ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΣΤΟ ΦΟΝΤΟ ΤΗΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Οι διεργασίες και αναταράξεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ), με αφορμή την εκλογή νέου προέδρου του κόμματος, εντάσσονται στη διαδικασία συνολικής αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια. Οι όποιες επιμέρους πλευρές των εκλογών στη ΝΔ (πολλαπλές υποψηφιότητες, εκλογή του προέδρου από τα μέλη και τους «φίλους» του κόμματος, με επίκληση μιας διεύρυνσης της εσωκομματικής δημοκρατίας, το «τεχνικό» φιάσκο στην πρώτη προσπάθεια διεξαγωγής των εκλογών κτλ.) δεν πρέπει ν’ αποτραβήξουν την προσοχή από το κύριο: Ότι οι διεργασίες αυτές «δεν είναι ζήτημα κυρίως διαπάλης μεταξύ ηγετικών της προσώπων, αλλά σχετίζονται με το προς τα πού θα βαρύνει το ιδεολογικό-πολιτικό της στίγμα, προς το λεγόμενο “κεντροδεξιό” χώρο ή προς τον “εθνικιστικό”, τον ανοικτά και απροκάλυπτα αντικομμουνιστικό, τον εθνικιστικό-ναζιστικό, διάφορες τάσεις παλαιοβασιλικές, δικτατορικές, τάσεις που για χρόνια βασικά συνενώνονταν στη ΝΔ»1.

Το όποιο αποτέλεσμα στις εσωκομματικές εκλογές2 της ΝΔ δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα θέσει ένα τέλος στις εσωκομματικές διεργασίες, ανεξάρτητα από τους όρκους πίστης των ηττημένων υποψηφίων στην «ενότητα της παράταξης».

Η ιστορική πείρα έχει δείξει ότι το αστικό κομματικό σύστημα βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης και αναμόρφωσης, με διαφορετικούς ρυθμούς σε κάθε χώρα του καπιταλισμού, ανάλογα με τις συγκεκριμένες εξελίξεις της κάθε συγκυρίας. Σε ορισμένες ιστορικές καμπές η διαδικασία αυτή αναμόρφωσης μπορεί να λάβει με ταχύτητα πολύ μεγάλες διαστάσεις, δίχως τούτο να σηματοδοτεί μια πραγματική «κρίση κορυφών», μια αδυναμία της άρχουσας τάξης να διατηρήσει την πολιτική της κυριαρχία απέναντι σε μια οξυνόμενη ταξική πάλη (χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποσάθρωση του παραδοσιακού κομματικού συστήματος στην Ιταλία τη δεκαετία του ’90, με πέρασμα της σκυτάλης σε νέους κομματικούς σχηματισμούς-άξονες ενός νέου αστικού πολιτικού συστήματος). Συχνά, επίσης, τέτοιες αλλαγές στα αστικά πολιτικά κόμματα συνδέονται με αλλαγές και σε άλλους αστικούς πολιτικούς θεσμούς, με στόχο τη συνολικότερη θωράκιση του συστήματος. Είναι χαρακτηριστική η συζήτηση που γίνεται σήμερα για μείωση του αριθμού των βουλευτών, για αναθεώρηση του Συντάγματος, για τα οικονομικά των κομμάτων κτλ.

Ανεξάρτητα από τους ρυθμούς που ακολουθεί η διαδικασία αυτή, ο στόχος της παραμένει πάντα σταθερός και αναλλοίωτος: η αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων αναπαραγωγής του κεφαλαίου, μέσα και από την ομαλή προώθηση των αναγκαίων κρατικομονοπωλιακών ρυθμίσεων, αλλά και η διατήρηση και το βάθεμα της ενσωμάτωσης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, ενσωμάτωση που είναι φυσικό να γνωρίζει ρήγματα και κλονισμούς σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης κι εκτεταμένης αφαίρεσης προηγούμενων κατακτήσεων και δικαιωμάτων.

Η παρακολούθηση των εξελίξεων στο αστικό κομματικό σύστημα δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια απλή καταγραφή των συγκρούσεων και ανακατατάξεων στο εσωτερικό των διάφορων αστικών κομμάτων, της αντιπαράθεσης συγκεκριμένων αστών πολιτικών παραγόντων ή τάσεων στο κάθε κόμμα, αντιπαράθεση που συχνά στολίζεται με ψευδεπίγραφα ιδεολογήματα για «πάλη του νέου με το παλιό», «πάλη ενάντια στους μηχανισμούς» κοκ. Ούτε μπορεί να ικανοποιείται απλά με την διαπίστωση ότι η διαδικασία αναμόρφωσης στα αστικά πολιτικά κόμματα αντανακλά μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε μερίδες της αστικής τάξης. Χρειάζεται να προσδιορίζουμε ποια είναι η ουσία αυτής της αντιπαράθεσης, τι αντιπροσωπεύει και τι διεκδικεί η κάθε μερίδα της αστικής τάξης, μέσα στο δεδομένο συσχετισμό στο εσωτερικό της κάθε χώρας, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.

Μια τέτοια συγκεκριμένη ανάλυση των κάθε φορά εξελίξεων στ’ αστικά πολιτικά κόμματα δεν αποτελεί φυσικά μια εύκολη υπόθεση. Απαιτεί έναν όσο το δυνατόν πιο ακριβή προσδιορισμό των τάσεων στην κάθε δεδομένη συγκυρία, μια επαρκή πληροφόρηση για τις διασυνδέσεις αστών πολιτικών και κομμάτων με τμήματα του κεφαλαίου, μια επιστημονικά βάσιμη εκτίμηση / πρόβλεψη για τις μεσοπρόθεσμες ανάγκες του κεφαλαίου, στη διασύνδεσή του με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

 

ΟΙ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗ ΝΔ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

 Στο χρονικό διάστημα 2010-2015 το αστικό κομματικό σύστημα στην Ελλάδα γνώρισε σημαντικές ανακατατάξεις, με κορυφαία ίσως γεγονότα την καταβαράθρωση ενός από τους δυο παραδοσιακούς μεταπολιτευτικούς πόλους του (ΠΑΣΟΚ) και την ανάδειξη του πάλαι ποτέ δεξιού οπορτουνισμού σε πυρήνα του νέου πολιτικού φορέα της σοσιαλδημοκρατίας (ΣΥΡΙΖΑ) και της «αριστερής» κυβέρνησης. Η αναδιαμόρφωση του αστικού κομματικού σκηνικού δε φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί και αυτό δεν περιορίζεται στις αυξομειώσεις της κοινοβουλευτικής δύναμης των μικρότερων, συμπληρωματικών πολιτικών δυνάμεων (ΠΟΤΑΜΙ, ΑΝΕΛ, ΔΗΜΑΡ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ κτλ.). Φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή αγγίζει πλέον και τον έτερο παραδοσιακό πόλο του αστικού σκηνικού, τη ΝΔ.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, χρειάζεται να τεθούν μια σειρά από ερωτήματα. Γιατί το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας αποδείχτηκε μέχρι σήμερα, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ, ένας πιο συμπαγής και συνεκτικός πολιτικός φορέας, τουλάχιστον στο επίπεδο της λαϊκής ψήφου; Ποιες σημερινές αναγκαιότητες του ελληνικού κεφαλαίου και του αστικού πολιτικού συστήματος ωθούν σε μια αναμόρφωση ή και πιθανή διάσπαση αυτού του κόμματος; Τι ρόλο παίζει σε αυτούς τους σχεδιασμούς η διαρροή ενός κομματιού της ψήφου προς το φασιστικό μόρφωμα; Πώς διαπλέκονται οι διεργασίες στο εσωτερικό της ΝΔ με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις γεωστρατηγικές εξελίξεις στην περιοχή;

Μια σειρά αιτίες μπορούν ν’ αναζητηθούν πίσω από τη σχετική σταθερότητα (σε αντίστιξη με το ΠΑΣΟΚ) της ΝΔ. Καταρχάς, οι ίδιες οι αναγκαιότητες ενός πολιτικού συστήματος που στηρίζεται σε 2 βασικά κόμματα-πυλώνες (όπως μέχρι σήμερα αυτό στην Ελλάδα) τείνουν να οδηγούν σε μια σχετική σταθερότητα του ενός από αυτά, σε συνθήκες όπου αντικειμενικά δεν έχει εκδηλωθεί σαρωτική κρίση της αστικής πολιτικής, δεν έχουν διαμορφωθεί επαναστατικές διαδικασίες. Αυτή η αναγκαιότητα δεν επιβάλλεται μηχανιστικά, αποκλειστικά και μόνο μέσα από κάποιους υπόγειους σχεδιασμούς επιτελείων της αστικής τάξης, αλλά καθορίζεται και από το σχετικό ανταγωνισμό που νομοτελειακά υπάρχει ανάμεσα στα κόμματα-πυλώνες του συστήματος. Έτσι, η ραγδαία κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ σπρώχνει αντικειμενικά σε μια μεγαλύτερη συνοχή τον ηγετικό πυρήνα και το στελεχικό δυναμικό της ΝΔ. Αντίστροφα, η σημερινή ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε νέο, σχετικά ισχυρό πόλο του αστικού πολιτικού συστήματος επιτρέπει, σε επίπεδο μεσοπρόθεσμων σχεδιασμών, μια μεγαλύτερη ευελιξία στο ξεδίπλωμα εναλλακτικών σχεδίων τακτικής στο συντηρητικό / νεοφιλελεύθερο χώρο.

Επιπλέον, για ένα σημαντικό κομμάτι του λαϊκού κόσμου, αλλά και μεσαίων στρωμάτων που παραδοσιακά στηρίζουν τη ΝΔ, το κόμμα αυτό δε φέρει ισοβαρή ευθύνη με το ΠΑΣΟΚ για το πλέγμα των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων που ενσωματώθηκαν στα «Μνημόνια». Η πιο ευέλικτη τακτική της ΝΔ στη διάρκεια των χρόνων αυτών («Ζάππειο 1-2-3», αλλά και η επαμφοτερίζουσα στάση της απέναντι στην ψήφιση των προαπαιτούμενων του 3ου «Μνημονίου») προσδίδουν ένα κοινωνικό προσωπείο στον «αναγκαίο ρεαλισμό» που επέδειξε κατά τη συγκυβέρνησή της με το ΠΑΣΟΚ, με την ψήφιση του 2ου «Μνημονίου». Έκφραση του γεγονότος αυτού αποτελεί και το «παράπονο» του ΠΑΣΟΚ ότι επωμίστηκε ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόστους για τα «Μνημόνια», παρόλο που συμπορεύτηκε κυβερνητικά για μεγάλο χρονικό διάστημα με τη ΝΔ.

Μια άλλη αιτία για τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα σταθερότητα της ΝΔ πρέπει ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι το κόμμα αυτό διατηρεί μια μεγαλύτερη ιστορική συνέχεια ως πόλος του αστικού πολιτικού συστήματος. Η ΝΔ, ανεξάρτητα από αναγκαίες προγραμματικές και ιδεολογικές προσαρμογές, κατανοήθηκε από ένα σημαντικό κομμάτι του κόσμου ως συνέχεια της ΕΡΕ, του βασικού δηλαδή πυλώνα του μετεμφυλιακού κράτους. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ, από την ίδρυσή του, διαχωρίστηκε διακηρυκτικά (και εν πολλοίς ιδεολογικοπολιτικά) από την Ένωση Κέντρου, παρόλο που στην πορεία ενσωμάτωσε ένα κομμάτι του στελεχικού της δυναμικού κι ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της. Η διατήρηση της ιστορικής συνέχειας από τη ΝΔ είναι φυσιολογικό να διαμορφώνει και μια μεγαλύτερη συνοχή στο καθοδηγητικό και στελεχικό της δυναμικό, αλλά και σ’ ένα σημαντικό μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων της. Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη αναφορά: «Η Νέα Δημοκρατία είναι κόμμα των Συντηρητικών πολιτών, της Δεξιάς στην απλοελληνική […] η Δεξιά δεν είναι απλώς κόμμα. Είναι ζωτικός χώρος ιδεών και αντιλήψεων διαχρονικών. Δεν είναι ο αποκλειστικός εκφραστής της αστικής τάξης, διότι υπάρχει και το Κέντρο, υπάρχουν και οι Φιλελεύθεροι, και τα ανομοιογενή αυτά στοιχεία δεν είναι εύκολο να συγκεραστούν, ιδίως στην παρούσα συγκυρία»3.

Η σχετική σταθερότητα που έδειξε το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 δεν μπορεί φυσικά να καθησυχάσει τα επιτελεία της αστικής τάξης. Η ανάγκη για ένα κόμμα που θα εκφράζει με σταθερό και συμπαγή τρόπο το φιλελεύθερο - συντηρητικό χώρο απαιτεί την αναζωογόνηση-αναμόρφωση ενός πολιτικού φορέα, που έχει σοβαρά λαβωθεί στη λαϊκή συνείδηση από την κυβερνητική του συμμετοχή στην εφαρμογή των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων. «Η αστική τάξη εξακολουθεί να χρειάζεται ένα εκλογικά δυνατό φιλελεύθερο αστικό κόμμα, ικανό ν’ αντικαταστήσει το σοσιαλδημοκρατικό στη διακυβέρνηση»4. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε με ιδιαίτερη ικανότητα, απέναντι στα λαϊκά στρώματα, το ρόλο του αμόλυντου από τα «μνημόνια» φορέα, καταλαμβάνοντας το προσκήνιο του αστικού πολιτικού συστήματος με την ψήφιση του 3ου «Μνημονίου», στερώντας έτσι «ζωτικό χώρο» από τη ΝΔ.

Δεν πρόκειται όμως απλά για την αναγκαιότητα ενός πολιτικού κόμματος που θα μπορεί με αξιώσεις να διεκδικήσει την κυβερνητική εναλλαγή στην ιδεολογικοπολιτική εξαπάτηση των λαϊκών στρωμάτων, διαφοροποιούμενο από τον έτερο πόλο. Οι ανάγκες της αστικής τάξης στη σημερινή φάση απαιτούν μια ευρύτερη στήριξη στην προώθηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής, είτε μέσω μιας πιο διευρυμένης κυβερνητικής συνδιαχείρισης (σχεδιασμοί για κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» ή «οικουμενική»5) είτε μέσω ενός πιο αποτελεσματικού αντιπολιτευτικού πόλου. Το τελευταίο εκφράζεται παραστατικά σε πρόσφατο κύριο άρθρο της «Καθημερινής»: «Η Κεντροδεξιά δεν πρέπει να παρασυρθεί από το γενικότερο κλίμα του λαϊκισμού σε μία στείρα αντιμνημονιακή αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας. Όποτε το δοκίμασε, δεν έγινε πειστική [...] Η χώρα χρειάζεται μία στιβαρή, υπεύθυνη αντιπολίτευση»6. Στην ίδια κατεύθυνση, δεν αποκλείεται το επόμενο χρονικό διάστημα και ο διαχωρισμός του μέχρι τώρα ενιαίου κόμματος της ΝΔ στα δύο: Σ’ ένα τμήμα που θα στηρίζει πιο ενεργητικά την εφαρμοζόμενη πολιτική, πιθανόν και από κυβερνητικές θέσεις, και σ’ ένα τμήμα που θ’ αντιπολιτεύεται με πιο οξύ τρόπο, πάντα από τη σκοπιά καλύτερης προώθησης των συμφερόντων του κεφαλαίου.

Τα συμφέροντα της αστικής τάξης επιβάλλουν όμως κι ένα ξαναστέριωμα των κοινωνικών συμμαχιών της με μεσαία και μικροαστικά στρώματα, συμμαχίες που έχουν διαταραχτεί τα τελευταία χρόνια, δίχως φυσικά να έχουν διαρραγεί. Ο πολιτικός χώρος που εκπροσωπεί η ΝΔ αποτελούσε ανέκαθεν σημαντικό εκφραστή τέτοιων στρωμάτων (αυτοαπασχολούμενοι της πόλης, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες), κάτω από την ομπρέλα του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Το «κόμμα των νοικοκυραίων» πρέπει λοιπόν να ξαναστηθεί στα πόδια του, με τη μια ή την άλλη μορφή, με τη μια ή την άλλη παραφυάδα.

Από αυτήν τη σκοπιά έχει σημασία το ακόλουθο απόσπασμα από το χαιρετισμό του πρώην (μεταβατικού) προέδρου της ΝΔ Πλακιωτάκη στην πρόσφατη «Συνάντηση των Αθηνών για τις Ευρωπαϊκές ΜΜΕ», ανεξάρτητα από την παραδοσιακή λαθροχειρία7 που γίνεται με τον ορισμό των λεγόμενων μικρομεσαίων επιχειρήσεων:

«Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής οικονομίας, καθώς απασχολούν πάνω από το 90% των εργαζομένων και συνεισφέρουν το μεγαλύτερο κομμάτι στην παραγωγή πλούτου στη χώρα μας. Αποτελούν, επίσης, το συνεκτικό ιστό της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς εκτείνονται από την πρωτογενή παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση, και από το εμπόριο μέχρι τον τουρισμό […] Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως και το σύνολο της οικονομίας, έχουν πληγεί πολύ σοβαρά από την οικονομική κρίση, από την ύφεση, από τη μείωση των εισοδημάτων. Πλήττονται τώρα, ακόμη περισσότερο, από τους ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων που επέβαλε η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ […] Χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν, μετά τις τελευταίες νομοθετικές αλλαγές, να χάσουν τη ρύθμιση των 100 δόσεων αν καθυστερήσουν για λίγες μόνο μέρες να καταβάλουν τις δόσεις τους. Και αυτό, τη στιγμή που το κράτος, μέσα σε λίγους μήνες, έχει σχεδόν διπλασιάσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τους ιδιώτες […] Η Νέα Δημοκρατία ήταν –και παραμένει– η εγγυήτρια δύναμη προώθησης των διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη ο τόπος. Ιδεολογικά είμαστε κατά της αύξησης των φόρων. Συνεπώς, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρόκειται να ψηφίσει κανένα νέο φόρο, καμία νέα αύξηση φόρων […] Πώς μπορούν να επιβιώσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να δοθεί ρεαλιστική λύση στα “κόκκινα δάνεια”. Δεύτερο, να δοθεί ουσιαστική λύση στις ληξιπρόθεσμες οφειλές των επιχειρήσεων και επαγγελματιών στις ΔΟΥ και τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Τρίτον, να εξασφαλιστεί η ταχεία προώθηση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ· προγραμμάτων που εμείς εξασφαλίσαμε και λιμνάζουν ένα χρόνο τώρα. Προγραμμάτων που αφενός στηρίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αφετέρου εξασφαλίζουν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Τέταρτον, είναι επίσης επιτακτική ανάγκη να προχωρήσει η δανειοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με δάνεια έως 25 χιλιάδων ευρώ, μέσω του ΕΤΕΑΝ και με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»8.

Επιπλέον, σε συνθήκες όπου η έξοδος από την οικονομική κρίση, η ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας φαντάζουν δύσκολες και ασταθείς, ενώ οι αντιπαραθέσεις στην ΕΕ για το μίγμα των εφαρμοζόμενων πολιτικών δε λένε να κοπάσουν, στο έδαφος και των οξυνόμενων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, η αστική τάξη οφείλει να διαθέτει πολιτικούς εκπροσώπους με μια βεντάλια εναλλακτικών σχεδίων. Κι εδώ η ΝΔ ή τα όποια διάδοχα κόμματα οφείλουν να προβάλλουν ένα διακριτό στίγμα, ανεξάρτητα από τη συμπόρευση τους με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα σε βασικούς άξονες της αστικής στρατηγικής, στις διαβόητες «εθνικές» πολιτικές. Προσώρας κάτι τέτοιο δε φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί, πράγμα που γίνεται εύκολα κατανοητό από τα παρακάτω αποσπάσματα από την ομιλία του πρώην (μεταβατικού) προέδρου της ΝΔ στο πρόσφατο Συνέδριο του Ελληνο-αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, που στην ουσία επαναλαμβάνουν τις κατευθυντήριες γραμμές του 3ου Μνημονίου (ψηφισμένου από κοινού από ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), εμφανίζοντας απλά τη ΝΔ ως το μόνο έγκυρο κι έμπιστο διαχειριστή, το διαχειριστή που λειτουργεί δίχως «ιδεοληψίες»:

«Χρειάζεται, λοιπόν, πέρα από την ομαλή επαναλειτουργία του τραπεζικού συστήματος, να προχωρήσουν άμεσα οι διαρθρωτικές αλλαγές που ανακόπηκαν στις αρχές του 2015. Χρειάζεται, προπάντων, να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για ένα νέο, φιλόξενο, επενδυτικό περιβάλλον. Εκείνες που προωθούν την αποκρατικοποίηση της οικονομίας και την οικονομία στο κράτος. Εκείνες που φέρνουν νέες επενδύσεις, νέες επιχειρήσεις, νέες θέσεις δουλειάς. Εκείνες που προωθούν τον ανταγωνισμό. Που μειώνουν τη γραφειοκρατία. Που ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα. Που ενεργοποιούν την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ. Που ενισχύουν τις αναπτυξιακές προοπτικές. Η Ελλάδα χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, ριζική αναμόρφωση του ρόλου του κράτους, έτσι ώστε να λειτουργεί επιτελικά και ρυθμιστικά […] Χρειάζεται ακόμη (και είναι μείζονος σημασίας) να υπάρξει άμεση εφαρμογή συγκροτημένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, αλλά και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου […] Βασική προϋπόθεση στο δρόμο που προτείνουμε είναι η εφαρμογή συγκεκριμένου εθνικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης. Στόχος είναι να αξιοποιήσουμε, χωρίς καμιά άλλη καθυστέρηση, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας»9.

Έχει σημασία ν’ αναφέρουμε εδώ τις προτεραιότητες στην πολιτική διαχείριση που θέτει στη συγκεκριμένη συγκυρία ο ΣΕΒ, μια που αυτές μπορεί να λειτουργήσουν ως μια πυξίδα στη διαδικασία αναμόρφωσης της ΝΔ, με δεδομένο ότι ο Σύνδεσμος εκπροσωπεί ένα σημαντικό (αν και όχι το μοναδικό) κομμάτι του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα. Σε πρόσφατη ομιλία του, ο πρόεδρος του ΣΕΒ ανέφερε ανάμεσα σε άλλα ότι «δε χρειαζόμαστε μια νέα γενιά επιδοτήσεων που θα γεννήσει ξανά νέες σχέσεις εξάρτησης. Θέλουμε μια νέα αρχή με ξεκάθαρους οριζόντιους κανόνες, ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής, μετρήσιμα αποτελέσματα και ποιοτικές επενδύσεις». Έθεσε δύο βασικούς στόχους:

1. «Τη φορολογική ενθάρρυνση πρωτίστως των οικονομικά αποδοτικών επενδύσεων, όπως είναι οι επενδύσεις στην καινοτομία, σε εξωστρεφείς μεταποιητικές δραστηριότητες και υπηρεσίες, σε μεγάλα logistics και supply centers που θα κάνουν την Ελλάδα de facto διαμετακομιστικό κόμβο, στον τουρισμό, στις νέες τεχνολογίες, στην υγεία […] επιβράβευση των νέων επενδύσεων κάθε μεγέθους, που αποφέρουν κέρδη, με μειωμένους φορολογικούς συντελεστές».

2. «Πραγματική ώθηση στις μεταρρυθμίσεις, με έμφαση στη χωροθέτηση - αδειοδότηση των επιχειρήσεων, την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και την καλή νομοθέτηση».10

Εδώ και σε άλλα κείμενα του ΣΕΒ είναι σαφής η έμφαση στην αναγκαιότητα μείωσης του φορολογικού βάρους των επιχειρήσεων, κινήτρων που θα επιβραβεύουν το «οικονομικό αποτέλεσμα» (βλ. τα κέρδη) και παραπέρα μείωσης του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους εργασίας. Η εναντίωση του ΣΕΒ στους σημερινούς κυβερνητικούς σχεδιασμούς μικρής αύξησης των εργοδοτικών εισφορών (αύξηση που προτείνεται στο όνομα, υποτίθεται, προστασίας του υπάρχοντος επιπέδου των κύριων συντάξεων) μπορεί πιθανά να λειτουργήσει και ως ένα από τα σημεία-κλειδιά στη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού πλαισίου κυβερνητικής διαχείρισης εκ μέρους της ΝΔ. Ο ίδιος ο ΣΕΒ βέβαια, ως εκφραστής σημαντικών μερίδων του κεφαλαίου, κλείνει το μάτι και προς το σημερινό κυβερνητικό διαχειριστή, επιχαίροντας που έγινε πραγματικότητα από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το διαχρονικό αίτημα των βιομηχάνων για τη σύσταση υπουργείου «αφοσιωμένου στη βιομηχανική πολιτική».

Ενδιαφέρον έχει επίσης το γεγονός ότι οι φαρμακοβιομήχανοι, μια μερίδα του κεφαλαίου στην Ελλάδα που θεωρείται ότι στήριξε –ανοιχτά ή υπόγεια– την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, αναπροσαρμόζουν σήμερα τη στάση τους στο φως της υλοποιούμενης πολιτικής. Πέρα από τις πιπεράτες απειλές Γιαννακόπουλου για πτώση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, σε θεσμικό επίπεδο, τελευταίο δελτίο Τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας αναφέρει: «Η διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους των δανειστών σε ό,τι αφορά την πολιτική φαρμάκου κατέληξε σε φιάσκο. Η κυβέρνηση αποδέχτηκε πλήρως μια παλαιά απαίτηση των δανειστών για απαξίωση του ελληνικού φαρμάκου, γεγονός που οδηγεί με ταχύτητα στη διάλυση της ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας […] Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα εκβιάστηκε και δυστυχώς υιοθέτησε μια καταστροφική για την ελληνική οικονομία πολιτική, η οποία, ενώ δεν παράγει δημοσιονομικό αποτέλεσμα, θυσιάζει την εγχώρια παραγωγή και εξυπηρετεί μεγάλα ξένα οικονομικά συμφέροντα»11.

Στους συνολικότερους προσανατολισμούς του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην Ελλάδα, αλλά και στις διεργασίες στο εσωτερικό των αστικών κομμάτων, σημαντικό ρόλο αναντίρρητα θα παίξουν και τα συμφέροντα του εφοπλιστικού κεφαλαίου. Σημειώναμε σε παλιότερο άρθρο της ΚΟΜΕΠ: «Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο διαθέτει έναν από τους πρώτους στόλους διεθνώς, αποτελεί βασικό θαλάσσιο μεταφορέα των ΗΠΑ, με σημαντικές συμπράξεις με το αμερικανικό κεφάλαιο, αλλά και προνομιακές σχέσεις με την Κίνα, και αντιμετωπίζει σήμερα τις πιέσεις της ΕΕ για αλλαγή των ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων (π.χ. φορολόγηση με βάση τη χωρητικότητα και όχι τα κέρδη των πλοίων) του ελληνικού αστικού κράτους. Στις συγκεκριμένες πιέσεις, οι οποίες εντείνονται12, πρωταγωνιστούν η Γερμανία και η Βρετανία. Πρόκειται για το μοναδικό κλάδο της οικονομίας που οι ελληνικοί όμιλοι υπερέχουν των αντίστοιχων γερμανικών. […] Το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο είναι επίσης το λιγότερο ευάλωτο τμήμα του εγχώριου κεφαλαίου στην περίπτωση μιας προσωρινής εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη. Παράλληλα, ο προσανατολισμός σημαντικών εφοπλιστικών οικογενειών στα πλοία εξόρυξης και μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου συμβαδίζει με την επιλογή ενεργούς συμπόρευσης της Ελλάδας στα σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή για τον έλεγχο και την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, καθώς και για τη μεταφορά όπλων»13.

Στη διαδικασία αναμόρφωσης του συντηρητικού-φιλελεύθερου χώρου και στη διαμόρφωση του κυρίαρχου προγραμματικού του στίγματος σίγουρα θα βαρύνουν και τα συμφέροντα άλλων δυναμικών μερίδων του κεφαλαίου που διαγκωνίζονται μεταξύ τους και με τους διεθνείς ανταγωνιστές (π.χ. οι επίμονες απαιτήσεις των λεγόμενων ενεργοβόρων βιομηχανιών για φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα, η πιθανή δυσαρέσκεια του ελληνικού τραπεζικού κεφαλαίου μετά από την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, παρόλο που μπορεί να είχε έγκαιρα αναπροσαρμόσει τη δραστηριότητά του στο πλαίσιο των ομίλων του χρηματιστικού κεφαλαίου και με διεθνείς συνεργασίες με ξένα funds κτλ.). Έχουμε έγκαιρα αναδείξει μέσα από την αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ14, με βάση και τις μελέτες των βασικών αστικών επιτελείων, τους κλάδους στην καπιταλιστική οικονομία που προτάσσει η αστική τάξη στην Ελλάδα για ανάπτυξη. Οι κλάδοι αυτοί, με μικρές διαφοροποιήσεις και με εναλλασσόμενη προτεραιότητα, συνιστούν το βαρόμετρο για να κρίνουμε τη συνολικότερη πολιτική του αστικού κράτους και τις κινήσεις των διάφορων πολιτικών παραγόντων στο χώρο όπου μέχρι σήμερα κυριαρχεί η ΝΔ.

Οι συγκρούσεις μερίδων του κεφαλαίου για τη μοιρασιά της «πίτας» των κρατικών-κοινοτικών ρυθμίσεων κι επιδοτήσεων θα συνεχιστούν και θα ενταθούν στο φόντο μιας αναιμικής ανάκαμψης. Οι ισχυρές κεφαλαιακές μερίδες θ’ απαιτήσουν πολιτικούς διαχειριστές ικανούς να κρατάνε γερά το χαλινάρι των στρατηγικών αξόνων της αστικής πολιτικής (παραμονή στην Ευρωζώνη –που δε φαίνεται για την ώρα ν’ αμφισβητείται από το βασικό κορμό του κεφαλαίου– συμπίεση μισθών και ημερομισθίων), αλλά να διαθέτουν ταυτόχρονα ευελιξία τακτικής κι επιμονή στο στόχο ανάπτυξης των κλάδων αιχμής της καπιταλιστικής οικονομίας.

Το πρόταγμα της λεγόμενης «παραγωγικής ανασυγκρότησης» δεν μπορεί να είναι για το κεφάλαιο απλά διακηρυκτικό. Πρέπει να έχει σαφείς αιχμές, χρονοδιαγράμματα και γρήγορες αναπροσαρμογές με βάση τις εξελίξεις. Εκεί θα κριθεί και η κάθε αστική πολιτική δύναμη. Είναι σίγουρο ότι οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες θα παρακολουθούν στενά (έως και ασφυκτικά) τις επιδόσεις των πολιτικών τους εκπροσώπων σε αυτήν την κατεύθυνση.

Αξίζει εδώ να θυμίσουμε και την πρόταση που έκανε πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη ο πρόεδρος του ΣΕΒ: «Η Ελλάδα έχει μόνο μια επιλογή –στην οποία συμφωνούν οι δύο “μονομάχοι” της πρωτιάς στις εκλογές: Να κοιτάξει μπροστά […] Αυτό το “μπροστά” δεν μπορεί να είναι αφηρημένο. Συνδέεται με έναν οδικό χάρτη και δεσμεύσεις που υπερβαίνουν τις βεβαιότητες του ενός ή του άλλου και απαιτούν συλλογική δουλειά, υπερκομματική λογική, συναίνεση και ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Αυτός ο “ιστορικός συμβιβασμός” χρειάζεται να έχει και θεσμική και κοινωνική αναφορά […] Το μνημόνιο μπορεί να μετατραπεί σε ένα ελληνικό σχέδιο για την ανάπτυξη και να υλοποιηθεί μέσα από ένα νέο θεσμικό μηχανισμό, στο πνεύμα του οργανισμού “Αθήνα 2004”, ως μια παράλληλη κυβερνητική δομή που θα “τρέχει” καθημερινά τις μεταρρυθμίσεις, θα επιλύει αλληλεπικαλύψεις, θα παρέχει τεχνική βοήθεια και θα αξιοποιεί τη γνώση, την εμπειρία και τη δικτύωση των κοινωνικών εταίρων, όπως ο ΣΕΒ»15.

 

ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑ ΨΗΦΟΣ

 Στη διαδικασία αναμόρφωσης του συντηρητικού-φιλελεύθερου χώρου και τις πιθανές κατευθύνσεις που αυτή θ’ ακολουθήσει (διατήρηση του ενιαίου του χώρου, με αναπροσαρμογές στο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα του, ή διάσπασή του σε επιμέρους κομματικούς σχηματισμούς) πρέπει αναντίρρητα να συνυπολογιστεί και το γεγονός της διαρροής (από το 2012) ενός κομματιού της λαϊκής ψήφου, που παραδοσιακά συστεγαζόταν στη ΝΔ, προς το φασιστικό μόρφωμα της ΧΑ. Η πολύχρονη πια πείρα από τη δημιουργία και δράση φασιστικών κομμάτων δείχνει ότι οι δυνάμεις αυτές χρησιμοποιούνται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο ως ένας αποτελεσματικός κατασταλτικός βραχίονας (συμπληρωματικός στους μηχανισμούς καταστολής του αστικού κράτους) ανάλογα και με τη συγκυρία της ταξικής πάλης, είτε σε περιόδους όξυνσής της για τη χαλιναγώγηση του επαναστατικού εργατικού κινήματος (Ιταλία της δεκαετίας του 1920, Γερμανία του Μεσοπολέμου) είτε σε φαινομενικά πιο ήρεμες περιόδους για την ενσωμάτωση των λαϊκών αντιδράσεων σε πιο μακροπρόθεσμη βάση ή και στο πλαίσιο των ενδοκαπιταλιστικών ανταγωνισμών (Ουκρανία σήμερα). 

Στην Ελλάδα η πολύπλευρη στήριξη του φασιστικού μορφώματος (και των προπλασμάτων του στις «πλατείες») από τμήμα των καπιταλιστών, αλλά και των κρατικών οργάνων από το 2011 μέχρι σήμερα ήδη εξυπηρέτησε με αποτελεσματικό τρόπο το στόχο αποφυγής της ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών αντιδράσεων, στροφής τους προς μια ρεφορμιστική, στην ουσία βαθιά συντηρητική, κατεύθυνση. Με δεδομένο και το χαμηλό επίπεδο της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, η παραπέρα ενίσχυση της ΧΑ με την έντονα εγκληματική μορφή της δε φαίνεται ν’ αποτελεί σήμερα αναγκαιότητα για την αστική τάξη, παρόλο που η διατήρησή της στις κουΐντες του αστικού πολιτικού σκηνικού ως μια χρήσιμη ακραία αντικομμουνιστική δύναμη μπορεί να εντάσσεται στους αστικούς σχεδιασμούς.

Αυτό αφήνει ανοιχτό το πεδίο ενσωμάτωσης πλευρών της ρητορικής της ΧΑ (σχετικά με τους μετανάστες, διάφορες εθνικο-«πατριωτικές» κορόνες κτλ.) στο προπαγανδιστικό οπλοστάσιο είτε της ΝΔ ως συνόλου είτε κάποιου νέου κομματικού σχηματισμού που θα προκύψει από μια πιθανή διάσπασή της, και επανασυσπείρωσης ενός κομματιού της λαϊκής ψήφου. Σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να λειτουργήσει το πιθανολογούμενο νέο κόμμα υπό τους Τζιτζικώστα - Βορίδη, με τη στήριξη της πρώην βασιλικής οικογένειας, παραγόντων του «επιχειρείν» (Λονδίνο - εφοπλιστές), παραγόντων της ομογένειας των ΗΠΑ και τμήματος «της αμερικανικής πολιτικής ζωής και ειδικά των Ρεπουμπλικανών»16.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ο Βορίδης εκφράζει στην προσωπική του πολιτική διαδρομή μια διαδικασία εξευγενισμού-λουστραρίσματος ανάλογη με αυτή που θα επιδιώξει ένα κόμμα σαν το παραπάνω: Από γραμματέας της Νεολαίας της ΕΠΕΝ του Παπαδόπουλου, σε κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΝΔ.

Έχει ενδιαφέρον ότι η προσπάθεια νομιμοποίησης στη λαϊκή συνείδηση τέτοιων εξελίξεων μπορεί ν’ ακολουθήσει και φαινομενικά ασυνήθιστα μονοπάτια, όπως, για παράδειγμα, η κυκλοφορία από την εφημερίδα «Το Βήμα» της αυτοβιογραφίας του πρώην βασιλιά Κωνσταντίνου, με έντονη διαφημιστική προβολή.17 Είναι σίγουρο ότι ένας κομματικός σχηματισμός με τέτοιο ιδεολογικοπολιτικό στίγμα δε θ’ αποβλέπει μονόπλευρα στον προσεταιρισμό ενός κομματιού της ψήφου της ΧΑ. Θ’ αποβλέπει και σε προσέλκυση τμήματος των ψηφοφόρων των ΑΝΕΛ, επιχειρώντας ταυτόχρονα να διατηρήσει το βασικό κορμό της συντηρητικής ψήφου της ΝΔ.

Η πιθανή μελλοντική δημιουργία ενός νέου κομματικού σχηματισμού στην κατεύθυνση που περιγράφηκε παραπάνω (μετά από μια περίοδο ανήσυχης συγκατοίκησης των Τζιτζικώστα - Βορίδη, πιθανά και του στρατοπέδου Γεωργιάδη, με τους νικητές) θ’ ανοίξει το δρόμο για μια πολιτικο-ιδεολογική αναπροσαρμογή στο άλλο άκρο του φάσματος της λεγόμενης Κεντροδεξιάς. Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη αναζήτηση σε άρθρο της «Καθημερινής»: «Πολλοί από όσους την ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές αμφιταλαντεύτηκαν ανάμεσα στο Ποτάμι και τη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Όμως ψήφισαν ΝΔ, επειδή υπολόγισαν πως αυτή έχει τη δύναμη, και τη σοβαρότητα, για να ανασυγκροτήσει το πολιτικό Κέντρο, στο οποίο περιλαμβάνονται και όσοι μπορεί να μην ανήκουν σ’ αυτήν, διεκδικούν όμως τα δικαιώματα της πολιτικής σοβαρότητας, όπως ο κ. Βενιζέλος […] Ποιες δυνάμεις θα μπορέσουν να βρουν το χαμένο Κέντρο; Και ποιες θα σταθούν ικανές να εκφράσουν πολιτικά μια σοβαρή συντηρητική και ευρωπαϊκή Δεξιά; Αυτό είναι το ζητούμενο»18.

Οι παρασκηνιακές κινήσεις Βενιζέλου προς την ίδια κατεύθυνση ανασυγκρότησης του «Κέντρου»19, αλλά και οι συνομιλίες που φέρεται ότι έχει ένα από τα πρώτα ονόματα του ΠΟΤΑΜΙΟΥ (Θεοχάρης) με στελέχη της ΝΔ φανερώνουν ότι η διαδικασία αναμόρφωσης του χώρου της ΝΔ δεν μπορεί ν’ αφήσει ανεπηρέαστες τουλάχιστον τις παρυφές της Κεντροαριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ξανατονιστεί ότι η πορεία της αναμόρφωσης του συντηρητικού-φιλελεύθερου χώρου δεν αφορά στενά το ιδεολογικό στίγμα που θα διαμορφώσουν οι κομματικοί σχηματισμοί του χώρου, αλλά πρώτα και κύρια την επιλογή εκείνου του προσανατολισμού στην αστική πολιτική που θα εξυπηρετεί πιο ολοκληρωμένα τις ανάγκες των κυρίαρχων μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ο προσανατολισμός αυτός φυσικά και θα στολιστεί και μ’ ένα αναγκαίο ιδεολογικό στίγμα, προκειμένου να ενσωματωθούν οι λαϊκές μάζες ανάλογα με το επίπεδο της συνείδησής τους, αλλά και με το κατάλληλο πολιτικό προσωπικό (με την ταμπέλα του «νέου και άφθαρτου», του «έμπειρου», του «τεχνοκράτη» κτλ. κατά περίπτωση).

 

 Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

 Με δεδομένο ότι οι διεργασίες στο εσωτερικό της ΝΔ αντανακλούν τις επιδιώξεις για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης, δεν μπορεί να μη διαπλέκονται με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην περιοχή, καθώς το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην Ελλάδα είναι στενά διασυνδεμένο με αντίστοιχους ομίλους στην ΕΕ και στην ευρύτερη περιοχή. Φυσικά η υποδεέστερη θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα καθορίζει και το γεγονός ότι οι εξελίξεις στα ελληνικά αστικά πολιτικά κόμματα δεν μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την κατεύθυνση που θα πάρουν οι οξυνόμενες συγκρούσεις στην περιοχή, π.χ. για τους δρόμους μεταφοράς πρώτων υλών κι εμπορευμάτων. Μπορεί όμως, αντίστροφα, η πορεία αυτών των συγκρούσεων και ο συγκεκριμένος σε μια δεδομένη χρονική συγκυρία συσχετισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, μαζί και η αντίστοιχη θέση των ελληνικών μονοπωλιακών ομίλων στη σύγκρουση, να οδηγήσουν τις εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Πρόκειται για σύνθετο στη διερεύνησή του ζήτημα, ζήτημα που δεν έχουμε την αξίωση να δώσουμε ολοκληρωμένα στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου. Απαιτεί καλή γνώση όχι μόνο των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά, πρώτα και κύρια, του πώς οι επιδιώξεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενσωματώνουν στους σχεδιασμούς τους την ελληνική καπιταλιστική οικονομία και τους αντίστοιχους μονοπωλιακούς ομίλους. Δεν μπορεί παρά να ξεκινάμε την ανάλυσή μας στο ζήτημα από την οξύτατη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών κέντρων που μαίνεται εδώ και 4-5 χρόνια στο γεωγραφικό τόξο που εκτείνεται από την Ουκρανία μέχρι την Αίγυπτο, με σημείο αιχμής τη δεδομένη χρονική στιγμή την επέμβαση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων των ΗΠΑ, της ΕΕ και των συμμάχων τους στις εσωτερικές υποθέσεις της Συρίας20. Όπως τονίζει η ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ: «Οι στοχεύσεις αυτής της επέμβασης βρίσκονται στην προώθηση του σχεδίου της “Μεγάλης Μέσης Ανατολής”, που, όπως έγκαιρα είχαμε τονίσει, αφορά τη διασφάλιση της πρόσβασης των αμερικανικών κι ευρωπαϊκών μονοπωλίων στις πηγές Ενέργειας και στα νέα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, τον έλεγχο μιας μεγάλης περιοχής, που αποτελεί “πέρασμα” για το εμπόριο και τις μεταφορές. Ταυτόχρονα, στοχεύει στην “αναδόμηση” των αστικών καθεστώτων, ώστε να εξασφαλίζεται η κατά το δυνατόν σταθερή βάση για την εξάπλωση των μονοπωλιακών ομίλων στις αγορές της περιοχής. Τα σχέδια αυτά έρχονται σε σφοδρή αντίθεση με τα μονοπωλιακά συμφέροντα που έχουν στην περιοχή αυτή άλλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα και οι σύμμαχοί τους στην περιοχή»21.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πήρε επάξια τη σκυτάλη από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ και, παρά τις φραστικές διακηρύξεις περί πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και κινήσεις τακτικής (π.χ. επισκέψεις στη Ρωσία, χωρίς όμως κάποια απτά αποτελέσματα και πιθανά ενταγμένες σε ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς), ακολουθεί μέχρι κεραίας τις τρέχουσες κατευθύνσεις της ευρωατλαντικής πολιτικής στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστική η πρόσφατη ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου υπουργών Άμυνας της ΕΕ, που ενεργοποίησε το άρθρο 42 της Συνθήκης της ΕΕ (παροχή στρατιωτικής βοήθειας - ένταση της επέμβασης στην περιοχή στο όνομα βοήθειας προς τη Γαλλία μετά από τα αιματηρά τυφλά χτυπήματα στο Παρίσι). Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η τελευταία επίσκεψη Τσίπρα στο Ισραήλ, με τη σχεδιαζόμενη διεύρυνση της συνεργασίας σ’ ένα ευρύ φάσμα θεμάτων.

Το ερώτημα που πρέπει να διερευνηθεί είναι το αν, στο πλαίσιο των εν εξελίξει ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή, υπάρχουν υπολογίσιμες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου που αναζητούν εναλλακτικές ή πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις σε σχέση με τον παραδοσιακό ευρωατλαντικό προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Παρουσιάζοντας παλιότερες (προ της ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων) θέσεις των ΑΝΕΛ για «γεωπολιτικό αναπροσανατολισμό των ελληνικών στόχων», με αιχμή τη Ρωσία, αναφέραμε ότι: «Οι θέσεις αυτές για την αναγκαιότητα μιας διαφοροποίησης στους γεωστρατηγικούς προσανατολισμούς και συμμαχίες της Ελλάδας δεν αποτελούν φυσικά, όπως ήδη αναφέραμε προηγούμενα, κάποια ιδιαιτερότητα των ΑΝΕΛ. Αναπτύσσονται εδώ και αρκετά χρόνια, κάτω από το ιδεολογικό σχήμα της “πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής”, από πολιτικές δυνάμεις διάφορων, συχνά φαινομενικά αντίθετων, ιδεολογικών κατευθύνσεων, από δημοσιολόγους και δημοσιολογούντες, από εκλαϊκευτικά διαδικτυακά μέσα. Αποτέλεσαν μια πλευρά της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ υπό τον Κ. Καραμανλή, η οποία εκφράστηκε και στα ζητήματα των ενεργειακών συμφωνιών με τη Ρωσία και τη Βουλγαρία»22.

Είναι σήμερα εφικτή για το ελληνικό κεφάλαιο η επαναφορά παρόμοιων κατευθύνσεων σε κάτι παραπάνω από το επίπεδο προπαγανδιστικών διακηρύξεων; Το τοπίο είναι εξαιρετικά θολό και τα «βουβάλια στο βάλτο» πολύ δυνατά για να μπορεί η ελληνική αστική τάξη ή μερίδες της να τοποθετηθούν ανοιχτά, με καθαρό τρόπο. Δίνουμε παρακάτω ορισμένους βασικούς τομείς στους οποίους εξελίσσεται η σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών κέντρων στην περιοχή και όπου εμπλέκονται (ή δυνητικά μπορεί να εμπλακούν) τα συμφέροντα και ελληνικών μονοπωλιακών ομίλων, επιδρώντας και στις εξελίξεις στο εσωτερικό των αστικών κομμάτων:

1. Η κατεύθυνση αγωγών μεταφοράς φυσικού αερίου από Κατάρ -Σαουδική Αραβία - Ιράκ - Ράκκα Συρίας (ελέγχεται από το «Ισλαμικό κράτος») - Τουρκία ή, αντίθετα, από Ιράν - Ιράκ προς τα παράλια της Συρίας.

2. Η κατεύθυνση των αγωγών μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου (μέσω Τουρκίας ή μέσω Ελλάδας-Βουλγαρίας).

3. Η ανάπτυξη βασικών κλάδων της οικονομίας του Ιράν μετά από τη σύναψη της συμφωνίας για το πυρηνικό του πρόγραμμα (κατασκευαστικός τομέας, φάρμακα, μεταλλουργία κτλ.). Σημειώνουμε ότι στρατιωτικά τμήματα του Ιράν συμμετέχουν στο πλευρό της συριακής κυβέρνησης στις πολεμικές συγκρούσεις, όπως και ότι δεκάδες Έλληνες επιχειρηματίες συμμετείχαν σε πρόσφατη επίσκεψη εργασίας στην Τεχεράνη.23

4. Τα συμβόλαια ανοικοδόμησης των υποδομών και των οικονομικών δραστηριοτήτων στη Συρία που καταστράφηκαν / λεηλατήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.

5. Οι θαλάσσιοι και χερσαίοι δρόμοι μεταφοράς εμπορευμάτων που εφάπτονται ή διασχίζουν το ελληνικό έδαφος ή θάλασσα. Σημειώνουμε τις εν εξελίξει αντιθέσεις ομίλων των ιμπεριαλιστικών κέντρων για την αγορά των λιμενικών υποδομών της χώρας, την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να ξεμπλοκάρει με δραστικό τρόπο τη σιδηροδρομική γραμμή προς Βορρά, αλλά και τους σχεδιασμούς για μεταφορά αιγυπτιακού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω λιμένων και σταθμών επανυγροποίησης στην Ελλάδα.

6. Η ανάπτυξη κλάδων αιχμής στην οικονομία της Αιγύπτου, με έντονο ενδιαφέρον ελληνικών ομίλων για εμπλοκή τους.24

Αξίζει επίσης να διερευνηθεί και η εξής πλευρά: Η διαμόρφωση δύο διακριτών ευρύτερων στρατοπέδων στο εσωτερικό της ΝΔ, στη βάση μιας διαφορετικής προσέγγισης στα ζητήματα των σχέσεων με τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (από τη μια η πιο διαλλακτική πλευρά των Μεϊμαράκη - Μητσοτάκη, από την άλλη η πιο «ακραία» αντιπολιτευτική των Τζιτζικώστα - Βορίδη - Γεωργιάδη), μπορεί, πέρα από διαφορετικούς προσανατολισμούς στο πλαίσιο του ελληνικού κεφαλαίου, να συμβαδίζει και με εν εξελίξει συγκρούσεις στο πλαίσιο του ίδιου του ευρωατλαντισμού; Συγκρούσεις στο πλαίσιο της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ είναι φυσιολογικό να βρίσκουν επιμέρους έκφραση σε διαφορετικές γωνιές του πλανήτη. Στην ευρύτερη περιοχή μας οι διαφοροποιήσεις μπορεί ν’ αφορούν το επίπεδο των σχέσεων με τη Ρωσία, τους τρόπους διευθέτησης της σύγκρουσης στη Συρία, το ρόλο περιφερειακών δυνάμεων, όπως η Τουρκία και το Ισραήλ κτλ. Στο εσωτερικό της Ελλάδας μπορεί να βρίσκουν την αντανάκλασή τους σε προνομιακές σχέσεις κυβερνητικών με συγκεκριμένες μερίδες της αξιωματικής αντιπολίτευσης ή και σε συγκρούσεις μέσα στο ίδιο το κυβερνητικό επιτελείο (π.χ. οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Π. Καμμένου).

Η θέση της ελληνικής αστικής τάξης στον περιφερειακό και παγκόσμιο συσχετισμό των καπιταλιστικών κρατών είναι τέτοια, που της επιτρέπει να διεκδικεί με αποφασιστικότητα μερίδιο στην ιμπεριαλιστική μοιρασιά, αλλά ταυτόχρονα της επιβάλλει να κινείται με σύνεση, να ελίσσεται ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα για την εξυπηρέτηση των δικών της φυσικά συμφερόντων. Σύμφωνα με το παλιό γνωμικό, η ελληνική αστική τάξη δεν μπορεί «να βάλει όλα τ’ αβγά σ’ ένα καλάθι». Ανάλογα και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της δε φαίνεται ότι θα οδηγήσουν προς κάποιο ριζικό αναπροσανατολισμό της κατεύθυνσης της εξωτερικής πολιτικής, π.χ. προς τη Ρωσία25. Μπορεί όμως η επιλογή της ηγεσίας στο συντηρητικό-φιλελεύθερο χώρο που εκφράζει σήμερα βασικά η ΝΔ ή και η εμφάνιση νέων πολιτικών σχημάτων να αντανακλούν και τις νέες ισορροπίες που θα διαμορφωθούν μακροπρόθεσμα στην περιοχή, τις προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και τη συμμετοχή του ελληνικού αστικού κράτους σε αυτές. Για την ώρα, το τοπίο είναι εξαιρετικά εύθραυστο σε ολόκληρη την περιοχή, ανεξάρτητα από τις φραστικές διακηρύξεις περί κοινών προσπαθειών για την «πάταξη της τρομοκρατίας».

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Στα αστικά μέσα ενημέρωσης η παρακολούθηση των διεργασιών στα αστικά πολιτικά κόμματα επικεντρώνει στα χαρακτηριστικά, στις φιλοδοξίες και στις συγκρούσεις των διάφορων προσωπικοτήτων ή στις γενικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις τους («παραδοσιακός δεξιός», «φιλελεύθερος», «φιλομοναρχικός» κτλ.), δίχως να εστιάζει στη σύγκρουση συμφερόντων που υποβόσκει πίσω τους. Το επαναστατικό κίνημα δεν μπορεί να υποτιμήσει τις ενδοαστικές συγκρούσεις στο όνομα του ότι η αστική τάξη έχει ενιαία στρατηγική γραμμή απέναντι στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Η ίδια η φύση του καπιταλιστικού συστήματος γεννά και αναπαράγει οξύτατες αντιθέσεις ανάμεσα σε τμήματα του κεφαλαίου, αντιθέσεις που νομοτελειακά βρίσκουν την έκφρασή τους και σε αντιθέσεις στο επίπεδο του αστικού κράτους σχετικά με την πολιτική διαχείρισης των γενικών συμφερόντων της τάξης.

Σε περιόδους καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης η μεγαλύτερη αμφισβήτηση της αστικής πολιτικής από μεριάς των λαϊκών στρωμάτων επιχειρείται να μη μετατραπεί σε αγωνιστική, ριζοσπαστική διάθεση. Όχημα μιας τέτοιας ενσωμάτωσης αποτελούν και τα αστικά πολιτικά κόμματα και οι διεργασίες σε αυτά. Καθήκον των κομμουνιστών είναι, κατανοώντας τις υπαρκτές αντιθέσεις στην άρχουσα τάξη και χρησιμοποιώντας τη γνώση αυτή για να ενισχύσουν την πάλη εναντίον της, ν’ αποκαλύπτουν την κοινή στρατηγική πλεύσης όλων των αστικών κομμάτων, να βοηθούν τον εργατόκοσμο και τη φτωχολογιά να δει τον πραγματικό ταξικό αντίπαλο και να μη στοιχίζεται πίσω από τους διάφορους αστούς σωτήρες, που εμφανίζονται με το μανδύα του «άφθαρτου», του «νέου», του «προοδευτικού».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Βασίλης Όψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τις μετεκλογικές εξελίξεις και τον προγραμματισμό δράσης», 23 Οκτώβρη 2015.

2. Το άρθρο παραδόθηκε στη Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ στις 18 Δεκέμβρη 2015, πριν ολοκληρωθούν οι εκλογικές διαδικασίες στη ΝΔ.

3. Κ. Ιορδανίδης, «Περί της Νέας Δημοκρατίας», εφημερίδα «Καθημερινή», 26 Νοέμβρη 2015.

4. Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ: «Για τις μετεκλογικές εξελίξεις και τον προγραμματισμό δράσης», 23 Οκτώβρη 2015.

5. Προς την ίδια κατεύθυνση «για ευρύτερη συναίνεση στην εφαρμογή του μνημονίου, και ίσως ευρύτερα στο πλαίσιο μιας οικουμενικής κυβέρνησης», μπορεί να οδηγήσουν κι εξωτερικοί παράγοντες. Δες Κ. Σώκου, «Η δικαίωση των Αμερικανών», εφημερίδα «Καθημερινή», 25 Νοέμβρη 2015.

6. «Να μην παρασυρθεί», κύριο άρθρο, εφημερίδα «Καθημερινή», 16 Δεκέμβρη 2015.

7. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (http://sev4enterprise.org.gr/wp-content/uploads/2014/05/EKTHESEIS-13.pdf) υπολογίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) σε 99,9% του συνόλου των επιχειρήσεων και τον αριθμό των απασχολούμενων σε αυτές στο 85% του συνόλου. Η λαθροχειρία συνίσταται στο ότι στις ΜΜΕ συμπεριλαμβάνονται επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι και 250 εργαζόμενους (!), στην ουσία καθαρά καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Για σύγκριση, οι «πολύ μικρές» επιχειρήσεις (μέχρι 9 εργαζόμενοι) απασχολούν το 55% του συνόλου των εργαζομένων.

8. http://nd.gr/nea/hairetismos-toy-proedroy-tis-nd-k-gianni-plakiotaki-stin-1i-synantisi-ton-athinon-gia-tis

9. http://nd.gr/nea/omilia-toy-proedroy-tis-neas-dimokratias-k-gianni-plakiotaki-sto-synedrio-toy-ellino

10. Θ. Φέσσας, σε εκδήλωση του ΣΕΒ με θέμα «Ελλάδα Φιλική στις Επενδύσεις: Κρίσιμες Παρεμβάσεις στο Επιχειρηματικό Περιβάλλον».

11. Δελτίο Τύπου ΠΕΦ, 18 Νοέμβρη 2015, http://www.pef.gr/apofasi-kyvernisis-gia-ta-genosima

12. Και υλοποιήθηκαν ως συγκεκριμένες ρυθμίσεις στο νέο (3ο) «Μνημόνιο».

13. Μ. Παπαδόπουλου: «Φανερές και αθέατες όψεις της αστικής διαπραγμάτευσης», ΚΟΜΕΠ,  τ. 3/2015.

14. Κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ: «Οι τελευταίες εξελίξεις στην ελληνική οικονομία», ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2014.

15. Θ. Φέσσα: «Ο μεγάλος κοινωνικός (και πολιτικός) συνασπισμός», 5 Σεπτέμβρη 2015, ΑΠΕ-ΜΠΕ, http://www.amna.gr/article/87333/O-megalos-koinonikos-%28kai-politikos%29-sunaspismos

16. «Με δύναμη από την Λέγκα του Βορρά», εφημερίδα «Το Βήμα», 4 Οκτώβρη 2015.

17. «Βασιλεύς Κωνσταντίνος. Χωρίς τίτλο», σε 3 τόμους.

18. Τ. Θεοδωρόπουλος, «Το χαμένο κέντρο», εφημερίδα «Καθημερινή», 25 Νοέμβρη 2015.

19. http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=759587.

20. Για τις τελευταίες εξελίξεις στη Συρία, δες και το άρθρο του Ελ. Βαγενά στο παρόν τεύχος της ΚΟΜΕΠ.

21. Ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ: «Απεμπλοκή τώρα από τους επικίνδυνους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς», 20 Νοέμβρη 2015.

22. Β. Όψιμου: «Οι διεργασίες στο εθνικιστικό ρεύμα», ΚΟΜΕΠ, τ. 3/2014.

23. http://www.kathimerini.gr/839042/article/oikonomia/epixeirhseis/ependytikes-eykairies-sto-iran-anazhtoyn-oi-ellhnikes-etaireies.

24. http://www.sev.org.gr/ekdiloseis/ekdiloseis-sev/2i-synantisi-tou-epicheirimatikou-symvouliou-elladas-aigyptou-7-12-15/.

25. Είναι χαρακτηριστικά τα ακόλουθα λόγια του υπ. Εξωτερικών Π. Καμμένου, στη Real News: «Η Ελλάδα έχει παραδοσιακούς δεσμούς και σχέσεις πέραν των συμμαχιών της με την ΕΕ και το NATO, με χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος, τα Αραβικά Εμιράτα, η Τυνησία και βεβαίως η Κύπρος. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα του NATO η οποία διατηρεί άριστες σχέσεις με τη Ρωσία […] η Ελλάδα αποτελεί τη χώρα σταθερότητας που μπορεί να δημιουργήσει ένα “τόξο” σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή».