ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Η εργατική λογοτεχνία έχει αναδείξει πολλές φορές ζητήματα που σχετίζονται με την αναγκαιότητα της πάλης απέναντι στο κεφάλαιο και το κράτος του. Είναι πολλά τα λογοτεχνικά έργα τα οποία ασχολούνται πιο συγκεκριμένα με τις δυσκολίες και τις δυνατότητες αυτής της πάλης, ενώ αρκετά από αυτά φωτίζουν και το πιο σύνθετο καθήκον της σύνδεσης αυτής της καθημερινής πάλης με τη συγκέντρωση δυνάμεων για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Αυτά τα τελευταία έργα αγγίζουν πολλά ζητήματα που σχετίζονται τόσο με το ζήτημα της στρατολογίας αγωνιστών εργαζομένων στο επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όσο και με το ευρύτερο ζήτημα των χαρακτηριστικών της κομματικής οικοδόμησης.

Η «Σύγχρονη Εποχή» έχει μόνιμη ανησυχία να εκδίδει και να προβάλλει τέτοια έργα της διεθνούς εργατικής λογοτεχνίας. Καρπό αυτής της προσπάθειας αποτελούν και δύο πρόσφατες εκδόσεις, το «Βιομηχανία Ν&Κ» του Βίλι Μπρέντελ και το «Αναμνήσεις ενός κουρέα» του Τζοβάνι Τζερμανέτο. To πρώτο έργο αναφέρεται στον τρόπο και στο περιεχόμενο της παρέμβασης των κομμουνιστών στους χώρους εργασίας, καθώς και στο καταστάλαγμα αυτής της δουλειάς στην κομματική οικοδόμηση, ενώ το δεύτερο έργο μεταφέρει παραστατικά το κλίμα της εποχής και τη δαιμόνια και ανήσυχη οργανωτική δουλειά που απαιτεί η οργάνωση της πάλης των εργατών.

Πριν αναφερθούμε στα ίδια τα έργα, και εν μέρει ως προϋπόθεση για τη βαθύτερη κατανόησή τους, πρέπει να πούμε δυο λόγια για τους δύο συγγραφείς –οι οποίοι παρουσιάζουν και κάποια κοινά στοιχεία– και για την εποχή τους.

Καταρχήν και οι δύο συγγραφείς –για πολλά χρόνια ο Μπρέντελ, για μικρό χρονικό διάστημα ο Τζερμανέτο– είχαν εργαστεί πριν τη συγγραφή των παραπάνω έργων στη βιομηχανία και συγκεκριμένα ως εργάτες μετάλλου. Επίσης και οι δύο ξεκίνησαν τη συγγραφική τους δραστηριότητα από τον εργατικό Τύπο της εποχής τους, ενώ συμμετείχαν προσωπικά στις προσπάθειες οργάνωσης των εργατών και στις σκληρές ταξικές συγκρούσεις της εποχής τους στη Γερμανία και τη Β. Ιταλία αντίστοιχα. Εννοείται ότι και οι δύο ήταν δραστήρια μέλη όχι μόνο του συνδικαλιστικού αλλά και του πολιτικού εργατικού κινήματος της εποχής τους, μέλη των εργατικών κομμάτων των χωρών τους (των σοσιαλδημοκρατικών αρχικά και των κομμουνιστικών στη συνέχεια).

Και τα δύο έργα εκδόθηκαν την ίδια περίοδο, το 1930 το «Βιομηχανία Ν&Κ» και το 1931 το «Αναμνήσεις ενός κουρέα», αποτυπώνοντας τις σκέψεις και τις εμπειρίες των δύο συγγραφέων από τη συμμετοχή τους στην πάλη των εργατών ολόκληρη τη δεκαετία 1920-1930. Αυτή η δεκαετία χαρακτηριζόταν από την εναγώνια προσπάθεια του κομμουνιστικού κινήματος να ολοκληρώσει την τομή που είχε συντελεστεί με τον οργανωτικό διαχωρισμό του από τη σοσιαλδημοκρατία την περίοδο μετά τον Α΄ ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο. Υπενθυμίζουμε ότι αυτή η οργανωτική τομή εκφράστηκε στη Γερμανία με την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας τις τελευταίες μέρες του 1918, μετά την οργανωτική ρήξη με το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας, ενώ στην Ιταλία εκφράστηκε με την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας το 1921, μετά την οργανωτική ρήξη με το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Αυτή η οργανωτική ρήξη αποτέλεσε τη βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας του πολιτικού εργατικού κινήματος από την αστική πολιτική, για τη διατήρηση και τόνωση της φλόγας της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο οργανωτικός διαχωρισμός αποτέλεσε προϊόν του πιο καθαρού ιδεολογικοπολιτικού διαχωρισμού της επαναστατικής από τη μεταρρυθμιστική κατεύθυνση στο εργατικό κίνημα που καλούσε σε περιορισμό της εργατικής πάλης εντός των πλαισίων του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτός ο διαχωρισμός, όσον αφορά τους στόχους και την κατεύθυνση του εργατικού κινήματος, εκφράστηκε και στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα με την πάλη απέναντι στους σοσιαλδημοκράτες συνδικαλιστές, οι οποίοι αποτελούσαν τους οπορτουνιστές εκείνης της περιόδου.

Όταν αναφερόμαστε στη σοσιαλδημοκρατία εκείνης της περιόδου πρέπει να έχουμε κατά νου τις διαφορές με τη σημερινή σοσιαλδημοκρατία. Εκείνη την εποχή η σοσιαλδημοκρατία, παρά το γεγονός ότι ήδη είχε δείξει στην πράξη τα αντεπαναστικά της «δόντια», διατηρούσε τις αναφορές στην ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης, στην αναγκαιότητα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στο όραμα της αταξικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα είχε πολύ ισχυρή παρέμβαση στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, σπρώχνοντάς το στην ενσωμάτωση στον καπιταλισμό, όχι πάντα μέσω του ανοιχτού συμβιβασμού αλλά αξιοποιώντας πολλές φορές και το μάχιμο οικονομισμό, δηλαδή την οργάνωση των εργατών και της πάλης τους για τους όρους πώλησης της εργατικής τους δύναμης, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τον περιορισμό αυτής της πάλης σε πλαίσια που δε θα αμφισβητούν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.

Τα παραπάνω στοιχεία είναι απαραίτητα για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αναφορών και των δύο έργων στη σοσιαλδημοκρατία. Για να γίνει κατανοητή η συνθετότητα της πάλης ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία την εποχή εκείνη, αρκεί να αναλογιστούμε ότι πριν λίγα χρόνια κομμουνιστές και σοσιαλδημοκράτες δρούσαν στο ίδιο κόμμα αλλά και ότι πολλοί σοσιαλδημοκράτες εργάτες ήταν αγωνιστές εργάτες, ενώ αρκετοί από αυτούς είχαν στο παρελθόν συμμετοχή και σε ένοπλες συγκρούσεις με το αστικό κράτος.

Στο «Βιομηχανία Ν&Κ» παρουσιάζεται βήμα-βήμα η προσεκτική και σχεδιασμένη δουλειά των κομμουνιστών για την αλλαγή των συσχετισμών στο συνδικάτο, η πάλη «άνθρωπο τον άνθρωπο» για την αλλαγή των συνειδήσεων των εργατών. Στο βιβλίο παρουσιάζονται αρκετά στοιχεία που –τηρουμένων των αναλογιών– είναι διδακτικά για τον τρόπο παρέμβασης των κομμουνιστών και σήμερα.

Η κόκκινη γραμμή που διαπερνά το βιβλίο είναι η πάλη των κομμουνιστών εργατών ενάντια στη συμβιβαστική πολιτική παρέμβαση των σοσιαλδημοκρατών συνδικαλιστών εργατών. Ενδεικτική είναι η ακόλουθη αναφορά του κομμουνιστή εργάτη του εργοστασίου Μέλμστερ: «...ο πολιτικός ρόλος που παίζει αυτό το σοσιαλδημοκρατικό συμβούλιο των εργατών, είναι ο ίδιος ρόλος για τα μικρά ζητήματα που παίζει η ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας στη μεγάλη πολιτική εντός της καπιταλιστικής δημοκρατίας».

Για να καταλάβουμε το χαρακτήρα της παρέμβασης των σοσιαλδημοκρατών, αρκεί να παραθέσουμε ένα απόσπασμα της παρέμβασης ενός από αυτούς στη Γενική Συνέλευση του συνδικάτου, όπου διατυπώνει τη γνώμη του για το λεγόμενο εξορθολογισμό της παραγωγής που προχωρούσαν οι καπιταλιστές εκείνη την περίοδο και ο οποίος είχε οδυνηρές συνέπειες για τους εργάτες: «Ο ανταγωνισμός στο εξωτερικό για την παγκόσμια αγορά οδηγεί τη γερμανική βιομηχανία στην εντατικοποίηση. Δε φταίει ο μεμονωμένος επιχειρηματίας που προωθεί αυτά τα μέτρα από έχθρα προς τους εργάτες αλλά τον ωθούν σε αυτό οι νόμοι των γενικότερων οικονομικών εξελίξεων». Φυσικά ο σοσιαλδημοκράτης εργάτης δεν είχε τίποτα παραπάνω να πει για το χαρακτήρα αυτών των «νόμων» που δεν είναι άλλοι από τους νόμους κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας που στηρίζεται στην κερδοφορία.

Σημαντικό στοιχείο επίσης είναι ο καθαρός προσανατολισμός των κομμουνιστών στο εργοστάσιο Ν&Κ να μην αναζητούν συγκλίσεις με τους ρεφορμιστές συνδικαλιστές εργάτες, αλλά να προσπαθούν συνέχεια και με όλα τα μέσα να τους αποκαλύπτουν στους υπόλοιπους εργάτες. Οι κομμουνιστές μάλιστα προσπαθούν να συνενώσουν τις δυνάμεις της «επαναστατικής αντιπολίτευσης» μέσα στα συνδικάτα και τα εργασιακά συμβούλια και να σχηματίσουν διακριτό πόλο στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα της περιοχής απέναντι στον εργοδοτικό συνδικαλισμό, καταλήγοντας και σε ενιαίο κάλεσμα για αγώνα.

Όσον αφορά τον εργοδοτικό συνδικαλισμό, τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τα εμπόδια που θέτουν στους αγώνες των εργατών, χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα που αναφέρεται στην επίσκεψη ενός απεργού εργάτη του Ν&Κ στην Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου Γερμανίας (η οποία στη συγκεκριμένη απεργία συμπαρατάχθηκε με την εργοδοσία): «εδώ η λέξη αγώνας φάνταζε σαν ταραχή, εδώ δε φυσούσε το αεράκι της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στον τόρνο ή στη μέγγενη, την πίεση για παραγωγή, κανένα ορθολογισμό, εδώ γραφόταν αόρατα πάνω από κάθε γραφείο: - Άσε με στην ησυχία μου».

 Παράλληλα με την πάλη για τα καθημερινά προβλήματα στο εργοστάσιο οι κομμουνιστές εργάτες αναπτύσσουν μία βαθιά ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση που ξεκινάει από τα γενικότερα ζητήματα για το κεφάλαιο, το κράτος του, τη σχέση τους με το φασισμό, την υπεράσπιση της σοβιετικής Ρωσίας και φτάνει μέχρι την αντιπαράθεση για τη θρησκεία και το ποδόσφαιρο. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μέλμστερ: «Η κυρίαρχη αστική τάξη που γνωρίζει πολλές μεθόδους για να διατηρήσει την κυριαρχία της τάξης της. Η αιματηρή καταδυνάστευση όλων των επαναστατικών ρευμάτων με τα δικά της κρατικά μέσα εξουσίας είναι η ανοιχτή βίαιη έκφραση της δικής της ταξικής εξουσίας. Πέραν όμως αυτών εξαγοράζει συμμάχους με όλα τα είδη της διαφθοράς, που τους δένει στα δικά τους συμφέροντα στη διατήρηση της εξουσίας και έτσι δημιουργεί σώματα πραιτοριανών». Την ίδια στιγμή οι κομμουνιστές καλούν τους εργάτες να συμμετέχουν στους «εργατικούς αθλητικούς οργανισμούς» που είχαν συγκροτηθεί εκείνη την περίοδο στη Γερμανία και να μην υποστηρίζουν τις «ανόητες τρέλες για ινδάλματα με ρεκόρ τρέλας των αστικών επιχειρήσεων αθλητισμού».

Φυσικά, στην πάλη τους αυτή οι κομμουνιστές αντιμετωπίζουν την αντίδραση της εργοδοσίας που αξιοποιεί όλα τα μέσα που έχει στα χέρια της: το συμβούλιο των εργατών (όσο βρίσκεται στα χέρια των σοσιαλδημοκρατών), την αξιοποίηση της αστυνομίας και του αστικού Τύπου, τις διαφορές στις διαθέσεις μεταξύ νέων και παλιών εργατών, την κήρυξη λοκ άουτ ως απάντηση στην κήρυξη απεργίας κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει το πόσο ευέλικτα αντιμετωπίζουν η εργοδοσία και οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες τους θεσμούς και συγκεκριμένα το νομικά θεσμοθετημένο –από τότε– ρόλο των εργοστασιακών συμβουλίων στη Γερμανία. Όταν οι κομμουνιστές κερδίζουν τις συνελεύσεις και την πλειοψηφία σε αυτό, οι σοσιαλδημοκράτες δεν περιορίζουν την πάλη τους στα πλαίσια του εργοστασιακού συμβουλίου, αλλά κηρύσσουν ανοιχτά στους εργάτες την απειθαρχία απέναντι σε αυτό και προσπαθούν να δουλέψουν με άλλα μέσα. Έτσι διοργανώνουν, για παράδειγμα, ξεχωριστή συνέλευση ενός επιμέρους τμήματος των εργατών, με στόχο να το στρέψουν ενάντια στην απόφαση της γενικής συνέλευσης των εργατών του συνδικάτου. Φανερή ομοιότητα με το σήμερα παρουσιάζει και η προσπάθεια του εργοδοτικού συνδικαλισμού να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος, ακομμάτιστος. Όταν οι σοσιαλδημοκράτες χάνουν την πλειοψηφία στο συμβούλιο των εργατών τότε κατεβάζουν εκλογική λίστα με τίτλο «Αυτόνομος Συνδικαλισμός».

Ευτυχώς όμως και οι κομμουνιστές εργάτες επέδειξαν την ίδια έλλειψη θεσμικού δογματισμού. Έτσι, όταν η Ομοσπονδία Μετάλλου αρνήθηκε να στηρίξει την απεργία τους, τότε οι κομμουνιστές του εργοστασίου κάλεσαν τους εργάτες να υπερασπιστούν την απόφαση της γενικής τους συνέλευσης και να αγωνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση «χωρίς συνδικάτα! Και κατά των συνδικάτων!». Οι απεργοί εργάτες αντέταξαν στους εργοδότες τα δικά τους όπλα: την κήρυξη απεργίας, την περιφρούρηση της απεργίας τους, την αξιοποίηση της «Διεθνούς Βοήθειας Εργατών», τις έκτακτες συνελεύσεις τόσο του κομμουνιστικού πυρήνα όσο και του συνόλου των εργατών για το χειρισμό των καταστάσεων.

Όλη αυτή η πολύμορφη ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση των κομμουνιστών στο εργοστάσιο, σε συνδυασμό με την πάλη για τα καθημερινά προβλήματα των εργατών συντέλεσε στην αλλαγή των συσχετισμών (με τους κομμουνιστές να κερδίζουν την πλειοψηφία στο εργοστασιακό συμβούλιο), ταρακούνησε συνειδήσεις (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της μεταστροφής του αποκαλούμενου ως «αναζητητή του θεού»), ενώ άφησε και αποκρυστάλλωμα στη στρατολογία εργατών, διευρύνοντας τον κομμουνιστικό πυρήνα του εργοστασίου («Τέσσερα νέα μέλη του κόμματος έφεραν οι τελευταίες 14 ημέρες»).

Ταυτόχρονα προβάλλεται το ζήτημα της κομματικής οικοδόμησης ως ένα ζήτημα που περιλαμβάνει αλλά δεν εξαντλείται στη στρατολογία εργατών στο Κόμμα. Όπως σημειώνει ο Μέλμστερ: «...το κόμμα πρέπει να είναι ισχυρό με εκατομμύρια μέλη, στους στόχους του ξεκάθαρο και στη βούλησή του ενιαίο, [...] αυτή είναι η προϋπόθεση της νίκης της εργατικής τάξης...».

Φυσικά, η παραπάνω πείρα –όπως και καμία πείρα γενικά– δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στο σήμερα, αφού αντανακλά τις συνθήκες της εποχής. Για παράδειγμα, σήμερα η κυριαρχία της αντεπανάστασης και οι πολύ πιο αρνητικοί συσχετισμοί στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα θέτουν προς επίλυση και προβληματισμό νέα καθήκοντα στους κομμουνιστές. Ωστόσο, τα παραπάνω σημεία έχουν διαχρονική μεθοδολογική αξία που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί από τους κομμουνιστές.

Το ίδιο ισχύει και για την πείρα που αποτυπώνεται στο βιβλίο «Αναμνήσεις ενός κουρέα». Η βασική διαφορά μεταξύ των πρωταγωνιστών των δύο βιβλίων είναι ότι στο «Βιομηχανία Ν&Κ» ο Μπρέντελ είναι εργάτης που δρα «από τα μέσα» στους εργάτες του εργοστασίου, ενώ ο Τζερμανέτο δρούσε το μεγαλύτερο διάστημα ως στέλεχος του εργατικού κινήματος της ευρύτερης περιοχής. Παρ’ όλα αυτά η κατεύθυνση της δράσης τους ήταν κοινή και είχε ως στόχο την αγωνιστική διεκδίκηση, το ανέβασμα του βαθμού οργάνωσης της εργατικής τάξης, την πολιτικοποίηση της πάλης των εργατών.

Αυτή η παρέμβαση για τα καθημερινά προβλήματα των εργατών συνοδεύεται και στο «Αναμνήσεις ενός κουρέα» από οξυμμένη ιδεολογικοπολιτική παρέμβαση στους εργάτες. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές τους στην πάλη με το εμπόριο φόβου και θαυμάτων που καλλιεργούσε η Καθολική Εκκλησία στους εργάτες, στην αυταπάτη των αστικών συνθημάτων περί «εθνικής ιδέας». Ιδιαίτερα εκτεταμένες είναι οι αναφορές για το χαρακτήρα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τις μεταπτώσεις των εργατικών-λαϊκών διαθέσεων στις διάφορες φάσεις του, για τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις κλπ.

Το βασικό στοιχείο όμως που αποδίδει αυτό το βιβλίο –και διατηρεί την ίδια σημασία και σήμερα– είναι η αναγκαιότητα ανάπτυξης πρωτόβουλου πνεύματος στα στελέχη του εργατικού κινήματος. Μόνο μ’ ένα τέτοιο πνεύμα μπορούν να υπερνικηθούν οι μεγάλες δυσκολίες που θέτει ο αντίπαλος στη σκληρή ταξική πάλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαρκούς και δημιουργικής ανησυχίας για να λυθούν τα μικρά και μεγάλα καθημερινά προβλήματα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο προσπάθησαν για παράδειγμα να αντιμετωπίσουν την έλλειψη γραφείων συγκέντρωσης των εργατών:

«Το πρόβλημα των γραφείων μας παρέμενε άλυτο. Γραφτήκαμε ένας-ένας σε διάφορους χορευτικούς κύκλους της πόλης, με την ελπίδα ότι θα βάζαμε κανέναν στο χέρι και θα τον μετατρέπαμε σε εργατικό κέντρο ή κύκλο. Στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα ωραίο κέντρο, σχεδιαζόταν ν’ ανοίξει μια λέσχη. Γράφτηκα μόνο εγώ. Μέλη ήταν μικροταβερνιάρηδες και έμποροι. Ένας από αυτούς είπε: “Ο κουρέας μας πάει να γίνει αστός”.

Με κάλεσαν κατόπιν να γίνω μέλος του διοικητικού συμβουλίου και στην πρώτη συνεδρίαση του συμβουλίου ονομάστηκα γραμματέας. Και χρειαζόταν δουλειά, όχι αστεία. Οι άλλοι προτιμούσαν τις τιμητικές και λιγότερο κουραστικές θέσεις.

Είχα ένα ωραίο γραφείο και ένα τετραπέρατο θυρωρό. Πήγαινε ακόμα και τις προσκλήσεις στα μέλη του ...Σοσιαλιστικού Τμήματος και έκανε τα στραβά μάτια όποτε είχαμε καμιά συνεδρίαση εκτός προγράμματος...

Έκανα την πρόταση να προσλάβουμε νέα μέλη, που να πληρώνουν ειδική συνδρομή, κάπως πιο μικρή και να έχουν πρόσβαση μόνο στη βιβλιοθήκη, απαγορεύοντάς τους κατηγορηματικά την είσοδο στην αίθουσα του χορού. Οι έμποροι φάνηκαν ικανοποιημένοι. Ανακοινώσαμε και στο κοινό την απόφαση. Κρυφά άρχισαν να επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη όλοι οι σύντροφοι, που ήταν λιγότερο σταμπαρισμένοι. Και άρχισαν να αποκτούν έτσι το δικαίωμα του μέλους. Όταν, ύστερα από μερικά χρόνια, πήρα για πρώτη φορά το λόγο από το μπαλκόνι, εκείνο που βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, οι έμποροι κατάλαβαν, αλλά ήταν πια πολύ αργά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, όταν ο χορευτικός κύκλος αποψιλώθηκε από μέλη, το κτίριό του πέρασε αποκλειστικά στους δραστήριους εργάτες και μετατράπηκε σε εργατικό κέντρο».

Και τα δύο βιβλία φωτίζουν –από μια ιδιαίτερη σκοπιά το καθένα– πλευρές της παρέμβασης των κομμουνιστών στην εργατική τάξη. Αναδεικνύουν την αναγκαιότητα μόνιμης ανησυχίας για προσαρμογή τόσο του περιεχομένου αυτής της παρέμβασης όσο και της μορφής της, αποτυπώνουν την αγωνία να «πιαστεί επαφή» με νέους εργάτες. Ταυτόχρονα αναφέρονται στην αγωνία των κομμουνιστών να μην περιοριστεί η πάλη των εργατών στους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, δηλαδή στον οικονομικό αγώνα, αλλά ν’ αποκτά αυτή η πάλη –με βάση τις κάθε φορά ιδιαίτερες συνθήκες– πολιτικό χαρακτήρα, να βοηθά τους εργαζόμενους να κατανοούν την αναγκαιότητα ρήξης με το καπιταλιστικό σύστημα, την αναγκαιότητα και δυνατότητα οικοδόμησης της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας. Και στα δύο βιβλία τονίζεται ότι αυτό το καθήκον δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη βαθιά ιδεολογική παρέμβαση των κομμουνιστών σε όλα τα ζητήματα που απασχολούν τους εργάτες, ακόμα και σε αυτά που «με μια πρώτη ματιά» δε φαίνεται στους εργάτες να έχουν πολιτικό χαρακτήρα.

Η «Σύγρονη Εποχή» θα συνεχίσει την προσπάθεια έκδοσης και προβολής έργων της ελληνικής και διεθνούς εργατικής λογοτεχνίας. Φιλοδοξεί ταυτόχρονα η έκδοση τέτοιων έργων ν’ αποτελέσει και έναυσμα τροφοδότησης της σύγχρονης εργατικής λογοτεχνίας.