Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι διπλός. Αφενός να καταγράψει την πορεία του κλάδου της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας στην Ελλάδα τις τελευταίες 3 δεκαετίες, στο έδαφος του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης και στο πλαίσιο υλοποίησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της ΕΕ, αναδεικνύοντας τη σχέση μεταξύ της εφαρμοζόμενης πολιτικής και των αναγκών των μονοπωλιακών ομίλων που έρχεται αυτή να ικανοποιήσει. Αφετέρου να καταδείξει την ωρίμανση των αντικειμενικών προϋποθέσεων για το πέρασμα σε μια άλλη οργάνωση της παραγωγής, όπου κριτήριο για την ανάπτυξη θα είναι η διευρυμένη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών σε ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα.

Η επιλογή να μελετηθεί ο συγκεκριμένος κλάδος δεν είναι τυχαία. Η αναδιάρθρωση του κλάδου σφραγίστηκε από την εφαρμογή της ΚΑΠ, βασική πτυχή της οποίας αποτέλεσε η εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων. Το μέτρο των ποσοστώσεων, ύστερα από 30 χρόνια συνεχούς παρουσίας, καταργήθηκε την 1η Απρίλη 2015. Η πολιτική απόφαση για αντικατάστασή του από άλλες παρεμβάσεις υπέρ των μονοπωλίων είχε ληφθεί από όργανα της ΕΕ το 2003, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αξιολόγησης της ΚΑΠ η οποία άρχισε σταδιακά να υλοποιείται το 2008. Η πλήρης κατάργηση των ποσοστώσεων δε μεταβάλλει την ουσία της ΚΑΠ στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος, αλλά αποτελεί συνέχεια στην προσαρμογή της πολιτικής στο νέο βαθμό συγκεντροποίησης του κλάδου, στις σύγχρονες ανάγκες των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

 

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΟΤΑΓΜΕΝΗ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΩΝ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΩΝ ΟΜΙΛΩΝ

Σε όλη την αλυσίδα του αγελαδινού γάλακτος (παραγωγή - μεταποίηση - αποθήκευση - μεταφορά) κυριαρχεί ένας περιορισμένος αριθμός μετοχικών επιχειρήσεων-μονοπωλίων που μοιράζονται το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και της αγοράς. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μονοπώλια είναι πολύ σκληρός τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και διεθνώς.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων του κλάδου περνάει –όπως και σε όλους τους υπόλοιπους κλάδους– καταρχάς μέσα από την προσπάθεια της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και της συντόμευσης του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για την παραγωγή του εμπορεύματος. Βασικά εργαλεία για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι η βελτίωση των μέσων παραγωγής και του επιπέδου εφαρμογής της τεχνολογίας και η αναβάθμιση της οργάνωσης και του συντονισμού της διαδικασίας παραγωγής.

Τα παραπάνω εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την ίδια την κλίμακα παραγωγής. Η δυνατότητα πλατιάς αξιοποίησης της επιστήμης και της τεχνολογίας στην παραγωγή, η δυνατότητα αξιοποίησης συνδυασμένων συστημάτων παραγωγής (αλυσίδων παραγωγής) και πολλά άλλα που συνδέονται με την άνοδο της παραγωγικότητας αυξάνονται μαζί με το μέγεθος της παραγωγής. Γι’ αυτό τα μεγαλύτερα σε μέγεθος κεφάλαια μπορούν και εκτοπίζουν τα μικρότερα. Πρόκειται για μια γενικευμένη τάση στο πλαίσιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που οξύνεται στη φάση της καπιταλιστικής κρίσης και οδηγεί σε υψηλό βαθμό συγκεντροποίησης του κεφαλαίου σε όλο το μήκος της αλυσίδας του γάλακτος.

Η εγχώρια παραγωγή προϊόντων από αγελαδινό γάλα ελέγχεται από 6 μονοπωλιακούς ομίλους που κατέχουν πάνω από το 70% της παραγωγής και της αγοράς του αγελαδινού γάλακτος κατανάλωσης και των προϊόντων του. Πρόκειται για τη ΦΑΓΕ, τη ΔΕΛΤΑ τον ΟΛΥΜΠΟ-ΤΥΡΑ, το ολλανδικό μονοπώλιο FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY), τη ΜΕΒΓΑΛ και την ΚΡΙΚΡΙ. Γενικό χαρακτηριστικό των μονοπωλίων του κλάδου, τόσο κατά τη φάση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης όσο και πριν από αυτήν, είναι ο εξαγωγικός προσανατολισμός και η αξιοποίηση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς τους, ως αποτέλεσμα των κρατικών παρεμβάσεων της τελευταίας επταετίας που οδήγησαν στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης και στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, με σκοπό τη βελτίωση της θέσης τους στις διεθνείς αγορές.

Άξια προσοχής είναι τα εξής:

α) Οι επενδύσεις σε υποδομές και στην επέκταση της παραγωγής: Οι μονοπωλιακοί όμιλοι διαχρονικά επενδύουν μεγάλα κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό και την έρευνα προκειμένου να βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από τους ανταγωνιστές τους και να παράγουν τα εμπορεύματά τους κάτω από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας.

β) Η σημαντική εξαγωγή κεφαλαίων με σκοπό την απόσπαση κέρδους διαμέσου της δημιουργίας επιχειρήσεων σε ξένες χώρες: Τα εξαχθέντα κεφάλαια κατευθύνθηκαν όχι μόνο σε χώρες μικρότερου ή ίσου, αλλά και υψηλότερου επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης (π.χ. επενδύσεις ΦΑΓΕ στις ΗΠΑ). H εξαγωγή κεφαλαίου γίνεται μια από τις βάσεις της παραπέρα ανάπτυξης και ενίσχυσης των μονοπωλίων του κλάδου.

γ) Οι εξαγορές-συγχωνεύσεις: Πρόκειται για μια τάση που αναμένεται να ενισχυθεί το επόμενο διάστημα, δεδομένου ότι η ικανοποίηση της ανάγκης βελτίωσης της παραγωγικότητας της εργασίας στο πλαίσιο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού ωθεί στη μεγέθυνση της παραγωγής μέσω της συνένωσης κεφαλαίων. Παράλληλα με την παραπάνω τάση στο εσωτερικό της χώρας πρέπει να συνυπολογιστεί και η σύναψη συμφωνιών εγχώριων μονοπωλίων με μονοπώλια άλλων χωρών.

δ) Ο σκληρός ανταγωνισμός για το μοίρασμα των αγορών, όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και διεθνώς, με μονοπωλιακούς ομίλους άλλων χωρών. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ορατό ότι οι εγχώριοι μονοπωλιακοί όμιλοι κερδίζουν θέσεις στις διεθνείς αγορές. Στο εσωτερικό της χώρας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα κατέχουν –σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΟΒΕ1 για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών– το 17% του κύκλου εργασιών της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση μεταξύ των μεταποιητικών κλάδων. Διεθνώς, τώρα, με βάση τη σειρά κατάταξης των κορυφαίων εξαγόμενων προϊόντων που καταρτίζει κάθε χρόνο ο Πανελλήνιος Συνδέσμος Εξαγωγέων2, το έτος 2014 τα τυριά κατέλαβαν την 7η θέση (από τη 10η το 2013) και τα γιαούρτια την 29η (από τη 42η το 2013), ενώ όπως αναφέρει το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων (ΟΕΥ) του Γενικού Προξενείου Νέας Υόρκης3, το 2014 τα γαλακτοκομικά προϊόντα από την Ελλάδα κατέγραψαν στις ΗΠΑ εξαγωγές αυξημένες κατά 12,8%. Η ίδια τάση καταγράφεται και σε μια σειρά άλλες χώρες με χαρακτηριστική την περίπτωση της Ιταλίας4 όπου το γιαούρτι από την Ελλάδα κατέχει ένα συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο, προσεγγίζοντας το 2014 το 17,34% των συνολικών εισαγωγών γιαουρτιού.

 

Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα πιο συγκεκριμένα στοιχεία με σκοπό να αναδειχτεί ο κομβικός ρόλος των μονοπωλιακών ομίλων σε όλη την αλυσίδα του αγελαδινού γάλακτος και να επισημανθούν ορισμένες σύγχρονες εξελίξεις στο πλαίσιο του μονοπωλιακού ανταγωνισμού.

α) ΦΑΓΕ: Διαθέτει και λειτουργεί τρεις μονάδες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων στην Ελλάδα και μία μονάδα παραγωγής γιαουρτιού στις ΗΠΑ, η οποία είναι και η μεγαλύτερη που διαθέτει από πλευράς παραγωγικής δυναμικότητας. Η βιομηχανική μονάδα της ΦΑΓΕ στην Αμερική ξεκίνησε να λειτουργεί το 2008, ενώ πρόσφατα ολοκληρώθηκε η επέκτασή της με μια νέα επένδυση αξίας 120 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία δίνει τη δυνατότητα διπλασιασμού της παραγωγής.

Οι πωλήσεις γιαουρτιού της ΦΑΓΕ στις ΗΠΑ και οι εξαγωγές σε μια σειρά χώρες όπως η Ιταλία και η Αγγλία αυξήθηκαν με μεγάλους ρυθμούς την τελευταία πενταετία, με αποτέλεσμα το 80% των πωλήσεων να πραγματοποιούνται εκτός Ελλάδας. Κύριο προϊόν που υποστηρίζει τις πωλήσεις στο εξωτερικό είναι το στραγγιστό γιαούρτι, το οποίο διεθνώς είναι γνωστό ως γιαούρτι «ελληνικού τύπου» ή «ελληνικό γιαούρτι». Υπολογίζεται ότι η ΦΑΓΕ κατέχει μερίδιο 7% στην αγορά γιαουρτιού των ΗΠΑ.

Ο ανταγωνισμός στις διεθνείς αγορές είναι οξύς με μονοπωλιακούς κολοσσούς όπως η KRAFT FOODS, η οποία το 2012 αποσύρθηκε από την αγορά του «ελληνικού τύπου» γιαουρτιού στις ΗΠΑ, απόφαση που αποδίδεται στην αδυναμία αλλαγής των διαμορφωμένων συσχετισμών στη συγκεκριμένη ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά, στην οποία κυριαρχούν η ΦΑΓΕ και το αμερικανικό μονοπώλιο CHOBANI.

Η ΦΑΓΕ και η CHOBANI ήρθαν το 2012 σε δριμεία σύγκρουση για τους όρους πώλησης των προϊόντων τους στην Αγγλία. Η διαμάχη κατέληξε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο τον Ιούνη του 2014 δικαίωσε οριστικά τη ΦΑΓΕ. Ίδια κατάληξη είχε και ανάλογη διαμάχη της ΦΑΓΕ με την DANONE το 2012.

Ο κύκλος εργασιών της ΦΑΓΕ σημείωσε το 2014 άνοδο κατά 16,2%, φτάνοντας στα 667,9 εκατ. δολάρια από 574,7 εκατ. δολάρια το 2013. Την ίδια στιγμή τα λειτουργικά κέρδη (προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων) έφτασαν τα 70,9 εκατομμύρια δολάρια έναντι 32,8 εκατομμυρίων δολαρίων το 2013.5

Για να εξασφαλίσει ευνοικότερους όρους φορολόγησης και τραπεζικού δανεισμού, η ΦΑΓΕ μετέφερε το 2012 την έδρα της στο Λουξεμβούργο, που αποτελεί έναν από τους φορολογικούς παραδείσους για τους μονοπωλιακούς ομίλους.

β) ΔΕΛΤΑ: Aνήκει στο μονοπωλιακό κολοσσό VIVARTIA. Πέρσι, προχώρησε σε συμφωνία με τον ιταλικό κολοσσό GRANAROLO για τη διανομή των προϊόντων της σε Ιταλία - Γαλλία και αύξησε σημαντικά τις πωλήσεις γιαουρτιού στην Ιταλία, ενώ εδώ και δυο χρόνια έχει συνάψει συμφωνία με το αραβικό μονοπώλιο EXEED INDUSTRIES για εξαγωγές σε Μέση Ανατολή - Βόρεια Αφρική και για κατασκευή εργοστασίου παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, χυμών και τσαγιού στο Άμπου Ντάμπι, μια επένδυση ύψους 70 εκατομμυρίων ευρώ. Από το 2007 η ΔΕΛΤΑ έχει εξαγοράσει την UNITED MILK COMPANY, το σημαντικότερο μονοπώλιο παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων στη Βουλγαρία. To 2006 το ελβετικό μονοπώλιο NESTLE εξαγόρασε το τμήμα του παγωτού της ΔΕΛΤΑ, ενώ στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας πέρασε στον έλεγχο της ΔΕΛΤΑ η μονάδα παραγωγής γάλακτος εβαπορέ που διέθετε η NESTLE στο Πλατύ Ημαθίας.

γ) ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ: Το 2008 εξαγόρασε τη γαλακτοβιομηχανία Ροδόπη, ενώ μέσα στην καπιταλιστική οικονομική κρίση πραγματοποίησε σημαντικές εξαγωγές κεφαλαίων στα Βαλκάνια με στόχο την πιο αποτελεσματική διείσδυση στις αγορές της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Το 2011 εγκαινιάστηκε, παρουσία του Ρουμάνου πρωθυπουργού, το νέο εργοστάσιο του ομίλου στην περιοχή Brasov της Ρουμανίας, μια επένδυση που εκτιμάται στα 55 εκατομμύρια ευρώ.

Οι εξαγωγές του ομίλου αυξήθηκαν σημαντικά τα τελευταία χρόνια, από 44 εκατομμύρια ευρώ το 2012 σε 67 εκατ. ευρώ το 2013, ενώ αντίστοιχη πορεία είχαν και τα λειτουργικά κέρδη, τα οποία για το έτος 2013 έφτασαν τα 22,19 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, σύμφωνα με δημοσιεύματα των εφημερίδων, ο όμιλος σχεδιάζει την επέκταση των υποδομών που διαθέτει στη Βουλγαρία για τη δημιουργία νέας γραμμής
γαλακτοκομικών προϊόντων, μια επένδυση ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ.

δ) FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY): Όμιλος με έδρα την Ολλανδία, ένας από τους 5 μεγαλύτερους του κλάδου παγκοσμίως, που στην Ελλάδα δραστηριοποιείται με τη θυγατρική FRIESLANDCAMPINA HELLAS.

Το 2011 επέκτεινε το εργοστάσιο που διαθέτει στην Πάτρα για την παραγωγή γιαουρτιού με 4 νέες γραμμές, μεταφέροντας την παραγωγή γάλακτος επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης) από τη Γερμανία στην Ελλάδα.

ε) ΜΕΒΓΑΛ: Τα τελευταία χρόνια σημείωσε αύξηση εξαγωγών, οι οποίες το 2014 αντιστοιχούσαν στο 25% του συνολικού κύκλου εργασιών της.

στ) ΚΡΙΚΡΙ: Πρόσφατα ολοκλήρωσε την ανέγερση νέου εργαστασίου παραγωγής γιαουρτιού στις Σέρρες, μια επένδυση ύψους 20 εκατομμυρίων ευρώ, καθώς το παλιό εργοστάσιο είχε καταστραφεί ολοσχερώς λόγω πυρκαγιάς το Δεκέμβρη του 2013. Την προηγούμενη πενταετία παρουσίασε σημαντική αύξηση πωλήσεων από 39,7 εκατ. ευρώ το 2008 σε 68,1 εκατ. ευρώ το 2013. Σήμερα εξάγει περίπου το 20% της παραγωγής.

Παρά το γεγονός ότι τα παραπάνω μονοπώλια κυριαρχούν στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος κατανάλωσης και των προϊόντων του, η μεσαία και μικρή παραγωγή δεν εξαλείφεται. Δίπλα στα μεγάλα μονοπώλια διατηρούνται και μικρότερες επιχειρήσεις που μοιράζονται ένα πολύ περιορισμένο ποσοστό της παραγωγής και της αγοράς. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στην Ελλάδα τουλάχιστον 700 μεταποιητικές μονάδες γάλακτος. Οι επιχειρήσεις αυτές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το μέγεθός τους και το βαθμό κάλυψης της αγοράς. Υπάρχουν, για παράδειγμα, μεγαλύτερες επιχειρήσεις, όπως η ΔΩΔΩΝΗ, η ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ, η ΦΑΡΜΑ ΚΟΥΚΑΚΗ, η ΝΕΟΓΑΛ, η ΕΒΟΛ, ο ΚΟΛΙΟΣ κ.ά., που προσεγγίζουν τον τρόπο λειτουργίας των μονοπωλίων, επενδύουν σε εκσυγχρονισμό της παραγωγής, έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό, συνάπτουν συμφωνίες με μονοπωλιακούς ομίλους (π.χ. ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ - LIDL HELLAS) ή εξαγοράζονται από αυτούς (π.χ. εξαγορά βιομηχανίας ΔΩΔΩΝΗ από ρώσικο επενδυτικό όμιλο).

Παράλληλα, δραστηριοποιούνται στον τομέα και εκατοντάδες μικρότερες επιχειρήσεις, οι οποίες εξαιτίας της μικρής παραγωγικής δυναμικότητάς τους και του περιορισμένου τεχνολογικού εξοπλισμού υπολείπονται κατά πολύ στην παραγωγικότητα της εργασίας. Ο ανταγωνισμός τους με τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους του κλάδου είναι αμείλικτος, με αποτέλεσμα να περιορίζονται να καλύπτουν ανάγκες της τοπικής αγοράς όπου και εδρεύουν. Πολύ συχνά τέτοιες επιχειρήσεις αναγκάζονται είτε να μειώνουν την παραγωγή τους είτε να περιορίζονται σε συγκεκριμένα προϊόντα είτε ακόμα και να διακόπτουν τη δραστηριότητά τους.

Η υπεραξία που δημιουργείται σε όλες αυτές τις παραγωγικές μονάδες δε μένει ολόκληρη σε αυτές. Μερίδιο στη διανομή της διεκδικούν και τα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί στα δίκτυα μεταφοράς/διανομής και λιανικής πώλησης.

Όσον αφορά καταρχάς τα δίκτυα μεταφοράς/διανομής, ο βαθμός στον οποίο η ιδιοκτησία αυτών τους διαχωρίζεται από την ιδιοκτησία των παραγωγικών μονάδων εξαρτάται, όπως είναι φυσικό, από το μέγεθος των τελευταίων. Οι μονοπωλιακοί όμιλοι διαθέτουν δικά τους οργανωμένα δίκτυα μεταφοράς/διανομής και διανέμουν τα εμπορεύματά τους στα σημεία πώλησης, ενώ μέσω των δικτύων αυτών υποστηρίζουν και ένα μέρος των εξαγωγών τους. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες απομακρυσμένες γεωγραφικά περιοχές (π.χ. νησιά) όπου συνάπτουν συνεργασίες με αντιπροσώπους. Οι μικρότερες επιχειρήσεις διανέμουν συνήθως τα προϊόντα τους στα σημεία λιανικής πώλησης μέσω αντιπροσώπων και χονδρεμπόρων χωρίς να αποκλείεται ένα μέρος των διανομών τους να καλύπτεται με ίδια μέσα. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα διανέμουν συνήθως τα εμπορεύματα με δικά τους μέσα.6

Όσον αφορά τα δίκτυα πώλησης, το 80% της λιανικής πώλησης του γάλακτος κατανάλωσης και των γαλακτοκομικών προϊόντων πραγματοποιείται από τις 7 αλυσίδες supermarket που μονοπωλούν τον κλάδο του εμπορίου τροφίμων (CARREFOUR-ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, METRO - MY MARKET, ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ, LIDL, ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΑΣΟΥΤΗΣ). Τα μονοπώλια αυτά θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την τοποθέτηση προϊόντων στα ράφια τους, ενώ έρχονται σε συμφωνία με τα μονοπωλία της μεταποίησης για τους όρους πώλησης των εμπορευμάτων. Αξιοποιούν τα εκταταμένα δίκτυα διανομής και λιανικής που διαθέτουν στην προσπάθειά τους να εισέλθουν στη σφαίρα της παραγωγής εμπορευμάτων, είτε αναπτύσσοντας δικές τους παραγωγικές μονάδες είτε υπογράφοντας συμφωνίες με τις βιομηχανίες για την παραγωγή εμπορευμάτων τα οποία θα διατίθενται στην αγορά με το εμπορικό σήμα της αλυσίδας λιανικής. Πρόκειται για τα προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας» τα οποία αυξάνουν τα τελευταία χρόνια τα μερίδιά τους στην αγορά7. Αυτά τα γαλακτοκομικά προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας», με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, παράγονται στην πλειοψηφία τους είτε από τις μεγάλες βιομηχανίες του γάλακτος, οι οποίες με αυτόν τον τρόπο αξιοποιούν την πλεονάζουσα παραγωγική τους δυναμικότητα (π.χ. παραγωγή γιαουρτιού ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗ από την ΚΡΙΚΡΙ), είτε από πιο μικρές επιχειρήσεις του κλάδου (π.χ. γάλα LIDL από ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ, γιαούρτια CARREFOUR από ΕΒΟΛ) που αφιερώνουν σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς τους στην παραγωγή εμπορευμάτων για λογαριασμό των αλυσίδων supermarket. Τα προϊόντα «ιδιωτικής ετικέτας» μοιράζονται περίπου το 6-7% της συνολικής αγοράς των γαλακτομικών. Στην αγορά του γιαουρτιού το ποσοστό αυτό εκτιμάται ότι προσεγγίζει το 15%.

Βασικό εργαλείο για την καπιταλιστική ανάπτυξη στον τομέα αποτελεί το τραπεζικό σύστημα. Η άντληση κεφαλαίων από τις τράπεζες αποτελεί όρο για την υλοποίηση των αναγκαίων, για τη βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας, επενδύσεων των μονοπωλιακών ομίλων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η χορήγηση δανείου ύψους 6 εκατομμυρίων ευρώ στη βιομηχανία ΚΡΙΚΡΙ από την ΑLPHABANK AE και την ALPHABANK LONDON LTD, με σκοπό τη χρηματοδότηση επενδυτικού προγράμματος της μονάδας παραγωγής γιαουρτιού. Οι τράπεζες παρεμβαίνουν σε όλους τους κρίκους της αλυσίδας του γάλακτος. Ιδιαίτερο ρόλο παίζουν στην αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής με την προώθηση της επιχειρηματικής και «συμβολαιακής γεωργίας - κτηνοτροφίας» και με τη χρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων στην πρωτογενή παραγωγή.

 

ΟΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΑΓΕΛΑΔΙΝΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ

Τα κυριότερα προϊόντα με βάση το αγελαδινό γάλα που παράγονται από τους εγχώριους ομίλους είναι το λευκό γάλα, το γιαούρτι και τα διάφορα ροφήματα/επιδόρπια. Ακολουθούν το τυρί, το βούτυρο, η κρέμα γάλακτος και το παγωτό.

Η κατηγορία του λευκού γάλακτος περιλαμβάνει το «φρέσκο»-παστεριωμένο γάλα, το γάλα επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης) και το συμπυκνωμένο γάλα κατανάλωσης (εβαπορέ). Οι ετήσιες πωλήσεις του λευκού γάλακτος κυμαίνονται από 600.000-700.000 τόνους και κατανέμονται ως εξής: «Φρέσκο»-παστεριωμένο 350.000-400.000 τόνους, επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης) 200.000-240.000 τόνους, συμπυκνωμένο κατανάλωσης (εβαπορέ) 55.000-70.000 τόνους (100.000-140.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος8).

Για τα μερίδια της εγχώριας αγοράς του λευκού γάλακτος δίνουν μάχη η ΔΕΛΤΑ με τη FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY), καθώς τα δύο μονοπώλια κατέχουν μαζί ποσοστό πάνω από το 60% της παραγωγής και της αγοράς. Ακολουθούν η ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ και η ΜΕΒΓΑΛ με μερίδια 16% και 11% αντίστοιχα στην αγορά του «φρέσκου»-παστεριωμένου.

Η ΔΕΛΤΑ διαχρονικά επενδύει και στηρίζεται στην εκματάλλευση του εγχώρια παραγόμενου αγελαδινού γάλακτος, καθώς μεταποιεί περίπου το 30% αυτού. Γι’ αυτόν το λόγο κυριαρχεί9 στην αγορά του «φρέσκου»-παστεριωμένου γάλακτος (με μερίδιο 37% το 2013), το οποίο λόγω της περιορισμένης με νόμο διάρκειας ζωής του (7 μέρες) δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια χρησιμοποίησης εισαγόμενου νωπού γάλακτος για την παραγωγή του.

Η FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY) κατέχει τη μερίδα του λέοντος (με μερίδιο 28% το 2013) στο γάλα επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης), το οποίο πρωτοεισήγαγε η ίδια στην ελληνική αγορά το 1997. Για την παραγωγή του αξιοποιεί ως πρώτη ύλη σημαντικές ποσότητες εισαγόμενου αγελαδινού γάλακτος, ενώ υπολογίζεται ότι εκμεταλλεύεται το 15% του εγχώρια παραγόμενου νωπού αγελαδινού γάλακτος.

Η αγορά του συμπυκνωμένου γάλακτος κατανάλωσης (εβαπορέ) είναι περιορισμένη. Οι ανάγκες καλύπτονται κυρίως από εισαγωγές τελικών προϊόντων από την Ολλανδία και τη Γερμανία. Το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς κατέχει η FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY), η οποία πραγματοποιεί μεγάλες εισαγωγές από την Ολλανδία που προσεγγίζουν τους 40.000 τόνους ετησίως10 (80.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος). Ακολουθεί η ΔΕΛΤΑ, το μοναδικό μονοπώλιο που παράγει γάλα εβαπορέ στην Ελλάδα, στο εργοστάσιο που εξαγόρασε από τη NESTLE στο Πλατύ Ημαθίας.

Agel 1

Η παραγωγή γιαουρτιού από αγελαδινό γάλα ξεπερνά τους 100.000 τόνους ετησίως και απαιτεί 150.000-170.000 τόνους γάλακτος (ισοδύναμο γάλακτος) ως πρώτη ύλη. Πάνω από το 50% της αγοράς κατέχουν η ΦΑΓΕ (28%) και η ΔΕΛΤΑ (16%), ενώ ακολουθούν η ΚΡΙΚΡΙ (11,5%), ο ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ (7,5%), η ΜΕΒΓΑΛ (8%), η FRIESLAND-CAMPINA (4,5%) κ.ά. Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει τις ανάγκες που δεν ξεπερνούν τους 90.000 τόνους (140.000-160.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος), ενώ οι εισαγωγές γιαουρτιού κυμαίνονται μεταξύ 10.000 και 14.000 τόνων ετησίως (13.000-16.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος). Σημαντικές και συνεχώς αυξανόμενες είναι οι ποσότητες του εξαγώγιμου γιαουρτιού από αγελαδινό γάλα, καθώς εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα τελευταία χρόνια τους 30.000 τόνους ετησίως.

Agel 2

Η παραγωγή ροφημάτων/επιδορπίων με βάση το αγελαδινό γάλα προσεγγίζει τους 100.000 τόνους (70.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος).

Ο βασικός όγκος των παραγόμενων στην Ελλάδα τυριών πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση πρόβειου ή γίδινου γάλακτος. Περιορισμένη είναι η παραγωγή τυριών από αγελαδινό γάλα, καθώς δεν ξεπερνά τους 20.000 τόνους ετησίως (120.000-180.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος). Οι εισαγωγές τυριών από αγελαδινό γάλα είναι σημαντικές και προσεγγίζουν τους 90.000 τόνους ετησίως (600.000-700.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος). Τη μερίδα του λέοντος στα εισαγόμενα τυριά κατέχει το ολλανδικό μονοπώλιο FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY) και ακολουθεί το δανέζικο μονοπώλιο ARLA. Σε ό,τι αφορά την παραγωγή κρέμας γάλακτος η εγχώρια παραγωγή κυμαίνεται μεταξύ 10.000-15.000 τόνων και οι εισαγωγές μεταξύ 20.000 και 30.000 τόνων ετησίως. Πάνω από το 60% της αγοράς μοιράζονται η ΦΑΓΕ, η ΔΕΛΤΑ, η ΜΕΒΓΑΛ και η FRIESLANDCAMPINA (NOYNOY).

Agel 3

H παραγωγή βούτυρου δεν ξεπερνά τα τελευταία χρόνια τους 1.500 τόνους ετησίως, ενώ οι εισαγωγές προσεγγίζουν τους 10.000-12.000 τόνους. Την πρώτη θέση στην αγορά βουτύρου κατέχει ο όμιλος ARLA (Δανία) και ακολουθούν η FRIESLANDCAMPINA (Oλλανδία), η ΜΙΝΕΡΒΑ (όμιλος που δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα του ελαιόλαδου), η ΗΠΕΙΡΟΣ (όμιλος που δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα του αιγοπρόβειου γάλακτος) και ο ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ.

Agel 4

Η παραγωγή και η κατανάλωση παγωτού κυμαίνεται στους 50.000-60.000 τόνους (35.000-45.000 τόνοι ισοδύναμου γάλακτος). Την αγορά μονοπωλούν το ολλανδικό μονοπώλιο UNILEVER (ALGIDA, ΕΒΓΑ) με μερίδιο αγοράς μεγαλύτερο από 40%, το ελβετικό μονοπώλιο NESTLE (εξαγόρασε το παγωτό ΔΕΛΤΑ το 2006) με μερίδιο που προσεγγίζει 40% και ακολουθεί η βιομηχανία ΚΡΙΚΡΙ (7%).

Agel 5

 

Οι πίνακες 2, 3 και 4 αποτυπώνουν την εικόνα τόσο της εγχώριας παραγωγής όσο και των αναγκών σε τελικά προϊόντα με βάση το αγελαδινό γάλα. Αν τα ευρήματα αυτά συνδυαστούν με τον πίνακα 5 ο οποίος καταγράφει τα επίπεδα της εγχώριας παραγωγής αγελαδινού νωπού γάλακτος, μπορούν να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα για το βαθμό αυτάρκειας σε αγελαδινό γάλα και το επίπεδο ανάπτυξης της πρωτογενούς παραγωγής αγελαδινού γάλακτος σε σχέση με τις ανάγκες.

Από τους πίνακες 2 και 5 εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι, αναφορικά με την εγχώρια παραγωγή αγελαδινού γάλακτος κατανάλωσης και γαλακτοκομικών προϊόντων από αγελαδινό γάλα, μόλις το 60% των αναγκών σε πρώτη ύλη γάλακτος καλύπτεται από την εγχώρια αγελαδοτροφία. Το υπόλοιπο 40% των αναγκών σε πρώτη ύλη γάλακτος καλύπτεται από εισαγωγές γάλακτος σε διάφορες μορφές (πλήρες, συμπυκνωμένο, σκόνη) το οποίο χρησιμοποιείται στη μεταποίηση κυρίως για την παραγωγή γάλακτος επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης), συμπυκνωμένου γάλακτος κατανάλωσης (εβαπορέ), γιαουρτιού, τυριού, επιδορπίων/ροφημάτων και παγωτού. Επιπλέον των εισαγωγών γάλακτος που αξιοποιούνται ως πρώτη ύλη στη μεταποίηση, για την κάλυψη των αναγκών εισάγονται γαλακτοκομικά προϊόντα που ξεπερνούν σε ισοδύναμο γάλακτος την εγχώρια πρωτογενή παραγωγή. Από το σύνολο, τώρα, του γάλακτος που παράγει η εγχώρια αγελαδοτροφία, το 70% κατευθύνεται στην παραγωγή του «φρέσκου»- παστεριωμένου γάλακτος και το 30% στην παραγωγή των υπόλοιπων προϊόντων.

Με βάση τα παραπάνω, αν ληφθούν υπόψη τόσο οι ανάγκες σε γάλα - πρώτη ύλη για τη βιομηχανία όσο και οι ανάγκες σε τελικά προϊόντα με βάση το γάλα, υπολογίζεται ότι η εγχώρια γαλακτοπαραγωγός αγελαδοτροφία καλύπτει περίπου το 35% του συνόλου των αναγκών.

Αναφορικά με τις χώρες προέλευσης του εισαγόμενου γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, κύριοι προμηθευτές είναι η Γερμανία (35-40%), η Ολλανδία (25-30%) και η Γαλλία (5-8%). Το 99% των εισαγωγών πραγματοποιείται από χώρες της ΕΕ.

Από πλευράς εξαγωγών, με βάση τα δεδομένα του πίνακα 3, κύριο εξαγώγιμο προϊόν είναι το γιαούρτι το οποίο κατακτά αυξανόμενα μερίδια στις διεθνείς αγορές τα τελευταία χρόνια και εξάγεται κατά 30%. Οι εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων προσεγγίζουν περίπου το 6% της συνολικής παραγωγής (σε ισοδύναμο γάλακτος). Κύριοι εισαγωγείς γαλακτοκομικών προϊόντων από αγελαδινό γάλα παρασκευασμένων στην Ελλάδα είναι η Ολλανδία, η Αγγλία, η Ιταλία και η Βουλγαρία.

 

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΠΩΛΗΣΗΣ

Τα μονοπώλια του τομέα του γάλακτος:

α. Αξιοποιούν τη χαμηλότερη τιμή παραγωγής11 του νωπού αγελαδινού γάλακτος σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Γαλλία κ.ά., η οποία οφείλεται στην υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας λόγω της μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγής, του υψηλότερου τεχνολογικού επιπέδου και των ευνοϊκότερων εδαφοκλιματικών συνθηκών, για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Άλλωστε η μάχη του ανταγωνισμού των κεφαλαίων σε έναν κλάδο δίνεται κυρίως μέσω της μείωσης των τιμών των εμπορευμάτων. Βασική παράμετρος της τιμής είναι τα έξοδα παραγωγής τα οποία μειώνονται με τη χρησιμοποίηση φθηνότερων πρώτων υλών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άξονας γύρω από τον οποίο κυμαινόταν η τιμή του νωπού αγελαδινού γάλακτος στη Γερμανία ήταν από την αρχή του έτους τα 30 λεπτά του ευρώ ανά κιλό, ενώ στην Ελλάδα τα 40 λεπτά του ευρώ ανά κιλό.

β. Αξιοποιούν τις εισαγωγές γάλακτος και ασκούν πίεση ώστε να προμηθεύονται το νωπό εγχώριο γάλα σε τιμές ακόμα και μικρότερες της εγχώριας τιμής παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο πιέζουν στην κατεύθυνση αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στην πρωτογενή παραγωγή. Οι μικρότερες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις σπρώχνονται στην έξοδο από την παραγωγή και επιταχύνεται η διαδικασία αύξησης του μεγέθους των αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, καθώς το μεγαλύτερο κεφάλαιο έχει γενικά τη δυνατότητα να ενσωματώνει πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ’ ό,τι το μικρότερο καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και οργάνωσης της εργασίας και να είναι πιο ανταγωνιστικό.

γ. Αξιοποιούν την πίεση μέσω της τιμής για την προώθηση της καθετοποίησης της παραγωγής, δηλαδή τον έλεγχο όλων των σταδίων παραγωγής, που επίσης διευκολύνει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω της καλύτερης οργάνωσης. Εκτεταμένη μορφή καθετοποίησης που εφαρμόζεται διαχρονικά στον τομέα είναι η υπογραφή συμβολαίων υποχρεωτικής παράδοσης του γάλακτος από τις αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις στα μεταποιητικά μονοπώλια. Οι όροι αυτών των συμβολαίων οδηγούν στον ασφυκτικό έλεγχο της πρωτογενούς παραγωγής από τα μονοπώλια του κλάδου.

Ο μεγάλος βαθμός μονοπώλησης του τομέα του γάλακτος αντικειμενικά δημιουργεί τη δυνατότητα σχηματισμού συμπράξεων μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων (βιομηχανικών και εμπορικών) υπό τη μορφή καρτέλ. Το λεγόμενο «καρτέλ του γάλακτος» επιχειρεί να καθορίσει ενιαίες ή παραπλήσιες τιμές αγοράς του γάλακτος, ώστε τα μονοπώλια να συμπιέζουν όσο το δυνατόν περισσότερο το κόστος παραγωγής και να διευρύνουν το περιθώριο κέρδους τους. Το αστικό κράτος, είτε για λόγους διαχείρισης της λαϊκής αγανάκτησης είτε για λόγους υπεράσπισης των συμφερόντων μονοπωλιακών ομίλων που δε συμμετέχουν στο καρτέλ είτε για λόγους περιφρούρησης μιας σχετικά ανταγωνιστικής λειτουργίας του κλάδου, εμφανίζεται σε ορισμένες χρονικές συγκυρίες να υιοθετεί μέτρα «χτυπήματος» των καρτέλ. Σε αυτήν τη βάση επιβλήθηκαν το 2007 πρόστιμα μέσω της Επιτροπής Ανταγωνισμού σε όλους τους μονοπωλιακούς ομίλους τόσο του τομέα του γάλακτος όσο και της λιανικής (αλυσίδες supermarket). Το ύψος τους ξεπέρασε τα 48 εκατομύρια ευρώ.

Παράλληλα βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι το 2011 η Επιτροπή Ανταγωνισμού συναίνεσε στη συγχώνευση της ΔΕΛΤΑ και της ΜΕΒΓΑΛ, δηλαδή στη συγχώνευση δύο εκ των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του τομέα του γάλακτος. Η συγχώνευση μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί, λόγω διαμάχης που ανέκυψε μεταξύ των μεγαλομετόχων των δυο εταιριών.

Παρά τις συνεννοήσεις, τις συμπράξεις μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων και τους προσωρινούς συμβιβασμούς, ο ανταγωνισμός όχι μόνο δεν αμβλύνεται, αλλά εντείνεται. Χαρακτηριστικός είναι ο πόλεμος που ξέσπασε πέρσι με αφορμή την πρόθεση της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ να υιοθετήσει τη σύσταση της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ για κατάργηση του ορίου των 5 ημερών του «φρέσκου»-παστεριωμένου γάλακτος και απελευθέρωση της διάρκειας ζωής του, σε συμμόρφωση με τους κανονισμούς της ΕΕ με βάση τους οποίους αποκλειστικά υπεύθυνες για τον προσδιορισμό της διάρκειας ζωής του γάλακτος είναι οι βιομηχανίες που το παράγουν.

Η προσδιορισμένη με νόμο διάρκεια ζωής των 5 ημερών για το «φρέσκο»-παστεριωμένο γάλα έθετε ένα τεχνικό εμπόδιο στην εισαγωγή φθηνότερης πρώτης ύλης - γάλακτος από το εξωτερικό. Η προοπτική της άρσης του ορίου των 5 ημερών θα συνέβαλλε στη διατάραξη των διαμορφωμένων ισορροπιών στο εσωτερικό του καρτέλ γάλακτος. Με δεδομένο ότι η εξέλιξη στην τεχνολογία παστερίωσης και η χρησιμοποίηση από τη γαλακτοβιομηχανία μεθόδων εξυγίανσης του γάλακτος συμπληρωματικών της παστερίωσης (π.χ. μικροφιλτράρισμα), σε συνδυασμό με την πρόοδο στις πρακτικές εκτροφής των ζώων, δίνουν τη δυνατότητα για αύξηση της διάρκειας ζωής του παστεριωμένου γάλακτος ακόμα και στις 15 μέρες, η προωθούμενη (με βάση τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και την έκθεση του ΟΟΣΑ) απελευθέρωση της διάρκειας ζωής του με την κατάργηση του ορίου των 5 ημερών θα επέτρεπε σε μονοπώλια του κλάδου που στηρίζουν διαχρονικά την παραγωγή τους σε εισαγωγές γάλακτος (π.χ. FRIESLANDCAMPINA) να εισέλθουν και στην αγορά του παστεριωμένου. Ταυτόχρονα, μονοπώλια που παραδοσιακά επενδύουν στην εγχώρια παραγωγή γάλακτος (π.χ. ΔΕΛΤΑ) θα έχαναν το συγκριτικό τους πλεονέκτημα.

Η σύγκρουση μεταξύ των ομίλων ήταν σφοδρή και οδήγησε, εν μέσω κυβερνητικών τριγμών, στο συμβιβασμό των 7 ημερών, ο οποίος ασφαλώς δεν άφησε ανεπηρέαστες τις ισορροπίες στην αγορά γάλακτος, καθώς από τις αρχές του 2015 καταγράφεται μια αύξηση (6,1%) των πωλήσεων του «φρέσκου»-παστεριωμένου γάλακτος (διάρκειας 7 ημερών) έναντι μιας σημαντικής πτώσης (11,9%) των πωλήσεων του επιμηκυμένης διάρκειας (υψηλής παστερίωσης). Διαφαίνεται δηλαδή μια τάση ανακοπής της ανοδικής πορείας αυτού του είδους γάλακτος, το οποίο κέρδιζε συνεχώς μερίδια την τελευταία δεκαετία και το 2012 καταλάμβανε το 32% της αγοράς.

Ουσιαστικά η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη θέση των εγχώριων ομίλων που έχουν επενδύσει στο «φρέσκο»-παστεριωμένο γάλα (ΔΕΛΤΑ, ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ-ΡΟΔΟΠΗ) και ασκεί πιέσεις στις πωλήσεις της FRIESLANDCAMPINA (ΝΟΥΝΟΥ) που έχει επενδύσει στο επιμηκυμένης διάρκειας.

Το ζήτημα αυτό αναμένεται να ξανανοίξει το επόμενο διάστημα, καθώς μια από τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με βάση τη νέα συμφωνία-μνημόνιο είναι η πλήρης συμμόρφωση με τις συστάσεις της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ12. Η κατεύθυνση που αναμένεται να υλοποιηθεί είναι αυτή της «απελευθέρωσης» των τροφίμων από προδιαγραφές που εμποδίζουν τη δράση των μονοπωλιακών ομίλων.

Ανάλογο πόλεμο μεταξύ των μονοπωλιακών ομίλων του τομέα είχε προκαλέσει η πρόβλεψη του αγορανομικού κώδικα για υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης του γάλακτος - πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του γάλακτος κατανάλωσης και των γαλακτοκομικών προϊόντων, η οποία θεσπίστηκε το 2010 παρά τις αρνητικές από την ΕΕ εισηγήσεις. Η διάταξη προκάλεσε την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία απείλησε την ελληνική κυβέρνηση με επιβολή προστίμων, καθώς θεωρήθηκε ότι η διάταξη αυτή προσέκρουε στο ευρωπαϊκό δίκαιο περί ανταγωνισμού. Η κυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ αναδιπλώθηκε και κατάργησε τη διάταξη το 2013.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι το γάλα δεν υπάγεται στις ευρωενωσιακές διατάξεις13 υποχρεωτικής επισήμανσης της χώρας προέλευσης που έχουν θεσπιστεί για μια σειρά προϊόντα (π.χ. μέλι, ελαιόλαδο, ψάρια, βόειο κρέας κ.ά.), αλλά σε καθεστώς εθελούσιας επισήμανσης της καταγωγής.

 

Η ΚΑΠ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΟΥ ΑΓΕΛΑΔΙΝΟΥ ΓΑΛΑΚΤΟΣ

Η παραγωγή αγελαδινού γάλακτος αποτελεί την πιο σημαντική γεωργική δραστηριότητα στην ΕΕ και καταλαμβάνει το 14% περίπου της συνολικής αξίας της γεωργικής παραγωγής. Το 90% των παραγόμενων στην ΕΕ γαλακτοκομικών προϊόντων κατευθύνεται στην εσωτερική αγορά.

Η ΕΕ είναι παγκοσμίως πρώτη στην παραγωγή γάλακτος, καθώς υπολογίζεται ότι παράγει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής. Ακολουθούν η Ινδία και οι ΗΠΑ. Το 65% του αγελαδινού γάλακτος της ΕΕ παράγεται σε 5 περιοχές: Τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τις Κάτω Χώρες. Στην Ελλάδα παράγεται το 0,5% του αγελαδινού γάλακτος της ΕΕ.

Η ΕΕ είναι ο κυριότερος εξαγωγέας τυριών παγκόσμια. Η παραγωγή τυριών στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 26% την περίοδο 2003-2013 και οι εξαγωγές κατά 69%. Στην παγκόσμια αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων τα ευρωπαϊκά μονοπώλια ανταγωνίζονται κυρίως με μονοπώλια των ΗΠΑ, της Ν. Ζηλανδίας και της Αυστραλίας, καπιταλιστικών οικονομιών με παραδοσιακές προσβάσεις στις ασιατικές αγορές και με υψηλών αποδόσεων πρωτογενή παραγωγή. Ειδικά οι ΗΠΑ διαθέτουν το εντατικότερο σύστημα παραγωγής παγκόσμια, καθώς εκτιμάται ότι το 23% του παραγόμενου γάλακτος παράγεται σε εκτροφές με περισσότερες από 2.000 αγελάδες. Στον πίνακα 6 δίνονται το μέσο μέγεθος κοπαδιού γαλακτοφόρων αγελάδων στην ΕΕ και στους βασικούς της ανταγωνιστές κατά τα έτη 2005 και 2015. Διαπιστώνεται ότι την περίοδο αυτή υπήρξε στην ΕΕ-15 αύξηση του μέσου μεγέθους κοπαδιού κατά 60% έναντι οριακής μείωσης στις ΗΠΑ και αύξησης 28% στη Ν. Ζηλανδία.

Agel 6

Επίσης την ίδια περίοδο καταγράφεται μια σημαντική αύξηση των μέσων αποδόσεων σε παραγωγή νωπού γάλακτος ανά γαλακτοφόρο αγελάδα σε επίπεδο ΕΕ, ως αποτέλεσμα της συνένωσης κεφαλαίων και της μεγέθυνσης των εκτροφών, που δίνει τη δυνατότητα καλύτερης οργάνωσης της εργασίας και αφομοίωσης των επιστημονικών - τεχνολογικών εξελίξεων.

Agel 7

Η ΕΕ διαχρονικά παρεμβαίνει στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος έχοντας ως στρατηγικές στοχεύσεις:

α. τη θωράκιση της κερδοφορίας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων,

β. τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους στις διεθνείς αγορές μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας.

Οι στοχεύσεις αυτές προωθούνται με τις πολιτικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) στον κλάδο της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας, οι οποίες έχουν επιπτώσεις στην αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής, με βασικότερη την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και της παραγωγής.

Το γάλα αποτέλεσε ένα από τα πρώτα προϊόντα που εντάχτηκαν στο καθεστώς των Κοινών Οργανώσεων Αγοράς (ΚΟΑ). Η ΚΟΑ για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα θεσπίστηκε το 1968 και περιελάμβανε μέτρα όπως:

α. Μέτρα προστασίας στα σύνορα της ΕΟΚ/ΕΕ: Η ΕΟΚ καθόριζε τις ελάχιστες τιμές με τις οποίες μπορούσε να εισαχθεί από τρίτη χώρα ένα γαλακτοκομικό προϊόν στην Κοινότητα.

Επίσης, καθοριζόταν επιπλέον εισφορά για τα εισαγόμενα γαλακτοκομικά προϊόντα. Πρόκειται για μέτρα που καταργήθηκαν σταδιακά, στο βαθμό που βελτιωνόταν η ανταγωνιστικότητα των ευρωενωσιακών μονοπωλίων.

β. Επιδότηση των εξαγωγών: Για την εξαγωγή προϊόντων προς τρίτες χώρες από την ΕΕ χορηγούνταν επιδοτήσεις εξαγωγών ή «επιστροφές», όπως είχε καθιερωθεί ν’ αποκαλούνται. Οι επιδοτήσεις αυτές μηδενίστηκαν το 2007, οπότε και κατέστη δυνατό τα ευρωενωσιακά μονοπώλια του τομέα του γάλακτος να εξάγουν σε τρίτες χώρες χωρίς επιδότηση.

γ. Επιδοτήσεις κατανάλωσης - επιδοτούμενη διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων: Περιελάμβαναν διάφορα προγράμματα (που καταργήθηκαν σταδιακά) όπως:

- ενίσχυση για τη χρησιμοποίηση άπαχου γάλακτος παραγωγής ΕΕ για τη διατροφή των ζώων,

- ενίσχυση για τη χρησιμοποίηση άπαχου γάλακτος παραγωγής ΕΕ για την παραγωγή καζεΐνης και άλλων συστατικών που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη από τη βιομηχανία του γάλακτος,

- ενίσχυση για τη διάθεση γάλακτος σε μαθητές σχολείων,

- διάθεση σε μειωμένη τιμή βουτύρου για τη χρήση του από τη βιομηχανία τροφίμων.

δ. Αποθεματοποίηση: Σε περιπτώσεις που οι τιμές του γάλακτος και των προϊόντων του πέφτουν κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο τιμών, γνωστό ως «εγγυημένες τιμές», τότε η ΕΕ εγκρίνει και ενισχύει την αποθεματοποίηση γάλακτος με τη μορφή βουτύρου και σκόνης αποβουτυρωμένου γάλακτος. Τα προϊόντα αποσύρονται και αποθηκεύονται. Το μέτρο αυτό είναι ενεργό και αξιοποιήθηκε για την άμβλυνση των επιπτώσεων του ρωσικού εμπάργκο το 2014.

Η χρησιμοποίηση των παραπάνω εργαλείων, ενώ εξασφάλιζε ένα «δίχτυ προστασίας» για τους ευρωενωσιακούς μονοπωλιακούς ομίλους, είχε μικρή επίπτωση στην αναδιάρθρωση του κλάδου της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας και στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Έτσι, μπορεί να χορηγούνταν με διαφόρους τρόπους επιδοτήσεις κυρίως στους ομίλους της μεταποίησης τόσο για την παραγωγή όσο και για τις εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων και να εμποδίζονταν οι εισαγωγές από τρίτες χώρες, όμως η συνολική επίδραση στην κατεύθυνση βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων ήταν μικρή.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλη την περίοδο 1975-1984 ο αριθμός των αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων γαλακτοπαραγωγής παρέμενε σχεδόν σταθερός14 σε επίπεδο ΕΕ (ΕΟΚ).

Οι ποσοστώσεις στο αγελαδινό γάλα θεσπίστηκαν τον Απρίλη του 1984 (καν. 856/84) και στο έδαφος της κυριαρχίας των μονοπωλιακών ομίλων στον τομέα επέδρασαν αποφασιστικά στην αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής. Υιοθετήθηκαν ως απάντηση στα διαρθρωτικά «πλεονάσματα» γάλακτος που άρχισαν να καταγράφονται από το 1974 και τα οποία ήταν αποτέλεσμα τόσο των άμεσων ή έμμεσων επιδοτήσεων στην παραγωγή γάλακτος όσο και της τεχνολογικής προόδου και των αλλαγών στη δομή των εκμεταλλεύσεων. H ύπαρξη των εν λόγω «πλεονασμάτων» δε σημαίνει ότι καλύπτονταν οι λαϊκές ανάγκες για φθηνά και ποιοτικά γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά πρόκειται για «πλεονάσματα» σε σχέση με τον όγκο παραγωγής γάλακτος που μπορεί να χρησιμοποιούν τα μονοπώλια του κλάδου με επαρκές ποσοστό κερδοφορίας.

Αρχικά η καπιταλιστική οικονομία απάντησε στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που έπληττε μέσω των «πλεονασμάτων» τους όρους κερδοφορίας, με την καθιέρωση της εισφοράς συνυπευθυνότητας (1977) που καταβαλλόταν απ’ όλους τους παραγωγούς γάλακτος για τις ποσότητες που παρέδιδαν στη μεταποιητική βιομηχανία. Με τα έσοδα από την εισφορά επιδοτούνταν μια σειρά από δράσεις για την ενίσχυση της κερδοφορίας των μονοπωλίων (π.χ. διαφήμιση γάλακτος, διάφορες ενισχύσεις προς τη βιομηχανία, χρηματοδότηση έρευνας).

Ωστόσο, το μέτρο δεν είχε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα και γι’ αυτόν το λόγο προτάχτηκε η εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων που προέβλεπε μια αποτρεπτική «πρόσθετη προσφορά» –ένα είδος προστίμου– στις παραδιδόμενες ποσότητες γάλακτος που υπερέβαιναν μια «συνολική εγγυημένη ποσότητα», δηλαδή τη γαλακτοκομική ποσόστωση της ΕΟΚ, η οποία κατανεμήθηκε ανάμεσα στους επιμέρους παραγωγούς στα κράτη-μέλη με τη μορφή των «ποσοτήτων αναφοράς» ή ατομικών ποσοστώσεων.

Ο καθορισμός μέσω των ποσοστώσεων ενός συγκεκριμένου ορίου στην πρωτογενή παραγωγή γάλακτος, στο έδαφος της κυριαρχίας των μονοπωλίων του τομέα και στις συγκεκριμένες συνθήκες, πολλαπλασίασε την πίεση για μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής.

Με την επιβολή του μέτρου των ποσοστώσεων έγινε δυνατή η επιτάγχυνση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του κλάδου και ο περιορισμός των διαρθρωτικών «πλεονασμάτων» που έθιγαν την κερδοφορία. Οι «εγγυημένες τιμές» μειώθηκαν, ενώ προωθήθηκε μέσω των αναθεωρήσεων της ΚΑΠ (1992, 1999, 2003) η χορήγηση άμεσων ενισχύσεων, αποσυνδεδεμένων από την παραγωγή.

Agel 8

 

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της γαλακτοκομικής ποσόστωσης στην Ελλάδα (πίνακας 8), άξια λόγου είναι τα εξής:

α. Εκτιμάται ότι το ύψος της γαλακτοκομικής ποσόστωσης όλη την περίοδο από το 1984 μέχρι το 2003 δεν επέτρεπε την κάλυψη ούτε του 40% των εγχώριων αναγκών15 σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα.

β. Η αύξηση της ποσόστωσης από το 2003 συνοδεύτηκε από τη γενικευμένη και αυξανόμενη υποχρησιμοποίησή της (πίνακας 9) μέχρι την κατάργησή της, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν και παραμένει ελλειμματική στο αγελαδινό γάλα.

Agel 9

 

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΤΗΣ ΓΑΛΑΚΤΟΠΑΡΑΓΩΓΟΥ ΑΓΕΛΑΔΟΤΡΟΦΙΑΣ

Η αναδιάρθρωση του κλάδου της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και της πολιτικής της ΕΕ και των κυβερνήσεων, κινείται στον άξονα συγκεντροποίηση - αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας - βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η ΕΕ-15 απώλεσε το ήμισυ των γαλακτοπαραγωγικών εκμεταλλεύσεών της στο διάστημα μεταξύ 1995 και 2007. Περισσότεροι από 500.000 παραγωγοί αγελαδινού γάλακτος διέκοψαν τη δραστηριότητά τους μέσα στο διάστημα αυτό. Η αναδιάρθρωση έγινε ιδιαίτερα εμφανής στη Δανία, την Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία. Ο μεγάλος αριθμός εκμεταλλεύσεων με μικρό αριθμό αγελάδων μειώθηκε, ενώ αυξήθηκε ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων μεσαίου και μεγάλου μεγέθους. Η μεγέθυνση των εκμεταλλεύσεων συνοδεύτηκε από την αύξηση των αποδόσεων σε γάλα ανά γαλακτοπαραγωγό αγελάδα.

Στον πίνακα 10 καταγράφονται ορισμένοι δείκτες σχετικοί με την αναδιάρθρωση του κλάδου της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας την περίοδο 1987-2006, τόσο σε επίπεδο ΕΕ-15 όσο και σε επίπεδο Ελλάδας. Οι δείκτες υπολογίστηκαν κατά προσέγγιση βάσει επεξεργασίας στοιχείων της EUROSTAT. Ο πίνακας είναι αποκαλυπτικός για την κατεύθυνση και το βαθμό αναδιάθρωσης της αγελαδοτροφίας.

Agel 10

Είναι χαρακτηριστικά τα εξής:

α. Κατά την περίοδο 1993-2003 οι γαλακτοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις μειώνονταν στην Ελλάδα με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό 13,5% το χρόνο. Έτσι, από 27.343 εκμεταλλεύσεις το 1993 παρέμειναν 8.640 το 2003.

β. Η ίδια κατάσταση αποτυπώνεται και στην πιο πρόσφατη εξελίξη της εγχώριας παραγωγής16: Από 8.640 παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος το 2003 σήμερα δραστηριοποιούνται 3.555 (μείωση 59%).

γ. Ισχυρή ήταν η τάση εξόδου από την παραγωγή και κατά την τελευταία πενταετία (πίνακας 11), με μείωση του αριθμού των εκμεταλλεύσεων από 4.562 σε 3.555 (μείωση 23%) και ιδιαίτερα εκείνων με παραγωγή μικρότερη από 50tn/έτος (από 2.368 το 2009 σε 1.855 το 2014).

Agel 11

 

Ενδεικτικό του βαθμού συγκεντροποίησης της εγχώριας πρωτογενούς παραγωγής γάλακτος που επιτεύχθηκε μέσα από αυτήν τη διαδικασία είναι ότι το γαλακτοκομικό έτος 2013-2014 οι 311 από τις 3.555 αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις (ποσοστό 8,7%) της χώρας παρήγαγαν το 51% του γάλακτος.

Με βάση τα δεδομένα του πίνακα 12 πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την πενταετία 2009-2014:

1. Η συμμετοχή στη συνολική ετήσια εγχώρια παραγωγή νωπού γάλακτος των εκμεταλλεύσεων με παραγωγή μικρότερη των 500 τόνων μειώθηκε από το 56% στο 49%. Η μείωση αυτή αφορούσε όλες τις κατηγορίες παραγωγής μέχρι 500 τόνους ετησίως.

2. Η συμμετοχή στη συνολική ετήσια εγχώρια παραγωγή νωπού γάλακτος των εκμεταλλεύσεων με παραγωγή μεγαλύτερη των 500 τόνων αυξήθηκε από το 44% στο 51%. Η αύξηση αυτή αφορούσε όλες τις κατηγορίες παραγωγής πάνω από 500 τόνους ετησίως, ενώ σημαντικό είναι το ποσοστό αύξησης του μεριδίου που καταλαμβάνουν οι εκμεταλλεύσεις με παραγωγή μεγαλύτερη από 1.000 τόνους ετησίως, οι οποίες από το 23% το 2009 προσέγγισαν το 28% το 2014.

Agel 12

 

Στην Ελλάδα η μέση απόδοση σε παραγωγή νωπού γάλακτος ανά αγελάδα βάσει των διαθέσιμων στατιστικών στοιχείων κυμαίνεται γύρω από τον άξονα των 5 τόνων ετησίως. Η μέση απόδοση σε παραγωγή νωπού γάλακτος ανά αγελάδα αυξάνεται σε εκμεταλλεύσεις με καλύτερη οργάνωση της παραγωγής, οι οποίες συνήθως είναι οι μεγαλύτερες σε μέγεθος κοπαδιού, προσεγγίζοντας μέχρι και τα επίπεδα των 9 τόνων ετησίως. Έτσι, με μια σχετική ασφάλεια μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι η ετήσια παραγωγή των 500 τόνων/εκμετάλλευση, που με βάση τον πίνακα 12 διαχωρίζει τις εκμεταλλεύσεις που αναπαράγονται αυξανόμενες σε αριθμό από τις επιχειρήσεις που αναπαράγονται μειούμενες σε αριθμό, αντιστοιχεί σε εκμεταλλεύσεις με μέγεθος κοπαδιού τουλάχιστο 70-80 αγελάδων.

Αντίστοιχα, η ετήσια παραγωγή των 1.000 τόνων/εκμετάλλευση, που κερδίζει συνεχώς μερίδια στη συνολική παραγωγή, αντιστοιχεί σε ζωικό κεφάλαιο μεγέθους τουλάχιστον 130-150 αγελάδων, το οποίο στην παρούσα φάση διασφαλίζει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Πρόκειται για καπιταλιστικές αγελαδοτροφικές μονάδες που, αν και σε σημαντικό βαθμό εξακολουθούν να είναι οικογενειακές, εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία (κ.μ.ο. 3-5 εργαζόμενους επιπλέον των μελών της οικογένειας), επενδύουν σημαντικά κεφάλαια στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και στη μείωση του κόστους παραγωγής και είναι ενταγμένες στις κάθετες παραγωγικές δομές των μονοπωλίων της μεταποίησης.

 Η επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του κλάδου, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της παραγωγής και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μεταφράστηκαν σε θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλίων του τομέα του γάλακτος, τα οποία εκτός των άλλων έχουν τη δυνατότητα να προμηθεύονται το γάλα - πρώτη ύλη σε τιμές χαμηλότερες της τιμής παραγωγής και να πωλούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα σε τιμές υψηλότερες της τιμής παραγωγής τους. Η τάση αυτή, σε επίπεδο ΕΕ, αποτυπώνεται και στα στοιχεία της EUROSTAT, με βάση τα οποία, ενώ η τιμή με την οποία αγόραζαν το νωπό γάλα - πρώτη ύλη τα μονοπώλια της μεταποίησης μειωνόταν την περίοδο 2000-2007 κατά 6%, η τιμή στην οποία πωλούσαν τα τελικά προϊόντα αυξανόταν κατά 16%.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ

Η κατάργηση των ποσοστώσεων δε συνεπάγεται αλλαγές στη στρατηγική στόχευση της ΕΕ για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Αντίθετα, πρόκειται για προσαρμογή των μέσων επιδίωξης αυτής της στόχευσης στις σύγχρονες συνθήκες. Η σημαντική αναδιάρθρωση του κλάδου που περιγράφηκε παραπάνω και ο στόχος της περαιτέρω ενίσχυσης της παραγωγικότητας της εργασίας μέσω της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου οδήγησαν στην ανάγκη αποδέσμευσης από το καθεστώς των ποσοστώσεων. Πιο συγκεκριμένα αυτό έγινε για τους εξής λόγους:

α. Οι ποσοστώσεις στις σύγχρονες συνθήκες δρούσαν πλέον προστατευτικά για λιγότερο ανταγωνιστικά κεφάλαια, θέτοντας εμπόδια στα πιο ανταγωνιστικά. Για παράδειγμα, χώρες με υψηλή παραγωγικότητα της εργασίας στον αγελαδοτροφικό κλάδο, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, υπερέβαιναν σταθερά όλα τα τελευταία χρόνια την ποσόστωση, με αποτέλεσμα να τους καταλογίζονται σημαντικά πρόστιμα.

β. Η αναδιάρθρωση του κλάδου άμβλυνε μια σειρά από παράγοντες που επέβαλλαν τη θέσπιση του μέτρου των ποσοστώσεων (π.χ. διαρθρωτικά «πλεονάσματα»).

Γι’ αυτόν το λόγο από το 2012 εφαρμόζεται στον τομέα του γάλακτος μια δέσμη πολιτικών17 που στόχο έχει να στηρίξει παραπέρα την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων στις σύγχρονες συνθήκες στις οποίες:

• πόλο έλξης για τα μονοπώλια του κλάδου σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν οι αγορές της Ασίας, της Ρωσίας και της Βόρειας Αφρικής, υπό το πρίσμα και των εκτιμήσεων18 του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) που προβλέπουν αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης για γαλακτοκομικά προϊόντα κατά περίπου 2% ετησίως έως το 2023,

• ήδη έχει μικρύνει η ψαλίδα ανάμεσα στην ΕΕ και τις βασικές ανταγωνίστριες δυνάμεις στις διεθνείς αγορές, καθώς έχει καταστεί δυνατή η εξαγωγή του 10% της παραγωγής γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων της ΕΕ χωρίς εξαγωγικές επιδοτήσεις19.

Βασικά εργαλεία της εφαρμογής της ΚΑΠ στις νέες συνθήκες αποτελούν:

- Η προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της υποχρεωτικής υπογραφής γραπτών συμβάσεων («συμβολαιοποίηση») ανάμεσα στα μονοπώλια της μεταποίησης και τις καπιταλιστικές αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις με σκοπό την προώθηση της καθετοποίησης,

- Η σύσταση συλλογικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων στον πρωτογενή τομέα με στόχο την παραπέρα συγκεντροποίηση. Πρόκειται για τις «ομάδες παραγωγών» για τις οποίες αναφέρεται ρητά ότι θα πρέπει να είναι «επαρκούς» μεγέθους και να εξασφαλίζουν την τήρηση των όρων που εμπεριέχονται στις συμβάσεις με τα μονοπώλια,

- Η συνέχιση της χορήγησης άμεσων ενισχυσεων με μορφές όπως η παροχή εθελοντικής συνδεδεμένης στήριξης για την ιδιοπαραγωγή ζωοτροφών.

Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δει κανείς και ορισμένες σύγχρονες εξελίξεις σε επίπεδο οργάνωσης της εγχώριας παραγωγής αγελαδινού γάλακτος όπως:

1. Η αυξανόμενη εμπλοκή στον τομέα του γάλακτος των τραπεζικών ομίλων: Κεντρικό ρόλο παίζει η Τράπεζας Πειραιώς που συνάπτει συμβόλαια με αγελαδοτροφικές μονάδες και συγκεντρώνει το γάλα για λογαριασμό των μονοπωλιακών ομίλων της μεταποίησης. Πρόκειται για τα προγράμματα της «συμβολαιακής κτηνοτροφίας» στα οποία αυτήν τη στιγμή συμμετέχουν ο Όμιλος ΟΛΥΜΠΟΣ-ΤΥΡΑΣ-ΡΟΔΟΠΗ και η ΚΡΙΚΡΙ, ενώ αναμένεται η επέκτασή τους, καθώς είναι ισχυρό το δέλεαρ της εγγυημένης απορρόφησης της παραγωγής. Μέσα από αυτήν τη διαδικασία ενισχύεται η καθετοποίηση της παραγωγής, προωθείται το «κλείδωμα» της τιμής του γάλακτος για καθορισμένη χρονική περίοδο και ισχυροποιείται ο έλεγχος των μονοπωλίων στην παραγωγή. Ταυτόχρονα η τράπεζα παρεμβαίνει στην αλυσίδα της παραγωγής, επιλέγοντας κλάδους που μπορούν να στηρίξουν την κερδοφορία, με έντονα εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως τα γαλακτοκομικά, για τα οποία η ζήτηση στις διεθνείς αγορές είναι ισχυρή.

2. Η δημιουργία καθετοποιημένων συλλογικών κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων στα πρότυπα των «ομάδων παραγωγών»: Τέτοια είναι η περίπτωση της «ΘΕΣ - ΓΑΛΑ» που ιδρύθηκε το 2010 και συγκεντρώνει το γάλα από 55 αγελαδοτροφικές εκμεταλλεύσεις της Θεσσαλίας και της Κ. Μακεδονίας. Το τελευταίο διάστημα έγινε ευρύτερα γνωστή λόγω του δικτύου αυτόματων πωλητών που αναπτύσσει σε Λάρισα και Θεσσαλονίκη για τη διάθεση γάλακτος που μεταποιεί η ίδια. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντικό προμηθευτή γάλακτος για τους μονοπωλιακούς ομίλους της μεταποίησης (ΦΑΓΕ, FRIESLANDCAMPINA HELLAS - NOYNOY, ΔΕΛΤΑ, ΟΛΥΜΠΟΣ). Από μια ανάλυση των διαθέσιμων στην ιστοσελίδα20 της επιχείρησης στοιχείων βγαίνουν τα παρακάτω συμπεράσματα:

- Πρόκειται για μια επιχείρηση που παράγει το 10% της εγχώριας παραγωγής γάλακτος, ενώ απαρτίζεται μόλις από το 1,5% των αγελαδοτροφικών εκμεταλλεύσεων.

- Το μέσο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων που συμμετέχουν στο συνεταιρισμό είναι 180 αγελάδες/εκμετάλλευση, τη στιγμή που ο μέσος όρος σε επίπεδο χώρας υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τις 35 αγελάδες/εκμετάλλευση.

- Η απόδοση σε γάλα ανά αγελάδα προσεγγίζει τους 7 τόνους ετησίως, τη στιγμή που ο μέσος όρος σε επίπεδο Ελλάδας υπολογίζεται κατά προσέγγιση στους 5 τόνους ετησίως και της ΕΕ-27 στους 6,5 τόνους ετησίως.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για συλλογική επιχείρηση που απαρτίζεται από σημαντικά μεμονωμένα κεφάλαια, τα οποία κατέχουν μεγάλο κομμάτι της παραγωγής. Αυτού του είδους η συγκεντροποίηση που επιτυγχάνεται μέσω των «ομάδων παραγωγών» αντικειμενικά αποτελεί τον προθάλαμο της μετοχικής συγκεντροποίησης.

3. Η αύξηση του ενδιαφέροντος για την καλλιέργεια των πρωτεϊνούχων κτηνοτροφικών ψυχανθών (φακές, ρεβίθια, φασόλια, κουκιά, τριφύλλι κ.ά.) στην κατεύθυνση υποκατάστασης της κατά βάση εισαγόμενης σόγιας ως βασικής πηγής πρωτεϊνών για τα εκτρεφόμενα ζώα. Η ΚΑΠ 2014-2020 επιδοτεί την ιδιοπαραγωγή ζωοτροφών στο πλαίσιο της συνδεδεμένης ενίσχυσης. Εδώ και αρκετά χρόνια η ΔΕΛΤΑ21 έχει καταρτίσει πρόγραμμα προώθησης της καλλιέργειας ψυχανθών και της ενσωμάτωσής τους στη διατροφή των αγελάδων (πρόγραμμα «ΓΑΙΑ»). Πρόσφατα η Greenpeace22 ξεκίνησε διετές πρόγραμμα με τίτλο «Εκπαίδευση αγροτών στα ελληνικά κτηνοτροφικά φυτά» με τη χορηγία του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος».

Η απελευθέρωση από το καθεστώς των ποσοστώσεων είναι βέβαιο ότι εντείνει τον ανταγωνισμό, ασκεί πίεση στις λιγότερο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, προωθεί την παραπέρα αύξηση του μέσου μεγέθους και της παραγωγικότητας ανά αγελάδα, με σκοπό να καταστήσει πιο ανταγωνιστικά τα ευρωπαϊκά μονοπώλια στο διεθνή ανταγωνισμό. Αυτό το δρόμο θα ακολουθήσει αντικειμενικά και η εγχώρια γαλακτοπαραγωγός αγελαδοτροφία, καθώς η πίεση που δέχεται από τα πιο παραγωγικά καπιταλιστικά αγροκτήματα της Βόρειας Ευρώπης (κυρίως της Γερμανίας και των Κάτω Χωρών) αναμένεται να ενταθεί, με αποτέλεσμα την αύξηση του ήδη σημαντικού βαθμού συγκεντροποίησης του κλάδου, αλλά και τη συνέχιση της τάσης συμπίεσης της εγχώριας παραγωγής.

Ασφαλώς, η αντικειμενική αυτή εξέλιξη δεν αθωώνει όσους έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα για την κατάργηση των ποσοστώσεων. Τέτοια περίπτωση είναι και ο ΣΥΡΙΖΑ, το αγροτικό τμήμα του οποίου εξέδωσε την επομένη της κατάργησης των ποσοστώσεων ανακοίνωση με την οποία:

1. Μιλάει για «εγκατάλειψη των μικρών και μεσαίων παραγωγών» κρύβοντας ότι πρόκειται για κάτι που έχει ήδη συμβεί στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής και της διαχρονικής εφαρμογής της ΚΑΠ, την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ διαχρονικά χειροκροτεί. Αναφέρεται δηλαδή στο ξεκλήρισμα των μικρών παραγωγών ως στοιχείο του μέλλοντος, για να αποκρύψει ότι αυτή η ιστορία έχει παρελθόν. Εξωραΐζει με αυτόν τον τρόπο τη μέχρι σήμερα εφαρμοζόμενη πολιτική, συσκοτίζοντας το γεγονός ότι η ΚΑΠ εξασφαλίζει διαχρονικά αναπτυξιακές δυνατότητες αποκλειστικά για τις καπιταλιστικές εκμεταλλεύσεις.

2. Συγκαλύπτει το γεγονός ότι τόσο οι ποσοστώσεις όσο και τα μέτρα που τις αντικατέστησαν αποτελούν εργαλεία της ΚΑΠ για την ενιαία προώθηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων και των μονοπωλίων της μεταποίησης. Μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν οι αναφορές του ΣΥΡΙΖΑ στην ανάγκη «ριζικής πάταξης των στρεβλώσεων της αγοράς για την ενίσχυση των μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων», αν αναλογιστεί κανείς τόσο τον ήδη σημαντικό βαθμό συγκεντροποίησης του κλάδου όσο και την ενίσχυση της τάσης καθετοποίησης που εντείνει τον έλεγχο της παραγωγής από τα μονοπώλια.

3. Αναφέρεται στη μείωση του κόστους παραγωγής ως «ύψιστη προτεραιότητα». Ωστόσο δε λέει ότι στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παραγωγής, τη μείωση του κόστους παραγωγής, που επιτυγχάνεται με την επιστημονική - τεχνολογική πρόοδο και την αύξηση του μεγέθους των εκμεταλλεύσεων, την καρπώνονται τα μονοπώλια που παράγουν με κίνητρο το κέρδος, στραγγαλίζοντας τις υπάρχουσες αντικειμενικές δυνατότητες κάλυψης των λαϊκών αναγκών σε φθηνό και ποιοτικό γάλα.

 

ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΩΝ ΛΑΪΚΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ

Το αγελαδινό γάλα και τα προϊόντα του αποτελούν ένα από τα βασικά είδη διατροφής. Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης η παραγωγή τους είναι υποταγμένη στις ανάγκες κερδοφορίας των μονοπωλίων. Η Ελλάδα διαθέτει μια σειρά από αντικειμενικές προϋποθέσεις για κάλυψη των κοινωνικών αναγκών σε γαλακτοκομικά προϊόντα, οι οποίες μένουν αναξιοποίητες στο σημερινό δρόμο ανάπτυξης και στο έδαφος της ΚΑΠ.

Την ίδια στιγμή ενισχύεται η τάση διαμόρφωσης μιας παραγωγικής βάσης που στηρίζεται στη μεγάλη καπιταλιστική παραγωγική μονάδα και στην καθετοποίηση. Πρόκειται για τάση περαιτέρω ωρίμανσης των υλικών συνθηκών για κατάργηση της καπιταλιστικής, αλλά και της ατομικής ιδιοκτησίας της γης. Αυτό μπορεί να γίνει με την κοινωνικοποίηση της γης, των μεγάλων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής σε όλους τους κλάδους και την αξιοποίησή τους προς όφελος των διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών, μέσω της ένταξής τους στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό. Οι νέες σχέσεις ιδιοκτησίας και οργάνωσης της παραγωγής δε χωράνε μέσα στα δεσμά της καπιταλιστικής ΕΕ και κάθε άλλης ιμπεριαλιστικής διακρατικής καπιταλιστικής ένωσης και προϋποθέτουν την εργατική εξουσία.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η βιομηχανική και ένα μέρος της αγροτικής - κτηνοτροφικής παραγωγής πραγματοποιούνται με σχέσεις κοινωνικής ιδιοκτησίας, κεντρικού σχεδιασμού, εργατικού ελέγχου σε όλη την κλίμακα διεύθυνσης - διοίκησης. Παράλληλα αξιοποιούνται οι αγροτικοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί με δικαίωμα χρήσης της κρατικής γης ως μέσου παραγωγής. Οι συγκεκριμένοι συνεταιρισμοί διαφέρουν ριζικά από τους σημερινούς στο πλαίσιο του καπιταλισμού, π.χ. δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όχημα για τη συγκέντρωση της γης, ούτε για αλλαγή της χρήσης της προς αποκόμιση κέρδους. Σε αυτές τις συνθήκες οι μικροί παραγωγοί θα προτιμήσουν την ένταξή τους στους συνεταιρισμούς, γιατί θα διασφαλίσουν σημαντική βελτίωση των συνθηκών εργασίας και διαβίωσής τους (μείωση κόστους παραγωγής, προστασία παραγωγής, επιστημονική - τεχνική υποστήριξη κ.ά.).

Πιο συγκεκριμένα στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος:

Δημιουργούνται κρατικές παραγωγικές μονάδες για την παραγωγή και επεξεργασία του γάλακτος. Σε αυτές θα ενταχτούν οι εργαζόμενοι στον τομέα, αλλά και άλλοι εργαζόμενοι με στόχο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών σε ποιοτικά προϊόντα, με την αξιοποίηση και αφομοίωση επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων.

Ο κεντρικός σχεδιασμός θα στηριχτεί, στα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσπάθειας σοσιαλιστικής οικοδόμησης, στον υψηλό βαθμό συγκέντρωσης που παρουσιάζει ήδη η γαλακτοπαραγωγός αγελαδοτροφία, αλλά και στις σημαντικές υποδομές των καπιταλιστικών εκμεταλλεύσεων και των μονοπωλίων της μεταποίησης. Θα διασφαλίσει σε σύντομο διάστημα φθηνή κάλυψη των ενεργειακών αναγκών και τη στήριξη της παραγωγής σε ζωικό κεφάλαιο, ζωοτροφές, φάρμακο, άρδευση, λιπάσματα, επιστημονική οργάνωση. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα αξιοποιηθούν συνδυασμένα και αποτελεσματικά οι ενιαίοι κρατικοί φορείς στους κλάδους ενέργειας, κατασκευών, ύδρευσης, φαρμάκου, χημικής βιομηχανίας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την κεντρικά σχεδιασμένη ισόρροπη επίδραση στο φυσικό περιβάλλον προς αποφυγή καταστροφών. Ο έλεγχος των τροφίμων θα διεξάγεται από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό παράλληλα και ταυτόχρονα με την παραγωγική διαδικασία.

Με αυτόν τον τρόπο η μεγάλη κρατική παραγωγική μονάδα, που θα αναπτυχθεί στη βάση της κοινωνικοποίησης, θα μπορέσει σχετικά γρήγορα να καλύψει την ικανοποίηση του συνόλου σχεδόν των αναγκών σε αγελαδινό γάλα και σε γαλακτοκομικά προϊόντα.

Οι εξελίξεις στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος υπογραμμίζουν ότι σήμερα στη χώρα μας υπάρχουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια ριζικά διαφορετική οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας, η οποία μπορεί να διασφαλίσει τη λαϊκή ευημερία. Αρκεί να ανασυνταχτεί το λαϊκό κίνημα, να πιστέψει στη δύναμή του και να βαδίσει με γραμμή ρήξης και ανατροπής της εξουσίας των μονοπωλίων, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Να βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις και να αποδείξει στην πράξη ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής θα απελευθερώσει τις μεγάλες αναξιοποίητες παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Έκδοση ΙΟΒΕ, Μάρτης 2015, «Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών», http://www.iobe. gr/docs/research/RES_01_20032015_REP_GR.pdf

2. Έκδοση Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Μάρτης 2015, «Η πορεία του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας στα χρόνια της ύφεσης Ανά Κύρια Κατηγορία Προϊόντων (2008-2014)», http://www.pse.gr/sites/default/files/EXPORTS-CATEGORIES-2008-2014.pdf

3. Έγγραφο Γενικού Προξενείου Ν. Υόρκης, 2.3.2015, με θέμα «Συνοπτική ανασκόπηση πορείας εξαγωγών μας στις ΗΠΑ κατά το έτος 2014», http://www.mfa.gr/usa/ellada/ ellada-kai-ipa/oikonomikes-kai-emporikes-sheseis.html

4. Μελέτη της Πρεσβείας της Ελλάδας στη Ρώμη, Δεκέμβρης 2014, με θέμα «Το ελληνικό γιαούρτι στην ιταλική αγορά», http://www.agora.mfa.gr/frontoffice/portal.asp? cpage=NODE&cnode=57&fid=42562#

5. FAGE INTERNATIONAL ANNUAL REPORT 2014, http://international.fage.eu/ sites/international.fage.eu/files/financial_news/report_fage_international_s_a_annual_report_31_12_2014.pdf

6. Συμεωνίδου A. (2010): «Aνάλυση του ανταγωνισμού στον κλάδο των γαλακτοκομικών προϊόντων και χρηματοοικονομική ανάλυση της γαλακτοβιομηχανίας Δράμας ΝΕΟΓΑΛ ΑΕ».

7. ICAP (2012): Κλαδική ανάλυση: Προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

8. Ο όρος «ισοδύναμο γάλακτος» χρησιμοποιείται για την αναγωγή της ποσότητας των γαλακτοκομικών προϊόντων στην ποσότητα του πλήρους γάλακτος που απαιτείται για την παρασκευή τους. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατό να προσδιοριστούν οι συνολικές ανάγκες σε πλήρες γάλα και να υπολογιστεί το μέγεθος του ζωικού κεφαλαίου που απαιτείται για την κάλυψή τους. Επιπλέον, μέσω αυτής της αναγωγής καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός του βαθμού επάρκειας της εγχώριας παραγωγής αγελαδινού γάλακτος.

9. Άρθρο εφημερίδας «Ημερησία», 22 Γενάρη 2015, http://www.imerisia.gr/article.asp? catid=26519&subid=2&pubid=113438444

10. Οι αναφερόμενες ποσότητες αφορούν αποκλειστικά το συμπυκνωμένο που προορίζεται για άμεση κατανάλωση και όχι το γάλα που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων.

11. Τιμή παραγωγής είναι η τιμή που περικλείει τα έξοδα παραγωγής και το μέσο κέρδος. Είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο κυμαίνονται οι τιμές στην αγορά.

12. Την ώρα που ολοκληρωνόταν η τελική διαμόρφωση του παρόντος άρθρου, η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ προωθούσε για ψήφιση στη Βουλή το 3ο Μνημόνιο, στο οποίο προβλέπεται η κατάργηση του νομοθετικού προσδιορισμού της διάρκειας ζωής του παστεριωμένου γάλακτος. Υπεύθυνος για να καθορίζει τη διάρκεια του παστεριωμένου ορίζεται ο παρασκευαστής του.

13. Έκθεση της επιτροπής σχετικά με την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας καταγωγής, http://ec.europa.eu/agriculture/milk/origin-labelling/com-2015-205_el.pdf

14. Αλ. Θεοδωρίδη (Διδακτορική Διατριβή): «Αποτελέσματα της ασκούμενης πολιτικής στον τομέα της γαλακτοπαραγωγού αγελαδοτροφίας», Θεσσαλονίκη 2008, http:// invenio.lib.auth.gr/record/101902/files/THEODORIDIS.pdf?version=1

15. Pezaros P (2001): Effective implementation of the common agricultural policy: the case of the milk quota regime and the greek experience in applying it. European institute of the public administration.

16. ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ Στατιστικά και αναφορές για αγελαδινό γάλα, http://www.elogak.gr/

(S(qfbwazijxh5zsqmjxmcgtn45))/Elogak/anaforesAgeladino.aspx?pagenb=20816

17. Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο COM 354 (2014)/13.06.2014 «Σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης της αγοράς στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων και την εφαρμογή των διατάξεων της “δέσμης μέτρων για τον τομέα του γάλακτος”», http://ec.europa.eu/agriculture/milk/milk-package/com-2014-354_el.pdf

18. OECD – FAO Agricultural Outlook, http://www.oecd-library.org/agriculture-and-food/oecd-fao-agricultural-outlook-2014agroutlook-2014-en

19. Σημείωμα της Προεδρίας προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, 9.3.2015, «Γαλακτοκομικός τομέας: Κατάσταση της αγοράς, τάσεις και μέτρα ΕΕ - Τρέχουσα κατάσταση», http://register.consilium.europa.eu/doc/srv?l=EL&f=ST%206774%202015%20INIT

20. http://www.thesgala.gr/1240

21. http://gaiaproject.vivartia.com

22. http://greenpeacegreece.org/projects/2015_SustAgri/kouki/ekpaidefsi.html