ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ: ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ - ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25ης ΓΕΝΑΡΗ 2015. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Σε συνεδρίασή της η Κεντρική Επιτροπή εξέτασε τις σύνθετες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, ιδιαίτερα μετά τις εκλογές της 25ης Γενάρη του 2015 και τη δημιουργία κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ - ΕΚΤ - ΔΝΤ και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτές τις εξελίξεις για το Κόμμα, την παρέμβασή του στο εργατικό λαϊκό κίνημα.

Το ΚΚΕ σωστά είχε προβλέψει προεκλογικά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αναμενόμενο πρώτο κόμμα σε κοινοβουλευτική δύναμη στις εκλογές της 25ης Γενάρη του 2015, δε θα είχε πρόβλημα να βρει εταίρους για τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας, σε περίπτωση μη εξασφάλισης κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας.

Άλλωστε από το ίδιο βράδυ των εκλογών έγινε φανερό ότι η ταχύτητα κατάληξης για τη συγκρότηση της νέας συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛ ήταν αποτέλεσμα προεκλογικών διεργασιών και συζητήσεων, κάτι το οποίο το ΚΚΕ είχε επισημάνει.

Εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχιστεί η τακτική πλασαρίσματος μιας πολιτικής καθαρά αστικής, αντεργατικής, με αριστερό, φιλολαϊκό περιτύλιγμα. Το Κόμμα μας έχει πλέον και την ιδεολογική πολιτική ωριμότητα, εκτός από την ιστορική πείρα, να αποκαλύψει την τακτική αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, να θωρακιστούν δυνάμεις, ώστε να μην πέσουν στην παγίδα της χειραγώγησης. Να αποκαλύψει την προσπάθεια ακόμα και εξαγοράς της νεολαίας, κυρίως νέων που ακολουθούν το ΚΚΕ, με υλικά κίνητρα (διορισμών κλπ.). Το ΚΚΕ θα αγωνιστεί να προφυλάξει το κίνημα από παγίδες, αυταπάτες, υποχωρήσεις και απογοητεύσεις άπειρων στην ταξική πάλη τμημάτων του. O ΣΥΡΙΖΑ θα αξιοποιήσει τα μέτρα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας και μέτρα που διασπούν την ενότητα δράσης των εργατών - υπαλλήλων με τα άλλα λαϊκά στρώματα. Θα συνεχίσει την τακτική της έντονης προπαγάνδας ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύεται «δυναμικά», «πατριωτικά» και ενημερώνει το λαό, με στόχο να μην επιτρέψει την επιβολή νέων μέτρων λιτότητας από τους εταίρους, ότι διαφορετικά θα προσφύγει στη λαϊκή ετυμηγορία.

Αυτή η τακτική έφερε αρχικά μεγαλύτερη απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως σε τμήμα ψηφοφόρων της ΝΔ, προκάλεσε έντονες προσδοκίες και ελπίδες, ανεξάρτητα εάν δεν έχουν ρεαλιστική βάση. Βέβαια και προηγούμενα, σε μικρότερο βαθμό, υπήρχε αντίστοιχη στάση απέναντι στην πρώτη κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου το 2009.

 

1. Η ΑΝΑΓΚΗ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΜΙΓΜΑΤΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ - ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΙΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Η κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα εκφράζει την ανάγκη αλλαγής μίγματος διαχείρισης προκειμένου να στηριχτεί πιο αποφασιστικά η προσπάθεια καπιταλιστικής ανάκαμψης. Είναι δεδομένο και ομολογείται και από διάφορους εγχώριους και ξένους αστούς αναλυτές, αλλά και από στελέχη της συγκυβέρνησης, ότι δεν μπορεί στις σημερινές συνθήκες να πραγματοποιηθούν σημαντικά βήματα στην καπιταλιστική ανάκαμψη χωρίς τη στήριξη του καπιταλιστικού κράτους.

Αυτή η αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής είναι μια διαδικασία πιο πολύπλοκη απ’ ό,τι στο παρελθόν του ελληνικού καπιταλισμού, γιατί τώρα η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωζώνη. Η ΕΚΤ καθορίζει την ενιαία νομισματική πολιτική και το Eurogroup τους ενιαίους δημοσιονομικούς στόχους για τα κράτη-μέλη. Επιπλέον, η Ελλάδα βρίσκεται σφιχτοδεμένη σε Συμφωνία και ελεγκτική διαδικασία από την Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω του δανεισμού της από τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, σε συνθήκες που η πιστοληπτική ικανότητά της στη διεθνή ιδιωτική αγορά χρηματικού κεφαλαίου έπεσε στο ναδίρ.

Επομένως, η αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής, με επιπτώσεις στη νομισματική, θα πρέπει να έχει την έγκριση του Eurogroup, να συνοδεύεται από μια νέα ελεγκτική συμφωνία εξυπηρέτησης του δανείου, ανεξάρτητα από τον τίτλο αυτής της Συμφωνίας.

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ

Η οικονομία στην Ευρωζώνη κατέγραψε ισχνό ρυθμό ανάπτυξης 0,8% το 2014, ουσιαστικά στασιμότητα.

Η ισχνή ανάπτυξη του 2014 κρύβει σημαντικές ανισομετρίες. Ειδικότερα: η Γερμανία χαρακτηρίζεται από ρυθμό ανάπτυξης 1,5%, η Γαλλία από στασιμότητα (0,4%) και η Ιταλία από ελαφρά συρρίκνωση (-0,4%).

Τα στοιχεία επίσης καταγράφουν τη διόγκωση του κρατικού χρέους της Γαλλίας και της Ιταλίας (96% και 132% του ΑΕΠ αντίστοιχα) και την αύξηση της οικονομικής υπεροχής της Γερμανίας με εντυπωσιακό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της που αποτυπώνεται και στο αποκλιμακούμενο κρατικό χρέος της, το οποίο υπολογίζεται στο 75% του ΑΕΠ το 2014.

Αντίθετα, οι ΗΠΑ καταγράφουν ρυθμό ανάπτυξης 2,4% του ΑΕΠ για το 2014, σε αντίθεση, όχι μόνο προς την ευρωζώνη, αλλά και την Ιαπωνία, η οποία καταγράφει στασιμότητα του ΑΕΠ για το 2014 στο 0,1% σε σύγκριση με εκείνο του 2013.

Χαμηλός ήταν και ο ρυθμός ανάπτυξης της Ρωσίας (0,6%) το 2014, ενώ Κίνα και Ινδία είχαν από τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2014, 7,5% και 5% αντίστοιχα σε σύγκριση με το 2013, αν και οι προβλέψεις δίνουν τάση μείωσης του ρυθμού ανάπτυξης για την Κίνα και αύξησης για την Ινδία.

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο εξέλιξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας εκφράζονται ανησυχίες για παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας στην Ευρωζώνη που θυμίζει τη στασιμότητα της προηγούμενης 15ετίας της Ιαπωνίας.

 

 Η ΣΥΝΘΕΤΗ ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΛΑΡΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Σε αυτές τις συνθήκες εξελίσσεται στην Ευρωζώνη και ευρύτερα, διαπάλη για την έκβαση της διαχειριστικής εναλλαγής.

Στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις 11 Φλεβάρη, απ’ όσα δημοσιοποιήθηκαν, στο σκληρό πυρήνα υπεράσπισης της αυστηρής περιοριστικής πολιτικής πρωτοστάτησαν οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ισπανίας (παρόλο που η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας δεν ταυτίζεται μ’ εκείνη της Γερμανίας) καθώς και άλλα κράτη σύμμαχοι της Γερμανίας όπως η Φινλανδία, η Σλοβακία, οι Βαλτικές χώρες. Στον αντίποδα, με επίκεντρο την Ελλάδα, βρέθηκαν με διακυμάνσεις η Ιταλία, η Γαλλία, η Μ. Βρετανία.

Η απόφαση της ΕΚΤ για ποσοτική χαλάρωση (Γενάρης 2015), έστω και με τους συμβιβαστικούς περιορισμούς που επέβαλε κυρίως η Γερμανία, καθώς και οι μικρές παραβιάσεις της δημοσιονομικής πειθαρχίας στη σύνταξη των προϋπολογισμών της Γαλλίας και της Ιταλίας, φανερώνουν τη σταδιακή ενίσχυση της τάσης για χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω της νομισματικής πολιτικής.

Οι δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της Ευρωζώνης δείχνουν ότι αυτή η αντίθεση μέσα στην Ευρωζώνη ενισχύεται, συνεπικουρείται και από την πρόσφατη δημοσιονομική-νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν αντιφατικά στη διαπάλη στην Ευρωζώνη. Από τη μια βλέπουν ανταγωνιστικά την ηγεμονία της Γερμανίας στην Ευρωζώνη. Από την άλλη φοβούνται τη μονιμοποίηση της κρίσης σ’ αυτήν, τις αλυσιδωτές επιδράσεις αποσταθεροποίησης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος από μια ενδεχόμενη διάλυση της Ευρωζώνης, τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας.

Το ζήτημα της χαλάρωσης της περιοριστικής πολιτικής στην Ευρωζώνη παίρνει διεθνείς διαστάσεις. Απ’ ό,τι γράφτηκε στα διεθνή ΜΜΕ, απασχόλησε ιδιαίτερα τη Σύνοδο των Υπ. Οικονομικών των G-20 στην Κωνσταντινούπολη, με τη Γερμανία να δέχεται επικρίσεις για την επιμονή της στη διατήρηση του αυστηρού περιοριστικού πλαισίου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξελίσσεται η διαπραγμάτευση της νέας ελληνικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ για τη διαμόρφωση μιας νέας συμφωνίας, «για την αναδιάρθρωση της Ευρωζώνης, μέσα στην οποία θα αναδιαρθρωθεί και η οικονομία της Ελλάδας», όπως ισχυρίζεται η ελληνική κυβέρνηση μέχρι στιγμής.

 

ΑΛΛΕΣ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

Άλλα βασικά πεδία των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων που σχετίζονται τόσο με την πορεία της διαπάλης στην ΕΕ και την Ευρωζώνη όσο και με την πορεία των διαπραγματεύσεων της νέας ελληνικής κυβέρνησης αποτελούν:

α) Η ευρύτερη διαπάλη μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας για την πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος θεμάτων, όπως η υπογραφή της συμφωνίας για τη Διατλαντική Ένωση Ελεύθερου Εμπορίου, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τη Ρωσία, την αποδυνάμωση της σχετικά αυτοτελούς σχέσης Γερμανίας - Ρωσίας μέσα και από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης στην Ουκρανία.

β) Η υλοποίηση των νέων ατλαντικών σχεδίων επέμβασης και παρέμβασης στη Μέση Ανατολή με μοχλό την αντιμετώπιση της ISIS, για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των εξελίξεων και την αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων στη συγκεκριμένη περιοχή.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΤΙΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Τη χαλάρωση της δημοσιονομικής και περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη υποστηρίζει μέχρι σήμερα σχεδόν σύσσωμη η αστική τάξη στην Ελλάδα.

Πρωτοστάτησαν τμήματά της που έχουν διασυνδέσεις με το κεφάλαιο παραδοσιακών ατλαντικών τους συμμάχων (ΗΠΑ, Μ. Βρετανίας), σε συμμαχία με την πολιτική εκπροσώπηση του ρεύματος στην Ευρωζώνη (κυρίως στην Ιταλία, στην Ισπανία και στη Γαλλία) που επιδιώκει μια αναδόμηση στη λειτουργία της Ευρωζώνης, τον επανεπιμερισμό των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Είναι η τάση που θεωρεί ότι με τους υπάρχοντες όρους συγκρότησης και λειτουργίας του ευρώ ως κοινού νομίσματος ωφελήθηκε μονόπλευρα κυρίως η Γερμανία, ενισχύοντας την παραγωγική κι εξαγωγική της θέση, τόσο στην Ευρωζώνη σε βάρος τους όσο κι έναντι άλλων κρατών.

Παράλληλα η αστική τάξη επιθυμεί να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα στο πλαίσιο του στόχου της για ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας. Είναι χαρακτηριστική η δημοσιότητα και η επισημότητα που πήρε το γεγονός του ελλιμενισμού κινεζικής ναυτικής μοίρας στις 19 Φλεβάρη, μέρα όξυνσης των προβλημάτων διαπραγμάτευσης με την Ευρωζώνη.

Ταυτόχρονα, η νέα ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να επιχειρεί να αναλάβει ρόλο «γεφυροποιού» με τη Ρωσία, οπωσδήποτε με τη σχετική ενθάρρυνση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία από την πλευρά της προσδοκά μια διαδικασία που θα βαίνει σε βάρος των γερμανο-ρωσικών σχέσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική αστική τάξη και η νέα αστική κυβέρνηση επιχειρεί να συμμετάσχει στη νέα σύνθετη διαπραγμάτευση για να βελτιώσει τη θέση της, μέσα στο πλαίσιο των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και των σχετικών δεσμεύσεών τους. Ταυτόχρονα επιχειρεί να διαφυλάξει, να αξιοποιήσει διαπραγματευτικά και να αναπτύξει, στο βαθμό του δυνατού, τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα, με βάση τους γενικούς της στόχους για ανάδειξη της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων κι ενέργειας, ενίσχυση των εξαγωγών εμπορευμάτων και του εισαγόμενου τουρισμού.

Στο πλαίσιο της ελληνικής διαπραγματευτικής τακτικής με τη γερμανική πλευρά πρέπει να αξιολογηθεί και η «διαφοροποίηση» σχετικά με τις διαδικασίες συζήτησης των κυρώσεων της ΕΕ προς τη Ρωσία. Εδώ η ελληνική κυβέρνηση συνέπλευσε ξανά με Γαλλία, Ιταλία, Αυστρία και άλλα κράτη που ζητούν ηπιότερη στάση κι εξέφρασε το γενικότερο συμφέρον της ελληνικής άρχουσας τάξης (τουρισμός, εξαγωγές κυρίως της αγροτικής παραγωγής κλπ.). Οπωσδήποτε όμως έχει και συγκεκριμένα όρια αυτή η «διαφοροποίηση». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ομόφωνη τελικά απόφαση στα πλαίσια της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών, μετά τις πρώτες φραστικές επιφυλάξεις επί της διαδικασίας. Άλλωστε, το πόσο «διαφοροποιημένη» επί της ουσίας θα είναι αυτή η στάση, κυρίως θα φανεί στη Σύνοδο των ΥΠΕΞ της ΕΕ τον Ιούνη, όπου και θα συζητηθούν συγκεκριμένα μέτρα επέκτασης, όχι μόνο χρονικά, αλλά και των ίδιων των κυρώσεων προς τη Ρωσία.

Η κυβέρνηση προβάλλει την εξωτερική της πολιτική ως πολυδιάστατη. Στην πραγματικότητα, επιδιώκει να παίξει ρόλο στην εκστρατεία ενάντια στο ISIS στη Μ. Ανατολή και στη Β. Αφρική με το αντιδραστικότατο πρόσχημα «της προστασίας των χριστιανικών πληθυσμών».

Επιδιώκει να προωθήσει πιο αποφασιστικά τον άξονα Ελλάδας - Ισραήλ - Αιγύπτου στον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, να αντιμετωπίσει προβλήματα που δημιουργούνται από το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από Μ. Ανατολή και Β. Αφρική, να κατοχυρώσει το ρόλο του παράγοντα ασφάλειας μέσα στο αποκαλούμενο «τρίγωνο αστάθειας» (Ουκρανία - Μ. Ανατολή - Β. Αφρική), στο οποίο οξύνθηκαν οι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των αγορών και των ενεργειακών δρόμων της ευρύτερης περιοχής, προς όφελος του ευρωατλαντισμού.

 

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΚΟΥ (ΔΗΜΟΣΙΟΥ) ΧΡΕΟΥΣ

Το ζήτημα της διαχείρισης του κρατικού χρέους της Ελλάδας, όπως εξελίχτηκε από το 2008 έως σήμερα, αποτελεί στοιχείο της διαπάλης στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Από τους υπερασπιστές της επεκτατικής πολιτικής ως εργαλείου διευκόλυνσης της εξόδου από την καπιταλιστική οικονομική κρίση (επαναλαμβανόμενη ετήσια συρρίκνωση του ΑΕΠ) καταγγέλθηκε ως αποτυχημένη και ως αιτία ανατροφοδότησης της κρίσης και του δημόσιου χρέους η δανειοδοτική πολιτική της ΕΕ και του ΔΝΤ, με τους εξαιρετικά αυστηρούς όρους λιτότητας. Προ δεκαετίας και παραπάνω, η ίδια κριτική είχε ασκηθεί και για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Αργεντινή.

Από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης προβάλλεται ο στόχος ελάφρυνσης του χρέους ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάκαμψης.

Στους κόλπους της αστικής τάξης είχε εκδηλωθεί το προηγούμενο διάστημα συζήτηση σχετικά με τη βιωσιμότητα ή μη του χρέους. Δηλαδή σχετικά με τη δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας με τους σημερινούς ρυθμούς ανάπτυξης να το αποπληρώνει χωρίς να δυσκολεύει τις προσπάθειες για ανάκαμψη.

Η ανάδειξη της νέας συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ενίσχυσε τις τάσεις που υποστηρίζουν την ανάγκη νέας ρύθμισης της αποπληρωμής του χρέους. Παλιότερα αυτές οι δυνάμεις προέβαλαν το αίτημα μερικής διαγραφής του, σήμερα προτάσσουν την ανάγκη αναδιάρθρωσής του (επιμήκυνσης της αποπληρωμής με ευνοϊκές ρυθμίσεις όσον αφορά τις δόσεις), που είχαν υποστηρίξει προεκλογικά και ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, αλλά –από ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε– δεν μπόρεσαν ως κυβέρνηση να εξασφαλίσουν χωρίς δεσμεύσεις για νέα μέτρα λιτότητας.

 

ΟΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ

Το κεφάλαιο έχει προσδοκίες από τη σημερινή κυβέρνηση σε σχέση με το γενικό πλαίσιο κρατικής ενίσχυσης των επιχειρηματικών ομίλων, τη διατήρηση του συνόλου του σημερινού αντεργατικού - αντιλαϊκού πλαισίου, των προνομίων του κεφαλαίου (π.χ. φοροδιευκολύνσεις - φοροαπαλλαγές κλπ.), την προώθηση επενδυτικών προγραμμάτων και αναδιαρθρώσεων - εκσυγχρονισμών που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, θα θωρακίσουν την κερδοφορία, θα κάνουν πιο αποτελεσματικές τις λειτουργίες της κρατικής διοίκησης για τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Πιο συγκεκριμένα σε αυτές τις κατευθύνσεις κινούνται:

- Ο νέος αναπτυξιακός νόμος που, όπως δήλωσε ο Γ. Σταθάκης, «θα δώσει ισχυρά κίνητρα σε επενδύσεις». Ένας νόμος περισσότερο στοχευμένος στην ικανοποίηση των προτεραιοτήτων των επιχειρηματικών ομίλων, στις οποίες θα προσαρμοστούν τα κλαδικά αλλά και γεωγραφικά κριτήρια.

- Η δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση των εξαγωγικών επιχειρήσεων.

- Η διατήρηση του ευνοϊκού φορολογικού καθεστώτος για τμήματα του κεφαλαίου (π.χ. εφοπλιστικού), αλλά και διεύρυνση των φορολογικών απαλλαγών για τη στήριξη της παραγωγικής δραστηριότητας.

- Η διεύρυνση της κρατικής χρηματοδότησης μέσω της αύξησης του Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων, αλλά και πιο στοχευμένη αξιοποίηση της κοινοτικής χρηματοδότησης σε υποδομές και έργα στήριξης του λεγόμενου νέου αναπτυξιακού μοντέλου της αστικής τάξης.

Προσδοκίες από την πολιτική της συγκυβέρνησης εκφράζονται και από τμήματα του κεφαλαίου σε συγκεκριμένους κλάδους. Αναφέρουμε ενδεικτικά:

- Οι φαρμακοβιομήχανοι προσδοκούν μέτρα στήριξής τους στον ανταγωνισμό τους με ξένα μονοπώλια του φαρμάκου.

- Η υιοθέτηση στόχων όπως «επενδύσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό», «υποκατάσταση εισαγωγών», «χρηματοδότηση συγκεκριμένων κλάδων αναπτυξιακής προτεραιότητας», εκφράζουν τις ανάγκες του βιομηχανικού κεφαλαίου με εξαγωγικό προσανατολισμό.

- Το κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στον Τουρισμό: Οι θέσεις της κυβέρνησης για τον Τουρισμό ενσωματώνουν ουσιαστικά βασικές θέσεις του ΣΕΤΕ για αξιοποίηση του ΕΣΠΑ και του ΣΕΣ στη στήριξη των καπιταλιστικών επενδύσεων στον Τουρισμό και δε διαφοροποιούνται σε τίποτα από θέσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων.

- Οι υποσχέσεις για εξασφάλιση φθηνής ενέργειας στις λεγόμενες ενεργοβόρες βιομηχανίες, π.χ. στον κλάδο του μετάλλου κ.α.

Προσδοκίες από την κυβέρνηση έχουν τμήματα του κεφαλαίου, επιχειρηματικοί όμιλοι που επιδιώκουν το ξαναμοίρασμα της πίτας σε ορισμένα πεδία κερδοφορίας που στο προηγούμενο διάστημα είχαν κυριαρχήσει συγκεκριμένα μονοπωλιακά συμφέροντα. Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με όλη τη συζήτηση περί ιδιωτικοποιήσεων και αφορά τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και σχετίζεται άμεσα με τη δραστηριότητα και ξένων μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων, εντάσσεται στην ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη.

Δηλώσεις υποστήριξης της κυβέρνησης έχουν εκφράσει ο ΣΕΒ, ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων Βορείου Ελλάδας, η ΓΣΕΒΕ, η ΕΣΣΕ κ.ά.

 

2. ΠΡΩΤΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ

Οι μέχρι σήμερα εξελίξεις της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης, με βάση τις ανακοινώσεις για τη συμφωνία στο Eurogroup στις 20 Φλεβάρη 2015 και τη λίστα των μεταρρυθμίσεων στις 24 Φλεβάρη 2015, δείχνουν πολύ περιορισμένα και ασαφή αποτελέσματα στο στόχο χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής στην Ελλάδα, με σχεδόν μοναδικό σημείο σύγκλισης το χαμηλότερο ύψος ετήσιου πλεονάσματος των κρατικών προϋπολογισμών.

Σε γενικές γραμμές όμως, το πλαίσιο συνεχίζει να παραμένει αυστηρά περιοριστικό και ελεγχόμενο από τους μηχανισμούς της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ και αυτό αφορά ακόμα και τη δαπάνη για τα μέτρα αντιμετώπισης της λεγόμενης ανθρωπιστικής κρίσης. Η κυβέρνηση εμφανώς υποχώρησε από τη διακηρυγμένη πρόθεσή της για αύξηση του κατώτατου μισθού και του αφορολόγητου ορίου, τα οποία πλέον μετέθεσε στο 2016. Η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύτηκε πως δε θα προχωρήσει σε ακύρωση μέτρων χωρίς τη συμφωνία των εταίρων.

Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση μετατοπίστηκε από την πλήρη αμφισβήτηση των όρων ελέγχου της δημοσιονομικής ικανότητας της Ελλάδας για την εξυπηρέτηση του δανείου της, δηλαδή τα «Μνημόνια» Ι και ΙΙ, αποδεχόμενη την «αναθεωρημένη» επέκταση των «μνημονιακών» όρων όπως αποτυπώνονται στη συμφωνία με το Eurogroup.

Άλλωστε και προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ προετοίμαζε το έδαφος για μια τέτοια εξέλιξη.

Ταυτόχρονα η λίστα μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει ουσιαστικά αναδιαρθρώσεις αναγκαίες για το κεφάλαιο, που βεβαίως δεν έχουν να κάνουν με το μίγμα της δημοσιονομικής-νομισματικής πολιτικής, όπως στην παιδεία, έρευνα. Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι οι αναδιαρθρώσεις αυτές χαιρετίστηκαν θερμά από το ΣΕΒ σε πρόσφατη ανακοίνωσή του.

Αυτή η πρώτη φάση διαπραγματεύσεων έγινε αποδεκτή από σημαντικό μέρος των άλλων αστικών πολιτικών δυνάμεων (ΠΟΤΑΜΙ, ΠΑΣΟΚ, μέρος της ΝΔ) ως ρεαλιστική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ.

Η τετράμηνη συμφωνία παράτασης του προγράμματος για να δοθεί χρόνος στη νέα κυβέρνηση να συγκεκριμενοποιήσει τις προτάσεις της, σε ότι αφορά τη συγκεκριμένη προώθηση των μεταρρυθμίσεων, κυρίως αυτές που η κυβέρνηση ονομάζει τοξικές (το 30% του «μνημονίου», γιατί με το υπόλοιπο 70% έχει συμφωνήσει), έχει πλέον εγκριθεί από τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια και μάλιστα με μεγάλη πλειοψηφία, ενώ στην Ελλάδα έχει χαιρετιστεί από το ΣΕΒ, αλλά και τη ΓΣΕΕ κλπ.

Αυτό τον πρώτο μήνα η κυβέρνηση έδωσε τη μάχη των συμβολισμών, ανέδειξε την ονομαζόμενη «σκληρή» διαπραγμάτευση, την κατάργηση των μνημονίων, αντικαθιστώντας τα σε φράσεις όπως συμφωνία-γέφυρα, νέο πρόγραμμα μακροπρόθεσμα κλπ., επίσης την ονομαζόμενη «εκδίωξη» της τρόικα που την αντικατέστησε με τη φράση «3 θεσμοί» κλπ.

Οι εξελίξεις αυτές αποδεικνύουν και αυτό το οποίο σταθερά υποστηρίζαμε ως Κόμμα από την αρχή: Ότι ο διαχωρισμός των πολιτικών δυνάμεων σε λεγόμενες μνημονιακές και στις αντιμνημονιακές ήταν ψευδεπίγραφος και απατηλός. Κι αυτό σήμερα φαίνεται πιο καθαρά όπου μια κυβέρνηση υποτίθεται αντιμνημονιακών πολιτικών δυνάμεων συμφώνησε ότι δε θα καταργήσει τους εφαρμοστικούς νόμους, στην ουσία προχώρησε σε παράταση του μνημονίου. Η βασική διαφορά του ΚΚΕ με όλες αυτές τις δυνάμεις δεν είναι όμως αυτή.

Κυρίως είναι το γεγονός ότι παρά τα συνθήματα, όλες αυτές οι πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα της σημερινής κυβέρνησης, ποτέ δεν αντιπάλεψαν τις αιτίες των αντιλαϊκών μέτρων του μνημονίου, ούτε πολύ περισσότερο τις αποκάλυψαν στο λαό. Το μνημόνιο το είχαν αποδεχτεί –και αρχικά το χρειάστηκαν– οι καπιταλιστές της Ελλάδας, πολλά μέτρα ήταν πάγιες κατευθύνσεις της ΕΕ και μόνιμες αξιώσεις του ΣΕΒ, γενικότερα του μεγάλου κεφαλαίου, ανεξάρτητα από την κρίση και το ύψος του δημόσιου χρέους, που βέβαια και αυτών οι συνέπειες έπρεπε να φορτωθούν στις πλάτες του λαού. Γι’ αυτό το λόγο το ΚΚΕ τοποθετείται υπέρ της άμεσης κατάργησης των μνημονίων, των δανειακών συμβάσεων και των εφαρμοστικών αντιλαϊκών νόμων τους.

Από τη μελέτη των όσων αναφέρονται στη νέα συμφωνία που επετεύχθη στο Eurogroup, προκύπτουν ζητήματα τα οποία φυσικά πρέπει να αντιμετωπίζονται και με κάποια επιφύλαξη. ακριβώς λόγω της ασάφειας της συμφωνίας, όπως έχει χαρακτηριστικά ειπωθεί (ασάφεια η οποία θα αξιοποιείται τόσο από τους εταίρους και από τους «3 θεσμούς» για την άσκηση πίεσης προς την ελληνική κυβέρνηση με βάση τους επιδιωκόμενους από κάθε δύναμη-θεσμό στόχους σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, αλλά και από την ελληνική κυβέρνηση για να εμφανίζεται ξανά υπερήφανη, ασκώντας «σκληρή» διαπραγμάτευση και αντίσταση και για εσωτερική προπαγανδιστική κατανάλωση, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και συγκεκριμένες στοχεύσεις - προώθησης συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης).

Θα αξιοποιεί γι’ αυτό τη δοκιμασμένη συνταγή της καλλιέργειας ελπίδων μειωμένων βέβαια απαιτήσεων, αλλά και του εκφοβισμού για τις συνέπειες μερικής εξόδου από την Ευρωζώνη. Πάνω σε αυτή την ανασφάλεια θα επιδιώξει τη λαϊκή συναίνεση για νέα αντιλαϊκά μέτρα.

Εκτός των άλλων θα συγκαλύπτει την πολιτική της με νόμους, όπως για τη σίτιση και στέγαση απόρων, για την ΕΡΤ, για τις 100 δόσεις στα κόκκινα δάνεια, για τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας και όλα αυτά με πολλούς αστερίσκους. Θα επιδιώξει να κερδίσει χρόνο με τη διαβούλευση νομοσχεδίων, όπως για τον κατώτατο μισθό, με μετάθεσή του σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου έναρξης, κλιμάκωσης κι εφαρμογής.

Η πορεία χαλάρωσης της σημερινής περιοριστικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των συγκεκριμένων διαπραγματεύσεων που είναι αναπόσπαστες με τη συνολικότερη διαπάλη σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης και της ΕΕ, η οποία οξύνεται μετά την εκδήλωση της διεθνούς συγχρονισμένης κρίσης του 2009, μια διαπάλη που διεξάγεται στο έδαφος ενός σύνθετου πλέγματος ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ο αστικός ευρωσκεπτικισμός ενισχύθηκε λόγω και των περιορισμών της ΕΚΤ προς τις ελληνικές τράπεζες στην αγορά εντόκων γραμματίων, σε συνθήκες λήψης προηγούμενων και μη επαναγοράς τους από ξένους θεσμικούς επενδυτές.

Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε δύσκολη θέση ως προς την εξέλιξη του ΑΕΠ τους τελευταίους τρεις μήνες, τις τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες της, για την αντιμετώπιση μέρους των οποίων συγκέντρωσε στην Τράπεζα της Ελλάδας τα ταμειακά διαθέσιμα διάφορων ασφαλιστικών οργανισμών. Στους επόμενους μήνες, έως τον Ιούνη, όλο και περισσότερο η κυβέρνηση θα βρίσκεται άμεσα αντιμέτωπη με ζητήματα που δε θα μπορεί να τα λύσει ή έστω να τα αιτιολογήσει προπαγανδιστικά (π.χ. «άδεια ταμεία», αν και ως ένα βαθμό θα επαναφέρει όλο και πιο συχνά το «παραλάβαμε καμένη γη»).

Αυτές τις δυσκολίες αποτυπώνουν σενάρια και δηλώσεις για ενδεχόμενο δημοψήφισμα  ή και στην πορεία προς τη διαμόρφωση ή μη μιας νέας δανειακής συμφωνίας. Παράλληλα υπάρχουν και παρεμβάσεις από τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης και ευρωενωσιακούς εταίρους για κυβερνητικό ανασχηματισμό, δείχνοντας την προτίμησή τους στο ΠΟΤΑΜΙ ως βασικό δεύτερο κυβερνητικό εταίρο. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το ΠΟΤΑΜΙ με συνεχείς επαφές και ταξίδια του αρχηγού του στην Ευρώπη, επαφές με αξιωματούχους και συναντήσεις για αλληλοενημέρωση με τον Αλ. Τσίπρα.

 

3. ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ Η ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΚΗΝΙΚΟΥ

Δεν είναι καθαρό ακόμα το ακριβές περιεχόμενο και η μορφή που θα πάρουν οι προτεινόμενες αλλαγές από το ΣΥΡΙΖΑ για τον ονομαζόμενο «εκσυγχρονισμό του κράτους».

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα και ως κυβέρνηση, προσπάθησε ήδη να αξιοποιήσει τις οργανωμένες δυνάμεις του, με τη βοήθεια διάφορων άλλων οπορτουνιστικών δυνάμεων, σε μια απόπειρα κινητοποίησής τους τις πρώτες μέρες για στήριξη της κυβέρνησης στη «σκληρή» διαπραγμάτευση.

Όμως, στην πορεία της διαπραγμάτευσης, τη συμφωνία του Φλεβάρη στο Eurogroup, εντάθηκαν οι διαφωνίες στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ. Οι διαφωνίες, ανεξάρτητα από την αφετηρία τους, όσο και αν είναι υπαρκτές και έχουν αντικειμενική βάση στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης αλλά και της τακτικής που πρέπει να ακολουθηθεί από την κυβέρνηση, αντικειμενικά οδηγούν-στοχεύουν και στον εγκλωβισμό λαϊκών δυνάμεων με αριστερές πεποιθήσεις που στοιχίζονται με τους κάθε φορά «αντάρτες αριστερούς» της ηγεσίας. Γνωστή τακτική και από το παρελθόν του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και από το ΠΑΣΟΚ ως κυβερνητικό κόμμα.

Το επόμενο διάστημα ίσως ενταθεί η προσπάθεια να εμφανιστεί και από τον αστικό Τύπο ότι υπάρχει ένα ισχυρό κομμάτι μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ το οποίο αντιστέκεται. Δεν έχουν φυσικά εγκαταλειφθεί οι σχεδιασμοί για δημιουργία ενός νέου οπορτουνιστικού αναχώματος με τμήματα της «αριστερής πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του «plan B» κ.ά.

Όσο προχωράνε οι διαπραγματεύσεις με τους εταίρους-δανειστές, τους «3 θεσμούς», τόσο αποκαλύπτεται περισσότερο η προσαρμογή της κυβέρνησης στα δεδομένα της ευρωζώνης, τόσο επί της ουσίας κλείνει η ψαλίδα των φαινομενικά ισχυρών διαπραγματευτικών δυνατοτήτων και στηριγμάτων της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ σε σχέση με την προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, ενώ η ΧΑ ακολουθεί την επικριτική εθνικιστική τακτική της, με πιο προσεκτικό τώρα τρόπο, χωρίς ακραίες εκφράσεις και κυρίως αναδεικνύοντας τη δίωξη των βουλευτών της.

Παράλληλα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ εξακολουθούν να υφίστανται τις συνέπειες της αντιλαϊκής πολιτικής τους.

Είναι μάλλον σίγουρο ότι η σημερινή διάρθρωση του αστικού πολιτικού συστήματος ως προς τη σύνθεση και τη διάταξη των κομμάτων είναι μεταβατική.

Από την άποψη αυτή έχει σημασία η δράση του Κόμματος ώστε να αποκαλύπτει ότι εργατικές λαϊκές δυνάμεις δεν πρέπει να επενδύουν σε εναλλακτικές πολιτικές διαχείρισης, σε εναλλακτικά πολιτικά κομματικά σχήματα, σε αλλαγές προσώπων και ηγεσιών στο πολιτικό σύστημα, όπως και αν εμφανίζονται αυτά.

Να μην επενδύουν σε αλλαγές που θα κάνει το αστικό κράτος στους ίδιους τους θεσμούς του, όσα προανήγγειλε ο Αλ. Τσίπρας στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, καθώς και η νέα Πρόεδρος της Βουλής στις δικές της προγραμματικές δηλώσεις, τόσο κατά την εκλογή της, όσο και κατά την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και οι συνεχιζόμενες παρεμβάσεις της μέχρι σήμερα, όπως για τη «Χρυσή Αυγή» που έχουν ήδη δημιουργήσει ερωτηματικά και για συνολικότερους σχεδιασμούς.

Οι αλλαγές στους αστικούς θεσμούς, είτε στο Κοινοβούλιο είτε για την Προεδρία της Δημοκρατίας είτε για τις ονομαζόμενες Ανεξάρτητες Αρχές και άλλα, μοναδικό στόχο θα έχουν την ισχυροποίηση της αστικής εξουσίας ανάλογα με τις οικονομικές και πολιτικές συνθήκες μιας σχετικά μεγαλύτερης περιόδου.

Στο στόχαστρο της αστικής τάξης είναι το ΚΚΕ, ο περιορισμός της εμβέλειας απήχησης των θέσεών του. Η επίθεση εναντίον του ανάλογα τις συνθήκες θα παίρνει και διαφορετικές μορφές. Και από την άποψη αυτή απαιτείται η ένταση της ιδεολογικής-πολιτικής δουλειάς μέσα στις γραμμές μας, η τήρηση των αρχών λειτουργίας που προβλέπονται καταστατικά, η μέγιστη επαγρύπνηση, η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για να ανταποκριθούμε στο καθήκον της υπεράσπισης του Κόμματος, του ταξικού κινήματος.

Σε αυτές τις συνθήκες γίνεται περισσότερο από ποτέ απαραίτητη η ιδεολογική πολιτική ενότητα και θωράκιση, η συνεχής παρακολούθηση και αποκάλυψη οπορτουνιστικών ομάδων που δρουν ενάντια στο Κόμμα, όπως Εργατικός Αγώνας, Νέα Σπορά, Σύλλογος Κορδάτος, αλλά και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΝΑΡ, Αριστερή πλατφόρμα ΣΥΡΙΖΑ κλπ.

 

4. ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Σε κάθε περίπτωση, όποια συμφωνία ή συμβιβασμός και αν επιτευχθεί, αυτός δε θα μπορέσει να είναι σταθερός, θα είναι εύθραυστος, ακριβώς γιατί οι αντιθέσεις της καπιταλιστικής οικονομίας έχουν τη δική τους δυναμική.

Στις σημερινές αυτές σύνθετες και γρήγορα μεταβαλλόμενες συνθήκες είναι κρίσιμο ζήτημα για το Κόμμα μας η όσο το δυνατό έγκαιρη πρόβλεψη των όποιων εξελίξεων και ικανότητα γρήγορης προσαρμογής με σταθερό στόχο την υπεράσπιση των γενικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Χρειάζεται η συνεχής παρακολούθηση των διεργασιών που συντελούνται και πώς προωθείται σε αυτή τη φάση η διαδικασία της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης. Η παραμονή στην Ευρωζώνη κυριαρχεί ως επιλογή του συνόλου σχεδόν της αστικής τάξης της Ελλάδας. Επίσης δε φαίνεται ορατή η διαμόρφωση μιας άλλης εναλλακτικής νομισματικής ένωσης, ενώ ακόμα και οι ΗΠΑ που αμφισβητούν τη γερμανική κυριαρχία στην ΕΕ και την Ευρωζώνη, δεν επιθυμούν τη διάλυσή της ή και την αποχώρηση της Ελλάδας απ’ αυτήν.

Ωστόσο, χρειάζεται συστηματική παρακολούθηση και ετοιμότητα απέναντι στο ενδεχόμενο η συμφωνία να μην αντέξει και να υπάρξει κάποια μορφή σύγκρουσης με την Ευρωζώνη. Γιατί είναι άλλο οι επιθυμίες και άλλο πού μπορεί να οδηγήσουν αντικειμενικά οι εξελίξεις που δείχνουν ότι οι αντιθέσεις οξύνονται και οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι βαθιές και όχι εύκολα αναστρέψιμες. Αυτές οι αντιθέσεις τροφοδοτούν και σενάρια για το ενδεχόμενο «χρεοκοπίας εντός της Ευρωζώνης», αποτέλεσμα όξυνσης της αντιπαράθεσης μέσα στους κόλπους της ή και προσωρινής ή μονιμότερης εξόδου από την Ευρωζώνη.

Ως Κόμμα δεν μπορεί να χάνουμε από την προοπτική το ενδεχόμενο συνολικής αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης ως αποτέλεσμα αγεφύρωτων αντιθέσεων εξαιτίας της πορείας της οικονομίας και της συνολικότερης όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Οι συμφωνίες στον ιμπεριαλισμό είναι πάντα προσωρινές και σχετικές, ενώ οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί απόλυτοι.

Είτε υπάρξει συμβιβασμός και νέα συμφωνία-«μνημόνιο», όπως κι αν ονομαστεί, νέες αντιλαϊκές δεσμεύσεις, μαζί με την τήρηση των ήδη αντεργατικών εφαρμοστικών νόμων, είτε υπάρξει αλλαγή νομίσματος, έξοδος από το ευρώ κλπ., σε κάθε περίπτωση πρέπει να είμαστε σε ετοιμότητα, να μην αιφνιδιαζόμαστε από τις εξελίξεις, να μην υποχωρούμε σε πιέσεις.

Είναι σίγουρο ότι η κυβέρνηση σε κάθε περίπτωση θα προσπαθήσει να εμφανίσει την πολιτική της και τις σχεδιασμένες ή ανεξέλεγκτες εξελίξεις ως «εθνική, πατριωτική» αναγκαιότητα και θα απαιτήσει συγκατάβαση στις νέες θυσίες από το λαό. Είναι κρίσιμο για το εργατικό λαϊκό κίνημα να μη στρατευθεί πίσω από την αστική τάξη, το κεφάλαιο, να δώσει τα πάντα για την επιβίωση του λαού και των εργαζομένων, να μην πληρώνει άλλο τα βάρη προς όφελος του κεφαλαίου. Είναι κρίσιμο να αναπτυχθεί σε αυτή την κατεύθυνση η λαϊκή οργάνωση και πάλη, με συσπείρωση και συμπαράταξη με το ταξικό κίνημα, τις άλλες ριζοσπαστικές συσπειρώσεις, το ΚΚΕ.

Σταθερά προβάλλουμε την πολιτική πρόταση του Κόμματος, την ανάγκη ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο, την εξουσία τους, με εργατική λαϊκή εξουσία, στόχο στον οποίο πρέπει να κατευθύνεται η πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δηλαδή το σοσιαλισμό. Τη συνολική αποδέσμευση από ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, με κοινωνικοποίηση όλων των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, με κεντρικό σχεδιασμό για την ανάπτυξη της οικονομίας και κοινωνίας με κριτήριο τη λαϊκή ευημερία.

Ανάλογα τις εξελίξεις, την ανταπόκριση της εργατικής τάξης και του κινήματός της, της κοινωνικής συμμαχίας στο κάλεσμα του ΚΚΕ, κλιμακώνουμε την αντίσταση και αντεπίθεση, τις μορφές πάλης, αλλά και τα συνθήματα. Προετοιμαζόμαστε ιδεολογικά-πολιτικά-οργανωτικά να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε εξέλιξη, είτε απότομης ανόδου των διαθέσεων των λαϊκών μαζών, ανόδου του κινήματος, είτε ακόμα μεγαλύτερης υποχώρησης του κινήματος και συνολικής επίθεσης από την αστική τάξη και τις πολιτικές δυνάμεις της.

Ανοίγουμε ιδεολογικό-πολιτικό μέτωπο με απόψεις που συσκοτίζουν τη θέση για αποδέσμευση και την συνδέουν, είτε μόνο με το νόμισμα είτε με την αλλαγή εταίρων-καπιταλιστικών κρατών, αφήνοντας στην ουσία άθικτο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, συνολικά τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες της χώρας. Είναι θεμελιακή η διαφορά μας με όσους προβάλλουν τη γραμμή της εξόδου από το ευρώ αποσπασμένα, χωρίς να δίνουν λύση στο πρόβλημα της εξουσίας, το ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, για να σχεδιάσει κεντρικά την οικονομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες.

 

5. Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ. Ο ΑΜΕΣΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Αμέσως μετά τις εκλογές, οργανώσαμε, από την πρώτη στιγμή, εκατοντάδες μικρές και μεγαλύτερες συσκέψεις και συγκεντρώσεις οπαδών μας, αλλά και άλλων, ανοιχτές, όπου ενημερώσαμε και συζητήσαμε για την πολιτική μας, στη βάση της εκλογικής μάχης, αλλά και των μετεκλογικών εξελίξεων.

Ταυτόχρονα συνεδρίασαν όλα τα καθοδηγητικά όργανα πάνω από δύο φορές και συζήτησαν, καθώς και οι ΚΟΒ. Αντίστοιχη δουλειά έγινε στην ΚΝΕ.

Μετά την κατάληξη της διαπραγμάτευσης οργανώθηκε ένα πρώτο μαζικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, στις 27 Φλεβάρη, με κεντρικό σύνθημα και θέμα τις προτάσεις και θέσεις των κομμουνιστών για τις τρέχουσες εξελίξεις, την ανάπτυξη της λαϊκής κινητοποίησης και πάλης με αιχμή: Καμιά ανοχή στη νέα συμφωνία, κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων, πάλη για ανάκτηση των απωλειών του λαού, ξεκινώντας από συγκεκριμένα αιτήματα και στόχους πάλης (κατώτερος μισθός, ΣΣΕ, 13ος-14ος μισθός, 13η-14η σύνταξη, προστασία ανέργων και ανακούφιση λαϊκών νοικοκυριών, όχι πλειστηριασμοί στην α΄ και β΄ κατοικία, αφορολόγητο 40.000 ευρώ για τη λαϊκή οικογένεια, κατάργηση ΕΝΦΙΑ, φόρων σε ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, κατάργηση ΦΠΑ σε είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης κλπ.). Και φυσικά όλα αυτά σε κατεύθυνση ρήξης- αποδέσμευσης από την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους.

Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να συνεχίσουμε. Με συγκεντρώσεις το επόμενο διάστημα, μικρότερες ή μεγαλύτερες, συσκέψεις, περιοδείες, συνεχή επαφή με το λαό.

Οι Κομματικές Οργανώσεις έχουν και γενικό και ειδικό τέτοιο πρόγραμμα.

Στην εργατική τάξη, τους άνεργους και τους μισθωτούς στον ιδιωτικό δημόσιο τομέα με εκδηλώσεις και περιοδείες σε χώρους δουλειάς, σε κλάδους κλπ., με άμεσο ορίζοντα την Πρωτομαγιά.

Αξιοποιήθηκε η 8η Μάρτη για ειδική δουλειά του Κόμματος στις γυναίκες, όπως και η 15η του Μάρτη για την επέτειο του Κιλελέρ για δουλειά στα χωριά με την φτωχή αγροτιά.

Τα μαθητικά φεστιβάλ της ΚΝΕ για δουλειά στους μαθητές για τις 3-4 Απρίλη.

Οι εκδηλώσεις και οι κομματικές και ΚΝίτικες δραστηριότητες σε ΑΕΙ και ΤΕΙ με χρονικό ορίζοντα τις φοιτητικές και σπουδαστικές εκλογές αρχές Μάη.

Είναι σε εξέλιξη το πρόγραμμα για τα 100χρονα του Κόμματος με πολύμορφες εκδηλώσεις, με αιχμή άμεσα την επέτειο από τη λήξη του 2ου ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου πολέμου στις 9 του Μάη.

Ταυτόχρονα με όλα αυτά η Κοινοβουλευτική Ομάδα οργανώνει τη δράση της μέσα στο κοινοβούλιο και έξω από αυτό, με βάση πρόγραμμα δράσης που έχει εγκριθεί και αφορά τόσο την παρέμβαση μέσα στη βουλή, όσο και με εκδηλώσεις και προβολή λαϊκών αιτημάτων.

Θετική ήταν η παρουσία και προβολή των θέσεων του Κόμματος κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, όσο και κατά τις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν και η προβολή που έλαβαν, ενιαιοποιώντας τη γραμμή αντιπαράθεσής μας τις πρώτες μέρες πλατιά μέσα στο λαό και στους οπαδούς μας κυρίως. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχιστεί η κατάθεση νομοσχεδίων που έχουμε ανακοινώσει και πριν την εκλογική περίοδο και κατά τη διάρκεια της εκλογικής μάχης, αλλά και άλλες παρεμβάσεις. Να αξιοποιηθεί ακόμα περισσότερο το επόμενο διάστημα η πρόταση νόμου του Κόμματος για κατάργηση μνημονίων, δανειακών συμβάσεων, εφαρμοστικών τους νόμων, και με εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα, με ενημέρωση εργατικών, λαϊκών μαζικών οργανώσεων.

Μετά την πετυχημένη ολοκλήρωση του 11ου Συνεδρίου της ΚΝΕ το Δεκέμβρη και ταυτόχρονα με την εκλογική περίοδο που ακολούθησε, άρχισαν και οι εκλογοαπολογιστικές συνελεύσεις των ΚΟΒ, οι οποίες μετά από μια μικρή αναβολή 3 εβδομάδων λόγω εκλογών συνεχίστηκαν και ολοκληρώνονται με τις συνδιασκέψεις των Κομματικών Οργανώσεων Περιοχών και την εκλογή όλων των νέων καθοδηγητικών οργάνων.

Συνολικά, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα που είχαμε εξαγάγει σαν ΚΕ για το κίνημα σε προηγούμενες συνεδριάσεις το τελευταίο δίχρονο, με βάση τις αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου, δεν αλλάζουν ριζικά μετά τις εκλογές, αν και η διαμόρφωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επέφερε μεγαλύτερη αναμονή,  προσδοκία με πολύ μειωμένες απαιτήσεις κι απ’ αυτή την άποψη αυξήθηκαν οι δυσκολίες για να περάσει σε αντεπίθεση το εργατικό, λαϊκό κίνημα.

Στις σημερινές συνθήκες προτεραιότητα έχει η ύπαρξη και ανάπτυξη του Κόμματος ως ιδεολογικής-πολιτικής οργανωμένης εργατικής, κομμουνιστικής πρωτοπορίας, που να υπερασπίζεται με ταξική αυτοτέλεια τα συμφέροντα του συνόλου της εργατικής τάξης, καθώς και τα ευρύτερα λαϊκά συμφέροντα, να αντιπαλεύει τον ταξικό εχθρό σε αυτές τις αρνητικές, αντίξοες συνθήκες συσχετισμού μεταξύ των αντίπαλων τάξεων, να αναγνωρίζεται ως αναμφισβήτητος ηγέτης.

Σε αυτές τις συνθήκες έχει σημασία η πρωτοπορία να μπορεί να ανανεώνεται, να αναζωογονείται, να αναπτύσσεται ιδεολογικά, να επιβεβαιώνεται πολιτικά. Να κερδίζει επιρροή σε μαζικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, στα σωματεία, παντού, στις οργανώσεις των άλλων λαϊκών μεσαίων στρωμάτων, των αυτοαπασχολούμενων κυρίως ΕΒΕ και αγροτών, μέσα στη σπουδάζουσα και μαθητική νεολαία, στις γυναίκες των λαϊκών οικογενειών. Ενίσχυση της πάλης για ζητήματα που καθημερινά ανακύπτουν και απασχολούν την εργατική - λαϊκή οικογένεια. Χρειάζεται συνεχής διεύρυνση των εστιών αντίστασης κατά κλάδο, χώρο δουλειάς, λαϊκή γειτονιά, σχολή, σχολειό, νοσοκομείο, διεύρυνση του κύκλου επιρροής και του κόσμου που συνολικά απευθυνόμαστε ως Κόμμα.

Σε αυτή τη βάση οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες θα πρέπει να πρωτοστατήσουν με τη δράση τους πλατιά μέσα στο λαό, με στόχο την ανάπτυξη της πάλης και της διεκδίκησης, των αποφάσεων της Πανελλαδικής Σύσκεψης του ΠΑΜΕ για τη δουλειά στην εργατική τάξη, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, αιχμές, αιτήματα και μορφές δράσης, καθώς επίσης και τις αποφάσεις που πάρθηκαν με παρέμβαση των κομμουνιστών στην Πανελλαδική Σύσκεψη των αγροτικών μπλόκων και τη συνεδρίαση της ΠΑΣΥ, της Πανελλαδικής Συνάντησης του ΜΑΣ για το χώρο των φοιτητών-σπουδαστών, όπως και της ΟΓΕ, ενώ ετοιμάζεται η σύσκεψη πανελλαδικά για τους αυτοαπασχολούμενους, της ΠΑΣΕΒΕ.

Ταυτόχρονα χρειάζεται ειδικό βάρος να δοθεί εκεί που είμαστε μειοψηφία στα πρωτοβάθμια σωματεία και συλλόγους, στις λαϊκές επιτροπές και την οργάνωση της λαϊκής αλληλεγγύης, μέσα από δράσεις για τους ανέργους, τους άπορους, τα λαϊκά φροντιστήρια, τον πολιτισμό και άλλες μορφές δράσης.

Στο στόχαστρό μας, στη συστηματική παρακολούθηση και έλεγχο πρέπει να βρίσκονται οι εκατοντάδες αρχαιρεσίες, πρώτα απ’ όλα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, που βρίσκονται σε εξέλιξη όλους τους επόμενους μήνες, με εξάντληση των όποιων, ακόμα και των παραμικρών, δυνατοτήτων υπάρχουν, με πλήρη συνειδητοποίηση απ’ όλους και όλες των νέων δυσκολιών που έχουν προκύψει μετά και τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές.

Αυτή η αναγκαία δράση του Κόμματός μας απαιτεί συνεχή σχεδιασμό, τόσο με αυτοτελείς μορφές κομμουνιστικής παρέμβασης σαν αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω, όσο και με ανάπτυξη της δράσης μέσα στις μαζικές εργατικές, λαϊκές οργανώσεις, με κινητοποιήσεις και αιχμές πάλης, μέτωπα πάλης. Απαιτεί ένταση του ιδεολογικού-πολιτικού αγώνα μέσα στους τόπους δουλειάς, στις εργατικές λαϊκές γειτονιές, στα σχολεία και τις σχολές κατάρτισης και γενικότερα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Απαιτεί όλο το Κόμμα να κατακτήσουμε ικανότητα τέτοιας πολύπλευρης δράσης και σε μη εκλογικές περιόδους.

Σε αυτόν το σχεδιασμό και προσανατολισμό εντάσσονται όλες οι δυνάμεις του Κόμματος, τα μέλη της ΚΕ, άλλα στελέχη εκλεγμένα στο ταξικό εργατικό κίνημα, στις λαϊκές συσπειρώσεις, οι εκλεγμένες μας δυνάμεις στους διάφορους αστικούς θεσμούς, όπως βουλευτές, ευρωβουλευτές, δήμαρχοι, δημοτικοί και περιφερειακοί σύμβουλοι. Ιδιαίτερα οι εκλεγμένοι σε θεσμούς, αξιοποιούν την όποια δυνατότητα τους παρέχει αυτή η ιδιότητα για να ασκείται πίεση απόσπασης εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων, για συνεχή ενημέρωση και κινητοποίηση εργατικών λαϊκών δυνάμεων, για ωρίμανση της εργατικής πολιτικής συνείδησης ως προς την κατεύθυνση λύσης του πολιτικού κοινωνικού προβλήματος, το χαρακτήρα και το δρόμο για την εργατική λαϊκή εξουσία.

Προχωράμε πιο οργανωμένα και με αυξημένους φιλόδοξους στόχους, όπως έχουμε σχεδιάσει για την πορεία προς τα 100χρονα του Κόμματος: Για την οικοδόμηση του Κόμματος στην εργατική τάξη, σε κλάδους, στη βιομηχανία, σε παραγωγικές ηλικίες.

Αθήνα, 18.3.2015

Η ΚΕ του ΚΚΕ