Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΜΑΡΞ - ΕΝΓΚΕΛΣ ΓΙΑ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΖΗΤΗΜΑ, ΣΕ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΕΡΙ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΦΥΛΟΥ»

Το περιεχόμενο της 8ης Μάρτη –όπως και κάθε ιστορικής επετείου– δεν μπορεί να αναδειχτεί αν δεν υπάρχει στέρεα γνώση των σχετικών ιστορικών γεγονότων. Η αναγκαιότητα αυτής της γνώσης είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχολές σαν τις δικές σας, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι αντικείμενο μελέτης αυτών των σχολών είναι η εξέλιξη του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων και οι διάφοροι σταθμοί αυτής της εξέλιξης.

Ειδικότερα για την επέτειο της 8ης Μάρτη, η απόκρυψη αυτών των ιστορικών γεγονότων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης –ηλεκτρονικά και έντυπα– αποτελεί μέρος της διαστρέβλωσης του περιεχομένου της. Ενώ λοιπόν γενικά δε λείπουν οι αναφορές στην επέτειο, συνήθως είτε αποσιωπούν τελείως τα γεγονότα που συνδέονται με αυτήν είτε τα παρουσιάζουν επιλεκτικά και με τρόπο που δε διευκολύνει τη συνειδητοποίηση της ουσίας τους στη συνολική ιστορική εξέλιξη.

Ας δούμε καταρχάς τι αφορά η συγκεκριμένη επέτειος: Δεν πρόκειται για μια γενική γιορτή για τη γυναίκα. Είναι επέτειος μιας στιγμής σύγκρουσης των γυναικών εργατριών στη Νέα Υόρκη που δούλευαν στα κλωστοϋφαντουργεία και στον ιματισμό –στα τότε ραφτάδικα– με την εργοδοσία, με το κεφάλαιο, με το κράτος τους. Η σύγκρουση αυτή ήταν μάλιστα τόσο σφοδρή, ώστε εξελίχτηκε σε αιματηρή αντιπαράθεση. Οι εργάτριες διεκδικούσαν βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ίσο ωράριο, ίση αμοιβή, σε σχέση με τους άντρες στους ίδιους κλάδους εκείνης της εποχής. Πρόκειται για έναν σταθμό στην ταξική πάλη του εργατικού κινήματος μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Αρκετά χρόνια αργότερα, η Κλάρα Τσέτκιν –μια μεγάλη επαναστάτρια στην ιστορία του τότε πολιτικού εργατικού κινήματος που δεν ήταν άλλο από το σοσιαλδημοκρατικό– ζήτησε από το Συνέδριο των Σοσιαλιστριών που έγινε το 1910, να καθιερωθεί η συγκεκριμένη μέρα ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας.

Το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός δίνει την αφορμή να προσεγγίσουμε ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ως «γυναικείο ζήτημα». Αυτό το χαρακτηρισμό άλλωστε είχαν επιλέξει και οι θεμελιωτές της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ο Μαρξ και ο Ένγκελς, θέλοντας να αναδείξουν ότι πρόκειται για ένα ιστορικό-κοινωνικό φαινόμενο που περιλαμβάνει το σύνολο των πολυποίκιλων –οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών– διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας, όπως διαμορφώθηκαν σε χιλιάδες χρόνια στην πορεία της κοινωνικής εξέλιξης.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανέδειξαν το γεγονός ότι, παρά το πολύ μεγάλο εύρος του, αυτό το σύνολο των διακρίσεων, στη ρίζα του, έχει μια αιτία, το χωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις με διαφορετικά συμφέροντα. Αυτός ο χωρισμός δεν έγινε τυχαία, προέκυψε στην πορεία της κοινωνικής εξέλιξης όταν είχε δημιουργηθεί αντικειμενικά η δυνατότητα απόκτησης ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα παραγωγής για ένα περιορισμένο υποσύνολο, για μία μερίδα της κοινωνίας. Σε αυτό το στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης εμφανίστηκε και η δυνατότητα όχι μόνο να υποταχτεί το μεγαλύτερο τμήμα των άμεσων παραγωγών σε ένα μειοψηφικό –περιορισμένο αριθμητικά– τμήμα της κοινωνίας, αλλά και να γίνει αυτό που χαρακτηρίζει ο Ένγκελς ως «ιστορική ήττα» του γυναικείου φύλου και αντίστοιχη υποταγή του στο ανδρικό φύλο.

Με αφορμή τα παραπάνω, θα έλεγα ότι είναι κρίμα να μη γνωρίζετε το θεμελιακό έργο του Ένγκελς πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Να διεκδικήσετε, ειδικά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, να μπει στη βιβλιογραφία σας το έργο του Ένγκελς «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους». Και το σημειώνω αυτό γιατί, κοιτάζοντας με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση κάποιες εργασίες φοιτητών πάνω στον κύκλο σπουδών που αναφέρεται ως «Σπουδές για τα φύλα», παρατήρησα ότι υπάρχουν αναφορές στον Μαρξ και τον Ένγκελς. Οι αναφορές αυτές όμως δεν ήταν από την πραγματική πηγή, από τα ίδια τα έργα τους, αλλά από άλλους διανοητές που παρουσιάζουν τις θέσεις και τη σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς όπως αυτοί τις καταλαβαίνουν ή όπως αυτοί θέλουν να τις παρουσιάσουν προσεγγίζοντάς τες μέσα από το πρίσμα των δικών τους θεωρητικών και ιδεολογικών αποδοχών. Ανεξάρτητα αν κάνετε θετική ή αρνητική κριτική σε μία σκέψη ή ιδέα –το λέω γιατί εσείς είστε φοιτητές ή πτυχιούχοι, είστε επιστήμονες ή θα είστε αύριο επιστήμονες– πρέπει να μάθετε να ανατρέχετε στις πρωτογενείς πηγές κάθε σκέψης και όχι να ξεκινάτε από την παρουσίαση και την ερμηνεία της από άλλους διανοητές.

Για να αναδειχτεί η ουσία των θέσεων του Ένγκελς και του Μαρξ στο γυναικείο ζήτημα, το πρώτο που πρέπει να αναδειχτεί είναι ότι αυτή η υποταγή του γυναικείου φύλου στο ανδρικό «γεννήθηκε», όπως ήδη αναφέραμε, μαζί με το διαχωρισμό της κοινωνίας σε διαφορετικές τάξεις, μαζί δηλαδή με την υποταγή ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας –του μεγαλύτερου μέρους των παραγωγών– στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Οι δούλοι, ας πούμε, είτε ήταν άντρες είτε ήταν γυναίκες δεν είχαν καμία υπόσταση ως ανθρώπινα όντα, αντίθετα, λογίζονταν ως εργαλεία που η μόνη τους διαφορά με τα υπόλοιπα εργαλεία ήταν το γεγονός ότι είχαν την ικανότητα της ομιλίας. Έτσι, οι διακρίσεις σε βάρος των γυναικών αποτελούν ιστορικά μέρος και απόρροια των διακρίσεων σε βάρος των παραγωγικών κάθε φορά κοινωνικών τάξεων.

Αυτή η διαδικασία διαχωρισμού της κοινωνίας σε τάξεις ξεκίνησε πριν 10.000 και περισσότερα χρόνια. Προηγούμενα υπήρχαν κοινωνίες στις οποίες η γυναίκα είχε μια ιδιαίτερη θέση, χωρίς όμως να παράγεται από αυτήν ταξική εκμετάλλευση. Πρόκειται για τις λεγόμενες μητριαρχικές κοινωνίες, στις οποίες η συνέχεια της φυλής καθοριζόταν από τη μεριά της γυναίκας μέσα στο κοινοτικό νοικοκυριό. Αυτό ήταν αντικειμενικό τότε, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μονογαμία και γι’ αυτό δεν υπήρχε δυνατότητα να γνωρίζουν ποιος είναι ο πατέρας των παιδιών. Με ασφάλεια μπορούσε να αναγνωριστεί μόνο ποια ήταν η μητέρα. Σε αυτήν τη φάση διαμορφωνόταν το γένος ως βασική κοινωνική μονάδα, ως στοιχειώδης οργάνωση της κοινωνίας η οποία δε γνωρίζει ακόμα το κράτος. Το σύστημα των γενών, που βασιζόταν στις συγγενικές σχέσεις εξ αίματος και στο οποίο επικρατούσε το «μητρικό δίκαιο», στηριζόταν σε μια εξαιρετικά ανεξέλικτη βαθμίδα της ανάπτυξης της παραγωγής, στη σχεδόν ολοκληρωτική υποταγή του ανθρώπου στη φύση. Από αυτήν τη στοιχειώδη κοινωνική μονάδα αναπτύχθηκαν οι φυλές, στο πλαίσιο των οποίων δεν υπήρχε ακόμα τόπος για δούλους ή για την υποδούλωση ξένων φυλών. Έτσι, σε αυτές τις κοινωνίες δεν υπήρχε εκμετάλλευση της γυναίκας προς τον άντρα ή ανισοτιμίες, παρόλο που ξεχώριζε η θέση των γυναικών.

Φυσικά, πριν ακόμα από το διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, υπήρχε διαχωρισμός ανάλογα με το είδος της εργασίας. Υπήρχε τεχνικός διαχωρισμός ή καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα στα δύο φύλα, ο οποίος όμως δεν έφερνε ταξική εκμετάλλευση όσο η δουλειά και των δύο φύλων είχε κοινωνικό, όχι ατομικό, χαρακτήρα και όσο υπήρχε κοινωνική ιδιοκτησία στο παραγόμενο προϊόν. Αυτός ο καταμερισμός αφορούσε όλα τα μέλη της συγκεκριμένης κοινωνικής μονάδας, και τους άντρες και τις γυναίκες, αφορούσε και αυτούς που πήγαιναν πιο μακριά για το κυνήγι και αυτούς που δεν απομακρύνονταν, που η εργασία τους είχε πιο πολύ σχέση με τη σπορά, με τη γεωργία και αναπτυσσόταν εκεί κοντά, γύρω από το κοινοτικό νοικοκυριό, περιλαμβάνοντας εργασίες όπως η συγκομιδή του προϊόντος, η φύλαξη και η κατανομή του σε όλα τα μέλη του κοινοτικού νοικοκυριού.

Πρέπει φυσικά να έχουμε υπόψη μας αυτό που αναφέραμε και προηγουμένως, ότι δηλαδή η μορφή συμβίωσης των ανθρώπων εκείνης της εποχής δεν είχε τα χαρακτηριστικά του νοικοκυριού όπως το ξέρουμε εμείς σήμερα. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτού του πρωτόγονου κομμουνιστικού νοικοκυριού, που περιελάμβανε πολλούς άντρες και γυναίκες και τα παιδιά τους, η διεύθυνση του νοικοκυριού είχε ανατεθεί στις γυναίκες. Πρόκειται για ένα καθήκον το οποίο κοινωνικά ήταν εξίσου αναγκαίο και σημαντικό με την εξεύρεση μέσων διατροφής η οποία είχε ανατεθεί στον άντρα. Βέβαια η κοινωνική ιδιοκτησία στηριζόταν ακόμα σε αφάνταστα χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας. Η ανθρώπινη εργατική δύναμη εκείνη την ιστορική περίοδο δεν έδινε κάποιο πλεόνασμα, κάποιο περίσσευμα πέρα από τα έξοδα συντήρησης του νοικοκυριού και γι’ αυτό δεν είχε δημιουργηθεί ακόμα η δυνατότητα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Αυτό το περίσσευμα –το οποίο έδωσε και τη δυνατότητα κάποιοι να μη δουλεύουν και να ζουν από τη δουλειά των άλλων– εμφανίστηκε στην πορεία της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της εργασίας στη «ζώνη» αρμοδιοτήτων του άντρα. Ο τομέας εργασίας των γυναικών έμεινε πίσω σε σχέση με αυτόν των αντρών. Στον τομέα εργασίας των αντρών αναπτύχθηκαν πιο γρήγορα τα μέσα και τα αντικείμενα της εργασίας, τα κοπάδια, τα μέσα για την καλλιέργεια της γης και αργότερα οι δούλοι. Αυτά τα μέσα μετατράπηκαν σε ιδιοκτησία των αντρών. Στην εξέλιξη λοιπόν αυτής της μεγάλης ιστορικής χρονικής περιόδου, η δουλειά των γυναικών υποβιβάστηκε στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινοτικού νοικοκυριού, έχασε την κοινωνική της σημασία.

Στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής κοινωνικής εξέλιξης η έκβαση των πολέμων μεταξύ των φυλών άρχισε να καθορίζεται από το ποια φυλή είχε πιο ισχυρά όπλα, έτσι ώστε να μπορεί να υποτάξει την άλλη. Έτσι δημιουργήθηκε η δυνατότητα ένα μέρος της κοινωνίας να επιβάλλεται σε ένα άλλο, να το βάζει να δουλεύει γι’ αυτό. Αυτοί οι αιχμάλωτοι πολέμου ήταν κατάλληλοι, για παράδειγμα, για να φυλάνε τα κοπάδια των ζώων, δεδομένου ότι μαζί με τον πολλαπλασιασμό των ζώων πολλαπλασιάζονταν και οι ανάγκες σε ανθρώπους για να τα φυλάνε. Ο «νικητής» άρχιζε να απομακρύνεται από την ανάγκη της δουλειάς για την καθημερινή επιβίωση, για να ζήσει, για να φάει.

Το τελειωτικό χτύπημα στην κοινωνία που βασιζόταν στο μητριαρχικό γένος δόθηκε από τη στιγμή που τα πλούτη αυτά πέρασαν στην ατομική ιδιοκτησία των ξεχωριστών οικογενειών και πλήθυναν γρήγορα. Τότε έλαβε χώρα και η απονέκρωση του ίδιου του κοινοτικού νοικοκυριού ως τέτοιου, η αντικατάστασή του από το ατομικό νοικοκυριό. Σε αυτές τις συνθήκες έγινε και ο διαχωρισμός των φύλων και η διαπάλη μεταξύ τους. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίος ο τίτλος ή, αν θέλετε, το αντικείμενο που πραγματεύεται ο Ένγκελς στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ιδιοκτησίας και του κράτους». Με αυτόν τον τίτλο θέλει να αναδείξει ότι αυτά τα τρία κοινωνικά φαινόμενα και η εξέλιξή τους συνδέονται στενά μεταξύ τους.

Ποιος ήταν όμως ο λόγος που η γυναίκα βρέθηκε σε αυτή την πιο περιορισμένη και την πιο κοντινή δουλειά γύρω από το κοινοτικό νοικοκυριό και όχι πιο μακριά, εκεί που γίνονταν οι πόλεμοι, εκεί που γινόταν το κυνήγι μεγαλύτερων ζώων; Ο λόγος αυτός είναι βιολογικός και έχει να κάνει με το γεγονός ότι η γυναίκα έχει ιδιαίτερη συμβολή στην αναπαραγωγή του είδους, κυοφορεί, γεννά. Είναι μια φυσική διαδικασία που με βάση την παραγωγικότητα της εργασίας, τα μέσα της εργασίας, τα μέσα επικοινωνίας που διέθετε η κοινωνία εκείνη την εποχή, δυσκόλευε την απομάκρυνση της γυναίκας από το κοινοτικό νοικοκυριό. Για την προστασία της αναπαραγωγής του είδους δεν μπορούσε η γυναίκα να απομακρυνθεί από το κοινοτικό νοικοκυριό, δεν μπορούσε να υπερβεί τις βιολογικές διαφορές της με τον άντρα που την καθιστούσαν πιο ευάλωτη στη φύση.

Έτσι λοιπόν έγινε αυτός ο μεγάλος διαχωρισμός, μαζί και με άλλους πολύ μεγάλους και σημαντικούς διαχωρισμούς, μεταξύ των οποίων είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία. Αυτός ο τελευταίος διαχωρισμός, για παράδειγμα, δεν έγινε γιατί κάποιοι ήταν έξυπνοι και πήγαν στην πνευματική εργασία, κάποιοι ήταν χαζοί και έμειναν στη χειρωνακτική. Με τα δεδομένα πάντα εκείνης της ιστορικής εποχής, για να αρχίσεις να διανοείσαι, να παρατηρείς τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα πιο συστηματικά, έπρεπε να μη δουλεύεις σαν είλωτας για να βγάλεις τους πόρους, το ψωμί σου, έπρεπε να μην είσαι αναγκασμένος, για παράδειγμα, να κυνηγάς τα ζώα –και ήταν πολύ δύσκολο και χρονοβόρο εκείνη την εποχή το κυνήγι των ζώων– για να τραφείς εσύ και η ευρύτερη οικογένεια.

Η μεγάλη συμβολή των Μαρξ και Ένγκελς ήταν ότι ανέδειξαν την ταξική φύση του γυναικείου ζητήματος, όπως το περιγράψαμε. Με την πάροδο των χρόνων και της ολοένα και μεγαλύτερης ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, του ίδιου του ανθρώπου ως κύριας παραγωγικής δύναμης, με την εμφάνιση και ανάπτυξη της καπιταλιστικής κοινωνίας δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις να ξαναβγεί μαζικά η γυναίκα στην κοινωνική εργασία, να γίνει μισθωτή εργάτρια.

Αυτό κατέστη δυνατό αλλά και απαραίτητο από την ίδια την ανάπτυξη της μεταποίησης, της βιομηχανίας, ως βιοτεχνίας αρχικά, ως μανιφακτούρας και ως πραγματικής βιομηχανίας στη συνέχεια. Αυτή η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην κοινωνική εργασία ενισχύθηκε στην πορεία από την εξέλιξη διάφορων άλλων κλάδων –πέραν της βιομηχανίας– όπως το εμπόριο, η πίστη, ο επισιτισμός, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες. Οι παραπάνω εξελίξεις έδωσαν λοιπόν τη δυνατότητα πιο μαζικής προσέλκυσης του γυναικείου εργατικού δυναμικού.

Η ίδια η επιστημονική-τεχνική εξέλιξη έδωσε τα μέσα ώστε η γυναίκα να μην είναι κολλημένη, όπως ήταν πριν σε ένα περιορισμένο έδαφος, γύρω από το κοινοτικό ή αργότερα το ατομικό νοικοκυριό, έδωσε τουλάχιστον τις ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να συνδυαστεί σε σημαντικό βαθμό η συμμετοχή της στην παραγωγή και ο φυσιολογικός της ρόλος στην αναπαραγωγή του είδους. Σε αυτήν την πορεία λοιπόν που διαμορφώθηκε αυτή η δυνατότητα, η γυναίκα μπαίνει μαζικά στην κοινωνική εργασία, αποκτά ένα μέρος των δικαιωμάτων, των αστικών δικαιωμάτων.

Αξίζει ίσως να σημειώσουμε ότι η πιο μαζική προσέλκυση γυναικών στην κοινωνική εργασία επιταχύνθηκε αρχικά από την προσέλκυσή τους στην πολεμική βιομηχανία. Κατά τη διάρκεια των δύο μεγάλων ιμπεριαλιστικών πολέμων του 20ού αιώνα οι γυναίκες κάλυπταν το παραγωγικό κενό που δημιουργούνταν από τη μαζική απουσία των αντρών λόγω της συμμετοχής τους στις πολεμικές επιχειρήσεις. Η γυναικεία εργασία ήταν απαραίτητη και μετά από τους πολέμους αυτούς λόγω τόσο των μεγάλων καταστροφών που αυτοί είχαν επιφέρει και των αντίστοιχων αναγκών ανοικοδόμησης όσο και των πολλών θανάτων αντρών στα θέρετρα του πολέμου.

 Σε αυτή λοιπόν την περίοδο ξαναμπαίνει η γυναίκα στην κοινωνική εργασία, δηλαδή δουλεύει για κάποιον άλλο και όχι μόνο μέσα στο νοικοκυριό για λογαριασμό της αναπαραγωγής των αναγκών της οικογένειας. Μπαίνοντας όμως σε αυτή τη νέα ιστορική φάση, η γυναίκα κουβαλούσε ακόμα την ανισοτιμία χιλιάδων χρόνων και αυτό ίσχυε τότε ακόμα και για τη γυναίκα της ανερχόμενης –σε εκείνη την ιστορική περίοδο– τάξης, για τις γυναίκες δηλαδή των αστικών οικογενειών. Έτσι, άρχισε να αναπτύσσεται το αστικό γυναικείο κίνημα, γνωστό στη βιβλιογραφία ως φεμινιστικό κίνημα. Αυτό το κίνημα δεν έβλεπε ταξικές διακρίσεις, έβλεπε τις διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων μέσα στην ίδια τάξη, την αστική τάξη, που σε πολλές κοινωνίες είχε γίνει ήδη άρχουσα τάξη. Ήταν κραυγαλέες διακρίσεις, νομικές, μορφωτικές, πολιτιστικές γενικότερα. Δηλαδή οι γυναίκες της αστικής τάξης δεν είχαν το δικαίωμα να πηγαίνουν σε όλων των τύπων τα σχολεία. Δεν είχαν το δικαίωμα να εκλέγονται και να εκλέγουν. Δεν είχαν ισοτιμία απέναντι στο νόμο σε διάφορα πράγματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μοιχεία. Η απιστία μέσα στην οικογένεια, μέσα στην ατομική, τη δυαδική οικογένεια, ήταν αδίκημα μόνο από τη μεριά της γυναίκας και όχι και από τη μεριά του άντρα. Αυτά άργησαν πάρα πολύ να καταργηθούν, είναι γύρω στα σαράντα χρόνια που έχουν αλλάξει στους νόμους.

Φυσικά όταν λέμε δεν είχαν δικαιώματα οι γυναίκες, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Τέτοιες εξαιρέσεις υπήρχαν και στη δουλοκτητική και στη φεουδαρχική κοινωνία. Μέσα στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας, για παράδειγμα, και μάλιστα σε εκείνη την περίοδο που προσέγγιζε τη μετάβασή της στην αστική κοινωνία, υπήρχαν και αυτοκράτειρες γυναίκες και βασίλισσες, κι όχι μόνο άντρες, παρόλο που υπήρχαν όλες αυτές οι κραυγαλέες ανισοτιμίες σε βάρος των γυναικών. Ακόμη και στην Ελλάδα, την περίοδο που η βασίλισσα Αμαλία, γυναίκα του Όθωνα, του πρώτου βασιλιά της Ελλάδας, «έκοβε» και «έραβε», έπαιρνε και πρωτοβουλίες σε σχέση με τα καθήκοντα του άντρα της, γιατί όπως έχει καταγραφεί ήταν και πιο ευφυής, την ίδια περίοδο οι γυναίκες από την αστική τάξη, κορίτσια οικογενειών βιομηχάνων, δεν είχαν το δικαίωμα να πάνε στις σχολές, π.χ., στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Υπάρχει η ιστορία της πρώτης Ελληνίδας ζωγράφου, η οποία αναγκάστηκε να μεταμφιεστεί σε άντρα για να πάει σε σχολή. Μπορεί να προκαλούν εντύπωση αυτά, αλλά αυτή είναι η ιστορικότητα του γυναικείου ζητήματος.

Σε αυτό το σημείο θέλω να κάνω ένα γενικότερο σχόλιο που έχει ιδιαίτερη σημασία για εσάς που σπουδάζετε σε αυτές τις σχολές που ασχολούνται με τις κοινωνικές σχέσεις, υποτίθεται με επιστημονικότητα, όσο μπορεί αυτό να γίνει στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας και του αστικού πανεπιστημίου. Το γεγονός ότι πάντα οι δυνατότητες, οι αναγκαιότητες, γενικότερα οι εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας, των οικονομικών σχέσεων, των σχέσεων ιδιοκτησίας αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία δομούνται όλες οι υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις δε συνεπάγεται και ότι αυτή η προσαρμογή είναι αυτόματη. Οι αλλαγές στην οικονομική βάση επιφέρουν πολύ πιο καθυστερημένα τις αντίστοιχες αλλαγές σε αυτό που στο μαρξισμό αποκαλούμε εποικοδόμημα, δηλαδή στις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις, τις νομικές, τις πολιτικές, τις πολιτιστικές. Γι’ αυτό, συχνά συναντάμε την αντίφαση να βγαίνουν μαζικά οι γυναίκες στην κοινωνική εργασία, αλλά πιο αργά, πιο βασανιστικά ν’ αλλάζουν ορισμένα πράγματα σε σχέση με τη δυνατότητα να μορφωθούν ή πιο αργά να επέρχονται αντίστοιχες προσαρμογές και στις νομικές σχέσεις, ακόμα περισσότερο στις πολιτιστικές, στις σχέσεις των δύο φύλων.

Πριν αναφερθούμε στις πιο σύγχρονες μορφές της γυναικείας ανισοτιμίας, αξίζει να κάνουμε μια σύντομη αναφορά σε περιπτώσεις στις οποίες διατηρούνται σε εκτεταμένο βαθμό και οι παλιές διακρίσεις σε βάρος της γυναίκας. Υπάρχουν σημερινά αστικά κράτη στα οποία είναι ακόμα έντονα περιπεπλεγμένες επιβιώσεις του παρελθόντος, όπως είναι πολλές κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής, της Ασίας κλπ., είναι και σήμερα τραγική η κατάσταση όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών. Και αυτό γιατί –όπως είπαμε– είναι πιο αργή και βασανιστική η διαδικασία των αλλαγών στο εποικοδόμημα.

Αυτή η καθυστέρηση εκφράζεται ακόμα και στις διεκδικήσεις και τα αιτήματα όχι μόνο των αστών γυναικών, αλλά και των γυναικών που δρούσαν τη περίοδο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο επαναστατικό εργατικό κίνημα. Εκείνη την εποχή το κίνημα αυτό ήταν το σοσιαλδημοκρατικό και σε αυτό συνυπήρχαν οι επαναστατικές και οι μεταρρυθμιστικές απόψεις, μέχρι να φτάσουμε στον πόλεμο όπου ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στον καπιταλισμό.

 Στην πορεία των πραγμάτων, τόσο οι γυναίκες από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης (με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας από το οποίο προερχόταν και η Κλάρα Τσέτκιν) όσο και οι αστές γυναίκες προσανατόλισαν τις διεκδικήσεις τους σε ζητήματα που αφορούσαν την ίδια την αστική εξουσία και συγκεκριμένα τη συμμετοχή των γυναικών στην αστική εξουσία. Ενδεχομένως να έχετε συναντήσει και σε κάποιο μάθημα το γεγονός ότι τα αιτήματα αυτά επικεντρώνονται σε μέτρα που σχετίζονται κυρίως με τη θέσπιση διάφορων ποσοστιαίων ρυθμίσεων στη συμμετοχή των γυναικών στα λεγόμενα κέντρα λήψης αποφάσεων, από τις διοικήσεις των επιχειρήσεων, των τραπεζών, μέχρι τη Βουλή, τις κυβερνήσεις, την Τοπική Διοίκηση. Και δυστυχώς, εκεί μπλέχτηκαν και οι πρώην επαναστάτριες, οι πρώην σοσιαλίστριες, οι οποίες επικέντρωσαν την παρέμβασή τους στο σύνθημα ν’ αλλάξει η «ανδροκρατούμενη κοινωνία» και ο τρόπος που φέρονται οι άντρες απέναντι στις γυναίκες, ανεξαρτήτως τάξης. Η εξέλιξη της θέσης της γυναίκας όμως στην κοινωνία είναι ταξικό ζήτημα, παρόλο που έχει μια ιδιαίτερη πλευρά σε σχέση με το ρόλο των αντρών που ανήκουν στην εργατική τάξη.

Παρεμπιπτόντως αξίζει να σημειώσουμε ότι στην εργατική τάξη δεν ανήκουν μόνο όσοι δουλεύουν χειρωνακτικά, όπως συνήθως λανθασμένα διατυπώνεται, αλλά ανήκουν όλο και μεγαλύτερα τμήματα όσων δουλεύουν και πνευματικά ή και μόνο πνευματικά. Κριτήριο της ταξικής κατάταξης δεν αποτελεί το αντικείμενο της εργασίας, αλλά η σχέση παραγωγής με την οποία ασκείται το συγκεκριμένο αντικείμενο, αν δηλαδή υπεισέρχεται σε αυτό η σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας, αν εμφανίζονται οι δύο πόλοι του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Αυτή η αντίφαση άλλωστε μεταξύ του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας εκφράζει τη βασική αντίθεση της εποχής μας, η οποία δεν είναι άλλη από την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής από τη μία και στην ατομική ή ομαδική ιδιοποίηση του αποτελέσματος αυτής της παραγωγής από την άλλη. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες και οι άντρες εργαζόμενοι δε δουλεύουν ξεκομμένα ο ένας από τον άλλο με τα δικά τους ατομικά μέσα παραγωγής (π.χ. με το δικό του σφυρί, αμόνι ή αργαλειό), αλλά σαν κρίκοι μιας αλυσίδας, με μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούνται από κοινού με άλλους εργαζόμενους. Χαρακτηριστική, για παράδειγμα, είναι η συγκέντρωση εργατικού δυναμικού στη μεταποίηση. Και μάλιστα αυτή η αλληλεξάρτηση των επιμέρους εργασιών των ξεχωριστών εργαζομένων δεν αφορά μόνο τους εργαζόμενους που συνεργάζονται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή ενός ομίλου, αλλά και τους εργαζόμενους των διάφορων επιχειρήσεων και των διάφορων κλάδων που έρχονται σε όλο και πιο συχνή επαφή στο έδαφος της εμβάθυνσης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας λοιπόν της παραγωγής έχει ήδη δημιουργήσει τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και της ένταξής τους στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της παραγωγής και κυκλοφορίας των προϊόντων. Αυτό είναι άλλωστε και η ουσία της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, ως ανώριμης βαθμίδας του κομμουνισμού. Η πραγματοποίηση όμως αυτής της αναγκαιότητας καταπολεμιέται από αυτούς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής κι έχουν την εξουσία στα χέρια τους. Γι’ αυτό το σκοπό αξιοποιούν το κράτος τους, τους πολυποίκιλους θεσμούς τους, τους νόμους τους, την ιδεολογική τους παρέμβαση.

Το θέμα της άρσης, της πλήρους κατάργησης όλων των ειδών ανισοτιμιών, οικονομικών, πολιτικών, νομικών, πολιτιστικών κλπ., των ανισοτιμιών στις σχέσεις και μεταξύ των δύο φύλων, προϋποθέτει την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και του αντίστοιχου ταξικού διαχωρισμού της κοινωνίας ο οποίος βασίζεται στην καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Μόνο η εργατική εξουσία μπορεί να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την πλήρη κατάργηση κάθε ανισοτιμίας σε βάρος των γυναικών.

Σήμερα, ιδιαίτερα οι νέες κοπέλες και οι άντρες μπορεί να σκέφτονται: «Πού είναι αυτή η διπλή ανισότητα;». Σήμερα σπουδάζουν και οι κοπέλες όπως και οι άντρες. Σήμερα δεν υπάρχουν οι σχετικοί νομικοί φραγμοί που υπήρχαν περίπου μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα. Δεν υπάρχουν ούτε καν οι κοινωνικοί φραγμοί, αφού μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ακόμα και οι εργατικές-λαϊκές οικογένειες –πέρα από τις αστικές που μπορούσαν λίγες δεκαετίες πριν– στέλνανε τα κορίτσια στη μέση εκπαίδευση και σήμερα τα στέλνουν στο πανεπιστήμιο. Ή μπορεί να σκέφτεται και η νέα και ο νέος της ηλικίας των 20, των 25 χρονών, πριν να κάνει οικογένεια: «Δε βλέπω στη συμπεριφορά του άντρα εκείνα τα προβλήματα που υπήρχαν παλιότερα, έστω πριν 30-40 χρόνια». Δεν ισχύει δηλαδή αυτό που ίσχυε παλιότερα, όταν ο πατέρας ή ο αδερφός μέσα στην οικογένεια έλεγχαν την κοπέλα –κι ας ήταν αυτή 18, 19, 20 και 25 χρονών– έλεγχαν πότε θα φύγει, πού θα πάει, πότε θα γυρίσει, αν θα κάνει σχέση, ενώ δεν έλεγχαν αντίστοιχα το αγόρι. Σήμερα, βεβαίως, αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχουν αυτές οι ανισοτιμίες. Εν πάση περιπτώσει και η ΕΕ, στην οποία συμμετέχει η Ελλάδα, μιλάει για ίση αμοιβή για ίση εργασία, για ισότητα στην εργασία.

Τι ισχύει λοιπόν; Αυτοί οι προβληματισμοί εν μέρει έχουν δίκιο και εν μέρει άδικο. Εν μέρει έχουν δίκιο, γιατί έχει τροποποιηθεί, έχει αλλάξει η οικονομική κατάσταση και ο καπιταλισμός χρειάζεται την εργασία της γυναίκας. Η στρατηγική της ΕΕ ήδη από το 2000 έθετε ως προτεραιότητα και στόχο την αύξηση του ποσοστού του γυναικείου πληθυσμού που εργάζεται, που είναι οικονομικά απασχολήσιμο. Κι επειδή στο ζήτημα αυτό η Ελλάδα ήταν πιο πίσω από το μέσο όρο της ΕΕ, έθετε (και προ κρίσης) ακόμα μεγαλύτερους στόχους για την Ελλάδα.

Ο καπιταλισμός ξέρει πολύ καλά όμως ότι το κέρδος προέρχεται από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας τόσο των αντρών όσο και των γυναικών. Έτσι, από τη μία προσπαθεί ν’ αντλήσει περισσότερο κέρδος τραβώντας στην εκμετάλλευση μεγαλύτερες μάζες γυναικείας εργασίας, ενώ από την άλλη –παρά την τυπική εξίσωση– αξιοποιεί οποιαδήποτε διάκριση, οποιαδήποτε ιστορικά διαμορφωμένη ανισοτιμία παραμένει στην κοινωνία ως καθυστέρηση, για την επίτευξη πρόσθετης κερδοφορίας.

Ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται τις σύγχρονες πιεστικές ανάγκες των γυναικών για μια σειρά εργασιακές ανατροπές. Για παράδειγμα, ενώ οι μισθοί είναι ίδιοι για άντρες και γυναίκες, στο ίδιο επάγγελμα υπάρχουν ολόκληροι κλάδοι στους οποίους κυριαρχούν μισθοί πολύ χαμηλότεροι του μέσου όρου και στους οποίους εργάζονται κατά 70-80% γυναίκες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κλάδων είναι ο ιματισμός και το λιανικό εμπόριο.

Οι πιεστικές ανάγκες των γυναικών αξιοποιήθηκαν και για άλλες εργασιακές ανατροπές. Στις τελευταίες δεκαετίες, για παράδειγμα, ανατράπηκε η τάση μείωσης του χρόνου εργασίας χωρίς σημαντικές μισθολογικές αλλαγές στη βάση της ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας όπως ίσχυε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Έτσι, ενώ παλιότερα –κατά την ορμητική καπιταλιστική ανάπτυξη– ο ημερήσιος χρόνος εργασίας σταδιακά μειωνόταν από 14 ώρες σε 12 ώρες, στη συνέχεια σε 10 και σε 8 ώρες, σήμερα το 8ωρο ή σε πολλούς κλάδους το 7ωρο πήγε στο 4ωρο και στο 5ωρο, στη μερική απασχόληση, η ημερήσια εργασία μετατράπηκε στην εκ περιτροπής εργασία με ταυτόχρονο πετσόκομμα μισθολογικών, ασφαλιστικών κι εργασιακών δικαιωμάτων.

Αυτό το έκανε το κεφάλαιο χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες ανάγκες της γυναίκας. Γιατί όλο και περισσότερο, και λόγω κρίσης, και λόγω του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, και λόγω υποχώρησης του επαναστατικού εργατικού κινήματος και των ανατροπών στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και όλης αυτής της αντιδραστικοποίησης, το κεφάλαιο προχώρησε παγκόσμια σε μια πολύ μεγάλη επίθεση. Και μέρος αυτής της επίθεσης ήταν να μειώσει το χρόνο εργασίας, μειώνοντας διπλά και τριπλά τους μισθούς. Χρησιμοποιεί ορισμένα προβλήματα ή πρόσθετες ανάγκες που έχει η γυναίκα για να ρίχνει το μισθό συνολικά, και για το ανδρικό εργατικό δυναμικό.

Στις μέρες μας έχουν επιδεινωθεί οι κοινωνικές συνθήκες. Παραδείγματος χάρη, η γυναίκα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων επιβαρύνεται σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι κάποια χρόνια πριν από την έλλειψη κοινωνικού δικτύου για την προστασία του παιδιού, των ηλικιωμένων που υπάρχουν στην οικογένεια ή ειδικών κατηγοριών με ιδιαίτερες ανάγκες (ΑμΕΑ κτλ.). Όλες αυτές οι υποχρεώσεις επιβαρύνουν το ατομικό νοικοκυριό και σε πολύ μεγάλο βαθμό την εργαζόμενη γυναίκα, η οποία δυσκολεύεται πολύ να ανταποκριθεί. Αυτή η δυσκολία την καθιστά ευάλωτη στην αποδοχή των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, της εργασίας με λιγότερες ώρες από το γενικό ωράριο.

Ταυτόχρονα ο καπιταλισμός προχώρησε στην κατάργηση ορισμένων κατακτήσεων που αφορούσαν τις γυναίκες σχετικά με το όριο συνταξιοδότησης και τη νυχτερινή εργασία. Πρόκειται για εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά ανήκει στους άξονες συγκρότησης της ΕΕ, στο όνομα της «ισότητας των δύο φύλων».

Το γυναικείο εργατικό δυναμικό ενέδωσε γρηγορότερα στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, που είχαν διάφορες πλευρές, δεν είναι μόνο η μερική απασχόληση, είναι κι άλλες μορφές της λεγόμενης ευελιξίας. Και είχε βάση, δεν ήταν μόνο θέμα συνείδησης. Είχε μια αντικειμενική βάση, ότι η γυναίκα ήθελε να δουλέψει ή και γιατί έπρεπε αναγκαστικά να συμπληρώσει το εισόδημα της οικογένειας για την επιβίωση. Αλλά δεν μπορούσε να δουλέψει πλήρως ή δεν μπορούσε να δουλέψει συνεχόμενα. Πολλές λέγανε «να δουλέψω έξι μήνες ή ένα χρόνο, μετά να προγραμματίσω να κάνω παιδί». Άρα, έχουμε αναπαραγωγή των ανισοτιμιών για τις γυναίκες, με άλλο τρόπο πλέον μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Και γυναίκες και άντρες, ακόμα και ΚΝίτες και ΚΝίτισσες που έχουν σχέση με την κομμουνιστική ιδεολογία και δράση, δεν μπορούν να δουν την ουσία του γυναικείου ζητήματος, αλλά την κρίνουν από το πώς τους φέρεται σήμερα ο συμφοιτητής τους, ο αδελφός τους μέσα στο σπίτι, ο πατέρας τους και βγάζουν συμπεράσματα που δεν ανταποκρίνονται στη σημερινή πραγματικότητα. Και αργότερα στη ζωή τους, στη βάση αυτών των λαθεμένων συμπερασμάτων και μπροστά στη σκληρή κοινωνική πραγματικότητα, δυστυχώς κάνουν βήματα πίσω. Και τα βλέπουν όταν αρχίζουν και μπαίνουν μέσα στην εργασία, όπου δέχονται τις πολυποίκιλες διακρίσεις –ανεξάρτητα αν αυτές είναι νομικά κατοχυρωμένες– ή, αν θέλετε, μέσα στο σπίτι, ακόμα και στο σπίτι της λαϊκής οικογένειας.

Αυτοκριτικά μιλώντας, θέλω να σημειώσω ότι και εμείς ως Κόμμα δεν μπορέσαμε –ξεκινώντας από τη δουλειά στους μαθητές, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες– να τους βοηθήσουμε να δουν πιο διεισδυτικά κάποια φαινόμενα που υπάρχουν και στις μικρότερες ηλικίες, κι όταν είσαι μαθητής και μαθήτρια. Παραδείγματος χάρη, είναι γεγονός ότι υπάρχει βία αγοριών σε βάρος κοριτσιών στο Δημοτικό, στο Γυμνάσιο. Και υπάρχει εξήγηση σχετικά με το γιατί η βία κυρίως προέρχεται από τα αγόρια προς τα κορίτσια κι όχι αντίστροφα, ή ότι υπάρχει πρόωρη σεξουαλική παρενόχληση αγοριών προς κορίτσια σε αυτές τις μικρές ηλικίες και στην εφηβεία. Σχετίζεται με το πώς παράγεται, αναπαράγεται, προβάλλεται η βία, σε σχέση και με τα ανδρικά πρότυπα. Φυσικά όλα αυτά τα υπαρκτά φαινόμενα έχουν τη βαθύτερη αιτία τους στις εκμεταλλευτικές οικονομικές σχέσεις.

Παλιότερα τα πράγματα ήταν πιο καθαρά, αν θέλετε, και στις σχολές σαν τις δικές σας. Δηλαδή αναπαράγονταν οι αντιδραστικές θεωρίες σε σχέση με την ανισοτιμία της γυναίκας που παρουσίαζαν τη «βιολογική κατωτερότητα του γυναικείου φύλου». Αυτά βέβαια ανατράπηκαν και καταργήθηκαν μέσα στη ζωή. Τώρα τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Οι «νέες» θεωρίες, που δε στηρίζονται στην ταξική φύση των ανισοτιμιών ανάμεσα στα φύλα και ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες, αναπαράγουν με μια προσαρμογή παλιότερες θεωρίες, αλλά και αναπτύσσουν και δικά τους νέα στοιχεία. Ως σύνολο πρόκειται αναμφίβολα για πιο ανορθολογικές, ιδεαλιστικές και αντιδραστικές θεωρίες, ακόμα και από τις παλιές. Και βέβαια δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς.

Πού στηρίζονται αυτές οι θεωρίες; Στην άρνηση των βιολογικών διαφορών των δύο φύλων. Προσέξτε, γιατί ξέρω πολύ καλά ότι κάποιες από αυτές τις θεωρίες δεν αρνούνται τις βιολογικές διαφορές, αλλά στηρίζονται στην απόσπαση των βιολογικών διαφορών από το θέμα των κοινωνικών ανισοτιμιών. Οι θεωρίες αυτές ουσιαστικά αρνούνται τη φυσιολογία του σεξ, τη φυσιολογία της σεξουαλικής πράξης ή του σεξουαλικού προσανατολισμού. Δεν παραδέχονται ότι υπάρχει ένα βιολογικό υπόβαθρο στην έλξη άντρα - γυναίκας για την πραγματοποίηση της σεξουαλικής πράξης, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η έλξη έχει αποκλειστικά κοινωνικά αίτια. Κι επομένως, αφού δεν υπάρχει κανένα βιολογικό υπόβαθρο, διατυπώνουν τη θέση ότι ο καθένας διαμορφώνει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις με βάση τις δικές του απόψεις ή απόψεις που κυριαρχούν στην κοινωνία. Ταυτόχρονα προτάσσουν τη θέση ότι η επιλογή του σεξουαλικού προσανατολισμού ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου είναι απόλυτα φυσιολογική.

Στην πιο ακραία τους εκδοχή, οι απόψεις αυτές αρνούνται ακόμα και τη βιολογική βάση στην αναπαραγωγική διαδικασία. Ο γυναικείος και αντρικός οργανισμός όμως –τόσο στον άνθρωπο όσο και σε άλλα θηλαστικά– είναι βιολογικά διαμορφωμένοι με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι διαμορφωμένοι έτσι ώστε μέσω αυτής της έλξης και της ικανοποίησης της έλξης, να προκύψει η διαδικασία της τεκνοποίησης. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα εάν μέσω αυτής της διαδικασίας θα οδηγηθεί στην τεκνοποίηση ή όχι.

Με αφορμή την τεκνοποίηση να σημειώσω ότι αποδεχόμαστε φυσικά το γεγονός ότι ο έλεγχος και η επιλογή της τεκνοποίησης είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εξέλιξης. Όσο πιο αναπτυγμένες είναι οι κοινωνίες τόσο πιο αναπτυγμένα είναι και τα μέσα προγραμματισμού και ελέγχου της τεκνοποίησης. Η γυναίκα πρωτίστως, αλλά και ο άντρας, επιλέγουν αν και πότε θα κάνουν παιδί. Ας μείνουμε όμως στο ποια είναι η φυσιολογική, η βιολογική κίνηση. Και πώς αυτή ισχύει για όλα τα θηλαστικά, ακόμα και σε πιο καθυστερημένα θηλαστικά από τον άνθρωπο.

Μέρος αυτής της διαδικασίας είναι και η προσαρμογή του οργανισμού. Αυτή η προσαρμογή είναι μεγαλύτερη στο γυναικείο οργανισμό απ’ ό,τι στον ανδρικό, κυρίως για να μπορέσει να προστατεύσει την κυοφορούμενη νέα ζωή, το νεογνό, το οποίο, όσο πιο αναπτυγμένο είναι το θηλαστικό –και φυσικά το πιο αναπτυγμένο απ’ όλα είναι ο άνθρωπος– τόσο περισσότερο θέλει μεγαλύτερη διαδικασία προσαρμογής στη φύση και στην κοινωνία. Και η προσαρμογή στη φύση γίνεται μέσω της κοινωνίας. Δεν ξέρω αν είδατε πρόσφατα στις ειδήσεις το αρκουδάκι που είχε χάσει τη μάνα του και που βεβαίως ακολούθησε μια κοινωνική παρέμβαση για να βοηθηθεί να επανέλθει στην προσαρμογή στη φύση. Πολύ περισσότερο αυτό συμβαίνει στον άνθρωπο. Σκεφτείτε ότι κανένα νεογέννητο δε θα επιβιώσει αν το πετάξουν οι γονείς του στο δρόμο. Κανένα. Άρα και ο γυναικείος οργανισμός είναι διαμορφωμένος για να μπορέσει να προστατεύσει την επιβίωση του νεογέννητου. Είναι γνωστό επίσης ότι τα σχετικά ένστικτα όπως η στοργή και η φροντίδα υπάρχουν και σε κατώτερα θηλαστικά, και όχι μόνο στα ανώτερα.

Από τη στιγμή που γεννηθεί το παιδί, η ανάπτυξη και η εξέλιξή του δεν μπορεί να είναι μόνο ατομικό ζήτημα. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ζει στο πλαίσιο της κοινωνίας, η αναπαραγωγή του είδους πρέπει να είναι και κοινωνικό ζήτημα, πρέπει να υπάρχει σχετική κοινωνική ευθύνη. Ως ΚΚΕ έχουμε λοιπόν την αντίληψη ότι η μητρότητα δεν είναι μόνο ατομική, αλλά είναι και κοινωνική υπόθεση που δεν μπορεί να την ικανοποιήσει ως τέτοια ο καπιταλισμός, γιατί το κίνητρό του είναι το κέρδος. Και ο βαθμός στον οποίο μπορεί να την ικανοποιήσει πάντα θα είναι περιορισμένος και πάντα θα ανατρέπεται και θα δημιουργεί νέες αντιφάσεις, γιατί δεν μπορεί να καταργήσει τον εαυτό του, δηλαδή τη μόνιμη επιδίωξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους.

Η αναγνώριση της μητρότητας ως ουσιαστικά κοινωνικής υπόθεσης μπορεί να γίνει μόνο στο σοσιαλισμό. Μη φανταστούμε όμως ότι στο σοσιαλισμό μόλις γεννήσει η γυναίκα το παιδί, θα έρθει το κράτος, θα το πάρει και θα το πάει στο κρατικό οικοτροφείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έγινε και έτσι, ακόμα και στη Σοβιετική Ένωση, το πρώτο δηλαδή σοσιαλιστικό κράτος, αλλά αυτό οφειλόταν στις πολύ διαφορετικές συνθήκες που ίσχυαν εκείνη την εποχή. Τότε υπήρχαν μεγάλες μάζες αμόρφωτων αγροτών, με πολύ χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, με γεννητικότητα στα ύψη που δε μέτραγε αν πέθαιναν και πολλά νεογέννητα. Είχαμε δηλαδή φαινόμενα και αντίληψη σαν αυτά που διατηρούνται ακόμα σε κάποιες κοινωνίες, όπως, για παράδειγμα, στις καθυστερημένες περιοχές της Ινδίας, αλλά δεν υπάρχουν σε χώρες όπως η Ελλάδα ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν το αντίθετο πρόβλημα, τη μεγάλη υπογεννητικότητα. Ακόμα πιο σημαντικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι η Σοβιετική Ένωση είχε βγει από έναν παγκόσμιο πόλεμο και στη συνέχεια από έναν εμφύλιο που είχε κινηθεί από την ιμπεριαλιστική επέμβαση. Από αυτές τις καταστροφές βγήκε λοιπόν κατεστραμμένη, οπότε αναγκάστηκε το κράτος να πάρει παιδιά που εκ των πραγμάτων δεν είχαν οικογένεια και δεν μπορούσε η οικογένειά τους να τα φροντίσει. Ξέρουμε επίσης ότι αμέσως μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο φτωχές οικογένειες στην Ελλάδα έδιναν και τα παιδιά τους για υιοθεσία, ότι και σήμερα ακόμα δίνονται ή πωλούνται παιδιά από χώρες της Αφρικής και της Ασίας.

Παρά τις παραπάνω ειδικές συνθήκες, ωστόσο αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι όσο αναπτύσσεται ο άνθρωπος τόσο πιο συνειδητή κοινωνικά και πολιτισμικά γίνεται η φυσιολογική, βιολογική, σεξουαλική λειτουργία του. Ακόμα, αν πάρετε μια ομάδα ζώων στο πλαίσιο μιας αγέλης και τα παρατηρήσετε, θα δείτε ότι και εκεί μέσα υπάρχουν επιλογές. Τα θηλυκά δεν πάνε κατά κανόνα με όλα τα αρσενικά, αλλά κάνουν τις επιλογές τους όπως και τα αρσενικά. Θέλω να πω ότι όσο αναπτύσσεται ο άνθρωπος, όσο πιο πολύ αναπτύσσονται τα κοινωνικά του χαρακτηριστικά, όσο εγκαταλείπει, αφήνει πίσω του τη βαρβαρότητα για την οποία μίλησε ο Μαρξ και ο Ένγκελς και τείνει να γίνει πραγματικά πολιτισμένος άνθρωπος, τόσο πιο σύνθετη γίνεται και η σεξουαλική του συμπεριφορά, τόσο λιγότερο προσεγγίζεται αυτή ως αποκλειστικά ενστικτώδης βιολογική διεργασία.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι σε ορισμένες κοινωνίες είχαν πάρει διαστάσεις η ομοφυλοφιλία και η αμφιφυλοφιλία. Τέτοιου είδους επιχειρήματα αξιοποιούνται συχνά για να παρουσιαστούν ως εξίσου φυσιολογικές η ετερόφυλη με την ομόφυλη ή την αμφίφυλη επιλογή σχέσης. Φυσικά αυτά τα επιχειρήματα αποκρύπτουν το κοινωνικό περιβάλλον και τις συνθήκες που κατά καιρούς και ως εξαίρεση οδηγούσαν σε πιο γενικευμένα αντίστοιχα φαινόμενα.

Ένας τέτοιος παράγοντας είναι ότι σε πολλές από αυτές τις κοινωνίες ήταν διαχωρισμένη η ζωτική διαδικασία της αναπαραγωγής του είδους από την πνευματική, την πολιτιστική, τη ψυχική και οποιαδήποτε άλλη κοινωνική σχέση. Για παράδειγμα, ο δουλοκτήτης δεν είχε ολόπλευρες σχέσεις με τη γυναίκα του, αλλά αυτή ήταν υποταγμένη σε αυτόν. Τη γυναίκα του την έβλεπε ως ζωντανή μηχανή παραγωγής παιδιών. Και έπρεπε να έχει και τον έλεγχο ότι τα παιδιά που θα γεννήσει η γυναίκα του θα είναι δικά του, για να είναι κληρονόμοι της ατομικής ιδιοκτησίας του μετά από το θάνατό του. Επομένως, αυτό τον έσπρωχνε στην αναζήτηση ψυχικής, πνευματικής σχέσης με το ίδιο φύλο. Μην ξεχνάτε ότι, όταν μιλάμε για δουλοκτήτες, μιλάμε για ανθρώπους που ασχολούνταν με την τέχνη, με τα γράμματα, με την επιστήμη, με τον πολιτισμό, πράγματα με τα οποία δεν ασχολιόταν ως επί το πλείστον η γυναίκα του δουλοκτήτη.

Ένας άλλος σχετικός κοινωνικός παράγοντας είναι οι συχνοί πόλεμοι, η απομάκρυνση των αντρών για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από τα σπίτια τους. Και βέβαια μέσα στις παραπάνω συνθήκες, που για μεγάλα διαστήματα ίσχυαν σε προκαπιταλιστικές ταξικές κοινωνίες, υπήρχε και η ανάπτυξη φαινομένων όπως οι εταίρες, που ήταν γυναίκες που ως εξειδικευμένη εργασία κάλυπταν την πνευματική, τη ψυχική ανάγκη των αντρών ταυτόχρονα με τη σεξουαλική, χωρίς να αλλάζει φυσικά η θέση της γυναίκας.

Όλα αυτά τα λέμε λοιπόν γιατί είναι λαθεμένη, και επικίνδυνη θα λέγαμε, η θεωρία που προβάλλεται και αναπαράγεται και από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κι από διάφορα «κανάλια», όχι μόνο ως θεωρία αλλά και ως καθημερινή πρακτική, ότι η ομοφυλοφιλία είναι στα ίδια βάθρα με την ετεροφυλοφιλία. Βεβαίως το ΚΚΕ θεωρεί απαράδεκτες όχι μόνο τις επιθέσεις, αλλά και οποιεσδήποτε προσβλητικές συμπεριφορές σε βάρος ανθρώπων που έχουν επιλέξει ένα διαφορετικό προσανατολισμό, δεν απομονώνει τους ομοφυλόφιλους του ενός ή του άλλου φύλου. Ταυτόχρονα όμως δε θεωρητικοποιεί μια γενικά κατ’ εξαίρεση, αν θέλετε, ιδιαίτερη ατομική επιλογή. Σε λίγες περιπτώσεις αυτή η επιλογή μπορεί μάλιστα να σχετίζεται ακόμα και με τη φυσιολογία του ατόμου, που δεν έχει πλήρως καθορισμένα τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου.

Αυτές οι αντιεπιστημονικές θεωρίες περί «κοινωνικού φύλου» συνδέονται με επιταγές σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής δράσης, όπως το αίτημα για γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων ζευγαριών με βασικό στόχο την υιοθεσία παιδιών από αυτά. Η θέση μας είναι ότι το ζήτημα της υιοθεσίας ξεφεύγει από τα όρια της ατομικής επιλογής. Η σεξουαλική επιλογή, η συμβίωση είναι ατομική-ιδιωτική υπόθεση. Η οικογένεια, όμως, είναι βασικά κοινωνικός θεσμός προστασίας των παιδιών που προκύπτουν από τη συμβίωση του άντρα και της γυναίκας. Και στη συμβίωση ομόφυλων ζευγαριών το παιδί έχει παραποιημένη, ανορθολογική αντίληψη αυτής της βιολογικής σχέσης, που προκύπτει αντικειμενικά από τη φυσιολογία του ανθρώπου.

Θεωρούμε άστοχη οποιαδήποτε προσπάθεια καταπολέμησης των παραπάνω θέσεων στη βάση της εκτίμησης ότι η ατομική οικογένεια είναι ξεπερασμένη. Η ατομική οικογένεια ως μορφή συμβίωσης δεν μπορεί να ξεπεραστεί στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Το ξεπέρασμα της ατομικής οικογένειας μπορεί να γίνει μόνο στο έδαφος των αναπτυγμένων κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.

Στο σοσιαλισμό, ως κατώτερη βαθμίδα του κομμουνισμού, η συμβίωση δύο ανθρώπων που βρίσκονται σε σχέση θα αποτελεί μόνο ζήτημα επιλογής στη βάση της σωματικής, πνευματικής, ψυχικής και οποιασδήποτε άλλης έλξης, και όχι αποτέλεσμα οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών εξαναγκασμών. Όσο καιρό διαρκεί αυτή η έλξη, θα ζουν μαζί και, αν το επιλέξουν, θα κάνουν και παιδί συμβάλλοντας και οι ίδιοι –μαζί βεβαίως και με την κοινωνία– στην προστασία και την ανάπτυξή του. Η φροντίδα και ανατροφή του παιδιού δε θα είναι αποκλειστικά δική τους ατομική υπόθεση, αλλά υπόθεση της κοινωνίας, με όλη την πρόνοια, το κοινωνικό δίκτυο που θα παρέχει το σοσιαλιστικό κράτος, από τη βρεφική του ηλικία μέχρι την ενηλικίωση.

Στο πλαίσιο αυτής της κοινωνίας η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων δεν έχει ανάγκη ούτε από γάμους πολιτικούς, ούτε από σύμφωνα πολιτικά. Η κοινωνία θα περιφρουρεί την υποχρέωση και των δύο γονιών απέναντι στο παιδί που κάνουν ή υιοθετούν, για όσο χρονικό διάστημα το παιδί έχει ανάγκη αυτή τη σχέση. Και αν οι δύο αυτοί άνθρωποι επιλέξουν για κάποιο λόγο ότι δε θέλουν να συνεχίσουν να συμβιώνουν, αναγκαστικά το παιδί θα πάει με τον ένα, χωρίς να στερηθεί τον άλλο. Αλλά και το παιδί δε θα είναι εξαρτημένο αποκλειστικά και μόνο από αυτή τη σχέση, χωρίς να σημαίνει ότι δε θα χρειάζεται και τη γυναίκα μάνα και τον πατέρα άντρα ως φυσιολογικά και κοινωνικά στηρίγματα, τουλάχιστον για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα της ζωής του.

  

Ακολούθησε σειρά ερωτήσεων από φοιτητές και φοιτήτριες, οι οποίες απαντήθηκαν ενιαία. Παραθέτουμε τις πιο χαρακτηριστικές:

 

Ερωτήσεις:

 

• Σε κάποια μαθήματα και σε συγκεκριμένες σχολές όπως στο Τμήμα Ψυχολογίας, αλλά και στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, μπορεί και αλλού, ακούγεται το επιχείρημα της «αυτοδιάθεσης του σώματος». Μας λένε ότι το σώμα μας, εφόσον είναι δικό μας, είμαστε ελεύθεροι να το χρησιμοποιήσουμε και να το κάνουμε ό,τι θέλουμε, επομένως επιλέγουμε κι αν θα είμαστε άντρες ή γυναίκες, ή αν θέλουμε να κάνουμε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Λένε «δικό μου είναι το σώμα, ό,τι θέλω το κάνω», και εν τέλει αυτό όλο παρουσιάζεται ότι προάγει την ατομική μας ελευθερία. Ποια είναι η θέση του Κόμματος πάνω σε αυτό;

• Ποια είναι η θέση του Κόμματος για μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, και επιπλέον τι γινόταν στις σοσιαλιστικές χώρες;

• Έχουμε στο Πάντειο σπουδές φύλου, το εργαστήριο φύλου κλπ. Πέρα από το τμήμα που παρακολουθεί το συγκεκριμένο εργαστήριο, σε όλα τα τμήματα αναπτύσσονται πάρα πολλές θεωρίες γύρω από τα έμφυλα ζητήματα. Νομίζω το πιο βασικό απ’ όλα αυτά είναι αυτό με τους ρόλους, ότι δηλαδή δεν έχει σημασία η βιολογική διαφορά του άντρα και της γυναίκας, που την δίνει η φύση, αλλά οι ρόλοι που μετέπειτα θα σου δώσει η κοινωνία.

• Δηλαδή στα μωρά από την κούνια δεν τα μαθαίνουν τα μεν αγόρια να παίζουν με τα αυτοκίνητα, τα δε κορίτσια με τις κούκλες; Δεν υπάρχει δηλαδή ένα σπρώξιμο σε κάθε φύλο προς συγκεκριμένα παιχνίδια, συγκεκριμένες ασχολίες, προς συγκεκριμένα επαγγέλματα; Πόσοι άντρες υπάρχουν αεροσυνοδοί και πόσες γυναίκες μαθηματικοί; Πόσες γυναίκες έχουμε εδώ πέρα σε αυτή τη σχολή και πόσους άντρες σε σχολές των θετικών επιστημών; Υπάρχει από την κοινωνία σπρώξιμο προς συγκεκριμένα πράγματα που έχουν να κάνουν με το φύλο. Το να ακυρώνουμε τις διαφορές τις βιολογικές είναι το ίδιο με το να ακυρώνουμε το γεγονός ότι υπάρχουν στερεότυπα κοινωνικά τα οποία σπρώχνουν τον άντρα και τη γυναίκα προς συγκεκριμένους ρόλους, οι οποίοι δεν έχουν απαραίτητα να κάνουν με τη βιολογική τους καταβολή. Αυτό. Απλά ήθελα να κάνω αυτήν την παρατήρηση.

• Μια διευκρινιστική ερώτηση: Σύμφωνα με το Κόμμα, η σχέση των ομόφυλων ζευγαριών είναι υποδεέστερη σε σχέση με τα ετερόφυλα ζευγάρια επειδή δεν μπορούν να τεκνοποιήσουν; Ένα ζευγάρι, άντρας - γυναίκα, το οποίο δεν έχει σκοπό να τεκνοποιήσει, είναι λάθος; Ένα ομοφυλικό ζευγάρι αντικειμενικά δεν μπορεί να τεκνοποιήσει.

• Ο άντρας και η γυναίκα μπορούν να είναι ίσοι; Και αν το Κόμμα λέει όχι, τότε γιατί ακριβώς παλεύει, γιατί υπάρχει γυναικείο κίνημα;

 

Απαντήσεις:

 

Ξεκινώ από την τελευταία ερώτηση. Εμείς παλεύουμε ως Κόμμα για την ισοτιμία των φύλων, παλεύουμε για την κοινωνική ισοτιμία όλων των ανθρώπων. Δηλαδή να έχουν τις ίδιες δυνατότητες, τις ίδιες μάλλον ευκαιρίες μέσα στην κοινωνία. Όσο υπάρχει ταξική εκμετάλλευση, αυτό δεν μπορεί να γίνει. Γιατί παλεύει το ΚΚΕ; Για να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αυτή είναι η πηγή της ανισοτιμίας. Και βεβαίως πάνω στην κοινωνική, στην ταξική ανισοτιμία ακουμπάει περισσότερο και η ανισοτιμία των φύλων, διαμορφωμένη χιλιάδες-χιλιάδες χρόνια πίσω. Αυτό εν μέρει, ακόμα και για τη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, υπάρχει και σήμερα. Υπάρχει και για τις αστές γυναίκες. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Έκανε σχετικά πρόσφατα η ICAP μια έρευνα για το ποια είναι η εξέλιξη των γυναικών στις μεγάλες βιομηχανίες, τις τράπεζες, στις μεγάλες επιχειρήσεις, από Ανώνυμες Εταιρίες και πάνω. Κι έχει στοιχεία. Τι δείχνουν αυτά; Ότι στο συνολικό εργαζόμενο πληθυσμό αυτών των επιχειρήσεων το συνολικό γυναικείο δυναμικό είναι πάνω από 50%. Όσο ανεβαίνει η ιεραρχία, όμως, τόσο περιορίζεται η ανάδειξη γυναικών, κι όταν φτάνουμε στα υψηλά επίπεδα των διοικήσεων των επιχειρηματικών ομίλων υπάρχει πάρα πολύ χαμηλή συμμετοχή των γυναικών. Αυτό ενδιαφέρει τις αστές. Και βεβαίως έχουν και αντίστοιχα αιτήματα, όχι μόνο οι αστές, αλλά και οι αστοί.

Έχει γίνει ολόκληρη προπαγάνδα για την «κρυοσυντήρηση των ωαρίων», που καλεί τις εργαζόμενες να μην προβληματίζονται για το χρονικό περιθώριο που έχουν να γίνουν μητέρες και να μη βιαστούν να εγκλωβιστούν στις υποχρεώσεις της μητρότητας. Ότι έχουν τη δυνατότητα να διαλέξουν μετά από τα 30, μετά από τα 40 να μείνουν έγκυες, αρκεί το ωάριό τους να μπει στην κατάψυξη και να αναπαραχθεί όταν το αποφασίσουν οι ίδιες.

Αυτό, όμως, δεν ενδιαφέρει τη γυναίκα της εργατικής τάξης ή την αυτοαπασχολούμενη. Τι πρέπει να την αφορά; Ή τι χρειάζεται να απασχολεί το Κόμμα; Σε εκπομπή στη ΝΕΡΙΤ ένας δημοσιογράφος είπε: «Μεθαύριο είναι 8 Μάρτη κι εγώ θέλω κάτι να κάνει μια κυβέρνηση, γιατί όλο και ανεβαίνει το ποσοστό των εγκύων που απολύονται από τις επιχειρήσεις». Και δεν είναι κακό αυτό που είπε. Όλο και περισσότερο, όταν πηγαίνουν σε συνέντευξη για δουλειά οι νέες γυναίκες, υποχρεώνονται να υπογράψουν δήλωση ότι δε θα μείνουν έγκυες, ως προϋπόθεση για να προσληφθούν. Παράνομα γίνονται οι απολύσεις εγκύων, όμως άλλο ο νόμος κι άλλο η ζωή. Στην πράξη υπάρχουν «παράθυρα» στους νόμους και τις απολύουν. Διότι η μητρότητα θεωρείται κόστος για τους εργοδότες.

Λοιπόν αυτά τι δείχνουν; Ότι η ανισοτιμία υπάρχει. Και θα υπάρχει μέχρι να καταργηθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Φυσικά όταν έγινε η σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία το 1917 –αλλά και τα αμέσως επόμενα χρόνια– υπήρχαν έντονες προκαπιταλιστικές επιβιώσεις, ιδιαίτερα στο εποικοδόμημα, πράγμα που δυσκόλευε την άμεση κατάργηση κάθε μορφής ανισοτιμίας και την άμεση ικανοποίηση των αναγκών που είχε σε αυτές τις συνθήκες η γυναίκα από τη θέση της στην αναπαραγωγή του είδους. Ωστόσο τα πράγματα κινήθηκαν σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση και οι κατακτήσεις στην πορεία ήταν πολύ σημαντικές. Η Σοβιετική Ένωση αναγνώριζε ενιαία δικαιώματα για κάθε μητέρα και παιδί ανεξαρτήτως φυλής, προέλευσης, τύπου οικογένειας (π.χ., μονογονεϊκές οικογένειες) κλπ.

Τόσο εκείνη την εποχή όσο και σήμερα αυτό που χρειάζεται η γυναίκα είναι πρόσθετη φροντίδα, ειδική φροντίδα, ειδικές προληπτικές εξετάσεις, ειδικές προσαρμογές μηχανημάτων στο σωματότυπό της ο οποίος είναι διαφορετικός από τον ανδρικό σωματότυπο. Υπάρχουν δηλαδή πρόσθετες ανάγκες για το γυναικείο οργανισμό. Υπάρχουν ασθένειες που σχετίζονται περισσότερο με τη λειτουργία του γυναικείου οργανισμού, που έχει να κάνει με όλο αυτό που λέμε χημικές, βιολογικές, ορμονικές λειτουργίες, που υπάρχουν αντικειμενικά από τη φύση. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι οι αρθρίτιδες έχουν μεγαλύτερο ποσοστό στο γυναικείο πληθυσμό απ’ ό,τι στον ανδρικό. Αυτές οι βιολογικές διαφορές υπάρχουν, δε συνιστούν κοινωνικές διαφορές, κοινωνικές ανισοτιμίες.

Πολλές φορές μάλιστα, η καθυστερημένη προσαρμογή στα νέα δεδομένα που δημιουργούσε η μαζική εισαγωγή της γυναίκας στην παραγωγή δημιουργούσε επιπρόσθετα προβλήματα. Για παράδειγμα, ενώ στις καπιταλιστικές, ακόμα και σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες, υπήρχε γυναικείος πληθυσμός στις βιομηχανίες, τα μηχανήματα –ως προς τη θέση των μηχανημάτων, των μοχλών, των κουμπιών και των χειρισμών που χρειάζονταν δεν ήταν προσαρμοσμένα στο γυναικείο σωματότυπο, αλλά στον ανδρικό. Αυτά τα έχει αναδείξει η Ιατρική της Εργασίας, που παρακολουθεί μια σειρά ζητήματα. Αντίστοιχα, η διαμόρφωση της κουζίνας, των ντουλαπιών, αρχικά δεν πήρε υπόψη το γυναικείο, αλλά τον ανδρικό σωματότυπο, γιατί οι κατασκευαστές, οι σχεδιαστές, οι εκτελεστές, οι οικοδόμοι, οι μαραγκοί ήταν άντρες.

Βεβαίως στην πορεία, αργά ή γρήγορα λύθηκαν σε μεγάλο βαθμό τέτοιου είδους ζητήματα μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας. Γιατί η αστική κοινωνία θέλει να αποτρέψει το ενδεχόμενο τέτοιου είδους ζητήματα να στέκονται εμπόδιο στην παραγωγικότητα και την εντατικοποίηση της εργασίας, και ιδιαίτερα της γυναικείας εργασίας.

Πάμε σε άλλη ερώτηση τώρα. Πώς διαμορφώθηκε η κατάσταση να μαθαίνουν το αγόρι από μικρό να παίζει με όπλα και το κορίτσι να παίζει με τις κούκλες; Ή, αν θέλετε, γιατί μάθαιναν το αγόρι να φοράει θαλασσιά ρούχα και το κορίτσι ροζ ρούχα; Ή, άλλο παράδειγμα, γιατί πολλοί γονείς λένε στα αγόρια ότι ο άντρας δεν πρέπει να κλαίει ποτέ γιατί το κλάμα είναι στοιχείο γυναικείας αδυναμίας, ενώ από την άλλη έλεγαν στα κορίτσια –ή το υπονοούσαν– ότι η γυναίκα δεν πείραζε να κλαίει; Όλα τα παραπάνω ερωτήματα σχετίζονται με αυτό που λέμε «κοινωνικοί ρόλοι» ή «στερεότυπα». Αφορά δηλαδή νοοτροπίες που οικοδομούνται, κοινωνικές σχέσεις που διαμορφώνονται πάνω σε οικονομικές σχέσεις, στο διάβα βέβαια πολλών χρόνων, χιλιετιών.

Άλλο παράδειγμα. Μέχρι πριν 20-30, άντε 40 χρόνια, η γυναίκα έπρεπε οπωσδήποτε να παντρευτεί. Σε περίπτωση που δεν παντρευόταν δεν είχε «κοινωνική αποκατάσταση», για να μη μιλήσουμε για την οικονομική αποκατάσταση, η οποία προϋπέθετε το γάμο, αφού συνήθως η γυναίκα δε δούλευε. Το ποσοστό των εργαζόμενων γυναικών σε σχέση με το γυναικείο πληθυσμό ήταν πολύ χαμηλό, ήταν 20-30%. Άρα έπρεπε κάποιος να τις ζήσει όταν έφευγαν από την οικογένεια του πατέρα. Δεν μπορούσε να την «φορτωθεί» ο αδερφός, έπρεπε να την «φορτωθεί» ο άντρας της. Για όλους τους παραπάνω λόγους το «κοινωνικό ιδανικό» της γυναίκας ήταν να παντρευτεί, να κάνει παιδιά. Το «κοινωνικό ιδανικό» του άντρα δεν ήταν να παντρευτεί. Και μάλιστα παντρευόταν σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία για να κάνει παιδιά, όταν πια είχε κάνει τη ζωή του. Κι έπαιρνε πολύ νεότερη γυναίκα. Ο σαραντάρης έπαιρνε εικοσάρα, γιατί ήταν σε πιο παραγωγική βιολογικά ηλικία από την τριαντάρα, την τριανταπεντάρα. Δεν το συζητάμε καν για τη σαραντάρα, δεν μπορούσε καν να κάνει παιδιά, δεν υπήρχε ακόμα και η Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. Δεν υπήρχαν οι σχετικές τεχνικές δυνατότητες.

Ένα σχετικό ζήτημα τώρα. Κάθε φορά που έχεις μια αντιδραστικοποίηση στην πορεία της κοινωνικής εξέλιξης, αναπαράγονται οι φυλετικές ανισοτιμίες, οι αντιδραστικές θεωρίες, παρά το γεγονός ότι έχει μπει μαζικά η γυναίκα στην κοινωνική εργασία. Για παράδειγμα, σε συνθήκες κρίσης ξαναμπαίνει μπροστά το ζήτημα από αστικά κόμματα για το ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια, στη μητρότητα, φουντώνουν οι αστικές φωνές για το ότι η γυναίκα πρέπει να μείνει στο σπίτι για την ανατροφή των παιδιών και τη φροντίδα της οικογένειας. Την ίδια στιγμή, τα αστικά κόμματα είναι αυτά τα οποία ενδιαφέρονται για τη συμμετοχή της γυναίκας στην εργασία.

Δείτε στα παραπάνω την αντίφαση: Από τη μία η γυναίκα να μείνει στο σπίτι, από την άλλη να αυξηθούν οι γυναίκες εργαζόμενες. Γι’ αυτό πρέπει να μελετάμε την κοινωνική εξέλιξη και την εξέλιξη που αφορά την ταξική και την κοινωνική θέση της γυναίκας ευρύτερα. Πρέπει να τα μελετάμε διακρίνοντας και κατανοώντας τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής εξέλιξης. Πρέπει να μπορούμε, για παράδειγμα, να δούμε ότι ο καπιταλισμός από τη μία δίνει εν μέρει ώθηση στην κατάργηση της ανισοτιμίας των φύλων, ενώ από την άλλη την αναπαράγει εκ νέου, με άλλες μορφές.

Εμβόλιμα μόνο να αναφέρω ότι ο Γκορμπατσόφ, που ήταν επικεφαλής της Σοβιετικής Ένωσης, Πρόεδρος, και επικεφαλής του μεταλλαγμένου πια και εκφυλισμένου Κομμουνιστικού Κόμματος στη Σοβιετική Ένωση, το οποίο έκανε την αντεπαναστατική ανατροπή από τα πάνω, έχει γράψει σε βιβλίο του περίπου τα ίδια που έλεγε ο Χίτλερ, που λέει η Χρυσή Αυγή σήμερα, ακόμα και αστικά φιλελεύθερα κόμματα, σε σχέση με το ρόλο της γυναίκας στη μητρότητα. Ότι δηλαδή είναι ο πρώτος της κοινωνικός ρόλος.

Όχι, δεν είναι ο πρώτος της ρόλος. Το αντικειμενικό είναι ότι ο ρόλος της γυναίκας στην αναπαραγωγική διαδικασία, στη μητρότητα και στην τεκνοποίηση είναι διαφορετικός από του άντρα. Δε φέρει ο άντρας στο σώμα του την εξέλιξη του γονιμοποιημένου ωαρίου σε βρέφος. Αυτό είναι από τη φύση, κι αν γίνει κάπως διαφορετικά θα είναι παραβίαση της φύσης που δε χρειάζεται να γίνει. Παρεμπιπτόντως, στην τηλεόραση έδειξαν ένα πείραμα που τροποποιήσανε το λεπτό έντερο του άντρα για να υποδεχτεί γονιμοποιημένο ωάριο και να τεκνοποιήσει. Πρόκειται για στρεβλή χρησιμοποίηση των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων. Την ίδια στιγμή που ο καπιταλισμός δεν έχει λύσει άλλα ζητήματα, που θα έπρεπε να τα έχει λύσει μαζικά για να ζούμε καλύτερα, για να μην καταστρέφεται κόσμος στις πλημμύρες, σε φυσικές καταστροφές, ασχολείται με τέτοια πειράματα. Σε αυτό το ΚΚΕ δε θα έχει θετική στάση.

Περνάω τώρα σε άλλη ερώτηση. Όταν ξεκαθαρίζουμε ποια είναι η αντικειμενική θέση των δύο φύλων στη διαδικασία της τεκνοποίησης, δεν εννοούμε ότι σώνει και καλά πρέπει να επιλέξεις να κάνεις παιδί. Δε σημαίνει ότι σώνει και καλά ένας άντρας και μια γυναίκα επιλέγουν να πάνε να ζήσουν μαζί γιατί αποφασίζουν να κάνουν παιδί. Αυτό που λέμε ως Κόμμα είναι ότι οι επιλογές αυτές (της συμβίωσης ή της τεκνοποίησης) δεν μπορεί να είναι προϊόν οικονομικών όρων.

Αυτοί οι οικονομικοί όροι αναπαράγονται στην εργατική-λαϊκή οικογένεια. Για παράδειγμα, ένα ζευγάρι έζησε καλά για 5-10 χρόνια, έχει δυο παιδιά, έφτασε σε ένα σημείο που φθάρθηκε η ερωτική σχέση, η έλξη, δε μετατράπηκε σε κάτι άλλο φιλικό, ουσιαστικό, και θέλει να χωρίσει. Και δεν μπορεί να χωρίσει γιατί ούτε ο άντρας, ούτε η γυναίκα μπορεί να ζήσει με τα μεροκάματα και τους μισθούς της πείνας, δεν μπορούν να ζήσουν ο καθένας μόνος του, φροντίζοντας και τα παιδιά. Αυτό είναι μια οικονομική κοινωνική πραγματικότητα.

Όσον αφορά τις σχέσεις, τώρα, μεταξύ άντρα και γυναίκας, είμαστε σε μια μεταβατική φάση, που χρειάζεται να μελετήσουμε συλλογικά ως Κόμμα. Είμαστε ενδεχομένως σε μια φάση που «πεθαίνει το παλιό», πεθαίνει η παλιά, η λεγόμενη πυρηνική οικογένεια, η οικογένεια αστικού ή και προ-καπιταλιστικού τύπου, ενώ δεν έχουν διαμορφωθεί πλήρως οι οικονομικοί - κοινωνικοί όροι για το καινούργιο, για εκείνη τη συμβίωση που θα είναι απαλλαγμένη από οποιονδήποτε άλλο καταναγκασμό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, και θα είναι μόνο προϊόν της ελεύθερης επιλογής των δύο. Γιατί δεν είναι μόνο θέμα νοοτροπίας, μόνο θέμα ιδεολογικό - πολιτιστικό. Και είπα ότι η φυσιολογία οδηγεί στην ελεύθερη επιλογή των δύο. Η φυσιολογία είναι να τείνει να εκπληρούται η σεξουαλική σχέση ανάμεσα στα δύο αντίθετα φύλα γιατί μέσω αυτού ικανοποιείται και η διαδικασία της αναπαραγωγής. Έτσι είναι φτιαγμένα τα φύλα από τη φύση. Όλοι αυτοί που επιλέγουν να κάνουν σχέση, μεταξύ τους γυναίκες ή μεταξύ τους άντρες, οφείλεται στο ότι η φυσιολογία τους πάσχει;

Ενδεχομένως πάσχει κάτι γενικότερο σε αυτό που λέμε κοινωνική αντίληψη. Για να καταλάβετε τι εννοώ με αυτό, τι εννοώ όταν κάνω λόγο για «μεταβατική κατάσταση», θα προσπαθήσω να γίνω πιο συγκεκριμένη. Τις τελευταίες δεκαετίες ο άντρας έχασε αυτά που είχε πριν, ότι ήταν το στήριγμα της οικογένειας, της γυναίκας, ότι αυτός έπρεπε να έχει όλες τις πρωτοβουλίες, το πάνω χέρι. Και η γυναίκα βγήκε ολίγον άτσαλα στο νέο, ας πω «κοινωνικό της ρόλο», με υπερβολές. Και κάπου εκεί στις σχέσεις των δύο φύλων δεν έχει διαμορφωθεί το καινούργιο, ώστε να πάρει αυτήν την έκφραση της ουσιαστικής, της ελεύθερης ψυχικής, πνευματικής, σωματικής έλξης και επιλογής. Πολλές φορές προκύπτουν εύκολα απογοητεύσεις μέσα σε μια ερωτική σχέση, κορεσμός, αδιέξοδες καταστάσεις. Πάνω σε αυτά, μπορεί να νομίζει κάποιος ή κάποια ότι ικανοποιείται πιο καλά μέσα από το ίδιο φύλο, είτε είναι το αντρικό είτε είναι το γυναικείο. Μπορεί να υπάρχει και αυτό. Υπάρχει και πάρα πολύς εκφυλισμός στην κοινωνία, που έχει τη βάση του σε όλο αυτό το άγχος, το στρες, τη στρέβλωση, το ανικανοποίητο. Για παράδειγμα, κάποιοι δουλεύουν ατελείωτες ώρες το χρόνο, το μήνα και νομίζουν ότι είναι ικανοποιημένοι. Μετά ανακαλύπτουν ότι είναι ανικανοποίητοι. Είναι πλευρές της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας.

Ας δούμε τώρα το ζήτημα της «ελευθερίας διάθεσης του σώματος». Ελεύθερος να διαλέξεις, να κάνεις σχέση, είσαι όταν έχεις την ωριμότητα και τη σωματική και την ψυχική και την πνευματική. Και δεν έχει αυτή την ωριμότητα ένα παιδί –αν και γίνονται τέτοιες σχέσεις που διαρκούν πολλά χρόνια μετά, στα 12, στα 13, στα 14 και στα 15 του χρόνια. Και μετά φτάνουν στα 25 τους χρόνια κι έχουν μπουχτίσει. Δεν τους αρέσει κανένας ή καμία αντίστοιχα, και ψάχνουν κάποιοι νέοι και νέες να βρουν ερωτική ομορφιά στο ίδιο φύλο. Κι αυτά λειτουργούν και συνδέονται με τη σωματική ανάπτυξη, οδηγούν και σε στρεβλές αντιλήψεις στην πορεία. Η φυσιολογική σχέση είναι η σχέση των ετερόφυλων. Δεν είναι θέμα υποδεέστερης και μη υποδεέστερης θέσης, όπως τέθηκε από το σχετικό ερώτημα. Και δεν είναι θέμα πώς αναγνωρίζεται κοινωνικά η σχέση των ετερόφυλων. Διαμορφώθηκε στρεβλά γιατί έτσι πρόκυψε με βάση την κοινωνική ανάγκη της ταξικής κοινωνίας. Είναι πολύ σύνθετο ζήτημα.

Λένε «ελευθερία να διαθέσω το σώμα μου, να παίρνω ναρκωτικά, να αποκοινωνικοποιηθώ, να έχω φυγή από την πραγματικότητα». Τι ελευθερία είναι αυτή; Το άτομο είναι άτομο κοινωνικό, δεν είναι άτομο που ζει σαν τον Ροβινσώνα, μόνο του. Με αυτόν τον τρόπο τσακίζεται στην ατομική συνείδηση κάθε έννοια ριζοσπαστικής εξέλιξης του δεσμού του ατόμου με την κοινωνία και της κοινωνίας με το άτομο.

Οι συγκεκριμένες «θεωρίες του φύλου» παρουσιάζουν το σεξουαλικό προσανατολισμό ως διαχωριστική γραμμή στην αστική κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν ως ξεπερασμένες τις ταξικές αντιθέσεις, άρα και την ταξική πάλη. Σε αυτή τη βάση προβάλλουν ως «νέα», «ριζοσπαστικά» τα κινήματα που βρίσκονται κάτω από την ιδεολογική επίδραση αυτών των θεωριών και ως ξεπερασμένο το εργατικό, λαϊκό κίνημα με ταξικό, αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό.

Όσον αφορά το ενδεχόμενο ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης τώρα. Μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη βεβαίως πρέπει να διακοπεί. Και να διακοπεί μέσα σε δημόσιο και δωρεάν νοσοκομείο, ελεγχόμενα για την προστασία της υγείας της γυναίκας. Αλλά πριν να φτάσει στη διακοπή της κύησης, πρέπει να υπάρχουν μέτρα αντισύλληψης. Γιατί υπάρχουν επιπτώσεις στην αναπαραγωγική υγεία της γυναίκας από τις εκτρώσεις. Υπάρχει η αναγκαιότητα να γνωρίζουν την αντισύλληψη, όλες τις μεθόδους της αντισύλληψης, της προστασίας από αφροδίσια νοσήματα. Υπάρχει ο ιός των κονδυλωμάτων –δεν είναι τα παλιά, η βλεννόρροια και η σύφιλη– ο οποίος έχει μεγάλα ποσοστά στις γυναίκες. Και είναι επικίνδυνος, γιατί πάρα πολλοί τύποι του ιού –πολλοί, όχι όλοι– οδηγούν σε καρκίνο. Επομένως γι’ αυτά πρέπει να παίρνει μέτρα η κοινωνία για να γίνει αντίστοιχη ενημέρωση.

Όταν εμείς λέμε ότι η δουλειά στις γυναίκες έχει και την πλευρά της ενημέρωσης, της διαφώτισης, της κινητοποίησης, αυτό αφορά και τους άντρες. Γιατί το ΚΚΕ δουλεύει, προσανατολίζεται, αφιερώνει δυνάμεις – κομμουνίστριες, ΚΝίτισσες– στο ριζοσπαστικό γυναικείο κίνημα; Γιατί μέσα στον καπιταλισμό δεν έχει ακόμα η γυναίκα των εργατικών, λαϊκών στρωμάτων όλες τις δυνατότητες για να γνωρίσει, να διεκδικήσει, να συμμετάσχει στο συνδικαλιστικό κίνημα, να έχει πολιτική ενημέρωση, να αναπτύσσει πολιτικά τη συνείδησή της. Συνήθως, αν δούμε με κριτήριο το πώς ψηφίζει, θα δούμε ότι, πάντα ή σχεδόν πάντα, οι γυναίκες ψηφίζουν περισσότερο απ’ ό,τι οι άντρες τα αστικά κόμματα, είτε είναι φιλελεύθερα αστικά είτε είναι σοσιαλδημοκρατικά, σε σχέση με το μέσο ποσοστό τους. Αντίθετα, συνήθως είναι πιο χαμηλά η ψήφος των γυναικών από το μέσο ποσοστό του ΚΚΕ. Βέβαια στις τελευταίες εκλογές, στις 25 του περασμένου Γενάρη, η επιρροή του ΚΚΕ έτεινε να εμφανιστεί ισομερισμένη στα δύο φύλα. Όμως, αν δούμε πώς ψήφισαν τη ΝΔ, αλλά και το ΣΥΡΙΖΑ, οι γυναίκες, θα παρατηρήσουμε ότι ήταν σχεδόν τρεις ποσοστιαίες μονάδες πάνω η ψήφος των γυναικών σε σχέση με την ψήφο των αντρών. Φυσικά μπορούμε να πάρουμε κι άλλους δείκτες, όχι μόνο την ψήφο, και να δούμε μια ορισμένη, υπαρκτή δυστυχώς, αλλά εξηγήσιμη καθυστέρηση της συμβολής της γυναίκας στην κοινωνική δράση.

Ως φοιτητές και φοιτήτριες, βρίσκεστε ακόμα σε μια μεταβατική περίοδο της ζωής σας. Η πλειοψηφία των γυναικών που έχουν συμμετοχή στο κίνημα, ακόμα και ΚΝίτισσες, μόλις βρουν δουλειά, μόλις κάνουν οικογένεια, απομακρύνονται. Βέβαια είναι σύνθετο το ζήτημα. Πιέζονται, φορτώνονται με τη φροντίδα του ατομικού νοικοκυριού, φορτώνονται τα παιδιά, μεγαλώνοντας λίγο ακόμα φορτώνονται και τους ηλικιωμένους γονείς. Είναι αντικειμενικό ότι έχουν λιγότερο χρόνο, άρα χρειάζεται ειδική δουλειά που χρειάζεται να ξεκινά από τις μικρές ηλικίες. Ακόμα και σε μια κομμουνιστική οικογένεια, είναι περιορισμένη η επίδραση των σωστών αντιλήψεων πάνω στο ζήτημα, γιατί τα παιδιά δέχονται και από αλλού επιρροές: Aπό το σχολείο, από τους άλλους συγγενείς. Δεν επηρεάζονται μόνο από τους γονείς, από τη δικιά τους την οικογένεια, στην καλύτερη των περιπτώσεων από την κομμουνιστική οικογένεια.

Τι λέμε εμείς για τη γυναίκα στο σοσιαλισμό; Πρώτα απ’ όλα λέμε όλος ο ικανός προς εργασία πληθυσμός πρέπει να δουλεύει. Είναι αρχή μας. Επομένως, πρέπει να δουλεύουν και οι γυναίκες. Όταν λέμε ο ικανός, εννοούμε από μια ηλικία που θα καθοριστεί τη στιγμή που θ’ αρχίσει η σοσιαλιστική οικοδόμηση και που εξαρτάται και από το πώς συμμετέχει ο άνθρωπος στην εκπαίδευση. Μιλάμε, για παράδειγμα, για 12χρονο υποχρεωτικό ενιαίο σχολείο. Λέμε επίσης ότι δεν αρκεί μόνο το 12χρονο, γιατί εμείς το 12χρονο το βλέπουμε σαν ένα σχολείο γενικής μόρφωσης, που σημαίνει ότι μετά πρέπει να αποκτήσεις εξειδικευμένη επαγγελματική ειδίκευση ή επιστημονική. Ή θα πας δηλαδή στο πανεπιστήμιο για να γίνεις επιστήμονας, ερευνητής ή δάσκαλος της παιδείας ή επιστήμονας της εφαρμογής, ή θα αποκτήσεις μια εξειδικευμένη γνώση η οποία θα σχετίζεται και με ένα επάγγελμα. Όσο θα κάνεις αυτές τις σπουδές, εννοείται ότι δε θα δουλεύεις. Εννοείται ότι όποια σχέση της εκπαίδευσης με την πρακτική δε θα είναι για εκμετάλλευση τσάμπα εργατικού δυναμικού, όπως γίνεται σήμερα μέσω της μαθητείας, αλλά θα είναι για πραγματική πρακτική εξάσκηση, γνωριμία, σύνδεση της θεωρίας με την πράξη. Η δική μας θέση είναι, ακόμα, ότι κι αυτοί που έχουν ειδικά προβλήματα πρέπει κι αυτοί να δουλεύουν. Η δουλειά είναι ένταξη στην κοινωνία, σε αναπτύσσει ως κοινωνικό ον. Με αυτή την έννοια, θα έχετε δει ότι και στο Πρόγραμμά μας, που το επεξεργαστήκαμε περισσότερο στο 19ο Συνέδριο, μιλάμε και για ειδικό καθεστώς εργασίας για όσα ΑμΕΑ μπορούν να προσαρμοστούν σε μια εργασία. Άλλο αυτός που δεν μπορεί καθόλου· δε θα δουλέψει.

Επομένως, αυτό αφορά και τις γυναίκες. Η δουλειά είναι δικαίωμα. Εξασφαλίζεται λοιπόν μέσω του κεντρικού σχεδιασμού, ανάλογα με αυτά που γνωρίζει, που κατέχει. Ταυτόχρονα λέμε μειωμένο ωράριο σε σχέση με τις ανάγκες των γυναικών. Μειωμένο όριο για τη συνταξιοδότηση. Και έχει βάση, γιατί και ο οργανισμός καταπονείται περισσότερο, αλλά και γιατί υπάρχει η σχέση που πρέπει να έχουν τα παιδιά με τις γιαγιάδες, και τους παππούδες, δε λέω. Η σχέση η πιο δημιουργική, όπως και με τις μανάδες και τους πατεράδες. Δημιουργική σχέση δε σημαίνει, για παράδειγμα, την ώρα που θα δω εγώ το παιδί να είμαι υποχρεωμένη να πηγαίνω να του κάνω τα μαθήματα, ό,τι δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα δε βοηθά. Ή να το τραβολογάω από τα αγγλικά στο γυμναστήριο, στο μπαλέτο, γιατί μέσα στις δομές του σχολείου δεν περιλαμβάνονται αυτές οι δραστηριότητες. Δημιουργική σχέση είναι να συζητήσεις, να πας βόλτα στο πάρκο, στον κινηματογράφο, σε ένα μουσείο ή έστω και να κάτσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας, να παίξεις.

Άρα εμείς λέμε ότι το δικαίωμα της γυναίκας στη δουλειά πρέπει να συνοδεύεται από ένα σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών, που αφορούν όχι μόνο την Παιδεία, την Υγεία, την Πρόνοια, αλλά και τον πολιτισμό και τα πάντα. Που σημαίνει ότι το εργατικό επαναστατικό κράτος αναλαμβάνει την κοινωνική προστασία των παιδιών, η μητρότητα δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση, αλλά είναι ουσιαστικά, έμπρακτα κοινωνική.

Τι άλλο λέμε: Δεν ξέρουμε τη στιγμή που θα γίνει η σοσιαλιστική επανάσταση, θα πετύχει, θα ξεκινήσει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού, τι ποσοστό γυναικών σε ηλικία εργασίας δε θα δουλεύει. Είναι σίγουρο ότι ένα μέρος δε θα δουλεύει, γιατί θα το έχει πετάξει ο καπιταλισμός εκτός δουλειάς και θα έχει μείνει πολλά χρόνια άνεργο, γιατί θα έχει προσεγγίσει μια ηλικία που δύσκολα θα τις προσλάβουν ή γιατί μέσα στις δυσκολίες της εργατικής οικογένειας στον καπιταλισμό δε θα έχει μπορέσει να βγει στη δουλειά. Η εργατική εξουσία θα αντιμετωπίσει τότε αυτό το πρόβλημα με ένα ορισμένο πρόγραμμα. Δηλαδή, η γυναίκα που είναι 45, 48, 50 χρονών, δεν είναι ακόμα σε όριο συνταξιοδότησης, και θέλει να δουλέψει, θα ενταχτεί σε ορισμένες έστω και βοηθητικές εργασίες. Πού μπορεί να υπάρχουν βοηθητικές εργασίες; Μπορεί, π.χ., να δουλέψει δυο-τρεις ώρες στα εστιατόρια της εκπαίδευσης ή κάποιες ώρες σε ένα μουσείο. Μπορεί να γίνει αυτή η ένταξη και για γυναίκες που δεν έχουν μια εργασιακή εμπειρία ή δεν έχουν αποκτήσει μια εργασιακή ειδικότητα.

Επίσης το δικαίωμα στην εργασία θα συνδέεται και με τα εκλογικά δικαιώματα τα οποία λέμε ότι θα τα ασκούν όλοι μέσα από τους κλάδους εργασίας ή όσο είναι φοιτητές - σπουδαστές μέσα από τις σχολές. Πώς θα ψηφίζουν; Εμείς βλέπουμε αλλιώς το εκλογικό δικαίωμα, όχι με τον τρόπο που γίνεται στον καπιταλισμό, που ψηφίζεις στην τύχη. Πού ξέρεις τώρα τον καθένα; Αυτούς που προωθούν τα κανάλια ψηφίζεις. Βγήκε τώρα ο Βαρουφάκης, που μέχρι πριν τέσσερα χρόνια δεν τον ήξερε κανείς στην Ελλάδα. Πριν τρία χρόνια κάθε μέρα τον είχαν τα κανάλια. Και δεν τον είχαν ως ΣΥΡΙΖΑ, τον είχαν ως την άλλη φωνή που έλεγε ότι μπορεί να γίνει άλλου είδους διαπραγμάτευση με την Ευρωζώνη. Και μετά, που δεν ήταν ούτε μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και περιλήφθηκε στα ψηφοδέλτιά του, ήρθε πρώτος σε ψήφους. Καταλαβαίνετε λοιπόν, δε μιλάμε για τέτοια κριτήρια. Γι’ αυτό λέμε ότι η βάση του να εκλέγεσαι και να εκλέγεις πρέπει να είναι η εργασία σου, ο χώρος που δουλεύεις, που γνωρίζεσαι, σε ξέρω και με ξέρεις, με κρίνεις και σε κρίνω. Εκεί θα συμμετέχει και η γυναίκα.

Για τη γυναίκα που μένει πιο έξω σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, θα μπορεί να συμμετέχει μέσω του χώρου που θα παίρνει μέρος στην κοινωνική εργασία, στην κοινωνική δραστηριότητα. Αυτή είναι η άποψή μας, ότι θα συνδέεται το δικαίωμα στην εργασία με τα πολιτικά δικαιώματα, με τη συμμετοχή σε όλα, με το μη εργάσιμο «ελεύθερο» χρόνο και τη δημιουργική αξιοποίησή του με επιλογή του καθένα. Και η τάση πρέπει να είναι να ανεβαίνει ο ελεύθερος χρόνος σε σχέση με τον εργάσιμο χρόνο.

Ένα άλλο πρόβλημα που ενδεχομένως κληρονομήσει το επαναστατικό εργατικό κράτος –μπορεί δηλαδή να μην το έχει λύσει ο καπιταλισμός μέχρι τότε, είναι το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι εργαζόμενων γυναικών δουλεύει ακόμα σε μονότονη, άχαρη, ενδεχομένως και βαριά δουλειά. Θέση μας είναι λοιπόν ότι η εργατική εξουσία πρέπει να λύσει αυτό το ζήτημα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Γιατί δεν μπορεί να είσαι καθαρίστρια, δεν υποτιμώ την καθαρίστρια, αλλά μην πιστεύουμε ότι είναι δημιουργική δουλειά, ότι έχει ενδιαφέρον. Είναι γιατί χρειαζόμαστε την καθαριότητα. Αν οργανώσουμε σε ένα συνδικάτο την καθαριότητα και δεν την αναθέσουμε σε επαγγελματία και πούμε ότι την κάνουμε εκ περιτροπής, η τάση θα είναι να την αποφύγουμε ή να την ρίξουμε στις γυναίκες, στις συντρόφισσες. Φυσικά, προχωράνε ορισμένα πράγματα και σήμερα η καθαριότητα όλο και περισσότερο γίνεται και με αναπτυγμένα μηχανοποιημένα μέσα, τα οποία όμως δεν έχουν γενικευτεί παντού, δεν εφαρμόζονται παντού. Ή, αν θέλετε, στο εμπόριο υπάρχει ακόμα πολύ βαριά δουλειά την οποία κάνουν γυναίκες, μεταφέρουν βάρη. Η τάση πρέπει να είναι να λύνονται στην κατεύθυνση της μηχανοποίησης, δηλαδή όποια βαριά δουλειά υπάρχει να μεταφέρεται στις μηχανές και όχι στο μυϊκό σύστημα του ανθρώπου. Και η μηχανοποίηση μπορεί να μας οδηγήσει σε μονότονη δουλειά, όχι βαριά, αλλά άχαρη, μονότονη. Δηλαδή και να πατάς συνέχεια ένα κουμπί ή να παρατηρείς ένα πραγματάκι αν κινείται καλά σε μια μηχανή, δεν είναι κι ό,τι το πιο ευχάριστο. Γι’ αυτό η τάση πρέπει να είναι να εναλλάσσονται οι δραστηριότητες μέσα σε μια κοινωνικά οργανωμένη εργασία. Να μειώνεται ο χρόνος της υποχρεωτικής τέτοιας εργασίας, που μπορεί να έχει και το στοιχείο το μονότονο και το κουραστικό, και να συμπληρώνεται και με τη δημιουργική δουλειά.

 Ο σοσιαλισμός είχε τέτοιες κατακτήσεις. Δεν είναι πράγματα δηλαδή που πατάνε στον αέρα. Φυσικά δεν είχε εξαλείψει πλήρως τέτοια μεγάλα προβλήματα, πολλές φορές μάλιστα, και κυρίως από ένα σημείο και μετά, δεν οδηγήθηκε με σωστά κριτήρια και άξονες για να τα λύσει. Ως Κόμμα πρέπει να αντλούμε συμπεράσματα και από αυτά τα λάθη, όπως και πρέπει να μελετήσουμε περισσότερο αυτά τα ζητήματα. Μόνο έτσι θα τα αντιμετωπίσουμε με επάρκεια ως εργατική επαναστατική εξουσία.

  

*  Παρέμβαση της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, σε εκδήλωση της ΚΝΕ στo Πάντειο Πανεπιστήμιο, στις 6 Μάρτη 2015.