ΟΙ ΑΛΥΓΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Στην πορεία εορτασμού των 100 χρόνων του Κόμματος και των 50 χρόνων της ΚΝΕ επιδιώκουμε οι νέες γενιές να έρθουν σε επαφή και να γνωρίσουν την Ιστορία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, την Ιστορία του εργατικού, λαϊκού κινήματος. Να προβάλουμε τα συμπεράσματα από την ιστορική πείρα, που μας κάνουν πιο ικανούς στον αγώνα για την ανατροπή του γερασμένου, αλλά ακόμα ισχυρού καπιταλιστικού συστήματος· στον αγώνα για το νέο κόσμο χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση, χωρίς φασισμό, χωρίς κρίσεις, ανεργία και πολέμους, για την κοινωνία της πραγματικής ελευθερίας, την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Σε αυτόν τον αγώνα το ΚΚΕ δίνει όλες του τις δυνάμεις εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, χωρίς ποτέ να λογαριάσει θυσίες.

 Στο πλαίσιο του 41ου Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, παρουσιάστηκε η έκθεση με τίτλο: «Τιμάμε τους αλύγιστους της ταξικής πάλης, κάτω απ’ την ίδια σημαία συνεχίζουμε μέχρι την τελική νίκη!». Ένα κομμάτι της έκθεσης ήταν αφιερωμένο στις γυναίκες μέσα στις φυλακές και τις εξορίες. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζεται το υλικό που συγκεντρώθηκε μέσα από βιβλιογραφική έρευνα και από το Ιστορικό Αρχείο του ΚΚΕ.

Ολόκληρη σχεδόν την ιστορική περίοδο από το 1929 έως το 1974 το ΚΚΕ βρισκόταν υπό καθεστώς απάνθρωπων διώξεων. Για δεκαετίες ολόκληρες, το αστικό κράτος –είτε είχε δικτατορική μορφή είτε αστική κοινοβουλευτική, είτε στις κυβερνήσεις ήταν κόμματα της «Δεξιάς» είτε του «Κέντρου»– είχε στόχο να τσακίσει το ΚΚΕ. Γι’ αυτόν το σκοπό αξιοποιήθηκαν και οι φυλακές και οι τόποι εξορίας. Πάνω από 44.945 άντρες και 4.705 γυναίκες καταδικάστηκαν από τα έκτακτα στρατοδικεία σε θάνατο ή σε πολύχρονες εξορίες και φυλακίσεις το διάστημα 1946-1951. Από τους καταδικασμένους σε θάνατο, 3.033 είχαν εκτελεστεί μέχρι τον Οκτώβρη του 1949 και άλλοι 2.289 περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα.

Σήμερα, γίνεται συστηματική προσπάθεια από την αστική τάξη και τα επιτελεία της είτε η ιστορία αυτή να ξεχαστεί είτε «ν’ αποκομμουνιστοποιηθούν οι ήρωες και οι ηρωίδες, ο σκοπός της θυσίας τους, το κίνητρο της αυτοθυσίας τους, η αφοβία τους μπροστά στο θάνατο»1. Η προσπάθεια αυτή μάλιστα στοχεύει ιδιαίτερα στη νέα γενιά.

Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ δίνουν όλες τους τις δυνάμεις για να μην ξεχαστεί, ούτε ν’ αποστεωθεί από την ουσία της η ιστορία όσων έμειναν όρθιοι στα κολαστήρια των φυλακών και των εξοριών. Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες που έμειναν αλύγιστοι στις φυλακές και τις εξορίες άντεξαν, όχι γιατί ήταν «υπεράνθρωποι», αλλά γιατί διαπαιδαγωγήθηκαν στον αγώνα από το ΚΚΕ, ήταν «ψημένοι» στο καμίνι της ταξικής πάλης της εποχής τους. Την ορμή τους την έπαιρναν από το κύριο: Τη συνείδηση και βαθιά πίστη στο σκοπό της πάλης τους, στο ιδανικό για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Όσες και όσοι επισκέφτηκαν την έκθεση, τόσο στο χώρο του Φεστιβάλ όσο και στις γειτονιές και πόλεις που ταξιδεύει, ήρθαν σε επαφή με τις ηρωικές σελίδες που έγραψαν άντρες και γυναίκες μέσα στις φυλακές και στις εξορίες. Πολλές μητέρες, νέες κοπέλες συγκλονίστηκαν από τη στάση ιδιαίτερα των γυναικών. Το μήνυμα της αταλάντευτης στάσης τους μεταφράζεται σήμερα στο «βουβό» και «χαμηλών τόνων» ηρωισμό σε συνθήκες που φαίνεται ότι «τίποτα δεν κινείται». «Είναι η θυσία της μάνας που θ’ αφήσει στη γειτόνισσα το παιδί της για να μείνει στον τόπο εργασίας της, να συζητήσει για το σωματείο, να οργανώσει τη συνέλευση, την επιτροπή αγώνα, την απεργία. Ή θα το πάρει μαζί της για να μοιράσει την ανακοίνωση του Συλλόγου Γυναικών, να πάει στην ΚΟΒ, ν’ ανταποκριθεί καθημερινά σε δεκάδες μικρά καθήκοντα του ταξικού αγώνα, που δε φαίνεται άμεσα το αποτέλεσμά τους, αλλά είναι προϋπόθεση για να καταπολεμηθεί το γενικό κλίμα συμβιβασμού και υποταγής στον αστικό κοινοβουλευτισμό»2.

Η ιστορία των γυναικών στις φυλακές και τις εξορίες είναι γεμάτη από ηρωικές σελίδες που γράφτηκαν από την αλύγιστη στάση κομουνιστριών. Από την αλύγιστη στάση μανάδων, αδερφών, συζύγων κομμουνιστών που διώκονταν, αλλά και γυναικών που έδρασαν στο πλευρό του Κόμματος.

Χαρακτηριστικό για την προσπάθεια που έκανε το ΚΚΕ, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ίδρυσής του, για να τραβήξει τη γυναίκα της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς, στην πάλη για την κοινωνική απελευθέρωση είναι το παρακάτω απόσπασμα από το περιοδικό «Η φωνή της γυναίκας» για τα «32 χρόνια ΚΚΕ»:

 

«Κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ

Μ’ ακούραστη προσπάθεια και πάλη το ΚΚΕ ξυπνάει και τραβάει τη γυναίκα στον αγώνα και μέσα σ’ αυτόν σφυρηλατεί την πρωτοπόρα στρατιά απ’ τις κομμουνίστριες, που με την ηρωική τους δράση και το αίμα τους κέρδισαν την ψυχή των λαϊκών γυναικών, τις εμψυχώνουν και τις καθοδηγούν. Το ΚΚΕ έπλασε την καινούργια γυναίκα που δίνει τη ζωή της για την υπόθεση του λαού, που έχει συνείδηση της αποστολής της και πεποίθηση στις δυνάμεις της.

Την παράνομη αγωνίστρια, τη μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού, τη γυναίκα που τραγουδάει μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, αυτήν που γίνεται σημαία πίστης στη φυλακή. Τη γυναίκα και της λαϊκής επανάστασης, τεράστια δύναμη του αγώνα. Το ΚΚΕ αναδείχνει σύμβολα αγωνιστικής λεβεντιάς την Ηλέκτρα, την Γκίνη και τις χιλιάδες καινούργιες Ηλέκτρες, που τις σέβεται όλος ο λαός κι είναι περήφανη γι’ αυτές η Πατρίδα.

Γι’ αυτό πιστεύουν κι ακολουθούν το Κόμμα οι βασανισμένες γυναίκες της Ελλάδας. Γι’ αυτό η γριούλα ρωτάει τον αντάρτη: “Το λέει αυτό το Κόμμα; Στάλα δε φεύγω απ’ τη γραμμή του”. Κι η εργάτρια στο στρατοδικείο δηλώνει: “Το Κόμμα μου λέει πάντα την αλήθεια και παλεύει για το συμφέρον του λαού. Είμαι περήφανη που πεθαίνω κομμουνίστρια”»3.

 

Ακόμα και όταν το Κόμμα κάνει λάθος, μόνο ως επαναστατική συλλογικότητα σκέψης και δράσης μπορεί να το διορθώσει, όχι με αποσπασμένες ατομικές ενέργειες. Η Ιστορία απέδειξε ότι η ύπαρξη κομουνιστικού κόμματος, δηλαδή επαναστατικής εργατικής πρωτοπορίας, δεν εξασφαλίζεται με την ηττοπαθή ανάδειξη των λαθών, όπως γίνεται από τους εκάστοτε οπορτουνιστές, αλλά από την επαναστατική, ταξική συνειδητοποίηση των αιτιών και διόρθωσής τους και συζήτησής τους με τις εργατικές, λαϊκές δυνάμεις.

Οι θυσίες και τα βάσανα των αλύγιστων της ταξικής πάλης κάθε άλλο παρά χαμένα πήγαν, συνεχίζουν να φωτίζουν τις «λεωφόρους του μέλλοντος» του αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση. Συνεχίζουν να μας εμπνέουν, να μας γεμίζουν με ταξικό μίσος για τους εκμεταλλευτές και την εξουσία τους, να μας γεμίζουν περηφάνια, να μας δίνουν αντοχή και δύναμη για τη συνέχεια του αγώνα μας.

 

ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΤΟ, ΧΩΡΙΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ

 Εκβιασμοί, απειλές, σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια, βιασμοί, απομόνωση, εγκλεισμός και πόνος. Με όλα αυτά βρέθηκαν αντιμέτωπες γυναίκες κάθε ηλικίας, εργάτριες, αγρότισσες, νοικοκυρές, δασκάλες, φοιτήτριες, επιστημόνισσες, γιαγιάδες. Αυτή η κτηνωδία είχε σκοπό την ηθική και φυσική εξόντωση, με στόχο την απόσπαση της «δήλωσης μετανοίας».

Για να σπάσει το ηθικό και ν’ αποσπαστεί η «δήλωση μετανοίας» αξιοποιούνταν κάθε τρόπος και μέσο, κάθε «ευκαιρία». Δήλωση ζητούσαν από τη μικρομάνα, που το παιδί της πέθαινε κι έπρεπε να μεταφερθεί σε νοσοκομείο για να σωθεί. Δήλωση ζητούσαν από τις ανταρτομάνες. «Δήλωση» ήταν η λέξη που άκουγαν οι φυλακισμένες ακόμα και όταν ζητούσαν από το σκοπό ν’ ανοίξει λίγο την πόρτα της εισόδου για ν’ ανασάνουν τα μωρά που λιώνανε μέσα στους θαλάμους από τη ζέστη.

Τα βασανιστήρια, σωματικά και ψυχολογικά, ξεκινούσαν από τη στιγμή που οι γυναίκες συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν στην Ασφάλεια. Μέσα όμως στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του κελιού τους ή στα ξερονήσια που τις στοίβαζαν, αυτές κατάφεραν να βρουν τη σωματική και συναισθηματική αντοχή, γιατί περισσότερο από τον πόνο για τη δική τους ζωή πόνεσαν για τη ζωή του λαού και των παιδιών του.

Τέτοια παραδείγματα είναι πολλά, γνωστών και άγνωστων γυναικών, σε διάφορες χρονικές περιόδους της ταξικής πάλης στη χώρα μας. Αναμνήσεις της Αύρας Παρτσαλίδου από τη δεκαετία 1920-1930:

«Γνωστά τα άγρια βασανιστήρια, οι “εκπαραθυρώσεις” κτλ. στην Ασφάλεια της μεταξικής δικτατορίας. Και από την Ασφάλεια δρόμο οι “αμετανόητοι” “για επ’ αόριστον” εξορία στην Ακροναυπλία και στα ξερονήσια.

Οι κομμουνιστές, όπως ξέρουμε, είναι άνθρωποι ανοιχτόμυαλοι. Θα πουν το αστείο τους άμα συνέλθουν από τα βασανιστήρια, θα καπνίσουν το τσιγαράκι τους (άμα έχουν) και θα περιγράψουν και τι πέρασαν στην ταράτσα. Η ταράτσα της Ασφάλειας ήταν ο “Κρανίου Τόπος” της μεταξικής δικτατορίας […]

Στο ερημονήσι της Γαύδου, που ήταν ο τόπος εξορίας μου, βρήκα 45 περίπου συντρόφους, ανάμεσά τους 13 γυναίκες. Οι 3 από αυτές είχαν το κεφάλι τους κουρεμένο με την ψιλή μηχανή, γουλί. […] Να πώς διηγιόντουσαν τα του κουρέματος: Μια-μια τις παίρνανε από το κρατητήριο, όπου ήταν όλες μαζί με τη μητέρα τους και μια γειτόνισσα που πιάστηκε τυχαία στο σπίτι τους.

Πρώτη φώναξαν τη μικρότερη, που είχε ωραία μεταξένια μαλλιά. Οι άλλες κάτω στο κρατητήριο περίμεναν ανήσυχες μήπως την βασανίζουν. Ξαφνικά βλέπουν στο παραθυράκι της πόρτας τη συντρόφισσα να τις κοιτάζει σκασμένη στα γέλια. Η μάνα τους δεν την γνώρισε: “Ορίστε”, λέει, “κι αγόρια μας φέρνουν τώρα”. Οι άλλες, που μυρίζονταν ότι θα πάθουν τα ίδια, έμπηξαν τα γέλια, σειόταν το κρατητήριο από γέλια και καλαμπούρια. Οι ασφαλίτες άκουγαν απ’ έξω και σκύλιαζαν.

Να περίπου ο διάλογος που έγινε με τον ασφαλίτη:

- ΑΣΦΑΛΙΤΗΣ: Έλα εδώ εσύ, μωρή τέτοια και τέτοια. Θα κάνεις δήλωση; Ναι ή όχι;

- ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ: Όχι.

- ΑΣΦΑΛΙΤΗΣ: Θα σε κουρέψουμε με την ψιλή μηχανή.

- ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ: Να με κουρέψετε»4.

Την περίοδο που οξύνθηκε η ταξική πάλη στην Ελλάδα, γέμισαν τα κρατητήρια, οι φυλακές και οι τόποι εξορίας από πολιτικούς κρατούμενους. Η αστική τάξη, με στόχο να επαναφέρει στη σταθερότητα την εξουσία της που είχε κλονιστεί με την απελευθέρωση από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ του μεγαλύτερου μέρους της Ελλάδας από την τριπλή Κατοχή, εφάρμοσε την πιο ωμή βία, διαμόρφωσε συνθήκες καθολικής τρομοκρατίας και περιορισμού.

Ξεχωριστή θέση στην εξορία είχαν οι αντικομμουνιστικές διαλέξεις, που στόχο είχαν να «συμμορφώσουν» τις εξόριστες (Χίος 1948):

«- Τα αποτελέσματα του κομμουνισμού στη Ρωσία, από απόψεως κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, και οι ελευθερίες του ατόμου μέσα σε αυτόν.

- Οι Βούλγαροι σαν έθνος και σα φυλή.

- Ο Χριστιανισμός και η γυναίκα.

- Ο Σλαβικός Κίνδυνος.

- Ομιλία για τη Μέση Ανατολή.

- Το Βυζάντιο και οι παραδόσεις του»13.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα «μαθήματα νομιμοφροσύνης», όπως τα ονόμαζαν, που πραγματοποιούνταν στους τόπους εξορίας και που πάντα τελείωναν με τη φράση: «Μετανοήστε, κάντε δήλωση και η πατρίδα θα δεχτεί πάλι στους κόλπους της τα παραστρατημένα παιδιά της».

Η παρακολούθηση αυτών των ομιλιών ήταν υποχρεωτική, ακόμα και τις άρρωστες σήκωναν για ν’ ακούσουν τις αντικομμουνιστικές διαλέξεις. Οι οδηγίες μάλιστα ήταν αυστηρές. Απαγορευόταν οι εξόριστες να διακόψουν τους ομιλητές, να διατυπώσουν με οποιονδήποτε τρόπο κρίσεις και σχόλια, να εκδηλώσουν την αποδοκιμασία τους. Οι εξόριστες έπρεπε να παρακολουθούν με προσοχή, χωρίς να κάνουν τίποτε άλλο που θα μπορούσε να τους αποσπάσει την προσοχή απ’ όσα τους έλεγαν.

Δεν υποτάσσονταν όμως· ακόμα και μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο και τους αυστηρούς κανόνες, δεν κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια. Στιγμάτιζαν την αντικομουνιστική προπαγάνδα. Έτσι λοιπόν, σηκώνονταν, διαμαρτύρονταν, φώναζαν: «Αίσχος, αίσχος!» ή «Όλα αυτά είναι ψέματα!». Πολλές φορές μάλιστα η διαμαρτυρία τους ερχόταν και με κλειστά τα στόματά τους, κάνοντας ένα παρατεταμένο «μμμ…», μια υπόκωφη βουή που ανάγκαζε τον ομιλητή να σταματάει. Φυσικά αυτή τους τη στάση την πλήρωναν με ξύλο, απομόνωση, απαγόρευση τροφής και πολλά ακόμα βασανιστήρια.

Το κολαστήριο της Μακρονήσου δεν το απέφυγαν ούτε οι γυναίκες, οι ίδιες οι εξόριστες μάλιστα το αποκαλούσαν «το Γκουαντάναμο της Ελλάδας». Εκεί δημιουργήθηκε το λεγόμενο «σχολείο Αναμόρφωσης» των «επικίνδυνων συνειδήσεων». Για τις γυναίκες, αυτό ήταν το ΑΕΤΟ-ΕΣΑΓ, το Πρώτο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών - Ειδική Σχολή Αναμορφώσεως Γυναικών. Το τάγμα αυτό βρισκόταν στο πλαίσιο του Οργανισμού Μακρονήσου, που άρχισε τη λειτουργία του από το 1947 και το 1948 μετέφεραν σε αυτό πολιτικούς κρατουμένους που ήταν εκτοπισμένοι σε διάφορα νησιά.

Το 1949 μεταφέρονται εκεί και 1.200 εξόριστες γυναίκες από το Τρίκερι μαζί με τα παιδιά τους.

 «Να ξέρετε πως εδώ είναι Μακρόνησος και όποιος δεν υπογράφει πεθαίνει…». «Ελληνίδες μητέρες, σπάστε τις αλυσίδες του κομμουνισμού και πηγαίνετε ελεύθερες στη θαλπωρή του σπιτιού σας»6.

Αυτά τα λόγια άκουγαν οι εξόριστες της Μακρονήσου από τη μέρα που έφταναν σε αυτό το κολαστήριο και κάθε μέρα στη συνέχεια. Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές και οι μαρτυρίες εξόριστων γυναικών για όσα συνέβησαν στις 30 Γενάρη 1950 στο θεατράκι της Μακρονήσου.

«Χαράματα στις 30 Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, άρχισε το γιουρούσι. Μας ξύπνησαν το ποδοβολητό και τα ουρλιαχτά.

“Βουλγάρες, έφτασε η μέρα σας. Σήμερα θα τα πούμε. Ετοιμαστείτε και περιμένετε τη σειρά σας. Θα σας ρουφήξουμε το αίμα σήμερα”.

“Όλες οι γυναίκες του ΕΣΑΓ να κατέβουν αμέσως στο χώρο του θεάτρου. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, περπατάτε, Βουλγάρες”»7.

Εκεί, συγκεντρωμένοι αξιωματικοί και αλφαμίτες περίμεναν τις εξόριστες. Τις έβαλαν να κάτσουν καταγής κι έφτιαξαν γύρω τους έναν κλοιό φωνάζοντας με μανία: «Έχιδνες φαρμακερές! Η μέρα που σας τάξαμε έφτασε. […] Κοιτάχτε γύρω τη θάλασσα, τον ήλιο, το φως για τελευταία φορά, γιατί σήμερα, αν δεν υπογράψετε, θα κλείσουν τα μάτια σας για πάντα. Δεν υπάρχει οίκτος για σας, δεν υπάρχει ανθρωπισμός, δεν υπάρχει έλεος. […] Θα ανανήψετε. Είτε το θέλετε είτε όχι. Και στο φορείο επάνω. Θα υπογράψετε, κι αν βρεθεί φορείο. Το καλό που σας θέλουμε, για να σας γλιτώσουμε από τις αλυσίδες του κομμουνισμού».«“Χωρίς οίκτο, χωρίς οίκτο!”, έδιναν διαταγές οι ανώτεροι στους αλφαμίτες και, μόλις αυτοί έκαναν να χιμήξουν, ακουγόταν πάλι μια φωνή που έλεγε: “Έχετε μια τελευταία ευκαιρία να σωθείτε. Ένα τέταρτο προθεσμία για να διαλέξετε ζωή ή θάνατο”».8

Ο ψυχολογικός βασανισμός εντάθηκε όταν ανακοινώθηκε πως ανάμεσα στις γυναίκες που βρίσκονταν στο θέατρο υπήρχαν 120 γυναίκες που δεν άντεξαν και υπέγραψαν. Κάλεσαν λοιπόν τις γυναίκες που είχαν υπογράψει να σηκωθούν μόλις άκουγαν τα ονόματά τους και ταυτόχρονα κάλεσαν και τις υπόλοιπες ν’ ακολουθήσουν.

Όταν διαπίστωσαν πως καμιά άλλη δεν κουνήθηκε, διέταξαν να πάρουν οι δεσμοφύλακες τα παιδιά από τις μανάδες τους.

«Αν θέλετε να παραμείνετε μάνες, να μετανοήσετε για την προδοσία που κάνατε μέχρι τώρα στην πατρίδα και να υπογράψετε δήλωση νομιμοφροσύνης. Αλλιώς τα παιδιά δε σας ανήκουν. Δώστε τα παιδιά στις γυναίκες που φεύγουν»9.

Και όμως αυτές, ακόμα και μπροστά σε αυτήν την απειλή, έμειναν όρθιες, αλύγιστες. Σήκωσαν το κεφάλι ψηλά, το γύρισαν από την άλλη μεριά και από το αντίθετο μέρος που κοίταγαν τέντωσαν τα χέρια τους κι έδωσαν τα παιδιά τους.

Οι απειλές συνεχίστηκαν μαζί με μια ακόμα προθεσμία για να υπογράψουν «δήλωση μετάνοιας». Γύρω από τις γυναίκες που βρίσκονταν στο κέντρο του θεάτρου έστησαν πολυβόλα και από τα μεγάφωνα ακουγόταν η αντίστροφη μέτρηση. Έμειναν περίπου 600 γυναίκες, να πεθάνουν για τα ιδανικά τους, για την ευτυχία της ανθρωπότητας, για τα παιδιά όλης της Γης.

«Σφιγγόμαστε κοντά-κοντά. Κρατιόμαστε από τα χέρια. Ο εαυτός μας χάθηκε μέσα στη μάζα. Είμαστε όλες ένα. Ένα με τους σακατεμένους ήρωες της χαράδρας. Ένα μ’ όλους τους μάρτυρες του λαού. Κρατάμε την ανάσα. Όλη μας η δύναμη, όλη η σκέψη συγκεντρώνεται σ’ έναν πόθο: Ν’ αντέξουμε! Να μην προδώσουμε!»10.

 

Οι συνέπειες της μακρόχρονης ασιτίας, ανυδρίας, αϋπνίας και έλλειψης οξυγόνου, αφού οι γυναίκες στοιβάζονταν 40 και 50 σε χώρους χωρητικότητας 10-15 ατόμων, μαζί με τους επαναλαμβανόμενους σωματικούς βασανισμούς και βιασμούς καταπόνησε τις σωματικές τους αντοχές. Μακρύς είναι ο κατάλογος των εξόριστων γυναικών που διαγνώστηκαν με φυματίωση, καρδιοπάθειες, νεφροπάθειες, οσφυαλγίες, ολιγομηνόρροια. Άλλες, από το πολύ ξύλο και μην αντέχοντας τον ψυχολογικό πόλεμο, τρελάθηκαν, διαγνώστηκαν με νευροφυτικές διαταραχές και ψυχονευρώσεις.

Χαρακτηριστικό όλης αυτής της κτηνωδίας είναι το παραπάνω υπόμνημα προς τον ΟΗΕ, το 1950, στο οποίο κρατούμενες γυναίκες καταγγέλλουν κτηνώδεις βιασμούς και ανατριχιαστικά βασανιστήρια. Ανάλογοι βασανισμοί γυναικών αναφέρονται και στα μετέπειτα χρόνια.

Μαρτυρία της Μαρίας Καλέργη:

«Με συνέλαβαν στις 16.12.67 μαζί με το φίλο μου. […] Μας οδήγησαν στα γραφεία της ΚΥΠ. […] Αφού διαπίστωσαν ότι με “το καλό” δε θα μιλήσω, άρχισε η κυρίως ανάκριση με “το άγριο”. Κυρίως χτυπήματα στο κεφάλι επί 1 ώρα περίπου. Σε συνέχεια μου έδεσαν τα χέρια πίσω στην πλάτη με χειροπέδες, με ξάπλωσαν βίαια ανάσκελα στο δάπεδο και με χτυπούσαν με ένα ξύλο στις πατούσες των ποδιών μου, στο κεφάλι, στα πλευρά. […] Στις 4 περίπου με μετέφεραν στην ταράτσα. […] Ήταν θεοσκότεινα. Με πλησίασαν στο περβάζι. Με απειλούσαν πως θα με ρίξουν από την ταράτσα στο δρόμο. Με χτύπησαν. Ο Μπάμπαλης μου σφήνωσε το περίστροφό του στη μύτη μου έξαλλος, φωνάζοντας ότι θα με “καθαρίσει”. […] Μου έφραξαν το στόμα με κουρέλια για να μην ακούγονται οι κραυγές μου. […] Με κάθισαν σε μια καρέκλα, με χτυπούσαν 4 μαζί. Η ανάκριση συνεχίστηκε χωρίς ούτε λεπτό διακοπή μέχρι το πρωί. Στις 8.30 το πρωί ήρθε στην υπηρεσία ο Λάμπρου. […] Διαπίστωσε πως ήμουν “πορωμένη συνείδηση”. Διέταξε τον υπαστυνόμο Γκραβαρίτη και με μετέφερε στο 505 τάγμα πεζοναυτών Διονύσου. Με παρέδωσε στο διοικητή του τάγματος, ταγματάρχη Ιωάννη Μανουσακάκη. Αυτός μου έδωσε πολύ και καλό φαγητό, μαζί με άλλες τόσες πολλές και καλές “πατρικές συμβουλές”, εκθειάζοντας συγχρόνως την «εθνικήν κυβέρνησιν Ελλήνων χριστιανών». Σε λίγο διαπίστωσε κι αυτός το “πορωμένον της συνειδήσεώς μου” και σταμάτησε πλέον να μου “μιλά σαν πατέρας”. Ζήτησα να ξαπλώσω. Ήμουν εξουθενωμένη από την αδιάκοπη κακοποίηση συνέχεια από την ώρα της σύλληψης μου. Μου είπε: Σε λίγο. Με οδήγησε μέσα σε ένα γραφείο. Με παρέδωσε στον ανθυπολοχαγό Μαυρομάτη, γνωστό ως κομμουνιστοφάγο ....»11.

Μαρτυρία της Σοφίας Σμυρνή:

«Στις 29.1.1968 στις 2 το βράδυ άνθρωποι της Ασφάλειας Πατρών με επικεφαλής τον αστυνόμο Λάγιο μπήκαν στο σπίτι μας και αφού έκαναν έρευνα επί 2,5 ώρες, με συνέλαβαν μπροστά στα τρομαγμένα μάτια του 16χρονου παιδιού μου. Με οδήγησαν στη Διεύθυνση Αστυνομίας Πατρών, όπου με υπέβαλαν σε ανάκριση βρίζοντάς με και πιέζοντάς με να αποκηρύξω τις πολιτικές μου πεποιθήσεις. Μετά από σύντομη διανυκτέρευση στο Β΄ αστυνομικό τμήμα Πατρών, με πήγαν στην Ασφάλεια, όπου άρχισαν οι ανακρίσεις που συνεχίζονταν και τη νύχτα και ήταν εξαντλητικές. […] Μου χτυπούσαν το κεφάλι στον τοίχο, μου έδιναν χτυπήματα στο πρόσωπο και στο σώμα, μου απηύθυναν ακατονόμαστες βρισιές και απειλές. Οι ψυχολογικοί εκβιασμοί εντάθηκαν όταν, καταλαβαίνοντας την αδυναμία που έχω στο παιδί μου, μου έλεγαν ότι έχει συλληφθεί, ότι βασανίζεται, ότι βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Από τότε άρχισε το χειρότερο μαρτύριό μου. Λιποθύμησα επανειλημμένα από την εξάντληση και την αγωνία. […] Μια μόνο φορά συνήλθα και είδα πάνω μου τους βασανιστές μου, που προσπαθούσαν να βάλουν στο στόμα μου χάπια. Την τέταρτη μέρα με μετέφεραν σε άλλο κελί, υπόγειο, χωρίς φως, χωρίς αέρα, με το αποχωρητήριο μέσα και χωρίς νερό. Η μούχλα, η βρόμα, οι αναθυμιάσεις του αποχωρητηρίου μου έφερναν ασφυξία, οι ανακρίσεις συνεχίζονταν δυο-τρεις φορές την ημέρα με ξύλο, βρισιές και απειλές. Η ψυχολογική πίεση κορυφώθηκε με την προσπάθεια των βασανιστών μου να μου δημιουργήσουν ψευδαισθήσεις ότι το παιδί μου βασανίζεται και μου φωνάζει. Έξω από το κελί μου τοποθέτησαν μοτέρ που δούλευε ασταμάτητα, ενώ ακούγονταν σπαρακτικές παιδικές φωνές που έλεγαν “μανούλα μου, βοήθεια, πεθαίνω” και άλλα πολλά. Έπαθα ισχυρό νευρικό κλονισμό που επιδεινώθηκε με το μαρτύριο του ύπνου που με υπέβαλαν…»12.

 

ΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΗΝ ΜΕΤΕΤΡΕΨΑΝ Σ’ ΕΝΑ ΦΩΤΕΙΝΟ ΧΩΡΟ

 ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

 Τραγικές στιγμές, μοναδικές στιγμές, που φανερώνουν σιδερένια θέληση, δύναμη ψυχής και συνείδησης, σε συνθήκες ζωής που οι λέξεις δεν μπορούν εύκολα να περιγράψουν. Αυτή τη ζωή έζησαν οι κομμουνίστριες και άλλες αγωνίστριες σε φυλακές κι εξορίες που εκδιώχτηκαν και φυλακίστηκαν κατά την τρίχρονη περίοδο του ΔΣΕ, 1946-1949, αλλά και αργότερα, περίοδο που πραγματικά οι φυλακές και οι εξορίες ξεχείλισαν.

«Στα λίγα τετραγωνικά μέτρα της φυλακής, που ήταν με τις τότε προδιαγραφές να στεγάσει ελάχιστους κρατούμενους, ήταν στοιβαγμένες χιλιάδες γυναίκες απ’ όλη την Ελλάδα. […] Όλο αυτό το ανόμοιο πλήθος έπρεπε να συμβιώσει ειρηνικά, να ανέβει πνευματικά, αλλά πρώτα-πρώτα να επιβιώσει. Η σωματική και η ψυχική υγεία όλων αυτών των γυναικών έπρεπε να διατηρηθεί με κάθε θυσία»13.

Τα προαύλια των φυλακών ήταν περιτριγυρισμένα με πανύψηλους τοίχους, χωρίς στέγαστρα, εκτεθειμένα στον ήλιο και τη βροχή. Οι θάλαμοι χωρίς τραπέζια, καθίσματα, ντουλάπες, κομοδίνα και βιβλιοθήκες. Οι κρατούμενες αναγκάζονταν να περνάνε τις περισσότερες ώρες πάνω στα κρεβάτια, δίπλα στις βούτες (σκεύος που έκανε χρέη αποχωρητηρίου) και τα δοχεία που πετούσαν τα σκουπίδια, αφού τις περισσότερες ώρες της μέρας έμεναν κλειδωμένες στα κελιά τους. Οι απαγορεύσεις ατελείωτες: Απαγορευόταν να πάνε τη νύχτα στ’ αποχωρητήρια, να έχουν καθίσματα, ρολόγια, λουλούδια…

Στους τόπους εξορίας οι γυναίκες τις περισσότερες φορές έπρεπε να φτιάξουν με τα ίδια τους τα χέρια τις εγκαταστάσεις για να μείνουν.

Τρίκερι 1949: «Τρέχαμε σαν αγρίμια στην πλαγιά του βουνού για να βρούμε μια σκηνή της προκοπής. Δεν είχαμε συνηθίσει σε σκηνές χαμηλές, που τις χρησιμοποιούσαν μόνο για ύπνο. Έμπαινες με τα μούτρα. Πού να βάλεις τα πράγματά σου. Οι άντρες είχαν βάλει χορτάρια από τη μια μεριά και χορτάρια από την άλλη και είχαν σχηματίσει στρώματα και μπαίναν μέσα για ύπνο. Όλη την άλλη μέρα ήταν στο ύπαιθρο. Είχε και ορισμένες που είχαν χτίσει τοίχο ένα μέτρο περίπου και εκεί επάνω είχαν βάλει τη σκηνή, κι έτσι μπορούσαν και έβαζαν ράντζο και τα πράγματά τους. Πήραμε σχέδιο από κείνες και άρχισε οργασμός δουλειάς. Χώμα, θάλασσα και πέτρες, και χτίζαμε συνέχεια. Όπου υπήρχαν χτισμένες, μπήκαν οι μεγάλες και οι άρρωστες»14.

Οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης δοκίμαζαν τη σωματική τους αντοχή, με αποτέλεσμα ο αριθμός των αρρώστων ν’ αυξάνεται. Ο υποσιτισμός ήταν μόνιμος.

Χίος 1948: «Στο ελεεινό συσσίτιο το κρέας που μας δίνανε κάπου-κάπου το αντικατέστησε ο σάπιος μπακαλιάρος και τα όσπρια ήταν εντελώς νερόβραστα. Παρόλη την προσπάθειά μας, ήταν αδύνατο να τα κατεβάσουμε, γιατί η δυσεντερία θέριζε τα σωθικά μας. Πολλές φορές, έτσι όπως το παίρναμε με τον κουβά το αδειάζαμε στο βαρέλι των σκουπιδιών και, σα γέμιζε αυτό, στους τενεκέδες που επίτηδες έφερναν μέσα, για να μαζεύουνε το φαγητό, για τα γουρούνια του διοικητή»15.

 

ΥΨΗΛΟ ΦΡΟΝΗΜΑ

 Στους τόπους του μαρτυρίου κυριαρχούσε η συντροφικότητα, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η δημιουργικότητα, η πολιτιστική και πνευματική καλλιέργεια. Η αδιάκοπη αυτή προσπάθεια ήταν πλευρά της αντίστασης ενάντια στο βάρβαρο καθεστώς, πλευρά του αγώνα για την ίδια τη ζωή. Έδινε αντοχή και δύναμη, καλλιεργούσε τα χαρακτηριστικά της επαναστατικής προσωπικότητας.

Χίος 1948: «Όμως εμείς μπροστά στην τόση δυστυχία μας δεν κακομοιριάσαμε, ούτε σταυρώσαμε μοιρολατρικά τα χέρια. Φροντίζαμε αντίθετα να προσαρμοστούμε στις δύσκολες συνθήκες και να ευκολύνουμε, όσο εξαρτιόταν από μας, τη ζήση μας»16.

Παρόλο που ήταν γυναίκες βασανισμένες, ταλαιπωρημένες, γυναίκες που τις βάραιναν αποφάσεις για ισόβια ή θάνατο, αντιμετώπισαν τη νέα αυτή κατάσταση στη ζωή τους με θάρρος, αποφασιστικότητα και λεβεντιά. Δεν ήταν δύσκολο να λυγίσουν. Υπήρξαν κι εκείνες που λύγισαν. Οι περισσότερες όμως, με πρωτοπόρες τις κομμουνίστριες, «κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους μέσα σ’ αυτά τα κολαστήρια με τρόπο που δίνει τα φύτρα των κομμουνιστικών σχέσεων οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας, εφαρμόζοντας τη σχέση “στην καθεμιά ανάλογα με τις ανάγκες της, η καθεμιά ανάλογα με τις δυνατότητές της”»17.

Αυτή η οργάνωση της ζωής τους, η εμπνευσμένη από τα ιδανικά του επαναστατικού εργατικού κινήματος, κατόρθωσε να κάνει τις απλές γυναίκες των πόλεων και της υπαίθρου να βρουν το κουράγιο και να μετατρέψουν την ασχήμια της φυλακής και του κελιού σ’ ένα φωτεινό χώρο.

Ιούνης 1948: «Βρήκαμε κοριτσάκια, γυναίκες θαρραλέες, καθαρές, νοικοκυρεμένες στην εμφάνισή τους, γελαστές και υπομονετικές. Δεν τις κατέβαλαν οι κακουχίες της φυλακής και οι αποφάσεις των στρατοδικείων. Το σύνθημά μας: Ο αγώνας σε όλα τα πεδία της πάλης. Η φυλακή ήταν μια μικρή πολιτεία με όλες τις υπευθυνότητες, από τα οικονομικά μέχρι ψυχαγωγία, από την πρόνοια έως την παιδεία. Ήταν πραγματικά μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης»18.

 

ΟΙ «ΜΑΡΙΕΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ»

 Για να οργανώσουν μια σειρά δουλειές που έπρεπε να γίνουν καθημερινά, έκαναν ομάδες από τρία, πέντε ή και δέκα άτομα. Σκεύη και ό,τι άλλο είχαν τα μοιράζονταν. Με τη σειρά όποια ήταν υπηρεσία, «η Μαρία της ημέρας» όπως την έλεγαν, μάζευε το νερό της μέρας, έπλενε τα πιάτα. Έτσι, δεν ήταν καθημερινά όλες οι γυναίκες στο πόδι. Για την καθαριότητα του θαλάμου και το μοίρασμα του φαγητού, που το έπαιρναν σ’ έναν κουβά για όλο το θάλαμο, έβγαιναν κάθε μέρα υπηρεσία δύο γυναίκες. Η διανομή ήταν ένα δύσκολο καθήκον που είχαν οι «Μαρίες», μια και το φαγητό ήταν λιγοστό κι εκείνες έπρεπε να προσέχουν ώστε οι μερίδες να είναι ίδιες για όλες τις εξόριστες. Άλλη σειρά υπήρχε για την καθαριότητα του κτηρίου (διάδρομοι, αποχωρητήρια, πλυντήρια) και τον αυλόγυρο. Τις πιο δύσκολες και βαριές δουλειές τις έκαναν οι νεότερες κοπέλες. Για παράδειγμα, στο Τρίκερι οι εξόριστες είχαν φτιάξει γι’ αυτόν το σκοπό μια ομάδα νεολαίας, την «Επονίτικη» όπως την έλεγαν.

Χαρακτηριστικές ήταν και οι ομάδες δουλειάς, όπως το μοδιστράδικο, το τσαγκαράδικο, το παπλωματάδικο, το φαναρτζίδικο, δηλαδή συνεργεία που δούλευαν για την ανασυγκρότηση του νοικοκυριού των φυλακών και των εξοριών.

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ - «ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΤΡΟΦΗ»

 Οι φυλακές και οι εξορίες εξελίχτηκαν σ’ ένα είδος μορφωτικού σχολείου στο οποίο κάποιες γυναίκες μάθανε τα πρώτα γράμματα. Εκεί συναντήθηκαν οι μαθήτριες που πιάστηκαν κι εξορίστηκαν στα νησιά, με τις καθηγήτριες και τις δασκάλες που συνέχισαν τα μαθήματα. Γίνονταν μαθήματα ξένων γλωσσών, λογιστικής, στενογραφίας, σχεδίου, κοπτικής, ραπτικής, ακόμα και διαλέξεις για το σχολείο, τη μόρφωση, για το παιδί και την ανάπτυξή του, για την υγιεινή.

Πάτρα 1948: «Η αυτομόρφωση είχε πάρει μορφή λαϊκού πανεπιστημίου. Διαβάζαμε πολύ λογοτεχνικά βιβλία. Πολλές φορές είχαν προχωρήσει στη φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού. […] Τα φιλοσοφικά βιβλία που έστελναν ήταν σε γαλλική γλώσσα συνήθως και πολύ απλά γραμμένα. Το “Κεφάλαιο” του Μαρξ σε περίληψη διαβαζόταν από χέρι σε χέρι»19.

Η οργάνωση των μαθημάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού και η μορφωτική δραστηριότητα γινόταν στα κρυφά και με μεγάλη συνωμοτικότητα, με τσίλιες στις πόρτες και τα παράθυρα. Κάθε θάλαμος διάλεγε την ώρα που θα γινόταν το ομαδικό διάβασμα. Πολλές φορές μάλιστα, οι δασκάλες κατέληγαν στο κρατητήριο στην προσπάθειά τους να περάσουν από τη μια αποθήκη στην άλλη.

Άλλες πάλι φορές, οι δασκάλες μάζευαν πέντε-πέντε τις κοπέλες κι έκαναν το μάθημα έτσι ώστε να φαίνονται σαν παρέα, δίνοντας την εντύπωση ότι διασκεδάζουν.

Χαρτιά και μολύβια δεν υπήρχαν. Οι γυναίκες συνήθιζαν να γράφουν κάτω στην άμμο και το χώμα. Βιβλία απαγορεύονταν. Όσα έμπαιναν κρυφά στα στρατόπεδα διαβάζονταν απ’ όλες σιγά-σιγά, χέρι με χέρι. Χαρακτηριστικό της θέλησης και της επιμονής τους είναι το γεγονός πως στο Τρίκερι οι εξόριστες κατάφεραν να φτιάξουν μια μικρή βιβλιοθήκη.

Παρόλο που ήταν απομονωμένες στα κελιά και στα ξερονήσια, έβρισκαν τρόπους να ενημερώνονται για τα πάντα, τους αγώνες, τις κινητοποιήσεις, τους πολέμους. Σε αυτό βοηθούσαν οι συγγενείς στα επισκεπτήρια, που γίνονταν σύνδεσμοι με το παράνομο ΚΚΕ.

Χίος 1948: «Με χίλιους δυο κινδύνους, χέρι με χέρι περνούσαν οι εφημερίδες και διαβάζονταν από ορισμένες που κατατοπίζανε ύστερα και τις άλλες, για να πάνε και στ’ άλλα χτίρια και τις σκηνές. Αργότερα συστηματοποιήθηκε η δουλειά αυτή και γινότανε αποδελτίωση και έτσι όλες διάβαζαν αυτούσια τα νέα»20.

 

Η «ΤΣΙΜΠΙΔΑ»

 

Ταυτόχρονα οι γυναίκες φρόντιζαν και την ψυχαγωγία τους. Ανάμεσά τους ήταν πολλές με χιούμορ, ταλέντο κι εφευρετικότητα. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη «Τσιμπίδα», ένα είδος σάτιρας που διακωμωδούσε τη σκληρή καθημερινότητά τους.

Χαρακτηριστικό της εφευρετικότητας είναι το ποιηματάκι που είχαν φτιάξει οι εξόριστες στο Τρίκερι, όταν η διοίκηση του στρατοπέδου δεν τους έδινε φάρμακα, παρόλο που είχε. Στις διεκδικήσεις των εξόριστων για φάρμακα απαντούσε πάντα με καμιά ασπιρίνη, ιώδιο και οξιζενέ:

«Σου πονάει η κοιλιά σου,

ο λαιμός σου, τα πλευρά;

Πας και βρίσκεις τη γιατρό

της ζητάς το γιατρικό

κι ολοπρόθυμη εκείνη

σου σερβίρει ασπιρίνη.

[…]

Σου πονάει το κεφάλι

χέρια, πόδια κι έχεις χάλι;

Τρέχεις βρίσκεις τη γιατρό

να σου δώσει γιατρικό

και εκείνη –τι κακό–

παίρνει μια ασπιρίνη

κι ολοπρόθυμη στη δίνει»21.

 

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

 Οι φυλακές και οι εξορίες εξελίχτηκαν σε χώρους πολύμορφης καλλιτεχνικής δημιουργίας, ιδιαίτερα θεατρικής. Οι εξόριστες μελετούσαν κλασικά έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης και οργάνωναν παραστάσεις. Άλλες καταπιάνονταν με τον πηλό, με το ξύλο, το πινέλο ζωγραφικής, άλλες έδειξαν λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Με κάθε ευκαιρία οργάνωναν γιορτές, άλλες στα κρυφά, άλλες στα φανερά. Το περιεχόμενο ιδιαίτερα πλούσιο: το Κρητικό απόγευμα, το Ποντιακό κ.ά.

Στις 23 Φλεβάρη γιόρταζαν την ΕΠΟΝ, στις 8 του Μάρτη την Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας, οργάνωναν επίσης γιορτές την 28η Οκτώβρη κοκ. Οι γιορτές, εκτός από καλλιτεχνικό, είχαν και μορφωτικό χαρακτήρα. Για την οργάνωσή τους επιστράτευαν το ταλέντο της καθεμιάς: Μοδίστρες, ηθοποιοί, χορευτικές ομάδες.

Πολλές ήταν οι γυναίκες στις εξορίες και τις φυλακές που ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο. Με το μεράκι και την επιμονή των κρατούμενων γυναικών ανέβηκαν πλήθος θεατρικών παραστάσεων. Το 1948 στη Χίο, οι καθηγήτριες Ρόζα Ιμβριώτη και Λίζα Κόττου είχαν διδάξει την τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης» και είχαν μοιράσει τους ρόλους, όμως λόγω αντικειμενικών δυσκολιών η παράσταση δεν πραγματοποιήθηκε.

Το καλοκαίρι του 1949 στο Τρίκερι, οι δύο καθηγήτριες, τα μέλη του θιάσου, μοδίστρες κι ενδυματολόγοι συνέχισαν την προετοιμασία της παράστασης. Τη μέρα της τελευταίας πρόβας πολλές εξόριστες έτρεξαν να την παρακολουθήσουν. «Κείνη την ώρα στη θέση του Προμηθέα Δεσμώτη ήταν κάθε δεσμώτισσα του Τρίκερι. Το “ΟΧΙ” στο Δία τύραννο, ίδιο από χιλιετηρίδες για κάθε πρωτοπόρο μαχητή. Κι η αντιμετώπισή του από την εξουσία, πάντα η ίδια. Σκληρή κι ανελέητη!»22. Τελικά όμως η παράσταση και πάλι δεν ανέβηκε, καθώς απαγορεύτηκε από τη διοίκηση του στρατοπέδου που είχε καταλάβει το νόημά της.

Ξεχωριστή σημασία είχαν και οι χορωδίες που είχαν συγκροτήσει οι εξόριστες και οι φυλακισμένες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η χορωδία στο Τρίκερι, που ήταν τετράφωνη και αποτελούνταν από 90 κοπέλες. Τη χορωδία την δημιούργησε και την δίδαξε η εξόριστη μουσικός Έλλη Νικολαΐδη. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη την αντικειμενική δυσκολία πως οι κοπέλες δε γνώριζαν μουσική, άρχισε τα πρώτα μαθήματα με τις καντάδες του Ρόδιου, αλλαγμένες όμως με λόγια εμπνευσμένα από τη ζωή του στρατοπέδου. Στη συνέχεια προχώρησε στο δημοτικό τραγούδι, καλώντας μία-μία τις κοπέλες να τραγουδήσουν λαϊκές δημιουργίες από τον τόπο τους. Τελικά η χορωδία στο Τρίκερι διδάχτηκε περισσότερα από 150 τραγούδια, ξένα κι ελληνικά.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

 Οι εξόριστες, θέλοντας ν’ απαθανατίσουν τη ζωή τους στην εξορία, έβαλαν μπροστά ένα σχέδιο για να φτάσει στα χέρια τους μια φωτογραφική μηχανή. Μια από τις εξόριστες λοιπόν, σ’ ένα από τα γράμματα που έστειλε στους δικούς της, ζήτησε με συνθηματικό τρόπο να της στείλουν μια. Και κάπως έτσι, ανάμεσα σε σακούλες από ζάχαρη, έφτασε η φωτογραφική μηχανή στη Χίο.

Αυτή η φωτογραφική μηχανή χρησίμευσε στις εξόριστες για να δίνουν φωτογραφίες για δημοσίευση. Οι φωτογραφίες τραβιούνταν στα κρυφά. Η γυναίκα που ήταν υπεύθυνη να κρατάει τη μηχανή την έκρυβε κάτω από τη μασχάλη της έχοντας ένα παλτό στις πλάτες και γύρω της ήταν άλλες γυναίκες για να την καλύπτουν. Έτσι απαθανατίστηκαν στιγμές απ’ όλες τις φάσεις της ζωής στην εξορία: Αλφαμίτες με γκλομπς να σπρώχνουν τις γυναίκες, εξόριστες που καθάριζαν τουαλέτες, το αναρρωτήριο με τις βαριά χτυπημένες και τις φυματικές και πολλά ακόμα.

Στη Μακρόνησο πια, όταν ένα τέτοιο ρεπορτάζ δημοσιευμένο σε εφημερίδα έπεσε στα χέρια της διοίκησης, μάζεψαν τις σκηνάρχισσες και τους είπαν πως, αν δεν παρέδιδαν τη φωτογραφική μηχανή, δε θα τους έδιναν τα γράμματα και τα δέματα που είχαν στείλει οι δικοί τους. Εκείνες όμως αποφάσισαν να μην αποκαλύψουν το μυστικό τους. Έκρυψαν λοιπόν τη φωτογραφική μηχανή μέσα στη βράκα μιας γριάς Μυτιληνιάς. Η εφευρετικότητα των γυναικών πολλές φορές τις έσωσε από δύσκολες καταστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να μην πέσει η μηχανή στα χέρια της διοίκησης, παρόλο που οι αλφαμίτες έκαναν το στρατόπεδο άνω κάτω. Μετά από μερικές μέρες η φωτογραφική μηχανή δόθηκε στους άντρες για να μπορέσουν κι αυτοί με τη σειρά τους να τραβήξουν φωτογραφίες. Όταν μαθεύτηκε πως θα έπαιρναν τις γυναίκες από τη Χίο για τη Μακρόνησο, οι άντρες φρόντισαν να επιστρέψουν τη φωτογραφική μηχανή τυλιγμένη σε χαρτί μέσα σε μια κουραμάνα.

 

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ

 Η αλληλεγγύη που επέδειξαν οι εξόριστες και οι φυλακισμένες μεταξύ τους είναι άξια θαυμασμού και προκαλεί τεράστια συγκίνηση. Από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο, η μια στάθηκε δίπλα στην άλλη. Σα μία γροθιά, σα μία γυναίκα, αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες. Αυτό ήταν που τις βοήθησε να «κρατήσουν» ακόμα και σε εποχές που τα κακά μαντάτα του θανάτου έρχονταν το ένα μετά από το άλλο.

Στις φυλακές και τις εξορίες οι γυναίκες μοιράζονταν τα πάντα, την τροφή, τα τσιγάρα, τα χρήματα, όλα. Αυτή η ανάγκη είχε γεννηθεί επειδή πολλές δεν έπαιρναν δέματα από συγγενείς, είτε γιατί δεν είχαν τη δυνατότητα να τους στείλουν κάτι είτε γιατί οι οικογένειές τους είχαν ξεκληριστεί. Στη μοιρασιά μάλιστα, οι εξόριστες και φυλακισμένες έπαιρναν πάντα υπόψη τις ανάγκες της καθεμιάς. Αν, για παράδειγμα, κάποια ήταν άρρωστη, είχε και μεγαλύτερη φροντίδα.

Τα δέματα, πέρα από τις πρακτικές ανάγκες που έρχονταν να καλύψουν, γέμιζαν με χαρά τις γυναίκες, γιατί ήταν δέματα με αγάπη· όπως και τα γράμματα που λάμβαναν οι κρατούμενες από τις οικογένειές τους, αφού ήταν η μόνη επαφή που είχαν μαζί τους.

Μεγάλο στήριγμα ήταν και η αλληλεγγύη, η βοήθεια του ντόπιου πληθυσμού προς τις εξόριστες.

 

ΠΑΙΔΙΑ

 Στις φυλακές και τις εξορίες βρέθηκαν και μικρά παιδιά που είτε οι μανάδες τους τα πήραν μαζί τους είτε γεννήθηκαν εκεί από γυναίκες που ήταν έγκυες όταν συνελήφθησαν. Ακόμα, σύμφωνα με μαρτυρίες και καταγγελίες στον ΟΗΕ, υπήρξαν γεννήσεις παιδιών που προήλθαν από το βιασμό των κρατούμενων γυναικών από τη χωροφυλακή.

Οι μανάδες λοιπόν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης όχι μόνο για τις ίδιες, αλλά και για τα παιδιά τους, που ήταν αντιμέτωπα με όσα και όλες οι εξόριστες ή φυλακισμένες γυναίκες.

Χίος 1948: «…Τα μέτρα ίσχυαν και για τα μωρά και για τις άρρωστες. Ζούσαν την ίδια απαράλλαχτη ζωή που κάναμε κι εμείς. Τίποτε δεν ξεχώριζε γι’ αυτά, καμιά εξαίρεση, κανένα ιδιαίτερο μέτρο. Οι ίδιοι περιορισμοί, το ίδιο συσσίτιο, οι ίδιοι κανονισμοί. Ένα ποτήρι γάλα, απαραίτητο για την ανάπτυξη των παιδιών, στάθηκε αδύνατο να μας το παραχωρήσουν κι αν δεν είχαν τη δική μας φροντίδα και στοργή, τα παιδάκια θα ήταν κιόλας χαμένα. Μέσα στα υγρά από τσιμέντο δωμάτια ζούσαν ένα με τους μεγάλους τη ζωή του φυλακισμένου. Γι’ αυτά δεν υπήρχαν σχολεία, δεν υπήρχαν παιδίατροι, δεν υπήρχαν πάρκα και “παιδικές χαρές”. Χωρίς παιχνίδια - βιβλία – περιπάτους, τα παιδάκια αυτά, χλωμά καχεκτικά κι αδύνατα, μαράζωναν κλειστά μέσα στους θαλάμους. […] Η τρομοκρατία κυριαρχούσε τόσο μέσα τους, που τα παιδάκια, φοβισμένα πάντα, δεν τολμούσαν να βγούνε πουθενά σε καμιά έξοδο χωρίς το χέρι της μάνας ή κάποιας φίλης τους»23.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που συνέβη τα Χριστούγεννα του 1948 στη Χίο, όπου μια εξόριστη ντύθηκε Άι-Βασίλης και πήγε να δώσει ό,τι δώρα είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν οι εξόριστες για τα παιδιά. Όταν λοιπόν ο «Άι-Βασίλης» έδωσε τα δώρα και πήγε να φύγει, μια μικρούλα πετάχτηκε και του είπε: «Τώρα που θα φύγεις, να προσέξεις το σκοπό, Άι-Βασίλη. Άμα σε δει, θα σε πάει κρατητήριο, γιατί δε μας αφήνει να πάμε πίσω»24.

Τα μωρά και τα παιδιά ήταν όμως η χαρά της ζωής μέσα στα στρατόπεδα και τις φυλακές. Αποτέλεσαν ένα πρόσθετο κίνητρο για να μην υποχωρήσουν οι γυναίκες στην αθλιότητα και την τρομοκρατία, να μείνουν πιστές στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς εκμετάλλευση, για να ζήσουν αυτά τα παιδιά καλύτερα από τους γονείς τους.

Πραγματικά ξεχωριστή είναι η αλληλεγγύη και η φροντίδα που έδειξαν όλες οι γυναίκες εξόριστες και φυλακισμένες στις νέες μητέρες και τα παιδιά τους.

Χίος 1948: «Είχαμε ογδόντα μωρομάνες με παιδιά από τριών χρονών μέχρι δώδεκα, που δεν είχαν πού να τ’ αφήσουν και τα είχαν πάρει μαζί τους. Το κράτος δεν τους χορηγούσε συσσίτιο. Εμάς τότε μας δίναν εξήντα δράμια ψωμί και παίρναμε τα πενήντα. Τα δέκα πήγαιναν στα παιδιά. Το ίδιο γινόταν και στο φαγητό. […] Τα δέματα που παίρναμε ήταν φτωχικά, με είδη πρώτης ανάγκης. Λέω λίγα, γιατί οι περισσότερες ήμαστε ολόκληρες από οικογένειες ξεκληρισμένες. […]

Έτσι λοιπόν υποφέραμε μικροί μεγάλοι. Και φροντίζαμε να παίζουμε με τα παιδιά, να ξεχνιούνται, να μην ακούνε τη λέξη “πεινάω”. […] Έτσι κυλούσαν οι μέρες»25.

Ιδιαίτερη φροντίδα έδειχναν οι κρατούμενες για τη μόρφωση των παιδιών που μεγάλωναν στους τόπους εξορίας και ήταν σε ηλικία να πάνε σχολείο ή άλλα που το διέκοψαν. «Τα παιδιά μας δεν είχανε ανάγκη μόνο από τροφή και ρούχα. Έπρεπε να τα συμμαζέψουμε από τις ερημιές που τριγυρνούσαν και να τους μάθουμε τα πρώτα γράμματα»26.

Το 1949 οι εξόριστες στο Τρίκερι αποφάσισαν να φτιάξουν παιδικό σταθμό για τα 182 παιδιά που ζούσαν μαζί τους. Κάτω από τη σκιά μας μεγάλης ελιάς έφτιαξαν ένα τετράγωνο σκάμμα, κουβαλώντας άμμο, βότσαλα και θαλασσινό νερό. Αφού πρώτα είχαν σκάψει σε αρκετό βάθος, έριξαν μέσα τα χαλίκια και την άμμο για να παίζουν τα παιδιά. Με τα χέρια τους έφτιαξαν ό,τι παιχνίδια μπορούσαν. Εκεί μάζευαν τα παιδιά και τ’ απασχολούσαν με διάφορες δραστηριότητες από τις 8 το πρωί μέχρι το μεσημέρι. Με γυμναστική, τραγούδια και παιχνίδια έφτανε η ώρα για το πρόγευμα κι έπειτα πάλι τραγούδια, χορός, παραμύθια. «Ο παιδικός σταθμός κράτησε τέσσερις μήνες, ως το τέλος του φθινοπώρου. […] Οι δασκάλες μας δουλέψανε σκληρά όσο να τα δαμάσουνε, γιατί ήταν αγριεμένα από τα γεγονότα που ζήσανε στο περιβάλλον τους, το βουτηγμένο στη δυστυχία, στον τρόμο και τη σκληράδα. […] Και τιμώρησαν αργότερα τη δασκάλα Νίτσα Δ. που εργάστηκε με ζήλο για τα παιδιά, στέλνοντάς την στο τρομερό στρατόπεδο της Λάρισας μαζί με τη Ρόζα Ι. κι άλλες οκτώ γυναίκες»27.

 

«ΓΙΝΗΚΑ, ΞΕΡΕΙΣ, ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΗ. ΧΩΡΙΣ ΘΥΣΙΕΣ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕΓΑΛΟ ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ!»

 Μακρύς είναι ο κατάλογος των γυναικών που οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα γιατί δεν αποκήρυξαν τα ιδανικά, την πίστη τους στο Κόμμα, το ΚΚΕ, που ήταν η ψυχή, ο αιμοδότης της πάλης της εργατικής τάξης, του λαϊκού κινήματος στη σύγχρονη Ιστορία του.

Η Άννα Παυλάκου-Θωμάκου γεννήθηκε το 1926 στα Ταμπούρια. Δεκαπέντε χρονών εντάχτηκε στην ΕΠΟΝ. Πρωτοστατούσε στις μαθητικές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου και γι’ αυτό τιμωρήθηκε με αποβολή από το σχολείο της.

Στις 11 Μάη 1944 συνελήφθη από πράκτορες των Ες-Ες που παρακολουθούσαν την αντιστασιακή δράση της. Την μετέφεραν στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν και την υπέβαλαν σε φριχτά βασανιστήρια, χωρίς να της αποσπάσουν ούτε λέξη.

Έπειτα την μετέφεραν στου Σκαραμαγκά, όπου ο καταδότης της, Γιαννακός, την ρώτησε αν είχε να πει κάτι. Τότε η Άννα απάντησε: «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω το ΕΑΜ».

Τελικά την πυροβόλησαν στον αυχένα και νομίζοντας ότι είναι νεκρή την πέταξαν σ’ ένα ξεροπήγαδο.

Η Άννα συνήλθε μετά από 36 ώρες. Οι κραυγές της τράβηξαν την προσοχή του κόσμου που βρισκόταν εκεί κοντά. Την ίδια ώρα από το σημείο περνούσε μια γερμανική φάλαγγα και, βλέποντας το συνωστισμό του κόσμου, σταμάτησε.

Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής της, την μετέφεραν στο Κρατικό Νοσοκομείο Αμπελοκήπων. Τη νύχτα οι Γερμανοί μπλόκαραν το νοσοκομείο, το βύθισαν στο σκοτάδι και με κραυγές, πυροβολισμούς και απειλές, άρπαξαν την Άννα και την μετέφεραν στο Χαϊδάρι όπου την έκλεισαν σε αυστηρή απομόνωση. Τελικά στις 6 Ιούνη 1944 την οδήγησαν για 2η και τελευταία φορά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και η Άννα για 2η φορά στάθηκε αλύγιστη μπροστά σε αυτό.28

Η Ειρήνη Γκίνη (Μίρκα Γκίνοβα) ήταν η πρώτη γυναίκα εκτελεσμένη με απόφαση στρατοδικείου. Γεννήθηκε στο Ρουσίλοβο το 1923. Ήταν νηπιαγωγός από φτωχή αγροτική οικογένεια. Το 1942 οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ. Το 1943 κατατάχτηκε στα αντάρτικα τμήματα του ΕΛΑΣ στο Καϊμακτσαλάν.

Το νέο αντάρτικο του λαού βρίσκει την Γκίνη στα βουνά της Έδεσσας, οργανώτρια του αγώνα. Το καλοκαίρι του 1946 μαζί με 6 συντρόφους της πέφτουν στα χέρια χωροφυλάκων. Την βασάνισαν άγρια. Αφού της ξέσκισαν τα ρούχα και της ξερίζωσαν τα μαλλιά, την γύριζαν στους δρόμους της Έδεσσας. Τα φριχτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν και στην Ασφάλεια. Την χτυπούσαν με ρόπαλα, της περνούσαν ηλεκτρικό ρεύμα στο κορμί της, την έθαψαν ζωντανή ως τον λαιμό και πυροβολούσαν πάνω της. Η Γκίνη δε λύγισε. Οι μόνες λέξεις που βγήκαν από το στόμα της ήταν: «Ράψτε τα στόματά σας, σύντροφοι. Ούτε κουβέντα στους προδότες!».

Στις 25.7.1946 πέρασε στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο κόσμος που βρίσκονταν στη δίκη φώναζε : «Λευτεριά, όχι θάνατο!».

Μετά από δύο μέρες η Γκίνη εκτελέστηκε στα Γιαννιτσά. Ήταν η πρώτη εκτέλεση μετά από την ψήφιση των «έκτακτων μέτρων τάξης» που είχαν επιβληθεί από τη μοναρχοφασιστική Βουλή. Κατά τη μεταφορά της στο εκτελεστικό απόσπασμα, η Γκίνη τραγουδούσε τη Διεθνή και άλλα επαναστατικά μακεδονικά τραγούδια. Δε δέχτηκε να της δέσουν τα μάτια. Και όταν τα όπλα ορθώθηκαν μπροστά της, εκείνη σήκωσε περήφανα το κεφάλι και φώναξε: «Πίσω μας έρχονται χιλιάδες, εκατομμύρια μαχητές της λευτεριάς. Εμείς αύριο θα είμαστε στρατός και θα σας συντρίψουμε! Ζήτω το ΚΚΕ!».29

Πολλές ήταν οι ηρωίδες που το αστικό κράτος τις έστειλε στο θάνατο γιατί δεν αποκήρυξαν τον ηρωικό ΔΣΕ και το δίκαιο αγώνα του.

Η Αθηνά Μπενέκου, γνωστή και ως η Κόκκινη Δασκάλα, γεννήθηκε στο χωριό Ζούπαινα Λακωνίας το 1920. Στην περίοδο της Κατοχής έδρασε μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ και ήταν γραμματέας της Οργάνωσης «Εθνική Αλληλεγγύη» Λακωνίας και μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της.

Πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου . Ήταν μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής Λακωνίας του ΚΚΕ και από το 1947 ήταν αναπληρωματικό μέλος του Γραφείου Περιοχής Πελοποννήσου.

Το 1947 της ανατέθηκε η δημιουργία δικτύου πληροφοριών στην Τρίπολη με σκοπό τη διενέργεια επιχείρησης για την απελευθέρωση κρατούμενων αγωνιστών στις φυλακές της πόλης. Κάποια μέρα, ένας φαντάρος από το χωριό της την εντόπισε στο δρόμο και την κατήγγειλε στην τοπική χωροφυλακή. Την συνέλαβαν και την μετέφεραν στην Αθήνα για να δικαστεί.

Στην απολογία της ανέφερε: «Βλέπω γύρω μου βλέμματα μίσους και αντιπάθειας και καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι σε εχθρικό περιβάλλον. Τούτο όμως δε με νοιάζει καθόλου, γιατί ξεπλήρωσα το χρέος μου ως αντάρτισσα και είμαι έτοιμη να δεχτώ όποια τιμωρία μου βάλετε. […] Το έγκλημά μου είναι ότι αγάπησα το λαό και πήρα την υπόθεσή του σα δική μου, για τον λυτρωμό του. Άλλο τίποτε δεν έχω να σας πω, δεν πρόκειται να μετανοήσω, γιατί δε βλέπω να έκανα κανένα έγκλημα. Όσο για εκείνους που κρατούν τον αγώνα του λαού στο βουνό, σας λέγω ότι ξεπληρώνουν το χρέος τους και δεν είναι “συμμορίτες” όπως τους λέτε. Τίποτε άλλο, ας με οδηγήσετε στο απόσπασμα...».

Καταδικάστηκε σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο Τρίπολης και στις 8 Δεκέμβρη 1947 οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ήταν η πρώτη γυναίκα που τουφεκίστηκε από το εκτελεστικό απόσπασμα της Πελοποννήσου. Έμεινε όρθια και αλύγιστη ως το τέλος και λίγα δευτερόλεπτα πριν την εκτελέσουν φώναξε: «Πιστεύω ότι ο χώρος αυτός που τώρα εσείς ποτίζετε με το αίμα μου θα γίνει αύριο τόπος προσκυνήματος που θα έρχονται τα παιδιά σας και θα τον ραίνουν με λουλούδια. Ζήτω το ΚΚΕ!».30

Η Σταθούλα Λεβέντη, εργάτρια υφαντουργίας, ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Πριν την οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα, η Σταθούλα χόρεψε το «Έχε γεια, καημένε κόσμε» γύρω από το φοίνικα που ήταν το μοναδικό δέντρο που υπήρχε στην αυλή των φυλακών Αβέρωφ. Την ίδια στιγμή, 19 παλικάρια χορεύουν τον ίδιο χορό στις πλαϊνές φυλακές.

Λίγο πριν την εκτελέσουν, η Σταθούλα Λεβέντη φώναξε: «Συντρόφισσες! Όποια πεθαίνει για το Κόμμα, πεθαίνει για τη λευτεριά. Κι όποια πεθαίνει για τη λευτεριά, ζει αιώνια. Καλήν αντάμωση, συντρόφισσες»31.

Ακόμα και μέσα από τα γράμματα των μελλοθάνατων γυναικών φανερώνεται η συνειδητή τους απόφαση να μην κάνουν βήμα πίσω, να δώσουν χωρίς υπολογισμούς ακόμα και τη ζωή τους για να γίνει καλύτερη η ζωή του λαού. Είναι συγκλονιστικό πως ακόμα και λίγες ώρες πριν την εκτέλεσή τους, μέσα στα σκοτεινά κελιά των λίγων τετραγωνικών μέτρων, εκείνες στα γράμματά τους αποτύπωναν την πίστη τους πως δεν έδιναν άδικα τη ζωή τους, μπορούσαν ακόμα και τότε να δουν, να ονειρευτούν την ευτυχία του κόσμου που ήταν πεισμένες πως κάποια μέρα θ’ ανατείλει.

Αξιοποιούσαν ακόμα και τις τελευταίες τους στιγμές πριν θανατωθούν για ν’ απευθύνουν κάλεσμα στα παιδιά τους, τους γονείς και τ’ αδέρφια τους, στους συντρόφους τους, στις συγκρατούμενές τους, να συνεχίσουν τον αγώνα. Τα γράμματα αυτά βέβαια ήταν διατυπωμένα έτσι ώστε να περάσουν τη λογοκρισία και να φτάσουν στα χέρια των δικών τους.

 

ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ

 Χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως όμως γυναίκες, σύζυγοι, αδελφές, μανάδες, οι οικογένειες των εξορισθέντων και φυλακισθέντων, έδωσαν κι αυτοί τη δική τους μάχη για την κατάργηση των φυλακών και των θανατικών εκτελέσεων.

Η οργάνωσή τους λεγόταν ΠΕΟΠΕΦ (Πανελλήνια Ένωση Οικογενειών Πολιτικών Εξόριστων-Φυλακισμένων). Κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, με προβλήματα στη συνεννόηση και την επαφή (αφού κανείς δεν είχε τηλέφωνο), δυσκολίες στις συγκοινωνίες, φτώχεια, που έκανε δυσπρόσιτο ακόμα και το αντίτιμο του εισιτηρίου για να επισκεφτούν τους συγγενείς τους στον τόπο εξορίας ή φυλακής, έδωσαν το δικό τους ηρωικό αγώνα.

Οι γυναίκες της ΠΕΟΠΕΦ με διαβήματα, υπομνήματα διαμαρτυρίας που υπογράφονταν μαζικά και άλλες μορφές, οργάνωσαν κίνημα αλληλεγγύης, δεν κάμφθηκαν από το κυνηγητό της Ασφάλειας, τις συνεχείς προκλήσεις και προσκλήσεις από την αστυνομία, την τρομοκρατία ή και τον εγκλεισμό τους.

Ανάλογη δράση αλληλεγγύης αναπτύχθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως στην Αγγλία, όπου είχε πρωτοστατήσει η Μπέτυ Αμπατιέλου, αλλά και στην Ελβετία, την Αυστραλία, τη Γαλλία κλπ.

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

 Οι γυναίκες που στάθηκαν ηρωικά μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, στις εξορίες και τις φυλακές, δε γεννήθηκαν ηρωίδες. Δεν ήταν πως δε λογάριαζαν τη ζωή τους και τις οικογένειες που άφηναν πίσω τους. Όλα αυτά τα είχαν μέσα στο μυαλό και την καρδιά τους και ακριβώς εδώ κρύβεται το μεγαλείο τους· στο γεγονός δηλαδή πως η πίστη στο σκοπό τους τις έκανε να υπερνικήσουν αυτόν το φόβο, να βάλουν πάνω από το «εγώ» το «εμείς». Να βάλουν πάνω από το φόβο για την απώλεια της ζωής τους το καθήκον να δώσουν ό,τι είχαν για ένα μεγάλο σκοπό, την απαλλαγή της ανθρωπότητας από την καπιταλιστική βαρβαρότητα.

«Μέσα στην κορύφωση του αγώνα μπορούν να πολλαπλασιαστούν οι ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, οι σωματικές αντοχές»32.

«Όταν αναφερόμαστε στην Ηλέκτρα, είναι φυσικό να θυμόμαστε τις απαντήσεις της κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και των βασανιστηρίων στο γραφείο-κάτεργο του Έλληνα Λάμπρου με τη στολή του υποστράτηγου της χωροφυλακής, που περιστοιχιζόταν από τρεις αξιωματικούς της Γκεστάπο και μια ομάδα από Έλληνες δήμιους με βούρδουλες και συρματόσχοινα.

Στο ερώτημα: “Πώς σε λένε;”, “Ελληνίδα”, απαντάει η Ηλέκτρα. “Πού κατοικείς;” “Στην Ελλάδα”, απαντάει τολμηρά. “Ποιοι είναι οι συνεργάτες σας;”, “Οι Έλληνες”, απαντάει. “Από ποιον έπαιρνες οδηγίες;”, “Από την πατρίδα”, απαντάει πάλι.

Οι απαντήσεις της δείχνουν ότι ο φόβος μπροστά στο θάνατο ήταν πολύ αδύναμος έως και ανύπαρκτος, σε σύγκριση με τον υπαρκτό, πραγματικό φόβο της υποχώρησης, της εγκατάλειψης του αγώνα.

Λίγες στιγμές πριν συλληφθεί, ήρθε τυχαία σε επαφή με ένα χαφιέ που την ήξερε καλά, καθώς αυτός υπηρετούσε στο τμήμα Μεταγωγών από το οποίο είχε, πριν δύο χρόνια, δραπετεύσει η Ηλέκτρα με δική της πρωτοβουλία. Δεν παραδόθηκε στον οπλισμένο χαφιέ, που από την πρώτη στιγμή είχε τη συνδρομή άλλων χαφιέδων και γκεσταπιτών. Του έδωσε γροθιές, κλοτσιές, κυλίστηκαν στην άσφαλτο, την συνέλαβαν μαχόμενη.

Το πιο σπουδαίο όμως και θαυμαστό έρχεται μερικές ώρες μετά, όταν οι βασανιστές της την αφήνουν μισοπεθαμένη στο δωμάτιο του βασανιστηρίου, χωρίς φρουρό να την φυλάει, αφού την είχαν ξεγραμμένη. Η Ηλέκτρα δρασκέλισε το παράθυρο και πήδησε στο διπλανό σπίτι. Αποδείχτηκε για μια ακόμα φορά άτυχη όμως, καθώς η Ελληνίδα ιδιοκτήτρια του σπιτιού ήταν συνεργάτης της Γκεστάπο, την οποία ειδοποίησε και την συνέλαβαν ξανά.

Δεν είναι συνηθισμένος ηρωισμός, δεν πρόκειται απλά για μια στάση ανυποχώρητη, είναι κάτι παραπάνω. Είναι η επιλογή ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΝΟΜΑΙ»33.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, σε εκδήλωση της ΤΟ Βόρειου Τομέα της ΚΟΑ του ΚΚΕ για την Ηλέκτρα Αποστόλου, 24 Ιούνη 2015.

2. Από την ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στην εκδήλωση για τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ της ΤΟ Α΄ Αθήνας της ΚΟΑ του ΚΚΕ, 29 Νοέμβρη 2015.

3. «Η φωνή της γυναίκας», περιοδικό της ΠΔΕΓ, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1951 (Επιμορφωτικό Κέντρο Χαρίλαος Φλωράκης).

4. Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ, έγγραφο 502481.

5. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα, 1976, σελ. 76.

6. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 344.

7. Ό.π., σελ. 344.

8. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 344-345.

9. Μαριγούλας Μαστρολέων-Ζέρβα: «Εξόριστες - Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2η έκδοση, Αθήνα 1986, σελ. 85.

10. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 346-347.

11. Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ, έγγραφο 465806.

12. Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ, έγγραφο 465805.

13. Αλεξάνδρας Γιαννοπούλου-Τριάντη: «Όρθιες στη θύελλα», «Βιβλιοπωλείο Χρυσάφη Πανέζη», Αθήνα, σελ. 50-51.

14. Μαριγούλας Μαστρολέων-Ζέρβα: «Εξόριστες - Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2η έκδοση, Αθήνα, 1986, σελ. 44.

15. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα, 1976, σελ. 104.

16. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα, 1976, σελ. 100.

17. Από την ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στην εκδήλωση για τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ της ΤΟ  Α΄ Αθήνας της ΚΟΑ του ΚΚΕ, 29 Νοέμβρη 2015.

18. Αλεξάνδρας Γιαννοπούλου-Τριάντη: «Όρθιες στη θύελλα», «Βιβλιοπωλείο Χρυσάφη Πανέζη», Αθήνα, σελ. 21.

19. Αλεξάνδρας Γιαννοπούλου-Τριάντη: «Όρθιες στη θύελλα», «Βιβλιοπωλείο Χρυσάφη Πανέζη», Αθήνα, σελ. 102.

20. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 103.

21. Ναταλίας Αποστολοπούλου: «Γροθιά στο σκοτάδι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1984, σελ. 15-16.

22. Ναταλίας Αποστολοπούλου: «Γροθιά στο σκοτάδι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1984, σελ. 60.

23. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 257.

24. Ό.π.

25. Μαριγούλας Μαστρολέων-Ζέρβα: «Εξόριστες - Χίος, Τρίκερι, Μακρονήσι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2η έκδοση, Αθήνα 1986, σελ. 11-13.

26. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 162.

27. Βικτωρίας Θεοδώρου (επ.): «Στρατόπεδα γυναικών», Αθήνα 1976, σελ. 163.

28. Πηγή: Αρχειακό υλικό από το παράρτημα ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ Κερατσινίου.

29. Πηγή: Αρχείο ΚΚΕ, έγγραφο 367708.

30. Βλ. Αρίστου Καμαρινού: «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Πελοπόννησο 1946-1949», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

31. Ολυμπίας Παπαδούκα: «Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ», Αθήνα, Δεκέμβρης 1981, σελ. 271.

32. Από την ομιλία της Ελένης Μπέλλου, μέλους του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, στην εκδήλωση για τις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ της ΤΟ  Α΄ Αθήνας της ΚΟΑ του ΚΚΕ, 29 Νοέμβρη 2015.

33. Από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, σε εκδήλωση της ΤΟ Βόρειου Τομέα της ΚΟΑ του ΚΚΕ για την Ηλέκτρα Αποστόλου, 24 Ιούνη 2015.