Ο ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Η προσπάθεια εξέτασης της ζωής του Ναζίμ Χικμέτ σε διάλογο με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του καιρού του αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση για μια σειρά λόγους. Πρωτίστως διότι οι αστοί βιογράφοι του επιθυμούν να μειώσουν τη βαρύτητα της κομματικής του ένταξης και της πολιτικής του δράσης και οι ανθολόγοι του πετσοκόβουν τους ιδεολογικά-πολιτικά πιο φορτισμένους στίχους του ακόμα και σήμερα. Ύστερα, επειδή ο ίδιος ο Χικμέτ εσκεμμένα αποκρύβει σημεία της πολιτικής του διαδρομής, επιδιώκοντας να προστατεύσει τους συντρόφους του σε ορισμένες περιπτώσεις και σε άλλες αρνούμενος να δημοσιοποιήσει τις διαφωνίες του με το Κόμμα. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση ενός στρατευμένου κομμουνιστή ποιητή όπως ο Χικμέτ, η πολιτική δραστηριότητά του αναγκαστικά συνυφαίνεται με την πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, δηλαδή με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες στις επεξεργασίες και τη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων, παρά τις όποιες προσωπικές απόψεις και διαφωνίες.

Με δεδομένες τις προηγούμενες παρατηρήσεις, η απόπειρα μιας παρουσίασης της δραστηριότητας του Χικμέτ, παράλληλης με τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα του καιρού του, ανέγειρε κρίσιμα ερωτήματα και ανέδειξε ασάφειες που σε κάθε περίπτωση δεν ξεδιαλύνονται οριστικά από το παρόν κείμενο, αλλά απαιτούν μια πιο ολοκληρωμένη, πολύπλευρη και συστηματική ενασχόληση στο μέλλον. Προς το παρόν αρκούμαστε να σκιαγραφήσουμε τις αδρές γραμμές της τοποθέτησης του Χικμέτ και του έργου του στον ιστορικό τους χρόνο.

Ο Ναζίμ Χικμέτ γεννήθηκε το 1902 στην πολυεθνοτική και διατρεχόμενη από αστικά και εργατικά πολιτικά ρεύματα Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στους εργάτες της Θεσσαλονίκης δραστηριοποιούνταν ήδη το Εργατικό Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα Βουλγαρίας και η αναρχική οργάνωση «Το Πλήρωμα»1, ενώ στους τουρκόφωνους αστικούς κύκλους της πόλης είχε αναπτυχθεί από τα προηγούμενα χρόνια ένα βασικό παρακλάδι της Επιτροπής Ενότητας και Προόδου2, η οποία και θα πρωτοστατούσε στη συνέχεια στην επανάσταση των Νεότουρκων3. Μάλιστα, τα επόμενα χρόνια και πιο συγκεκριμένα το 1906, η Θεσσαλονίκη ορίστηκε ως η έδρα της Επιτροπής της Ενότητας και της Προόδου, ανάμεσα στ’ άλλα κι επειδή οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες και οι Δυτικοευρωπαίοι τέκτονες ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν τις αστικοδημοκρατικές και κοσμοπολίτικες στοχεύσεις της, μιας και τις θεωρούσαν όχι μόνο συμβατές, αλλά και απαραίτητες για τη διασφάλιση των κεφαλαίων τους και την αύξηση της αποδοτικότητάς τους.

Οι συνθήκες της εποχής δεν άφησαν ανεπηρέαστη την οικογένεια του Ναζίμ Χικμέτ, μιας και ο πατέρας του Χικμέτ Μπέης ήταν ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος, ο οποίος παραιτήθηκε τρία χρόνια μετά τη γέννηση του Ναζίμ, με αποτέλεσμα να μετοικήσει μαζί με την οικογένειά του στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης, ο παππούς του Μεχμέτ Ναζίμ Πασάς, αν και οπαδός των σουφιστών4, διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Νεότουρκους και με αυτή την έννοια δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο το γεγονός ότι υπήρξε ο τελευταίος διοικητής της Θεσσαλονίκης, πριν αυτή ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος το 1913.5

Έπειτα από τους δύο βαλκανικούς πολέμους που ολοκληρώθηκαν τότε, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέχισε να κατέχει ένα περιορισμένο κομμάτι της Θράκης στην ευρωπαϊκή ήπειρο και, παρά τις συνεχείς παλινωδίες και διαμάχες ανάμεσα στην παλιά εξουσία των σουλτάνων και τους Νεότουρκους, δεν είχε έρθει ακόμα η στιγμή της τυπικής κατάλυσής της. Θ’ ακολουθούσε την πορεία των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου.6

Πιο συγκεκριμένα, έπειτα από την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων και τη συνθήκη του Μούδρου τον Οκτώβρη του 1918, η Οθωμανική Αυτοκρατορία υποχρεώθηκε σε βαρύτατους «όρους ειρήνης», ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν η διάλυση της πλειονότητας του οθωμανικού στρατού, η παράδοση του πολεμικού ναυτικού, η αποχώρηση από τα στενά του Βοσπόρου και το δικαίωμα των δυνάμεων της Αντάντ να καταλαμβάνουν στρατηγικά σημεία της χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο βρετανικός στρατός δε χρειάστηκε να καταλάβει και την Κωνσταντινούπολη, με δεδομένες και τις καλές σχέσεις του γαλλικού και του βρετανικού ιμπεριαλισμού με το Σουλτάνο και προκειμένου να μην προκληθεί κοινωνική αναταραχή. Ωστόσο ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεχιζόταν ακάθεκτος έπειτα από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το Μάη του 1919 και ιταλικών και γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην υπόλοιπη Μικρά Ασία.7

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Κεμάλ Ατατούρκ θα περάσει στην Ανατολία στις 19 Μάη του 1919, προσπαθώντας να οργανώσει αστικό αντιστασιακό στρατό, βασιζόμενος στ’ απομεινάρια του οθωμανικού στρατού και βοηθούμενος και από άλλα στελέχη του στρατεύματος8. Στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Ιμπεριαλιστικό Πόλεμο δεν αποτέλεσε απαρχή όξυνσης της ταξικής πάλης ανάμεσα στην εργατική τάξη και το κεφάλαιο και πυροκροτητή εργατικών εξεγέρσεων και επαναστάσεων, όπως έγινε στη Ρωσία, στη Γερμανία ή στην Ιταλία και γενικότερα στις υπόλοιπες ηττημένες από τον πόλεμο δυνάμεις. Αντιθέτως, η ήττα λειτούργησε ως θρυαλλίδα της οριστικής σύγκρουσης των αστικών πολιτικών οργανώσεων με τα υπολείμματα του φεουδαρχικού εποικοδομήματος της εξουσίας των Σουλτάνων και ως εναρκτήρια πράξη μιας νέας σύγκρουσης με τους νικητές του πολέμου. Σε αυτές τις συνθήκες ο Κεμάλ Ατατούρκ αποτέλεσε τον αναμορφωτή της πολιτικής δράσης των Νεότουρκων και την αιχμή του δόρατος της τουρκικής αστικής εξουσίας στον αγώνα για τη διάσωση των συμφερόντων της, ενάντια σε ντόπιους και ξένους εχθρούς.

Η πάλη των κεμαλιστών ενέπνευσε το Ναζίμ Χικμέτ, ο οποίος την ίδια χρονιά (1919) εκδιώχθηκε από τη σχολή αξιωματικών του οθωμανικού ναυτικού για λόγους υγείας κι ενώ είχε δημοσιεύσει την προηγούμενη χρονιά τα πρώτα ποιήματά του. Όταν το Μάρτη του 1920 οι Αγγλογάλλοι σύμμαχοι κατέλαβαν και τυπικά την Κωνσταντινούπολη,9 μαζί με το φίλο του και ποιητή Βαλά Νουρεντίν (Βα-Νου) αποφάσισαν να ενισχύσουν πιο ενεργά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και άρχισαν να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις ενάντια στις αρχές Κατοχής στην Κωνσταντινούπολη. Το Γενάρη του 1921 οι δυο τους με δυο ακόμα ποιητές εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη και κατευθύνθηκαν με πλοίο στα ενδότερα της Τουρκίας, ακολουθώντας τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, προκειμένου να συμβάλουν στον αγώνα των κεμαλιστών.

Πρώτος σταθμός τους ήταν η πόλη Ινεμπολού, όπου γνώρισαν την υποδοχή του απλού λαού, αλλά και γνωρίστηκαν με Τούρκους φοιτητές που ζούσαν στη Γερμανία και είχαν πάρει μέρος στην αποτυχημένη επανάσταση των σπαρτακιστών (1918-1919). Η συγκεκριμένη ομάδα των φοιτητών, μετά από την απέλασή της από τη Γερμανία είχε αποφασίσει να ενισχύσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.10 Έτσι και αλλιώς το ΚΚΡ(μπ) και η Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ) θεωρούσαν ότι ο Κεμάλ μάχεται ενάντια στους ξένους ιμπεριαλιστές, όπως και η νεότευκτη σοβιετική σοσιαλιστική εξουσία που αντιμετώπιζε την ουκρανική εκστρατεία11. Όπως αναπολούσε ο Χικμέτ προς το τέλος της ζωής του:

 

«Στα σοκάκια του Βερολίνου δίπλα στους Σπάρτακους

πολέμησε ο Οσμάν.

Εκείνος μου ’πε τ’ όνομά σας:

Σ’ ένα χαμόσπιτο της Μικρασίας το εικοσιένα,

σ’ ένα χαμόσπιτο της Μικρασίας το εικοσιένα μύριζε ξεραμένο αίμα ανάκατο με χώμα.

Οι τραυματίες ξαπλωμένοι ανάσκελα

ορθάνοιχτα τα μάτια τους

Με τα όπλα που στείλατε πολέμησε το τούρκικο έθνος ενάντια στον ιμπεριαλισμό σύντροφέ μου»12.

 

Κατά πάσα πιθανότητα, τόσο οι επηρεασμένοι από τους σπαρτακιστές Τούρκοι φοιτητές, όσο και ο Χικμέτ δε γνώριζαν ακόμα τότε ότι την ίδια εποχή ο Μουσταφά Σουπχί, πρώην φοιτητής της Σορβόννης και μέλος της επιτροπής εθνοτήτων της ΚΔ δολοφονήθηκε μαζί με τους συντρόφους του από κεμαλικούς χωροφύλακές στις 28 Γενάρη του 1921, την ώρα που εισέρχονταν στη χώρα με σκοπό να συμβάλουν στην οικοδόμηση και ενδυνάμωση του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας. Ο Χικμέτ θα μάθει τα καθέκαστα αργότερα και το 1922 θ’ αφιερώσει στο Σουπχί και στους συνοδοιπόρους του το ποίημα «15 Σύντροφοι».

Μετά τη δολοφονία του Σουπχί ακολούθησε ένα μεγάλο κύμα αντικομμουνιστικών διώξεων που εξαπέλυσαν οι κεμαλιστές. Ωστόσο ο Ναζίμ Χικμέτ, ακολουθώντας γεωγραφικά την αντίθετη διαδρομή από το Σουπχί, διάβηκε τα σοβιετικά σύνορα το φθινόπωρο του 192213 και μέσω του πρώην Νεότουρκου και τότε κομμουνιστή Αχμέντ Τζεβάντ άρχισε να φοιτά στο Πανεπιστήμιο των Λαών της Ανατολής,14 την περίφημη ΚΟΥΤΒ. Τα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν στην ΚΟΥΤΒ, τα περιέγραψε ως εξής:

 

«Στο εικοσιτετράωρο: 24 ώρες Λένιν,

24 ώρες Μαρξ,

24 ώρες Ένγκελς,

εκατό δράμια μαύρο ψωμί,

20 τόνους βιβλία»15.

 

Στα χρόνια της ΚΟΥΤΒ απ’ ό,τι φαίνεται γνωρίζεται με ορισμένους από τους πρωτοπόρους του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Όπως περιγράφει ο ίδιος, δάσκαλός του στη σχολή ήταν ο Έρνστ Τέλμαν16, μια διάλεξη έδωσε αργότερα ο Στάλιν, ενώ το 1924 συμμετείχαν, όπως έγραψε ο Ζαχαριάδης, ως τιμητική φρουρά στην κηδεία του Λένιν: «Το Λένιν ζωντανό δεν τον είδα. Στο λείψανό του στην κηδεία στάθηκα φρουρά μαζί με το Ναζίμ Χικμέτ και άλλα τουρκάκια»17.

Από το 1922 ο Χικμέτ έγινε δόκιμο μέλος του ΚΚ Τουρκίας και λίγο αργότερα ανέλαβε την αρχισυνταξία της εφημερίδας του ΚΚ Τουρκίας «Γενί Ντουνιά» (Νέος Κόσμος). Το πότε έγινε και τακτικό μέλος του ΚΚ Τουρκίας αποτελεί αντικείμενο διχογνωμίας. Το σίγουρο είναι πάντως ότι μετά την επιστροφή του στην Τουρκία το 1925 θα συνεργαστεί και με άλλα έντυπα του Κόμματος.

Την ίδια περίοδο δέχθηκε και την πρώτη ποινική δίωξη για την πολιτική του δράση. Η δίωξή του αποτέλεσε γι’ αυτόν και το πρώτο δείγμα της νέας Τουρκίας που θ’ αντιμετώπιζε. Το αστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε από τον Κεμάλ είχε απεκδυθεί πλέον τα επιφανειακά φιλολαϊκά του χαρακτηριστικά και στρεφόταν ανοιχτά εναντίον των κομμουνιστών, αφού πρώτα είχε πραγματοποιήσει τις εκκαθαρίσεις των εθνοτικών μειονοτήτων.

Στις νέες συνθήκες τα ποιήματα του Χικμέτ, αλλά και η παραμονή του στη Σοβιετική Ένωση τον καθιστούσαν στόχο του κεμαλικού κατεστημένου.18 Κατά συνέπεια ο Ναζίμ Χικμέτ φλέρταρε διαρκώς με τη φυλάκιση και πέρασε από πολλές δίκες για την πολιτική του δράση ως το 1938. Πρώτη φορά φυλακίστηκε για 7 μήνες το 1928. Εκείνη την περίοδο η δράση των κομμουνιστών γινόταν ακόμα πιο δύσκολη, δεδομένης της σταθεροποίησης του κεμαλικού καθεστώτος που τροφοδοτούνταν από την καπιταλιστική οικονομική ανάκαμψη και οδηγούσε στη διάρθρωση των εσωτερικών κοινωνικών-ταξικών συμμαχιών και την αποκατάσταση των διεθνών συμμάχων της τουρκικής αστικής τάξης.19 Η σταθεροποίηση του κεμαλικού καθεστώτος προξενούσε ταλαντεύσεις και στις γραμμές του ΚΚ Τουρκίας αναφορικά με την πολιτική του γραμμή.

Ο Ναζίμ Χικμέτ αντιπαρέθεσε στην κεμαλική σταθεροποίηση τη σοβιετική εξουσία, εξυμνώντας αυτή και τα κατορθώματά της, με σκοπό να καλέσει την εργατική τάξη και το φτωχό λαό σε μια τουρκική σοσιαλιστική επανάσταση. Οι 4 ποιητικές του συλλογές που δημοσιοποιούνται την περίοδο 1928-1931 συντείνουν σε αυτό το στόχο.

Ωστόσο, η πολιτική απάντηση της πλειοψηφίας του ΚΚ Τουρκίας ήταν διαφορετική και αυτό εκφράστηκε και στο συνέδριό του το 1932. Επιλέχθηκε μια συμβιβαστική στάση έναντι της κεμαλικής εξουσίας που αποτιμάτο ως προοδευτικότερη σε σύγκριση με τους ισλαμιστές και την εξουσία του Σουλτάνου. Ο Χικμέτ και άλλα μέλη του ΚΚ Τουρκίας συνέχισαν να προτάσσουν την αντιπαράθεση με το σύνολο του αστικού πολιτικού κόσμου, στοχεύοντας στη σοσιαλιστική επανάσταση. Μάλιστα, σύμφωνα με τις έρευνες του ΚΚ Τουρκίας, συγκρότησαν νέο κόμμα με γενικό γραμματέα το Χικμέτ και ζήτησαν την αναγνώριση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Εμμένοντας στις αντιλήψεις του, το 1932, ο Χικμέτ συγγράφει δύο θεατρικά έργα που αναφέρονταν στη μοίρα του ανθρώπου στις καπιταλιστικές κοινωνίες,20 ενώ η αστική εξουσία απαγόρευσε την κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής «Το τηλεγράφημα που ήρθε τη νύχτα», με την οποία καλούσε τους Τούρκους κομμουνιστές να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Σε αυτή γράφονταν και τα ακόλουθα:

 

«Εκείνος, καθώς πρέπει ένα κεφάλι,

καθώς πρέπει μια καρδιά,

με τις γροθιές του ένας άντρας ήτανε

με τα μάτια του ένα παιδί

εκείνος ήταν ένα κεφάλι Ασύνορο και Άθεο

εκείνος ήτανε ένας σύντροφος»21.

 

Την επόμενη χρονιά ο Ναζίμ Χικμέτ φυλακίστηκε εκ νέου με την κατηγορία της παράνομης αφισοκόλλησης, χωρίς να βρίσκεται ανάμεσα στους αφισοκολλητές. Απελευθερώθηκε τον Αύγουστο του 1934. Εν τω μεταξύ, στο επίκεντρο της διαπάλης του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος βρισκόταν το ζήτημα του φασισμού, έπειτα και από την επικράτηση του ναζισμού το 1933 στη Γερμανία. Η αρχική τοποθέτηση του Χικμέτ για το φασισμό είχε πραγματοποιηθεί πολλά χρόνια νωρίτερα. Τρία χρόνια μετά την αναρρίχηση του Μουσολίνι στην ιταλική αστική πολιτική εξουσία το 1922, τον παρουσίαζε να χτίζει το τείχος του ιμπεριαλισμού από κοινού με τον καγκελάριο Χίντερμπουργκ που στη συνέχεια παρέδωσε την πολιτική εξουσία στο Χίτλερ, αλλά και με τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ.22 Δέκα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της ιταλικής επίθεσης στην Αβησσυνία, συνέχιζε να αποτιμά το φασισμό ως πολιτική μορφή της αστικής εξουσίας και σημείωνε:

 

«Τη μέρα που, αυτοί

που στέλνονται να σκοτώσουν και να σκοτωθούν,

θα ματαγυρίσουν πίσω πάλι

μ’ ένα σταυρό από πάφιλο κρεμασμένο

πάνω απ’ τους ματωμένους επιδέσμους

μέσ’ στη μεγάλη και δίκαιη Ρώμη

θα υψωθούν οι μετοχές και τα ομόλογα»23.

 

Όμως την ίδια χρονιά (1935) οι επεξεργασίες του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ υιοθέτησαν τη στρατηγική του αντιφασιστικού μετώπου. Με βάση τις κατευθύνσεις της ΚΔ και ελλείψει μαζικής σοσιαλδημοκρατίας στην Τουρκία, οι κομμουνιστές καλούνταν να συνεργαστούν με τη λεγόμενη «αριστερή πτέρυγα» του αστικού πολιτικού κόσμου, προκειμένου να διασώσουν την αστική δημοκρατία, δηλαδή τους κεμαλικούς. Έτσι κι αλλιώς η Τουρκία θεωρείτο ήδη αντιιμπεριαλιστικό κράτος, όπως αναφέρθηκε με έμφαση στην εισήγηση προς την 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1934)24. Στο αμέσως επόμενο διάστημα (1936) και προκειμένου να καθησυχαστεί το τουρκικό αστικό καθεστώς αναφορικά με τις προθέσεις των κομμουνιστών, το ΚΚ Τουρκίας αποδεσμεύτηκε από την ΚΔ και αποφασίστηκε η διάχυσή του στο Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που είχε ιδρύσει ο Κεμάλ.

Ο Χικμέτ, παρότι ορισμένα ποιήματά του έχει επικρατήσει να θεωρούνται αντιφασιστικά25, φαίνεται ότι δεν υιοθέτησε πλήρως την καινούρια στρατηγική, όπως εξάλλου και άλλοι κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο. Αυτό αποδεικνύει τόσο το άρθρο του «Ο γερμανικός φασισμός και η θεωρία των φυλών» που δημοσιοποίησε το 1936, προσπαθώντας ν’ αποδείξει τη στενή διασύνδεση ανάμεσα στα καπιταλιστικά συμφέροντα και το φασισμό, όσο και το «Έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν Σιμαβνέ» που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, προκρίνοντας τη σοσιαλιστική επανάσταση μέσω της παραβολικής εξιστόρησης μιας λαϊκής αγροτικής εξέγερσης του 15ου αιώνα.

Διόλου τυχαία, ως συμπληρωματικό κείμενο του «έπους» δημοσιεύτηκε μια μετάφραση του άρθρου του Λένιν «Για την εθνική περηφάνεια των Μεγαλορώσων»26, υπό τον τίτλο «Η εθνική περηφάνεια» και δίχως ν’ αναφέρεται ο πραγματικός συγγραφέας του, πιθανά για ν’ αποφευχθεί η λογοκρισία του αστικού καθεστώτος. Η δημοσιοποίηση του κειμένου αποσκοπούσε να στρέψει και πάλι τα βέλη της κριτικής εναντίον της τουρκικής αστικής εξουσίας, αλλά και των λεγόμενων δημοκρατικών καθεστώτων της Δύσης. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονται στο συγκεκριμένο έργο του Λένιν: «“Δεν μπορεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέζει άλλους λαούς”, έλεγαν οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της συνεπούς δημοκρατίας του 19ου αιώνα, ο Μαρξ και ο Ένγκελς που έγιναν οι δάσκαλοι του επαναστατικού προλεταριάτου […] στον 20ό αιώνα, στην Ευρώπη (έστω και στη μακρινή Ανατολική Ευρώπη), “δεν μπορεί κανείς να υπερασπίζει την πατρίδα” του διαφορετικά, παρά παλεύοντας με όλα τα επαναστατικά μέσα ενάντια στη μοναρχία, τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές της πατρίδας του, ενάντια δηλαδή στους χειρότερους εχθρούς της πατρίδας μας· δεν μπορούν οι μεγαλορώσοι να “υπερασπίζουν την πατρίδα” τους διαφορετικά, παρά ευχόμενοι την ήττα του τσαρισμού σε κάθε πόλεμο, ήττα που είναι το μικρότερο κακό για τα 9/10 του πληθυσμού της Μεγαλορωσίας…»27.

Κι ακόμα: «Πόσα λένε, πόσο πολύ συζητούν σήμερα για εθνικότητα, για πατρίδα! Φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες υπουργοί της Αγγλίας, αμέτρητοι “προοδευτικοί” δημοσιολόγοι της Γαλλίας (που αποδείχτηκε ότι συμφωνούν με τους δημοσιολόγους της αντίδρασης), πλήθος επίσημοι, καντέτοι και προοδευτικοί (ακόμα και μερικοί ναρόντνικοι και “μαρξιστές”) γραφιάδες της Ρωσίας - όλοι τους εξυμνούν με χίλιους δυο τρόπους την ελευθερία και την ανεξαρτησία της “πατρίδας”, το μεγαλείο της αρχής της εθνικής αυτοτέλειας. Δεν μπορεί να διακρίνεις που τελειώνει εδώ ο υμνητής του δημίου Νικολάου Ρομάνοφ, ή των βασανιστών των νέγρων και των κατοίκων των Ινδιών και που αρχίζει ο μικροαστός της αράδας που από στενοκεφαλιά ή έλλειψη χαρακτήρα πάει “με το ρεύμα”. Μα ούτε και έχει σημασία αυτή η διευκρίνηση. Μπροστά μας έχουμε ένα πολύ πλατύ και πολύ βαθύ ιδεολογικό ρεύμα, που οι ρίζες του συνδέονται πολύ γερά με τα συμφέροντα των κυρίων τσιφλικάδων και των καπιταλιστών των κυρίαρχων εθνών»28.

Τηρώντας την ίδια πολιτική στάση, μετά από δύο χρόνια συνελήφθη και δικάστηκε σε μια πρωτόγνωρα εξοντωτική ποινή, αν συνυπολογίσει κανείς ότι τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είχε καμία καθοδηγητική ή άλλη κομματική χρέωση. Η ποινή του ήταν 28 χρόνια κάθειρξη, με την κατηγορία της υποκίνησης ανταρσίας στο στρατό και το ναυτικό, επειδή στρατιώτες βρέθηκαν να διαβάζουν ποιήματά του.

Όμως, οι διώξεις δεν άλλαξαν τη στάση του απέναντι στον πόλεμο και στην αστική τάξη. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου φρόντιζε να τονίζει στα ποιήματά του τις κοινές ευθύνες των δύο αντίπαλων ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και τον ταξικό χαρακτήρα του πολέμου:

«- Ξέρεις ποιος είναι;

- Ποιος, ο Γάλλος;

- Αυτός στο τραπέζι του Οσμάν Νετζίπ Μεσιέ Ντυβάλ ντε Θορ.

- Είναι πολυεκατομμυριούχος.

Έχει ένα πύργο στο Λουάρ,

ένα πραγματικό μεσαιωνικό κάστρο.

- Οι Γερμανοί πρέπει να το χαίρονται τώρα.

- Πιθανόν, αλλά και τι μ’ αυτό.

Το αγόρι συμφωνήθηκε με τηλεγράφημα από εκεί

να προμηθεύει τα γερμανικά στρατεύματα με γάλα.

- Αγοράζει το γάλα από εμάς;

- Όχι, όχι,

είναι από τις φάρμες στη Γαλλία

- Οπότε θρέφει με γάλα τον εχθρό του;

- Όχι, όχι,

απλά κάνει μπίζνες»29.

 

Το ίδιο δηκτικός ήταν και με την τουρκική αστική τάξη που συνεργαζόταν πότε με τη μια ιμπεριαλιστική συμμαχία και πότε με την άλλη, σκοπεύοντας να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της μέσα στον πόλεμο:

«Ήταν οι εκδότες της εφημερίδας

με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία

δημιουργούσαν έναν καινούριο ήρωα κάθε 24 ώρες

και ήταν αναμεμειγμένοι σε αλευροβιομηχανίες, κηροζίνες

στο εργοστάσιο του Κρουπ και στις καλύτερα αμειβόμενες πρεσβείες»30.

Στον αντίποδα τοποθετούσε πάντα την εργατική τάξη που μάτωνε σε όλους τους πολέμους για τα συμφέροντα των καπιταλιστών:

«Ήταν στο βαλκανικό πόλεμο

ήταν στο Μεγάλο Πόλεμο

ήταν στον ελληνικό πόλεμο

“Κρεμόταν εκεί αδερφέ, στην άκρη της θέας”»31.

«Τόσα πολλά εργοστάσια στην Κωνσταντινούπολη

τόσα πολλά εργοστάσια στην Τουρκία

τόσα πολλά εργοστάσια στον κόσμο, δεν μπορείς να τα μετρήσεις!

Ο τορναδόρος Ντρανκ Καντίρ βρέθηκε νεκρός

χθες το βράδυ, έξω από τις πύλες του Πανεπιστημίου

μια σπουδάστρια λιποθύμησε

τόσοι πολλοί ιμάντες και τροχαλίες

τόσες πολλές μηχανές

γυρνάνε και γυρνάνε και γυρνάνε, για πάντα γυρνάνε

τόσοι πολλοί άνθρωποι, τόσοι πολλοί άνθρωποι που σκέφτονται

Τι θα γίνει αν απολυθώ; Τι θα γίνει αν απολυθώ;»32.

Αλλά και μετά το τέλος του πολέμου, ο Χικμέτ εκθείαζε την πάλη του Κόκκινου Στρατού ενάντια στο φασισμό, αλλά και στιγμάτιζε τις ευθύνες της σοσιαλδημοκρατίας για την αναρρίχησή του στην εξουσία:

 

«Οι κομμουνιστές σύντροφοί μας, οι προλετάριοι και ο Τέλμαν

παρά την προδοσία των σοσιαλδημοκρατών

ήταν υποχρεωμένοι να ρίξουν το σκυλί στα γόνατα»33.

 

Το τέλος του πολέμου βρήκε το Χικμέτ να παραμένει στη φυλακή και αυτό δεν άλλαξε ακόμα και μετά την πρόσκαιρη νομιμοποίηση του ΚΚ Τουρκίας. Μέσα από τη φυλακή συνέχιζε να διατρανώνει την πίστη του στις αρχές του, αλλά και ν’ αποτυπώνει τα προβλήματα υγείας στα οποία οδήγησε η μακρόχρονη φυλάκισή του:

 

«Δεν εννοώ να το καυχηθώ αλλά

διαπέρασα 10 χρόνια αιχμαλωσίας σα σφαίρα

και εκτός απ’ τον πόνο στο συκώτι μου

η καρδιά μου είναι ακόμα η ίδια καρδιά,

το κεφάλι μου είναι ακόμα το ίδιο κεφάλι»34.

 

Παράλληλα, εκείνη την περίοδο, ο Χικμέτ δήλωσε ποιητικά την αλληλεγγύη του στους Έλληνες και τους Κινέζους κομμουνιστές που βρίσκονταν σε ένοπλο αγώνα35. Ταυτόχρονα και απηχώντας τις διακηρύξεις του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος επιτέθηκε στις ΗΠΑ που ετοίμαζαν νέο πόλεμο ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες:

 

«Τη χρονιά που ρίχτηκα σε αυτή την τρύπα

ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είχε αρχίσει

στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Νταχάου

οι φούρνοι αερίου δεν είχαν χτιστεί

η ατομική βόμβα δεν είχε εκραγεί στη Χιροσίμα.

Ωχ, ο καιρός κύλησε

όπως το αίμα του σφαγιασμένου παιδιού

Τώρα όλα πέρασαν

αλλά το αμερικανικό δολλάριο

μιλά ήδη

για τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο…»36.

 

Όσο απομακρυνόμαστε από το τέλος του πολέμου, τόσο δυναμώνει η διεθνής κατακραυγή για τη φυλάκιση του Χικμέτ. Το 1949 προσωπικότητες απ’ όλο τον κόσμο διαμαρτύρονται για την κράτησή του. Ανάμεσά τους ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζολιό Κιουρί, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Πάμπλο Νερούντα, ο Πάμπλο Πικάσο και πολλοί άλλοι, ενώ πραγματοποιούνται και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έξω από αμερικανικές πρεσβείες και προξενεία που ζητούσαν την αποφυλάκισή του. Την επόμενη χρονιά αρχίζουν να διαδίδονται σενάρια αμνηστίας. Ο Χικμέτ, προκειμένου να πιέσει για την αποφυλάκισή του και παρά τα σημαντικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, ξεκινά απεργία πείνας στις 8 Απρίλη, την οποία διέκοψε τρεις μέρες αργότερα. Αλλά επανήλθε στις 2 Μάη με νέα απεργία πείνας που διέκοψε έπειτα από 17 ημέρες. Αυτή η περίοδος της αλληλεγγύης και των αγώνων για την απελευθέρωσή του καταγράφεται ποιητικά στο έργο του ως εξής:

 

«Αδέρφια μου

σκοπό δεν το ’χω να πεθάνω,

κι αν δολοφονηθώ,

πάλι θα ζω, το ξέρω, ανάμεσά μας.

Θάμαι στο στίχο του Αραγκόν

–στο στίχο που λέει

για τις καλές μέρες που θα ’ρτουν–

θα ’μαι στο άσπρο περιστέρι του Πικάσο,

θα ’μαι στου Ρόουμπσον το τραγούδι»37.

 

Τον Ιούλη του 1950 αποφυλακίζεται με την επικύρωση του νόμου περί αμνηστίας. Το Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς απονέμεται στο Χικμέτ, στον Πάμπλο Νερούντα, στον Πολ Ρόμπσον και στο Βάντα Γιακουμπόφσκα το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης, αλλά οι τουρκικές αρχές δεν του επέτρεψαν τη μετάβαση στη Βαρσοβία για την τελετή απονομής. Γενικότερα, συνέχιζε να ζει υπό τον ασφυκτικό κλοιό των υπηρεσιών ασφαλείας, ενώ –όπως εκμυστηρεύτηκε στη Σιμόν Ντε Μπωβουάρ– πραγματοποιήθηκαν δύο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, το αστικό κράτος αξίωνε την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων που –σύμφωνα με τους γιατρούς του– θα τον οδηγούσε σε βέβαιο θάνατο. Έτσι, τον Ιούνη του 1951 βγήκε μ’ ένα ταχύπλοο στη Μαύρη Θάλασσα, μετεπιβιβάστηκε σε ρουμανικό εμπορικό πλοίο και κατευθύνθηκε στη Ρουμανία, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο.

Για την πράξη του αυτή του αφαιρέθηκε η τουρκική υπηκοότητα και απαγορεύτηκε η έκδοση των έργων του στην Τουρκία. Ο ίδιος έζησε την υπόλοιπη ζωή του στις σοσιαλιστικές χώρες38 και ανέφερε για τις διώξεις του αστικού καθεστώτος:

«Τα έργα μου σε τριάντα σαράντα γλώσσες τυπωθήκανε. Στην Τουρκία μου στα τουρκικά μου είναι απαγορευμένα»39.

Ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Ο ιμπεριαλισμός αντεπιτίθετο, χρησιμοποιώντας τα ιδεολογήματα περί σιδηρού παραπετάσματος και ολοκληρωτικών σοσιαλιστικών καθεστώτων. Ο Χικμέτ απαντούσε:

«Τα πλοκάμια της Γουόλ Στρητ μπορεί να σε αρπάξουν από το λαιμό

και να σε στείλουν στην Κορέα

μία από αυτές τις ημέρες

θα γεμίσεις εκεί ένα τάφο με τη σπουδαία σου ελευθερία.

Ναι, είσαι ελεύθερος

με την ελευθερία του άγνωστου στρατιώτη.

Μπορεί να διακηρύσσεις ότι κανείς πρέπει να ζει

όχι ως εργαλείο, ένας αριθμός ή ένας κρίκος

αλλά ως ανθρώπινη ύπαρξη

θα περάσουν χειροπέδες στον καρπό σου

είσαι ελεύθερος να συλληφθείς, να φυλακιστείς

ακόμα και να κρεμαστείς.

Δεν υπάρχει κανένα σιδερένιο, ξύλινο

ή τούλινο παραπέτασμα στη ζωή σου

δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να επιλέξεις την ελευθερία.

Είσαι ελεύθερος

αλλά αυτό το είδος της ελευθερίας

είναι μια θλιβερή υπόθεση κάτω απ’ τ’ άστρα»40.

 

Τα επόμενα χρόνια η δεξιά οπορτουνιστική στροφή που σημειώθηκε στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ κι εξαπλώθηκε στις επεξεργασίες όλων των κομμουνιστικών κομμάτων άφησε τα αποτυπώματά της και στον ποιητή που θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο μέρος του κινήματος.41 Οι σημαντικότερες αποκρυσταλλώσεις της νέας πολιτικής γραμμής εντοπίζονται στις ραδιοφωνικές εκπομπές που πραγματοποιούνταν από τις σοσιαλιστικές χώρες και μεταδίδονταν στην Τουρκία από το ραδιοφωνικό σταθμό «Bizim Radyo». Τα κείμενα ορισμένων εκπομπών και ενίοτε την εκφώνησή τους είχε αναλάβει ο Ναζίμ Χικμέτ. Σε αυτά αποτυπώνεται η στρατηγική της ειρηνικής συνύπαρξης καπιταλισμού - σοσιαλισμού και του ειρηνικού δημοκρατικού περάσματος στο σοσιαλισμό, όπως προσαρμόστηκε στα δεδομένα της Τουρκίας.

Εντός του συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου, ο Ναζίμ Χικμέτ καλούσε σε κοινωνική-ταξική συστράτευση την εργατική τάξη, τους αγρότες και τους διανοούμενους ενάντια στο καθεστώς του ισλαμιστή Μεντερές που –σύμφωνα με τα λόγια του– συρρίκνωνε τη δημοκρατία και ξεπουλούσε την Τουρκία στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.42 Με άλλα λόγια, επαναλάμβανε στο επίπεδο των κριτηρίων για τη διάρθρωση των κοινωνικών-ταξικών συμμαχιών το γνωστό –στις επεξεργασίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκείνη την εποχή– σχήμα χωρισμού της αστικής τάξης σε εθνική-προοδευτική και ξενόδουλη-συντηρητική, με αποτέλεσμα να προτάσσει τη συνεργασία με το πρώτο τμήμα της. Ως επακόλουθο, ως νέο υποκείμενο της επαναστατικής ρήξης ορίστηκε το τουρκικό έθνος: «Το τουρκικό έθνος, με τους εργάτες, τους χωρικούς, τους βιοτέχνες, τους διανοούμενους, τους εμπόρους και τους βιομηχάνους που είναι αληθινοί πατριώτες και δεν έχουν πουληθεί στους Αμερικάνους, με τους αξιωματικούς που δεν έχουν χάσει την τιμή τους, το Τούρκικο έθνος»43. Υπό αυτό το πρίσμα, στις ραδιοφωνικές εκπομπές παρουσιάζονταν εργοστασιάρχες να συντάσσονται με το Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας, στο οποίο πρωτοστατούσε το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα44, ενώ σταδιακά επιχειρήθηκε μια ταξική δικαιολόγηση της απόπειρας συνεργασίας με αξιωματικούς του τουρκικού στρατού, στο βαθμό που οι τελευταίοι λογίζονταν ως παιδιά της εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων45.

Κατά συνέπεια, η καπιταλιστική εκμετάλλευση αποδόθηκε πρωτίστως στην κυριαρχία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Αντιγράφουμε χαρακτηριστικά από την απομαγνητοφώνηση: «Το 80% της χώρας προσπαθεί να μην πεθάνει από την πείνα, το 15% ίσα που επιβιώνει, και το υπόλοιπο 5% που ζουν σαν Ινδοί μαχαραγιάδες. Στην πραγματικότητα, εμείς, εθνικώς, δουλεύουμε γι’ αυτό το 5%. Καθώς τα γράφω αυτά, τους ρίχνει μια ματιά ένας φίλος μου: “ξέχασες τον πραγματικό μαχαραγιά” μου είπε “ή καλύτερα, το μαχαραγιά των μαχαραγιάδων” […]. Κοίταξα το φίλο μου στο πρόσωπο… “ξέχασες τους Αμερικάνους, το ξένο κεφάλαιο” είπε. Βασικά, αν ζητούσαμε από αυτούς θα αποκαλυφθεί ότι έχουν στα χέρια τους, τους τίτλους ιδιοκτησίας της χώρας. Έδωσα δίκιο στο φίλο»46.

Στο ίδιο πλαίσιο, η ειρηνική συνύπαρξη καπιταλισμού-σοσιαλισμού μεταφράστηκε ως ανάγκη ουδέτερης αστικής εξωτερικής πολιτικής με παράλληλη βελτίωση των σχέσεων με τη Σοβιετική Ένωση, στα πρότυπα της κεμαλικής εξωτερικής πολιτικής της περιόδου 1919-1922.47 Η συγκεκριμένη αξίωση συνιστούσε και πολιτικό άνοιγμα στους κεμαλιστές, οι οποίοι, ελλείψει μαζικής σοσιαλδημοκρατίας και παρά τις ευθύνες τους για τις διώξεις και τις εκτελέσεις των Τούρκων κομμουνιστών και άλλων ριζοσπαστών αγωνιστών, αναλάμβαναν το ρόλο του προοδευτικού πόλου του αστικού πολιτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά, τον μπαμπούλα της φασιστικής δεξιάς στις τουρκικές συνθήκες αναπλήρωναν οι ισλαμιστές.48 Αντιγράφουμε από μια ραδιοφωνική απομαγνητοφώνηση: «Ατατουρκισμός σημαίνει να μη γίνεται η θρησκεία εργαλείο της πολιτικής, ο διαχωρισμός της θρησκείας από το κράτος, νέος αστικός κώδικας, πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, νέο Αλφάβητο, νέα ενδύματα, αποδοχή του πολέμου ενάντια στην μπούργκα. Όπου σηκώνει κεφάλι η μαύρη δύναμη σημαίνει βαρβαρότητα […] Μεντερισμός σημαίνει: να γίνεται η θρησκεία εργαλείο της πολιτικής, να κλείνεται το μάτι στο θρησκευτικό γάμο, να διευκολύνεται η ανάσυρση του παλιού αλφάβητου από τον τάφο, να διαβάζεται ποικιλία κηρυγμάτων εξ ονόματός του στα τζαμιά […] και ενώ η γυναίκα του και οι ερωμένες του βολτάρουν με ανθρώπινες ενδυμασίες, η λαϊκή γυναίκα, η λαϊκή κοπέλα να χώνεται στην μπούργκα»49.

Στην πραγματικότητα, στην Τουρκία, όπως και σε άλλες χώρες, ο διαχωρισμός της θρησκείας από την κρατική εξουσία έλαβε πιο έντονο χαρακτήρα απ’ ό,τι σε άλλα καπιταλιστικά κράτη, όπου η κοσμική οργάνωση της θρησκείας είχε εναρμονιστεί με το αστικό δίκαιο και το πολιτικό εποικοδόμημα, όπως και τα δόγματα της θρησκείας με τις διατυπώσεις και τις απαιτήσεις της αστικής κυρίαρχης ιδεολογίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, ως στόχος της πολιτικής σύμπραξης με τον κεμαλισμό τίθετο η διαμόρφωση μιας κυβέρνησης συνεργασίας, η οποία κατανοείτο ως απαραίτητο στάδιο μιας ειρηνικής πορείας προς το σοσιαλισμό. Εξάλλου, ως πρότυπο ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό αναδείχθηκε από το Χικμέτ η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τους κομμουνιστές στο ινδικό κρατίδιο της Κεράλα.50

Φυσικά, όταν πλέον οι κεμαλιστές ανέτρεψαν με στρατιωτικό πραξικόπημα τον προερχόμενο από τους κόλπους τους Μεντερές, το Μάη του 1960,51 η κατάσταση δε διαφοροποιήθηκε από ταξική σκοπιά. Αντιθέτως, οι κεμαλιστές ακολούθησαν τις καίριες επιλογές του Μεντερές στην εσωτερική και την εξωτερική πολιτική. Τότε το ΚΚ Τουρκίας και οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Χικμέτ άρχισαν να κατηγορούν τους κεμαλικούς για τη διατήρηση της συμμαχίας με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.52 Επίσης, τους ασκούσαν κριτική επειδή προχώρησαν σε περιορισμένη αναδιανομή της γης, δεν απεκατέστησαν πλήρως τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και διατήρησαν τις παραχωρήσεις στα ξένα μονοπώλια και την ντόπια αστική τάξη.53 Τέλος, η νέα κυβέρνηση των κεμαλιστών επικρινόταν για αντικομμουνισμό και για επαφή με παραστρατιωτικές οργανώσεις.54 Όμως η κριτική στις συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές των κεμαλιστών δεν οδήγησε σε μια προσπάθεια επανεξέτασης της στρατηγικής. Ως συνέπεια, ακόμα κι έπειτα απ’ όσα έγιναν την περίοδο 1960-1963, εν όψει των εκλογών του 1963 (των τελευταίων τουρκικών εκλογών που ο Χικμέτ ήταν ζωντανός) προβλήθηκε και πάλι ως κύρια η πολιτική διάκριση ανάμεσα στους κεμαλιστές και στους ισλαμιστές,55 που καθιστούσε δέσμιο το εργατικό-κομμουνιστικό κίνημα στους σχεδιασμούς μιας μερίδας της αστικής τάξης.

Ο Ναζίμ Χικμέτ είναι αλήθεια ότι απέφυγε να υπογράψει ορισμένα κείμενα εκπομπών, ειδικά τα πιο υποχωρητικά απέναντι στον κεμαλισμό και την αστική τάξη. Είναι ακόμα αλήθεια ότι φρόντισε πάντα να διατηρήσει τις αποστάσεις του από τη θεωρία της ειρηνικής άμιλλας μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού. Γι’ αυτό σε αρκετά του ποιήματα άσκησε κριτική στην άμιλλα των δύο συστημάτων για την κατάκτηση του σύμπαντος, τη στιγμή που στη γη διατηρείτο η ταξική εκμετάλλευση. Έγραφε χαρακτηριστικά:

 

«Θα πάμε στο φεγγάρι

κι ακόμα πιο μακριά

εκεί που και τα τηλεσκόπια είναι τυφλά

μα πότε εδώ πάνω στη γη μας

κανένας πια δε θα πεινά;

Κανένας άλλον δε θα φοβάται;

Κανείς κανένα δε θα υποβαθμίζει;

Κανείς ελπίδα δε θα κλέβει κανενός;

Κομμουνιστής αν είμαι είναι γιατί

έδωσα απάντηση σ’ αυτά»56.

 

Ωστόσο, παρά τις προηγούμενες επισημάνσεις, το περιεχόμενο της ποίησης του Χικμέτ δε διαχωρίζεται πλήρως από τις κυρίαρχες στην εποχή του κατευθύνσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και ούτε ήταν κάτι τέτοιο εφικτό. Με αυτή την έννοια, στα ύστερα ποιήματά του και αναβαθμίζεται η σημασία της αντιαποικιακής πάλης57, αλλά και συνεχίζεται η παρουσίαση της Τουρκίας ως υποταγμένης στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό:

 

«“Ο Ναζίμ Χικμέτ συνεχίζει να είν’ ακόμα προδότης”

“είμαστε μισοαποικία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού” είπ’ ο Χικμέτ»58

.

Όμως, ακόμα και τότε, δε θα σβηστεί από την ποίηση του Χικμέτ η πίστη του στη νομοτέλεια της σοσιαλιστικής επανάστασης. Έλεγε λοιπόν σ’ ένα ποίημα του 1962:

 

«Στην πλατεία Σβερντλόφ στέκει κάποιος από πέτρα

με φουντωτή γενειάδα.

Αυτός ξέρει καλύτερα από τον καθένα τα όσα ψάχνεις.

Όσα ψάχνεις είναι στην πλατεία Επανάστασης στην οικοδομή με τα κόκκινα τούβλα.

Όσα ψάχνεις βρίσκονται σ’ αυτούς που ’ναι στους δρόμους

σε σένα αυτά που ψάχνεις»59.

Και συμπλήρωνε σ’ ένα από τα τελευταία ποιήματά του:

«Τις τελευταίες μάχες του δίνει ο ιμπεριαλισμός

με όπλα, με μπουντρούμια, με εξουσία»60.

 

Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε στις 3 Ιούνη του 1963. Ήταν ένας μεγάλος κομμουνιστής ποιητής, επαναστάτης στο πνευματικό του έργο και στην πράξη, που διατρέχονταν από τα προβλήματα και τις αντιφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος της εποχής του.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Κώστας Σκολαρίκος είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ. Το κείμενο βασίζεται σε παρέμβασή  του στο επιστημονικό συνέδριο που διοργάνωσε στην έδρα της η ΚΕ του ΚΚΕ, στις 13-14 Ιούνη 2015, με τίτλο «Ναζίμ Χικμέτ: Για να γενούνε τα σκοτάδια λάμψη».

1. Κωστή Μοσκώφ: «Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης (η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης)», εκδ. «Καστανιώτης», Αθήνα 1985, σελ. 307-311.

2. Ιδρύθηκε το 1889 ως Επιτροπή της Οθωμανικής Ένωσης και λειτουργούσε ως αστική μυστική εταιρία, αποσκοπώντας στον αστικό εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στη μετατροπή της σε ένα σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος. Αργότερα μετονομάστηκε και μετασχηματίστηκε σε αστικό πολιτικό κόμμα. Τα μέλη της Επιτροπής Ενότητας και Προόδου στη Δύση αυτοαποκαλούνταν «Νεότουρκοι» και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία «Ενωτιστές». Από τους κόλπους της Επιτροπής ξεκίνησε η επανάσταση των Νεότουρκων (1908).

3. M. ükrü Hanioğlu: «Young Turks 1902-1908 (Preparation for a Revolution)», Princeton University Press, Princeton 2001, p. 210.

4. Οι σούφι εμφανίστηκαν παράλληλα με το Ισλάμ και ήταν οι μουσουλμάνοι που απομακρύνονταν από τα εγκόσμια, προκειμένου να προσεγγίσουν τον Αλλάχ. Υποστήριζαν ότι προασπίζονται το πραγματικό νόημα του Ισλάμ και στην πράξη επηρεάζονταν από χριστιανικές, βουδιστικές, γνωστικιστικές και νεοπλατωνικές αντιλήψεις, εκτιμώντας ότι όλες οι παραδόσεις οδηγούν στη μία και μοναδική αλήθεια. Παράλληλα, πίστευαν ότι ο μυστικισμός αποτελεί ένα δρόμο προς τη θέωση και την αλήθεια του Αλλάχ. Στο πέρασμα των αιώνων μοναστικά τάγματα των σουφιστών αναπτύχθηκαν σε διάφορες μουσουλμανικές χώρες. Στην Τουρκία συνδέθηκαν με την παράδοση των Μεβλεβή και των Ντερβίσηδων.

5. Saim Göksu - Edward Timms: «The Romantic Communist (The life and work of Nazim Hikmet)», C. Hurst & Co Publishers, London 1999, pp. 4-5.

6. Eric Hobsbawm: «Η εποχή των άκρων (Ο σύντομος 20ός αιώνας, 1914-1991)», εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 2006, σελ. 49.

7. Saim Göksu - Edward Timms: «The Romantic Communist (The life and work of Nazim Hikmet)», C. Hurst & Co Publishers, London 1999, pp. 8-9.

8. Alexander Lyon McFie: «Atatürk: Profiles in Power», Routledge Editions, London 1994, p.14.

9. Yeşim Basar: «Formation of the Turkish Nation-State(1920-1938»), Palgrave Edi-tions, New York 2014, p. 31.

10. Saim Göksu - Edward Timms: «The Romantic Communist (The life and work of Nazim Hikmet)», C. Hurst & Co Publishers, London 1999, p. 17.

11. Την περίοδο 1918-1919 διεξήχθη η ουκρανική εκστρατεία από στρατούς 14 αστικών κρατών (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) με συνολική δύναμη 300.000 στρατιωτών, με σκοπό την ανατροπή της νεαρής σοβιετικής εξουσίας.

12. Ναζίμ Χικμέτ: «Συνοδοιπόρε μου» (1962) στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί», «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ.24.

13. Saime Göksu – Edward Timms: «Nazim Hikmet: Poetry and Politics in Kemalist Turkey» in Edward Timms: «Vision and Blueprints: Avant-garde Culture and Radical Politics in Twentieth Century», Manchester University Press, Manchester 1988, p.177.

14. Talat S. Halman: «Rupture and Revolution (Essays on Turkish Literature)», Syracouse Unoversity Press, New York 2007, p.330.

15. Ναζίμ Χικμέτ: «Τα 19 μου χρόνια (1930)» στο Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Αθήνα, 1959, σελ. 150.

16. Ο.π., σελ. 151.

17. Νίκου Ζαχαριάδη: «Γράμμα» στο Πέτρου Ανταίου: «Νίκος Ζαχαριάδης: Θύτης και θύμα», εκδ. «Φυτράκη», Αθήνα, 1991, σελ. 514.

18. Saime Göksu – Edward Timms: «Nazim Hikmet: Poetry and Politics in Kemalist Turkey» in Edward Timms: «Vision and Blueprints: Avant-garde Culture and Radical Politics in Twentieth Century», Manchester University Press, Manchester 1988, p.181.

19. Ibrahim Kaya: «Social Theory and Later Modernities: The Turkish Experience», Liverpool University Press, Liverpool 2004. pp.88-92.

20. «Ναζίμ Χικμέτ», Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 34, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1982, σελ. 424.

21. Ναζίμ Χικμέτ: «Το τηλεγράφημα που ήρθε τη νύχτα», στο  Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», τ. Β΄, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 75.

22. Ναζίμ Χικμέτ: «Το τείχος του ιμπεριαλισμού (1925)» στο Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Αθήνα, 1959, σελ. 154-155.

23. Ναζίμ Χικμέτ: «Δωδέκατο Γράμμα στην Ταράντα Μπαμπού (1925)» στο Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», Αθήνα, 1959, σελ. 294.

24. Βασίλης Νεφελούδης, «Ο λόγος στην 4η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ», ΚΟΜΕΠ, τ. 16/1935.

25. Βλ. ενδεικτικά το Nazim Hikmet: «Snowing in the Night» in Nazim Hikmet: «A Sad State of Freedom» Greville Press, New York 1997, pp. 7-8. Εδώ αναφέρεται στον αγώνα εναντίον του Φράνκο.

26. «Ναζίμ Χικμέτ», Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 34, εκδ. «Ακάδημος», Αθήνα, 1982, σελ. 424.

27. Β. Ι. Λένιν: «Η εθνική υπερηφάνεια των Μεγαλορώσων», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1980, σελ. 106.

28. Ό.π., σελ. 104.

29. Nazim Hikmet: «Human Landskapes», Persea Books, p.92.

30. Ό.π., p.75.

31. Ό.π., p.5.

32. Nazim Hikmet: «Human Landskapes», Persea Books, p.7.

33. Nazim Hikmet: «The Moscow Symphony and other Poems», London 1970, p.24.

34. Nazim Hikmet: «Rubaiyat», Copper Beech Press, Washington 1985.

35. Ναζίμ Χικμέτ: «Angina Pectoris» στο Αντώνη Μαρτάλη (απόδοση): «Από την ποίηση του Χικμέτ», εκδ. «Βιβλιοφιλία», Αθήνα, 1990, σελ.21.

36. Nazim Hikmet: «Since, I was thrown into this hole» in Nazim Hikmet: «A Sad State of Freedom», Greville Press, New York 1997, p. 17.

37. Ναζίμ Χικμέτ: «Η Πέμπτη μέρα μιας απεργίας πείνας» στο Αντώνη Μαρτάλη (απόδοση): «Από την ποίηση του Χικμέτ», εκδ. «Βιβλιοφιλία», Αθήνα, 1990, σελ.37.

38. Talat S. Halman: «The Turkish Muse (Views and Reviews)», Syracouse University Press, New York 2006, pp.43-4.

39. Ναζίμ Χικμέτ: «Το τηλεγράφημα που ήρθε τη νύχτα» στο Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», τ. Β΄, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 41.

40. Nazim Hikmet: «A Sad State of Freedom», Greville Press, New York 1997, pp. 21-2.

41. Ναζίμ Χικμέτ: «Ο Ταχυδρόμος» στο Στέλιου Μαγιόπουλου: «Ναζίμ Χικμέτ: Τα έργα του», τ. Β΄, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 153.

42. Ναζίμ Χικμέτ: «Ο ανταποκριτής στην Κωνσταντινούπολη ενημερώνει» (ραδιοφωνική εκπομπή 6.7.58).

43. Ναζίμ Χικμέτ: «Πρέπει να μπαίνουν οι εργάτες στα συνδικάτα;» (ραδιοφωνική εκπομπή 29.7.59).

44. Ναζίμ Χικμέτ: «Γιατί είμαι στο πλάι του Ενιαίου Μετώπου. Ένας εργοστασιάρχης διηγείται γιατί βρίσκεται στο πλευρό του Ενιαίου Μετώπου» (ραδιοφωνική εκπομπή 10.7.59).

45. Ναζίμ Χικμέτ: «Σχετικά με τη διακήρυξη της Επιτροπής Εθνικής Σωτηρίας στο Εσκί Σεχίρ, που διακινήθηκε ανάμεσα στους αξιωματικούς» (ραδιοφωνική εκπομπή 21.7.59).

46. Σοφός, «Δήλωση ιδιοκτησίας» (ραδιοφωνική εκπομπή 24.7.58).

47. Ναζίμ Χικμέτ: «Η ουδετερότητα μπορεί να είναι η σανίδα σωτηρίας μας» (ραδιοφωνική εκπομπή 27.7.59).

48. Ναζίμ Χικμέτ: «Ας ανοίξουμε τα μάτια μας» (ραδιοφωνική εκπομπή 9.7.58).

49. Ναζίμ Χικμέτ: «Πράσινη Σημαία-Μαύρη Δύναμη Νο1» (ραδιοφωνική εκπομπή 24.6.59).

50. Ναζίμ Χικμέτ: «Το θέμα της Κεράλα από μέσα» (ραδιοφωνική εκπομπή 19.8.59).

51. Mustafa Kibaroğlu - Ayşegül Kibaroğlu: «Global Security Watch - Turkey», Green-

wood Publishers, Westport 2009, p.180.

52. Ναζίμ Χικμέτ:  «Αυτή είναι η εξωτερική πολιτική των Ατατουρκικών;» (ραδιοφωνική εκπομπή 28.9.60).

53. Ναζίμ Χικμέτ: «Για ποιο λόγο αυτά τα ξυλοκοπήματα και οι βρισιές» (ραδιοφωνική εκπομπή 25.8.61).

54. Ναζίμ Χικμέτ: «Σκεφτείτε λίγο πριν κάνετε άνευ όρων συμφωνία με τους φασίστες» (ραδιοφωνική εκπομπή 30.7.62).

55. Ναζίμ Χικμέτ: «Αν έρθει στην εξουσία το Κόμμα Δικαιοσύνης, ποια θα είναι η κατάσταση των εργατών μας;» (ραδιοφωνική εκπομπή 29.3.63).

56. Ναζίμ Χικμέτ: «Θα πάμε στο φεγγάρι» στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί», «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ.48.

57. Ναζίμ Χικμέτ: «Αποικία της Νέας Ζηλανδίας» (1962), Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί», «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 15 και Ναζίμ Χικμέτ: «Στους συγγραφείς της Ασίας και της Αφρικής» (1962) στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί», «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 21.

58. Ναζίμ Χικμέτ: «Ο προδότης» (1962) στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί» «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 48.

59. Ναζίμ Χικμέτ: «Όσα ψάχνεις» (1962) στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί» «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 38.

60. Ναζίμ Χικμέτ: «Δέκατη Επιστολή» (1963) στο Ναζίμ Χικμέτ: «Η στρατιά των πεινασμένων προχωρεί» «Ελληνικές Εκδόσεις», Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 75.