικές αυξήσεις που έφεραν σε διόδια και εισιτήρια Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, ιδιωτικοποιήσεις που η κυβέρνηση δεν πρόκειται να θίξει, όπως άλλωστε έχει επανειλημμένα ρητά δηλώσει. Στην πραγματικότητα,  δε θα προχωρήσει ούτε καν σε μέτρα ουσιαστικής ελάφρυνσης και ανάκτησης των απωλειών των εργαζομένων, τις οποίες υπέστησαν λόγω αυτών των αυξήσεων.

Αλλαγές ωστόσο εμφανίζονται όσον αφορά τα αεροδρόμια και το σιδηροδρομικό δίκτυο, με τη νέα κυβέρνηση να δηλώνει πως παγώνει η ιδιωτικοποίησή τους. Για τα αεροδρόμια διακηρύττει πως θα ακυρώσει τη συμφωνία με την οποία κατοχύρωνε τα περιφερειακά αεροδρόμια στην κοινοπραξία Fraport-Κοπελούζου, πίσω από την οποία ουσιαστικά κρύβονται γερμανικά και ρωσικά συμφέροντα. Πιθανό σενάριο είναι πως θα προχωρήσει σε μεταβολή της μορφής ιδιωτικοποίησης των αεροδρομίων. Συγκεκριμένα θ’ αξιοποιήσει διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους το κράτος θα διατηρεί ιδιοκτησία ή και τμήμα των μετοχών, ενώ οι ιδιώτες επενδυτές θα τοποθετήσουν κεφάλαια και θα τους παραχωρείται η χρήση των υποδομών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ο μηχανισμός αυτός έχει τις ακόλουθες επιπτώσεις: α) είναι ευκολότερο να πλασαριστεί σε λαϊκά στρώματα, αφού το κράτος θα εμφανίζεται ως «συνιδιοκτήτης», β) επιτρέπει μια μεγαλύτερη ευελιξία από πλευράς κράτους σε παροχές-ψίχουλα προς ορισμένες κοινωνικές ομάδες, ώστε να εμφανίζεται ως «κοινωνικό κράτος», για παράδειγμα, μικρότερα τέλη χρήσης των υποδομών προς ομάδες ακραίας φτώχειας, γ) η διατήρηση της ιδιοκτησίας στο κράτος μειώνει το απαιτούμενο κεφάλαιο που πρέπει να καταβάλει ο ιδιώτης επενδυτής (αφού ουσιαστικά αγοράζει μόνο τη χρήση). Στην πραγματικότητα, μέσα από το μηχανισμό αυτό το ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου μπορεί ακόμα και να αυξηθεί (αφού δεν καταβάλλει τις δαπάνες ιδιοκτησίας των υποδομών).

Δεν έχει ακόμα ανοίξει τη συζήτηση για τις παραχωρήσεις οδικών αξόνων και για το τι προτίθεται να κάνει.

Η μέθοδος αυτή (των κοινοπραξιών κράτους - ιδιωτών) πιθανότατα θ’ αξιοποιηθεί και σε ακίνητα του δημοσίου. Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα δύο μοντέλα (της παραχώρησης του συνόλου μιας υποδομής σε σχέση με την αναπτυξιακή κοινοπραξία) είναι στον τρόπο αφαίμαξης των λαϊκών στρωμάτων.

Επίσης η κυβέρνηση κάνει λόγο για τη δημιουργία ενός ταμείου στο οποίο θα κατευθύνεται το σύνολο των εσόδων από την αξιοποίηση της περιουσίας του δημοσίου (ουσιαστικά μια μετεξέλιξη του ΤΑΙΠΕΔ). Η αξιοποίηση του ταμείου για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος μπορεί να συνδυαστεί με τη μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, αφού τα βάρη της κοινωνικής ασφάλισης θα καλύπτονται από το ταμείο. Έτσι τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις τελικά θα αποτελέσουν έμμεση χρηματοδότηση των μονοπωλιακών ομίλων και δε θ’ αξιοποιούνται φιλολαϊκά.

Είτε με τη μορφή του ταμείου στήριξης του ασφαλιστικού συστήματος που συγκαλύπτει τη μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών είτε με τη μορφή των κρατικών εσόδων που επιτρέπουν άμεση χρηματοδότηση των μονοπωλίων (με φοροελαφρύνσεις και αναπτυξιακούς νόμους), η «αξιοποίηση» της κρατικής περιουσίας έχει ως ωφελημένο το μεγάλο κεφάλαιο.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Για τη θέση της νέας κυβέρνησης σχετικά με τις Τράπεζες, εκτός από τις προγραμματικές δηλώσεις και τα συμπεράσματα της συνάντησης της ΟΤΟΕ με τον Γ. Δραγασάκη, εκτιμάμε ότι κινούνται γύρω από το γνωστό άξονα που αντιπαραθέτει τον τραπεζικό τομέα με την πραγματική οικονομία. Στα πλαίσια αυτά, διατείνεται πως βλέπει το τραπεζικό σύστημα ως εργαλείο στήριξης της πραγματικής οικονομίας και της ανάπτυξης, σε αντιπαράθεση με το μέχρι σήμερα ρόλο τους, στον οποίο οι τράπεζες έπαιζαν συγκαλυπτικό ρόλο στη διαφθορά κι ενισχυτικό ρόλο στη διαπλοκή. Ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη γνωστή θέση πως το νέο τραπεζικό σύστημα, με νέα αρχιτεκτονική μπορεί να παίξει φιλολαϊκό ρόλο στην παραγωγική ανασυγκρότηση.

Αναμασιέται ουσιαστικά η αποπροσανατολιστική θέση περί «αντιπαραγωγικού» προσανατολισμού των επενδύσεων και του ελληνικού καπιταλισμού μέχρι σήμερα, μέσω της θέσης για πρόταξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης, με προφανή στόχο την αθώωση του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, καθώς η κρίση φορτώνεται στον αντιπαραγωγικό προσανατολισμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης μέχρι σήμερα. Εξάλλου ο χαρακτήρας μιας τράπεζας στον καπιταλισμό δεν καθορίζεται από τον ιδιοκτήτη της και τις πεποιθήσεις του. Κάθε τράπεζα, για να μπορεί να αντέχει στον ανταγωνισμό, δανείζει και δανείζεται με τους όρους της αγοράς. Μια κρατική τράπεζα στον καπιταλισμό είτε θα λειτουργεί με τους όρους που λειτουργούν οι υπόλοιπες είτε θα είναι ζημιογόνα φορτώνοντας στα λαϊκά στρώματα τις ζημιές. Σε καμιά περίπτωση δεν προκύπτει φιλολαϊκό αποτέλεσμα.6

Τέλος, πρέπει να σχολιάσουμε τη θέση της κυβέρνησης σχετικά με την ανάγκη ρευστότητας για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελεί κεντρικό άξονά της. Η θέση αυτή που φωτογραφίζει την έλλειψη ρευστότητας ως βασική αιτία των προβλημάτων των μικρών επιχειρήσεων, ουσιαστικά αναποδογυρίζει την αιτία με το αποτέλεσμα. Η κρίση εκδηλώθηκε το 2009 σε συνθήκες μεγάλης ρευστότητας προς τις επιχειρήσεις. Πρόκειται για κρίση υπερυσσώρευσης κεφαλαίου, κρίση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η έλλειψη ρευστότητας σε ορισμένους κλάδους σε τελευταία ανάλυση είναι αποτέλεσμα της κρίσης και της απαξίωσης κεφαλαίου στην οποία οδηγεί. Άλλωστε, την ίδια ώρα που γίνεται λόγος για έλλειψη ρευστότητας, οι μεγαλομέτοχοι των μονοπωλιακών ομίλων της χώρας διαθέτουν πάνω από 140 δισ. ευρώ σε χρηματικό κεφάλαιο επενδυμένο στο εξωτερικό.

Η υιοθέτηση στόχων όπως «επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό», «υποκατάσταση εισαγωγών», «χρηματοδότηση συγκεκριμένων κλάδων αναπτυξιακής προτεραιότητας» μαρτυρούν ότι σε τελευταία ανάλυση οι θέσεις αυτές εκφράζουν τις προτεραιότητες συγκεκριμένων μερίδων της αστικής τάξης, συγκεκριμένα εκείνων του βιομηχανικού κεφαλαίου με εξαγωγικό προσανατολισμό.

Αναφορικά με τη νέα αρχιτεκτονική, διακηρυγμένος στόχος είναι ένα «πλουραλιστικό τραπεζικό σύστημα», μέσα στο οποίο θα συνυπάρχουν δημόσιες, συνεταιριστικές, ιδιωτικές και ειδικού σκοπού τράπεζες.

Σε αυτά τα πλαίσια προκρίνεται η δημιουργία μιας αναπτυξιακής τράπεζας, με άξονα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, που θα προικοδοτηθεί με εργαλεία και πόρους από το ΕΣΠΑ, ενώ δεν υπάρχει ακόμα τοποθέτηση για το ζήτημα της μορφής της αγροτικής πίστης και για την τύχη των συνεταιριστικών τραπεζών.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κομβικό ρόλο θα διαδραματίσουν και οι συστημικές τράπεζες με την αύξηση του ρόλου του δημοσίου. Ειδικότερα γίνεται λόγος για άσκηση των δικαιωμάτων του δημοσίου στις συστημικές τράπεζες, ενώ λαμβάνονται και πρωτοβουλίες για αλλαγές στις διοικήσεις, με «σεβασμό στα δικαιώματα των ιδιωτών μετόχων». Δρομολογούνται ήδη αλλαγές στη διοίκηση της ΕΤΕ με την τοποθέτηση της Λ. Κατσέλη στη θέση του προέδρου, ενώ για την «Πειραιώς» και την «ALPHA» «δε βιάζονται». Άλλωστε η θέση της κυβέρνησης πως «σε κάθε περίπτωση ο στόχος του δημοσίου και του ιδιώτη είναι κοινός, δηλαδή να αυξηθεί η μετοχική αξία» είναι ενδεικτική για το χαρακτήρα της ως κυβέρνησης διαχείρισης της αστικής εξουσίας.

 

Για τα κόκκινα δάνεια

Για τα «κόκκινα δάνεια», η κυβέρνηση προωθεί νέα νομοθετική ρύθμιση. Για τα στεγαστικά δάνεια η νέα ρύθμιση έχει επίκεντρο τη δημιουργία του δημόσιου φορέα διαχείρισης των προβληματικών δανείων. Ο φορέας θ’ αγοράζει με «έκπτωση» κόκκινα δάνεια από τις τράπεζες και τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά θα υποχρεώνονται ν’ αποπληρώσουν το δάνειο προς τον νέο κρατικό φορέα. Σε ορισμένες περιπτώσεις απόλυτης εξαθλίωσης προβλέπεται διαγραφή σημαντικού τμήματος του χρέους, με τη διευθέτηση να γίνεται κατά περίπτωση και σε ατομική βάση. Θα αφορά μόνο περιπτώσεις που είναι κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας και αδυνατούν αποδεδειγμένα ν’ αποπληρώσουν τα χρέη. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συγκροτηθούν επιτροπές σε κάθε περιφέρεια που θα εξετάζουν κάθε περίπτωση. Θα διαχωρίζουν το χρέος σε αυτό που μπορεί ο οφειλέτης ν’ αποπληρώσει και σε αυτό που αδυνατεί, το οποίο θα το αγοράζει ο φορέας με έκπτωση από τις τράπεζες και στη συνέχεια θα συνάπτει συμφωνία αποπληρωμής με αυστηρούς όρους.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αποτελεί φιλολαϊκή διαχείριση του χρέους των λαϊκών νοικοκυριών, που προϋποθέτει διαγραφή μεγάλου τμήματος του χρέους. Ουσιαστικά μέσα από αυτή τη διαδικασία αναγνωρίζεται το μεγαλύτερο τμήμα του χρέους προς τις τράπεζες και προωθούνται ρυθμίσεις που θα υποχρεώσουν τα λαϊκά στρώματα να το αποπληρώσουν. Το χρέος πρακτικά «κρατικοποιείται», αφού μεταφέρεται από τις τράπεζες στον κρατικό φορέα και με τον τρόπο αυτό εξυγιαίνεται το ενεργητικό των τραπεζών. Συγχρόνως η απαγόρευση των πλειστηριασμών γίνεται στο βαθμό που εξυπηρετεί την κερδοφορία των τραπεζών αφού, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Γ. Βαρουφάκης στην τοποθέτησή του στο Eurogroup της 16ης Φλεβάρη, «τέτοιες κατασχέσεις δε θα αποδώσουν κεφάλαιο στις τράπεζες». Τέλος, για τα επιχειρηματικά και τα καταναλωτικά δάνεια η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει τις θέσεις της.

 

Η ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΩΝ ΟΜΙΛΩΝ

Από τις προγραμματικές δηλώσεις προκύπτει ότι δεν έχουμε ριζική αλλαγή του μίγματος της ασκούμενης πολιτικής (αντικατάσταση της περιοριστικής πολιτικής από μια επεκτατική πολιτική), αλλά μία μικρή προσαρμογή του ασκούμενου μίγματος στις σημερινές ανάγκες του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, όπως αυτές προκύπτουν από τις επιπτώσεις της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης (μείωση του ΑΕΠ πάνω από 25%, υψηλό δημόσιο χρέος, υψηλό ποσοστό ανεργίας κι εκτεταμένα στρώματα που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ή το προσεγγίζουν), αλλά και από την πορεία της αβέβαιης ανάκαμψης της καπιταλιστικής οικονομίας.

Στον πυρήνα της νέας κυβερνητικής πολιτικής βρίσκεται η ανάγκη διασφάλισης περισσότερων κρατικών και κοινοτικών κεφαλαίων για την επιτάχυνση και στήριξη των καπιταλιστικών επενδύσεων στο όνομα της παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Επενδύσεις οι οποίες θα πραγματοποιηθούν πάνω στο διαμορφωμένο από τους εφαρμοστικούς νόμους του Μνημονίου πλαίσιο.

Από τις γενικόλογες εξαγγελίες προκύπτει ξεκάθαρα το νέο κυβερνητικό πλαίσιο στήριξης των αναγκών των επιχειρηματικών ομίλων, το οποίο καθορίζεται από:

Το νέο αναπτυξιακό νόμο που, όπως δήλωσε ο Γ. Σταθάκης, «θα δώσει ισχυρά κίνητρα σε επενδύσεις». Ένας νόμος περισσότερο στοχευμένος στην ικανοποίηση των προτεραιοτήτων των επιχειρηματικών ομίλων, στις οποίες θα προσαρμοστούν τα κλαδικά αλλά και γεωγραφικά κριτήρια.

Τη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση των εξαγωγικών επιχειρήσεων.

Τη διατήρηση των ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων για το κεφάλαιο (π.χ. εφοπλιστές), αλλά και διεύρυνση των φορολογικών απαλλαγών για τη στήριξη της παραγωγικής δραστηριότητας.

Τη διεύρυνση της κρατικής χρηματοδότησης μέσω της αύξησης του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων, αλλά και πιο στοχευμένη αξιοποίηση της κοινοτικής χρηματοδότησης σε υποδομές και έργα στήριξης του νέου αναπτυξιακού μοντέλου της αστικής τάξης.

Έχουμε δηλαδή μια πιο άμεση, πιο δραστική και αποφασιστική παρέμβαση του αστικού κράτους μέσα από τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση, τα νέα ενισχυμένα κίνητρα αλλά και την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων για ν’ αποτελέσει την ατμομηχανή ρυμούλκησης των ιδιωτικών επενδύσεων, οι οποίες έχουν μειωθεί, παρά το γεγονός ότι υπάρχει υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, εξαιτίας της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Δηλαδή μια πιο ουσιαστική παρέμβαση του αστικού κράτους για τη στήριξη των αναγκών αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Σχετικά με το ρόλο της Ναυτιλίας, χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Γ. Σταθάκη στην τελετή παράδοσης-παραλαβής στο ΥΕΝ. Τόνισε ότι: «Η ένταξη στο ευρύτερο σχήμα της ανάπτυξης έρχεται να τονώσει τις διασυνδέσεις της ναυτιλίας με άλλα και πολλά πλεονεκτήματα που μπορούμε να έχουμε ως οικονομία, αυξάνοντας το ειδικό βάρος και το ρόλο της […] Δεύτερον, η ναυτιλία κατέχει μια στρατηγική θέση στο διεθνή χώρο, αναντικατάστατη, ανταγωνίζεται επιτυχώς σε πολύ έντονες συνθήκες και τις άλλες χώρες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις διεθνείς ανταγωνιστικές δυνάμεις. Άρα ο στρατηγικός χώρος είναι αδιαπραγμάτευτος, συνεπώς η αρωγή και η στήριξη πρέπει να έχει σαφώς την διατήρηση και την ενίσχυση αυτής της σχέσης που έχει τη διεθνή αγορά […] Αναφορικά με τη ναυτική εκπαίδευση, εμείς επιμένουμε ότι χρειάζεται μια μεγάλη αναβάθμιση στη δημόσια ναυτική εκπαίδευση […]  θα δουλέψουμε με κάθε τρόπο τη δυνατότητα της Ελλάδας να είναι ένας διεθνής κόμβος μεταφορών και από ένα σημείο και πέρα να έχει υποστηρικτικές δραστηριότητες. Ο τρόπος και οι διαδικασίες θα είναι διαφορετικοί από τη στρατηγική και τις διαδικασίες που είχαν επιλεγεί μέχρι εδώ. Αλλά θα βρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι, οι καλύτερες διαδικασίες να παίξει αυτό το ρόλο η λιμενική υποδομή της χώρας, ως χώρος τεράστιας εμβέλειας για να μπορεί να διακινεί το διεθνές εμπόριο».

 

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ

Οι κατευθύνσεις της κυβέρνησης για τον Τουρισμό, τις οποίες ανέφερε η αναπληρώτρια υπουργός Τουρισμού, κινούνται πάνω στον ίδιο δρόμο και τους νόμους που προώθησε και η προηγούμενη κυβέρνηση. Στην ουσία επανέλαβε τη στήριξη και τη στοχοπροσήλωση σε όλους τους βασικούς σχεδιασμούς που έχουν επεξεργαστεί ο ΣΕΤΕ, Περιφερειακές και Δημοτικές Αρχές και η McKinsey. Θ’ αξιοποιήσουν το ΕΣΠΑ και το ΣΕΣ στη στήριξη των καπιταλιστικών επενδύσεων στον Τουρισμό.

Μίλησε για «στήριξη της Μικρομεσαίας Τουριστικής Επιχειρηματικότητας και ενθάρρυνση των τοπικών συμφώνων και αναπτυξιακών συνεργειών σε περιφερειακό επίπεδο. Συνέργειες σε επίπεδο τοπικών συνεταιρισμών, ενώσεων τοπικών παραγωγών και φορέων της αγοράς με τους επιχειρηματίες του Τουρισμού».

Τα σχήματα αυτά δεν είναι καινούρια. Στην πράξη υλοποιούνται σε διάφορες περιφέρειες από την προηγούμενη δεκαετία μ’ επίκεντρο ισχυρούς μονοπωλιακούς ομίλους που επενδύουν στον Τουρισμό. Υπάρχουν και σχετικές μελέτες της ICAP από το 2012. Άλλωστε πολλοί δήμοι τουριστικών περιοχών διεκδικούσαν ή υλοποιούσαν εδώ και χρόνια τη συμμετοχή στην τουριστική αξιοποίηση υποδομών γιατί εξασφάλιζαν ανταποδοτικά οφέλη. Επιπλέον τόνισε ότι θα μειώσουν κι άλλο τους συντελεστές ΦΠΑ στις τουριστικές υπηρεσίες. Θα αξιοποιήσουν πιο ενεργά τον ΕΟΤ στους σχεδιασμούς τους.

Δήλωσε ακόμη ότι επιδιώκουν «την αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων ώστε να εξασφαλισθεί η εργασιακή αξιοπρέπεια και η σταθερότητα». Στον τουριστικό τομέα υπάρχει ήδη ΣΣΕ, που η προηγούμενη κυβέρνηση παρουσίαζε σαν πρότυπο. Η υπουργός πουθενά δε μίλησε για τις απώλειες, για την κατάργηση των ελαστικών σχέσεων εργασίας, την εξασφάλιση σταθερής μόνιμης εργασίας, την κατάργηση της μαθητείας και των Voucher. Αντίθετα και οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ευνοούν την επέκταση αυτών των σχέσεων εργασίας.

Ακόμα δήλωσε ότι εξετάζουν την ενίσχυση της επενδυτικής αξιοποίησης δημόσιων εκτάσεων για παραθεριστικές κατοικίες, ξενοδοχεία και άλλες καινοτόμες μορφές τουριστικού προϊόντος, που σημαίνει ότι θα παραχωρήσουν δημόσια περιουσία για επιχειρηματική αξιοποίηση.

Όσον αφορά τις αερομεταφορές, δεν είπε τίποτα για σταμάτημα της ιδιωτικοποίησης των αεροδρομίων. Περιορίστηκε μόνο να δηλώσει ότι θα επιδιώξει τη μείωση των ακριβών τελών στα αεροδρόμια, ιδιαίτερα της Αθήνας. Αυτό όμως είναι απαίτηση διεθνών αεροπορικών εταιριών και ισχυρών tour operators.

Ιδιαίτερο θέμα για τον κλάδο του Τουρισμού είναι το μοντέλο του all inclusive. Πριν τις εκλογές ο Αλ. Τσίπρας δήλωνε: «Δε συμφωνούμε με την εδραίωση του μοντέλου των ξενοδοχείων “all-inclusive” που, σε μεγάλο βαθμό, αποκόπτουν τον τουρισμό από την τοπική οικονομία. Δε συμφωνούμε στην ανεξέλεγκτη παραχώρηση δημόσιων εκτάσεων-φιλέτων για την οικοδόμηση παραθεριστικών κατοικιών και ξενοδοχειακών μονάδων σε παράκτιες περιοχές. Που περιορίζουν τη δημόσια παρέμβαση, στοχοποιούν τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, Απορρυθμίζουν τη χωροταξική πολιτική και τις εργασιακές σχέσεις, μετατρέποντας την τουριστική αγορά σε εργασιακή ζούγκλα ορισμένου χρόνου, ακριβώς για να διευκολύνουν τη συγκέντρωση κεφαλαίου. Και δυσχεραίνουν την ανεμπόδιστη και δωρεάν πρόσβαση στις ακτές, το φτηνό και μαζικό τουριστικό προϊόν, που αποτελεί τη κινητήριο δύναμη για τη μικρομεσαία τουριστική επιχείρηση».

Ωστόσο, μετεκλογικά η επίσημη κυβερνητική θέση για το θέμα είναι τελείως διαφορετική. Στην ομιλία της στη βουλή η Ε. Κουντουρά δεν έθιξε το θέμα του all inclusive. Ωστόσο, σε συνέντευξή της λίγο μετά την ανάληψη του υπουργείου δήλωνε: «Δεν θα υπάρξει καμία ενέργεια εις βάρος των προϊόντων all-inclusive. Αντίθετα μέσα από την περαιτέρω ποιοτική αναβάθμιση των συγκεκριμένων προϊόντων θα ενισχυθεί η διάχυση του οφέλους του συγκεκριμένου τουριστικού προϊόντος στις τοπικές αγορές και κοινωνίες». Ουσιαστικά φωτογραφίζεται η συνέχιση της ίδιας πολιτικής, ενώ ως «καθρεφτάκια προς τους ιθαγενείς» περιλαμβάνεται μια «διάχυση του τουριστικού προϊόντος» στις τοπικές αγορές, που φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει καθώς τα προϊόντα all-inclusive εκ φύσεως και εξ ορισμού αποκλείουν ακριβώς αυτή τη διάχυση.

 

ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΡΙΖΑ

Η στήριξη προς τη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από μια σειρά εργοδοτικές οργανώσεις αποτυπώνει το χαρακτήρα της ως κυβέρνησης αστικής διαχείρισης. Ειδικότερα: Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ σχεδόν άμεσα έστειλε συγχαρητήρια επιστολή για τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις 26 Γενάρη 2015. Σε αυτή συνεχάρη τον Αλ. Τσίπρα, σημειώνοντας ότι «η λαϊκή εντολή σας δίνει την απαραίτητη νομιμοποίηση και δύναμη, ώστε να οδηγήσετε τη χώρα με ασφάλεια και αυτοπεποίθηση στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη». Πριν τις εκλογές ο ΣΕΒ διατύπωσε ως βασικούς άξονες εθνικής πολιτικής τα εξής:

1. Εθνική επιτροπή υψηλών προδιαγραφών για τη διαπραγμάτευση του ελληνικού χρέους.

2. Δέσμευση των πολιτικών δυνάμεων στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.

3. Συμφωνία κομμάτων για συνταγματική αναθεώρηση.

4. Αξιοποίηση ευρωπαϊκών πολιτικών - Επενδυτικό πρόγραμμα ΕΕ.

Στην προεκλογική περίοδο εκφράστηκε η στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ από συγκεκριμένους κύκλους του χρηματιστικού κεφαλαίου (Αγγελοπούλου, αφοι Γιανακόπουλοι κλπ.). Οι πρώτες μετεκλογικές διακηρύξεις θίγουν συμφέροντα ορισμένων ομίλων (Κοπελούζος/Περιφερειακά αεροδρόμια, Λάτσης/ΕΛΠΕ) και ενισχύουν άλλους (π.χ. τοποθέτηση μεγαλοδικηγόρου Σαγιά ως γραμματέα στο υπουργικό συμβούλιο, με παλαιότερο ρόλο στα Ολυμπιακά έργα και στην COSCO).

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος συνεχάρη την «αδιαμφισβήτητη» εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την ανάληψη των καθηκόντων της νέας κυβέρνησης. Σημείωσε ότι «αποτελεί αδήριτη ανάγκη να υπάρξει εθνική συστράτευση για να ληφθούν επιτέλους οι σοβαρές αποφάσεις, που με σταθερά βήματα θα οδηγήσουν τη χώρα μας σε σταδιακή έξοδο από την κρίση και στην εξασφάλιση και διατήρηση της κοινωνικής συνοχής».

Η ΓΣΕΒΕ σημειώνει ότι «το αποτέλεσμα των εκλογών, είναι μια ιστορική ευκαιρία για να αναστραφεί η αδιέξοδη και καταστροφική πορεία για την Ελληνική κοινωνία και οικονομία χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η θέση της χώρας στην Ευρωπαϊκή και νομισματική ένωση».

Ο ΣΕΤΕ με μια πιο λιτή ανακοίνωσή του στις 27 Γενάρη 2015 συνεχάρη για τη σύσταση της νέας κυβέρνησης συνεργασίας κι ευχήθηκε καλή επιτυχία στο έργο της.

Η ΕΣΕΕ με τις ανακοινώσεις της μόνο που δεν πανηγύρισε για τη νέα κυβέρνηση. Έστειλε συγχαρητήρια επιστολή, ανακοίνωση που συγκρίνει τις προτάσεις της με τις αντίστοιχες τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ, φανερώνοντας ταύτιση απόψεων σε πολλά ζητήματα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι μικρές αλλαγές στην αστική διαχείριση, με ελάχιστα στοιχεία χαλάρωσης της σημερινής περιοριστικής πολιτικής, αντανακλούν τις σημερινές ανάγκες του μονοπωλιακού κεφαλαίου για δοθεί ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη της ΕΕ-Ευρωζώνης. Αντανακλούν την πίεση της γαλλικής και ιταλικής αστικής τάξης απέναντι στην αυξανόμενη γερμανική υπεροχή στο διεθνή ανταγωνισμό, σε συνδυασμό με τη διαπάλη ΗΠΑ - Γερμανίας για την ηγεμονία στην Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο διαπραγματεύεται η νέα ελληνική αστική κυβέρνηση, με στόχο την επιτάχυνση της ανάκαμψης και τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, μέσα στα όρια των δεσμεύσεων της ΕΕ και της Ευρωζώνης.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υψώνει τη σημαία του εθνικού συμφέροντος και ζητάει συστράτευση του λαού για την επιτυχία των στόχων της άρχουσας τάξης. Αξιοποιεί το μανδύα της περήφανης πατριωτικής διαπραγμάτευσης για να εδραιώσει κλίμα ταξικής συνεργασίας και ειδικότερα στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής. Στην ίδια κατεύθυνση, καλλιεργεί την αυταπάτη ενός δρόμου ανάπτυξης κι ευημερίας για όλους, που θα ωφελεί ταυτόχρονα και τους εγχώριους μονοπωλιακούς ομίλους και τα λαϊκά συμφέροντα. Γι’ αυτό πρέπει να κατανοηθεί ότι, όποια και αν είναι η κατάληξη των διαπραγματεύσεων, αποτελεί σταθερό προσανατολισμό της νέας κυβέρνησης η πολύμορφη κρατική ενίσχυση των μονοπωλιακών ομίλων, η προώθηση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων και η τήρηση των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών με φοροαφαίμαξη των λαϊκών στρωμάτων και περιορισμών των δαπανών κοινωνικής πολιτικής.

Η δεσπόζουσα πιθανότητα παραμένει η υλοποίηση μιας προσωρινής τετράμηνης συμφωνίας επέκτασης του γνωστού αντιλαϊκού προγράμματος με μικρές αλλαγές στο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού, στη μορφή εποπτείας και αξιολόγησης και στους όρους αποπληρωμής του κρατικού χρέους. Σε κάθε περίπτωση, θα πρόκειται για εύθραυστη συμφωνία με αβέβαιο μέλλον σε συνθήκες διεθνούς όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Ακόμα και αν σταθεροποιηθεί τελικά η επάνοδος σε φάση ανάκαμψης και ανάπτυξης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, δεν πρόκειται να συνοδευτεί από την ικανοποίηση των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Δεν πρόκειται να διασφαλίσει ούτε καν την ουσιαστική, πλήρη ανάκτηση των μεγάλων απωλειών του λαού την περίοδο της κρίσης, γιατί η θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων προϋποθέτει αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης και διατήρηση της σχετικά φθηνής εργατικής δύναμης.

Γι’ αυτό εξάλλου αποτελεί στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ, η διατήρηση της ψαλίδας ανάμεσα στο μισθό και την παραγωγικότητα και η επιβολή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη-μέλη.

Οι πατριωτικές κορώνες της κυβέρνησης και οι επικλήσεις της στην εθνική υπερηφάνεια στοχεύουν να εγκλωβίσουν μεγαλύτερο μέρος του λαού στην αποδοχή των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων προς όφελος του κεφαλαίου.Η μόνη πραγματικά περήφανη επιλογή για το λαό είναι να οργανώσει την αντεπίθεσή του απέναντι στον ταξικό του αντίπαλο, την αστική τάξη και τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες που την στηρίζουν, να δημιουργήσει προϋποθέσεις για την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, του κεφαλαίου. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να οξυνθεί η διαπάλη μέσα στο εργατικό κίνημα, με αφετηρία την απαίτηση ανάκτησης των απωλειών της περιόδου της κρίσης.

Έτσι, στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων δεν περιοριζόμαστε μόνο στα αιτήματα για δραστική μείωση των οικιακών τιμολογίων και γενικότερα για ανακούφιση των λαϊκών νοικοκυριών, αλλά απαιτούμε την κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου της «απελευθέρωσης» και κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης, προβάλλοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες των αποκλειστικά κρατικών φορέων της εργατικής εξουσίας για την κάλυψη των λαϊκών αναγκών. Αντίστοιχα δεν περιοριζόμαστε μόνο στην άμεση επαναφορά του βασικού μισθού στα 751 ευρώ, αλλά απαιτούμε την επαναφορά των κλαδικών μισθών τουλάχιστον στο ύψος του 2009, την κατάργηση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, προβάλλοντας ταυτόχρονα το στόχο για πλήρη-σταθερή εργασία για όλους, που φωτίζει την ανάγκη ανατροπής του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης.

Αυτό το πνεύμα ανόδου της μαχητικότητας και της απαιτητικότητας για ανάκτηση των απωλειών πρέπει να διαπεράσει κάθε πλευρά της διαπάλης στο κίνημα. Για παράδειγμα, στο ασφαλιστικό πρέπει να μπει στο επίκεντρο η άμεση μείωση των ορίων συνταξιοδότησης με κατάργηση των πρόσφατων νομοθετικών ρυθμίσεων και η απαίτηση για αύξηση των εργοδοτικών εισφορών του μεγάλου κεφαλαίου και της κρατικής συμμετοχής μέσα από τη φορολόγηση των ομίλων. Αντιμετωπίζουμε μια καλά σχεδιασμένη προσπάθεια εγκλωβισμού του λαού κάτω από τις σημαίες και τους στόχους της αστικής τάξης. Η κυβέρνηση έχει ευρεία και φανερή στήριξη από μεγάλο μέρος της αστικής τάξης και ιμπεριαλιστικά κέντρα. Όμως το νέο αστικό σχέδιο θα σκοντάψει για μια ακόμα φορά στην σκληρή πραγματικότητα των λαϊκών αναγκών. Έχουμε την πείρα, τη θέληση και τη στρατηγική επεξεργασία για να το αντιμετωπίσουμε. Φτάνει να συνεχίσουμε με υπομονή και επιμονή, αταλάντευτα το δρόμο που χαράξαμε.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

*  Κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

2. «Για τις τελευταίες εξελίξεις στην Ελληνική οικονομία», ΚΟΜΕΠ τ. 3/2014.

3. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος.

4. Πρόκειται για έμμεσο όριο που προκύπτει αν συνυπολογιστεί η «έκπτωση φόρου» που ισχύει για μισθωτούς.

5. Αναλυτικά στο «Για την αστική πολιτική διαχείρισης της κρίσης στην ΕΕ και στην Ελλάδα», ΚΟΜΕΠ τ. 4-5/2012.

6. Αναλυτικά στο «Για τις τελευταίες εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα», ΚΟΜΕΠ τ. 5/2013.