ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Στις 22 Δεκέμβρη 2015 ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος «Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις», με τη διαδικασία της ονομαστικής ψηφοφορίας. Επί της αρχής ψήφισαν υπέρ 193 βουλευτές και 56 κατά. Οι κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ, του ΠΟΤΑΜΙΟΥ και της Ένωσης Κεντρώων υπερψήφισαν το νόμο. Διαφοροποιήσεις υπήρχαν στην ψήφο των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας και των ΑΝΕΛ. Τα πρώτα 14 άρθρα του νόμου, καθώς και το άρθρο 56, αναφέρονται στο Σύμφωνο Συμβίωσης (ΣΣ) και την επέκταση της δυνατότητας σύναψής του και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Η νομοθετική πρωτοβουλία σε αυτήν την κατεύθυνση παρουσιάστηκε όλο το προηγούμενο διάστημα τόσο από τον ηλεκτρονικό κι έντυπο Τύπο όσο και από διάφορες ομάδες ομοφυλόφιλων ως «ένα βήμα μπροστά για τη σύγχρονη Ελλάδα», «με αφετηρία την αρχή της ισότητας και με το βλέμμα στραμμένο στην Ευρώπη».

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η δημοσίευση μιας σειράς ερευνών κοινής γνώμης. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα βασικά πορίσματα μίας εξ αυτών, η οποία διεξήχθη στα μέσα του 20151. Σύμφωνα με αυτά, το 70% των ερωτηθέντων συμφωνεί με την επέκταση του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ ακόμα πιο θετική είναι η γνώμη των γυναικών οι οποίες φαίνεται να συμφωνούν κατά 77% έναντι 63% των αντρών. Ηλικιακά, το μεγαλύτερο ποσοστό θετικής γνώμης καταγράφεται στις ηλικίες 25-34 ετών (72%) και στις ηλικίες από 45 ετών και άνω (73%). Γεωγραφικά, στην Αττική η συμφωνία για την επέκταση του ΣΣ φτάνει το 73%, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές το 66%. Ωστόσο, όσον αφορά ιδιαίτερα την υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια, που δεν κατοχυρώνεται ούτε για τα ετερόφυλα ζευγάρια από το Σύμφωνο Συμβίωσης που τέθηκε για ψήφιση στη Βουλή, η αποδοχή περιορίζεται στο 30% (γυναίκες κατά 33% και άντρες κατά 27%), ενώ στις ηλικίες 18-35 ετών το ποσοστό αυτής της αποδοχής φτάνει το 40%.

Παρόλ’ αυτά, εκπρόσωποι των ομάδων ομοφυλόφιλων δηλώνουν ότι ο απώτερος στόχος τους είναι η αναγνώριση της υιοθεσίας παιδιών, από κοινού ως ζεύγος, και από αυτήν την άποψη θεωρούν το νομοσχέδιο θετικό, αλλά περιορισμένο βήμα.

 

ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

 Ο Νόμος 3719/2008 καθιέρωσε το ΣΣ μεταξύ των ετερόφυλων ζευγαριών. Ως προϋπόθεση για την έναρξη της ισχύος του ΣΣ οριζόταν η κατάθεσή του στο ληξιαρχείο. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, οι συμβιούντες είχαν ελευθερία να διαμορφώνουν κατά το δοκούν το περιεχόμενο κάθε ιδιαίτερου ΣΣ, με εξαίρεση το νομικό καθεστώς των τέκνων και τις κληρονομικές σχέσεις, για τα οποία υπήρχε ειδική ρύθμιση.

Σύμφωνα με αυτήν τη ρύθμιση, το τέκνο που γεννιέται κατά τη διάρκεια ισχύος του συμφώνου συμβίωσης ή εντός τριακοσίων ημερών από τη λύση του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άντρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το σύμφωνο. Τη γονική μέριμνα του τέκνου αυτού την έχουν και την ασκούν από κοινού οι δύο γονείς, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις των τέκνων που είναι γεννημένα σε γάμο. Αντίστοιχα, σε περίπτωση λύσης του συμφώνου εφαρμόζονται για τη γονική μέριμνα οι διατάξεις που ισχύουν σε περίπτωση διαζυγίου. Με το σύμφωνο συμβίωσης δε δημιουργούνταν κοινή οικογενειακή μερίδα των συμβιούντων. Το τέκνο που γεννιόταν από τους συμβιούντες θα εγγραφόταν στην οικογενειακή μερίδα ενός από αυτούς.

Όσον αφορά τα κληρονομικά δικαιώματα, στην περίπτωση που δεν υπάρχει διαθήκη και υπάρχουν και άλλοι νόμιμοι κληρονόμοι, ο επιζών εκ των συμβιούντων κληρονομούσε περίπου το μισό του μεριδίου που θα έπαιρνε σε περίπτωση γάμου ο επιζών εκ των συζύγων. Στην περίπτωση που δεν υπήρχε ούτε διαθήκη, ούτε άλλοι νόμιμοι κληρονόμοι, ο επιζών εκ των συμβιούντων κληρονομούσε το σύνολο της περιουσίας.

Το σύμφωνο με το Ν. 3719/2008 λυόταν εύκολα με έναν από τους παρακάτω τρόπους: α) Με συμφωνία των συμβληθέντων που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή και γ) με την τέλεση γάμου είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου προσώπου.

Επίσης, με βάση το νόμο του 2008, οι συμβιούντες δεν αντιμετωπίζονταν ως σύζυγοι ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τα ασφαλιστικά ταμεία (ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, σύνταξη) και την εφορία. Κάτι που προβλέπεται ν’ αλλάξει τώρα.

Το 2008, το ΣΣ προβλήθηκε ως ένα αστικό συμβόλαιο, πιο χαλαρό σε σχέση με το πολιτικό γάμο, το οποίο εξασφαλίζει τα δικαιώματα των παιδιών που γεννιούνται κατά τη διάρκεια της ισχύος του. Σημειώνουμε ότι όσον αφορά τα ζητήματα γονικής μέριμνας για τα παιδιά εκτός γάμου, αυτά ρυθμίζονταν από το νόμο με τις προϋπάρχουσες διατάξεις για την «εκούσια αναγνώριση τέκνου».

Απ’ όλη την πορεία της σχετικής συζήτησης και νομοθετικής πρωτοβουλίας (με ιδιαίτερα αποκαλυπτική προς αυτό τις τωρινές τροποποιήσεις) φαίνεται ότι, από την αρχή της θεσμοθέτησής του, το ΣΣ δεν είχε ως στόχο την αντιμετώπιση υπαρκτών ζητημάτων στο θεσμό του πολιτικού γάμου, αλλά το άνοιγμα του δρόμου για το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών και – στη συνέχεια – ακόμα και την υιοθεσία παιδιών από αυτά. Τα υπαρκτά άλλωστε ζητήματα με το θεσμό του πολιτικού γάμου μπορούν να ρυθμιστούν με σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις στον ίδιο το θεσμό (π.χ. διευκόλυνση της λύσης του, απαλλαγή από γραφειοκρατικές διαδικασίες κλπ.) και όχι με τη θεσμοθέτηση μίας ακόμα –πιο χαλαρής– μορφής γάμου. Άλλωστε, ήδη από τη συζήτηση για το ΣΣ το 2008 υπήρχαν πολιτικές δυνάμεις που είχαν ταχτεί υπέρ της επέκτασης του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια και στήριζαν το νόμο του 2008 ως «πρώτο βήμα» σε αυτήν την πορεία.

Οι τωρινές τροποποιήσεις επιβεβαιώνουν στο ακέραιο το παραπάνω συμπέρασμα. Με τις διατάξεις του νέου νόμου επεκτείνεται η δυνατότητα σύναψης ΣΣ και στα ομόφυλα ζευγάρια. Ακόμα, επεκτείνονται στους συμβιούντες (ομόφυλα ή ετερόφυλα ζευγάρια) οι διατάξεις του αστικού κώδικα για τους συζύγους, που αφορούν κληρονομικά, εργασιακά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά δικαιώματα, το ζήτημα της διατροφής, της συμμετοχής στα αποκτήματα και άλλες αξιώσεις των συζύγων μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα, για την εφαρμογή των ρυθμίσεων που αφορούν τα εργασιακά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά δικαιώματα, προβλέπεται η έκδοση σχετικού Προεδρικού Διατάγματος με πρόταση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εντός 6 μηνών από την ψήφιση του νομοσχεδίου. Τόσο στο ΣΣ, όπως ρυθμίζεται με το νόμο 2008, όσο και στο νέο νόμο δεν περιλαμβάνεται η δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών και Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής και από τους δύο συμβιούντες. Σημειώνεται ότι με βάση την ισχύουσα νομοθεσία περί υιοθεσίας, υπάρχει δυνατότητα υιοθεσίας τέκνου και από ένα άτομο, εντός ή εκτός γάμου, φυσικά με αυστηρότερα κριτήρια από τις κοινωνικές υπηρεσίες στη δεύτερη περίπτωση .

Διαφοροποίηση ως προς το νόμο του 2008 υπάρχει στη δυνατότητα κοινής οικογενειακής μερίδας των συμβιούντων και ως προς τη διαδικασία λύσης του Συμφώνου Συμβίωσης. Στην περίπτωση της μονομερούς δήλωσης πρέπει να παρέλθουν 3 μήνες από τη σχετική επίδοση της πρόσκλησης για λύση από τον έναν στον άλλο. Επίσης, στο νέο νόμο λύεται αυτοδίκαια το Σύμφωνο μόνο αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών και όχι μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτου προσώπου όπως προβλεπόταν στο προηγούμενο σύμφωνο.

Γενικό συμπέρασμα είναι ότι τα δικαιώματα των συμβιούντων προσεγγίζουν αυτά των συζύγων, με εξαίρεση την υιοθεσία και την Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή. Επίσης, καθιστούν πιο δύσκολη τη διαδικασία λύσης του ΣΣ, με αποτέλεσμα να υποχωρεί αντικειμενικά η αιτιολογική βάση θεσμοθέτησής του το 2008.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η βασική αιτιολόγηση της τροποποίησης του ΣΣ (που ρυθμιζόταν με το νόμο 2008) ήταν η συμμόρφωση της Ελλάδας με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην απόφαση «Βαλλιανάτος κατά Ελλάδας». Σύμφωνα με αυτήν την απόφαση, το ελληνικό κράτος δεν καταδικάστηκε επειδή αθέτησε θετική υποχρέωσή του, επιβαλλόμενη από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αλλά επειδή θέσπισε ένα διαχωρισμό με το Ν. 3719/2008, ο οποίος συνιστά αρνητική διάκριση. Με άλλα λόγια, αν δεν είχε θεσμοθετηθεί το Σύμφωνο Συμβίωσης για τα ετερόφυλα ζευγάρια, δε θα υπήρχε καταδίκη της Ελλάδας.

Στην ίδια αιτιολογική βάση της αναγκαιότητας άρσης όλων των διαχωρισμών και της «μη διάκρισης», η πλήρης εναρμόνιση των δικαιωμάτων των συμβιούντων με αυτά των συζύγων ανοίγει το δρόμο –είτε μέσω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είτε με διαφορετικό τρόπο– για τη μελλοντική προώθηση της υιοθεσίας και της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής και στα ομόφυλα ζευγάρια.

Σημειώνουμε επίσης ότι, από τα 47 κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα 10 αναγνωρίζουν δικαίωμα γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια, τα 9 έχουν καθιερώσει και γι’ αυτά το ΣΣ, ενώ 10 το έχουν καθιερώσει μόνο για τα ομόφυλα. Ιδιαίτερη σημασία για τις στοχεύσεις της επέκτασης του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια έχει και το γεγονός ότι από τα 10 κράτη που αναγνωρίζουν το δικαίωμα γάμου στα ομόφυλα ζευγάρια μόνο η Πορτογαλία δεν επιτρέπει την υιοθεσία παιδιών.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 Η στάση της κυβέρνησης εκφράζεται τόσο μέσω των τοποθετήσεων των επιμέρους στελεχών της όσο και μέσω της επίσημης τοποθέτησής της στη συζήτηση στη Βουλή.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης, πριν τη συζήτηση στη Βουλή, δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση του νομοσχεδίου ότι «παραμένουμε μακριά από τη θεσμοθέτηση του γάμου» στα ομόφυλα ζευγάρια, ενώ για το ζήτημα των υιοθεσιών από ομόφυλα ζευγάρια είπε ότι «θα ρυθμιστεί σε ορατό χρόνο», τονίζοντας ότι περιμένει τη σχετική γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής. Σε εκδήλωση της Ομάδας Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας Φύλου του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, ο ΓΓ του υπουργείου Δικαιοσύνης Κ. Παπαϊωάννου «…δεσμεύτηκε πως το επόμενο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης σε σχέση με τις πάγιες διεκδικήσεις της κοινότητας (ΛΟΑΔΚΙ) θα αφορά τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου», ενώ τόνισε ότι «…η κατάργηση του άρθρου 347 έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Αναθεώρησης του Ποινικού Κώδικα, ενώ υπεραμύνθηκε ορισμένων διατυπώσεων λέγοντας ότι έτσι μπορούν να ερμηνευτούν ευρύτερα». Αναφέρθηκε επίσης στην «…αναμόρφωση του ποινικού κώδικα με την κατάργηση των διατάξεων που ποινικοποιούν τις ερωτικές σχέσεις ή εισάγουν διαφορετική ηλικία συναίνεσης για τους άρρενες».2

Παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες προτάσεις δε συμπεριλαμβάνονταν στα άρθρα του νόμου –με εξαίρεση την κατάργηση του άρθρου 347– αποδεικνύουν ότι θα υπάρχει συνέχεια από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό διαφάνηκε και από την τοποθέτηση της εισηγήτριας του ΣΥΡΙΖΑ, Β. Κατριβάνου, στην αρμόδια Επιτροπή, η οποία δήλωσε ότι ο νόμος «…ανοίγει βέβαια και το δρόμο για τα επόμενα βήματα, που είναι η αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, ώστε να απαλειφθούν οι διακρίσεις λόγω της ταυτότητας φύλου και, ασφαλώς, αργότερα –ελπίζουμε σύντομα– τη θέσπιση του πολιτικού γάμου που είναι κάτι που εμείς θα θέλαμε και, σα ΣΥΡΙΖΑ, το έχουμε θέσει στο ιδρυτικό μας συνέδριο, που αυτό πραγματικά φέρει την ισονομία ανάμεσα στους πολίτες».

Η τοποθέτηση του πρωθυπουργού στη Βουλή είναι χαρακτηριστική της κυβερνητικής υποκρισίας: «Είναι μια σημαντική μέρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, για την υπεράσπιση της ισοτιμίας απέναντι στο νόμο για όλους τους συμπολίτες μας. Είναι μια σημαντική μέρα γιατί σήμερα αναγνωρίζουμε τη δυνατότητα όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, να συμβιώσουν και να πορευθούν το δικό τους δρόμο στη ζωή [...] να έχουν ίσα δικαιώματα απέναντι στη ζωή και στο θάνατο όπως όλοι οι Έλληνες πολίτες [...] Κλείνει, λοιπόν, έτσι ένας κύκλος οπισθοδρόμησης».

Όσον αφορά τη ΝΔ, ο εισηγητής της στη συζήτηση στη Βουλή Χ. Αθανασίου δήλωσε ότι –παρά τις ενστάσεις που έχει για άρθρα του πολυνομοσχεδίου– συμφωνεί με την επέκταση του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια, υπό την προϋπόθεση ότι δε θα περιλαμβάνει την τεκνοθεσία. Η αιτιολόγηση από τη σκοπιά της ΝΔ ήταν ότι πρέπει να ρυθμιστούν ορισμένα αστικά δικαιώματα. Όπως ανέφεραν : «Πρώτον, επειδή θεωρούμε ότι αποτελεί μια πραγματική κατάσταση και πρέπει να ρυθμιστεί και σκοπεύουμε και εμείς να προβούμε σε κάποια ρύθμιση, σε συνδυασμό με αναθεώρηση διατάξεων του Αστικού Κώδικα του Οικογενειακού Δικαίου, που συμπλέκονται. Δεύτερον, επειδή η Νέα Δημοκρατία σέβεται τις αποφάσεις των δικαστηρίων και επ’ αυτού υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Την ίδια στιγμή, όπως αναφέρθηκε από τον εισηγητή της ΝΔ, πρέπει να δοθούν διευκρινήσεις για την υιοθεσία παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Η στάση των βουλευτών της ΝΔ κατά την ψηφοφορία στη Βουλή δεν ήταν ενιαία. Από τους παρόντες βουλευτές της, 19 ψήφισαν υπέρ επί της αρχής και οι υπόλοιποι κατά.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ τοποθετήθηκε υπέρ της επέκτασης του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια. Από βουλευτές της σημειώθηκε ότι το ΠΑΣΟΚ σκόπευε να συμπεριλάβει το συγκεκριμένο ζήτημα στον αντιρατσιστικό νόμο που κατέθεσε το 2014, αλλά αυτή η προσπάθεια προσέκρουσε, όπως ανέφεραν, στα «συντηρητικά αντανακλαστικά» της ΝΔ, η οποία αποτελούσε την πλειοψηφία του κυβερνητικού σχήματος. Η συμφωνία της Δημοκρατικής Συμπαράταξης βασίζεται αφενός στο γεγονός ότι «σε διεθνές επίπεδο αυτή η νομική κατάσταση είναι κοινός τόπος τα τελευταία χρόνια» και αφετέρου στη θεώρηση ότι διευκολύνουν μελλοντικές αλλαγές και στο οικογενειακό δίκαιο, ενώ συγκεκριμενοποιεί ακόμα περισσότερο αυτές τις στοχεύσεις: «Όπως, π.χ., αλλαγές που είχαμε προτείνει και ήταν έτοιμες ήδη από το 2014, σε σχέση με το νέο Οικογενειακό Δικαστήριο, την οικογενειακή διαμεσολάβηση, τις νέες διατάξεις για την υιοθεσία, την κοινή επιμέλεια των τέκνων μετά το διαζύγιο, διατάξεις οι οποίες πραγματικά και με τη συμπερίληψη της συγκεκριμένης ρύθμισης θα έρχονταν να αλλάξουν στην ουσία το Οικογενειακό Δίκαιο».

Το ΠΟΤΑΜΙ δήλωσε ότι από την πρώτη στιγμή ίδρυσης του κόμματος υποστηρίζουν την επέκταση του ΣΣ στα ομόφυλα ζευγάρια. Όπως αναφέρθηκε από τον Στ. Θεοδωράκη: «Είναι μια σημαντική μέρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα μας, την ισονομία και την ισοπολιτεία. Η εξέλιξη απαιτεί οι ομόφυλοι πολίτες να είναι ίσοι, να έχουν τα ίδια δικαιώματα στη ζωή, στην οικονομία, στην οικογένεια, στην περιουσία, στα παιδιά, στο θάνατο».

Οι ΑΝΕΛ καταψήφισαν επί της αρχής το νομοσχέδιο, με εξαίρεση 3 βουλευτές, αναπαράγοντας τις αντιδραστικές εθνικιστικές θέσεις για «τη σημασία της οικογένειας στη συντήρηση και προαγωγή του έθνους». Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε στη Βουλή για τις απαράδεκτες τοποθετήσεις του Π. Καμμένο περί ταύτισης της ομοφυλοφιλίας με την κτηνοβασία.

Η Ένωση Κεντρώων δήλωσε ότι η ψήφιση των συγκεκριμένων διατάξεων αποτελεί βήμα προόδου στην κατεύθυνση στήριξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όπως τόνισαν βουλευτές της: «Αποκαθίσταται η πρότερη κοινωνική αδικία και ο διαχωρισμός μεταξύ των φύλων». Ο ίδιος ο Β. Λεβέντης σημείωσε ότι πρόκειται για μια απλή συμβολαιογραφική πράξη, ενώ για την υιοθεσία ανέφερε ότι «δεν είναι έτοιμη ακόμα η ελληνική κοινωνία».

Όπως φαίνεται και από τα παραπάνω, κοινή αφετηρία τοποθέτησης όλων των κομμάτων ή βουλευτών που τάσσονται υπέρ της ψήφισης του σχεδίου νόμου είναι από τη μία η αναγνώριση των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων και της διεθνούς πείρας και από την άλλη η επίκληση των «ανθρώπινων δικαιωμάτων».

Από τη μια μεριά, λοιπόν, ψηφίζουν μέτρα που τσακίζουν κοινωνικά, ασφαλιστικά, εργασιακά δικαιώματα και από την άλλη μεριά επιδιώκουν να εμφανιστούν, υποκριτικά, ως υπερασπιστές δικαιωμάτων των ατόμων με διαφορετική σεξουαλική συμπεριφορά, δηλαδή προς το ίδιο φύλο κι επιλογή συμβίωσης. Προσπαθούν να αποκρύψουν ότι κανένας και καμία, ανεξάρτητα σεξουαλικού προσανατολισμού, δεν εξαιρείται της επίθεσης απέναντι συνολικά στα εργατικά, λαϊκά δικαιώματα. Η μεγάλη πλειοψηφία και αυτών των ανθρώπων υφίστανται και θα υποστούν τις συνέπειες αυτής της πολιτικής, όπως και οι υπόλοιποι.

Για παράδειγμα, επικαλούνται τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών στο ΣΣ, ενώ εξαπολύεται νέα επίθεση στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, που περιορίζει την απόδοση συντάξεων χηρείας, οδηγεί στην παραπέρα μείωση των συντάξεων. Επιμελώς αποκρύπτουν ότι καθολικά κοινωνικά δικαιώματα, όπως η μόνιμη και σταθερή δουλειά, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους, ανεξάρτητα αν είναι ασφαλισμένοι ή μη, δεν ικανοποιούνται γιατί θυσιάζονται στο βωμό του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και των κερδών.

Η ΧΑ, από την πλευρά της, όχι μόνο καταψήφισε το νόμο, αλλά εντείνει, απ’ ό,τι φαίνεται, τις απαράδεκτες φραστικές και σωματικές επιθέσεις της σε ομοφυλόφιλους, φέροντας σημαντική ευθύνη για τη στοχοποίησή τους. Από την άλλη, η αντίδρασή της στο νομοσχέδιο απορρέει από αντιδραστικές θέσεις εκθειασμού της οικογένειας ως πυρήνα αναπαραγωγής της κοινωνίας, κινούμενη στη γνωστή ιδεολογική γραμμή «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Η αντιδραστική οπτική της αρνητικής της στάσης στο νόμο φαίνεται και μέσα από τις διάσπαρτες τοποθετήσεις στελεχών περί της αναγκαιότητας παραμονής της γυναίκας «στο σπίτι», με στόχο τη φροντίδα της οικογένειας και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Όπως ανέφερε στη Βουλή ο Ν. Μιχαλολιάκος: «Η οικογένεια ήταν και είναι ο κοινωνικός δεσμός, να προσθέσω εγώ και το θρησκευτικό μυστήριο, ο οποίος, πρώτον, συντηρεί και, δεύτερον, προάγει τη συνέχεια του έθνους των Ελλήνων μέσα από τη μητρότητα. Η ΧΑ θεωρεί ότι ο θεσμός της οικογένειας είναι ένας φυσικός θεσμός, ένας ευλογημένος θεσμός από τη θρησκεία μας, την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και από την αρχαία θρησκεία».

Από αντιδραστική σκοπιά τάσσεται αρνητικά και η Εκκλησία, με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ). Αν και υπάρχουν διαφορετικοί χρωματισμοί στις τοποθετήσεις των μητροπολιτών και άλλων εκπροσώπων της, η Εκκλησία με την επίσημη τοποθέτησή της επιλέγει να διατηρήσει χαμηλούς τόνους, διευκρινίζοντας ότι η συγκεκριμένη θέση της αφορά αποκλειστικά τα μέλη της. Η αντιδραστική οπτική της Εκκλησίας αποτυπώνεται στην προσέγγιση του γάμου και της οικογένειας «ως κατεξοχήν εκκλησιαστικού και κοινωνικού θεσμού» που είναι με βάση την Απόφαση της ΔΙΣ– «το ασφαλέστερο κοινωνικό πλαίσιο για την ορθή διαπαιδαγώγηση και την αγωγή των νέων μελών της κοινωνίας».

Η Εκκλησία θεωρεί την οικογένεια και το γάμο (εννοείται πως αναγνωρίζει μόνο το θρησκευτικό γάμο) ως απαραίτητους θεσμούς για τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών με επίκεντρο τη διδασκαλία του ορθόδοξου χριστιανισμού. Θεωρεί δηλαδή την οικογένεια ως απαραίτητο συμπλήρωμα της Εκκλησίας στο στόχο της υιοθέτησης από τα παιδιά της μεταφυσικής θρησκευτικής κοσμοθεωρίας. Η Εκκλησία αντιτάσσεται λοιπόν στο σχέδιο νόμου από την οπτική της υπεράσπισης της ανατροφής «καλών χριστιανών». Άμεσα ή έμμεσα αναγνωρίζει ως σκοπό της σεξουαλικής σχέσης την τεκνοποίηση.

Είναι χαρακτηριστική η εκτίμηση της ΔΙΣ ότι «βιώνουμε πλέον τη βαθιά θεολογική και κοινωνική αλλοίωση του θεσμού της οικογένειας […] Θεωρούνται εκτροπές της οικογένειας εναλλακτικές μορφές της. Πρόκειται για τον πολιτικό γάμο, τη μονογονεϊκή οικογένεια, την ελεύθερη συμβίωση και το λεγόμενο γάμο των ομοφυλόφιλων», θεωρώντας ως αιτία για την κρίση στη σύγχρονη οικογένεια τον «υλιστικό και μηδενιστικό τρόπο ζωής». Η Εκκλησία προτείνει την «επαναθεώρηση» της οικογένειας μέσω της σύνδεσής της με την τοπική ενορία, ενώ παίρνει και πρακτικά μέτρα σε αυτήν την κατεύθυνση, ιδρύοντας σε ορισμένες περιοχές και σχολές γονέων. Ταυτόχρονα, αποβλέπουν στην ομαλή λειτουργία της οικογένειας ως παράγοντα εξόδου από την «κρίση ηθών», κατ’ επέκταση και από την οικονομική κρίση με βάση τον ιδεαλιστικό, μεταφυσικό τρόπο αντίληψης, σκέψης και ζωής. Είναι απόψεις αντιδραστικές, που με άλλο τρόπο υποστηρίζουν την υποταγή των εργατικών, λαϊκών μαζών στην καπιταλιστική εξουσία, το συμβιβασμό στην έλλειψη κοινωνικών υπηρεσιών για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τα ΑμΕΑ, τον εθισμό στη φιλανθρωπία ως υποκατάστατου.

 

ΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

 Από την ψήφιση του νόμου το 2008 (Ν. 3719), ιδιαίτερα από το 2013, αλλά και κατά τη διάρκεια της συζήτησης των τροποποιήσεων και μετά, υπάρχει καταιγισμός δημοσιευμάτων, ενημερωτικών και ψυχαγωγικών εκπομπών, σίριαλ, «επιστημονικών» ημερίδων, όχι μόνο σε πανεπιστήμια, που θέτουν στα ίδια βάθρα την ετερόφυλη και ομόφυλη σχέση και καλλιεργούν την ανάλογη εξοικείωση. Ουσιαστικά προβάλλεται η αξίωση για θεσμικό καθεστώς γάμου και κυρίως αναγνώριση του δικαιώματος –ως κοινών γονέων– στην υιοθεσία και την Ιατρικώς Υποβοηθούμενη Αναπαραγωγή.

Στην οργανωμένη δημόσια συζήτηση παρουσιάζεται το επιχείρημα ότι, «εφόσον ο ένας από τους δύο ομοφυλόφιλους έχει το δικαίωμα να υιοθετήσει και το παιδί μεγαλώνει μαζί τους, γιατί να μην αναγνωριστεί η κοινή υιοθεσία;». Προβάλλονται επίσης περιπτώσεις όπως η υπογραφή Συμφώνου Συμβίωσης μεταξύ 3 γυναικών στη Βραζιλία, οι οποίες ετοιμάζονται μάλιστα να προχωρήσουν και σε τεχνητή γονιμοποίηση. Ακόμα δημοσιεύονται έρευνες για τις επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους από οργανωμένες ομάδες, φωτογραφίζοντας τη ΧΑ. Το υλικό υπόβαθρο φαίνεται από τη δημοσίευση οικονομικών μελετών στις ΗΠΑ που αφορούν την ομόφυλη οικογένεια, π.χ. ότι στον πρώτο χρόνο θεσμοθέτησής του στις ΗΠΑ ο γάμος μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών απέφερε 259 εκατομμύρια δολάρια κέρδη, αποδεικνύοντας ότι θεός της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το κέρδος. Επίσης, το όλο ζήτημα του κληρονομικού δικαιώματος ήρθε στη δημοσιότητα από ανθρώπους στο χώρο του θεάματος με μεγάλες περιουσίες.

Η θεσμική κατοχύρωση της ομοφυλοφιλικής συμβίωσης επιδιώκεται στο όνομα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, με επίκεντρο την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών. Η νομική κατοχύρωση της συμβίωσης ατόμων ομόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού προβάλλεται ως κατοχύρωση δικαιωμάτων μειονότητας. Είναι μια πτυχή της αστικής αντίληψης περί ατομικών δικαιωμάτων, πλουραλισμού, δικαιώματος στη διαφορετικότητα, στην αυτοδιάθεση του σώματος. Εξειδικεύεται στο σύνθημα «είμαι ελεύθερος να δοκιμάσω και μετά να επιλέξω σεξουαλική ταυτότητα».

Ο ομόφυλος σεξουαλικός προσανατολισμός ή η εναλλαγή ομόφυλου και ετερόφυλου σεξουαλικού προσανατολισμού παρουσιάζεται από τμήματα διανοούμενων και καλλιτεχνών, ιδιαίτερα προς τμήματα της νεολαίας, ως αντισυμβατική, αντικαθεστωτική, ριζοσπαστική συμπεριφορά, ως «δρόμος» για να ξεπεραστούν αναχρονιστικές αντιλήψεις για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία, για τη σεξουαλικότητα, μια «μορφή σύγκρουσης με την εξουσία, που βασίζεται στην ανδροκρατούμενη κοινωνία». Προβάλλεται ότι «η σεξουαλική ταυτότητα είναι κάτι ρευστό», κοινωνικά και γλωσσικά κατασκευασμένο. Πρόκειται για το φιλοσοφικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού και την μετανεωτερικότητας, που τελικά αρνείται την αντικειμενικότητα του βιολογικού φύλου, από το οποίο απορρέει ο κατεξοχήν ετερόφυλος σεξουαλικός προσανατολισμός. Υποστηρίζει ότι «φύλο δεν είναι αυτό που είμαστε, αλλά αυτό που επιτελούμε».

Παρακάμπτει ή παραποιεί τις ταξικές αιτίες που οδήγησαν στη διαφορετική θέση των δύο φύλων και των κυρίαρχων τάξεων στην εξέλιξη της κοινωνίας, από το πρωτόγονο κοινοτικό νοικοκυριό στην πρώτη ταξική κοινωνία. Στο πέρασμα από τον έναν κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό στον άλλο εμφανίζεται πλεόνασμα στα προϊόντα που παρήγαγαν για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινότητας. Περίσσευε ένα κομμάτι, λόγω της ανάπτυξης των μέσων και των αντικειμένων εργασίας, της καλλιέργειας της γης, των κοπαδιών, που ήρθαν στην ιδιοκτησία του άντρα, ο οποίος ιδιοποιούνταν και το πλεόνασμα, το υπερπροϊόν. Ο ιδιοκτήτης του υπερπροϊόντος άρχισε να απομακρύνεται από την ανάγκη της δουλειάς για την επιβίωση. Εκμεταλλευόταν τη δουλειά των αιχμαλώτων πολέμου, των δούλων. Η γυναίκα δεν μπορούσε να υπερβεί τις βιολογικές διαφορές της με τον άντρα, που την καθιστούσαν πιο ευάλωτη στη φύση. Για την προστασία της αναπαραγωγής του είδους, δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το κοινοτικό νοικοκυριό, που έχασε τον κοινωνικό του χαρακτήρα με τον πρώτο ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Επιπλέον, διαμορφώθηκε η ανάγκη κληρονομικής μεταβίβασης του πλούτου στους «γνήσιους» απογόνους του άντρα. Θεσμοθετήθηκε η κυριαρχία του άντρα πάνω στη γυναίκα, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Παρακάμπτοντας τις κοινωνικές αιτίες που επέβαλαν συντριπτικά διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές μεταξύ των δύο φύλων, αυτές οι θεωρίες οδηγούνται στην άρνηση των βιολογικών διαφορών άνδρα-γυναίκα, τελικά αρνούνται την αντικειμενικότητα της βιολογικής ταυτότητας φύλου.

Στη βάση αυτή, η άποψη πως κάθε άνθρωπος ανήκει, με τρόπο φυσικό και αναπότρεπτο σε ένα φύλο, θεωρείται μια πλάνη. Αυτές οι θεωρίες απολυτοποιούν την υπαρκτή επίδραση της κοινωνίας σε μια σειρά αντιλήψεις για τα φύλα (οι οποίες πολλές φορές λειτουργούν νομιμοποιητικά υπέρ των ανισοτιμιών και των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών).

Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι αυτές οι αντιλήψεις προωθούνται επίσημα ως διδασκαλία σε ορισμένα πανεπιστημιακά τμήματα, ενώ επιδιώκεται από διάφορους φορείς η επέκταση της διδασκαλίας τους και στη σχολική εκπαίδευση (ήδη έχει αρχίσει να συζητιέται και σε φορείς εκπαιδευτικών).

Αξίζει να θυμίσουμε ότι αυτή η θεωρητική-ιδεολογική προσέγγιση θεμελιώνεται σε μια σειρά χώρες και μέσω συγκεκριμένων πολιτικών πρακτικών. Η Γερμανία αναγνωρίζει από το 2013 το «τρίτο» - απροσδιόριστο φύλο, ενώ η Γαλλία αναγνωρίζει από τον Οκτώβρη του 2015 το «ουδέτερο φύλο». Στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Whitney στις ΗΠΑ, έχουν δημιουργηθεί τουαλέτες «για όλα τα φύλα». Σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο στη Στοκχόλμη της Σουηδίας αποφεύγεται κάθε αναφορά σε θηλυκό και αρσενικό, ώστε να μη διακρίνονται τα παιδιά με βάση το φύλο τους. Ανάλογη συζήτηση έχει ανοίξει και στην Ελλάδα (με πρωτοβουλία ακόμα και της ΟΛΜΕ, του υπουργείου Παιδείας) με ημερίδες που έχουν θέμα: «Ενάντια στην τρανσοφοβία και ομοφοβία στην εκπαίδευση».

Πριν περάσουμε στην παρουσίαση της θέσης του ΚΚΕ, πρέπει να αναφέρουμε ότι οι φορείς των παραπάνω απόψεων αξιοποιούν τη στάση απέναντι σε αυτά τα ζητήματα ως κριτήριο κατάταξης των πολιτικών δυνάμεων σε συντηρητικές και δήθεν προοδευτικές. Η αξιοποίηση της ψευδεπίγραφης διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στη «συντήρηση» και την «πρόοδο» –η οποία πολλές φορές στην Ιστορία έχει αξιοποιηθεί προς όφελος της εξουσίας του κεφαλαίου– αποτελεί διεθνή τάση. Έτσι, στη Γαλλία στήθηκε, με αφορμή την αντίστοιχη συζήτηση, το δίπολο ανάμεσα στον «προοδευτικό» σοσιαλδημοκράτη Πρόεδρο Ολάντ και τους «συντηρητικούς» αντιπάλους του3. Παράλληλα, αντίστοιχο δίπολο προόδου - συντήρησης θεωρήθηκε η αντιπαράθεση του Ομπάμα ως δήθεν υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων και του Πούτιν ως αρνητή των ατομικών δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων.

Στην Ελλάδα, ορισμένοι υποστηρικτές των παραπάνω απόψεων χαρακτηρίζουν το ΚΚΕ ως συντηρητικό επειδή αναδεικνύει το αντιεπιστημονικό και αντιδραστικό περιεχόμενό τους. Η υιοθέτηση αυτών των απόψεων λειτουργεί ως «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», στην οποία διάφορες πολιτικές δυνάμεις «ξεπλένουν» ιδεολογικά τη στήριξη της αντιλαϊκής πολιτικής που επιβάλλεται από την επιδίωξη υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Χαρακτηριστικό για τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα αυτής της διαχωριστικής γραμμής είναι το γεγονός ότι τόσο τα κόμματα που τάχθηκαν υπέρ όσο και αυτά που τάχθηκαν κατά της ψήφισης του νόμου, και με τις ανάλογες εσωτερικές τους αντιθέσεις, αποτελούν –από κοινού με την Εκκλησία– μάχιμους υπερασπιστές της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η επιλογή στήριξης του καπιταλισμού (και κατ’ επέκταση των αντιλαϊκών αναγκαιοτήτων του σε κάθε φάση) αποτελεί συντηρητική πολιτική στάση, αφού συμβάλλει στη διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων που βασίζεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Το ΚΚΕ δίνει σκληρή μάχη σε όλες τις συνθήκες για τη συγκέντρωση και προετοιμασία δυνάμεων για την ανατροπή της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Δίνει σκληρή μάχη για την πολιτική συστράτευση όλων των δυνάμεων που υφίστανται την καπιταλιστική εκμετάλλευση και όχι στη βάση της μίας ή της άλλης ιδιαιτερότητας. Αντιπαλεύει την προσπάθεια της εξουσίας του κεφαλαίου να διαχωρίσει τις εργατικές, λαϊκές δυνάμεις με βάση τις ατομικές ιδιαιτερότητες, αναδεικνύοντας και στοχοποιώντας τον κοινό τους ταξικό αντίπαλο. Η διαχωριστική γραμμή της κοινωνίας είναι αντικειμενική και καθορίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη από τη μία και την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα από την άλλη. Σε αυτήν τη διαπάλη που ακούει στο όνομα ταξική πάλη, το ΚΚΕ τάσσεται στον έναν πόλο, ενώ όλα τα υπόλοιπα κόμματα (τόσο αυτά που ήταν υπέρ όσο και αυτά που ήταν κατά των τροποποιήσεων στο ΣΣ και φυσικά και η Εκκλησία) τάσσονται στον άλλο πόλο.

 

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

 Το ΚΚΕ από το 2008 είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις και την ανησυχία του για το γεγονός ότι η θεσμοθέτηση του ΣΣ για τα ετερόφυλα ζευγάρια αποτελούσε στην ουσία «προθάλαμο» της θεσμοθέτησης –μέσω της επέκτασής του– αντίστοιχου συμβολαίου και για τα ομόφυλα ζευγάρια. Γι’ αυτό και είχε ψηφίσει «παρών». Εξάλλου, αν δεν είχε θεσμοθετηθεί το ΣΣ για τα ετερόφυλα ζευγάρια, δε θα είχε καταδικαστεί η Ελλάδα για διάκριση.Υπάρχει πιθανότητα η Ελλάδα να καταδικαστεί με την ίδια λογική επειδή δεν προβλέπει νομικά τη σύναψη γάμου ομόφυλων ζευγαριών με τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν (υιοθεσία κ.ά.).

Παίρνοντας υπόψη τη μεθόδευση και την κλιμάκωση που ακολούθησε, το ΚΚΕ επεξεργάστηκε παραπέρα τη θέση του. Μεθοδολογικό κριτήριο της προσέγγισής του αποτελεί η ανάλυση και η ερμηνεία του θεσμού της οικογένειας ως ιστορικού - κοινωνικού φαινομένου.

Η οικογένεια, όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, μεταβάλλεται στο πλαίσιο της εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Ως κοινωνικό φαινόμενο, η οικογένεια δεν είχε τις ίδιες οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτές ποίκιλλαν ανάλογα με το ιστορικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που καθόριζε και τον εκάστοτε κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό. Για παράδειγμα, στο πρωτόγονο κοινοτικό νοικοκυριό συντελούνταν όχι μόνο η αναπαραγωγή του είδους και εργασίες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, αλλά και οι εργασίες παραγωγής του κοινωνικού προϊόντος, η κατανομή του ισότιμα σε όλα τα μέλη της κοινότητας. Στην πορεία, σταδιακά, αντικαταστάθηκε από το ατομικό νοικοκυριό, που έχασε το χαρακτήρα του ως μονάδα κοινωνικής εργασίας. Περιορίστηκε στην αναπαραγωγή του είδους. Στις διάφορες εκμεταλλευτικές κοινωνίες, από τη δουλοκτητική έως την καπιταλιστική, η νομική κατοχύρωση των οικογενειακών σχέσεων δε σχετιζόταν με δικαιώματα που αφορούσαν σεξουαλικές σχέσεις. Για την ακρίβεια, ό,τι υπήρχε ως νομοθεσία κατοχύρωνε το δικαίωμα του άντρα να γνωρίζει ποια είναι τα παιδιά του, οι κληρονόμοι του. Από αυτό προέκυπτε και η σεξουαλική ελευθεριότητα του άντρα σε αντίθεση με της γυναίκας. Κατάλοιπό της ήταν και η ποινική δίωξη της μοιχείας στον 20ό αιώνα, μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες.

Δηλαδή τα εθιμοτυπικά ή νομικά δικαιώματα στο γάμο δεν καθορίζονταν με βάση τις σεξουαλικές σχέσεις, το σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά στη βάση κοινωνικών δικαιωμάτων, που σχετίζονταν με την αναπαραγωγή του είδους, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των γονιών προς τα παιδιά, το μελλοντικό εργατικό δυναμικό ή τα μέλη της αστικής τάξης.

Με αυτήν την έννοια, κάθε διαφορετικός τύπος κοινωνίας συνεπάγεται και διαφορετικές υποχρεώσεις και δικαιώματα των γονιών τόσο προς το παιδί όσο και μεταξύ τους. Ο τρόπος ρύθμισης αυτής της κοινωνικής σχέσης και οι αντιλήψεις που την συνοδεύουν λαμβάνει χώρα στο έδαφος της κυριαρχίας συγκεκριμένων οικονομικών σχέσεων.

Ο σύγχρονος γάμος αποτελεί τη νομική έκφραση αυτής της κοινωνικής σχέσης, της οικογένειας, κυρίως όπως διαμορφώθηκε στην καπιταλιστική κοινωνία. Περιλαμβάνει ως κεντρικό της στοιχείο τη γονική μέριμνα, δηλαδή τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των γονιών απέναντι στα παιδιά. Από αυτή τη βάση παράγονται και οι υποχρεώσεις μεταξύ των συζύγων και τα κληρονομικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, αυτό που ρυθμίζεται νομικά δεν είναι γενικά η συγκεκριμένη επιλογή συμβίωσης του κάθε ατόμου, αλλά η συμβίωση η οποία μπορεί δυνάμει να οδηγήσει στην τεκνοποίηση, συμβάλλοντας στην αναπαραγωγή του είδους. Με αυτήν την έννοια τα κοινωνικά δικαιώματα απορρέουν από την προοπτική της τεκνοποίησης και όχι ως απόρροια μιας ατομικής επιλογής συμβίωσης στη βάση οποιωνδήποτε άλλων επιλογών, φιλικών, σεξουαλικών, οικονομικών, εργασιακών ή οτιδήποτε άλλο. Εννοείται ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρείται όταν κάτι τέτοιο τελικά δεν προκύπτει, όταν δηλαδή δύο σύζυγοι δεν αποκτούν –για οποιαδήποτε λόγο– παιδί.

Με βάση τα παραπάνω, το ΚΚΕ θεωρεί ότι η μοναδική έκφραση της σύγχρονης οικογένειας πρέπει να είναι ο υποχρεωτικός –πλήρως διαχωρισμένος από τη θρησκεία– γάμος. Πέρα από τον υποχρεωτικό πολιτικό γάμο, το κάθε ζευγάρι πρέπει να έχει τη δυνατότητα επιλογής τέλεσης και αντίστοιχης θρησκευτικής δέσμευσης και τελετής. Δεν υπάρχει καμία αναγκαιότητα για δύο ειδών νομοθετικές ρυθμίσεις του γάμου.

Στη βάση των παραπάνω, εκτιμάμε ότι ο θεσμός του πολιτικού γάμου απαιτεί εκσυγχρονισμό στην κατεύθυνση απλούστευσης, π.χ. της διαδικασίας λύσης του (με μεμονωμένες τροποποιήσεις στον Αστικό Κώδικα για τον πολιτικό γάμο) και όχι με τη θεσμοθέτηση νέων μορφών γάμου. Ήδη έχουν γίνει κάποιες τροποποιήσεις στο Αστικό Δίκαιο με τις οποίες έχουν εξισωθεί οι υποχρεώσεις μεταξύ των συζύγων, δηλαδή ό,τι προβλεπόταν στη νομοθεσία μέχρι τώρα ως υποχρέωση του άντρα συζύγου προς τη γυναίκα σύζυγο τώρα υπάρχει και ως υποχρέωση της γυναίκας συζύγου προς τον άντρα σύζυγο: Στα ασφαλιστικά- συνταξιοδοτικά, στα κληρονομικά και φορολογικά, στα εργασιακά δικαιώματα, στη διατροφή κλπ. Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις μετατρέπουν ουσιαστικά το ΣΣ των ετερόφυλων ζευγαριών σε θεσμό σχεδόν ίδιο με αυτόν του γάμου, αίροντας τις όποιες διαφορές είχαν οι δύο θεσμοί με βάση το νόμο του 2008.

Φυσικά, το γεγονός ότι ο πυρήνας του συμβολαίου του γάμου είναι η ρύθμιση των οικονομικών σχέσεων των μελών της οικογένειας (και δε θα μπορούσε να είναι και αλλιώς στον καπιταλισμό) ανάγει αντικειμενικά τα οικονομικά κριτήρια σε παράγοντα που επηρεάζει τη θέληση των συζύγων για τη σύναψη ή τη διάλυση του γάμου ως νομικής μορφής συμβίωσης. Για παράδειγμα, υπάρχουν ζευγάρια που δεν παίρνουν διαζύγιο και παραμένουν για οικονομικούς λόγους σε μια σχέση που δεν τους ικανοποιεί ψυχικά, πνευματικά, σεξουαλικά. Ακόμα και στην περίπτωση που αποφασίσουν να χωρίσουν, ακολουθούν τη νομική διαδικασία (που μπορεί να φτάσει και στο δικαστήριο) για να διευθετήσουν τα θέματα επιμέλειας των παιδιών, τη διατροφή, να μοιράσουν την κοινή περιουσία. Έχει προέκταση και στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, με σοβαρό αντίκτυπο στην ομαλή ανάπτυξη των παιδιών. Με βάση στοιχεία που δημοσιοποίησε το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, 7 στις 10 γυναίκες που απευθύνθηκαν στις δομές για κακοποιημένες γυναίκες ήταν άνεργες και με παιδιά. Οι οικονομικοί όροι, μαζί με την απουσία κοινωνικών υπηρεσιών και δομών, τις δεσμεύουν να παραμείνουν σε βίαιη συζυγική σχέση. Και αντίστροφα, υπάρχουν ζευγάρια που παίρνουν εικονικό διαζύγιο για να ενταχτούν στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Το ΚΚΕ παλεύει για μια σειρά κοινωνικά δικαιώματα που αφορούν την εργατική τάξη και το λαό (εργασιακά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) χωρίς να βάζει διαχωρισμούς ανάλογα με το φύλο, το σεξουαλικό προσανατολισμό, τη φυλή, τη θρησκεία. Θεωρούμε ότι τα αιτήματα του εργατικού, λαϊκού κινήματος καλύπτουν ορισμένα από αυτά τα προβλήματα που επικαλούνται ομόφυλα ζευγάρια, π.χ. για τα φορολογικά, κοινωνικό επίδομα για τα παιδιά ανεξάρτητα οικογενειακής κατάστασης, σύνταξη σε όλους τους άνω των 60 ετών.

Άλλα ζητήματα, π.χ. κληρονομικά, μπορούν να διευθετηθούν μέσω ιδιωτικών συμφωνητικών, συμβολαιογραφικών πράξεων. Όπως, αντίστοιχα, το να λαμβάνει γνώση κάποιος για θέματα που αφορούν την υγεία κάποιου άλλου μπορεί να αντιμετωπιστεί με ιδιωτικό τρόπο, στο πλαίσιο ιδιωτικών συμφωνητικών, αλλά και τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον Αστικό Κώδικα, ώστε να μπορεί ο οποιοσδήποτε –εφόσον δεν επιθυμεί οι συγγενείς να έχουν λόγο γι’ αυτά τα ζητήματα– με ιδιωτικό πληρεξούσιο να ορίζει κάποιον οικείο του για να ρυθμίζει τέτοια ζητήματα.

Με την εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας και κυρίως με τη μελλοντική κατάργησή της και τη διαμόρφωση της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας, οπωσδήποτε θα διαμορφωθούν νέες σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων που επιθυμούν να προχωρήσουν σε τεκνοποίηση. Η κοινωνική επανάσταση άλλωστε –η οποία ξεκινά με τη νίκη της σοσιαλιστικής πολιτικής επανάστασης, την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας– περιλαμβάνει τη ριζική τροποποίηση σε μια πορεία του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων των δύο φύλων και των γονέων με τα παιδιά. Η κοινωνία θα ρυθμίζει αυτές τις σχέσεις στη νέα οικονομική και κοινωνική βάση, ενώ, ειδικά στην ανώριμη κομμουνιστική, στη σοσιαλιστική κοινωνία, το εργατικό κράτος θα προσδώσει και την αντίστοιχη νομική έκφραση σε αυτές τις σχέσεις.

Η ιστορική πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ό αιώνα απέδειξε ότι το πρώτο εργατικό κράτος που διαμορφώθηκε στη Σοβιετική Ρωσία σάρωσε όλους τους παλιούς νόμους που διατηρούσαν κι ενίσχυαν την ανισότητα των δύο φύλων, που υποδούλωναν τη γυναίκα στον άντρα μέσα στην οικογένεια κι επιτέλεσε σπουδαία άλματα, στην οικονομική και κοινωνική ζωή, αλλά και στη νομοθεσία για να θεμελιώσει αυτό το επαναστατικό έργο. Για παράδειγμα, ένα από τα πρώτα διατάγματα του σοσιαλιστικού κράτους ήταν η ελευθερία και για τους δύο συζύγους στο διαζύγιο.4 Η σημασία αυτών των αλμάτων αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη η κοινωνική πραγματικότητα (προκαπιταλιστική καθυστέρηση, σε θεσμούς, αντιλήψεις κλπ.) που κληρονόμησε η νέα εξουσία από την τσαρική Ρωσία.

Όπως βέβαια διαπίστωνε ο Λένιν, «η ισότητα απέναντι στο νόμο δεν είναι ακόμα και ισότητα στη ζωή». Το κύριο έργο δηλαδή της σοσιαλιστικής εξουσίας, μαζί με τις νομικές ρυθμίσεις που έρχονται σε αυτήν τη φάση όχι ως επιστέγασμα αλλά ως πρώτο βήμα, είναι η αναμόρφωση συνολικά της κοινωνίας, που θα δώσει νέο περιεχόμενο στις σχέσεις μεταξύ των φύλων, το συναισθηματικό δεσμό τους, την επιλογή για δημιουργία οικογένειας και παιδιών.

Οι νέες αξίες και αντιλήψεις αποκρυσταλλώνονται σταδιακά στο βαθμό που εδραιώνονται οι κομμουνιστικές σχέσεις. Σε αυτήν τη βάση επαναστατικοποιούνται οι απόψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων, για τις σχέσεις ανθρώπου προς άνθρωπο, όπως και όλα τα συναισθήματα και οι ιδέες των ανθρώπων. Παρεμβάλλονται νέοι κανόνες ανάμεσα στις υποχρεώσεις του ατόμου απέναντι στην κοινωνία, που οδηγούν στην επαναστατικοποίηση των σχέσεων και μέσα στην οικογένεια. Όμως, η πάλη του νέου πάνω στο παλιό είναι μια αργή και βασανιστική πορεία, καθώς η εμβάθυνση στις νέες σχέσεις παραγωγής και κατανομής επιδρά με ορισμένη καθυστέρηση στη συνείδηση και τις εδραιωμένες για αιώνες αντιλήψεις και πρακτικές.

Η διαδικασία αυτή δημιουργεί τη βάση για μια συνολική αναμόρφωση της οικογένειας και των οικογενειακών δεσμών, της σχέσης ατόμου και κοινωνίας, κοινωνίας και ατόμου, για την πραγματική αναγέννηση των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων, των συναισθηματικών και οικογενειακών δεσμών που αναπτύσσουν. Από τη στιγμή που έχουν φύγει από τη μέση όλοι οι οικονομικοί παράγοντες που παίζουν στον καπιταλισμό τον καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία οικογένειας, μένει το έδαφος για την ελεύθερη ανάπτυξη των ελεύθερων αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ άντρα και γυναίκας. Το ζήτημα της επιλογής συμβίωσης ενός ζευγαριού γίνεται αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση, στη βάση της σωματικής, πνευματικής, ψυχικής και οποιασδήποτε άλλης έλξης. Η συμβίωση αυτή δεν επηρεάζεται από άλλους παράγοντες και γι’ αυτό διαρκεί για όσο καιρό διαρκεί αυτή η έλξη. Το μοναδικό ελατήριο είναι η αμοιβαία αγάπη.

Βασικό στοιχείο της ρύθμισης αυτών των σχέσεων σε νέα βάση είναι η ισότιμη θέση της γυναίκας, η προστασία της με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες που προκύπτουν από το ρόλο της στην αναπαραγωγική διαδικασία, η απελευθέρωσή της από τη σκλαβιά του ατομικού νοικοκυριού, η εξασφάλιση ελεύθερου χρόνου για την ισότιμη συμμετοχή της στην οργάνωση και διεύθυνση της κοινωνικής παραγωγής. Αυτό είναι το πραγματικά ριζοσπαστικό και προοδευτικό και όχι αυτό που προβάλλεται σήμερα απ’ όσους υπερασπίζονται το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο όχι μόνο αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα, αλλά και την ανισοτιμία ανάμεσα στα δύο φύλα.

Η διαφωνία του ΚΚΕ στην τροποποίηση του ΣΣ και ιδιαίτερα στην επέκτασή του στα ομόφυλα ζευγάρια απορρέει από το χαρακτήρα και την εξέλιξη του θεσμού της οικογένειας, από το ρόλο της στην αναπαραγωγή του είδους. Αφετηρία της θέσης μας είναι η άποψη για την ολόπλευρη κοινωνική προστασία των παιδιών και την εξασφάλιση όσο το δυνατόν –για την καπιταλιστική κοινωνία– πιο ευνοϊκών προϋποθέσεων σωματικής, πνευματικής και ψυχικής ανάπτυξής τους. Στη διαμόρφωση της θέσης μας λαμβάνουμε υπόψη και όλο το σχεδιασμό που ξεκίνησε το 2008 με τη θεσμοθέτηση του ΣΣ για τα ετερόφυλα ζευγάρια και ο οποίος είναι φανερό ότι θα έχει άμεσα και συνέχεια (πέρα από την ψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου) στην κατεύθυνση υιοθέτησης παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Με αυτά τα κριτήρια επαναλαμβάνουμε ότι δε συμφωνούμε με την επέκταση του θεσμού της οικογένειας στα ζευγάρια του ίδιου φύλου, πολύ περισσότερο με τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας υιοθεσίας ή αξιοποίησης της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής.

Η βιολογική προέλευση του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της σεξουαλικής σχέσης άντρα-γυναίκας, η οποία ως τέτοια ενδιαφέρει και ρυθμίζεται από την κοινωνία. Στη συμβίωση των ομόφυλων ζευγαριών αντικειμενικά το παιδί –από τα πρώτα καθοριστικά χρόνια της ζωής του– αποκτά παραποιημένη αντίληψη αυτής της βιολογικής σχέσης των δύο φύλων, η οποία είναι απαραίτητο συστατικό για την ομαλή ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξή του.

Και αυτό το συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι στον ετερόφυλο γάμο μπορεί να υπάρχουν αντιδραστικά στοιχεία, ενδοοικογενειακή βία κι άλλα υποπροϊόντα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που ενδέχεται να δημιουργήσουν αρνητικές συνθήκες ανατροφής του παιδιού. Σε αυτήν τη βάση, εξάλλου, παρήχθησαν και οι ανισοτιμίες των δύο φύλων και οι καταπιεστικές συμπεριφορές του άντρα προς τη γυναίκα και πολλά άλλα.

Δεδομένου ότι χρόνια κοινωνικά προβλήματα και συμπεριφορές έχουν κοινωνική ρίζα στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας (και όλα όσα αυτή συνεπάγεται σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων και αντιλήψεων), ο κίνδυνος αυτός δεν αποτρέπεται ούτε στην περίπτωση ανατροφής παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια. Αντίθετα, σε αυτήν την περίπτωση οι κίνδυνοι αυτοί ενισχύονται από την παραποιημένη αντίληψη της βιολογικής σχέσης, χωρίς να σημαίνει ότι το παιδί ενός ομόφυλου θα αναπτύξει οπωσδήποτε και ομόφυλο σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ανάπτυξη των ψυχικών λειτουργιών του παιδιού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έμμεσης αφομοίωσης των αξιών, που επικρατούν σε μια ιστορική περίοδο, γίνεται μέσα από τις άμεσες κοινωνικές επαφές του παιδιού με τους ενήλικες. Στη συνέχεια αφομοιώνονται στη συνείδησή του. Συνεπώς επιδρά συνολικά η οικογένεια, το ευρύτερο οικογενειακό, φιλικό, σχολικό, κοινωνικό περιβάλλον.

Άλλωστε και η ίδια η σύγχυση για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων συνδέεται άμεσα –χωρίς να επικαθορίζεται συνολικά από αυτά– με τα προβλήματα στις σχέσεις των ετερόφυλων ζευγαριών και τη μεταβατικότητα που υπάρχει σήμερα στο ζήτημα αυτό σε σχέση με παλιότερα. Κάθε επιλογή άλλωστε που παρουσιάζεται ως ατομική, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου σεξουαλικού προσανατολισμού, δεν μπορεί να αποκοπεί από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες υιοθετείται. Η οποιαδήποτε επιλογή δεν μπορεί, για παράδειγμα, να μην επηρεάζεται από κοινωνικά προσδιορισμένα φαινόμενα όπως οι αντιδραστικές αντιλήψεις για τη γυναίκα, η ενδοοικογενειακή βία, τα αρνητικά βιώματα των παιδιών από την ανατροφή τους από ετερόφυλα ζευγάρια κλπ. Αυτά τα προβλήματα δε δημιουργούν μόνο σύγχυση όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων του ίδιου φύλου, αλλά αρνητικές καταστάσεις και συμπεριφορές και στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών φύλων.

Από τα παραπάνω απορρέει ότι το ίδιο φαινόμενο έχει πολύ διαφορετικό χαρακτήρα στις διαφορετικές βαθμίδες της κοινωνικής εξέλιξης. Σε καμία περίπτωση, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συγκριθεί η ομοφυλοφιλία ή η αμφιφυλία στις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλισμού με το αντίστοιχο φαινόμενο στην Αρχαία Ελλάδα ή σε άλλες περιοχές και περιόδους (που δεν μπορούν να παρουσιαστούν στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, αν και είναι αρκετά γνωστές). Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν επιμέρους κοινές πλευρές μεταξύ τους, αλλά ότι αυτές οι κοινές πλευρές δεν είναι οι καθοριστικές για την έκταση και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου στις διάφορες περιόδους.

Ο αντιεπιστημονικός τρόπος προσέγγισης αυτού του κοινωνικού φαινομένου δεν περιορίζεται μόνο στην ανιστόρητη σύγκριση των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων διαφορετικού ή του ίδιου φύλου σε διαφορετικές περιόδους της εξέλιξης της ανθρωπότητας, αλλά επεκτείνεται και στην ταύτιση της συμπεριφοράς των ζώων με αυτή των ανθρώπων, η οποία επιχειρείται μέσω της ανάδειξης «ομοφυλοφιλικών» φαινομένων στις σεξουαλικές σχέσεις στο ζωικό βασίλειο.

Συνοψίζοντας, το ΚΚΕ θεωρεί ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ιδιωτική υπόθεση, όπως και η συμβίωση. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η σεξουαλική σχέση ή η ικανοποίηση της σεξουαλικότητας δεν παράγει κοινωνικά δικαιώματα. Η θεσμοθέτηση του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια είναι επί της ουσίας επέκταση του θεσμού της οικογένειας και σε αυτά τα ζευγάρια. Η εμπειρία από άλλες χώρες αποδεικνύει ότι, όπου θεσμοθετήθηκε το σύμφωνο συμβίωσης ή ο γάμος ομοφυλόφιλων, άνοιξε ο δρόμος και για την υιοθεσία παιδιών.

Παράλληλα, το ΚΚΕ καταδικάζει και είναι κάθετα αντίθετο σε οποιαδήποτε συμπεριφορά ή πρακτική γίνεται σε βάρος ανθρώπων με κριτήριο τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους. Θεωρεί απαράδεκτες όχι μόνο τις επιθέσεις, αλλά και οποιαδήποτε σχετική προσβλητική συμπεριφορά. Γι’ αυτόν το λόγο άλλωστε συμφώνησε στη Βουλή με τη ρύθμιση που προβλέπει την αυστηρή τιμωρία αυτών των συμπεριφορών.

Ο λόγος ύπαρξης του ΚΚΕ στην ελληνική κοινωνία είναι η συσπείρωση των καταπιεσμένων –πέρα και πάνω από τις υπαρκτές διαφορές μεταξύ τους σε όλα τα πεδία της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής– σε κατεύθυνση σύγκρουσης με το κεφάλαιο και την εξουσία του, με στόχο την ανατροπή της καπιταλιστικής και την οικοδόμηση της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Κείμενο του Τμήματος για την Ισοτιμία των Γυναικών της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Έρευνα της Focus Bari η οποία δημοσιεύτηκε 12 Μάη 2015.

2. Δελτίο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, 22 Νοέμβρη 2015.

3. Σε μια περίοδο όξυνσης της αντιλαϊκής επίθεσης της κυβέρνησης Ολάντ, μισό εκατομμύριο άνθρωποι συμμετείχαν σε αυτές τις κινητοποιήσεις υποστηρίζοντας τον ένα ή τον άλλο πόλο της αντιπαράθεσης.

4. Στα πλαίσια μιας κοινωνίας που στηρίζεται στην ανάπτυξη δεσμών ελεύθερης ένωσης ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, η ελευθερία λύσης του γάμου δε σημαίνει «διάλυση» των δεσμών μεταξύ των πρώην συζύγων-γονέων και των τέκνων, αλλά την τοποθέτησή τους σε άλλη βάση. Στην ΕΣΣΔ υπήρχαν ορισμένοι κανονισμοί για τη σύναψη αλλά και για τη λύση του γάμου. Το νέο ζευγάρι έκανε αίτηση ότι θέλει να κάνει πολιτικό γάμο και μετά από 6 μήνες γινόταν η υπογραφή από τα δύο μέρη, με την αντίστοιχη γαμήλια τελετή. Θεωρούσαν ότι αυτή η 6μηνη παράταση βοηθούσε το νέο ζευγάρι να προσαρμοστεί στην ιδέα της κοινής συμβίωσης. Όσοι γάμοι μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση γίνονταν με θρησκευτική τελετή και δεν είχε γίνει η αντίστοιχη διαδικασία στο τοπικό ληξιαρχείο, δεν αναγνωρίζονταν γιατί η Εκκλησία ήταν διαχωρισμένη από το κράτος. Αντίστοιχα, για την έκδοση του διαζυγίου έπρεπε να περάσουν 6 μήνες από την αίτηση στο τοπικό ληξιαρχείο, ώστε να εξετάσει το ζευγάρι αν υπήρχαν δυνατότητες να παραμείνει σε κοινή συμβίωση. Υπήρχε αντίστοιχη συμβουλευτική υπηρεσία για τους δύο συζύγους. Και μετά το διαζύγιο, οι δύο γονείς είχαν από κοινού την ευθύνη για τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού. Καθοριζόταν ένα είδος διατροφής προς το σύζυγο (συνήθως στη γυναίκα), που είχε τη βασική επιμέλεια των παιδιών.