ΠΕΙΡΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Η οικοδόμηση του ΚΚΕ στους σημαντικούς, στους νευραλγικούς τομείς της οικονομίας, στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, στους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους, εκεί δηλαδή που παράγεται ο πλούτος και εντείνεται η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, δεν είναι το οποιοδήποτε καθήκον. Δεν είναι, θα λέγαμε, ούτε απλώς ένα ακόμη σημαντικό καθήκον, όπως τόσα άλλα που προκύπτουν στην ταξική πάλη, στη σύνθετη και απαιτητική δουλειά που διεξάγουν οι κομμουνιστές καθημερινά. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την πιο ποιοτική συμπύκνωση της σταθερής πολιτικής, ιδεολογικής, οργανωτικής δουλειάς των κομμουνιστών, καθώς και της παρέμβασής τους στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα, στα οξυμμένα λαϊκά προβλήματα, παντού. Αποτελεί τον πιο ουσιαστικό και χαρακτηριστικό δείκτη εδραίωσης, ενίσχυσης της κομματικής παρουσίας, δράσης και εμβέλειας μέσα στην εργατική τάξη, στα υπόλοιπα φτωχά λαϊκά στρώματα.

 Η οικοδόμηση του Κόμματος χρειάζεται να απασχολεί σταθερά όλα τα καθοδηγητικά όργανα και τις ΚΟΒ. Αφορά κυρίως το καθημερινό χειροπιαστό ενδιαφέρον όλων των κομμουνιστών, όλων των συντρόφων, ανεξαρτήτως ποια είναι η πιο επιμέρους ή συγκεκριμένη χρέωσή τους. Κάθε σύντροφος πρέπει να το ξεχωρίζει ως πρώτιστο μέλημα που έχει τις δικές του ιδιαίτερες απαιτήσεις για να μετουσιώνεται σε αποτέλεσμα, για να διαμορφώνονται προϋποθέσεις καλής και ολοκληρωμένης δουλειάς που «δε χτίζει στην άμμο», αλλά αντίθετα βάζει γερά τα θεμέλια της επαναστατικής πρωτοπορίας στο εργοστάσιο, την εταιρία, το γραφείο, το νοσοκομείο, το σχολείο.

Οργανώνοντας τη δουλειά, καταστρώνοντας το ολοκληρωμένο σχέδιο της παρέμβασής μας, οφείλουμε να καταγράψουμε πως η οικοδόμηση του Κόμματος είναι καταρχάς κάτι πιο ευρύ από τη στρατολογία νέων μελών. Οικοδόμηση του Κόμματος σημαίνει ύπαρξη γερών Κομματικών Οργανώσεων με κύρος στο χώρο τους, με ιδεολογική και πολιτική ενότητα στις γραμμές τους, με διαρκή προσήλωση στην ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη των επαναστατικών χαρακτηριστικών όλης της Κομματικής Οργάνωσης, όπως και του κάθε μέλους ξεχωριστά. Οικοδόμηση σημαίνει επίσης την ικανότητα της Κομματικής Οργάνωσης να είναι δεμένη με το χώρο που δρα, να έχει αναπτυγμένους ιδεολογικούς - πολιτικούς δεσμούς με κοινωνικοταξικά χαρακτηριστικά και προτεραιότητες. Πιο συγκεκριμένα, μια επιχειρησιακή ή κλαδική ΚΟΒ πρέπει να αναπτύσσει δεσμούς με τους εργάτες της επιχείρησης, να έχει κρίκους και επαφές σε όλη την κλίμακα της παραγωγής, σε όλα τα τμήματα, στα γραφεία. Αντίστοιχα, μια εδαφική ΚΟΒ πρέπει να αναπτύσσει την ικανότητά της να χτίζει και να σφυρηλατεί δεσμούς με την εργατική τάξη της περιοχής, τους φτωχούς αυτοαπασχολούμενους, τη νεολαία και τις γυναίκες των λαϊκών οικογενειών.

Η δουλειά αυτή πρέπει να έχει στόχο τη δημιουργία διευρυμένου δικτύου οπαδών του ΚΚΕ στον κάθε χώρο. Πρέπει δηλαδή να δημιουργεί προϋποθέσεις ώστε να συγκροτείται πυρήνας ανθρώπων κατά χώρο δουλειάς, ευρύτερα κατά κλάδο, επίσης αναλογικά και σε μια γειτονιά ή ένα φορέα, που μεθοδικά θα δουλεύουν για το Κόμμα, θα διαβάζουν και θα διακινούν το «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό και το λογοτεχνικό βιβλίο, τα υλικά του Κόμματος, θα δουλεύουν με κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης, θα παίρνουν μέρος σε συσκέψεις. Αυτός ο πυρήνας θα δουλεύει παράλληλα με συστηματικό τρόπο για να διαμορφώνονται όροι ισχυροποίησης του σωματείου, του συνδικάτου, της σωματειακής επιτροπής, της Λαϊκής Επιτροπής, του συλλόγου γυναικών, του φοιτητικού, του σπουδαστικού συλλόγου. Θα παρεμβαίνει με στόχο την ανάπτυξη αγωνιστικών διεργασιών και αντίστασης στην εργοδοσία, στην αντιλαϊκή πολιτική, στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, θα συμβάλλει –στο βαθμό των δυνατοτήτων του– στη διαμόρφωση κλίματος σύγκρουσης και αφοβίας ενάντια στο κεφάλαιο, ενάντια σε επιμέρους ή γενικότερα μέτρα, όπως απολύσεις, ατομικές συμβάσεις, απληρωσιά, τετράωρα.

Άρα θέλουμε ακόμη και εκεί που ξεκινάμε από το μηδέν να καταφέρουμε σιγά-σιγά να χτίσουμε με γερές ρίζες το Κόμμα. Να συγκροτούμε δηλαδή το δικό μας πυρήνα κόντρα στην εργοδοσία και στην ενιαία τάξη των καπιταλιστών, στον εργοδοτικό και ρεφορμιστικό συνδικαλισμό, κόντρα σε όλο το ρεύμα της απάθειας, της αναποτελεσματικότητας των αγώνων, του φόβου, της μοιρολατρίας, της ηττοπάθειας.

Αυτή η δουλειά προϋποθέτει μεγάλη πίστη και αφοσίωση, επιμονή και αταλάντευτη προσήλωση, ικανότητα οργάνωσης και διάταξης δυνάμεων, πεποίθηση ότι όποιες δυσκολίες και να συναντήσουμε θα παλέψουμε να τις υπερνικήσουμε, για να καταφέρουμε να ανάψει η φλόγα της δικής μας ιδεολογίας όπου έχουμε στοχεύσει.

Η οικοδόμηση είναι λοιπόν κάτι ευρύτερο από τη στρατολογία, αλλά προφανώς και οικοδόμηση χωρίς στρατολογία δε γίνεται. Άρα πρέπει και κάθε φορά να μετράμε πού βρισκόμαστε με βάση τους στόχους που έχουμε θέσει. Τι προϋποθέσεις έχουν διαμορφωθεί σε χώρους που έχουμε ιεραρχήσει, πού έχουμε καθυστερήσει και πρέπει να ανακάμψουμε.

Η επαναστατική στρατηγική του ΚΚΕ, η ανάγκη διαμόρφωσης της Λαϊκής Συμμαχίας προϋποθέτει την ύπαρξη και την πρωτοπόρα δράση ισχυρών Οργανώσεων του ΚΚΕ εκεί που «δένεται το ατσάλι», εκεί που παράγεται η υπεραξία, εκεί που ο εργάτης μπορεί καλύτερα απ’ οπουδήποτε αλλού να καταλάβει –αξιοποιώντας και την ίδια του την αναντικατάστατη πείρα– τη λειτουργία του καπιταλισμού. Δηλαδή καταρχάς στους κλάδους της βιομηχανίας, επίσης στα νοσοκομεία, στα ξενοδοχεία, στις μεγάλες εταιρίες, στο εμπόριο, στους υπόλοιπους κρίσιμους κλάδους. Εκεί μπορεί καλύτερα να «πιάσει» ο εργαζόμενος ότι τελικά οι κεφαλαιοκράτες είναι κηφήνες της κοινωνίας, παράσιτα που δε χρειάζονται στην παραγωγική διαδικασία, ότι «χωρίς αυτόν γρανάζι δε γυρνά», ότι «μπορεί χωρίς αφεντικά», όπως λένε και τα εύστοχα συνθήματα που γεννήθηκαν μέσα στους αγώνες των τελευταίων χρόνων.

Φυσικά η ολοκληρωμένη κατανόηση της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος και η ανάγκη ανατροπής του προϋποθέτει το μπόλιασμα του εργατικού «ενστίκτου» με τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία, με το Πρόγραμμα του ΚΚΕ. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει την ακούραστη δουλειά των κομμουνιστών ώστε να γίνεται καθημερινά πράξη αυτό το μπόλιασμα. Άρα σε αυτούς τους χώρους που αποτελούν τις ατμομηχανές της οικονομίας, εκεί που κρίνεται και θα κριθεί η έκβαση της ταξικής πάλης σε κάθε περίπτωση και εξέλιξη, εκεί οφείλουμε να στρέψουμε ακόμη πιο αποφασιστικά και συντεταγμένα το βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον μας, τις ακούραστες προσπάθειές μας για να συγκροτηθούν παντού Κομματικές Οργανώσεις του ΚΚΕ.

Μπροστά στα 100 χρόνια από την ίδρυση του ηρωικού ΚΚΕ, η καλύτερη τιμή στις εκατόμβες νεκρών και θυσιασμένων, στην αδιάλειπτη πάλη του Κόμματός μας για να γίνει πράξη η νίκη του σοσιαλισμού απέναντι στον καπιταλισμό, είναι να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, τον καλύτερο εαυτό μας, για να καταφέρουμε σημαντική και διακριτή πρόοδο σε αυτόν το στόχο.

Δεν παραγνωρίζουμε τις νέες δυσκολίες και τη μεγαλύτερη συνθετότητα που έχει η περίοδος που ζούμε. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται καταρχάς από την κυριαρχία της αντεπανάστασης, από τις οδυνηρές για τους λαούς συνέπειες του κοινωνικού πισωγυρίσματος που σηματοδότησε η ανατροπή του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις υπόλοιπες χώρες. Χαρακτηρίζεται επίσης από την πολιτική και ιδεολογική σαπίλα που παράγει και αναπαράγει η αστική τάξη για να διαιωνίζει την κυριαρχία της, από τη συκοφαντία στον οργανωμένο αγώνα και στην ταξική πάλη, από το δηλητήριο απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην ιστορία του δικού μας Κόμματος.

Είναι προφανές πως, για να μπορέσουμε σε αυτές τις συνθήκες να τα καταφέρουμε, χρειάζεται επίγνωση των δυσκολιών, πολύ πιο ισχυρή ιδεολογική και πολιτική θωράκιση, ψυχραιμία μπροστά στη συνολική υποχώρηση του παγκόσμιου κινήματος. Δεν αρκεί δηλαδή μόνο η θέληση, η επιμονή μας, αν και αυτά είναι απαραίτητα στοιχεία για να προχωρήσουμε. Το Πρόγραμμα του Κόμματος, οι αποφάσεις και τα ντοκουμέντα σε μια σειρά ζητήματα που αφορούν κύριες πλευρές του ατσαλώματος των κομμουνιστών, όπως τα συμπεράσματα για το Σοσιαλισμό και το Δοκίμιο Ιστορίας, είναι γερά και απαραίτητα όπλα στη συνολική ιδεολογική ενίσχυση που απαιτείται. Αυτό το θέμα φυσικά δεν έχει «τέλος», είναι συνεχής η ανάγκη διαρκούς εξοπλισμού, καλής γνώσης των εξελίξεων και ανάλυσής τους με βάση την ιδεολογία μας. Παρά τις δυσκολίες, μπορούμε –ειδικά στις πιο νέες ηλικίες– να αντιπαραβάλλουμε πειστικά στο «σάπιο και γερασμένο κόσμο τους» την ανωτερότητα του δικού μας κόσμου, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ 

Οι κομμουνιστές της Αττικής έχουν αντικειμενικά το δικό τους σοβαρό μερίδιο ευθύνης σε αυτόν το φιλόδοξο και σημαντικό σχεδιασμό. Πιο συγκεκριμένα, η Κομματική Οργάνωση Αττικής δρα, οργανώνει και παρεμβαίνει στο χώρο που συγκεντρώνει πολυπληθή και συγκεντρωμένη εργατική τάξη, στην έδρα των πιο σημαντικών μονοπωλιακών ομίλων. Στην Αττική υπάρχουν τα πιο μεγάλα εργοστάσια όλων των κλάδων της μεταποίησης, μεγάλα εργοστάσια ενέργειας, οι πιο σημαντικές και πολυπληθείς εταιρίες τηλεπικοινωνιών, οι σημαντικοί κόμβοι μεταφορών όλων των ειδών (χερσαίες, θαλάσσιες), αποθήκες, τεράστια εμπορικά καταστήματα, νοσοκομεία με εκατοντάδες εργαζόμενους, δήμοι με χιλιάδες εργαζόμενους λογής-λογής συμβάσεων και ειδικότητας, άλλοι κλάδοι με την ξεχωριστή σημασία τους ο καθένας. Επίσης αναπτύσσονται ραγδαία και νέοι τομείς, όπως αυτός της εφοδιαστικής αλυσίδας (εταιρίες logistics) στον οποίο ουσιαστικά εμπλέκεται κομμάτι των εργασιών μεταφοράς, αποθήκευσης και συσκευασίας προϊόντων, καθώς και σχετική εμπορική δραστηριότητα.

Πέραν της ήδη υπάρχουσας καπιταλιστικής δραστηριότητας στην Αττική, οι σχεδιασμοί της αστικής τάξης προβλέπουν και επιδιώκουν τη μετατροπή της Αττικής σε κόμβο εισαγωγής και μεταφοράς εμπορευμάτων, ενώ ιεραρχούν την αύξηση κλάδων όπως η βιομηχανία τροφίμων, η ενέργεια, το φάρμακο, το εμπόριο, ο επισιτισμός, ο τουρισμός, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες.

Επιπλέον είναι απαραίτητο να θυμίσουμε πως στην Αττική συγκεντρώνεται η καρδιά του αστικού κράτους, τα υπουργεία, συνολικά ο κρατικός μηχανισμός, τα κεντρικά επιτελεία όλων των κομμάτων, οι μεγάλες τράπεζες. Στην Αθήνα βρίσκονται επίσης οι έδρες των βασικών εργατικών ομοσπονδιών, τα επιμελητήρια, άλλοι σημαντικοί οργανισμοί.

Στους δήμους δεκάδων χιλιάδων κατοίκων –κυρίως στη Δυτική Αθήνα και στη Β΄ Πειραιά, αλλά και αλλού– πλειοψηφεί κατά πολύ το εργατικό, λαϊκό στοιχείο, η μεγάλη φτώχεια, η εκτίναξη της ανεργίας σε νεότερες, αλλά και μεγαλύτερες ηλικίες, η υποβάθμιση σε βαθμό απελπισίας όποιων παροχών υπήρχαν σε κρίσιμους τομείς όπως αυτός της υγείας, με αλλεπάλληλα κλεισίματα νοσοκομείων, ΠΕΔΥ κλπ. Πρόκειται για περιοχές με μεγάλες αγωνιστικές παραδόσεις και συγκριτικά σημαντική πολιτική επιρροή του ΚΚΕ. Επίσης, σε περιοχές όπως το Θριάσιο, το Κορωπί, η Παλλήνη βρίσκονται συγκεντρωμένες εκατοντάδες επιχειρήσεις, με μεγάλη ανάπτυξη και συνολική αλλαγή του ρυθμού ζωής και λειτουργίας λόγω αυτών των χώρων δουλειάς. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το αεροδρόμιο στα Σπάτα, με 16.000 εργαζόμενους πολλών κλάδων και ειδικοτήτων.

Εδώ λοιπόν, στην Αττική, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του, τα κύρια πυρά του και το δικό μας επαναστατικό Κόμμα, για να φτιαχτεί το αντίπαλο δέος στην τάξη των καπιταλιστών, ο αυριανός στρατός της επανάστασης. Αυτός ο στρατός όμως χτίζεται, οικοδομείται, εκπαιδεύεται και δοκιμάζεται από σήμερα, έτσι ώστε να είναι προετοιμασμένος για τα πιο μεγάλα καθήκοντα που μοιραία –αργά ή γρήγορα– θα κυοφορήσει η εποχή.

Οφείλουμε κάθε δραστηριότητά μας, κάθε απαραίτητη παρέμβαση για τα οξυμένα λαϊκά προβλήματα, κάθε αγωνιστικό σκίρτημα ή διεργασία, να δένεται αρμονικά και όχι άγαρμπα με την ανάγκη οικοδόμησης του Κόμματος, με την ανάγκη δηλαδή δημιουργίας κομματικής υποδομής. Έτσι, όσο ισχύει ότι στην Αττική είναι αντικειμενικά πιο έντονη η πάλη γιατί και οι εξελίξεις είναι πιο άμεσες και πιο ραγδαίες, οι διαρκείς παρεμβάσεις του Κόμματος και των συνδικάτων είναι πιο πολλές, άλλο τόσο ισχύει πως δεν πρέπει να «χανόμαστε» μόνο στην καθημερινή απαιτητική πολιτική και μαζική μάχη. Πρέπει δηλαδή να ξεχωρίζουμε την ανάγκη όχι μόνο καταγραφής αγωνιστικών, πολιτικο-ιδεολογικών ενεργειών, αλλά από αυτήν τη δουλειά να βγαίνει «ζουμί», που δεν είναι άλλο από το ξεχώρισμα των πιο πρωτοπόρων εργατών, που σταθερά, ψύχραιμα, θαρραλέα θα προετοιμάζονται για το επόμενο βήμα, την ένταξή τους στο Κόμμα.

 

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ 

Αυτή η προσπάθεια τα τελευταία 6 χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης συνάντησε νέες δυσκολίες, απαίτησε την ικανότητα πολύ μεγάλης συνοχής των Κομματικών Οργανώσεων για να καταφέρουμε να προστατέψουμε τον προσανατολισμό μας, για να ατσαλώνονται οι κομματικές δυνάμεις μέσα σε πρωτόγνωρες –τουλάχιστον για τα νεότερα κομματικά μέλη– δυσκολίες.

Ιδιαίτερα σημαντικό κομμάτι, που πρέπει να κριθεί αντικειμενικά, αφορά την ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία των Κομματικών Οργανώσεων, της ΚΝΕ, των οπαδών και φίλων του Κόμματος για να αντιμετωπίσουν όλη την καταιγίδα που ξέσπασε με την καπιταλιστική κρίση. Αφορά την ικανότητά μας δηλαδή να εξηγούμε καλά, πειστικά, τα αίτια της κρίσης, τη φιλολαϊκή πρόταση εξόδου από αυτή. Ν’ αντιπαρατεθούμε ολοκληρωμένα σε όλη την πανσπερμία απόψεων που αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται από τις διάφορες αστικές και οπορτουνιστικές πλευρές. Έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με επάρκεια τόσο τις απόψεις που έλεγαν πως «την κρίση θα την ξεπεράσουμε όλοι μαζί», «όλοι πρέπει να βάλουμε πλάτη», «τα μέτρα είναι αναπόφευκτα, αλλιώς όλοι μαζί θα βουλιάξουμε» κλπ., όσο και τις λεγόμενες «αντιμνημονιακές» απόψεις περί «γκόλντεν μπόις», καζινοκαπιταλισμού, κατοχής της χώρας, υποτέλειας κλπ. Πρόκειται για απόψεις που –παρά τις διαφορές τους– τελικά συνέκλιναν στο κύριο, στη συσκότιση των αιτιών της κρίσης, στη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος.

Φυσικά καταβάλαμε μια τεράστια προσπάθεια στην αντιπαράθεση με αυτές τις απόψεις, όμως δεν πρέπει να κρύψουμε πως αυτές τελικά ήταν οι κυρίαρχες, παγίδευσαν, ενσωμάτωσαν σημαντικά εργατικά, λαϊκά τμήματα, επέδρασαν τελικά και στον προσανατολισμό των αγώνων, αφόπλισαν σημαντικό κομμάτι του λαού. Αυτές οι απόψεις στάθηκαν εμπόδιο στη συνειδητοποίηση από λαϊκά στρώματα της αναγκαιότητας να πολεμήσουν το κεφάλαιο και την εξουσία του, να αντιπαρατεθούν με φωνές που τον καλούσαν σε «ανατροπή» ενώ εννοούσαν νέα δεσμά ενσωμάτωσης, νέα και αδιατάραχτη συνέχεια της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Αυτή η ιδεολογική επίθεση που δέχτηκε η εργατική τάξη, ο λαός, είχε μοιραία και τις συνέπειές της στην οικοδόμηση του Κόμματος, στη στρατολογία.

Μια άλλη ιδιαίτερη πλευρά της κρίσης είναι ότι έκλεισαν πολλοί χώροι δουλειάς. Οφείλουμε να καταγράψουμε αυτούς τους χώρους και να προσεγγίσουμε όποιες έμπειρες και αξιόμαχες κομματικές δυνάμεις υπάρχουν σε αυτούς. Ιδιαίτερες δυσκολίες θέτει το γεγονός ότι οι κομμουνιστές ήταν οι πρώτοι που απολύονταν, που έχαναν τη δουλειά τους, ακριβώς επειδή είναι πρωτοπόροι αγωνιστές, επειδή πρώτοι αυτοί συγκρούονταν με την εργοδοσία, με τους διάφορους μηχανισμούς, με τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

Συνολικότερα, οφείλουμε να έχουμε υπόψη μας ότι όλα αυτά τα χρόνια καταστρώθηκε ολοκληρωμένο σχέδιο με πολλές παραμέτρους για να δεχτεί το Κόμμα γερό χτύπημα, να αδυνατίσει σημαντικά σε κύρος, επιρροή και δυνάμεις. Εδώ έπιασαν στασίδι από τη μία ο κατασταλτικός μηχανισμός, η εργοδοτική τρομοκρατία, ο εκφοβισμός, και από την άλλη ο διαβρωτικός οπορτουνισμός, οι αντι-ΚΚΕ ιστοσελίδες που πρωί-βράδυ υπονομεύουν, συκοφαντούν, διαστρεβλώνουν τη στρατηγική του Κόμματος. Μοιραία και αντικειμενικά το μεγαλύτερο βάρος αυτής της πίεσης το δέχτηκε η ΚΟΑ. Αυτό, γιατί κατά κανόνα εδώ διαδραματίστηκαν οι κύριες πλευρές της κατασταλτικής, αλλά και ιδεολογικής επίθεσης του πολυπλόκαμου αντιπάλου. Εδώ δοκιμάστηκαν άλλωστε και διάφορα νέα «φρούτα», όπως οι περιβόητοι «αγανακτισμένοι» που αποτέλεσαν το θερμοκήπιο διάφορων αντιδραστικών απόψεων, με πιο χαρακτηριστικό ίσως τον πλαστό διαχωρισμό «μνημονιακών-αντιμνημονιακών δυνάμεων» που συσκότισε το ταξικό περιεχόμενο των εξελίξεων, το χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύτηκε με την προβολή της λογικής «έξω τα κόμματα», «έξω τα συνδικάτα».

Παρά το γεγονός ότι έχουμε πλήρη επίγνωση των πολλών αδυναμιών μας, πρέπει να σημειώσουμε ότι αντέξαμε, ότι το συντριπτικό χτύπημα που ήθελαν να μας πετύχουν δεν το κατάφεραν.

Στηριχτήκαμε στην ακούραστη δουλειά χιλιάδων κομμουνιστών, στα μέλη του Κόμματος και της ΚΝΕ, στους πολύτιμους οπαδούς και φίλους. Στηριχτήκαμε στις ρίζες που έχει το Κόμμα μας στην Αθήνα και στον Πειραιά, στους αγώνες, τις θυσίες που έχουν ποτίσει κάθε γωνιά αυτού του τόπου. Στηριχτήκαμε φυσικά στη σύγχρονη επαναστατική στρατηγική του Κόμματος, που είναι το μεγάλο μας όπλο για να απευθυνθούμε στην εργατική τάξη, στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα.

Τώρα μπορούμε να δούμε πιο συντεταγμένα τα κενά και τα προβλήματά μας. Να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας υποκειμενικές αδυναμίες, να εξετάσουμε ψύχραιμα την πορεία εξέλιξης της καπιταλιστικής οικονομίας και στο χώρο της Αττικής, να διατάξουμε κατάλληλα τις δυνάμεις μας. Τώρα είναι η στιγμή να καταφέρουμε ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά, στην οικοδόμηση, τη στρατολογία του Κόμματος και της ΚΝΕ, με αρχικό ορίζοντα το 20ό Συνέδριο και τη σημαντική επέτειο των 100 χρόνων του Κόμματος.

Στη συνέχεια θα επισημάνουμε ορισμένες επιπλέον σκέψεις που προκύπτουν από την πείρα της ΚΟΑ και αποτελούν προϋποθέσεις για τη βελτίωση της δουλειάς μας. Αφορούν κυρίως οργανωτικές προϋποθέσεις που πρέπει φυσικά να συνδυαστούν με την κατάλληλη ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση για να μετουσιωθούν σε υλική δύναμη. Φυσικά, αυτές οι προϋποθέσεις δεν εξαντλούν όλες τις πτυχές του θέματος που μελετάμε, μπορούν όμως να συμβάλλουν στην πιο ενιαία αντιμετώπιση των αδυναμιών μας και να αποτελέσουν μια βάση ξεπεράσματος και άλλων δυσκολιών.

 

Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΝΙΑΙΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ 

Ενιαίο σχέδιο σημαίνει πως έχουν επιλεγεί συγκεκριμένες επιχειρήσεις, όμιλοι, εργοστάσια και άλλοι σημαντικοί χώροι δουλειάς που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον μας από την άποψη της σημασίας τους στην παραγωγή, του αριθμού των εργατών που δουλεύουν εκεί, της έντασης της εκμετάλλευσης που υφίσταται το εργατικό δυναμικό. Μετά από την καταγραφή, για να υπάρξει αποτέλεσμα, αυτοί οι χώροι δουλειάς πρέπει να «πολιορκηθούν» καταρχάς απ’ όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις, από κατάλληλες δυνάμεις του όμορου κλάδου, από δυνάμεις συντρόφων που κατοικούν στην περιοχή που λειτουργεί η συγκεκριμένη επιχείρηση.

Αν, για παράδειγμα, έχουμε ως στόχο την οικοδόμηση κομματικού πυρήνα σε ένα εργοστάσιο στο Θριάσιο, αυτό αφορά με τον έναν ή τον άλλον τρόπο όλους τους κομμουνιστές, όχι μόνο αυτούς που δουλεύουν ή αυτούς που κατοικούν εκεί γύρω. Αφορά έμπρακτα τις Κομματικές Οργανώσεις της ευρύτερης περιοχής (π.χ. Χαϊδάρι, Αιγάλεω κλπ.), γιατί εκατοντάδες εργάτες που δουλεύουν στο Θριάσιο κατοικούν σε αυτούς τους γειτονικούς δήμους. Αφορά τις ΚΟ συνολικά στην Αττική, γιατί πούλμαν για τις επιχειρήσεις αυτές φεύγουν από παντού, με σημεία-κόμβους κάποιους πολυσύχναστους σταθμούς μετρό και άλλων μέσων μαζικής μεταφοράς.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη στη δουλειά μας το γεγονός ότι οι εργατοϋπάλληλοι –ειδικά των μεγάλων επιχειρήσεων– είναι διασκορπισμένοι σε όλη την Αττική. Έχει αλλάξει προ πολλού το παλιό καθεστώς στο οποίο οι εργαζόμενοι έμεναν λίγο-πολύ κοντά στο χώρο εργασίας τους. Η αλλαγή αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, και με τη μεταφορά των μεγαλύτερων εργοστασίων σε πιο περιφερειακές περιοχές, στις εθνικές οδούς, γιατί αυτό συμφέρει τους καπιταλιστές από άποψη χρόνου μεταφοράς των εμπορευμάτων και λόγω άλλων παραμέτρων. Αυτό κάνει τη δουλειά μας πιο σύνθετη. Είναι μια επιπλέον δυσκολία που χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε. Σε κάθε περίπτωση όμως, όλοι πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας να αξιοποιήσουμε και την παραμικρή χαραμάδα, μια έστω πρωτόλεια γνωριμία, για να καταφέρουμε να προχωρήσουμε πιο γοργά, να «πιάσουμε επαφή». Με ένα τέτοιο πνεύμα δουλειάς μπορούμε να ελαττώσουμε σε σημαντικό βαθμό δυσκολίες σαν αυτές που προαναφέρθηκαν.

 

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝ ΟΜΑΔΩΝ ΔΟΥΛΕΙΑΣ 

Η παραπάνω παρέμβαση προϋποθέτει τη λήψη συγκεκριμένων οργανωτικών μέτρων που πρέπει να ξεκινούν από την Επιτροπή Περιοχής πάντα σε ουσιαστικό συντονισμό με τις Τομεακές Οργανώσεις και τις ΚΟΒ. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Με βάση το στόχο οικοδόμησης σε ένα εργοστάσιο, συγκροτούμε ομάδα συντρόφων είτε από τον κλάδο και τη γειτονιά είτε από δυο κοντινές γειτονιές, ή ακόμη και με τη συνδρομή συντρόφων από τα ΑΕΙ-ΤΕΙ που σπουδάζουν σε σχολές που το αντικείμενό τους είναι όμοιο ή παρεμφερές με το αντίστοιχο εργοστάσιο. Αυτή η ομάδα δεν πρέπει να λειτουργεί «χύμα», αλλά οργανωμένα και κομμουνιστικά, με μέθοδο και προσανατολισμό. Πρέπει να κάνει τακτικές συσκέψεις με εισήγηση, να ορίσει υπεύθυνο, να μελετά τις εξελίξεις, να βάζει στόχους, να αξιολογεί την πείρα της δουλειάς, τις δυνατότητες και τις δυσκολίες.

Εδώ χρειάζεται προσοχή σε ένα θέμα, μια απλούστευση, θα λέγαμε, που ορισμένες φορές συναντάμε: Κοινό σχέδιο οικοδόμησης από τον κλάδο και την εδαφική οργάνωση δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ή κυρίως ότι όλα θα είναι «κοινά», δηλαδή οι εξορμήσεις, οι περιοδείες, η προπαγάνδα κλπ. Πολλές φορές τα ωράρια, οι ρυθμοί, άλλες παράμετροι, δυσκολεύουν μια τέτοια πρακτική. Αυτό δεν πρέπει να εμποδίζει το άπλωμα ενός καλά οργανωμένου ενιαίου σχεδίου. Πιο συγκεκριμένα και ιδιαίτερα για τις εδαφικές οργανώσεις, η ίδια η ζωή έχει δείξει πως χρειάζεται οι ίδιες να πάρουν την πρωτοβουλία να παρέμβουν στα εργοστάσια και στους άλλους σημαντικούς χώρους δουλειάς που βρίσκονται στην ευθύνη τους, να καταγράψουν δυνάμεις, να εξορμούν με υπομονή και πείσμα.

Εδώ απαιτείται μια παρενθετική σημείωση. Οι εδαφικές οργανώσεις εδώ και χρόνια έχουν έναν τρόπο δουλειάς που έχει διαμορφώσει στον έναν ή στον άλλο βαθμό μια πολιτική κομματική επιρροή. Είναι η κυριακάτικη εξόρμηση με το «Ριζοσπάστη» σπίτι-σπίτι, είναι οι εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις για διάφορα θέματα στη γειτονιά, η ενασχόληση με διάφορα λαϊκά προβλήματα, οι συσκέψεις στα σπίτια. Επίσης έχουμε την παρουσία και δράση σε μια σειρά φορείς του λαϊκού κινήματος, σε ενώσεις και συλλόγους γονέων, σε συλλόγους βρεφονηπιακών σταθμών, σε πολιτιστικούς και αθλητικούς συλλόγους. Όλη αυτή η σημαντική δραστηριότητα έχει διαμορφώσει μια καταγραφή, μια χαρτογράφηση, όπως λέμε. Το κύριο θέμα όμως που πλέον χρειάζεται να αντιμετωπιστεί πιο συντεταγμένα είναι ότι και οι εδαφικές οργανώσεις από αυτήν τους την καταγραφή χρειάζεται καταρχάς να επικεντρώνονται στο βασικό στοιχείο: Πού δουλεύει ο οπαδός, ο φίλος του Κόμματος και τι δράση, συνολικά τι στάση έχει εκεί. Αν είναι γραμμένος στο σωματείο του (το στοιχειώδες, που δεν είναι όμως και αυτονόητο), αν έχει γνωριστεί με συντρόφους και οπαδούς του κλάδου του, αν είναι αποφασιστικός απέναντι στην εργοδοσία, τον εργοδοτικό συνδικαλισμό.

Δεν πρέπει να υποτιμάμε το φαινόμενο που συχνά έτσι κι αλλιώς έχουμε συναντήσει, ένας φίλος του Κόμματος να κινείται δραστήρια στη γειτονιά του, να είναι συσπειρωμένος σε ένα φορέα, να μπαίνει ακόμη και υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές με τη «Λαϊκή Συσπείρωση», χωρίς όμως να δείχνει την ίδια ζέση στο χώρο δουλειάς του. Το πρόβλημα βρίσκει καταρχάς την ερμηνεία του στις μεγαλύτερες συγκριτικά δυσκολίες που έχει η δράση στο χώρο δουλειάς, με βασικό το φόβο της απόλυσης. Μπορεί όμως να έχει να κάνει και με δικές μας αδυναμίες, να μην έχουμε επιμείνει, να μην έχουμε παρακινήσει το φίλο αυτό να συνδεθεί και με τον κλάδο του. Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κάνουμε βήματα, να μελετήσουμε καλύτερα την καταγραφή μας, να ξεχωρίσουμε περιπτώσεις. Όπου έχει γίνει τέτοια συστηματική και επίμονη δουλειά, ήδη έχουμε καταγράψει βήματα: Κλαδικές οργανώσεις έχουν εντάξει επιπλέον δραστήριους οπαδούς στην πάλη τους, ενώ έχει εμπλουτιστεί και το περιεχόμενο δράσης των εδαφικών ΚΟΒ, έχει γίνει καλύτερη αξιολόγηση και δοκιμασία οπαδών και φίλων.

Επανερχόμαστε: Αν υπάρχει σαφήνεια στο τι πάμε να πετύχουμε, στο ποιος είναι τελικά ο στόχος μας, οι δυσκολίες μπορούν να αντιμετωπίζονται. Είναι σημαντικό, π.χ. στην ορισμένη κοινή σύσκεψη της ομάδας δουλειάς, να γίνεται αναφορά στις εξελίξεις στο εργοστάσιο και στον κλάδο γενικότερα, στη συνολική τακτική της εργοδοσίας, στην πολιτική μισθών, προσλήψεων κλπ., στη δράση των άλλων δυνάμεων μέσα στο χώρο. Στην απόκτηση αυτών των γνώσεων οι σύντροφοι των κλαδικών οργανώσεων έχουν αντικειμενικά μεγαλύτερη ευχέρεια και μπορούν να βοηθήσουν τους συντρόφους των εδαφικών οργανώσεων να εξοπλίζονται, να προσαρμόζουν κατάλληλα τα επιχειρήματά τους, να ξέρουν καλύτερα το χώρο που παρεμβαίνουν. Σε αυτήν τη δουλειά πρέπει να μπαίνουν κάθε φορά νέοι στόχοι, από τα πιο απλά πράγματα (διακίνηση κομματικού και συνδικαλιστικού υλικού, δίκτυο διακίνησης «Ριζοσπάστη» κλπ.), μέχρι τα πιο απαιτητικά και σύνθετα.

Γενικεύοντας, η γνώση του κλάδου, η καλή επαφή με τους εργαζόμενους, η σωστή εκτίμηση των διαθέσεών τους αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για να μπορέσουμε να διεμβολίσουμε ακόμα και έναν «άβατο» χώρο. Τέτοια στοιχεία αποτελούν και η ικανότητά μας να προσλαμβάνουμε το πώς επιδρούν οι γενικές πολιτικές εξελίξεις στη συνείδηση, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύει η εργοδοσία τη γενική πολιτική γραμμή της αστικής τάξης σε κάθε χώρο. Απαιτείται επίσης η αντικειμενική εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο επιδρούν οι δικές μας προτάσεις και θέσεις, οι κινήσεις του Κόμματος, του ΠΑΜΕ, του κλαδικού συνδικάτου, της Ομοσπονδίας.

Βασιζόμενοι στη γνώση των παραπάνω, πρέπει να αξιοποιούμε και αιχμές στη δουλειά μας, που εύστοχα, γειωμένα, να πατάνε στην πείρα και την πραγματικότητα της ζωής του εργάτη. Πρέπει, για παράδειγμα, να παρεμβαίνουμε άμεσα και αποφασιστικά στις περικοπές μισθών, σε απολύσεις, πρέπει τα συνθήματα, τα αιτήματα, οι διεκδικήσεις να είναι εύστοχα, χειροπιαστά δεμένα με την κατάσταση του συγκεκριμένου χώρου, να ανταποκρίνονται στα δεδομένα του συγκεκριμένου χώρου. Έτσι, για παράδειγμα, ενώ το σύνθημα «εμείς δε ζούμε με 400 ευρώ» είναι γενικά σωστό, σε ένα χώρο που οι εργαζόμενοι πληρώνονται με 1.000 ευρώ είναι άστοχο, δημιουργεί το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θέλουμε, ωθεί το μέσο εργαζόμενο να σκεφτεί «καλά είμαστε εδώ που είμαστε, υπάρχουν και πολύ χειρότερα».

Μια τέτοια ολοκληρωμένη δουλειά φέρνει αποτελέσματα αργά ή γρήγορα, δε χρειάζεται ανυπομονησία και βιαστικά συμπεράσματα. Έχουμε δεκάδες παραδείγματα στην ΚΟΑ, όπου τον πρώτο καιρό οι εργάτες ενός εργοστασίου ούτε καλημέρα δεν έλεγαν στα συνεργεία του Κόμματος, δεν είχαν επαφή, εμπιστοσύνη. Η συνεχής αταλάντευτη δουλειά όμως «ανοίγει πόρτες», άλλοτε πιο γρήγορα, άλλοτε πιο αργά. Σημασία έχει εμείς να μη βιαζόμαστε, να πιάνουμε καλά την ψυχολογία της εργατικής τάξης, να γνωρίζουμε καλά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Να ενημερώνουμε τους εργαζόμενους τόσο για τα γενικά πολιτικά - ιδεολογικά ζητήματα όσο και για τα ιδιαίτερα ζητήματα του κλάδου τους. Να έχουμε γνώση των εξελίξεων και επαγρύπνηση για να μπορούμε να παρέμβουμε εύστοχα σε οποιαδήποτε πιθανή εξέλιξη.

Την ίδια στιγμή πρέπει να μάθουμε να ακούμε καλύτερα και τι μας λένε. Στην αρχή είναι ένα μισόλογο, μια σκέψη, μια παρατήρηση, μια πληροφορία, μια πρόταση ή και μια κριτική. Τι άλλο άλλωστε θα μπορούσε να είναι έξω από την πόρτα του εργοστασίου ή στο 10λεπτο διάλειμμα; Σημασία έχει να αξιοποιούμε και το παραμικρό, να συνεχίζουμε τη ζωντανή επαφή από εκεί που την αφήσαμε, όχι ξεκινώντας μόνιμα από την αρχή.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι έχει μεγάλη σημασία να μπαίνει το Κόμμα, το συνδικάτο, η Ομοσπονδία, μέσα στους χώρους δουλειάς και να μιλάει σε συγκεντρωμένους εργαζόμενους. Και αυτό ισχύει παρά το γεγονός ότι μπορεί να μη φέρνει άμεσα αποτελέσματα ή ότι μπορεί να είναι και ο χαφιές της εργοδοσίας από πάνω και να παρακολουθεί ποιος λέει και τι λέει. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία αυτή η δουλειά. Απόδειξη, ότι κατά κανόνα η εργοδοσία «λυσσάει» σε εκατοντάδες χώρους για να μην μπούμε μέσα, να μην πραγματοποιηθούν τέτοιες ομιλίες. Κάτι ξέρουν οι εργοδότες, οι διευθυντές, κάτι αφήνει η δουλειά που κάνουμε, ακόμη και αν εμείς δεν το διαισθανόμαστε με την πρώτη ματιά. Μην ξεχνάμε πως αυτή η μορφή κατακτήθηκε με αίμα από το Κόμμα και το κίνημα. Μην ξεχνάμε πως μπορεί να χρειαστεί, για να έρθουμε σε επικοινωνία με τους εργάτες, να συγκρουστούμε με νόμους και εργοδοτικές πρακτικές, να πηδήξουμε κάγκελα, να βάλουμε ντουντούκες να βαράνε, να γράψουμε συνθήματα, να κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να τα καταφέρουμε να δώσουμε στην αρχή ένα φυλλάδιο. Είναι απαραίτητο να κατοχυρώνεται ότι το Κόμμα, το σωματείο μπαίνει μέσα στο εργοστάσιο, έστω για να πουν δυο κουβέντες, να δώσουν θάρρος σε έναν οπαδό μας, να τους κλείσει ένας άνθρωπος το μάτι. Αν αφήσουμε εδώ χώρο, θα ξεσαλώσει και άλλο η κυβέρνηση, η αστική τάξη. Δεν επιτρέπεται δηλαδή να ολιγωρούμε, να μη μεριμνούμε, να μη ζητάμε να έρθουμε σε επαφή με τους εργάτες. Δεν εξαντλείται δηλαδή η δουλειά μας με μια ομιλία –αλίμονο– όμως οφείλουμε να εντάξουμε και αυτήν τη μορφή πιο συστηματικά στο οπλοστάσιο μας.

Η προσπάθεια οικοδόμησης στους χώρους δουλειάς προϋποθέτει επίσης τη σταθερότητα στη σύνθεση των ομάδων που παρεμβαίνουν στις επιχειρήσεις, γιατί καθοριστικό ζήτημα είναι η προσωπική επαφή και γνωριμία, το κέρδισμα της εμπιστοσύνης, το να μιλάς στον εργαζόμενο με το μικρό του όνομα και να σε ξέρουν αντίστοιχα έτσι, όχι δηλαδή απρόσωπα και άμορφα. Η τυπικότητα και η προχειρότητα, περίπου ένας τρόπος «να γίνει η εξόρμηση για να γίνει, με όποιους να ’ναι κάθε φορά», είναι κακός σύμβουλος και δείχνει ερασιτεχνισμό, γι’ αυτό πρέπει να εξαλειφθεί πλήρως για να έχουμε αποτελέσματα.

 

ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΤΟ «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ» 

Ο «Ριζοσπάστης» αποτελεί το κύριο καθημερινό όπλο κάθε κομμουνιστή, όπου και αν δουλεύει ή κινείται. Ειδικά ο κομμουνιστής που πάει στη δουλειά του το πρωί, είτε στο λεωφορείο είτε μέσα στο εργοστάσιο, στο γραφείο, οπουδήποτε, αξιοποιεί με όλους τους τρόπους την εφημερίδα. Ακόμη περισσότερο: Ίσως ο πιο σαφής δείκτης εδραίωσης κλίματος εμπιστοσύνης, σταθερής πολιτικής - ιδεολογικής παρέμβασης μέσα σε ένα χώρο, είναι η ικανότητα έστω ενός κομματικού μέλους, πόσο μάλλον μίας ΚΟΒ, να καταφέρνουν να διακινούν πολλαπλάσια φύλλα του «Ριζοσπάστη» μέσα στη δουλειά. Έχουμε δεκάδες τέτοια παραδείγματα αθόρυβης δουλειάς συντρόφων ή και οπαδών του Κόμματος που κινούνται υποδειγματικά και αναπαράγουν τη φωνή του Κόμματος μέσω της διακίνησης της εφημερίδας στους συναδέλφους τους.

Και εκεί που δεν έχουμε κανέναν «από μέσα» να κάνει –έστω αδύνατα– αυτήν τη δουλειά; Κάνουμε σταθερή εξόρμηση απ’ έξω με σταθερότητα, συνέχεια και μέθοδο. Διαδίδουμε με θάρρος την εφημερίδα της ΚΕ του ΚΚΕ. Αξιοποιούμε άρθρα που αναφέρονται και πιο συγκεκριμένα σε έναν αγώνα, σε μια εξέλιξη ενός κλάδου ή σε ένα άλλο σημαντικό γεγονός, για να παρακινήσουμε τους εργάτες να διαβάσουν, να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή είναι η δική τους φωνή, ότι το ΚΚΕ παλεύει για τα δικά τους συμφέροντα. Ακόμη και αν για ένα χρονικό διάστημα οι εργάτες μάς ακούνε, αλλά δεν αποφασίζουν να προμηθευτούν το «Ριζοσπάστη», εμείς ξέρουμε ότι τίποτα από την προσπάθειά μας δεν πάει χαμένο. Έχουμε παράδειγμα συντρόφου που, κάνοντας εξόρμηση σε μια γειτονιά, έπεσε πάνω σε ένα λαϊκό σπίτι που πήρε «Ριζοσπάστη» και μια γυναίκα του είπε «σε ξέρω, έρχεστε κάθε Δευτέρα έξω από το εργοστάσιο, εκεί ακόμη δεν τολμώ να πάρω εφημερίδα, μας βλέπει ο χαφιές της εργοδοσίας, όμως εδώ να έρχεσαι κάθε Κυριακή». Είναι ένα πρώτο βήμα αυτό για να γίνουν μετά τα υπόλοιπα και πιο σημαντικά, δηλαδή η οργάνωση μέσα στο εργοστάσιο, το ξεπέρασμα του φόβου και του δισταγμού.

 

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΚΟΒ 

Φυσικά το Κόμμα μας έχει μεγάλη πείρα σε όλη την 97χρονη πορεία του από τη δουλειά με οπαδούς και φίλους, από τη διαμόρφωση δικτύου ανθρώπων στη δουλειά, στη γειτονιά, στο κίνημα. Και τα τελευταία χρόνια όμως –και ειδικά μετά από το 2012– η πείρα μας σε αυτόν τον τομέα είναι θετική. Καταγράφουμε κάπως πιο συγκεκριμένα την περίοδο μετά από το 2012, γιατί τότε χρειάστηκε πολύ βαθιά ιδεολογική δουλειά και σε κοντινούς οπαδούς του Κόμματος γύρω από τη θέση μας για τη μη συμμετοχή ή στήριξη του ΚΚΕ σε αστικές κυβερνήσεις. Αυτή η ανάγκη γέννησε και νέες απαιτήσεις, όπως και νέες δυνατότητες.

Η ουσία είναι πως οι δραστήριοι οπαδοί του Κόμματος δεν είναι απλώς ψηφοφόροι ή συμπαθούντες. Είναι δραστήριοι μαχητές στο πλάι των ΚΟΒ. Για να συμβαίνει όμως αυτό χρειάζεται ουσιαστική μέριμνα για τη στήριξή τους, χρειάζονται και οργανωτικά μέτρα για να αξιοποιούνται κατάλληλα, να λένε τη γνώμη τους και τους προβληματισμούς τους. Έτσι, είναι πολύ σημαντικό ότι στις περισσότερες ΚΟΒ είναι δομημένος πλέον πιο διακριτά ένας ικανός περίγυρος οπαδών που έρχεται σταθερά όχι απλώς σε ενημερωτικές συσκέψεις, αλλά –ένας αδόκιμος όρος– σε «συσκέψεις εργασίας». Δηλαδή σε συσκέψεις που εξοπλίζονται πολιτικά και ιδεολογικά, χρεώνονται καθήκοντα, αναλαμβάνουν την εκπροσώπηση του Κόμματος στο χώρο ευθύνης τους. Πραγματοποιήσαμε και ιδεολογικά μαθήματα με την παρουσία δραστήριων οπαδών που κατά κανόνα ήρθαν πλήρως προετοιμασμένοι, διαβασμένοι και αισθανόμενοι τιμή και ευθύνη για το ότι το Κόμμα τούς καλεί σε μια τέτοια λειτουργία του.

Μια τέτοια σταθερή πρακτική, που –με επίκεντρο την κάθε ΚΟΒ– θα διευρύνει ποσοτικά και θα βαθαίνει ποιοτικά τους οπαδούς του Κόμματος σε όλη την Αττική, πέρα από το ότι πολλαπλασιάζει τις μάχιμες δυνάμεις του ΚΚΕ για όλα τα καθήκοντα της ταξικής πάλης, παράλληλα προετοιμάζει κάποιους τουλάχιστον από αυτούς για το επιπλέον βήμα, την ένταξη στο Κόμμα.

 

ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΕ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ 

Σε ένα εργοστάσιο τροφίμων το ταξικό επιχειρησιακό συνδικάτο αποφάσισε να κάνει –κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος της παραγωγής– παρουσίαση του βιβλίου της Σύγχρονης Εποχής «Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;». Πριν την καθορισμένη μέρα είχε καταφέρει να διακινήσει πολλές δεκάδες βιβλία. Η βιβλιοπαρουσίαση έγινε παρά τα εμπόδια και τις τρικλοποδιές που έβαζε η εργοδοσία, ενώ την ομιλία πραγματοποίησε στέλεχος του συνδικάτου. Η εκτίμηση που έκανε η ΚΟΒ και το ΔΣ του συνδικάτου ήταν ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία βοήθησε, δημιούργησε ενδιαφέρον και καλές συζητήσεις. Έγινε δηλαδή δυνατό να φτάσουμε σε μεγαλύτερο βάθος τη συζήτηση με τους εργάτες, να ανοίξει μια μεγαλύτερη γκάμα θεμάτων, πέρα από τα καθημερινά, τα άμεσα.

Με αυτό το παράδειγμα θέλουμε να δείξουμε πόσο ουσιαστική και πολύμορφη δουλειά μπορούν να κάνουν οι κομμουνιστές μαζί και με άλλους πρωτοπόρους εργάτες κόντρα στην αποχαύνωση, τη ρουτίνα, την ακινησία. Οι κομμουνιστές είμαστε εχθροί της τυπικότητας, της έλλειψης ενθουσιασμού. Βάζουμε πάντα παλμό και μεράκι στη δουλειά μας. Στύβουμε το μυαλό μας για να βρούμε τις κατάλληλες κάθε φορά μεθόδους για να προσεγγίσουμε τους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται για κάποιο κόλπο, δεν πάμε να ξεγελάσουμε κανέναν. Τις θέσεις και τις ιδέες μας θέλουμε να προβάλουμε και να πείσουμε γι’ αυτές, θεωρούμε ανάξιο να τις κρύβουμε.

Ας μην ξεχνάμε πως το ίδιο το σάπιο παρηκμασμένο καπιταλιστικό σύστημα έχει πολλαπλά κανάλια για να προσεγγίζει, να διαστρέφει την πραγματικότητα, να αλλοιώνει τα κριτήρια, να κάνει το λαό συνένοχο –συχνά και χειροκροτητή– των επιλογών του. Ακόμη και τη σαπίλα του θέλει να την προβάλλει για να ευνουχίζει, να αποκοιμίζει, να αφοπλίζει. Το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα είναι το γεγονός ότι την 9η Μάη η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, το Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, διάφορες ΜΚΟ, βγήκαν στο σεργιάνι για να πουλήσουν κάνναβη και να προβάλουν τη ναρκω-μαστούρα. Αντίθετα, το ΚΚΕ, η ΚΝΕ, το ΕΣΥΝ αξιοποίησαν την 26η Ιούνη (Παγκόσμια Μέρα κατά των Ναρκωτικών) για μια πολύμορφη παρέμβαση με στόχο την ανάδειξη των ναρκωτικών ως φυγή από την άσχημη πραγματικότητα, ως υποταγή σε αυτήν και ως εμπόδιο στην υιοθέτηση αγωνιστικής στάσης ζωής. Ο κόσμος τους και ο κόσμος μας.

Άλλο παράδειγμα: Μια Οργάνωση παρεμβαίνει εδώ και καιρό σε ένα μεγάλο και σύγχρονο χώρο δουλειάς, στον οποίο μάλιστα δεν είχε για πολύ καιρό καταφέρει να αποκτήσει σταθερότητα στις επαφές της. Πρόκειται για χώρο δουλειάς με πολλές γυναίκες στη γραμμή παραγωγής, εντατικοποίηση, χαμηλά μεροκάματα. Οι σύντροφοι βρήκαν τον τρόπο να προβάλλουν με υλικό, ταμπλό, σύντομο βίντεο, τις κατακτήσεις που είχε η εργατική τάξη στο σοσιαλισμό, από τα ωράρια και τους παιδικούς σταθμούς μέχρι τα δημόσια πλυντήρια, τα εστιατόρια και τους χώρους άθλησης μέσα στο εργοστάσια. Αυτό «σόκαρε» θετικά κυρίως τις εργαζόμενες εκεί, άνοιξαν συζητήσεις και ενισχύθηκε η επαφή.

Ξέρουμε λοιπόν πως μόνο έτσι, αν δηλαδή από πολλούς δρόμους και με πολλούς τρόπους προσεγγίσουμε έναν εργατοϋπάλληλο, μπορούμε να τον βοηθήσουμε να ανυψωθεί, να αποκτήσει γενικότερο ενδιαφέρον για τα πράγματα, να μη μένει περιορισμένος στο μικρόκοσμό του. Εδώ ακόμη περισσότερο πρέπει «να πέσουν τα τείχη» του διαχωρισμού της δουλειάς μεταξύ κλάδου και εδάφους. Για παράδειγμα, μια πολιτική - πολιτιστική εκδήλωση που διοργανώνει μια εδαφική Κομματική Οργάνωση για μια από τις τόσες σημαντικές επετείους ή γεγονότα, που έτσι κι αλλιώς θα πυκνώσουν μπροστά στα 100 χρόνια του ΚΚΕ, πρέπει να απασχολεί όλες τις υπάρχουσες δυνάμεις που κινούνται γύρω από την περιοχή. Πρέπει να απασχολεί, π.χ. και τους συντρόφους μιας «κοντινής» κλαδικής οργάνωσης για να την προπαγανδίσουν και αυτοί μέσα στο χώρο τους, για να επιμείνουν ώστε να παραβρεθούν καταρχάς οι υποψήφιοι προς στρατολογία, οι οπαδοί και φίλοι του ΚΚΕ. Αντίστοιχα, π.χ. μια εκδήλωση της ΤΟ Βιομηχανίας για την Πρωτομαγιά ή για κάποιο άλλο θέμα οφείλει να απασχολήσει όλες τις εδαφικές οργανώσεις, γιατί και αυτές «χτυπούν» εργοστάσια, και αυτές έχουν γνωριμίες με βιομηχανικούς εργάτες.

Το ζήτημα της πολυμορφίας αφορά και τη δουλειά μας στο κίνημα, στα αιτήματα, τις διεκδικήσεις, το συνολικό πλαίσιο πάλης και αγώνα του ΠΑΜΕ, των Λαϊκών Επιτροπών και των άλλων αγωνιστικών φορέων. Βεβαίως κάθε πράγμα έχει την ιεράρχηση και τη σημασία του. Είναι προφανές πως ένας εργάτης νοιάζεται καταρχάς για τα βασικά που του στερεί η αντιλαϊκή πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων, η εργοδοτική πρακτική: για το μισθό, για τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα, για την ασφάλιση, για τα ανύπαρκτα μέτρα ασφάλειας, ακόμη και για το ίδιο το δικαίωμα στη δουλειά, με τις απολύσεις να δίνουν και να παίρνουν. Δε χωράει συζήτηση πως –πέρα από την καθημερινή παρέμβαση και πάλη– ειδικά όταν συμβαίνει ένα γεγονός προϊόν της πάγιας εργοδοτικής επιδίωξης για συνεχή κερδοφορία, «όλα τα σφυριά πρέπει να χτυπάνε εκεί». Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι το εγκληματικό «ατύχημα» στα ΕΛΠΕ, ενώ πολύ χαρακτηριστικός ήταν ο ηρωικός αγώνας των εργατών της Χαλυβουργίας, που συγκίνησε, παρακίνησε, ενέπνευσε εκατοντάδες φορείς, σωματεία, αλλά και πολλούς λαϊκούς ανθρώπους να συμπαρασταθούν με όποιον τρόπο μπορούσαν.

Ο σχεδιασμός μας όμως μπορεί να πιάνει ενισχυτικά και άλλες πλευρές. Π.χ. οι Λαϊκές Επιτροπές της Δυτικής Αθήνας, του Πειραιά, της Α΄ Αθήνας πραγματοποίησαν πρόσφατα μια πλατιά καμπάνια για το οξυμμένο πρόβλημα της υγείας σε όλη την περιοχή, με κορύφωση πετυχημένα συλλαλητήρια και συγκεντρώσεις. Στο πλαίσιο αυτής της πρωτοβουλίας, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να απευθυνθούν στα σωματεία, αλλά και συνολικά στους εργάτες όλων των μεγάλων επιχειρήσεων, και να τους καλέσουν να κάνουν δικό τους θέμα αυτό το μεγάλο λαϊκό πρόβλημα. Όταν λέμε «να το κάνουν δικό τους», εννοούμε όχι απλώς να πουν «ναι, είναι καλή η πρωτοβουλία που παίρνετε» (αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο), αλλά να αποφασίσουν ότι και γι’ αυτό το ζήτημα αξίζει να οργανωθούν, να παλέψουν μέσα στο χώρο τους και φυσικά στη γειτονιά τους.

Ή, άλλο παράδειγμα, μια επιτροπή ανέργων πέρα από τη γενική δραστηριότητα που έχει, τη δουλειά συσπείρωσης ανέργων, χρειάζεται για πολύ ουσιαστικούς λόγους να παρέμβει και στους εργάτες μιας κοντινής επιχείρησης. Να πει με απλά λόγια πως «η εργοδοσία και η κυβέρνηση θέλουν να μας διασπάσουν, να μας βάλουν να τσακωνόμαστε μεταξύ μας. Θέλουν να μας χρησιμοποιήσουν ως μοχλό πίεσης για να πέσουν τα δικά σας μεροκάματα. Εμείς όμως είμαστε εδώ και για να συμπαρασταθούμε στα δικά σας αιτήματα, όπως και εσείς πρέπει να στηρίξετε τα δικά μας αιτήματα και να συμμετάσχετε στις δικές μας πρωτοβουλίες». Μια τέτοια κίνηση σπάει –στην πράξη και όχι στα λόγια– το συντεχνιασμό και το φιλοτομαρισμό, καλλιεργεί πιο υψηλές αξίες και ιδανικά, βοηθά στην ενότητα της εργατικής τάξης.

Με λίγα λόγια, παρεμβαίνουμε με όλους τους τρόπους στην εργατική τάξη, με επίκεντρο φυσικά τα προβλήματα των χώρων δουλειάς, ανοίγοντας παράλληλα όλα τα θέματα που έτσι κι αλλιώς αφορούν την εργατική, λαϊκή οικογένεια.

 

ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ 

Στο πλαίσιο αυτού του άρθρου θα πιάσουμε μόνο κάποιες πτυχές αυτού του μεγάλου θέματος. Ισχύει ότι κατά κανόνα υπάρχει μια ορισμένη διάσταση –αλλού μικρότερη, αλλού πιο μεγάλη– ανάμεσα στη συνδικαλιστική και στην κομματική επιρροή σε ένα χώρο ή σε έναν κλάδο. Αντικειμενικά η συνδικαλιστική επιρροή (όχι μόνο το αποτέλεσμα των αρχαιρεσιών, αλλά μια σειρά κριτήρια: οι εγγραφές στο συνδικάτο, η συμμετοχή στην απεργία, στη Γενική Συνέλευση του σωματείου κλπ.) είναι πιο μεγάλη απ’ ό,τι η πολιτική - κομματική επιρροή. Το γεγονός αυτό έχει να κάνει με το ότι η συμπόρευση με το ΚΚΕ, πόσο μάλλον η οργανική ένταξη σε αυτό, απαιτεί πολύ περισσότερα βήματα στη συνείδηση απ’ όσα απαιτεί η δραστηριοποίηση στο συνδικάτο, όσο ενεργή και να είναι αυτή.

Ένα θέμα που μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ είναι το εξής: Τι είναι αυτό που θα κάνει ένα δραστήριο εργάτη στο συνδικάτο, έναν αγωνιστή που απεργεί, συμμετέχει στη δράση του ΠΑΜΕ και είναι φίλος του Κόμματος, να πάρει την απόφαση να κάνει το πιο αποφασιστικό βήμα, την ένταξη δηλαδή στο ΚΚΕ; Είναι μια πιο συνδυασμένη δουλειά που πρέπει να γίνει σε αυτόν τον αγωνιστή, μια δουλειά που –παράλληλα με τη μαχητικοποίησή του στο χώρο δουλειάς– συμβάλλει και στην πολιτική γνώση και συνειδητοποίηση μέσω της επαφής με το «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό βιβλίο, την παρακολούθηση κατάλληλων συζητήσεων. Είναι η κατανόηση από μέρους του της σημασίας που έχει να υπάρχει οργανωμένη πρωτοπορία μέσα στο χώρο της προσωπικής του ευθύνης, να συμβάλλει σε αυτό. Είναι η απόφαση να ξεπεράσει μια σειρά άλλα εμπόδια και προκαταλήψεις που μπορεί να τον βασανίζουν, ώστε να πάρει την απόφαση.

Παράλληλα υπάρχει και η εξής πλευρά: Οι καθυστερήσεις στη στρατολογία των πιο πρωτοπόρων εργατών (οι οποίοι προφανώς θα προκύψουν από τον πυρήνα που ακολουθεί το ΠΑΜΕ μέσα στο συγκεκριμένο χώρο εργασίας) απειλούν και την ίδια τη συνδικαλιστική επιρροή σε ένα σωματείο, σε ένα χώρο. Έχουμε πολλά παραδείγματα –θετικά, αλλά και αρνητικά– που μας βοηθάνε εδώ να βγάλουμε ουσιαστικά συμπεράσματα. Από τη μία, έχουμε περιπτώσεις όπου το αρμονικό δέσιμο της συνδικαλιστικής με την κομματική δουλειά, η μέριμνα να συνδυάζονται οι αγώνες, οι διεκδικήσεις με μια πιο γερή ιδεολογική δουλειά, βοήθησαν πρωτοπόρους εργάτες να κάνουν το βήμα και να στρατολογηθούν. Από την άλλη, έχουμε και περιπτώσεις όπου ένα θετικό βήμα (π.χ. ένα καλό αποτέλεσμα στις αρχαιρεσίες ή μαζικές εγγραφές στο συνδικάτο μετά από κάποιον αγώνα ή κάποια συγκεκριμένη εξέλιξη) δεν αποτέλεσε εφαλτήριο για σοβαρή κομματική ενασχόληση. Σε αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις, οι αγωνιστικές αφυπνίσεις που ξεσπούσαν σε σημαντικό αριθμό εργατών με αφορμή κάποια εξέλιξη στο χώρο εργασίας δεν οδήγησαν στο σχηματισμό ενός πυρήνα φίλων του Κόμματος με αυξημένη συνειδητοποίηση της ευθύνης του, με αποτέλεσμα σε μια πορεία να σημειώσει μοιραία πτώση και η συνδικαλιστική μας επιρροή.

 

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΝΕΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ. Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΚΝΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΑ ΜΕΛΗ 

Έχουμε προσπαθήσει να βάλουμε πιο συντεταγμένα στη ζωή τις αποφάσεις της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης για τη δουλειά στη νεολαία. Απέχουμε βεβαίως πολύ από το να έχει γίνει αυτή η δουλειά συστατικό στοιχείο της δουλειάς της Κομματικής Οργάνωσης, του προγραμματισμού κάθε οργάνου και κάθε ΚΟΒ. Το κύριο θέμα εδώ είναι να καταφέρουμε σε κάθε πολιτική - ιδεολογική ή και συνδικαλιστική δράση να έχουμε την αντίστοιχη προσαρμοσμένη «ματιά» προς τη νεολαία. Έχουμε κάνει κάποια βήματα, που όμως πρέπει να ενισχυθούν και να γενικευτούν.

Ένα παράδειγμα σωστού προσανατολισμού –που μπορεί να αποτελέσει βάση ακόμα πιο θετικής πείρας– είναι η βελτίωση της παρέμβασής μας στους χώρους μαθητείας και κατάρτισης. Σε αυτούς τους χώρους έχουμε κατακτήσει μια πιο οργανωμένη, πολύμορφη και στοχευμένη από κοινού παρέμβαση του Κόμματος, της ΚΝΕ και συνδικάτων, που φέρνει και οργανωτικά αποτελέσματα και γεννά προοπτική για τη συνέχεια, χωρίς φυσικά αυτό να κρύβει και τις δυσκολίες. Απαιτείται μια καλύτερη προσπάθεια που θα εδράζεται σε μια πιο έντονη πολιτική - ιδεολογική παρέμβαση, καλύτερη γνώση των προβλημάτων του χώρου, προσπάθεια μαζικοποίησης του συλλόγου των σπουδαστών και κυρίως βελτίωση της συνολικής λειτουργίας του. Αυτή η στόχευση έχει προοπτική, καθώς ο χώρος της μαθητείας και της κατάρτισης συνδέεται άμεσα με την παραγωγή, με συγκεκριμένους σημαντικούς κλάδους της μεταποίησης, των κατασκευών, της υγείας, του επισιτισμού κ.ά. Το ελπιδοφόρο θέμα είναι ότι αρκετά ΔΣ ταξικών σωματείων, αξιοποιώντας έναν πιο μακρόπνοο σχεδιασμό στη δουλειά τους, έχουν κατακτήσει πιο μόνιμη και σταθερή ενασχόληση με αυτόν το χώρο. Αυτό το θετικό βήμα μπορούμε να το εδραιώσουμε περισσότερο.

Αντίστοιχα πρέπει να ενισχυθεί η δουλειά σε ορισμένες σχολές των ΑΕΙ και των ΤΕΙ, οι οποίες έχουν άμεσο αντίκτυπο και αναφορά σε πολύ σημαντικούς κλάδους της παραγωγής, όπως η ενέργεια, οι κατασκευές, οι τηλεπικοινωνίες, η ναυπηγική, ο Τύπος, η υγεία, η εκπαίδευση κ.ά. Η πείρα μας λέει ότι, όταν με μια σταθερότητα και ευθύνη καταφέραμε να μονιμοποιήσουμε μορφές και μεθόδους αυτής της δουλειάς, βοηθήθηκαν πολύ οι δυνάμεις μας και στους κλάδους και στις σχολές, ενώ άνοιξαν καλοί δρόμοι επικοινωνίας με ευρύτερα τμήματα νέων. Μορφές όπως συχνές ομιλίες ή συσκέψεις των κλαδικών ΚΟ ή των ταξικών συνδικάτων μέσα στις σχολές σπάνε το κλίμα «τώρα ασχολούμαστε μόνο με τα της σχολής» που είναι ο δρόμος του συντεχνιασμού, συχνά και της αντιδραστικής σκέψης. Αντίστοιχα, αυτή η δουλειά συμβάλλει στην ωρίμανση των νεολαίων συντρόφων που χρεώνονται –με βάση το αντικείμενο της σχολής τους– σε ομάδες παρέμβασης στους αντίστοιχους χώρους εργασίας.

Συνολικότερα, ως Κόμμα, μας έχει απασχολήσει το γεγονός ότι υπάρχουν κλάδοι ολόκληροι με χιλιάδες εργάτες και εργάτριες που κατά βάση είναι νέοι άνθρωποι. Πρόκειται για τη νέα βάρδια προλετάριων που μπορεί να είναι πιο μορφωμένοι απ’ ό,τι μία ή δυο γενιές πριν, μπαίνουν όμως στην παραγωγή με πολύ πιο δυσμενείς όρους συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές. Σε κλάδους όπως οι τηλεπικοινωνίες, το εμπόριο, ο επισιτισμός και αλλού, έχει γίνει καθεστώς ο αναλώσιμος εργαζόμενος, με εξαντλητικά ωράρια, με λογική «όσο αντέξει, υπάρχουν 100 για τη θέση του», με μισθούς χαρτζιλίκι. Η κρίση φυσικά διόγκωσε πολλαπλάσια αυτά τα φαινόμενα. Επίσης σε άλλους κλάδους, όπως π.χ. της μεταποίησης, οι πιο νέοι εργαζόμενοι χρησιμοποιούνται συχνά ως όχημα για να πιέσουν συνολικά τους μισθούς προς τα κάτω. Μεγάλες επιχειρήσεις προσλαμβάνουν νέους με 400 και 500 ευρώ –παραβιάζοντας φυσικά όποια κλαδική ή επιχειρησιακή σύμβαση υπάρχει– τη στιγμή που στον ίδιο χώρο οι πιο παλιοί εργάτες με πολλά χρόνια υπηρεσίας μπορεί να πληρώνονται με 1.000-1.200 ευρώ. Αυτή είναι μια πρακτική που όχι μόνο πιέζει αφόρητα προς τα κάτω τη συνολική τιμή της εργατικής δύναμης, αλλά και οδηγεί στο διαχωρισμό, στις φιλονικίες, στη διαμάχη μεταξύ των εργατών. Εννοείται ότι η εργοδοσία, συνολικά το κεφάλαιο ως σύστημα, αξιοποιεί εδώ τη δεδομένη ταξική και κοινωνική απειρία που υπάρχει στις νεότερες γενιές.

Και όμως η τελική έκβαση της μάχης για το κέρδισμα αυτής της γενιάς δεν έχει κριθεί. Οι δυσκολίες είναι δεδομένες, αλλά θα τις αντιμετωπίσουμε με θάρρος και υπομονή. Μπορούμε να απευθυνόμαστε στη νέα βάρδια των εργατοϋπαλλήλων πιο συστηματικά, πιο στοχευμένα και με μεγαλύτερη πολυμορφία. Αυτό δεν απαιτεί κατά βάση νέα και «ειδικά» σχήματα, αλλά τη μέριμνα του Κόμματος να έρθει σε επαφή με νέους εργάτες, να βοηθά έτσι και την ΚΝΕ να ανοίγει πιο τολμηρά την επαφή της. Απαιτεί το συνδικάτο να έχει μόνιμη έγνοια σε όλα τα επίπεδα, από τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις μέχρι το πιο σταθερό «μέτρημα» της εγγραφής και της γενικότερης δραστηριοποίησης νέων σε πολύμορφες δραστηριότητες. Απαιτεί με απλά λόγια σκληρή μάχη από μεριάς μας για να γνωρίσουν οι νεότερες γενιές την Ιστορία του Κόμματος και του κινήματος, τις απίστευτες στιγμές της ταξικής πάλης· να συνειδητοποιήσουν πως το βασικό είναι αυτό ακριβώς που τους συσκοτίζουν, το γεγονός δηλαδή ότι ανήκουν στην εργατική τάξη, την πρωτοπόρα τάξη της κοινωνίας. Με λίγα λόγια, δε θα καταφέρουμε σοβαρά και διακριτά βήματα οικοδόμησης και στρατολογίας του Κόμματος χωρίς παρατεταμένη, συνεχή, αταλάντευτη προσήλωση στις πιο νέες ηλικίες. Από αυτό απορρέει και το καθήκον μας να εμπλουτιστεί πολύ περισσότερο η πείρα μας και τα αποτελέσματα από αυτό το κρίσιμο πεδίο της πάλης.

Ιδιαίτερο τμήμα της παρέμβασης του Κόμματος για το κέρδισμα της συνείδησης της πρωτοπόρας νεολαίας αποτελεί η προετοιμασία των μελών της ΚΝΕ να γίνουν μέλη του Κόμματος. Κάθε μέλος της ΚΝΕ πρέπει να προετοιμάζεται για να γίνει κομματικό μέλος. Το Καταστατικό προβλέπει ότι στο Κόμμα εντάσσονται άντρες και γυναίκες που είναι πάνω από 18 χρονών. Ένα ζήτημα που από την πείρα μας προκύπτει είναι ότι χρειάζεται να παίρνουμε όλα τα απαιτούμενα μέτρα που αφορούν την καλή λειτουργία της ίδιας της ΚΝΕ, την έγκαιρη δοκιμασία και τριβή των νέων κομμουνιστών με την πάλη, τον ιδεολογικό και πολιτικό εξοπλισμό, ώστε, χωρίς να χάνεται χρόνος, τα μέλη της ΚΝΕ να εντάσσονται αρμονικά στο Κόμμα.

Σε αυτόν τον τομέα έχουμε και αρνητική πείρα, τόσο σε κλαδικές όσο και σε συνοικιακές ΟΒ, που πρέπει να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά. Δηλαδή σύντροφοι που μπορεί να μην είναι, όπως λέμε, «μέσα στα πόδια μας», που η ίδια η πραγματικότητα τους βγάζει πιο νωρίς πιθανά σε πιο σημαντικές υποχρεώσεις, όπως το μεροκάματο, η στήριξη των οικονομικών της οικογένειας κλπ., άλλους που τα γενικότερα ενδιαφέροντά τους (αθλητισμός, πολιτισμός κλπ.) τους δημιουργούν επιπλέον υποχρεώσεις. Συχνά, ακριβώς αυτούς τους συντρόφους δεν τους βοηθάμε να αναπτύσσουν παράλληλα τα κομμουνιστικά χαρακτηριστικά τους, αξιοποιώντας γι’ αυτόν το σκοπό –όπου αυτό είναι δυνατό– και τη συμμετοχή τους σε άλλες δραστηριότητες ή τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και κλίσεις που μπορεί να έχουν.

Πρόκειται φυσικά για θέμα του Κόμματος, δεν μπορεί να παραπέμπεται στην ΚΝΕ. Αφορά τελικά την ανάγκη να καθοδηγούνται και εξατομικευμένα τέτοιες αξιόλογες περιπτώσεις, να μη χάνουν τη συνέχεια της οργανωμένης ζωής. Να συνειδητοποιείται πιο βαθιά πως μπορεί να είναι και πιο προλεταριακή η υποδομή αυτών των νέων, άρα ότι οφείλουμε να ρίξουμε μεγάλο βάρος για να κερδηθούν ολότελα με την επαναστατική πάλη. Εδώ είναι ένα στοιχείο πάνω στο οποίο θα κριθούν για την ωριμότητά τους όργανα και ΚΟΒ.

 

Η ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΒ 

Μια άλλη ουσιαστική πλευρά της στρατολογίας είναι το ποιοι στρατολογούν; Τι λέει η πείρα μας γύρω από αυτό το θέμα; Γίνεται υπόθεση όλης της ΚΟΒ το ζήτημα της οικοδόμησης και της στρατολογίας ή τελικά πρακτικά αφορά λίγους, πιο δραστήριους ή πιο καταρτισμένους συντρόφους;

Το θέμα χρειάζεται να το εξετάσουμε πιο βαθιά και ολοκληρωμένα. Να καταγράψουμε δηλαδή πρόοδο στο κατά πόσο η οικοδόμηση και η στρατολογία απασχολεί την ίδια την ΚΟΒ στη Γενική της Συνέλευση, στην καθημερινή της λειτουργία. Για παράδειγμα, κάθε ΚΟΒ πρέπει να συζητήσει την Ανακοίνωση της ΚΕ για την καμπάνια οικοδόμησης και στρατολογίας, να την εξειδικεύσει στο χώρο της, να προσεγγίσει το ζήτημα αυτό με οργανωμένο και συντεταγμένο τρόπο ως θέμα το οποίο έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις, παρά το γεγονός ότι είναι έτσι κι αλλιώς ενταγμένο στην καθοδηγητική δουλειά. Μια καλά προετοιμασμένη ΓΣ της ΚΟΒ μπορεί και γερό σχεδιασμό να εμπεριέχει, και να δίνει τον τόνο και τον παλμό που απαιτείται ώστε να δοθεί ουσιαστική ώθηση για δουλειά.

Η ουσία σε κάθε περίπτωση είναι πως όλα τα μέλη του Κόμματος πρέπει και μπορούν να έχουν μέριμνα και στόχο να φέρουν πρωτοπόρους εργατοϋπάλληλους προς το ΚΚΕ. Μπορούν και πρέπει να συμβάλλουν σε αυτήν την υπόθεση με όλους τους τρόπους, τόσο τους γενικούς (συμμετοχή σε εξορμήσεις, συσκέψεις κλπ.) όσο και τους πιο ειδικούς, με την έννοια της ατομικής εμπλοκής τους στη διαδικασία εκπαίδευσης, δοκιμασίας και βοήθειας υποψήφιων προς στρατολογία φίλων του Κόμματος.

Για παράδειγμα, σε ένα χώρο δουλειάς που εργάζεται ένα κομματικό μέλος, αυτός καταρχάς είναι ο αρμόδιος και ο πιο κατάλληλος για να καταγράψει οπαδούς, να κάνει συστηματική δουλειά με τους πιο πρωτοπόρους. Χρειάζεται δηλαδή να ανοίξουμε θαρραλέα τη συζήτηση για την έμπρακτη οργανωτική ενίσχυση του Κόμματος, για τη συμβολή του κάθε κομμουνιστή σε αυτήν την επιδίωξη, με στόχο να μεγαλώσει η αυτοπεποίθηση στο ζήτημα αυτό τόσο των νέων κομματικών μελών όσο και των πιο έμπειρων. Μόνο να κερδίσουμε έχουμε από μια τέτοια προσπάθεια.

Φυσικά αυτό δε σημαίνει διάχυση, απονεύρωση της μεγαλύτερης συγκριτικά ευθύνης που έχουν τα στελέχη του Κόμματος. Αντίθετα, ανεξάρτητα από τις χρεώσεις που έχει ο καθένας, οφείλει να έχει προσωπική μέριμνα και συμβολή στην ένταξη νέων αγωνιστών στο Κόμμα. Εδώ, ας το πούμε απλά, δεν εξαιρείται κανείς. Χρειάζεται να συνειδητοποιηθεί η οικοδόμηση και η στρατολογία ως μια κύρια πλευρά της λειτουργίας του Κόμματος, που σπάει τη μονομέρεια, το μονόπλευρο ενδιαφέρον «για τη χρέωσή μου».

Είναι δυνατόν, π.χ., ο κομμουνιστής πρόεδρος ενός σωματείου να λέει ή να πράττει μόνο στενά συνδικαλιστικά, χωρίς να ξεχωρίζει ο ίδιος από τη γενικότερη δραστηριότητά του περιπτώσεις πρωτοπόρων εργατών που θα κάνει σταθερή δουλειά μαζί τους; Είναι αντίστοιχα σωστό ένα στέλεχος χρεωμένο στον οργανωτικό τομέα, στην καθοδήγηση ΚΟΒ, να μην έχει προσωπική επαφή με εργάτες, να μην έχει προσωπικό πλάνο; Μπορεί ένας σύντροφος που είναι δημοτικός σύμβουλος να μην έχει μέριμνα για την οικοδόμηση του Κόμματος στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ;

Επειδή συχνά και άθελά μας «μας παίρνει η μπάλα» των καθημερινών καθηκόντων, οφείλουμε να μπορούμε να συνδυάζουμε και να ξεχωρίσουμε καλά το κύριο θέμα της στρατολογίας. Οφείλουμε πολύ περισσότερο όλοι να χρεωθούμε (όσοι δεν το έχουμε ακόμη κάνει) πιο οργανικά σε αυτήν τη δουλειά. Να δοκιμαστούμε πιο έμπρακτα, να βάλουμε πιο πρακτικά όλοι όλες μας τις δυνάμεις για να τα καταφέρουμε. Να συνειδητοποιήσουμε παράλληλα ότι τα στελέχη δεν είναι υπεύθυνα αποκλειστικά «στενά» για την ΚΟΒ που καθοδηγούν. Καθοδηγούν, έχουν δηλαδή την ευθύνη όλου του χώρου που απευθύνεται η ΚΟΒ, τους ενδιαφέρει η συνολική πορεία και συμπεριφορά της εργατικής τάξης –και των υπόλοιπων λαϊκών στρωμάτων στην περίπτωση της εδαφικής ΚΟΒ– στο χώρο τους. Προετοιμάζουν και οργανώνουν τη δουλειά για να ηγηθούν μαζών στην κρίσιμη φάση. Με μια τέτοια πιο ευρεία οπτική γωνία μπορεί πιο ολοκληρωμένα να αντιμετωπιστεί και το ζήτημα της οικοδόμησης του Κόμματος.

Εδώ απαιτείται μια επισήμανση. Η λειτουργία του Κόμματος, οι ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, το γεγονός ότι κάποιος γίνεται κομματικό μέλος αφού τον εγκρίνει η αρμόδια ΚΟΒ, όπως και το αντίστοιχο καθοδηγητικό όργανο, αποτελεί μια κύρια πλευρά που μπορεί να αξιολογήσει ακατάλληλες ή ανώριμες ακόμη περιπτώσεις προς ένταξη. Η συλλογικότητα δηλαδή, η αντικειμενική αξιολόγηση του κάθε ανθρώπου, η τήρηση των κριτηρίων ένταξης, είναι οι βασικές πλευρές που και εδώ μπορούν να προστατέψουν το Κόμμα.

 

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ ΓΙΑ ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΑ 

Πρόκειται για κύριο θέμα, όπως είναι αντιληπτό. Ας σημειώσουμε πως κι εδώ δεν μπορεί να ενεργούμε τυπικά και αφυδατωμένα. Για παράδειγμα, σε έναν υποψήφιο για στρατολογία εργάτη ή ακόμη και σε ένα σύντροφο από την ΚΝΕ που έφτασε η ώρα να οργανωθεί στο Κόμμα, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο να πάρει το Πρόγραμμα και το Καταστατικό και να έρθει να συζητηθούν απορίες. Αυτό φυσικά είναι απαραίτητο, αλλά δε φτάνει. Προετοιμασία σημαίνει βοήθεια κατανόησης της κομμουνιστικής ιδεολογίας, της Ιστορίας του ΚΚΕ, του Προγράμματος και του Καταστατικού του.

Μόνο με τέτοιου είδους προετοιμασία μπορεί ένα υποψήφιο κομματικό μέλος να αντιμετωπίσει το βομβαρδισμό προπαγάνδας, διαστρέβλωσης των ταξικών κριτηρίων, συσκότισης των αιτιών που γέννησαν την καπιταλιστική κρίση, διαρκούς κατασυκοφάντησης του σοσιαλισμού και της οργανωμένης πάλης, υπόσκαψης ηθικών και αγωνιστικών αξιών. Μόνο με τέτοιου είδους προετοιμασία μπορεί να ατσαλώνεται ένας άνθρωπος όχι μόνο για να αντέξει, αλλά και για να κάνει το αποφασιστικό βήμα να οργανωθεί στο ΚΚΕ.

Μην ξεχνάμε πως η ίδια η πείρα μας διδάσκει ότι στη συνείδηση του ίδιου ανθρώπου θα γίνονται πολλά μπρος-πίσω, την ίδια στιγμή που θα σκέφτεται να προχωρήσει μπροστά, μια σειρά αναστολές, ερωτήματα, γενικότερες εξελίξεις, προσωπικά προβλήματα μπορεί να τον κρατούν πίσω. Εδώ λοιπόν χρειάζεται καταρχάς συστηματική και πολύπλευρη δουλειά. Να μην κουραζόμαστε να του εξηγούμε τα κύρια ιδεολογικά θέματα, τι κρύβεται πίσω από την πρώτη εντύπωση. Να του εξηγούμε με απλά λόγια αυτό που λέμε σχέση οικονομίας-πολιτικής. Να τον βοηθάμε να μετατρέψει το ταξικό του ένστικτο σε ταξική γνώση και ολοκληρωμένη ερμηνεία των γεγονότων, των εξελίξεων. Να του εξηγούμε τους λόγους για τους οποίους πρέπει το ΚΚΕ να έχει ισχυρές Κομματικές Οργανώσεις. Να τον παροτρύνουμε να διαβάζει κάθε μέρα το «Ριζοσπάστη», την ΚΟΜΕΠ, το πολιτικό βιβλίο. Να τον καλούμε σε πρωτοβουλίες που εξυψώνουν την πάλη μας, δίνουν κουράγιο και καλλιεργούν την αντοχή, π.χ. μια πολιτιστική εκδήλωση, μια έκθεση με αρχειακό υλικό, μια θεατρική παράσταση.

Παράλληλα και ίσως το κυριότερο: Θα δοκιμάζεται στο χώρο του, θα βγαίνει να μιλάει, θα «εκτίθεται», θα υπερασπίζεται το Κόμμα, θα προσπαθεί να συσπειρώσει γύρω του συναδέλφους, γείτονες. Και εδώ χρειάζεται βοήθεια, ενθάρρυνση, στήριξη, όχι εύκολες απογοητεύσεις στην πρώτη δυσκολία. Μια τέτοια ολοκληρωμένη «υιοθέτηση» ενός υποψήφιου προς ένταξη στο Κόμμα είναι ουσιαστική δουλειά υποδομής που φτιάχνει δεσμούς και ρίζες, επιλύει προβλήματα, βοηθά στην ωρίμανση, στο δέσιμο με το Κόμμα.

Ένα άλλο ουσιαστικό ζήτημα που «δένεται» με όλα τα παραπάνω, αλλά έχει και την αυτοτελή του αξία, είναι το γεγονός ότι ο υποψήφιος σύντροφος εμπνέεται, διαπαιδαγωγείται, βοηθιέται από το προσωπικό παράδειγμα των συντρόφων που ήδη γνωρίζει, από τους κομμουνιστές που ξέρει στη δουλειά, στη γειτονιά. Από το «έχει να το λέει» για την αγωνιστική τους στάση, για την ψυχραιμία τους μπροστά στις δυσκολίες της ζωής, για την αδιαπραγμάτευτη στάση τους απέναντι στο κεφάλαιο και την εργοδοσία, για τη συνέπεια μεταξύ λόγων και έργων.

Μία ακόμα πλευρά είναι το γεγονός ότι πρέπει να μπορούμε να ξεχωρίζουμε μέσα σ’ έναν εργασιακό χώρο το τμήμα των εργαζομένων το οποίο θα ιεραρχήσουμε για στρατολογία. Είναι επιφανειακή ως και λανθασμένη η άποψη που λέει μονόπατα ότι αποκλειστικό κριτήριο είναι ο βαθμός της εξαθλίωσης, ότι σε ένα χώρο δηλαδή πρέπει να στρατολογούμε μόνο ή κυρίως τα πιο φτωχά τμήματα (από την άποψη του μισθού). Αυτή η άποψη υποσυνείδητα αποδέχεται ότι η απόλυτη εξαθλίωση είναι το όχημα για τη μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του εργάτη. Έχουμε άλλωστε πολλά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν το αντίθετο.

Βεβαίως σε αυτά τα πράγματα δε χωράει η απολυτότητα. Απλώς εδώ σημειώνουμε ότι απαιτούνται πιο σύνθετα κριτήρια για να προσεγγίσουμε σωστά το θέμα. Πρέπει να ξεχωρίσουμε ποιοι είναι οι αποφασιστικοί χώροι μέσα στη γραμμή παραγωγής, πού θα κριθεί η πάλη, «ποιος θα γυρίσει τη στρόφιγγα», ποιος θα ελέγχει το αυτοματοποιημένο σύστημα παραγωγής κλπ. Πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου ότι είναι πολλές οι πλευρές που καθιστούν έναν εργάτη πρωτοπόρο από άποψη προτεραιότητας και σημασίας: Αφορούν τη συνολική του στάση, τη συνείδησή του, το ρόλο του στην παραγωγή και πώς καταλαβαίνει προοπτικά ο ίδιος αυτόν το ρόλο, τη γενική του πορεία μέσα στην πάλη. Εδώ κρίνεται και η ικανότητα μιας ΚΟΒ ή και ενός μόνο κομμουνιστή για να μπορεί εύστοχα να επιλέγει σε ποιον θα κάνει πιο συστηματική δουλειά για να ενταχτεί στο Κόμμα.

 

* * * 

Οργανώνουμε τη δουλειά μας στο ζήτημα της οικοδόμησης του Κόμματος αναμφίβολα σε μια κρίσιμη, όσο και σύνθετη περίοδο. Έχουμε περιγράψει πολλές φορές τις δυσκολίες που υπάρχουν στο κίνημα, το πνεύμα και κλίμα ανοχής που έχει διαπεράσει σημαντικές λαϊκές μάζες απέναντι στη συγκυβέρνηση. Βεβαίως τα πράγματα δεν είναι στατικά, συσσωρεύεται –πιθανόν αργά και αθόρυβα, πάντως συσσωρεύεται– και οργή και αγανάκτηση απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί αλλού να είναι αβαθής, αλλού πιο συνειδητή και πολιτικοποιημένη.

Εμείς σε αυτήν τη φάση δεν κρινόμαστε για το αν θα καταφέρουμε με το έτσι θέλω να ξεσηκωθούν πλατιές μάζες εργατών, αφού δεν εξαρτώνται και όλα από εμάς. Θα έρθει, αργά ή γρήγορα, και τέτοια περίοδος, και νέα φάση ανάτασης αγώνων και χρειάζεται να μας βρει έτοιμους. Πιθανόν όμως να προηγηθεί και περίοδος μεγαλύτερων αναστολών, αυταπατών, έξαρσης του «εθνικού» αντί του ταξικού στοιχείου, νέα ενσωμάτωση εργατικών, λαϊκών δυνάμεων. Σε κάθε περίπτωση, το ΚΚΕ πρέπει να είναι σε πλήρη ετοιμότητα. Να προστατέψει την εργατική τάξη, να της δείξει το δρόμο της χειραφέτησης από την αστική ιδεολογία.

Ετοιμότητα σημαίνει καταρχάς σωστή στρατηγική και παράλληλα ισχυρές Κομματικές Οργανώσεις που να μπορούν έμπρακτα να ηγηθούν μαζών, όποια και να είναι η εξέλιξη. Αυτήν τη μάχη την διεξάγουμε τώρα. Καταπολεμάμε τις αδυναμίες μας, βλέπουμε πού υστερούμε και πέφτουμε με πείσμα στη δουλειά. Δίνουμε μάχη ώστε το κλίμα ανοχής και αναμονής να μην οδηγεί καμία πτυχή της κομματική ζωής και πρωτοβουλίας σε αντίστοιχη αναμονή. Έχουμε τις προϋποθέσεις και τις δυνατότητες να τα καταφέρουμε.

 

Ο Πέτρος Αλέπης είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και του Γραφείου Περιοχής Αττικής.