ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΩΝ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΡΙΣΤΕΡΗ» ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Η επόμενη μέρα των βουλευτικών εκλογών της 25ης Γενάρη 2015 δεν ήταν ούτε μη αναμενόμενη, ούτε «πρωτοφανής στην ελληνική Ιστορία, ως ανάδειξη για πρώτη φορά αριστερής κυβέρνησης», όπως κατά κόρον προβλήθηκε από τα αστικά ΜΜΕ και αρχικά από ένα μέρος των στελεχών του κυβερνητικού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ και από τον ίδιο τον πρόεδρό του και νυν πρωθυπουργό.

Και λέμε «αρχικά από ένα μέρος των στελεχών του», γιατί, σε λιγότερο από 24 ώρες από τη διαμόρφωση της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, το πέπλο της αριστεροσύνης επισκιάστηκε από το πέπλο της «κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης».

 Το ΚΚΕ είχε προβλέψει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αναμενόμενο πρώτο κόμμα σε κοινοβουλευτική δύναμη, δε θα δυσκολευόταν να βρει εταίρους σε περίπτωση μη εξασφάλισης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας. Μάλιστα, σε αντίθεση με τα παραπλανητικά προεκλογικά του λόγια περί ιδεολογικής-πολιτικής συγγένειάς του μόνο με το ΚΚΕ, είναι φανερό ότι η ταχύτητα των διαβουλεύσεων για τη διαμόρφωση της νέας συγκυβέρνησης ήταν αποτέλεσμα και προεκλογικών διεργασιών.

Αρκετοί δημοσιογράφοι, πολιτικοί αναλυτές, αλλά και εκπρόσωποι άλλων αστικών κομμάτων, αρχικά πρόβαλαν ως απορία ή ως αντίφαση τον «αριστερό» χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, ως κορμού της νέας «αριστερής» κυβέρνησης σε σχέση με το «δεξιό» χαρακτήρα των ΑΝΕΛ. Παράλληλα και ευρωενωσιακοί σύμμαχοι δήλωσαν καθαρά ότι θα προτιμούσαν το ΠΟΤΑΜΙ ως κυβερνητικό εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχει πιο καθαρό ευρωενωσιακό προσανατολισμό. Όσο θα προχωρούν τα πεπραγμένα της κυβέρνησης, όπως ήδη συμβαίνει τρεις βδομάδες μετά τη συγκρότησή της, τόσο θα ξεθωριάζουν οι «αριστεροί» χρωματισμοί της. Κατά την τρίτη βδομάδα της ύπαρξής της κι ενώ το ελληνικό δημοσιονομικό ζήτημα συζητιόταν στις συνόδους του Eurogroup και Κορυφής, οι τόνοι που κυριάρχησαν ήταν αυτοί της «εθνικής υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας» στη διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, προκειμένου να επιτευχθεί μια «έντιμη συμφωνία».

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις –ανεξάρτητα από το βαθμό αξιοπιστίας–  έδειξαν μια μεγαλύτερη απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ από εκείνη των πρόσφατων εκλογών, σε μεγάλο βαθμό προερχόμενη από τμήμα εκλογέων που είχαν ψηφίσει τη ΝΔ και σε μικρότερο απ’ όλα τα άλλα κόμματα, μη εξαιρουμένου και του ΚΚΕ. Δε μας εκπλήσσει μια τέτοια στάση, δεν είναι πρωτοφανής στις μετεκλογικές διαθέσεις, στις προσδοκίες που γεννά η έλευση μιας νέας κυβέρνησης. Αυτή η τάση είχε εκδηλωθεί, αν και σε μικρότερο βαθμό, και με τη διαμόρφωση της πρώτης κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου (ΠΑΣΟΚ) μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2009, που είχε διαδεχτεί την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή (ΝΔ) με το περίφημο «λεφτά υπάρχουν». Και τώρα λοιπόν, ήταν αναμενόμενο ένα τέτοιο ρεύμα προσδοκίας, ανεξάρτητα από το μη ρεαλιστικό του υπόβαθρο, με το οποίο θ’ ασχοληθούμε στη συνέχεια του παρόντος άρθρου.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα «τα έδωσε όλα» σε προπαγανδιστικό επίπεδο. Στο όνομα της λαϊκής ετυμηγορίας και της δημοκρατίας καλλιέργησε προσδοκίες ασκώντας δήθεν μια σθεναρή διαπραγμάτευση «για το συμφέρον της Ελλάδας, που είναι και συμφέρον της Ευρώπης». Ταυτόχρονα, δεν παρέλειπε, κυρίως στο εσωτερικό, να φιλοτεχνεί και το «αριστερό» προφίλ, προβάλλοντας την πολιτική ορκωμοσία του πρωθυπουργού και μέρους των υπουργών, την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, τη θητεία του πρωθυπουργού στην ΚΝΕ όταν ήταν μαθητής Λυκείου, ως στοιχείο του βιογραφικού του, πολύ περισσότερο την προ 25ετίας θητεία ως στελεχών στο ΚΚΕ υπουργών και υφυπουργών της κυβέρνησης.

Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι θα συνεχιστεί και θα ενταθεί αυτή η τακτική: Οι άξονες και στόχοι μιας ουσιαστικά και τυπικά καπιταλιστικής –άρα αντεργατικής– πολιτικής να πλασάρονται με «αριστερό», φιλολαϊκό ιδεολογικό μανδύα. Και τέτοιος μανδύας είναι η προπαγανδιστική επίθεση «ιδεολογικής συγγένειας» του ΣΥΡΙΖΑ προς το ΚΚΕ, τόσο σε επίπεδο πολιτικών κορυφών (βουλευτών, δημάρχων κλπ.) όσο και σε επίπεδο βάσης: στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στις εργατικές συνδικαλιστικές και άλλες μαζικές οργανώσεις.

Το ΚΚΕ έχει πλέον την ιστορική πείρα, αλλά και την ιδεολογική-πολιτική ωριμότητα, έγκαιρα, συλλογικά, σχεδιασμένα ν’ αποκαλύψει αυτή την τακτική και να θωρακίσει δυνάμεις ώστε να μην πέσουν στην παγίδα της χειραγώγησης. Ακόμα, γνωρίζουμε ότι η κυβερνητική επιχείρηση αποπροσανατολισμού θα χρησιμοποιήσει και υλικά μέσα εξαγοράς χειραγώγησης και αφοπλισμού εργατικών-λαϊκών δυνάμεων, των νέων ιδιαίτερα, που συσπειρώνονται στον έναν ή τον άλλο βαθμό γύρω από το ΚΚΕ και τη νεολαία του, την ΚΝΕ. Αυτή η επιχείρηση θα αξιοποιήσει ταυτόχρονα μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας και εξαθλίωσης και μέτρα που συνδαυλίζουν τη συνεχιζόμενη διάσπαση της εργατικής ενότητας, την αντιπαράθεση εργατοϋπάλληλων με λαϊκά μεσαία στρώματα.

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη χρησιμοποιεί μορφές και μέσα κινητοποίησης των οργανωμένων δυνάμεών του στην κατεύθυνση στήριξης της κυβερνητικής πολιτικής, π.χ., με τις δήθεν «αυθόρμητες» διαδηλώσεις στήριξης. Η πρωτοτυπία του ΣΥΡΙΖΑ, ως κυβερνητικού κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι η χρησιμοποίηση των οργανωμένων δυνάμεών του για μια ευρύτερη κινητοποίηση μαζών ως στήριξη των κυβερνητικών προθέσεων, κάτι που έχει γίνει και στο πιο μακρινό παρελθόν της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και στο σύγχρονο, σε χώρες, π.χ., της Λατινικής Αμερικής. Η πρωτοτυπία του είναι στην «ανωνυμία» και στο μη… οργανωμένο χαρακτήρα που αρχικά προσέδωσε σ’ αυτήν την κινητοποίηση, αξιοποιώντας και τ’ ανάλογα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που στη συνέχεια διαψευδόταν στην πράξη από τα πανό της νεολαίας του και τα πλακάτ των συνιστωσών εντός κι εκτός ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόκειται για μια προσαρμογή στη σχέση σοσιαλδημοκρατίας-μαζών, σε σύγκριση με τα μέσα που χρησιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ πριν 35 χρόνια, όταν έγινε κυβερνητικό κόμμα. Όμως, όπως και στο παρελθόν έτσι και τώρα, πρόκειται για τον ίδιο στόχο: Την κυβερνητική χειραγώγηση εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, την αποδυνάμωση και τον εκφυλισμό του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, των οργανωμένων και με ριζοσπαστικό-αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό κινημάτων των αγροτών, των αυτοαπασχολουμένων, της φοιτητικής-σπουδαστικής νεολαίας, των γυναικών.

Βέβαια και το οικονομικό κατεστημένο, μέσω των ΜΜΕ που διαθέτει, ενισχύει το κλίμα αποδοχής της ΕΕ, της απατηλής ελπίδας ότι μπορεί να υπάρξει συμβιβαστική συμφωνία σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Από αυτό προκύπτει και η απατηλή προσδοκία για μια καπιταλιστική ανάπτυξη με λαϊκή ευημερία. Είναι μια μορφή εγκλωβισμού της εργατικής-λαϊκής συνείδησης στις επιδιώξεις της καπιταλιστικής εξουσίας.

Χρειάζεται επαγρύπνηση κι ετοιμότητα από τους κομμουνιστές και τις κομμουνίστριες, αλλά και από τους συνεργαζόμενους μέσα στο εργατικό και λαϊκό κίνημα, ώστε ν’ αντιπαλέψουν κάθε προσπάθεια απομαζικοποίησης, αλλά και κυβερνητικής χειραγώγησης. Αντικειμενικά, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ούτε προτίθεται, ούτε μπορεί να γίνει πολιτικός φορέας ικανοποίησης των εργατικών και λαϊκών αναγκών, στη βάση των οποίων οφείλουν να διαμορφώνονται τα αιτήματα, οι διεκδικήσεις, οι δράσεις του εργατικού και των άλλων λαϊκών κινημάτων.

Ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής δόθηκαν από τη νέα κυβέρνηση: Ο Αλ. Τσίπρας υπέγραψε στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ τα νέα ιμπεριαλιστικά μέτρα «κατά της τρομοκρατίας», που είναι μέτρα κατά των λαών. Ο υπουργός Εξωτερικών συμφώνησε με τις ευρωενωσιακές κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Η νέα συγκυβέρνηση έχει ανοιχτά τοποθετηθεί υπέρ της καπιταλιστικής επιχειρηματικότητας, υπέρ των ανάλογων συμμαχιών στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο. Οι όποιες διαφωνίες της με την κυρίαρχη γραμμή της Ευρωζώνης είναι στους όρους χρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης μέρους του δανείου και στους όρους αποπληρωμής του. Ακόμα κι αν η κυβέρνηση συνδέει κάποιους από αυτούς τους όρους με τη μη εφαρμογή και νέων οριζόντιων μέτρων μείωσης μισθών-συντάξεων, σε καμία περίπτωση ούτε δηλώνει, ούτε προγραμματικά υποστηρίζει συνολικά μέτρα εξόδου από τη λιτότητα. Στην καλύτερη περίπτωση υπόσχεται «πάγωμα» του σημερινού επιπέδου λιτότητας και διαχείριση μιας ορισμένης ακραίας φτώχειας κι όχι την αναπλήρωση των απωλειών της 6ετίας.

Έτσι, ανεξάρτητα από τις καλοπροαίρετες ελπίδες που θα μπορούσαν να υπάρχουν, π.χ., σε συναγωνίστριες που συναντάμε στις Ομάδες και Συλλόγους της ΟΓΕ, τα αιτήματα των γυναικών της λαϊκής πλειοψηφίας για δωρεάν Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) και όλα τα σχετικά με την αποκατάσταση της υγείας δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν από μια κυβέρνηση που αποδέχεται τους άξονες της ΕΕ στη λογική του «κόστους» υγείας, των ισοσκελισμένων Κρατικών Προϋπολογισμών και της επιχειρηματικότητας στον τομέα υγείας. Αυτή μας η θέση επιβεβαιώθηκε από τη συζήτηση στην ημερίδα για την ΠΦΥ που διοργάνωσε η ΟΓΕ στις Βρυξέλλες, ως συντονίστρια του Ευρωπαϊκού Τμήματος της Παγκόσμιας Δημοκρατικής Ομοσπονδίας Γυναικών (ΠΔΟΓ). Αποκαλύφτηκε ότι η κατακόρυφη επιδείνωση σε ό,τι υπήρχε ως Δημόσιο Σύστημα Υγείας αφορά όλες τις χώρες της ΕΕ, από την Κύπρο έως την Πορτογαλία και από την Αγγλία έως την Τουρκία, που οι τελευταίες δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης.

Είναι γενική τάση η αποδιάρθρωση –αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο– των δημόσιων συστημάτων υγείας, ο μη εκσυγχρονισμός τους σε τεχνικές υποδομές και σε πληρότητα εργατικού δυναμικού. Είναι πραγματικότητα η μη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών σύμφωνα με τις σύγχρονες επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις, ανεξάρτητα από τη φάση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής (διεύρυνση ή συρρίκνωση) και ανεξάρτητα από το ιδεολογικό στίγμα μιας κυβέρνησης. Τα αίτια είναι αντικείμενο συζήτησης και μέσα στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα της Ευρώπης, όπου διοχετεύονται αποπροσανατολιστικές αστικές πολιτικές απόψεις επί του θέματος, π.χ., ότι ήταν επιλογές των συντηρητικών φιλελεύθερων κομμάτων σε αντίθεση με τα σοσιαλδημοκρατικά-εργατικά κόμματα που είχαν πάρει την κυβερνητική πρωτοβουλία. Αυτές οι απόψεις όμως δεν εξηγούν γιατί ούτε η σοσιαλδημοκρατική διακυβέρνηση, ούτε καν η συμμετοχή Kομμουνιστικών Kομμάτων (ΑΚΕΛ) στην αστική διακυβέρνηση δεν εξασφάλισε τη συνέχεια αυτών των Συστημάτων Υγείας, έστω και στα επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί.

Η αλήθεια είναι ότι οι νέες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες απαιτούσαν νέες δημόσιες δαπάνες για την Yγεία, που είναι ενάντια στους άξονες της ΕΕ και στις ανάγκες της να ελέγχει τα δημοσιονομικά ελλείμματα που θα έθεταν σε τροχιά αποδυνάμωσης το κοινό νόμισμα, το ευρώ, ως μέσο αποθησαύρισης κλπ. Αντίθετα, τα τεράστια συσσωρευμένα κεφάλαια μέσω των επενδυτικών εταιριών βρήκαν διέξοδο κερδοφορίας στις ιδιωτικές δομές Υγείας, έκαναν γρήγορα τις αποσβέσεις τους με την πελατεία από τα Ασφαλιστικά Ταμεία.

Μια κυβέρνηση λοιπόν, η oποία αναγνωρίζει τόσο την κυριαρχία των μονοπωλιακών ομίλων όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωσή τους, όσα αριστερά επίθετα κι αν χρησιμοποιεί, όσο κι αν προσαρμόζει την προπαγάνδα της στις επιθυμίες των λαϊκών δυνάμεων, οι πράξεις της θ’ ακολουθούν τις ράγες του καπιταλιστικού κέρδους, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις εργατικές-λαϊκές ανάγκες γιατί τρέφεται από τη στέρηση κι όχι από την ικανοποίησή τους.

Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε μέσα στο κίνημα των μικρών και μεσαίων αγροτών, που οριακά εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή τους. Είναι επιφανειακή η εντύπωση ότι αυτή η αναπαραγωγή γίνεται με ελευθερία από τον κάθε αγροτοπαραγωγό επειδή κατέχει γη και κάποια άλλα δικά του μηχανικά μέσα. Στην πραγματικότητα, αυτή η αναπαραγωγή εξαρτάται από τις τράπεζες, τις βιομηχανίες, τους εμπόρους και συνολικά τους όρους που βάζει το κράτος τους. Συνολικά αυτοί οι όροι είναι κωδικοποιημένοι στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, στη νέα ΚΑΠ, που η εφαρμογή της ξεκινά από το 2015. Η νέα ΚΑΠ είναι ακόμα πιο ευνοϊκή από την παλιά για τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις που αφορούν βασικά αγροτικά προϊόντα. Στοχεύει στην περαιτέρω συγκεντροποίηση της αγροτικής παραγωγής. Για τους πολλούς αγρότες, η νέα ΚΑΠ σημαίνει μείωση τουλάχιστον κατά 45% στις ενισχύσεις και στο εισόδημά τους. Η νέα κυβέρνηση αποδέχεται τη νέα ΚΑΠ όπως και γενικά τους άξονες, τις θεσμικές δεσμεύσεις –όπως τις χαρακτηρίζει– της ΕΕ. Ακόμα κι αν προχωρήσει σε μια ορισμένη φορολογική ελάφρυνση των αγροτών κάτω από την πίεση των προηγούμενων κι επόμενων αγροτικών κι εργατικών κινητοποιήσεων, αυτή η ελάφρυνση δε θα έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα αναπαραγωγής μεγάλου τμήματος των αγροτών και κτηνοτρόφων, κυρίως αιγοπροβάτων, για τους οποίους δε θα υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης άλλης προοπτικής, παρά της ανεργίας.

Αυτές είναι οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που υπάρχουν και με τη νέα κυβέρνηση, γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπάρχει κοινό μέτωπο πάλης εργατών - βιοπαλαιστών αγροτών - αυτοαπασχολούμενων της πόλης με την κυβέρνηση, δηλαδή στάση ανοχής, αναμονής, σιωπηρής ή μαχητικής στήριξης των διαπραγματεύσεών της στην Ευρωζώνη. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν αμφισβητεί ούτε την Ευρωζώνη, ούτε την ΕΕ συνολικά ως διακρατική ένωση των μονοπωλίων, ντόπιων και ξένων. Γι’ αυτόν το λόγο οι διαφωνίες της συγκυβέρνησης με την Ευρωζώνη δεν είναι τέτοιες που μπορούν να εξασφαλίσουν ένα μέτωπό της με τον εργαζόμενο λαό προς όφελος της λαϊκής ευημερίας. Ο εργαζόμενος λαός μόνο με την αυτοτελή αγωνιστική του δράση μπορεί να ασκήσει πραγματική πίεση στην εργοδοσία και το κράτος της, στη σημερινή διακυβέρνηση
ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Επομένως, στη σημερινή πολιτική φάση, με αναμενόμενες τις απατηλές εργατικές και λαϊκές προσδοκίες από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η πρωτοπόρα δράση των κομμουνιστών και των κομμουνιστριών καλείται να αποκτήσει νέα στοιχεία ικανότητας πρόβλεψης, προπαγανδιστικής εκλαΐκευσής της, αντοχής στις πιέσεις που ασκούν οι αποπροσανατολισμοί, οι συγχύσεις και οι ταλαντεύσεις των μαζών, ακόμα και αγωνιζόμενων τμημάτων τους, χωρίς ν’ αποκόπτονται από αυτές.

Στις νέες πολιτικές συνθήκες, το ΚΚΕ συνεχίζει να μελετά συστηματικά, να ερμηνεύει αντικειμενικά και ταξικά τις οικονομικές-πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στην Ευρωζώνη, στην ΕΕ και παγκόσμια, να προβλέπει τις όποιες νέες τάσεις αρχίζουν να διαμορφώνονται, ν’ αποκαλύπτει το ταξικό τους περιεχόμενο, την προοπτική των επιπτώσεών τους, τόσο στους καπιταλιστές και τα ανώτερα μεσαία στρώματα όσο και στους εργατοϋπάλληλους και στα λαϊκά μεσαία στρώματα. Παρακολουθεί κι εξηγεί τις εξελίξεις όχι ως θεατής, αλλά ως καθοδηγητής της ταξικής πάλης.

Τόσο σε επίπεδο εκτίμησης όσο και σε επίπεδο πάλης, το ΚΚΕ πατά γερά στο νέο Πρόγραμμά του, διαμορφωμένο στο 19ο Συνέδριο (Απρίλης 2013), στην εκτίμησή του για την ανατροπή της ΕΣΣΔ, στα συμπεράσματα από την Ιστορία του Κόμματος στις κρίσιμες δεκαετίες 1940, 1950, 1960, στις εκτιμήσεις των εξελίξεων μετά από το τελευταίο του Συνέδριο, που αποτυπώνονται στις Αποφάσεις της ΚΕ, στις μελέτες (βιβλιογραφία, αρθρογραφία) των Τμημάτων της ΚΕ, στην πείρα της ταξικής πάλης και κατά τον 21ο αιώνα.

 

ΤΑ ΠΕΡΙ «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»

Ήδη από την πρωθυπουργική τοποθέτηση στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο και τις ομιλίες των νέων υπουργών κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, επιβεβαιώθηκε ότι η «νέα εποχή» στην οποία αναφέρθηκε ο πρωθυπουργός ήταν ένα λογοπαίγνιο με ορολογία που παραπέμπει στη μαρξιστική-λενινιστική ανάλυση της ιστορίας του καπιταλισμού. Δεν πρόκειται ούτε για νέα εποχή στην εξέλιξη του καπιταλισμού, στην Ελλάδα ή και στην Ευρώπη, ούτε για νέα εποχή ως προς τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας.

Οι νέοι υπουργοί, έχοντας συνείδηση ότι λειτουργούν για λογαριασμό του καπιταλιστικού συστήματος, έσπευσαν να διαβεβαιώσουν ότι το «κράτος έχει συνέχεια», ότι «το ελληνικό κράτος πάσχει από έλλειψη συντονισμού», πρόβλημα προς επίλυση που ανατέθηκε στον αντιπρόεδρο της νέας κυβέρνησης. Ο υπουργός Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας, Τουρισμού, παραλαμβάνοντας τα καθήκοντά του από διαφορετικά προηγούμενα υπουργεία που τώρα συνενώθηκαν, ευχαρίστησε τα στελέχη τους για την προηγούμενη δουλειά και την ενημέρωση που του παρείχαν και διαβεβαίωσε για τη συνέχιση της αναπτυξιακής ανάκαμψης που εκδηλώθηκε στο 2014, καθώς και για τους ειδικότερους στόχους στη ναυτιλία, με δεδομένο το ρόλο της ποντοπόρας στην εισροή εσόδων στην Ελλάδα.

Και ήταν μόνο η αρχή της νέας κυβέρνησης. Άλλωστε δεδηλωμένη ήταν η στήριξή της από την επίσημη εκπροσώπηση του ΣΕΒ, αλλά και απευθείας από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους της Ελλάδας.

Χαρακτηριστική ήταν και η προεκλογική στροφή ΜΜΕ (π.χ., MEGA, εφημερίδα «Το Βήμα»), γενικότερα δημοσιογράφων, πολιτικών αναλυτών που, ενώ μέχρι πρότινος έβλεπαν «μισοάδειο το ποτήρι» του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ (π.χ., στη ΝΕΡΙΤ), αμέσως μετά τις εκλογές είδαν ευνοϊκά τις πρώτες δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών, χαρακτηρίζοντάς τες ως ρεαλιστικές και συναινετικές μέσα στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη. Τροφοδότησαν τη θετική προσδοκία από τη νέα κυβέρνηση, καλλιεργώντας βέβαια μη ταξικά κριτήρια, π.χ. εθνικής υπερηφάνειας και αξιοπρέπειας, προβάλλοντας όχι μόνο αυτές τις αξίες-συνθήματα της νέας κυβέρνησης, αλλά και το στιλ, το προπαγανδιστικό ύφος του νέου υπουργού Οικονομικών. Αντίθετα, στα «ψιλά» πέρασε η δήλωση του προβαλλόμενου ως «σκληρού διαπραγματευτή» - υπουργού Οικονομικών «υπέρ του λιτού βίου», οι αλλεπάλληλες αντιφατικές τοποθετήσεις του, άλλοτε αποκηρύσσοντας το ενδεχόμενο ρήξης με την Ευρωζώνη και άλλοτε όχι, φτάνοντας στο «δεχόμαστε το 70% των δεσμεύσεων του μνημονίου» και στην υπογραφή της Προσωρινής Συμφωνίας.

Τα περί «αλλαγής σελίδας» συντήρησε ο πρωθυπουργός με την ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή για ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα κυβέρνηση, αλλά και η νέα πρόεδρος της Βουλής κατά την ανάληψη των καθηκόντων της.

Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η περίφημη «νέα εποχή», η «αλλαγή σελίδας» ή και βιβλίου στην ιστορία της Ελλάδας που έφερε η 25η Γενάρη, που θα φέρει η κυβέρνηση, η οποία προβάλλεται ως «αριστερή» όταν απευθύνεται στις εργατικές και λαϊκές οικογένειες και ως «κυβέρνηση σωτηρίας από την ανθρωπιστική κρίση» όταν απευθύνεται στους καπιταλιστές, στους πνευματικούς εκπροσώπους τους (πανεπιστημιακούς κι άλλους), στους Ευρωπαίους εταίρους της;

 

Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΜΙΓΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ - ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Στην πραγματικότητα, το συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Γενάρη 2015 ήταν το καταστάλαγμα της 6ετούς καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Ουσιαστικά εκφράζει τα όρια του προηγούμενου μίγματος, το οποίο συνίστατο σε μια πολύ περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και μια πιο χαλαρή –αλλά όχι τόσο, όσο π.χ. σε ΗΠΑ και Ιαπωνία– νομισματική πολιτική. Βέβαια πρόκειται για «όρια» μέσα στις συνθήκες ενιαίας ευρωενωσιακής νομισματικής πολιτικής κι ενιαίων δημοσιονομικών περιορισμών, όρια που ωρίμασαν σε φάση αναιμικής ανάκαμψης στην Ελλάδα.

Με άλλα λόγια, ήρθε αντικειμενικά η ώρα για ν’ αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται ο στόχος της καπιταλιστικής κερδοφορίας, ήρθε η ώρα για την αστική διαχείριση να περάσει σε μια διαφορετική μορφή με πιο έντονο το στίγμα της κεϋνσιανής διαχείρισης, χωρίς ως σύνολο να μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Αυτή η νέα μορφή διαχείρισης φάνηκε να ευνοείται από τις γενικότερες ανάγκες περισσότερων και σημαντικών κρατών-μελών της Ευρωζώνης (π.χ., Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας), τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπα το λιγότερο με νέα παραγωγική στασιμότητα, τάση αποπληθωρισμού, σε συνδυασμό με υψηλό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Λόγω του ότι τόσο το παραδοσιακό φιλελεύθερο αστικό κόμμα (ΝΔ) όσο και το παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό αστικό κόμμα (ΠΑΣΟΚ) διαχειρίστηκαν από κοινού στην κρίση τη σκληρά αντιλαϊκή περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, αντικειμενικά η εναλλαγή της με μια πιο ευέλικτη χρειαζόταν ένα νέο κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου, το ΣΥΡΙΖΑ, όπως διαμορφώθηκε το 2012 και με τη μετακίνηση δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ.

Η διαμόρφωση των ψηφοδελτίων του ΣΥΡΙΖΑ και πολύ περισσότερο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, η ανάθεση καίριων υπουργείων (π.χ., Εξωτερικών, Άμυνας) σε στελέχη που θήτευσαν στο ΠΑΣΟΚ ή στους ΑΝΕΛ (εθνικιστικό αστικό κόμμα), δείχνει ενδεχομένως και τη διαδικασία ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ ως κυβερνητικού κόμματος, της αποδοχής του από τα βασικά επιτελεία των συμμαχιών στις οποίες ανήκει η Ελλάδα, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και βέβαια του εγχώριου κεφαλαίου.

Αυτή η προοπτική είχε επισημανθεί από το ΚΚΕ ήδη από το 2012, ιδιαίτερα με τις εκλογές του Ιούνη, όταν μόλις είχε ξεκινήσει η διαμόρφωση αυτού του πολιτικού φορέα με προοπτική αυτή την εναλλαγή, η οποία ωρίμασε στην τριετία (Ιούνης 2012-Γενάρης 2015) που ακολούθησε. Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν διάφοροι οικονομικοί-πολιτικοί παράγοντες με διασυνδέσεις ανάλογων τάσεων στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, παράγοντες που πήραν τη θέση τους στο ΣΥΡΙΖΑ και στη σημερινή κυβέρνηση· παράγοντες που ήδη πήραν τη θέση τους στη σημερινή ομάδα «τεχνικής διαπραγμάτευσης» με την Ευρωζώνη, που έχουν παίξει ήδη κάποιο πολιτικό ρόλο στο ΠΑΣΟΚ, που από τότε μιλούσαν για την ανάγκη αναπροσαρμογής των όρων εξυπηρέτησης του δανείου.

Η «νέα εποχή», λοιπόν, δεν είναι παρά η επιδίωξη, η απόπειρα αλλαγής του λεγόμενου μίγματος δημοσιονομικής-νομισματικής πολιτικής προς όφελος της καπιταλιστικής ανάπτυξης στις σημερινές συνθήκες. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται και από τις αναλύσεις και δηλώσεις τόσο των εγχώριων όσο και των ξένων αστών αναλυτών, υποστηρικτών του ενός ή άλλου μίγματος.

Βέβαια αυτή η αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής είναι μια διαδικασία πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι στο παρελθόν του ελληνικού καπιταλισμού, γιατί τώρα η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωζώνη, η ΕΚΤ καθορίζει την ενιαία νομισματική πολιτική και το Eurogroup τους ενιαίους δημοσιονομικούς στόχους για τα κράτη-μέλη. Επιπλέον, η Ελλάδα βρίσκεται σφιχτοδεμένη σε Συμφωνία και ελεγκτική διαδικασία από την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του δανεισμού της από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, σε συνθήκες που η πιστοληπτική ικανότητά της στη διεθνή ιδιωτική αγορά χρηματικού κεφαλαίου έπεσε στο ναδίρ.

Επομένως, η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με επιπτώσεις στη νομισματική, θα πρέπει να έχει την έγκριση του Eurogroup, να συνοδεύεται από μια νέα ελεγκτική συμφωνία εξυπηρέτησης του δανείου, ανεξάρτητα από τον τίτλο αυτής της Συμφωνίας-Μνημόνιο κατά τον παλιό τίτλο της, Συμφωνία παράτασης, Γέφυρα (με την έννοια μιας προσωρινής στην προοπτική μιας πιο μακροπρόθεσμης κλπ.).

Είναι ακόμα σε εξέλιξη η ευρωενωσιακή διαπάλη για την έκβαση αυτής της διαχειριστικής εναλλαγής, μέσα στην Ελλάδα και κυρίως μέσα στην Ευρωζώνη. Στη Σύνοδο των αρχηγών των κρατών-μελών στις 11 Φλεβάρη, απ’ όσα δημοσιοποιήθηκαν, στο σκληρό πυρήνα υπεράσπισης της αυστηρής περιοριστικής πολιτικής πρωτοστάτησαν οι αρχηγοί της Γερμανίας και της Ισπανίας (παρόλο που η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας δεν ταυτίζεται μ’ εκείνη της Γερμανίας). Τη χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη υποστηρίζει σήμερα σχεδόν σύσσωμη η αστική τάξη στην Ελλάδα. Πρωτοστάτησαν τμήματά της που έχουν διασυνδέσεις με το κεφάλαιο παραδοσιακών ατλαντικών τους συμμάχων (ΗΠΑ, Βρετανίας), σε συμμαχία με την πολιτική εκπροσώπηση του ρεύματος στην Ευρωζώνη (κυρίως στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία) που επιδιώκει μια αναδόμηση στη λειτουργία της Ευρωζώνης, τον επιμερισμό των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Είναι η τάση που θεωρεί ότι με τους υπάρχοντες όρους συγκρότησης και λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος ωφελήθηκε μονόπλευρα κυρίως η Γερμανία, ενισχύοντας την παραγωγική κι εξαγωγική της θέση, τόσο στην Ευρωζώνη σε βάρος τους όσο κι έναντι άλλων κρατών.

Παράλληλα η αστική τάξη επιθυμεί να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα στο πλαίσιο του στόχου της για ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας. Είναι χαρακτηριστική η δημοσιότητα και η επισημότητα που πήρε το γεγονός του ελλιμενισμού κινεζικής πολιτικής ναυτικής μοίρας στις 19 Φλεβάρη, μέρα όξυνσης των προβλημάτων διαπραγμάτευσης με την Ευρωζώνη. Ταυτόχρονα, η νέα ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να αναλάβει ρόλο «γεφυροποιού» με τη ρωσική πλευρά, με τη σχετική ενθάρρυνση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Οι δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της Ευρωζώνης δείχνουν ότι αυτή η αντίθεση μέσα στην Ευρωζώνη ενισχύεται, συνεπικουρείται και από την πρόσφατη δημοσιονομική-νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ βλέπουν από τη μία ανταγωνιστικά την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρωζώνη, αλλά από την άλλη φοβούνται τη μονιμοποίηση της κρίσης σ’ αυτήν, τις αλυσιδωτές επιδράσεις αποσταθεροποίησης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος από μια ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης, τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας. Η πρόσφατη απόφαση της ΕΚΤ για ποσοτική χαλάρωση, έστω και με τους συμβιβαστικούς περιορισμούς που επέβαλε κυρίως η Γερμανία, δείχνει τη σταδιακή ενίσχυση της τάσης για χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω της νομισματικής πολιτικής.

Με αυτό το ζήτημα εμπλέκεται και το ζήτημα της διαχείρισης του κρατικού χρέους της Ελλάδας, όπως εξελίχτηκε από το 2008 έως σήμερα. Από διεθνούς φήμης υπερασπιστές της επεκτατικής πολιτικής ως εργαλείου διευκόλυνσης της εξόδου από την καπιταλιστική οικονομική κρίση (επαναλαμβανόμενη ετήσια συρρίκνωση του ΑΕΠ) καταγγέλθηκε ως αποτυχημένη και ως αιτία ανατροφοδότησης της κρίσης και του δημόσιου χρέους η δανειοδοτική πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ, με τους εξαιρετικά αυστηρούς όρους λιτότητας. Προ δεκαετίας και παραπάνω, η ίδια κριτική είχε ασκηθεί και για την κρίση της Αργεντινής, και μάλιστα από τον ίδιο τον τότε επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας, Στίγκλιτς, ο οποίος γι’ αυτό το λόγο παραιτήθηκε.

Αρχικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αμφισβήτησε τους όρους ελέγχου της δημοσιονομικής ικανότητας της Ελλάδας για την εξυπηρέτηση του δανείου της, που χαρακτηρίστηκε ως «Μνημόνιο Ι» και στη συνέχεια ως «Μνημόνιο ΙΙ».

Από την έκβαση των διαπραγματεύσεων και των συζητήσεων στα θεσμικά όργανα της Ευρωζώνης και τη μετεκλογική στάση των περισσότερων στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, φαίνεται ότι η προεκλογική διαμάχη ανάμεσα στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αφορούσε περισσότερο την υπεράσπιση του προηγούμενου μίγματος για το παρελθόν και όχι για το μέλλον, σε συνάρτηση βέβαια με διαφορετική εκτίμηση για την ευρωενωσιακή ανοχή απέναντι στο νέο μίγμα δημοσιονομικής διαχείρισης.

Άλλωστε, η κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά είχε θέσει πριν τις εκλογές ότι η Ελλάδα θα έβγαινε από το μνημόνιο με αφετηρία τη διαφαινόμενη αμυδρή ανάκαμψη και τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος, γι’ αυτό μίλησε για «success story». Έτσι κι αλλιώς η μετάβαση από τη ΝΔ στο ΣΥΡΙΖΑ συνέπιπτε με μια αναιμική ανάκαμψη, άρα ωρίμαζε και το θέμα αλλαγής του μίγματος ή διαφοροποίησής του. Βεβαίως όλη αυτή η διαμάχη περιβλήθηκε με τα συνθήματα μιας οξυμμένης προεκλογικής αντιπαράθεσης, στη διάρκεια της οποίας η ΝΔ προσέδιδε στο
ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά που δεν είχε –σχεδόν «επαναστατικά»– από τη μια για να προσελκύσει συντηρητικά στρώματα και από την άλλη για να οξύνει το αστικό δίλημμα ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ, «πρόοδος» ή «καταστροφή».

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επέλεξε τη δημοσιότητα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που τροφοδότησε το κλίμα τάχα αξιοπρέπειας. Δεν πρόκειται για διαφάνεια σε σχέση με τη σιωπή της ΝΔ σε αντίστοιχες φάσεις, αλλά για ένα άλλο επικοινωνιακό τρικ που αξιοποιήθηκε για τον εγκλωβισμό του λαού στη λογική ότι η διαπραγμάτευση γινόταν για τα δικά του συμφέροντα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, που από καιρό είχε συμβούλους Αγγλοσάξονες, υπερατλαντικούς και άλλους, κεντράρισε την προπαγάνδα του σε δύο άξονες: την αντιμετώπιση της «ανθρωπιστικής κρίσης» και την πάταξη της διαφθοράς-φοροδιαφυγής. Αυτή η διπλή στόχευση δεν ήταν στενά προεκλογική, αλλά επεξεργασμένη γραμμή ενσωμάτωσης και ταυτόχρονα διαπραγμάτευσης, αν και η Προσωρινή Συμφωνία (παράτασης) είναι ήδη αρκετά αποκαλυπτική για τις αντιλαϊκές δεσμεύσεις της.

Η νέα κυβέρνηση έδωσε βάρος στη σημειολογία της εγκατάλειψης πλέον του «Μνημονίου» και της «Τρόικας», ενώ ουσιαστικά αποδέχτηκε ήδη την ουσία και προηγούμενων δεσμεύσεων προς την Ευρωζώνη, τις λεγόμενες Μεταρρυθμίσεις. Όμως είναι πιο αντιφατική κι επίπονη αυτή η διεργασία.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει την απατηλή εντύπωση ότι οι μεταρρυθμίσεις συνολικά μπορούν να αποβούν και προς όφελος των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, ενώ έχουν ήδη μετατεθεί σε σχέση με το λεγόμενο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Παραδέχτηκε ήδη το «70% των δεσμεύσεων του Μνημονίου», ενώ σε εξέλιξη είναι ο προσδιορισμός του υπόλοιπου 30%, στο οποίοι οι εταίροι βάζουν και τον κατώτατο μισθό. Η κυβέρνηση, με κάποιες γενικόλογες τοποθετήσεις, εντάσσει σε αυτό το 30% την περαιτέρω μείωση μισθών του Δημοσίου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περικοπές στον αριθμό των δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και νέες μειώσεις μισθών.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ζήτημα ίσως αποτέλεσε και τη «λυδία λίθο» στο μη προχώρημα της αξιολόγησης της δημοσιονομικής πορείας της Ελλάδας από την τρόικα κατά την προηγούμενη κυβέρνηση Αντ. Σαμαρά. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ήταν ο λόγος για την προκήρυξη των πρόωρων εκλογών.

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι ρίχνει το βάρος στην εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των τόκων και προοπτικά του χρέους. Το προβάλλει ως εθνικό ζήτημα, με την έννοια ότι εξίσου θα ωφεληθούν πρώτ’ απ’ όλα η παραγωγική ανάπτυξη και κατ’ επέκταση όλες οι κοινωνικές ομάδες: και οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και οι μισθωτοί, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι αγρότες. Η κυβέρνηση προβάλλει την πολιτική της ως εναλλακτική προς εκείνη των προηγούμενων κυβερνήσεων, υποστηρίζοντας ότι θ’ ακολουθήσει μια δημοσιονομική και γενικότερη οικονομική πολιτική (π.χ., φορολογική) που θα βοηθά αυτούς που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη, αλλά θα αντιμετωπίσει αυτούς που δε θα συνεισφέρουν, τους φοροφυγάδες, τους λαθρέμπορους, κατονομάζοντάς τους στο κύκλωμα του εμπορίου πετρελαίου και καπνού. Μέχρι στιγμής, η προπαγάνδα της κυβέρνησης έχει σημαντικά εγκλωβίσει εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, είτε χαμηλών προσδοκιών είτε και αυταπατών για άνοιγμα του δρόμου προς ένα καλύτερο μέλλον.

Αυτά δείχνουν τόσο η ψήφος στις βουλευτικές εκλογές όσο και μετεκλογικές δημοσκοπήσεις: Ότι όχι μόνο δυσαρεστημένα μεσαία στρώματα (αγρότες, δημόσιοι υπάλληλοι, μικροεπαγγελματίες), αλλά και σημαντικές εργατικές δυνάμεις με πολύ μειωμένες απαιτήσεις έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στη νέα κυβέρνηση. Θα λέγαμε μάλιστα ότι οι απαιτήσεις τους είναι ακόμα πιο μειωμένες μετεκλογικά απ’ ό,τι προεκλογικά. Για παράδειγμα, ίσως «κάνουν τα στραβά μάτια» στο γεγονός ότι η νέα κυβέρνηση ήδη μεταθέτει τις υποσχέσεις της, π.χ., για τα 751 ευρώ κατώτατο μισθό, για 12.000 ευρώ αφορολόγητο, στην επόμενη χρονιά.

Ακόμα, δε φαίνεται να επιδρούν στις συνειδήσεις κι άλλες μετατοπίσεις της νέας κυβέρνησης, π.χ., ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις. Από το «δεν αναγνωρίζουμε τις προηγούμενες συμβάσεις» πέρασε ήδη στην προοπτική επαναδιαπραγμάτευσης κάποιων εξ αυτών. Η ουσία είναι ότι γενικά η θέση της δεν είναι η κρατική ιδιοκτησία σε επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, αλλά η βελτίωση της σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (π.χ., ΟΛΠ, Ελληνικό, άλλα λιμάνια κλπ.), ώστε να αποδίδει όχι μόνο ως έσοδο, αλλά και ως παρέμβαση στις στρεβλώσεις στον «ελεύθερο ανταγωνισμό» του κεφαλαίου.

Από την πλευρά της αστικής διαχείρισης δεν πρόκειται για μια πρωτότυπη προσέγγιση, πολύ περισσότερο τέτοια από την οποία θα ωφεληθούν οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους χώρους ή συνολικά ο λαός από ευνοϊκότερη τιμολογιακή πολιτική. Είναι παλιά, δοκιμασμένη μέθοδος –πότε έτσι, πότε αλλιώς– ανάλογα με την καπιταλιστική συγκυρία. Έχουν ξοδέψει τόνους χαρτιού κι εργασίας αστοί πολιτικοί σε αυτό το ζήτημα. Γι’ αυτό εξάλλου και οι αστικές κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αξιοποίησαν τις μορφές των Συμβάσεων Παραχώρησης και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) τα προηγούμενα χρόνια. Η επιλογή της μιας ή της άλλης λύσης (σύμβαση συνεργασίας ή πώληση) εξαρτάται από τη συνολική κατάσταση της αγοράς, εγχώριας κι εξωτερικής. Σε τελευταία ανάλυση, αυτό που ήταν λιγότερο ρεαλιστικό σε συνθήκες κρίσης (σύμβαση παραχώρησης εκμετάλλευσης χρήσεων) γίνεται περισσότερο ρεαλιστικό σε συνθήκες ανάκαμψης.

 

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΑΣΤΑΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ.
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ-ΛΑΪΚΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ

Αναμφίβολα, από τέτοιες εναλλαγές, εργατικές-λαϊκές δυνάμεις περιμένουν τουλάχιστον μια μικρή ανάκτηση των απωλειών της οικονομικής κρίσης (για τον κατώτατο μισθό, για μια «σεισάχθεια» σε τραπεζικά δάνεια, για αύξηση του αφορολόγητου ορίου κ.ά.). Τέτοιου είδους μέτρα δεν είναι έξω από τη λογική της επεκτατικής διαχειριστικής πολιτικής, χωρίς να σημαίνει ότι ήρθε η ώρα της απρόσκοπτης εφαρμογής τους από τη σημερινή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η οποία άλλωστε μιλάει για μείωση δημόσιων δαπανών. Άλλωστε ούτε η φάση της ανάκαμψης είναι σταθεροποιημένη. Αλλά και σε περίπτωση ανάκαμψης, θα χρειαστεί πολλή πίεση από το εργατικό-λαϊκό κίνημα, πραγματική πίεση με απεργιακές κινητοποιήσεις και όχι με συλλαλητήρια στήριξης της κυβέρνησης.

Έχουμε ξαναγράψει, έχουμε αναδείξει πολλές φορές ότι ακόμα και βιομήχανοι υποστηρίζουν ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας δε χρειάζεται νέα γενική μείωση των μισθών μέσω της μείωσης του κατώτατου μισθού. Αντίθετα, την θεωρούν επιβαρυντική για την ανάκαμψη, ενώ ζητούν περαιτέρω θεσμικές ρυθμίσεις στην «ευελιξία» της αγοράς εργασίας και στη μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους» (εργοδοτικές ασφαλιστικές, φορολογικές επιβαρύνσεις).

Άλλωστε μακρύς θα είναι και ο δρόμος για ένα γενικό πέρασμα της Ευρωζώνης σε μια πιο χαλαρή δημοσιονομική-νομισματική πολιτική. Πολύ περισσότερο που και οι προεκλογικές υποσχέσεις ήδη μετατέθηκαν τουλάχιστον για την επόμενη χρονιά, αφού η χρηματοδότησή τους περιορίζεται από τις δεσμεύσεις της νέας κυβέρνησης για τήρηση των γενικότερων ευρωενωσιακών στόχων, όπως είναι οι τουλάχιστον ισοσκελισμένοι κρατικοί προϋπολογισμοί. Παράλληλα, η περίφημη παραγωγική ανάκαμψη απαιτεί όχι μόνο δημόσιες, αλλά και ιδιωτικές επενδύσεις, στις οποίες σημαντικό ρόλο παίζει η συνολική «στάση» της διεθνούς αγοράς κεφαλαίου στη χρηματική του μορφή (αξιολογήσεις για χρηματιστηριακές τιμές, κρατικά και ιδιωτικά χρεόγραφα κλπ.) στο πλαίσιο μιας εθνικής οικονομίας.

Όλα αυτά τα δεδομένα των αγορών, μεταφραζόμενα σε πολιτικές προβλέψεις κι εκτιμήσεις, σημαίνουν αβεβαιότητα των εξελίξεων. Αβεβαιότητα που επιδρά στην αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για σημαντικές επενδύσεις. Ακόμα όμως και στο βαθμό που υπάρξει τέτοιο ενδιαφέρον, αυτό προϋποθέτει –ιδιαίτερα στις συνθήκες της σημερινής Ελλάδας– τη διατήρηση της αξίας της εργατικής δύναμης σε χαμηλά επίπεδα. Το εργατικό-λαϊκό εισόδημα άλλωστε, de facto, δε βρίσκεται σ’ ευθεία αναλογία με την καπιταλιστική ανάπτυξη, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία 30 χρόνια, σχεδόν διεθνώς ή τουλάχιστον σε χώρες που βρίσκονται στα ανώτερα επίπεδα του διεθνούς καπιταλισμού, ως απόρροια, μεταξύ άλλων, και της ενίσχυσης νέων ανταγωνιστικών κρατών με μαζική και «φτηνή» εργατική δύναμη.

Μ’ άλλα λόγια, αν εξαιρέσουμε τις ομάδες ακραίας φτώχειας, αμφίβολη είναι ακόμα και η αναιμική ανάκαμψη του εισοδήματος των υπόλοιπων μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων, ακόμα κι αν υπάρξει η καλύτερη δυνατή έκβαση των διαπραγματεύσεων για την πλευρά της κυβέρνησης, με αναπροσαρμογή της δανειακής συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης δε συμβαδίζει, αλλά αντιστρατεύεται την ουσιαστική, πλήρη ανάκτηση των απωλειών του λαού την περίοδο της κρίσης. Η ουσιαστική βελτίωση του επιπέδου ζωής των λαϊκών στρωμάτων δεν πρόκειται να προκύψει ως χάρισμα της «αριστερής» ή «κοινωνικής» γενναιοδωρίας της κυβέρνησης, γιατί πρωταρχικός και διακηρυγμένος στόχος της είναι η καπιταλιστική ανταγωνιστικότητα και κερδοφορία.

 

ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΟΝ ΚΡΑΤΙΚΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ

Ο αγώνας δρόμου περί «διαφάνειας», «πάταξης της διαφθοράς», της «διαπλοκής κυβερνητικών παραγόντων με τα μονοπώλια (προμήθειες για αγορές)» σηκώνει μεγάλο νέφος συσκότισης των πραγματικών στόχων της κυβέρνησης ως προς την ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών στο πλαίσιο της ΕΕ, όπως ήδη αποφασίστηκε με πρόσχημα τη λεγόμενη ισλαμική, τζιχαντική τρομοκρατία, όπως ονομάζουν τη μία πλευρά των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και συγκρούσεων.

Η αφαίρεση των κάγκελων από το Σύνταγμα είναι το δόλωμα για τη λαϊκή συναίνεση. Παρόμοια θα χρησιμοποιηθούν κι άλλα δολώματα ή προσωπεία για να κρυφτούν οι πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης απέναντι στο ΚΚΕ, στο ταξικά προσανατολισμένο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα (ΠΑΜΕ), καθώς και στα αντιμονοπωλιακά προσανατολισμένα λαϊκά κινήματα (ΠΑΣΥ, ΠΑΣΕΒΕ, ΟΓΕ, ΜΑΣ).

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήδη χρησιμοποιεί τα αστικά ΜΜΕ για να προπαγανδίσουν ή και να επιβάλουν το λεγόμενο «κίνημα των πλατειών». Τα ίδια τα ΜΜΕ που καταδίκαζαν ή, στην καλύτερη περίπτωση, απέκρυπταν κινητοποιήσεις των εργατικών σωματείων και συνταξιούχων με εκατοντάδες και χιλιάδες διαδηλωτές, τώρα κατ’ επανάληψη πρόβαλλαν τις κινητοποιήσεις ακόμα και δεκάδων ατόμων κατευθυνόμενων από τον ίδιο το ΣΥΡΙΖΑ κι άλλα συναφή κόμματα ανά την Ευρώπη. Σημειωτέον ότι όλοι οι παραπάνω είτε αποφεύγουν συνειδητά είτε και καταδικάζουν την οργάνωση της εργατικής πάλης μέσα στους τόπους δουλειάς, στα εργοστάσια και τις επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση δεν έχει ανοίξει ακόμα τα χαρτιά της σε σειρά ζητημάτων που τα εντάσσει στο γενικό τίτλο «εκσυγχρονισμός του κράτους». Αναμφίβολα ένα μέρος των εκσυγχρονισμών θα αφορά πραγματικές ανάγκες εκσυγχρονισμού θεσμών, δομών, κριτηρίων, σύμφωνα με την πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης και της ευρωενωσιακής συγκρότησης. Τέτοιες αλλαγές ξεκίνησαν τα προηγούμενα χρόνια, π.χ., στην Τοπική Περιφερειακή Διοίκηση, που η φιλοσοφία τους ήταν η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων των Περιφερειακών οργάνων και οι δικλείδες εναρμόνισης των επιλογών τους με τις επιλογές της κεντρικής κυβέρνησης.

Ορισμένοι άλλοι εκσυγχρονισμοί, ως αναγκαιότητες για το σύστημα, είχαν εντοπιστεί και διακηρυχτεί εδώ και 20 χρόνια, δύσκολα όμως περπατούσαν· π.χ., η δυνατότητα αξιολόγησης-ελέγχου της λειτουργίας των κρατικών υπαλλήλων με κάποια γενικά καπιταλιστικά κριτήρια, όχι όμως με στενά κομματικά, που τελικά λειτουργούσαν «πελατειακά» για το εκάστοτε κυβερνητικό κόμμα.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για ορισμένους μηχανισμούς, τις λεγόμενες Ρυθμιστικές Αρχές, που σε συνθήκες απελευθέρωσης των αγορών (δηλαδή κατάργησης του κρατικού μονοπωλίου) θα έπρεπε να κινούνται αφενός σε αυτονομία από τον εκάστοτε πιο ισχυρό όμιλο, αφετέρου με σχετική σταθερότητα κι αυτονομία από τα κόμματα. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια περιορίστηκε η μέση διάρκεια μιας κυβέρνησης και η δυνατότητα μονοκομματικής κυβέρνησης. Επιπλέον, αυτό που έγινε πιο έντονο είναι οι κομματικές μετακινήσεις των πολιτικών προσώπων, αλλά και των λεγόμενων «τεχνοκρατών». Και βέβαια έγινε έντονη η ρευστότητα των κομματικών σχηματισμών.

Το βέβαιο είναι ότι η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Αυτή η εκτίμηση έχει σημασία ως προς την ανάγκη περισσότερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις να μην επενδύουν σε εναλλακτικά κομματικά σχήματα ή και σε εναλλακτικές αστικές πολιτικές διαχείρισης, με όποιον ιδεολογικό μανδύα κι αν εμφανίζονται. Έχει σημασία για τη διαδικασία ωρίμανσης της πολιτικής εργατικής συνείδησης η κατανόηση του ρόλου του αστικού κοινοβουλίου ως θεσμού εξασφάλισης της αστικής εξουσίας. Όποτε η λειτουργία του αστικού κοινοβουλίου έτεινε να μην μπορεί να υπηρετεί αυτόν το ρόλο του, πάρθηκαν μέτρα με συνταγματικές ρυθμίσεις ή και με προσωρινή αναστολή του. Η συζήτηση εδώ και καιρό για συνταγματικές αλλαγές που θα αφορούν τον αριθμό των βουλευτών, τον εκλογικό νόμο, τη χρηματοδότηση των κομμάτων, το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας κι άλλα, ένα και μόνο στόχο υπηρετούν: Την ισχυροποίηση των αστικών θεσμών ανάλογα με τις οικονομικές-πολιτικές συνθήκες μιας σχετικά μακρότερης περιόδου. Και δεν είναι λίγες οι φορές στα τελευταία 25 χρόνια που, παρά τη μεγάλη ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, διεθνή αστικά επιτελεία εκδηλώνουν τις ανησυχίες τους για την προοπτική οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας του καπιταλισμού, βλέποντας κυρίως το συγχρονισμό και το βάθος των οικονομικών κρίσεων, αλλά και τη σταδιακή αλλαγή στο συσχετισμό ανάμεσα στα ίδια τα καπιταλιστικά κράτη. Άλλωστε, οι τοπικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι για τον έλεγχο των αγορών όλο και πιο έντονα αποκτούν γενικότερη πολιτική σημασία.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ ΚΟΥΒΑΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ

Όσο προχωρούν οι διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές της τόσο αποκαλύπτεται η προσαρμογή της στα δεδομένα της Ευρωζώνης, αλλά και μια τάση συνεννόησης μεταξύ των λεγόμενων «κομμάτων του ευρωενωσιακού τόξου». Άμεσα από τον πρόεδρο του ΠΟΤΑΜΙΟΥ Στ. Θεοδωράκη ή έμμεσα από άλλους αστούς πολιτικούς δηλώθηκε η στήριξη της «ρεαλιστικής» στροφής της κυβέρνησης.

Στην πορεία των διαπραγματεύσεων από τη μεριά της κυβέρνησης υπήρξαν κινήσεις που άφηναν ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο ρήξης με την Ευρωζώνη. Δεν ξέρουμε πόσο τυχαία συνέπεσε η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών στη Ρωσία τις μέρες που για πρώτη φορά θα συμμετείχε η νέα κυβέρνηση σε Σύνοδο Κορυφής και στο Eurogroup. Δεν μπορούμε αντικειμενικά να γνωρίζουμε αν ήταν περισσότερο διαπραγματευτική πίεση ή διερεύνηση απόκτησης νέων δανειστών. Βέβαια η ίδια η κυβέρνηση, ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών, που αποχώρησε από το ΚΚΕ το 1989 λόγω δήθεν αντίδρασής του σε δεξιές παρεκκλίσεις του Κόμματος, για να γίνει από το 1993 σύμβουλος στο υπουργείο Εξωτερικών, γνωρίζει πολύ καλά και την ανεπιτυχή έκβαση ανάλογων κινήσεων της Κύπρου. Παράλληλα, διόλου τυχαίες δε θεωρούμε τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας και προέδρου των ΑΝΕΛ Π. Καμμένου σ’ ένα ενδεχόμενο μεγαλύτερης πρόσδεσης του νομίσματος της Ελλάδας με το νόμισμα των ΗΠΑ, το δολάριο, χωρίς βέβαια να σημαίνει ότι σήμερα είναι ισχυρό ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Όσο γράφεται το παρόν άρθρο, είναι σε εξέλιξη οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας-Ευρωζώνης, με χαρακτηριστική όμως τη δήλωση του υπουργού Οικονομικών Γ. Βαρουφάκη στην εφημερίδα «Καθημερινή» (15 Φλεβάρη 2015), «Συμφωνία και στο και πέντε».

Βέβαια παρακολουθούμε τις εξελίξεις ως προς τη δανειακή συμφωνία, τις διαθέσεις της Ρωσίας και ενδεχομένως της Κίνας για δανεισμό της Ελλάδας, τη στάση των ΗΠΑ, τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (ΝΔ) και των άλλων κομμάτων στην Ελλάδα, για να εκτιμήσουμε αν πρόκειται για εναλλαγή στον τύπο διαχείρισης που σχετίζεται με διαδικασία αντίστοιχης εναλλαγής στην Ευρωζώνη ή αν πρόκειται για επιχείρηση εναλλαγής της στην Ελλάδα που επιδιώκει να στηριχτεί σε νέους συμμάχους.

Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα, φαίνεται πιο ισχυρό το ενδεχόμενο να διαμορφωθεί τελικά μια Συμφωνία με ορισμένη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής όπως την γνωρίσαμε στα χρόνια της βαθιάς κρίσης, χωρίς ν’ αλλάζει τις θεμελιακές δεσμεύσεις της Ελλάδας, την προσαρμογή της στους προσανατολισμούς της Ευρωζώνης και βέβαια χωρίς να οδηγήσει σε ανάκτηση των απωλειών για τις εργατικές-λαϊκές δυνάμεις.

Όπως όμως κι αν διαμορφωθεί ή διατυπωθεί μια νέα Συμφωνία, παρούσα θα είναι η καπιταλιστική ανισομετρία, οι ανταγωνισμοί μέσα στην Ευρωζώνη, γενικότερα στην ΕΕ, οι ανταγωνισμοί μεταξύ ΗΠΑ - ΕΕ - Ρωσίας - Κίνας, η προσπάθεια κάθε ξεχωριστού ιμπεριαλιστικού κέντρου ν’ αξιοποιήσει τις αντιθέσεις μεταξύ άλλων, τις προσπάθειες ηγετικών κρατών της Ευρωζώνης ν’ αξιοποιήσουν αντιθέσεις με στόχο τη διασφάλιση ή επέκταση της ισχύος τους. Ακόμα και περιφερειακά κράτη, με μια έννοια και δυνάμει «αδύναμοι κρίκοι», όπως η καπιταλιστική Ελλάδα, επιχειρούν ν’ αναβαθμίσουν το ρόλο τους, ν’ αξιοποιήσουν τις υπάρχουσες αντιθέσεις για το δικό τους σκοπό.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιδίωξε να εμφανίσει την εξωτερική της πολιτική ως πολυδιάστατη κι αυτό δημιούργησε ορισμένες θετικές εντυπώσεις.

Είναι χαρακτηριστικό το σύνθημα της κυβέρνησης ότι «διαπραγματεύεται για το καλό της Ελλάδας, αλλά και για το καλό των ευρωπαϊκών λαών». Ακόμα πιο χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών από τη Μόσχα, που πρόβαλαν την επιδίωξη της Ελλάδας να παίζει ρόλο σταθεροποίησης των σχέσεων της ΕΕ-Ρωσίας σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης, της Ευρασίας, της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Ως προς το πολυδιάστατο της εξωτερικής πολιτικής, θα λέγαμε ότι είναι μύθος ότι στο παρελθόν ήταν μονοδιάστατη. Η πραγματικότητα είναι ότι οι αστικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα, σε τελευταία ανάλυση η αστική τάξη, ποτέ δεν ήταν μονόπλευρα προσανατολισμένη σ’ έναν αποκλειστικά ξένο σύμμαχο. Αυτό αφορά και το παρελθόν του 20ού αιώνα και τη 14ετία του 21ου: Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέχρι που οδήγησαν σε εσωτερική σύγκρουση την αστική τάξη οι διαφορετικές επιλογές προσανατολισμού τμημάτων της ανάμεσα στις αντιμαχόμενες δυνάμεις Βρετανία-Γαλλία από τη μια, Γερμανία-Αυστροουγγαρία από την άλλη. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά τον αποφασιστικό ρόλο των ΗΠΑ στη σταθεροποίηση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα, γρήγορα η αστική τάξη προσανατολίστηκε στη θεσμική ενίσχυση της συμμαχίας της με το γαλλογερμανικό άξονα, την ΕΟΚ.

Πάντα η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας είχε έναν προσανατολισμό διατήρησης οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία, ακόμα και επί Σοβιετικής Ένωσης, κατά τον «Ψυχρό Πόλεμο», που εκφράστηκε με επίσκεψη του Σπ. Μαρκεζίνη στην ΕΣΣΔ το 1959, ενώ ο ίδιος το 1958 είχε ταχθεί κατά της εγκατάστασης αμερικανικών πυραύλων στην Ελλάδα. Ακόμα, το καλοκαίρι του 1960 ο Σοφ. Βενιζέλος επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια ζήτησε την αναθεώρηση της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας για τις βάσεις.

Πολύ περισσότερο με την καπιταλιστικοποίηση της Ρωσίας αναζωογονήθηκαν οι οικονομικές σχέσεις Ρωσίας-Ελλάδας, επεκτάθηκαν –έστω και με αντιφάσεις και πισωγυρίσματα– στον ενεργειακό τομέα. Η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή πρόσφατα, ως γνωστόν, επιδίωξε νέα ανοίγματα και δέχτηκε ισχυρές πιέσεις αναχαίτισής τους από τις ΗΠΑ.

Στις μέρες μας, μπορεί να φαίνεται αντιφατικό να κάνει ανοίγματα προς τη Ρωσία μια νέα κυβέρνηση με πυρήνα το ΣΥΡΙΖΑ, που συσπείρωσε και υπουργοποίησε οικονομικοπολιτικούς παράγοντες ισχυρά διασυνδεδεμένους με αγγλοσαξονικά επιτελεία, τα οποία υποστηρίζουν και το πέρασμα σε δημοσιονομική χαλάρωση. Όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική αντιφατικότητα, υπάρχει και η σταθερή επιδίωξη του αγγλοσαξονικού παράγοντα να φρενάρει τον ηγεμονικό ρόλο της Γερμανίας στην Ευρώπη. Διδάσκει και η πείρα από τις φαινομενικά αντιφατικές κινήσεις Βρετανίας - Γαλλίας - ΗΠΑ σε σχέση με την πολεμική προετοιμασία και τις πρώτες πολεμικές επεμβάσεις της Γερμανίας στη δεκαετία του 1930.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ορισμένα κρίσιμα για το εργατικό-λαϊκό κίνημα συμπεράσματα:

- Την πολυπλοκότητα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

- Την ανάγκη να μη χειραγωγηθεί το εργατικό-λαϊκό κίνημα με την προσκόλλησή του πίσω από τη μια ή άλλη ιμπεριαλιστική αντίθεση, το ένα ή άλλο ιμπεριαλιστικό κέντρο, τη μια ή άλλη αστική διαχειριστική πολιτική, ανεξάρτητα από ποια κόμματα προωθείται.

- Την ανάγκη και την ικανότητα ερμηνείας των πραγματικών προθέσεων της αστικής τάξης στην Ελλάδα, των κινήτρων που καθορίζουν τις συμμαχικές της επιλογές.

- Την ετοιμότητα του εργατικού-λαϊκού κινήματος, πρώτ’ απ’ όλα της ίδιας της επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας, του ΚΚΕ, σε νέες εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας ως προς το αστικό πολιτικό σύστημα και γενικότερα τους αστικούς θεσμούς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στο νέο πολιτικό σκηνικό, εσωτερικά κι ευρωενωσιακά, παράγοντες όπως η μαζικότητα, η αυτοτέλεια από αστικά κόμματα - εργοδοσία - κυβερνήσεις, η διεκδικητική αποφασιστικότητα του εργατικού και λαϊκού κινήματος, θα είναι καθοριστικής σημασίας για το εργατικό-λαϊκό εισόδημα, όχι με όρους ονομαστικούς, αλλά πραγματικούς. Μια ονομαστική συγκράτηση ή και περιορισμένη ανάκτηση απωλειών (π.χ. στον κατώτατο μισθό ή στη 13η σύνταξη για κάτω των 700 ευρώ) θα ροκανίζεται είτε από την άνοδο των τιμών είτε από μια νέα μελλοντική φορολογική επιβάρυνση για ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων που στοχεύουν στην επέκταση της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Με άλλα λόγια, η ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας ή και η γενική τάση καταστροφής των αυτοαπασχολούμενων από τη νομοτελειακή κίνηση της καπιταλιστικής συγκέντρωσης δεν ανατρέπεται ούτε από τη φάση του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου (κρίση - ύφεση - αναζωογόνηση - άνοδος), ούτε από τον τύπο της καπιταλιστικής διαχείρισης, το λεγόμενο μίγμα ή αλλιώς περιοριστική ή επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Γι’ αυτό, η αυτοτέλεια της εργατικής πάλης, η κοινωνική συμμαχία της με τα λαϊκά στρώματα, η πολιτική κατεύθυνση του αγώνα γι’ ανάκτηση των απωλειών της κρίσης συνδέονται με την πάλη για την απελευθέρωση από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, ως μονόδρομο για την ικανοποίηση των εργατικών και λαϊκών αναγκών.

Η ιστορία του καπιταλισμού όχι μόνο στον 20ό αιώνα, αλλά και στα τελευταία 25 χρόνια από τη δραματική αλλαγή του συσχετισμού της ταξικής πάλης διεθνώς με την ανατροπή του σοσιαλισμού και την επικράτηση της αντεπανάστασης, επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού.

Παραμένει αναγκαιότητα για τον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας η αποδέσμευση από την Ευρωζώνη, από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, όχι για να ενταχτεί σε άλλη καπιταλιστική οικονομική-νομισματική συμμαχία λιγότερο ή περισσότερο χαλαρή, αλλά ως προϊόν της ταξικής πάλης, της αλλαγής τάξης στην εξουσία, ως προϋπόθεση για την ολοκληρωτική σύγκρουση με την καπιταλιστική ιδιοκτησία, την κατάργησή της, την οργάνωση της παραγωγής και όλης της οικονομίας στη βάση της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, του κεντρικού σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου για την εξασφάλιση της ολοένα διευρυνόμενης κοινωνικής ευημερίας.

 

* Η Ελένη Μπέλλου είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ.