Ο ΚΛΑΔΟΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2001-2015

Η ομαλή αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου της κοινωνίας –και κατ’ επέκταση και των ατομικών κεφαλαίων– προϋποθέτει την ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η παραγωγή της υπεραξίας (της απλήρωτης εργασίας των εργαζομένων) κατά την παραγωγική διαδικασία είναι «δώρο άδωρο» για τους καπιταλιστές, αν δεν καταστεί εφικτό να μετατραπεί σε χειροπιαστό κέρδος στις τσέπες τους. Αυτή η μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος μπορεί να συντελεστεί μόνο μέσω της πώλησης των εμπορευμάτων που περιέχουν αυτήν την υπεραξία (ως τμήμα της αξίας τους).

Αυτό γίνεται καλύτερα κατανοητό αν δούμε τη συνολική κυκλική κίνηση που πρέπει να επιτελέσει το κεφάλαιο για να ιδιοποιηθεί την υπεραξία. Ξεκινώντας ο κεφαλαιοκράτης με ένα χρηματικό ποσό (χρηματικό κεφάλαιο), αγοράζει μέσα παραγωγής κι εργατική δύναμη, τα συνενώνει στην παραγωγική διαδικασία (παραγωγικό κεφάλαιο) από την οποία προκύπτει το τελικό εμπόρευμα (εμπορευματικό κεφάλαιο), στην αξία του οποίου περιέχεται και η υπεραξία. Για να φτάσει όμως αυτή στα χέρια του καπιταλιστή, πρέπει το εμπόρευμα να πουληθεί πάνω-κάτω στην αξία του, πρέπει δηλαδή το εμπορευματικό κεφάλαιο να μετατραπεί σε χρήμα, σε χρηματικό κεφάλαιο.

Αυτός είναι ο ρόλος που επιτελεί το εμπόριο στον καπιταλισμό προς όφελος της αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Μετά από ένα σημείο μάλιστα, ένα τμήμα της αστικής τάξης εξειδικεύεται στην άσκηση του εμπορίου1, τοποθετώντας κεφάλαια στη σφαίρα κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (για υποδομές, εγκαταστάσεις, αγορές εμπορευμάτων και μίσθωση εργατικής δύναμης). Παράλληλα αυτό το τμήμα του κεφαλαίου εκτελεί και μια σειρά από δραστηριότητες της παραγωγής που συνεχίζονται στη σφαίρα της κυκλοφορίας (λ.χ. συσκευασία, ταξινόμηση, συντήρηση, αποθήκευση κλπ.), οι οποίες στην εποχή μας αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της δραστηριότητας στο εμπόριο.

Η εξειδίκευση ενός τμήματος της αστικής τάξης στο εμπόριο συμβάλλει σημαντικά στην επιτάχυνση της αγοραπωλησίας των εμπορευμάτων και κατ’ επέκταση της ταχύτητας επιστροφής του κέρδους στα χέρια των βιομήχανων καπιταλιστών. Ως «ανταμοιβή» για τη συμβολή αυτή, οι βιομήχανοι καπιταλιστές μετακυλύουν ως εμπορικό κέρδος στις τσέπες των εμπόρων καπιταλιστών ένα μέρος της υπεραξίας που έχει παραχθεί στις επιχειρήσεις τους.

Η παραπάνω σύντομη ανάλυση δεν αποτελεί «μαρξιστικό σχολαστικισμό». Αντίθετα, είναι απαραίτητη για την κατανόηση της κοινής αγωνίας βιομηχάνων κι εμπόρων (αλλά και τραπεζιτών) καπιταλιστών για την άνοδο του γενικού ποσοστού κέρδους μέσω της ανόδου του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων σε όλους τους κλάδους. Όσο περισσότερη υπεραξία δημιουργείται στην παραγωγή τόσο περισσότερο κέρδος μπορεί να διεκδικήσει (μέσω του ανταγωνισμού) και το εμπορικό κεφάλαιο.

Από την άλλη, όσο πιο «αποδοτικά» λειτουργεί το εμπόριο, όσο πιο γρήγορα πωλούνται τα εμπορεύματα τόσο περισσότερο κεφάλαιο μπορεί ν’ αφιερωθεί στην παραγωγή εμπορευμάτων (και υπεραξίας), από την οποία στη συνέχεια θα επωφεληθούν όλα τα τμήματα της αστικής τάξης.

Με βάση τα παραπάνω, γίνεται κατανοητό γιατί το μεγάλο κεφάλαιο στον κλάδο του εμπορίου κάνει λόγο για την ανάγκη προώθησης μεταρρυθμίσεων σε όλους τους κλάδους, που θ’ ανεβάσουν το γενικό ποσοστό κέρδους. Εξίσου συνεπείς με το ταξικό τους συμφέρον είναι και οι βιομήχανοι καπιταλιστές όταν αναδεικνύουν τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στο εμπόριο ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας συνολικά (βλ. ενδεικτικά τη σχετική αναφορά στη μελέτη του ΣΕΒ με τίτλο «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά»).

Στο άρθρο αυτό θα επιχειρήσουμε να κάνουμε μια παρουσίαση των βασικών τάσεων που χαρακτηρίζουν τον κλάδο του εμπορίου κατά την τελευταία 15ετία. Αυτή η 15ετία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί είναι σχεδόν ισοβαρώς κατανεμημένη μεταξύ μιας φάσης γρήγορης καπιταλιστικής ανάπτυξης (2001-2008) κατά την οποία το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξανόταν με πιο γρήγορο ρυθμό από το μέσο όρο της ΕΕ και μιας φάσης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης (2008-2015) η οποία –παρά κάποια σημάδια σταθεροποίησης το 2014– διαρκεί ως σήμερα. Χαρακτηριστικό γι’ αυτήν την τελευταία είναι το γεγονός ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας έχει μειωθεί μέχρι τώρα περίπου κατά 26%, ενώ η ανεργία προσέγγισε το 27%.

 

ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 Η βαθειά καπιταλιστική κρίση επηρέασε και τον κλάδο του εμπορίου. Παρόλ’ αυτά, ως κλάδος της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει διαχρονικά ιδιαίτερη βαρύτητα από άποψη συμβολής του σε αυτή, όπως φαίνεται και από μια σειρά δείκτες (παρά τα μεθοδολογικά προβλήματα που έχουν αυτοί οι δείκτες), όπως η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), ο Κύκλος Εργασιών, η Απασχόληση, που θα μελετήσουμε και παρακάτω.

Αναφορικά με τη συμβολή του κλάδου στη συνολική ΑΠΑ της ελληνικής οικονομίας, αυτή ανερχόταν το 2010 αθροιστικά στο χονδρικό και το λιανικό εμπόριο στο 13,9% της συνολικής ΑΠΑ, την ίδια ώρα που στη Γαλλία και στη Γερμανία η συμβολή αυτή έφτανε στο 8,5% και στο 7,5% αντίστοιχα.

Από την άλλη μεριά, η αντίστοιχη συμβολή των κλάδων των Κατασκευών και της Βιομηχανίας Μετάλλου το ίδιο έτος ανερχόταν στην Ελλάδα στο 4,5% και 1,2% αντίστοιχα2. Η μεγάλη βαρύτητα του κλάδου του εμπορίου σε σχέση με παραγωγικούς κλάδους, που εξηγείται από μια σειρά ιστορικούς λόγους, τελικά επιδρά αρνητικά στην καπιταλιστική συσσώρευση. Ο συγκεκριμένος προβληματισμός αναπτύσσεται και στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, εκφράζοντας συν τοις άλλοις και μια σειρά από ενδοαστικές αντιπαραθέσεις.

Emp 1

Όσον αφορά το συνολικό κύκλο εργασιών του κλάδου, παρουσίασε συνολική άνοδο ύψους 1,6% την περίοδο από το 20023 μέχρι και το 20134. Ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 34,6% περίπου το διάστημα 2002-2007, και στη συνέχεια συρρικνώθηκε κατά 33% περίπου την περίοδο 2008-20135, στη φάση εκδήλωσης της κρίσης.

Όσον αφορά την εσωτερική διάρθρωσή του, ο κλάδος του εμπορίου μπορεί να διαιρεθεί στους υποκλάδους του χονδρικού και του λιανικού εμπορίου, ενώ η αστική στατιστική παρουσιάζει ως χωριστή υποδιαίρεση και τον κλάδο των αυτοκινήτων. Οι δύο πρώτες υποδιαιρέσεις αποτελούν το συντριπτικά μεγάλο κομμάτι του κλάδου. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το χονδρικό και το λιανικό εμπόριο καταλαμβάνουν την περίοδο 2001-2013 περίπου το 90% της απασχόλησης του κλάδου και της μισθωτής εργασίας και το 87% της ΑΠΑ του κλάδου, με τα ποσοστά αυτά ν’ αυξάνονται σταθερά αυτήν την περίοδο ανεξαρτήτως οικονομικής φάσης.

Το 2013 στο λιανικό εμπόριο εργαζόταν το 69% του συνόλου των απασχολούμενων του κλάδου, το 64,5% των μισθωτών του κλάδου, το 77,2% των αυτοαπασχολούμενων και το 65,4% των εργοδοτών του κλάδου.

Ταυτόχρονα, ο τζίρος αυτού του υποκλάδου το ίδιο έτος αποτελούσε το 40,1% περίπου του συνολικού κύκλου εργασιών του εμπορίου και παρουσίασε αυξητικές τάσεις από το 2002.

Στο χονδρικό εμπόριο εργαζόταν το 20% των συνολικά εργαζόμενων στον κλάδο, το 25,1% των μισθωτών, το 11,1% των αυτοαπασχολούμενων και το 21,7% των εργοδοτών του συνόλου του κλάδου για το 2013.

Ο κύκλος εργασιών του υποκλάδου, ύψους 54,6%, αποτελούσε το μεγαλύτερο κομμάτι του συνολικού κύκλου εργασιών του εμπορίου, τάση που συνεχίζει ανοδική.

Τέλος, το εμπόριο αυτοκινήτων έχει τη μικρότερη συγκέντρωση απασχόλησης του κλάδου. Συγκεντρώνει το 11% των απασχολούμενων του κλάδου, το 10,4% των μισθωτών, το 11,7% των αυτοαπασχολούμενων και το 12,9% των εργοδοτών. Ο κύκλος εργασιών αποτελεί μόλις το 5,3% του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου, και μάλιστα είναι από το 2002 μειωμένο σε αντίθεση με τους προηγούμενους δύο υποκλάδους του εμπορίου.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

 Ο κλάδος, καθώς εκ των πραγμάτων δένει με το σύνολο της οικονομίας, πραγματοποιώντας μεγάλο τμήμα του συνόλου της παραγόμενης αξίας, ακολουθεί στενά την οικονομική εξέλιξή της.

Την περίοδο 2001-2008, το εμπόριο αναπτύχθηκε σημαντικά. Ο αριθμός των επιχειρήσεων στον κλάδο αυξήθηκε από 258.133 σε 297.450. Αυξήθηκε επίσης ο κύκλος εργασιών στον κλάδο, από 112.6 δισ. ευρώ σε 171 δισ. ευρώ. Τέλος, την ίδια περίοδο, αυξήθηκε ο αριθμός των μισθωτών στον κλάδο, από 345 χιλιάδες σε 439 χιλιάδες, αλλά και γενικότερα ο αριθμός των απασχολούμενων, από 704 χιλιάδες σε 833 χιλιάδες.

Στην περίοδο της κρίσης ο κλάδος συρρικνώθηκε. Από το 2008 μέχρι το 2013 ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά 33,1%. Η κρίση εκδηλώθηκε με μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων στον κλάδο. Ο αριθμός τους μειώθηκε από 297 χιλιάδες το 2008 σε 251 χιλιάδες το 2013. Στον κλάδο σημειώθηκε κύμα απολύσεων που οδήγησε σε μείωση του αριθμού των μισθωτών, από 439 χιλιάδες το 2008 σε 374 χιλιάδες το 2013, αλλά και γενικότερα του αριθμού των απασχολούμενων, από 833 χιλιάδες το 2008 σε 656 χιλιάδες το 2013.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ

 Ειδικά για την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) απαιτείται μια μεθοδολογική παρέκβαση. Με βάση την αστική στατιστική, η ΑΠΑ ενός εργοστασίου ή ενός κλάδου μετρά την αύξηση της αξίας των παραγόμενων εμπορευμάτων, χωρίς να υπολογίζει τη φθορά στοιχείων του πάγιου κεφαλαίου και τη μεταφορά της αξίας τους στο τελικό εμπόρευμα (που στην αστική στατιστική αποτυπώνονται με τις διάφορες αποσβέσεις). Ουσιαστικά υπολογίζονται αφαιρώντας από την τιμή των παραγόμενων εμπορευμάτων τις δαπάνες για μισθούς, για πρώτες ύλες, για αναλώσιμα κλπ.

Από μαρξιστική σκοπιά, η ΑΠΑ έχει σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα. Οι αστοί οικονομολόγοι υπολογίζουν «προστιθέμενη αξία» σε κάθε κλάδο όπου πραγματοποιούνται χρηματικές συναλλαγές, έτσι γίνεται η διπλή μέτρηση για ορισμένες –όχι ευκαταφρόνητου μεγέθους– δραστηριότητες όπως, π.χ. η Δημόσια Διοίκηση, παρόλο που εδώ ούτε παράγεται, ούτε πραγματοποιείται νέα αξία, αλλά διανέμεται εισόδημα.

Εξάλλου, η έννοια της ΑΠΑ διαχωρίζει το πάγιο από το κυκλοφοριακό σταθερό κεφάλαιο, αφού δεν υπολογίζει τη συνεισφορά του πρώτου στην τελική αξία των παραγόμενων εμπορευμάτων.

Για το εμπόριο, η ΑΠΑ υπολογίζεται ως διαφορά ανάμεσα στις τιμές πώλησης και στο άθροισμα του κόστους των πωληθέντων, των μισθών και των γενικών δαπανών. Αποτελεί μια πρώτη προσέγγιση στα ακαθάριστα κέρδη που σημειώνει το εμπορικό κεφάλαιο και η συσχέτισή του με το σύνολο της ΑΠΑ δείχνει το σχετικό μέγεθος του εμπορικού κεφαλαίου. Πρέπει να σημειώσουμε εμφατικά το μεθοδολογικό πρόβλημα της ΑΠΑ στο εμπόριο. Η αγορά και η επαναπώληση ενός εμπορεύματος δεν αυξάνει την αξία του και συνεπώς δεν υπάρχει στην πραγματικότητα προστιθέμενη αξία στον κλάδο. Το καθαυτό εμπορικό κέρδος είναι τμήμα της υπεραξίας που έχει παραχθεί στη βιομηχανία και παραχωρείται στον έμπορο για να εκτελέσει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Μιλάμε φυσικά για τη θεωρητική περίπτωση του αμιγούς εμπορίου, με μοναδική δραστηριότητα τη ρευστοποίηση των εμπορευμάτων. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε πως στις σύγχρονες συνθήκες αυτό, το αμιγές εμπόριο, είναι μάλλον θεωρητικό σχήμα. Υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από δραστηριότητες που δημιουργούν νέα αξία και πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των εμπορικών επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα αναφερόμαστε σε δραστηριότητες αποθήκευσης, τελικής συσκευασίας εμπορευμάτων κ.ά., στη «συνέχιση του προτσές της παραγωγής μέσα στο προτσές της κυκλοφορίας». Στις σύγχρονες συνθήκες, το σχετικό μερίδιο αυτών των δραστηριοτήτων στο εμπόριο είναι σημαντικά μεγαλύτερο από παλιότερες περιόδους. Έτσι, οι εμπορικές επιχειρήσεις έχουν και παραγωγικό κομμάτι και υπ’ αυτήν την έννοια παράγεται νέα αξία και υπεραξία στον κλάδο του εμπορίου. Τα τελικά οικονομικά στοιχεία του εμπορίου προκύπτουν ως άθροισμα των προαναφερθέντων, αλλά αποτυπώνονται ενιαία στην ΑΠΑ για το εμπόριο.

Ωστόσο για τα επιμέρους εμπορικά κεφάλαια η συγκεκριμένη διαφοροποίηση είναι μάλλον σχολαστικισμός και γι’ αυτό άλλωστε και η αστική στατιστική επιμένει να παρέχει ΑΠΑ για το εμπόριο6. Το εμπορικό κεφάλαιο βγάζει κέρδος από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και αυτό το κέρδος αποτυπώνεται στην ΑΠΑ του εμπορίου. Έτσι, για λόγους σύγκρισης με άλλα τμήματα του κεφαλαίου, η κατηγορία της ΑΠΑ στο εμπόριο είναι απολύτως χρήσιμη. Σημειώνουμε απλά πως δεν πρόκειται αμιγώς για προστιθέμενη αξία στο εμπόριο.

Καθώς ισχύει πως «αν η ζωή σου φέρει λεμόνια, φτιάξε λεμονάδα», αναγκαζόμαστε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν την κατηγορία για να συγκρίνουμε διαφορετικούς κλάδους, αφού αυτή παρέχεται από την αστική στατιστική.

 

ΠΟΡΕΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ

 Πριν περάσουμε στη μελέτη των δεδομένων του εμπορίου, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι λεγόμενες Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ) στην Ελλάδα αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής οικονομίας.

Αυτά τα συμπεράσματα για τις ΜμΕ αποτυπώνονται και στη σύγκριση των στοιχείων ανά μέγεθος επιχείρησης σε Ελλάδα και ΕΕ7. Σημειώνουμε πως τα εν λόγω στοιχεία δεν αφορούν το σύνολο των επιχειρήσεων (δεν περιλαμβάνουν τον αγροτικό τομέα, την εκπαίδευση, την υγεία).

 Emp 2

Το ποσοστό των ΜμΕ στο σύνολο των επιχειρήσεων δεν αποτελεί αξιόπιστο δείκτη, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι ένα πολύ μικρό κλάσμα του συνόλου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ.

Οι ΜμΕ επιχειρήσεις στην Ελλάδα απασχολούν το 85,8% του εργατικού δυναμικού έναντι του 66,9% στην ΕΕ και διαμορφώνουν το 72% της συνολικής ΑΠΑ έναντι του 58,1% στην ΕΕ. Πέραν αυτού, στην Ελλάδα, η επιμέρους διάρθρωση σε μεγέθη των ΜμΕ είναι διαφορετική απ’ ό,τι στην ΕΕ. Ειδικότερα, στην Ελλάδα οι Πολύ Μικρές επιχειρήσεις είναι αναλογικά περισσότερες (96,2% έναντι 92,4%), απασχολούν σημαντικό τμήμα του εργατικού δυναμικού (55,2% έναντι 29,1% στην ΕΕ-28) και διαμορφώνουν μεγαλύτερο τμήμα της ΑΠΑ (33,1% έναντι 21,6%).

Τα στοιχεία επίσης δείχνουν και τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας στις ΜμΕ, συγκρίνοντας την με τη μέση παραγωγικότητα. Στην Ελλάδα, η σχετική παραγωγικότητα της εργασίας στις ΜμΕ είναι 81% της μέσης, ενώ στην ΕΕ 87% της μέσης. Στις Πολύ Μικρές επιχειρήσεις, η σχετική παραγωγικότητα στην Ελλάδα είναι 63% της μέσης, ενώ στην ΕΕ 73,5% της μέσης.

Χρειάζεται ν’ αναφερθεί ότι τα στοιχεία του παραπάνω πίνακα περιλαμβάνουν στο συνολικό αριθμό των επιχειρήσεων και τις επιχειρήσεις εκείνες που δε χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία (αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό). Οι επιχειρήσεις αυτές είναι εξαιρετικά πολυάριθμες στην Ελλάδα. Σε αντιπαραβολή, τα στοιχεία από τις καταστάσεις προσωπικού που υποβάλλουν στην Επιθεώρηση Εργασίας οι επιχειρήσεις που απασχολούν έστω και ένα μισθωτό με εξαρτημένη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δείχνουν ότι για το 2015 οι επιχειρήσεις αυτές έφταναν τις 261.623 (σε σύγκριση με τις 654.367 του προηγούμενου πίνακα).8

Η αντίστοιχη δομή της απασχόλησης ανά μέγεθος επιχείρησης δίνεται στον παρακάτω πίνακα.

Emp 3

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, στο 89,2% των επιχειρήσεων που απασχολούν έως 10 εργαζόμενους («πολύ μικρές») εργάζεται το 28,89% του συνόλου των μισθωτών, ενώ στο 0,23% των επιχειρήσεων που απασχολούν πάνω από 250 εργαζόμενους («μεγάλες») εργάζεται το 26,72% του συνόλου των μισθωτών.

Αυτό το στοιχείο δείχνει ισχυρή τάση ανάπτυξης των μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων στην ελληνική οικονομία. Η πραγματικότητα αυτή πρέπει να συνδεθεί με την αναφορά των ΜμΕ που συχνά χαρακτηρίζονται ως «ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας». Φυσικά, η αναφορά αυτή σχετίζεται ως ένα βαθμό και με την ευρεία έκταση που έχουν, όπως επίσης και με το σχετικό μέγεθος της απασχόλησης σε αυτές. Κυρίως όμως έχει προπαγανδιστικό χαρακτήρα. Συγκαλύπτει πως πραγματική ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας είναι οι μονοπωλιακοί όμιλοι που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική ζωή της χώρας και πως, για το λόγο αυτό, διαχρονικά η αστική πολιτική εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων και όχι γενικά της κοινωνίας.

Ειδικότερα, στο εμπόριο οι ΜμΕ απασχολούσαν το 2013 το 83,9% των μισθωτών εργαζομένων του εμπορίου και «διαμόρφωναν» το 86,4% της συνολικής ΑΠΑ του κλάδου. Οι δε μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή το 0,03% του συνόλου των επιχειρήσεων του κλάδου, απασχολούσε το 16,1% των μισθωτών και διαμόρφωνε το 13,6% της συνολικής ΑΠΑ. Μια μερική εξήγηση αυτής της πραγματικότητας δίνει η σχετική «παραγωγικότητα της εργασίας9».

Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν μια σχετική παραγωγικότητα 1,18 σε σχέση με το μέσο όρο, ενώ οι ΜμΕ 0,97 του μέσου όρου. Πρόκειται γενικά για αναμενόμενο στοιχείο. Καθώς στο καθαυτό εμπόριο δεν παράγεται νέα αξία, η βελτίωση της «παραγωγικότητας» της εργασίας με την αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων είναι αναμενόμενα μικρότερη απ’ ό,τι σε παραγωγικούς κλάδους.

 Emp 4

Από τα παραπάνω στοιχεία μπορούμε να συνάγουμε πως –σε σχέση με το σύνολο της ελληνικής οικονομίας– ο κλάδος του εμπορίου βρίσκεται σχετικά πιο πίσω στην πορεία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, με βάση τη διάρθρωση της ΑΠΑ ανά κατηγορία επιχειρήσεων, αλλά όχι με βάση την κατανομή του εργατικού δυναμικού10. Δεδομένων δε και των προαναφερθέντων στοιχείων για τον αυξημένο ρόλο του λιανικού και του χονδρικού εμπορίου στην Ελλάδα συγκριτικά με αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία στις οποίες αναφερθήκαμε, συμπεραίνουμε ότι η συγκεντροποίηση στον κλάδο προχώρησε την προηγούμενη περίοδο με πιο αργούς ρυθμούς από την υπόλοιπη ΕΕ. Μπορούμε, στη βάση αυτή, να εκτιμήσουμε πως την επόμενη περίοδο η τάση συγκέντρωσης-συγκεντροποίησης θα ενταθεί.

Μελετώντας τα αντίστοιχα στοιχεία, από το 2004 έως το 2010 και το 2013, διαφαίνεται η τάση συγκεντροποίησης που υπάρχει στον κλάδο, η οποία ωστόσο λαμβάνει χώρα με αρκετά αργούς ρυθμούς11. Όπως αναδεικνύεται από διάφορα δημοσιεύματα, οι επιδράσεις της κρίσης στον κλάδο είναι πιο έντονες από το 2013 και μετά.

Χαρακτηριστικό του μεγέθους του κλάδου είναι επίσης ότι το 34,9% του συνόλου των ΜμΕ δραστηριοποιείται στον κλάδο του εμπορίου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αυτού συγκεντρώνεται στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία (34,9% και 17,5% αντίστοιχα)12.

Όπως φαίνεται και από τον Πίνακα 1 του Παραρτήματος, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις του κλάδου συνεχίζουν ν’ αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος και ν’ απασχολούν πολύ μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ σε αυτές αναλογεί και μεγάλο κομμάτι της ΑΠΑ του κλάδου. Όμως το ποσοστό των μισθωτών που απασχολούν έχει μειωθεί κατά 3,6% μεταξύ 2004-2013 και το ποσοστό της «παραγόμενης» ΑΠΑ έχει επίσης μειωθεί κατά 3,6% για τα έτη 2004-2013. Αντίθετα, οι μικρές επιχειρήσεις, παρά τη μικρή σχετική υποχώρηση που εμφανίζουν την περίοδο 2010-2013, παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά στο σύνολο της περιόδου 2004-2013.

Από την άλλη, οι μεσαίες επιχειρήσεις παρουσίαζαν μέχρι το 2010 μια αντοχή με ανοδική τάση, ενώ από το 2010 εμφανίζουν μια ανεστραμμένη εικόνα που, αν συνδυαστεί με τα δεδομένα για τις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, επιβεβαιώνει την πιθανολογούμενη κινητικότητα από τη μια κατηγορία επιχειρήσεων στην άλλη. Τέλος, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν αυξήσει όλα τα σχετικά ποσοστά, παρά τη μείωση σε απόλυτους αριθμούς που παρουσίασαν μεταξύ 2010 και 2013.

Το εντυπωσιακό μέγεθος της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και στον κλάδο του λιανικού εμπορίου αναδεικνύει η δειγματοληπτική έρευνα της Grant Thorton. Η έρευνα καλύπτει 95 επιχειρήσεις που, κατά την έρευνα, συνιστούν το 75% της συνολικής δραστηριότητας του κλάδου. Πέραν αυτού, διαπιστώνει πως δύο πολύ μεγάλες επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν το 49% των πωλήσεων του συνόλου του κλάδου και απασχολούσαν το 20% των εργαζομένων του κλάδου του λιανικού εμπορίου13. Επίσης, οκτώ μεγάλες επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν το 25% των συνολικών πωλήσεων και απασχολούσαν το 26% των εργαζομένων του κλάδου. Παρόμοια είναι και η κατάσταση στα Super Markets14, όπου το 79% των πωλήσεων το αντιπροσώπευαν έξι πολύ μεγάλες εταιρίες και απασχολούσαν το 45% των εργαζομένων του κλάδου, ενώ 47 μικρές επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν το 10% των πωλήσεων και απασχολούσαν το 25% των εργαζομένων.

Άνοδο της κερδοφορίας καταγράφει και η ICAP, στην έκθεσή της «Business Leaders in Greece 2013» για τις 500 πιο κερδοφόρες εταιρίες στην Ελλάδα. Ο κλάδος του εμπορίου, με βάση τους χρηματοοικονομικούς δείκτες των επιχειρήσεων αυτών, έρχεται δεύτερος στα κέρδη προ φόρων και στον κύκλο εργασιών των 500 πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων και 4ος σε κέρδη EBITDA. Η τάση συγκέντρωσης στον κλάδο είναι καταφανής και από το γεγονός ότι από αυτές τις 108 εταιρίες του εμπορίου οι 60 καλύπτουν το 2013 το 71,5% των συνολικών κερδών EBITDA και το 46,5% του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου του εμπορίου.

Η τάση συμπίεσης του στρώματος των αυτοαπασχολούμενων αποτυπώνεται σε μια σειρά έρευνες και μελέτες. Σε εξαμηνιαία της έρευνα για τις ΜμΕ, η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) αναφέρει πως από τη μία μεριά εμφανίζονται επιχειρήσεις με πτώση του τζίρου και από την άλλη μια μικρή μερίδα, κυρίως τα μεγάλα καταστήματα, που κατορθώνουν ν’ αποσπούν μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς15.

Emp 5

Αυτή η πορεία συγκεντροποίησης επιταχύνθηκε από την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls) και τη συνεπακόλουθη σταδιακή κυριαρχία του πλαστικού χρήματος. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι οδήγησαν σε αυξημένες δυσκολίες παραγγελιών από το εξωτερικό για τις μικρότερες εμπορικές επιχειρήσεις. Σε αντιδιαστολή, οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν διεθνή παραρτήματα και μεγάλες δοσοληψίες με το εξωτερικό. Έχουν συνεπώς χρηματικά διαθέσιμα και σε τράπεζες του εξωτερικού, ενώ είναι εύκολο να δανειοδοτηθούν. Έτσι, τα προβλήματα παραγγελιών ήταν σε αυτές λιγότερο εκτεταμένα. Συγχρόνως, η σταδιακή επιβολή του πλαστικού χρήματος αποτελεί σημαντικό πλήγμα για τις μικρότερες επιχειρήσεις, αφού για πολλές από αυτές τα μετρητά είναι προτιμώμενος τρόπος πληρωμής (για λόγους τεχνικής αδυναμίας υποστήριξης πλαστικού χρήματος, γιατί το πλαστικό χρήμα είναι μέσα από το τραπεζικό σύστημα που δεσμεύει τα έσοδα έναντι χρεών και γιατί νομοτελειακά το πλαστικό χρήμα δυσκολεύει τις «μαύρες συναλλαγές»).

Το επόμενο διάστημα, αναμένεται να επιταχυνθεί γενικά η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στον κλάδο του εμπορίου. Η κρίση από την οποία ακόμα δεν έχει εξέλθει η ελληνική οικονομία επιταχύνει αντικειμενικά αυτήν την τάση. Συγχρόνως, η κρατική πολιτική περιλαμβάνει μια σειρά μέτρα, που αμέσως ή εμμέσως επιδρούν στη διαδικασία της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο εμπόριο και γενικότερα. Η αντιμετώπιση των κόκκινων δανείων, οι πλειστηριασμοί, η αύξηση της φορολογίας για τους μικροεπιχειρηματίες, η απελευθέρωση του ωραρίου, το νέο Ασφαλιστικό, οδηγούν σε επιτάχυνση αυτής της τάσης την επόμενη περίοδο.

Σε πολλούς υποκλάδους του εμπορίου, όπως τα super markets, η καταλυτική επίδραση της κρίσης στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης είναι εμφανής. Τελευταίο και πιο «ηχηρό» παράδειγμα είναι η συγχώνευση των ομίλων Σκλαβενίτη και Μαρινόπουλου (Carrefour και Praktiker) που οδηγεί στην ανάδυση ενός πραγματικού κολοσσού για τα ελληνικά δεδομένα. Οι υπεραγορές αυτού του τύπου καλύπτουν πρακτικά όλα τα είδη εμπορίου (δεν πρόκειται μόνο για εμπορικά καταστήματα στον τομέα των τροφίμων) και αποτελούν ορόσημα στην προαναφερθείσα διαδικασία συγκέντρωσης του κλάδου.

Στην ίδια κατεύθυνση συμβάλλουν κι εξελίξεις όπως η μεγάλη αύξηση του ηλεκτρονικού εμπορίου, αλλά και η προώθηση μεγάλων εμπορικών συγκεντρώσεων, είτε με τη μορφή των mall και των υπεραγορών είτε με τη μορφή των «ανοικτών κέντρων εμπορίου».

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

 Το ηλεκτρονικό εμπόριο (e-commerce) οδηγεί γενικά σε επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης με διπλό τρόπο. Από τη μία, το ηλεκτρονικό εμπόριο δεσμεύει τα μικρομάγαζα στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες αναζήτησης και πληρωμών, που είναι ελάχιστες. Ουσιαστικά δημιουργούνται μεσάζοντες που διαχειρίζονται τις πωλήσεις, με αποτέλεσμα τα μικρομάγαζα να λειτουργούν αναγκαστικά μέσα από αυτούς. Το διεθνές παράδειγμα της Amazon που συγκεντρώνει τις ηλεκτρονικές πωλήσεις δεκάδων χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων είναι χαρακτηριστικό. Από την άλλη, το ηλεκτρονικό εμπόριο καταργεί ουσιαστικά χωρικούς και χρονικούς περιορισμούς. Η καταφυγή στην τοπική αγορά έχει μικρή σημασία, όταν μπορείς ν’ αγοράσεις ηλεκτρονικά και να παραδοθεί το εμπόρευμα στην πόρτα του σπιτιού σου. Έτσι, μοναδικό κριτήριο γίνεται η τιμή, οδηγώντας σε ταχεία συγκέντρωση της πίτας σε μεγάλες αλυσίδες.

Αποτελεί μια ακόμα σοβαρή επενδυτική διέξοδο των λιμναζόντων κεφαλαίων του εμπορίου, αλλά και των παραγωγικών και τραπεζικών κλάδων. Παρά τα βήματα ανάπτυξής του, ιδιαίτερα στην ΕΕ, το ηλεκτρονικό εμπόριο βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο τόσο στην ΕΕ όσο και –πολύ περισσότερο– στην Ελλάδα.

Είναι ανερχόμενος τομέας με ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης, πράγμα που δείχνει πως υπάρχει και έδαφος για μεγάλη κερδοφορία του κεφαλαίου. Η βαρύτητα του ηλεκτρονικού εμπορίου φαίνεται και από την αύξηση της συμβολής του στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ την περίοδο 2009-2014 από 1,27% σε 2,45%, ενώ μέχρι το 2020 η συμβολή αυτή αναμένεται να φτάσει στο 6%. Ο συνολικός τζίρος της ΕΕ των 28 από αυτό το κομμάτι του εμπορίου το 2014 έφτασε τα 368,7 δισ. ευρώ και το 2015 αναμένεται να φτάσει στα 477 δισ. ευρώ. Η ΕΕ προτάσσει τη δημιουργία της «ενιαίας ψηφιακής αγοράς», η οποία αποτελεί βασική πρόκληση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου μέχρι το 2020, που αποτελεί μια πτυχή της «ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς» με άμβλυνση των φορολογικών διαφορών μεταξύ των χωρών-μελών και τη βελτίωση των μεταφορών.

Πρόκειται για την αγορά στην οποία «διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, κεφαλαίων, υπηρεσιών και προσώπων και στην οποία τα άτομα και οι επιχειρήσεις μπορούν ανεξαρτήτως εθνικότητας ή του τόπου κατοικίας τους να έχουν αδιάλειπτη πρόσβαση και να ασκούν διαδικτυακές δραστηριότητες σε συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού και με υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»16.

Το κεφάλαιο πιέζει και την Ελλάδα να ενταχτεί και να προσαρμοστεί πιο γρήγορα στα νέα δεδομένα. Στην Ελλάδα ο ρυθμός ανάπτυξης του ηλεκτρονικού εμπορίου το 2014, δηλαδή μέσα στην κρίση, κατατάσσεται στον πέμπτο υψηλότερο της Ευρώπης. Αντίστοιχα, ο τζίρος που πραγματοποιήθηκε το 2014 στην ελληνική οικονομία από το ηλεκτρονικό εμπόριο ανήλθε στα 3,85 δισ. ευρώ. Για το λόγο αυτό, σύσσωμο το κεφάλαιο κάνει λόγο για καθυστέρηση του ηλεκτρονικού εμπορίου και για την αναγκαιότητα καλύτερων δομών κι επίτευξης συγκεκριμένων στόχων σε αυτόν τον τομέα μέχρι το τέλος του 2016.

Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα του ηλεκτρονικού εμπορίου αλλά και οι εκτιμήσεις για το μέλλον είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά. Για του λόγου το αληθές, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2014, οι χρήστες του διαδικτύου που πραγματοποίησαν ηλεκτρονικές αγορές το α΄ τρίμηνο του 2014 σε σχέση με το αντίστοιχο του 2013 αυξήθηκαν κατά 9,3% και το ποσοστό αυτών που δεν έχουν ποτέ πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές αγορές έχει μειωθεί από 70,9% σε 53,7%. Γενικά, ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής των ατόμων που πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές για την πενταετία 2008-2012 ανέρχεται στο 18,5%. Οι προβλέψεις για το 2015 θέλουν 6 στους 10 καταναλωτές μέσω διαδικτύου ν’ αυξάνουν την αξία των αγορών τους και μόνο ένας στους δέκα να την μειώνει.

Μεγάλη είναι επίσης η διακίνηση μέσω διαδικτύου τόσο εμπορευμάτων όσο και υπηρεσιών, από φάρμακα και παραϊατρικά προϊόντα που εμπορεύονται με πολύ μεγάλη ανάπτυξη και σε ηλεκτρονικά, ηλεκτρικές συσκευές, είδη ένδυσης και υπόδησης, μέχρι ασφαλιστικά προγράμματα, ιατρική βοήθεια και τουριστικές υπηρεσίες. Ακόμη αναπτύσσεται και το e-shopping για τα εμπορεύματα των super markets.

Και η ΕΣΕΕ προωθεί την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου ως λύση για τις ΜμΕ. Βέβαια, ήδη τα δημοσιεύματα αλλά και τα στοιχεία από τη μέχρι τώρα ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου καταδεικνύουν πως τη μερίδα του λέοντος και τον καθορισμό της ηλεκτρονικής αγοράς την έχουν τα μεγάλα μονοπώλια. Και φυσικά δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, στον τομέα των τροφίμων καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ηλεκτρονικής αγοράς και των τιμών των εμπορευμάτων θα παίξουν τα μεγάλα super markets που ρυθμίζουν και τη «φυσική» αγορά τροφίμων, όπως είναι ο Σκλαβενίτης, ο Μαρινόπουλος, ο Βασιλόπουλος, τα οποία ήδη έχουν κάνει βήματα ν’ αναπτύξουν ηλεκτρονικά καταστήματα

Πρέπει ταυτόχρονα να συνυπολογιστεί πως η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου θα επηρεάσει και μια σειρά άλλους κλάδους, οι οποίοι ήδη προσπαθούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Κλάδοι όπως οι μεταφορές, οι τράπεζες (ηλεκτρονικές συναλλαγές και προώθηση του πλαστικού χρήματος), οι τηλεπικοινωνίες, τα ταχυδρομεία, αναπτύσσουν τις ηλεκτρονικές ανταλλαγές τους, ενώ είναι φανερό ότι όλη αυτή η ανάπτυξη δίνει ώθηση στον κλάδο των logistics17.

Όσον αφορά τις συνέπειες στους εργαζόμενους, η εμπειρία των ΗΠΑ, όπου το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι ήδη πάρα πολύ ανεπτυγμένο, είναι αποκαλυπτική. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ΑΜΑΖΟΝ, μεγάλου μονοπωλιακού ομίλου στο λιανικό εμπόριο παγκοσμίως, με τεράστιες αποθήκες και χρήση τεχνολογικών εργαλείων, στον οποίο οι εργαζόμενοι εργάζονται με τρομερά εντατικοποιημένους ρυθμούς, χωρίς ωράρια, με πολλά εργατικά ατυχήματα και με χαμηλότατα μεροκάματα18.

Το ζήτημα του ηλεκτρονικού εμπορίου έχει και άλλες πλευρές με ιδιαίτερη σημασία για την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, στις οποίες δεν μπορούμε να σταθούμε στο πλαίσιο αυτού του άρθρου. Αξίζει όμως ν’ αναφέρουμε ότι η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου επιταχύνει τη συνολική κύκληση του κεφαλαίου, τη ρευστότητα των τραπεζών και άρα των επενδύσεων των επιχειρήσεων. Όλα αυτά κυοφορούν σημαντικές εξελίξεις τόσο στην οικονομία συνολικά και στη συσσώρευση του κεφαλαίου όσο και στη ζωή των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

 

ΑΝΟΙΧΤΑ ΚΕΝΤΡΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ (OPEN MALLS)

 Οι μεγάλες εμπορικές συγκεντρώσεις είναι επίσης χαρακτηριστικές της συγκέντρωσης. Δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για το μηχανισμό με τον οποίο προωθείται η συγκέντρωση μέσα από τα εμπορικά κέντρα ή τις μεγάλες υπεραγορές. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τ’ ανοιχτά κέντρα εμπορίου, που συνιστούν μια προσπάθεια απάντησης στα εμπορικά κέντρα. Το ανοιχτό εμπορικό κέντρο είναι μια περιοχή μεγάλης συγκέντρωσης εμπορικών επιχειρήσεων, που υποτίθεται πως δίνει στις ξεχωριστές επιχειρήσεις τα πλεονεκτήματα ενός εμπορικού κέντρου. Η ίδια η εμφάνισή τους δείχνει την τάση συγκέντρωσης στα εμπορικά κέντρα και από την άλλη ενέχουν χαρακτηριστικά άτυπης, αρχικά, συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Τα Ανοιχτά Κέντρα Εμπορίου19 αποτελούν πρόταση της ΕΣΕΕ, η οποία τα προβάλλει επίμονα τα τελευταία χρόνια σαν «αντίδοτο στα λουκέτα που μαστίζουν την αγορά»20 εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με αυτή, η δράση των ΑΚΕ «αφορά την οργανωμένη και συστηματική ανάδειξη και προβολή των εμπορικών κέντρων των πόλεων που θα υλοποιείται και θα συντονίζεται από τον εκάστοτε εμπορικό σύλλογο με τη συμμετοχή εμπορικών καταστημάτων, των ξενοδοχείων, των εστιατορίων, των καφετεριών, των εταιριών στάθμευσης κ.ά. […] αναδεικνύει τα εμπορικά κέντρα των πόλεων, αλλά και τις εμπορικές επιχειρήσεις της ευρύτερης εμπορικής περιοχής σε ενιαία κέντρα με δυνατότητες που συνδυάζουν το πολιτιστικό ενδιαφέρον με την ψυχαγωγία, το αγοραστικό όφελος και την ποιοτική εξυπηρέτηση των πολιτών»21.

Τα ΑΚΕ έρχονται να εκπληρώσουν ένα διττό ρόλο μέσα στην παρατεταμένη οικονομική κρίση που μαστίζει την ελληνική οικονομία και τον κλάδο του εμπορίου πιο συγκεκριμένα. Επιχειρούν ν’ αποτελέσουν ανταγωνιστική «απάντηση» στα «κλειστά εμπορικά κέντρα» τα οποία αναπτύσσονται ταχύτατα το τελευταίο διάστημα, συγκεντρώνοντας ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του τζίρου, των πωλήσεων και των κερδών του κλάδου. Η ανάπτυξη των ΑΚΕ αποτελεί ένα πείραμα διεξόδου κι επένδυσης του λιμνάζοντος εμπορικού κεφαλαίου σε νέα πεδία δράσης, που μπορεί να συμβάλει στην ανάκαμψη από την κρίση. Το πρώτο ΑΚΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη είναι το OPEN THESSMALL της Θεσσαλονίκης, το οποίο αποτελεί κεντρικό θέμα συζήτησης για τις εμπορικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις εντός κι εκτός της χώρας.

Για τους παραπάνω λόγους, το εγχείρημα των ΑΚΕ στηρίζεται από την ΕΕ μέσω κοινοτικών κονδυλίων, αν και με πολύ χαμηλό προϋπολογισμό, δεδομένου ότι βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστικό στάδιο. Ωστόσο, έχει ενταχτεί πλέον ως πιλοτικό έργο με τίτλο «Ενίσχυση Ανοικτών Κέντρων Εμπορίου» στο Τομεακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα του ΕΣΠΑ 2007-2013 «Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα». Τα εμπορικά κέντρα –υπαίθρια ή κλειστά– συνδέονται, επίσης, ήδη με την κατάργηση της Κυριακής Αργίας, τις Λευκές Νύχτες και τη διεύρυνση του ωραρίου. Ήδη από το περσινό καλοκαίρι, τα εμπορικά κέντρα κάποιων περιοχών που χαρακτηρίζονται ως «τουριστικές» λειτούργησαν πιλοτικά όλες τις Κυριακές και διοργάνωσαν Λευκές Νύχτες. Αυτή η πορεία επιχειρείται να γενικευτεί με την αξιοποίηση των αναπλάσεων των ιστορικών κέντρων των πόλεων22 όσο και την ανάπτυξη των Ανοιχτών Εμπορικών Κέντρων, που σαν δομημένη πλέον αγορά θα μπορεί να πιέζει σε μεγαλύτερο βαθμό για επεκτάσεις ωραρίου, εξαιρέσεις και άλλα. Άλλωστε πίεση για άνοιγμα των καταστημάτων όλες τις Κυριακές της θερινής περιόδου και το χαρακτηρισμό αυτών των κέντρων ως τουριστικών άσκησαν οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι μονοπωλιακοί όμιλοι που κατά κύριο λόγο δραστηριοποιούνται σε αυτά και όχι οι μικρομαγαζάτορες που βρίσκονται κατά κύριο λόγο στις συνοικίες, έχουν μάλλον μικρό συμφέρον και κυρίως κόστος από την επέκταση του ωραρίου των καταστημάτων τους.

 

ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΣΤΟΝ ΚΛΑΔΟ23

 

Ο κλάδος απασχολεί διαχρονικά ένα πολύ μεγάλο κομμάτι εργαζομένων. Μεταξύ 1993-2008, το εμπόριο αποτέλεσε τον κλάδο με τη μεγαλύτερη αύξηση στην απασχόληση. Ο κλάδος εξακολουθεί και την περίοδο της κρίσης να διατηρεί υψηλά επίπεδα απασχόλησης, καταλαμβάνοντας περίπου το 18% της συνολικής (μη αγροτικής) απασχόλησης. Σημειώνουμε πως στην ΕΕ απασχολείται στο εμπόριο το 12,7% του συνόλου των απασχολούμενων.

Όσον αφορά την αναλογία μεταξύ αντρών και γυναικών, ο κλάδος του εμπορίου απασχολεί μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών σε σχέση με άλλους κλάδους. Με βάση τα στοιχεία της απογραφής, η αναλογία αντρών/γυναικών απασχολούμενων στον κλάδο ήταν 1,3 ενώ στο σύνολο της οικονομίας ήταν 1,46 και στη μεταποίηση 2,55. Η αντίστοιχη αναλογία αντρών και γυναικών μισθωτών ήταν 1,98 στο εμπόριο, έναντι 2,28 στο σύνολο της οικονομίας και 3,3 στη μεταποίηση. Παρόλ’ αυτά, οι γυναίκες χάνουν την εργασία τους, ειδικά μέσα στην κρίση, πιο εύκολα από τους άντρες, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την ΕΣΕΕ24, οι άντρες χάνουν την εργασία τους κυρίως λόγω κλεισίματος των επιχειρήσεων, ενώ οι γυναίκες λόγω απολύσεων.

Όσον αφορά, τώρα, την ηλικιακή σύνθεση των απασχολούμενων, ο κλάδος παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης νέων σε όλη την οικονομία, ενώ ακόμα μεγαλύτερο είναι αυτό το ποσοστό στους μισθωτούς εργαζόμενους. Μέσα στην κρίση, στο σύνολο των απασχολούμενων του κλάδου παρατηρείται αύξηση των νέων αντρών και μείωση των νέων γυναικών. Σε γενικές γραμμές, μεγαλύτερη εκπροσώπηση στον κλάδο έχουν οι ηλικίες 15-30 και άνω των 60.25

Αυτό ισχύει γιατί από τη μία οι νέες ηλικίες προτιμώνται για πρόσληψη (χαμηλότεροι μισθοί και εισφορές), αλλά και λόγω της πιο εύκολης αποδοχής των ελαστικών μορφών εργασίας. Επιπλέον, όσον αφορά τους μισθωτούς, ο κλάδος δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να επιλέγεται από τη νεολαία ως «μεταβατική» εργασία που μαζί με άλλους παράγοντες συμβάλλει στο χαμηλότερο του μέσου μορφωτικό επίπεδο των απασχολούμενων στον κλάδο. Το υψηλό ποσοστό των απασχολούμενων άνω των 60 οφείλεται από τη μία στους πολλούς αυτοαπασχολούμενους αυτής της ηλικίας, ενώ από την άλλη (στους μισθωτούς) οφείλεται στο υψηλότερο (μισθολογικό και μη) «κόστος» απόλυσής τους, το οποίο επιχειρείται να μειωθεί περαιτέρω (ύψος αποζημίωσης, απελευθέρωση απολύσεων κλπ.).

 

Ι) Μισθωτοί

 Οι μισθωτοί26 αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης του κλάδου με τάση διαχρονικής αύξησης, από 49% το 2001 σε 52,7% το 2008 και σε 57% το 2013.

Ωστόσο, λόγω της μείωσης της συνολικής απασχόλησης, οι μισθωτοί εργαζόμενοι του κλάδου παρουσιάζουν μείωση σε απόλυτο αριθμό από το 2011 και μετά. Αυτή η τάση δεν αντιστράφηκε ούτε το 2014, έτος σχετικής σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας.

 

ΙΙ) Αυτοαπασχολούμενοι

 Την τελευταία περίοδο, λόγω της εκδήλωσης της κρίσης, οι αυτοαπασχολούμενοι του κλάδου παρουσιάζουν πτωτική πορεία, τόσο σε απόλυτο αριθμό όσο και ως ποσοστό, στο σύνολο της απασχόλησης του κλάδου (από 30,1% το 2001 σε 26,3% το 2008 και σε 26,6% το 2013), αλλά και στο σύνολο των αυτοαπασχολούμενων της ελληνικής οικονομίας (από 22,2% σε 18,8%). Από το 2008 μέχρι το 2013 οι αυτοαπασχολούμενοι του κλάδου μειώθηκαν κατά 45 χιλιάδες.

 Η μείωση των αυτοαπασχολούμενων αντανακλά τη διπλή επίδραση της καπιταλιστικής κρίσης, η οποία οδηγεί γενικά σε κλείσιμο επιχειρήσεων ασκώντας συγχρόνως μεγαλύτερη πίεση προς τους αυτοαπασχολούμενους.

Επιπλέον, τα συμβοηθούντα μέλη αποτελούσαν το 2001 το 8,9% της συνολικής απασχόλησης του κλάδου. Ωστόσο, ακόμη και σε καιρό ανάπτυξης επικρατούσε μια φθίνουσα τάση σ’ αυτό το ποσοστό (αφού το 2008 αποτελούσαν το 8% της απασχόλησης του κλάδου), η οποία εντείνεται ιδιαίτερα μέσα στην κρίση με το κλείσιμο πολλών μικρών επιχειρήσεων, φτάνοντας το 2013 το 6%. Στο σύνολο των συμβοηθούντων μελών της οικονομίας της χώρας, τα συμβοηθούντα μέλη στο εμπόριο από 18% το 2001 αυξήθηκαν σε 25% το 2008, για να μειωθούν τελικά μέσα στην κρίση, με αποτέλεσμα το 2013 ν’ αποτελούν το 22,1% του συνόλου των συμβοηθούντων μελών της ελληνική οικονομίας.

 

ΙΙΙ) Εργοδότες

 Οι εργοδότες αποτελούσαν το 2013 το 10,4% της συνολικής απασχόλησης του κλάδου. Το 2013 το ποσοστό αυτό ήταν μειωμένο τόσο σε σχέση με το 2008 (12,8%) όσο και σε σχέση με το 2001 (12%). Στο σύνολο των εργοδοτών στην ελληνική οικονομία, οι εργοδότες στο εμπόριο αποτελούσαν το 2013 το 28,1%, αυξημένο τόσο σε σχέση με το 2001 (24,9%) όσο και σε σχέση με το 2008 (28%), χρονιά προ κρίσης, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι ο κλάδος του εμπορίου συγκεντρώνει πληθώρα μικροεπιχειρηματιών.

Πολλές επιχειρήσεις του κλάδου παρουσιάζουν ακόμα αντοχή παρά την πτώση του τζίρου τους. Από την άλλη, δε σημαίνει πως επειδή προχωράει –έστω και με πιο αργούς ρυθμούς στο συγκεκριμένο κλάδο– η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, θα εξαλειφθεί και η ύπαρξή τους. Οι μικρές επιχειρήσεις, τόσο συνολικά στην οικονομία όσο και σε κάθε κλάδο ξεχωριστά, είναι αναγκαίες για το κεφάλαιο, αποτελούν την ευρύτερη οικονομική του βάση.

Παράλληλα σε νέους κλάδους που ανοίγονται με το βάθεμα του καταμερισμού εργασίας, οι μικρότερες επιχειρήσεις παρουσιάζουν ιδιαίτερη κινητικότητα, μεγάλο μέρος της οποίας εμπίπτει στη συνέχεια στον –άμεσο ή έμμεσο– έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου. Αυτός είναι και ο λόγος που κατά καιρούς η δραστηριότητα αυτή στηρίζεται οικονομικά και από το αστικό κράτος και τις διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις.

Πέραν των στενά οικονομικών, υπάρχουν και πολιτικοί-κοινωνικοί λόγοι οι οποίοι κατά καιρούς βρίσκονται πίσω από την προβολή της μικρής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στις μέρες μας, για παράδειγμα, ένας από τους λόγους για τους οποίους προβάλλεται και χρηματοδοτείται η γυναικεία και νεανική επιχειρηματικότητα27 είναι και η αξιοποίησή της στην επιδίωξη διαχείρισης της πολύ υψηλής ανεργίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ανακύκλωση της ανεργίας, αφού σύμφωνα με τα στοιχεία μόνο δύο στα δέκα start up28 καταφέρνουν να επιβιώσουν.

 

ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

 Στο εμπόριο δοκιμάστηκαν και γενικεύτηκαν, σε καιρό καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, η μερική απασχόληση, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου και τα σπαστά ωράρια. Επιπλέον, εκδηλώθηκε σε μεγάλο βαθμό η μαζική ένταξη στην αγορά εργασίας και η αξιοποίηση της εργασίας των γυναικών και των νέων, δηλαδή μιας μεγάλης μάζας ανειδίκευτων εργαζόμενων ως φθηνή κι εύκολα ανακυκλώσιμη εργατική δύναμη.

Τέτοιες πλευρές αποτυπώνονται με χαρακτηριστικό τρόπο στην «Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου 2014» της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΣΕ). Εκεί αναφέρεται ότι:

«Η ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στην περίοδο αναφοράς (β΄ τρίμ. 2013 - β΄ τρίμ. 2014) είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμη. Το 45% είναι θέσεις μερικής απασχόλησης, ενώ στη μισθωτή εργασία η αύξηση της προσωρινής εργασίας αντισταθμίζει ακριβώς τη μείωση των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Στους κλάδους που εμφανίζουν αύξηση της απασχόλησης, το 25% των νέων θέσεων εργασίας στα ξενοδοχεία-εστίαση, το 61% στην εκπαίδευση και το 85% στις τέχνες-διασκέδαση είναι μερικής απασχόλησης. Επίσης, ο κλάδος ξενοδοχείων-εστίασης συμμετέχει κατά 43,6% στην αύξηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ενώ η δημόσια διοίκηση με 22,4% και η εκπαίδευση με 9,5%»29.

Οι παραπάνω τάσεις εκφράζονται με ακόμα πιο καθαρό τρόπο στο εμπόριο, δεδομένου ότι αποτελεί έναν από τους κλάδους με τα μεγαλύτερα ποσοστά μερικής απασχόλησης στην ελληνική οικονομία. Εννοείται ότι για τη μεγάλη πλειοψηφία η μερική απασχόληση δεν αποτελεί προσωπική επιλογή. Για παράδειγμα, σύμφωνα με αναλύσεις της ΕΣΕΕ για το 2013-2014, αυτό ισχύει ιδιαίτερα για μεγάλο μέρος των γυναικών. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία της ΕΣΕΕ30 η μερική απασχόληση στο εμπόριο πήγε από το 4,5% της συνολικής απασχόλησης το 2008 στο 10,6% το 2015, ενώ 7 στους 10 μερικά εργαζόμενους στο εμπόριο είναι γυναίκες Η γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης, μέσα από την εκμετάλλευση της υψηλότερης εντατικότητας των πρώτων ωρών εργασίας, την επέκταση της εργάσιμης μέρας κλπ.

Επιπλέον, στο εμπόριο συναντιέται συχνά η «μαύρη» εργασία. Πρωταγωνιστής είναι κυρίως το λιανικό εμπόριο, που μαζί με άλλους τομείς και κλάδους της ελληνικής οικονομίας όπως είναι η εστίαση, οι μεταφορές, οι security, τα βιομηχανικά πάρκα, οι κομμωτές και άλλοι, αξιοποιούν πληθώρα «μαύρων» εργαζομένων. Η ίδια η ΕΣΕΕ, μετά από δειγματοληπτική έρευνα σε επιχειρήσεις, υπολογίζει τους «αόρατους» εργαζόμενους σε 800.000 συνολικά.31

Παράλληλα φυσικά εφαρμόζονται και άλλες μορφές «μισής» εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως είναι τα voucher, δηλαδή 5/6μηνη εργασία με ελαττωμένα δικαιώματα, αλλά και η ενοικίαση εργαζομένων από «δουλεμπορικά γραφεία» με συμβάσεις ακόμη και μίας μέρας. Πρόκειται για μορφές εργασίας που ανεβάζουν το βαθμό εκμετάλλευσης των εργαζομένων, επομένως και της κερδοφορίας, και υποστηρίζονται από κρατικές ρυθμίσεις επιδότησης των λεγόμενων νέων θέσεων εργασίας, καθώς υποτίθεται πως συμβάλλουν στην καταπολέμηση της ανεργίας. Στην πραγματικότητα, αυτές οι «νέες» θέσεις εργασίας αντικαθιστούν τις θέσεις πλήρους απασχόλησης, με στόχο την αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της «Εθνικής Στρατηγικής Ανάπτυξης με Απασχόληση» και των συνθημάτων που την συνοδεύουν («καταπολέμηση ανεργίας», «δημιουργία θέσεων εργασίας» κλπ.).

Την περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης έγινε γενικευμένη επίθεση στους όρους εργασίας και ζωής χιλιάδων εμποροϋπαλλήλων. Η κλαδική συλλογική σύμβαση έπαψε να βρίσκεται σε ισχύ, γενικεύτηκαν οι ατομικές συμβάσεις, η εργασία των νέων με το μικρότερο κατώτατο μισθό της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ). Έγιναν μαζικές απολύσεις λόγω του κλεισίματος καταστημάτων αλυσίδων και πολλών μικρών εμπορομάγαζων, των εξαγορών και των συγχωνεύσεων επιχειρήσεων. Ένα πιο έμπειρο εργατικό δυναμικό, που είχε κατοχυρωμένα κάποια ελάχιστα δικαιώματα (σχετικά μεγαλύτερους μισθούς λόγω της κλιμακωτής 3ετούς προσαύξησης με βάση τα έτη προϋπηρεσίας, 8ωρο, 5νθήμερο, δηλαδή 40 ώρες τη βδομάδα) και ανάλογη κοινωνική και συνδικαλιστική πείρα, αντικαταστάθηκε σ’ ένα βαθμό με φθηνότερους και πιο ευέλικτους νέους εργαζόμενους. Οι εργασιακές σχέσεις χειροτέρευσαν. Στο εμπόριο συναντάμε συμβάσεις ακόμα και για λίγες ώρες εργασίας τη βδομάδα, π.χ. για 3ωρη ημερήσια απασχόληση 15 ώρες τη βδομάδα, για μία μόνο μέρα, π.χ. μόνο το Σάββατο. Έγιναν πολλοί και διαφορετικοί οι όροι εργασίας ακόμα και μέσα στην ίδια επιχείρηση, ακόμα και για την ίδια εργασία. Για παράδειγμα, μέσα στον ίδιο εργασιακό χώρο εργάζονται ωρομίσθιοι, ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι, εργαζόμενοι μέσω των προγραμμάτων voucher, μέσω του ΕΣΠΑ, εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (κάνει θραύση η δίμηνη σύμβαση), ακόμα και με μπλοκάκι παροχής υπηρεσιών, ενώ πολλές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν την εκ περιτροπής εργασία.

Η αύξηση της εκμετάλλευσης των εμποροϋπάλληλων περνάει μέσα από μια σειρά μέτρα: Τις μεγάλες καθυστερήσεις στην πληρωμή, με πολλούς μήνες καθυστέρηση, την απλήρωτη δουλειά, με απλήρωτες υπερωρίες και χρωστούμενα ρεπό, την εντατικοποίηση της εργασίας, με ολοένα και λιγότερους εργαζόμενους να βγάζουν πολλαπλάσια δουλειά (και όλους να κάνουν όλες τις εργασίες, ακόμα και τις πιο βαριές και ακατάλληλες, χωρίς τα αντίστοιχα μέτρα προστασίας της υγείας των εργαζομένων), τ’ απελευθερωμένα ωράρια λειτουργίας των καταστημάτων που, σε συνδυασμό με τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, οδηγούν σε άστατο, μη κανονικό εργάσιμο χρόνο για τον εμποροϋπάλληλο.

Στην ίδια κατεύθυνση αύξησης της εκμετάλλευσης λειτουργούν και μια σειρά από μέτρα όπως το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές, οι Λευκές Νύχτες, δηλαδή η νυχτερινή λειτουργία των καταστημάτων, η 24ωρη λειτουργία κάποιων καταστημάτων, που συνεπάγονται για τους εργαζόμενους σπαστά ωράρια κι εναλλασσόμενες βάρδιες, χωρίς να κατοχυρώνεται ούτε η 12ωρη διακοπή ανάμεσα σε δυο βάρδιες.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η μείωση των μισθών των εμποροϋπαλλήλων κατά τη διάρκεια της κρίσης προς όφελος της υποβοήθησης καπιταλιστικής κερδοφορίας. Ιδιαίτερη συμβολή είχε η αξιοποίηση των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών. Αρχικά, η νέα κλαδική σύμβαση που υπέγραψε για το 2012 η Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΕΥ), προέβλεπε μείωση του κατώτερου μισθού των εμποροϋπαλλήλων κατά 6,33% (860 από 918,13). Στη συνέχεια, με τη λήξη της μετενέργειας της κλαδικής σύμβασης το 2012 δεν υπήρξε ανανέωσή της, με αποτέλεσμα ο κατώτερος μισθός στο εμπόριο να ισούται σήμερα με τον κατώτατο μισθό της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δηλαδή 586 ευρώ μικτά για τους πάνω των 25 ετών και 511 ευρώ μικτά για τους κάτω των 25 ετών.

Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις αφορούν τις θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης. Αυτές οι θέσεις εργασίας βρίσκονται σε υποχώρηση στον κλάδο και αντικαθίστανται είτε με ελαστικές μορφές απασχόλησης είτε με «μαύρη» εργασία, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα εργαζόμενοι στον κλάδο με 180-200 ευρώ μηνιαίο μισθό.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην «προσωρινή» απασχόληση στον κλάδο. Με βάση τα στοιχεία της ΕΣΕΕ, δεν πρόκειται ακόμα για γενικευμένο φαινόμενο, αν κι έχει αυξητική τάση, αφού το 7,4% των εργαζομένων στο εμπόριο βρίσκεται σε τέτοιο καθεστώς. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά αυξημένο στις νεότερες ηλικίες32. Πρόκειται για εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν την απασχόλησή τους στο εμπόριο ως προσωρινή κι ευκαιριακή. Στο σημείο αυτό πρέπει ν’ αναφερθούμε στις συνέπειες αυτής της διαφοροποίησης των εργασιακών σχέσεων στο εσωτερικό του κλάδου –ακόμα και της κάθε επιχείρησης– στη συνείδηση των εργαζομένων. Πολλές φορές αυτή η διαφοροποίηση δημιουργεί επιπλέον εμπόδια στην ανάδειξη του κοινού ταξικού αντιπάλου, ενώ από μόνη της συμβάλλει στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων. Επίσης, μέσω αυτής της διαφοροποίησης καλλιεργείται ο φόβος και ο συμβιβασμός, που με τη σειρά τους αποτελούν ισχυρά όπλα της εργοδοσίας για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης. Πρόκειται για εμπόδια, τα οποία –παρά τον αντικειμενικό τους χαρακτήρα– αν δεν καταπολεμηθούν σε κάποιο βαθμό, αναστέλλουν την ανασύνταξη του κινήματος στο χώρο.

 

Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

 Η κυβερνητική πολιτική στηρίζει την κερδοφορία του εμπορικού κεφαλαίου τόσο μέσα από τη γενική πολιτική που αφορά το σύνολο των κλάδων όσο και με μια σειρά από μέτρα που αφορούν ειδικότερα το εμπόριο.

Οι γενικές κατευθύνσεις της αστικής πολιτικής είναι σταθερές και αφορούν τη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οι κατευθύνσεις αυτές εξειδικεύονται σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, η βελτίωση της καπιταλιστικής ανταγωνιστικότητας στο εμπόριο είναι ταυτόχρονα και διακριτός στόχος της αστικής πολιτικής, αφού το εμπόριο, πραγματοποιώντας τη ρευστοποίηση των εμπορευμάτων, συμμετέχει τελικά στη διαμόρφωση των όρων κερδοφορίας σε όλους τους κλάδους της καπιταλιστικής οικονομίας.

Πρώτα και κύρια, η διαχρονική κυβερνητική πολιτική για τους μισθούς και τις εργασιακές σχέσεις επιδρά γενικά στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Διαχρονικά, η πολιτική που εφαρμόζουν οι αστικές κυβερνήσεις στοχεύει στην ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου και στην αύξηση της κερδοφορίας. Η γενική αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου βρίσκει ωφελημένο κάθε τμήμα του κεφαλαίου. Έτσι, η μείωση των μισθών, οι ελαστικές σχέσεις εργασίας και η ευκολία στις απολύσεις βελτιώνουν άμεσα την κερδοφορία του κεφαλαίου στον κλάδο του εμπορίου.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα, αλλά κι ενάντια στους αυτοαπασχολούμενους, έχει ξεκινήσει πριν το ξέσπασμα της κρίσης, όταν οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν μεγαλύτεροι από τους μέσους της ΕΕ και τα ποσοστά κερδοφορίας και συσσώρευσης του κεφαλαίου ήταν εξίσου μεγάλα. Η κρίση που ακολούθησε κατέστησε πιο επιτακτική για το κεφάλαιο την επίσπευση αυτών των μέτρων, τα οποία σε μεγάλο βαθμό κωδικοποιήθηκαν στα 3 μνημόνια και τους σχετικούς εφαρμοστικούς νόμους.

Συγχρόνως, η αστική πολιτική προωθεί μια σειρά από εξειδικευμένους άξονες στο εμπόριο που στοχεύουν, ανάμεσα σε άλλα, και στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στον κλάδο. Η μελέτη του ΣΕΒ για την Ελληνική Οικονομία αναφέρει: «Αντίστοιχα, η συνεισφορά του τομέα των μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών είναι υψηλότερη. Για παράδειγμα, το λιανεμπόριο αντιπροσωπεύει το 18% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ στη Νότια Ευρώπη το ποσοστό αυτό είναι της τάξης του 11%». Η επιτάχυνση της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης συντελεί στη διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου με διπλό τρόπο. Από τη μία, οι εξαγορές μικρών επιχειρήσεων από μεγαλύτερες μπορούν ν’ αποτελέσουν μια διέξοδο για τα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια των μονοπωλιακών ομίλων. Από την άλλη, η επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης μπορεί να οδηγήσει σε ορθολογικότερη αξιοποίηση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου και στην ταχύτερη περιστροφή.

Για λόγους ταξινόμησης και καλύτερης πολιτικής και συνδικαλιστικής αξιοποίησης, μπορούμε να εξετάσουμε ξεχωριστά τον τρόπο υλοποίησης της αστικής πολιτικής από τις διάφορες κυβερνήσεις.

 

Α. ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΔ-ΠΑΣΟΚ

 Η περαιτέρω ανάπτυξη των ελαστικών σχέσεων εργασίας, το σταδιακό χτύπημα της κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, η επέκταση του ωραρίου και η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας αποτελούσαν στόχους του εμπορικού κεφαλαίου –και κατ’ επέκταση και της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής– πριν ακόμα το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος αυτών των μέτρων είχε θεσμοθετηθεί πολύ πριν το 2008.

Κύρια πλευρά είναι η διεύρυνση της περιόδου λειτουργίας των καταστημάτων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει διπλό χαρακτήρα: Από τη μία πρόκειται για αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζόμενων στο εμπόριο. Ωστόσο, αντίστοιχη τουλάχιστον σημασία έχει και η επίδραση της επέκτασης του ωραρίου στη συγκέντρωση του κεφαλαίου στον κλάδο. Οι μεγάλες εμπορικές αλυσίδες έχουν αντικειμενικά μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αξιοποιήσουν το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές. Άλλωστε, η εν λόγω εξέλιξη ως ένα βαθμό αναιρεί την κοινωνική χρησιμότητα των τοπικών καταστημάτων, αφού ο εργαζόμενος δε χρειάζεται να πάει να «ψωνίσει» στο περιθώριο της δουλειάς του, τις εργάσιμες μέρες, αλλά μπορεί «με την άνεσή του» την Κυριακή. Αντίστοιχα και η εξέλιξη με τη διεύρυνση του ωραρίου μέσα στη μέρα (Λευκές Νύχτες).

Σε αυτόν τον άξονα μπορούμε να σημειώσουμε τις ακόλουθες βασικές εξελίξεις:

Ήδη από το 1997 με την ΚΥΑ 1162/6.3.1997 συμφωνείται η επέκταση του ωραρίου των καταστημάτων για όποιον επιχειρηματία το θελήσει και η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας για τα τουριστικά καταστήματα. Έτσι το ωράριο μπορεί έκτοτε να επεκταθεί τις καθημερινές μέχρι τις 21:00 το βράδυ και τα Σάββατα μέχρι τις 20:00. Τελικά, το 2005 η συγκεκριμένη ΚΥΑ έγινε –μετά από πολλές αλλαγές και ακυρώσεις, που δείχνουν τόσο τη διαπάλη του κεφαλαίου όσο και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα33– νόμος του κράτους, υποχρεωτικός πλέον για όλους.

Σημείο καμπής είναι ο 4177/2013 με τον οποίο απελευθερώνεται το ωράριο των εμπορικών καταστημάτων, που μπορούν πλέον ν’ ανοίγουν 7 Κυριακές το χρόνο. Πολύ σύντομα, ο νόμος 4254/2014 καθορίζει πιλοτικά ότι τα καταστήματα σε 3 τουριστικές περιοχές της χώρας –πέραν αυτών των περιοχών που από παλιά είχαν χαρακτηριστεί ως τουριστικές– μπορούν να είναι ανοιχτά και τις 52 Κυριακές του χρόνου. Λίγους μήνες μετά από αυτήν την πιλοτική εφαρμογή, το μέτρο επεκτάθηκε μετά από σχετική Υπουργική Απόφαση σε 10 τουριστικές περιοχές. Ταυτόχρονα, στις 19 Δεκέμβρη 2014 με τροπολογία που πέρασε στη Βουλή προστίθεται στις 7 Κυριακές και μία ακόμη, μετά από απαίτηση των επιχειρηματιών του κλάδου του εμπορίου για άνοιγμα των εμπορικών στις 28 Δεκέμβρη, με τη δικαιολογία της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Στον ίδιο νόμο συμπεριλαμβάνεται και η μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 3,9 μονάδες και η κατάργηση του όποιου «τυπικού» περιορισμού για τη χρήση δανειζόμενου εργατικού προσωπικού από τις επιχειρήσεις.

Είναι καθαρό ότι σταδιακά επεκτείνεται όλο και περισσότερο το μέτρο των ανοιχτών καταστημάτων σε όλες τις Κυριακές του χρόνου, με στόχο να καθιερωθεί για όλες τις επιχειρήσεις. Η αποφασιστικότητα για την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας φαίνεται και μέσα από τη δήλωση του τότε υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Γ. Γιακουμάτου (κατά την αναμονή της απόφασης του Συμβουλίου Επικρατείας για την αντισυνταγματικότητα του μέτρου αυτού), σύμφωνα με την οποία, όποια κι αν ήταν τελικά η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, θα έφερνε νόμο στη Βουλή που θ’ απελευθέρωνε και τις 52 Κυριακές.

Μέσα σε όλα αυτά πρέπει ν’ αναφερθούν και η καθιέρωση του θεσμού των Λευκών Νυχτών που επεκτείνεται στην Αττική αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, αξιοποιώντας τον τουρισμό και την υποτιθέμενη υποβοήθηση της αύξησης του τζίρου των μικρών εμπορικών καταστημάτων. Τελικά, η κίνηση αυτή –που δεν είναι νομοθετημένη, αλλά εμπίπτει στη δυνατότητα των Περιφερειών να ορίζουν το ωράριο των καταστημάτων πέραν του ενιαίου ωραρίου– έχει ως σκοπό να επεκτείνει μόνιμα το ωράριο των καταστημάτων μέχρι τα μεσάνυχτα, δημιουργώντας πλήγμα στα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων του εμπορίου, αλλά και στα μικρά καταστήματα που, μαζί με την κατάργηση της Κυριακάτικης Αργίας, τελικά βλέπουν αντί για τον τζίρο ν’ αυξάνονται τα χρέη τους.34

Η δεύτερη πλευρά της κυβερνητικής πολιτικής που αφορά το εμπόριο σχετίζεται με την προώθηση της «απελευθέρωσης» μιας σειράς εμπορικών δραστηριοτήτων, που εξελίσσεται δυναμικά την τελευταία 4ετία, με αφορμή τα Μνημόνια. Καταργούνται μια σειρά από περιορισμοί που τελικά επιτρέπουν τη συγκέντρωση της εμπορικής δραστηριότητας σε μεγάλα καταστήματα, πιέζοντας ακόμα περισσότερο τα μικρότερα. Το πιο εμβληματικό παράδειγμα είναι αυτό των φαρμακείων.

 

Β. Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ)

 Πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015, οπότε και αναδείχτηκε σε κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ ιεραρχούσε τη βελτίωση των ελεγκτικών μηχανισμών για την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων35. Ενώ λοιπόν σε κάποια κείμενά του ο ΣΥΡΙΖΑ τασσόταν θεωρητικά εναντίον των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, ως υποψήφιος κυβερνητικός διαχειριστής δεν έθιγε καν ζητήματα ανατροπής των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, αλλά εστίαζε απλώς στην τήρηση των νόμων (προπαγανδιστικά στοχοποιούσε ιδιαίτερα τις «καταχρηστικές» πλασματικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης).

Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεχόταν –πριν καν σχηματίσει κυβέρνηση– τη δυνατότητα των εργοδοτών να έχουν εργαζόμενους με σχέσεις «μερικής απασχόλησης», να επεκτείνουν –όποτε και όσο θέλουν– το ωράριο, και μάλιστα χωρίς να είναι αναγκασμένοι πάντα να τις πληρώνουν ως υπερωρίες (διευθέτηση του χρόνου εργασίας). Την ίδια στιγμή, δεν ήταν καθόλου φειδωλός σε νουθεσίες προς τους εργοδότες να τηρούν τους νόμους και να μην ξεπερνάνε τα όρια.

Άλλο θέμα που προεκλογικά πρόβαλλε ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν η «επαναφορά» των κατώτατων μισθών και η κατοχύρωση της «Κυριακής αργίας» από την επόμενη κιόλας μέρα που θα σχημάτιζε κυβέρνηση. Σύντομα, η «επόμενη μέρα» μετατράπηκε σε «επόμενο έτος», αφού ο τότε υπουργός Εργασίας (Σκουρλέτης) το Μάρτη του 2015 δήλωσε πως μέχρι το τέλος του 2016 ο κατώτατος μισθός θα γίνει προσπάθεια να φτάσει στα 751€, αλλά σταδιακά και συνοδευόμενος με αντισταθμιστικά οφέλη για τους επιχειρηματίες με τη ρήτρα της οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να μην πλήξει την οικονομία.36 Πρόκειται για μια δήλωση που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις προτάσεις της εργοδοσίας που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Η ίδια στάση τηρήθηκε και στο ζήτημα των Κυριακών και των Λευκών Νυχτών. Από τη μία, στα λόγια, δήλωνε κάθετα αντίθετος με το άνοιγμα των καταστημάτων μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ενώ από την άλλη, την 1η Νοέμβρη 2014 ο δήμος Λειβαδιάς (ΣΥΡΙΖΑ) οργάνωσε Λευκή Νύχτα ως μέτρο για να τονώσει την αγορά και να διευκολύνει τους μικρούς εμπόρους ν’ αυξήσουν τον τζίρο τους. Όσον αφορά το μέτρο των Κυριακών, από τη μία οι δυνάμεις του στο συνδικαλιστικό κίνημα (σε ΟΙΥΕ και ΓΣΕΕ) υιοθετούσαν ως γενικόλογο σύνθημα από εκείνη την περίοδο το «ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ», ενώ από την άλλη αρνούνταν να υιοθετήσουν –ακόμα και ως αντιπολίτευση– την απαίτηση του ΠΑΜΕ για νομοθετική κατοχύρωση της Κυριακής Αργίας. Τα παραπάνω δείχνουν πόσο… αντίθετος με αυτό το μέτρο ήταν από τότε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Οι ΑΝΕΛ ασκούσαν ως αντιπολίτευση κριτική στα μέτρα που πλήττουν τους αυτοαπασχολούμενους του κλάδου, από μικροαστική σκοπιά. Ανάφεραν χαρακτηριστικά: «Οι δανειστές της χώρας θέλουν την πλήρη εξόντωση των ΜμΕ και τη χαλάρωση του κοινωνικού και οικογενειακού ιστού μαζί […] η ελληνική οικογενειακή επιχείρηση θα μείνει ζωντανή, το ίδιο και η ελληνική οικογενειακή παράδοση»37.

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ άρθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, και η σχετική διγλωσσία των στελεχών του, ενώ αυτή διατηρείται –αν και μειούμενη– στα συνδικαλιστικά του στελέχη. Ας δούμε καταρχάς την κυβερνητική στάση στο ζήτημα της κυριακάτικης αργίας, όπως αυτή καθρεφτίζεται στις τοποθετήσεις από τον αρμόδιο υπουργό Γ. Σταθάκη.

Κατά τις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης, ο υπουργός δήλωσε πως το άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές θ’ αποφασίζεται από τις τοπικές κοινωνίες, τις τοπικές περιφέρειες, τους τοπικούς εμπορικούς συλλόγους, αποκλείοντας έτσι τη νομοθετική κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας. Τέλος, στην ετήσια γενική συνέλευση της ΕΣΕΕ (στις 14-15 Μάρτη 2014), δήλωσε πως «θα επανέλθει επί του παρόντος ο προηγούμενος νόμος και λειτουργία της αγοράς μέχρι τις 7 Κυριακές το χρόνο»38. Το τρίτο Μνημόνιο, που στήριξε η κυβέρνηση, προωθεί αποφασιστικά την πλήρη απελευθέρωση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές.

Όσον αφορά την επόμενη προεκλογική περίοδο πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, εννοείται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε καμία αναφορά ούτε στο ζήτημα των Κυριακών, ούτε στις Λευκές Νύχτες, ούτε στην επαναφορά του κατώτερου μισθού στα 751€. Τη θέση αυτών των αναφορών έχει πάρει η επίκληση της ανάγκης «εναρμονισμού με τις καλές πρακτικές της ΕΕ». Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει δηλαδή να «πουλά» στο λαό το παραμύθι της καλής ΕΕ που μπορεί ν’ αλλάξει υπέρ του, κρύβοντας ότι «οι καλές πρακτικές της ΕΕ» αποτελούν πραγματική κόλαση για τους εργαζόμενους.

Στο σύνολο της ύπαρξής της, η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν ανέτρεψε, αλλά μονιμοποίησε κι επέκτεινε τους αντιλαϊκούς νόμους των προηγούμενων κυβερνήσεων. Αυτές τις μέρες μάλιστα επεξεργάζεται τη ριζική αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος σε αντιλαϊκή κατεύθυνση και τη νέα νομοθεσία για τις εργασιακές σχέσεις (απελευθέρωση απολύσεων κλπ.). Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις αυτές ανταποκρίθηκαν πλήρως στις προσδοκίες του κεφαλαίου για αυξημένη χειραγώγηση του λαού σε αυτήν την πορεία.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΓΟΔΟΣΙΑΣ

 Το μεγάλο κεφάλαιο –τόσο το τμήμα του που δραστηριοποιείται στον κλάδο όσο και αυτό που δραστηριοποιείται σε άλλους κλάδους– έχει συγκεκριμένους σχεδιασμούς για την πορεία του κλάδου του εμπορίου. Αυτοί εκφράζονται μέσω των διάφορων συλλογικών φορέων του και των σχετικών ερευνητικών κέντρων.

Η έρευνα της McKinsey με τίτλο «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά: Προσδιορίζοντας το νέο εθνικό μοντέλο ανάπτυξης - Σύνοψη» παραθέτει συνοπτικά τις επιδιώξεις της αστικής τάξης για τον κλάδο. Σε αυτήν, το εμπόριο ξεχωρίζεται ως ένας από εκείνους τους δυναμικούς κλάδους που μπορούν ν’ αξιοποιηθούν ως «ατμομηχανή» για ολόκληρη την ελληνική οικονομία. Συμπληρώνει όμως ότι, για να γίνει αυτό, πρέπει να επιταχυνθεί η υλοποίηση των απαραίτητων διαρθρωτικών μέτρων στα πρότυπα της ΕΕ. Ως επιτακτικό ζήτημα ξεχωρίζει την άμβλυνση του «προβλήματος» της πληθώρας μικρών επιχειρήσεων και της σχετικής υποεκπροσώπησης των μεγάλων εμπορικών μονάδων.39 Απαραίτητη θεωρεί και τη διόρθωση των λεγόμενων «στρεβλώσεων» της αγοράς εργασίας, απαιτώντας στην ουσία την επιτάχυνση της νομοθετικής πρωτοβουλίας στην κατεύθυνση ενίσχυσης της «κινητικότητας» των εργαζομένων (π.χ. απελευθέρωση απολύσεων, μείωση αποζημιώσεων), αλλά και της περαιτέρω ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων και του ωραρίου. Επίσης, αναδεικνύει ως προτεραιότητα την αναγκαιότητα «απελευθέρωσης» ώστε να επιτραπεί η πώληση μιας σειράς εμπορευμάτων, που σήμερα πωλούνται μόνο από εξειδικευμένα εμπορικά καταστήματα (π.χ. συνταγογραφούμενα φάρμακα, τροφές για μωρά κλπ.), από μεγάλα καταστήματα λιανικής και χονδρικής πώλησης.

 

ΕΣΕΕ

 Η ΕΣΕΕ είναι ο πανελλαδικός φορέας που οργανώνει το σύνολο των εμπορικών επιχειρήσεων, μέσω συλλόγων και ομοσπονδιών. Πολύ μεγάλος αριθμός των τελικών μελών της είναι αυτοαπασχολούμενοι του κλάδου. Ωστόσο, παρά την πολυποίκιλη σύνθεσή της, ο πυρήνας των θέσεών της εκφράζει τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Παρόλ’ αυτά, η ΕΣΕΕ αποτυπώνει, σε ορισμένα σημεία, τόσο για λόγους προπαγάνδας όσο και λόγω συσχετισμών, διαφορετικές θέσεις από εργοδοτικές οργανώσεις που εκφράζουν άμεσα το μεγάλο κεφάλαιο.

Σε γενικές γραμμές, οι θέσεις και οι επιδιώξεις της κινούνται στην κατεύθυνση εξασφάλισης των προϋποθέσεων τόνωσης της ανταγωνιστικότητας, της επιδίωξης της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» των επιχειρήσεων, της εξόδου από την κρίση και της επιδίωξης ισορροπίας της αγοράς. Επιδιώξεις και στόχοι, δηλαδή, σε κοινή γραμμή πλεύσης με την ΕΕ και άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ, αλλά κι εργοδοτικές ενώσεις σαν τον ΣΕΒ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι θέσεις της για μειώσεις τιμολογίων της ΔΕΗ, μείωση ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων, πάταξη της φοροδιαφυγής μέσω της επιτήρησης των τραπεζικών λογαριασμών, ισχυροποίηση της αξίας των αποδείξεων, ανάγκη τόνωσης της χρήσης του πλαστικού χρήματος.

Η εναρμόνιση της ΕΣΕΕ με το μεγάλο κεφάλαιο επεκτείνεται και στα κεντρικά πολιτικά ζητήματα της χώρας, πέραν αυτών που αφορούν τον κλάδο του εμπορίου. Ενδεικτική ήταν η αγωνία της για την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης και για την «πάση θυσία» παραμονή της χώρας στην ΕΕ.

Την ίδια στιγμή, οι θέσεις της σε μια σειρά ζητήματα αποτυπώνουν τη σύνθεσή της, την αριθμητική υπεροχή των μικρών επιχειρήσεων, τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μεγάλες και μικρότερες επιχειρήσεις40 και τη διαπάλη των επιχειρηματικών ομίλων του κλάδου για διάφορα θέματα, οδηγώντας σε αμφίσημες διατυπώσεις για ορισμένα ζητήματα, όπως το ζήτημα της κυριακάτικης αργίας.

Από τη μία φαίνεται πως είναι ενάντια στο άνοιγμα των καταστημάτων και τις 52 Κυριακές, επιχειρηματολογώντας ότι ακόμη και το άνοιγμα των καταστημάτων τις 7 Κυριακές ούτε αύξησε τον τζίρο των καταστημάτων και την απασχόληση, ούτε πρόκειται να το κάνει στο μέλλον. Από την άλλη, ισχυρίζεται πως θα επέλθει ισορροπία στην αγορά όταν ενεργοποιηθεί το παλιό μέτρο κατά το οποίο οι τοπικοί φορείς αποφάσιζαν το ωράριο των καταστημάτων, άρα αν αποφασίσουν αυτοί για τις 52 Κυριακές άνοιγμα των καταστημάτων, η ΕΣΕΕ δε θα πρόβαλλε καμία αντίρρηση. Ταυτόχρονα, επικροτεί και την υπογραφή του 3ου Μνημονίου η οποία το θέτει ως προαπαιτούμενο μέσω της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ.

Από την άλλη, η προσήλωσή της στην ανταγωνιστικότητα του κεφαλαίου και η φύση της ως εργοδοτικής οργάνωσης αντανακλάται στις θέσεις της για τα εργασιακά ζητήματα. Κινείται στη γραμμή της φθηνής εργατικής δύναμης προς όφελος της ανταγωνιστικότητας της αγοράς. Γι’ αυτό και τάσσεται υπέρ της εφαρμογής των προγραμμάτων ανακύκλωσης της ανεργίας μέσω των προγραμμάτων voucher (επιταγές εισόδου στην αγορά εργασίας) στηριζόμενα από το ΕΣΠΑ και άλλα κοινοτικά προγράμματα (τα οποία η ΕΣΕΕ δεν καταδικάζει ούτε καν στα λόγια). Ακόμη και η πρότασή της για επαναφορά του κατώτατου μισθού των εργαζομένων και των ΣΣΕ, που είχε γίνει σε παλιότερο χρόνο και φυσικά τώρα ούτε καν αναφέρεται, περιελάμβανε το σταδιακό πέρασμα σε αυτή, ώστε ν’ αποφευχθεί το «σοκ» στην αγορά, καθώς και μία σειρά αντισταθμιστικά οφέλη για τους επιχειρηματίες.

 

ΣΕΛΠΕ

 Το παζλ των θέσεων των φορέων της εργοδοσίας συμπληρώνεται με τις θέσεις του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδας (ΣΕΛΠΕ), ο οποίος εκπροσωπεί άμεσα τις μεγάλες εμπορικές αλυσίδες. Ο ΣΕΛΠΕ τάσσεται καθαρά υπέρ της κατάργησης της κυριακάτικης αργίας. Ανάρτησε στην ιστοσελίδα του (στις 2.9.2015) το σχετικό ΦΕΚ του 2013 για τη λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές στην Περιφέρεια της Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας ν’ ασκήσει πίεση στην κατεύθυνση εφαρμογής και γενίκευσης του μέτρου. Τάσσεται επίσης ανοιχτά υπέρ της επέκτασης του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και της κατάργησης κάθε εργασιακού δικαιώματος.

 

Μορφές ιδεολογικής παρέμβασης της καπιταλιστικής εργοδοσίας

 Οι εμπορικές αλυσίδες διαθέτουν μεγάλα δίκτυα εκατοντάδων καταστημάτων ανά την Ελλάδα. Η ενιαία διεύθυνση αυτών των μεγάλων καπιταλιστικών δικτύων στην κατεύθυνση επιδίωξης του μέγιστου κέρδους προϋποθέτει την πολύμορφη παρέμβαση της εργοδοσίας στους εργαζόμενους, με «ιμάντες» μια ολόκληρη στρατιά διευθυντών και προϊσταμένων. Αυτή η παρέμβαση περιλαμβάνει σεμινάρια των εργαζομένων, δράσεις στην κατεύθυνση ενίσχυσης της λεγόμενης «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης» (π.χ. συγκέντρωση τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, συμβολή σε κοινωνικά παντοπωλεία), ενώ πολύ συχνά επεκτείνεται και στο κάλεσμα των εργαζομένων να πάρουν συγκεκριμένη θέση σε επίκαιρα κεντρικά πολιτικά ζητήματα (π.χ. δημοψήφισμα). Εννοείται ότι παράλληλα με το «καρότο», το πέρασμα της θέλησης της εργοδοσίας προϋποθέτει και το «μαστίγιο» της τρομοκρατίας, του καταναγκασμού και της απειλής της απόλυσης μέσω της αξιοποίησης και φασιστών, ρουφιάνων της εργοδοσίας κλπ.

Τον ίδιο στόχο υπηρετεί και η άμεση παρέμβαση των καπιταλιστών του κλάδου στο συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων στο εμπόριο. Βασικό εργαλείο σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η αξιοποίηση ή το στήσιμο εργοδοτικών επιχειρησιακών σωματείων που επιδιώκεται να λειτουργούν ως άμεσος «ιμάντας» επιβολής της θέλησης της εργοδοσίας στους εργαζόμενους. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι τα επιχειρησιακά σωματεία στα σούπερ μάρκετ Σκλαβενίτη και Βασιλόπουλου. Πολλές φορές τα ΔΣ αυτών των σωματείων αποτελούνται από διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης, αντί για μητρώο μελών υπάρχει λίστα του συνόλου των εργαζομένων της επιχείρησης, ενώ κατά τις αρχαιρεσίες η συμμετοχή των εργαζομένων διασφαλίζεται από την κινητοποίηση των διευθυντικών στελεχών που απαρτίζουν σε μεγάλο βαθμό τα ψηφοδέλτια.

 

ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

 Οι μορφές με τις οποίες επιδρά η εργοδοσία, που αναφέραμε προηγουμένως, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό και τη σύνθεση των αντιπροσώπων και κατ’ επέκταση τους συσχετισμούς και τον προσανατολισμό του κινήματος στον κλάδο υπέρ των εργοδοτών. Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους λόγους κυριαρχίας του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΙΥΕ)41. Σε αυτήν, την πλειοψηφία έχουν οι παρατάξεις του ΜΕΤΑ (ΣΥΡΙΖΑ και ΛΑΕ) και του ΕΜΕΙΣ (πρώην ΠΑΣΚΕ που αποσπάστηκε από το ΠΑΣΟΚ), οι οποίες βρίσκονται σταθερά σε συνεννόηση και κοινή γραμμή.

Με βάση τα στοιχεία της ΟΥΙΕ, στις αρχαιρεσίες των σωματείων που εντάσσονται σε αυτή συμμετείχαν 97.000, ενώ το 2013 συμμετείχαν 125.000 (μείωση κατά 28.000). Χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση σε ποιο βαθμό αυτή η διακριτή μείωση των εργαζομένων που είναι γραμμένοι στα σωματεία του κλάδου οφείλεται σε μείωση της διάθεσης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, σε μείωση της ώθησης των εργοδοτών για συμμετοχή στα εργοδοτικά σωματεία ή σε μείωση των θέσεων εργασίας στον κλάδο. Σίγουρο είναι πάντως ότι μεγάλο κομμάτι του κλάδου παραμένει ανοργάνωτο, ενώ υπάρχουν μαζικοί εργασιακοί χώροι χωρίς καμία μορφή συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως είναι για παράδειγμα τα μεγάλα εμπορικά κέντρα τύπου mall, όπου απασχολούνται πάνω από 2.000 εργαζόμενοι σε μια σειρά δραστηριότητες (εμπόριο, επισιτισμός, υπηρεσίες).

Όσον αφορά τώρα το στίγμα της παρέμβασης της ΟΙΥΕ, αυτό χαρακτηρίζεται από τη μία από τη στήριξη και μη αμφισβήτηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και από την άλλη από τη διακηρυκτική αντίθεση σε μια σειρά πλευρές της πολιτικής που υπηρετεί τα συμφέροντα αυτής της ιδιοκτησίας. Πρόκειται για ένα συνδυασμό που της επιτρέπει την απαραίτητη ευελιξία για την απόσπαση της συναίνεσης στην κυρίαρχη πολιτική.

Έτσι, ενώ από τη μία στοχοποιεί φραστικά τα μνημόνια, τις «φιλελεύθερες» πολιτικές, την ύφεση, την ανεργία, τη φτώχεια κλπ., από την άλλη αποκρύπτει ότι όλα αυτά τα φαινόμενα αποτελούν συνοδοιπόρους της επιδίωξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, την οποία αφήνει στο απυρόβλητο. Ακόμα και η κριτική που ασκεί στις πολυεθνικές και τα μονοπώλια του κλάδου γίνεται από θέσεις υπεράσπισης του υγιούς (και δήθεν ευνοϊκού για τους εργαζομένους) καπιταλιστικού ανταγωνισμού και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Αποκρύπτει ότι ακόμα και η δημιουργία αυτών των μονοπωλίων αποτελεί ακριβώς αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού που υπερασπίζεται.

Ακριβώς λόγω της μη αμφισβήτησης της καπιταλιστικής εργοδοσίας και της αποδοχής του ρεαλισμού των συμφερόντων της, η ΟΙΥΕ έβαλε το προηγούμενο διάστημα πλάτη στην υπογραφή μειώσεων μισθών, στην απελευθέρωση του ωραρίου και σε μια σειρά άλλες εργοδοτικές αξιώσεις, ενώ την ίδια στιγμή δηλώνει πίστη στον κοινωνικό διάλογο και προωθεί την ανάγκη ταξικής συναίνεσης. Την ίδια στιγμή αδιαφορεί στην ουσία για το βαθμό οργάνωσης των εργαζομένων του κλάδου. Ακόμα και στην κήρυξη κλαδικής απεργίας τις Κυριακές που ήταν ανοιχτά τα καταστήματα, δεν έπαιρνε κανένα μέτρο ούτε για την οργάνωση των εργαζομένων για την επιτυχία των απεργιών, ούτε για την εναντίωση με την εργοδοσία.

Η πλειοψηφία της ΟΙΥΕ, εκφράζοντας τα προηγούμενα χρόνια την ψευδεπίγραφη αντιμνημονιακή γραμμή, απέκρυψε τον κύριο ωφελημένο των αντεργατικών πολιτικών, την καπιταλιστική μεγαλοεργοδοσία, από την οποία και στηρίχτηκε πολύπλευρα για τη διατήρηση της πλειοψηφίας στα όργανα της Ομοσπονδίας. Η γραμμή της συμβάλλει στην ενσωμάτωση στην κυρίαρχη πολιτική κυρίως μέσω των ελπίδων-αυταπατών περί δυνατοτήτων φιλολαϊκής διαχείρισης του καπιταλισμού. Συνεπής με αυτήν τη γραμμή, είχε ιδιαίτερη συμβολή στην ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού, ενώ τώρα συμπεριφέρεται προπαγανδιστικά σαν εξαπατημένη «θλιμμένη χήρα» καλώντας ακόμα και σήμερα το ΣΥΡΙΖΑ να υλοποιήσει όσα είχε δεσμευτεί προεκλογικά, π.χ. την κατάργηση του Ν. 4177/13 που προβλέπει το άνοιγμα των καταστημάτων τις 7 Κυριακές το χρόνο.

 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

 Η δράση της πανελλαδικής γραμματείας του ΠΑΜΕ στο Εμπόριο και τις Υπηρεσίες αποτελεί τον πόλο εκείνο που οργανώνει την πάλη τόσο απέναντι στην καπιταλιστική εργοδοσία του κλάδου όσο και στη γραμμή εκείνη στο συνδικαλιστικό κίνημα που δρα υποβοηθητικά προς αυτή. Σε αυτή συσπειρώνονται πολλά κλαδικά σωματεία στα ΔΣ των οποίων βρίσκονται ταξικά συνεπείς δυνάμεις, επιχειρησιακά σωματεία που έστησαν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, συνδικαλιστές που υπερασπίζονται την ταξική γραμμή πάλης. Οι ταξικά προσανατολισμένες δυνάμεις, αν και λίγες, αναπτύσσονται, κερδίζουν έδαφος, αναπτύσσουν δράση στην κατεύθυνση συσπείρωσης και οργάνωσης των εργαζομένων στο εμπόριο και στους ομίλους. Προτάσσουν την αναγκαιότητα σύγκρουσης με το κεφάλαιο, τις κυβερνήσεις που το υπηρετούν, τις διακρατικές ενώσεις του. Υπερασπίζονται τα συμφέροντα των εργαζομένων του κλάδου, ενώ την ίδια στιγμή προβάλλουν την αναγκαιότητα κοινού αγωνιστικού βηματισμού με άλλα τμήματα της εργατικής τάξης, αλλά και των φτωχών αυτοαπασχολούμενων τόσο του κλάδου όσο και γενικότερα.

Οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στην παραπάνω γραμματεία του ΠΑΜΕ, μεταξύ των οποίων και ο Σύλλογος Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας, πρωτοστατούν στην κλαδική οργάνωση όλων των εργαζομένων στους μονοπωλιακούς ομίλους και τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, στην εγγραφή μελών στα σωματεία, στη συγκρότηση και λειτουργία επιτροπών αγώνα ανά όμιλο και κατάστημα, μέσω συλλογικών διαδικασιών των ίδιων των εργαζομένων. Μέσα απ’ όλη αυτήν την πολύμορφη δράση στοχοποιούν ως υπεύθυνη των δεινών των εργαζομένων την ίδια την επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας και οργανώνουν την πάλη απέναντί της. Την ίδια στιγμή αναδεικνύουν τη δυνατότητα και αναγκαιότητα οργάνωσης της παραγωγής και κυκλοφορίας των προϊόντων χωρίς τη μεσολάβηση του καπιταλιστικού κέρδους.

 

ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Η προηγούμενη ανάλυση του συνόλου των στοιχείων για τον κλάδο του εμπορίου φωτίζει τη σημασία του για την καπιταλιστική οικονομία κι επιβεβαιώνει ότι η ενίσχυση του μονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα αντανακλάται και στις αντίστοιχες εξελίξεις στον κλάδο του εμπορίου: Ενίσχυση της μονοπώλησης του κλάδου από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους (αν και με βραδύτερους ρυθμούς από το σύνολο της καπιταλιστικής οικονομίας), διεύρυνση της μισθωτής εργασίας, χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας κτλ. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη πολλαπλασιασμού των προσπαθειών μας για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και την οικοδόμηση γερών Κομματικών Οργανώσεων στον κλάδο. Πρόκειται για σύνθετα και αλληλοτροφοδοτούμενα καθήκοντα, η επιτακτικότητα των οποίων αυξάνεται από την επίδραση της καπιταλιστικής κρίσης στον κλάδο και από τη σημασία του κλάδου στη συνολική καπιταλιστική αναπαραγωγή (και τους αντίστοιχους σχεδιασμούς της άρχουσας τάξης)

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τους εμποροϋπαλλήλους, η σημασία της δουλειάς σε αυτήν την κατεύθυνση απορρέει από τον όγκο των μισθωτών που συγκεντρώνει ο κλάδος, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (ηλικία, φύλο, πρώτη εργασία), από το βαθμό συγκέντρωσής τους σε μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις και στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η ανασύνταξη του εργατικού κινήματος στον κλάδο σε γραμμή ρήξης και σύγκρουσης με την άρχουσα τάξη και την ΕΕ μπορεί ν’ αξιοποιήσει αυτά τα οξυμμένα προβλήματα των εργαζόμενων ως εφαλτήριο για ν’ «αποδείξει» τον ταξικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, συγκεντρώνοντας δυνάμεις για την αποφασιστική αναμέτρηση. Σε αυτήν την κατεύθυνση αξιοποιούνται στόχοι πάλης όπως η κατάργηση της ευέλικτης εργασίας, η αύξηση των μισθών, η απαγόρευση της εργασίας τις Κυριακές, η διαφύλαξη και διεύρυνση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, η πάλη ενάντια στις απολύσεις, η πάλη για την προστασία των ανέργων, η γενικότερη διαπάλη για το ποιος καρπώνεται την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Αντίστοιχα, μεγάλη σημασία και μεγάλες δυνατότητες έχει η δουλειά στους αυτοαπασχολούμενους. Η κατάσταση των αυτοαπασχολούμενων έχει επίσης σημειώσει ουσιαστική επιδείνωση την περίοδο της κρίσης. Σημαντικό τμήμα των αυτοαπασχολούμενων στον κλάδο δεν έχει δυνατότητα ούτε καν απλής αναπαραγωγής. Η εμφανιζόμενη «αντοχή» των αυτοαπασχολούμενων δεν οφείλεται φυσικά σε αυξημένη «παραγωγικότητά» τους σε σχέση με τους μεγάλους εμπορικούς ομίλους, αλλά μεταφράζεται σε εντατικότερη εργασία εκ μέρους τους, σε ελαστικά ωράρια, σε αυξημένη συμμετοχή της μη καταγεγραμμένης εργασίας των συμβοηθούντων μελών κοκ.

Ιδιαίτερη πολιτική σημασία έχει η επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης και στο εμπόριο. Η καπιταλιστική ανάπτυξη χρειάζεται και αντέχει μικρότερο αριθμό αυτοαπασχολούμενων, ειδικά σε κλάδους όπως το εμπόριο. Η περίοδος που διανύουμε προσφέρεται για την ένταση της πολιτικής ζύμωσης και της παρέμβασής μας στους αυτοαπασχολούμενους του εμπορίου. Η αγωνιστική συσπείρωση των αυτοαπασχολούμενων στο χώρο του εμπορίου σε αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση μπορεί να φωτίσει το «θάνατο του εμποράκου» από την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη, πως δηλαδή ο αυτοαπασχολούμενος και ο μικρέμπορος δεν έχουν σήμερα κοινωνικό μέλλον και προοπτική της ίδιας «ευρύτητας» με το παρελθόν, πως η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού μεταφράζεται σε πίεση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση. Το πραγματικό δίλημμα που μπαίνει μπροστά στον αυτοαπασχολούμενο στο εμπόριο σήμερα είναι αν θα τον συνθλίψει η καπιταλιστική ανάπτυξη ή αν θα δυναμώσει την κοινωνική συμμαχία για το μοναδικό μέλλον που μπορεί να του εξασφαλίσει την ικανοποίηση των αναγκών του, την κοινωνική ιδιοκτησία και τον κεντρικό σχεδιασμό, με εργατική, λαϊκή εξουσία.

Έχει σημασία η στοχευμένη παρέμβαση, η οργάνωση της δράσης των αυτοαπασχολούμενων σε κατεύθυνση απόκρουσης της κρατικής πολιτικής που επιδεινώνει τη θέση τους, με στόχο τη συσπείρωση δυνάμεων στην κοινωνική συμμαχία. Το χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να φωτίζουν άξονες πάλης όπως για τη φορολογία των αυτοαπασχολούμενων, τη διαχείριση των κόκκινων δανείων που μαστίζουν μεγάλο τμήμα τους, την πάλη ενάντια στην πολιτική της ΕΕ για την απελευθέρωση που στοχεύει στη δημιουργία πεδίων κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο. Συγχρόνως, στόχοι που μπορούν να ενοποιήσουν την πάλη μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων στον κλάδο αποτελούν τόσο το γενικό ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης και του χαρακτήρα της, όσο και το ζήτημα της εντατικοποίησης της εργασίας, με αιχμή την κυριακάτικη αργία και τη σταδιακή αύξηση της εργάσιμης μέρας σε ολόκληρο το 24ωρο. Για παράδειγμα, μια μαζική κινητοποίηση ενάντια στις Λευκές Νύχτες, από αυτές που κάνουν ολοένα και πιο συχνά την εμφάνισή τους, μπορεί να συσπειρώσει λαϊκές δυνάμεις μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων από το εμπόριο και από άλλους σχετικούς κλάδους.

Η ανασύνταξη του κινήματος με ταξικό προσανατολισμό και η ισχυροποίηση του Κόμματος προϋποθέτει την επίμονη δουλειά με τη στρατηγική του Κόμματος, την προβολή των ασύγκριτων πλεονεκτημάτων, τόσο για τους μισθωτούς όσο και για τους αυτοαπασχολούμενους, του δρόμου ανάπτυξης με εργατική, λαϊκή εξουσία. Προϋποθέτει όξυνση της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης από το κομματικό δυναμικό, ώστε ν’ αντιμετωπίζονται τα επιχειρήματα του αντίπαλου και η διαβρωτική του επίδραση στη συνείδηση της εργατικής τάξης.

Στο επίκεντρο του προβληματισμού πρέπει να βρίσκεται το ερώτημα «ανάπτυξη για ποιον, για το λαό ή για τα μονοπώλια;» και η προβολή του ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης της κοινωνίας, της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, της γης και του συνόλου του εμπορίου και της λειτουργίας τους με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό κι εργατικό έλεγχο. Σε αυτόν το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης, ο κλάδος του εμπορίου αλλάζει ριζικά ρόλο και χαρακτήρα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής παραγωγής χάνει τον εμπορευματικό του χαρακτήρα. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο η κοινωνικοποίηση του εμπορίου προχωρά άμεσα.

Το «λιανικό εμπόριο» μετατρέπεται στο σοσιαλισμό σ’ ένα μηχανισμό διανομής και κατανομής του κοινωνικού προϊόντος που προορίζεται για την άμεση (χωρίς τη διαμεσολάβηση της αγοράς) κατανάλωση. Στο βαθμό που αυξάνεται η παραγωγικότητα και κατακτιέται η κομμουνιστική στάση απέναντι στην παραγωγή από το σύνολο της κοινωνίας, θα μειώνεται σχετικά και η έκταση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την κατανομή των παραγόμενων προϊόντων. Ακόμα περισσότερο και πιο άμεσα αλλάζει ο χαρακτήρας του «χονδρικού εμπορίου», που υποκαθίσταται με διαδικασίες κατανομής υλών και προϊόντων, υλοποιεί σχέσεις μεταξύ κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων υπό την ευθύνη του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού.

Το εμπόριο διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά του στις συναλλαγές με το εξωτερικό και τις συναλλαγές μ’ εκείνο το τμήμα της παραγωγής που δεν έχει ακόμα άμεσο κοινωνικό χαρακτήρα (συνεταιριστική παραγωγή, κυρίως σε τμήματα του αγροτικού τομέα κλπ.). Πρόκειται για δραστηριότητες οι οποίες βρίσκονται υπό τον αυστηρό έλεγχο του εργατικού κράτους, οι πρώτες για προστασία από εξωτερική διείσδυση, οι δεύτερες για τη διασφάλιση της ανυπαρξίας δυνατοτήτων συσσώρευσης, σε ατομικά ή σε ομαδικά χέρια, και για σταδιακό περιορισμό του στη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Μόνο αυτές οι συνθήκες μπορούν να εξασφαλίσουν δυνατότητα κάλυψης των διευρυμένων λαϊκών αναγκών για τα λαϊκά στρώματα, αλλά και για τους εργαζόμενους στον κλάδο του εμπορίου.

Για τους απασχολούμενους στο εμπόριο, το νέο είναι η ένταξή τους σε αυτόν τον ανώτερο τύπο οργάνωσης της οικονομίας που αξιοποιεί καλύτερα τις παραγωγικές δυνάμεις, απαλλάσσοντάς τους από το άγχος της διάθεσης των προϊόντων με ατομική ευθύνη, από τα χρέη, τη φορολογία, τον ανταγωνισμό. Αξιοποιούνται όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της μεγάλης συγκεντρωμένης παραγωγής και διανομής του κοινωνικού προϊόντος. Παρέχει τη δυνατότητα ν’ αποκτήσουν μορφωτική - πολιτιστική ζωντάνια τα χωριά, σύγχρονες κρατικές υποδομές γενικής παιδείας, υγείας, πολιτισμού και φυσικής αγωγής.

Σε αυτές τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι στον κλάδο, μαζί με τους σημερινούς αυτοαπασχολούμενους, εξασφαλίζουν πλήρη σταθερή εργασία, σταθερές εργασιακές σχέσεις, συρρίκνωση του εργάσιμου χρόνου, προστασία της υγείας τους, κάλυψη των διευρυνόμενων αναγκών τους, πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 Emp 6

 

Emp 7

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Κεφάλαιο (τ. ΙΙ, σελ. 54): «Το χρηματικό κεφάλαιο και το εμπορευματικό κεφάλαιο, εφόσον με τις λειτουργίες τους εμφανίζονται δίπλα στο βιομηχανικό κεφάλαιο σα φορείς ιδιαίτερων επιχειρηματικών κλάδων, αποτελούν απλώς και μόνο χάρη στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας αυτοτελοποιημένους και μονόπλευρα αναπτυγμένους τρόπους ύπαρξης των διάφορων μορφών λειτουργίας, που το βιομηχανικό κεφάλαιο πότε περιβάλλεται και πότε αποβάλλει μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας».

2. Βλ. M. P. Timmer, E. Dietzenbacher, B. Los, R. Stehrer, G. J. de Vries, «An Illustrated User Guide to the World Input–Output Database: the Case of Global Automotive Production», Review of International Economics, Vol. 23, 2015.

3. Λαμβάνουμε υπόψη το 2002 και όχι το 2001 διότι η ΕΛΣΤΑΤ δεν έχει στοιχεία σε ευρώ για το 2001.

4. Λαμβάνουμε υπόψη το έτος 2013 γιατί είναι το τελευταίο στο οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

5. Επεξεργασία από στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ: «Συνοπτικά στοιχεία διάρθρωσης επιχειρήσεων εμπορίου».

6. Πρέπει να σημειώσουμε πως, σ’ ένα επίπεδο ανάλυσης, και η αστική στατιστική αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα σε παραγωγική και μη παραγωγική εργασία. Ωστόσο, καθώς η καπιταλιστική οικονομία αποτελείται από την ανταγωνιστική συνάρθρωση όλων των επιμέρους ξεχωριστών κεφαλαίων, είναι εξαιρετικά δύσκολο αυτός ο προβληματισμός να επιδράσει στην κλαδική κατανομή των επενδυόμενων κεφαλαίων. Η τελευταία εξελίσσεται στη βάση της μεγιστοποίησης του ποσοστού κέρδους και της διακλαδικής εξίσωσης αυτού. Κοντολογίς, αν το εμπόριο φέρνει κέρδη, ο προβληματισμός γύρω από την παραγωγική εργασία περνάει σε δεύτερη μοίρα.

7. Σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΕ, πολύ μικρές επιχειρήσεις είναι όσες απασχολούν έως 10 απασχολούμενους κι έχουν τζίρο ή συνολικό ισολογισμό έως 2 εκ. ευρώ, μικρές επιχειρήσεις είναι όσες απασχολούν έως 10-49 εργαζόμενους κι έχουν τζίρο ή συνολικό ισολογισμό έως 10 εκ. ευρώ, μεσαίες επιχειρήσεις είναι όσες απασχολούν έως 50-249 εργαζόμενους κι έχουν τζίρο έως 50 εκ. ευρώ ή συνολικό ισολογισμό έως 43 εκ. ευρώ, ενώ μεγάλες επιχειρήσεις είναι όσες απασχολούν μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων κι έχουν υψηλότερο κύκλο εργασιών. Παρά τα μεθοδολογικά προβλήματα του ορισμού, τον χρησιμοποιούμε γιατί με βάση αυτόν δημοσιεύονται τα στοιχεία από τις διάφορες ευρωπαϊκές κι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες.

8. «Αποτελέσματα ηλεκτρονικής καταγραφής του συνόλου των επιχειρήσεων και των εργαζομένων –μισθωτών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», υπ. Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», 2015.

9. Σημειώνουμε πως, καθώς στο καθαυτό εμπόριο δεν παράγεται νέα αξία, η εργασία στο εμπόριο δεν έχει παραγωγικότητα. Ωστόσο, διασταλτικά, μπορούμε να κατανοήσουμε την «παραγωγικότητα της εργασίας στο εμπόριο» ως την ποσότητα εργασίας που χρειάζεται για να πουληθεί ένας όγκος εμπορευμάτων ή ένας όγκος αξίας. Από την άλλη, στις σημερινές συνθήκες, ο όγκος των δραστηριοτήτων που προσθέτουν αξία στο εμπόρευμα και που αποτελούν συνέχιση της παραγωγής στη σφαίρα της κυκλοφορίας έχει αυξηθεί σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση, ο εμποροϋπάλληλος γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ο έμπορος καπιταλιστής εκμισθώνει την εργατική δύναμη του εμποροϋπάλληλου και πληρώνει ένα μισθό που διασφαλίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Η εργασία του εμποροϋπάλληλου αξιοποιείται για να πουληθεί ένας όγκος εμπορευμάτων, οδηγώντας έτσι στην παραχώρηση από το βιομήχανο στον έμπορο ενός τμήματος της υπεραξίας που βρίσκεται αποκρυσταλλωμένο μέσα στο εμπόρευμα, που συνιστά το εμπορικό κέρδος, μεγαλύτερο από το μισθό.

10. Οι Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις διαμορφώνουν το 45,2% της ΑΠΑ του εμπορίου έναντι 29,1% στο σύνολο της οικονομίας, ενώ οι Μεγάλες Επιχειρήσεις διαμορφώνουν το 13,6% της ΑΠΑ του εμπορίου έναντι 33,1% στο σύνολο της οικονομίας.

11. Βλέπε Πίνακα 1 στο Παράρτημα.

12. Με μεγάλη απόσταση (12,8%) ακολουθεί ο επόμενος κλάδος, που είναι οι εκμισθωμένες κι εμπορικές δραστηριότητες. Στη συνέχεια ακολουθεί με 11,8% ο κλάδος των ξενοδοχείων και των εστιατορίων.

13. «Ελληνική επιχειρηματικότητα. Σημάδια αντοχής και αχτίδες ανάπτυξης», Grand Thorton, Δεκέμβρης 2014, σελ. 307-316. Σημειώνουμε πως τα στοιχεία της Grand Thorton δεν είναι ευθέως συγκρίσιμα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (διαφορετική κατάταξη επιχειρήσεων κ.ά.).

14. Ό.π., σελ. 387-396.

15. «230.000 λουκέτα έφερε η ύφεση στην αγορά», εφημερίδα «Ναυτεμπορική», 4.9.2014, σελ. 10.

16. «Προώθηση της ενιαίας συνδεδεμένης ψηφιακής αγοράς», εφημερίδα «Ναυτεμπορική», 23 Νοέμβρη 2015, σελ. 14.

17. Δεν είναι του παρόντος ν’ αναπτυχθεί σε αυτό το άρθρο αυτή η επίδραση, καθώς ακόμη βρίσκεται υπό διαμόρφωση, ωστόσο έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις που θα φέρει η ανάπτυξη της ενιαίας ψηφιακής αγοράς.

18. «Οι δυνατότητες και η πραγματικότητα», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 29 Νοέμβρη 2014, σελ. 11.

19. Γενικά ως «εμπορικό κέντρο» ορίζεται ένα «πολυλειτουργικό και ετερογενές πεδίο δραστηριοτήτων» που αναπτύσσεται σε μια σαφώς ορισμένη περιοχή, η οποία χαρακτηρίζεται από την εύκολη πρόσβαση σε αυτή με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, από έντονη συγκέντρωση επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου κι εστίασης και άλλων επιχειρήσεων, υποστηρικτικών ενός εμπορικού κέντρου. Πρόκειται για υπαίθρια εμπορικά κέντρα με αντίστοιχες λειτουργίες των κλειστών.

20. «THESS MALL: Ανοιχτό Κέντρο Εμπορίου στη Θεσσαλονίκη», www.typosthes.gr, 29.4.2015.

21.«Υπόμνημα Θέσεων και Προτάσεων ΕΣΕΕ προς την Ελληνική Κυβέρνηση», 31 Αυγούστου 2012, σελ. 56.

22. Οι αναπλάσεις των αστικών κέντρων εντάσσονται τόσο σε εθνικούς σχεδιασμούς (π.χ. Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας) όσο και σε κοινοτική χρηματοδότηση (π.χ. πρόγραμμα Jessica του ΕΣΠΑ 2007-2013). Βλ. ενδεικτικά το κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ «Ο καπιταλιστικός σχεδιασμός για την Περιφέρεια Αττικής - Το νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας», ΚΟΜΕΠ 6/2014 και το άρθρο των Ν. Καραθανασόπουλου - Αιμ. Βαμβακίδου «Ο ρόλος της κοινοτικής χρηματοδότησης στην ελληνική οικονομία», ΚΟΜΕΠ 3/2014.

23. Για πολλά από τα παρακάτω στοιχεία βλ. Πίνακα 2 στο Παράρτημα.

24. ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ, «Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου 2014», κεφ. 2.

25. Ό.π.

26. Αναλυτικά στοιχεία για την εξέλιξη των μισθωτών στον κλάδο του εμπορίου και στους υποκλάδους του βλ. στο Παράρτημα, Πίνακας 2.

27. Τα συγκεκριμένα προγράμματα επιχειρηματικότητας χρηματοδοτήθηκαν αδρά στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007-2013. Όσον αφορά το νέο ΕΣΠΑ 2014-2020, περιλαμβάνει επιδότηση 100%, (με μηδενική ιδιωτική συμμετοχή και χωρίς τη χρήση δανείων) σε άνεργους πτυχιούχους για ν’ ανοίξουν δική τους επιχείρηση.

28. Ο όρος start up αποδίδεται στα ελληνικά ως «νεοφυής επιχείρηση». Περιγράφει μια επιχείρηση ή έναν προσωρινό οργανισμό που θέτει ως στόχο ένα «κλιμακούμενο επιχειρηματικό μοντέλο», δηλαδή που ξεκινά με ένα μικρό μέγεθος για να αναπτύξει μια ιδέα ή ένα προϊόν και στοχεύει στη γρήγορη αύξηση του μεγέθους του, για να το εφαρμόσει ή στην εξαγορά του από μια μεγαλύτερη επιχείρηση. Οι εταιρίες αυτές ήρθαν πρόσφατα στο προσκήνιο και βρίσκονται σε στάδιο ανάπτυξης και έρευνας για τις περισσότερες αγορές.

29. ΙΜΕΜΥ - ΕΣΕΕ, «Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου 2014», σελ. 46.

30. Ετήσια Έκθεση Ελληνικού Εμπορίου 2015, σελ. 64.

31. Βλ. άρθρο με τίτλο «“Τζίρος” 9 δισ. ευρώ στη μαύρη εργασία», 16 Μάη 2015, στην ιστοσελίδα www.euro2day.gr

32. Προσωρινά απασχολούμενοι στο εμπόριο δηλώνουν το 35% των εργαζόμενων ηλικίας 15-19, το 20% περίπου των εργαζόμενων ηλικίας 20-24 και το 12% των εργαζόμενων ηλικίας 25-29 ετών.

33. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων, οπότε κι επιχειρήθηκε εκ νέου η απελευθέρωση του ωραρίου μέσω της τροποποίησης των αρμοδιοτήτων των νομαρχών. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος 3144/2003 (άρθρο 21) έδινε το δικαίωμα στους νομάρχες να καθορίζουν οι ίδιοι τα χρονικά όρια λειτουργίας των καταστημάτων. Το επόμενο έτος, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ) αξιοποίησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες για να προτείνει την άρση της ΚΥΑ 1162/1997 και να αιτηθεί τη χορήγηση του δικαιώματος σε κάθε συλλογικό επιχειρηματικό φορέα να ορίζει μόνος του το ωράριο των μελών του το διάστημα 15 Ιούλη - 15 Σεπτέμβρη 2004. Επίσης, το Δεκέμβρη του 2003 ο υπουργός Πολιτισμού καταθέτει ξαφνικά τροπολογία του νόμου 2947/2001 («Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας, Έργων Ολυμπιακής Υποδομής και άλλες διατάξεις») όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «Το ωράριο λειτουργίας των συμπληρωματικών εγκαταστάσεων και χρήσεων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο (δηλαδή καταστημάτων αθλητικών ειδών, αιθουσών πολλαπλών αθλητικών χρήσεων, εντευκτηρίων, γραφείων, εστιατορίων, αιθουσών εξυπηρέτησης Τύπου και μέσων μαζικής ενημέρωσης, μικτών καταστημάτων τροφίμων) καθορίζεται ελεύθερα χωρίς χρονικούς περιορισμούς και σε κάθε περίπτωση ακολουθεί τις ώρες λειτουργίας των αθλητικών εγκαταστάσεων». Με αυτόν τον τρόπο, εμμέσως και σταδιακά προετοιμάζεται η πλήρης απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων και κατ’ επέκταση η περαιτέρω «ελαστικοποίηση» του χρόνου (και συνολικά των όρων) εργασίας των εμποροϋπαλλήλων.

34. Πίεση προς την 24ωρη λειτουργία των καταστημάτων ασκούν και τα λεγόμενα shop in shop καταστήματα. Αυτά δημιουργούνται όταν εμπορικές αλυσίδες τροφίμων, αλλά και άλλες αλυσίδες super markets συνάπτουν συμφωνίες με πρατήρια καυσίμων, ώστε ν’ αξιοποιήσουν τη δυνατότητα των τελευταίων να λειτουργούν όλο το 24ωρο. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν οι συμπράξεις του ΑΒ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ με τη SHELL και του ΜΑΣΟΥΤΗΣ με την ΕΚΟ. Στην ίδια κατεύθυνση πιέζουν και οι αλυσίδες Twenty4shopen και τα ΟΚ, που μένουν ανοιχτά όλο το 24ωρο, 7 μέρες τη βδομάδα.

35. Κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τις εργασιακές σχέσεις, 4 Σεπτέμβρη 2014.

36. «Στο τέλος του 2016 και... βλέπουμε για τον κατώτατο μισθό», εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 11 Μάρτη 2015, σελ. 9.

37. «Οργή ΑΝΕΛ για την κατάργηση της Κυριακάτικης Αργίας», ιστοσελίδα Newsbeast, 8 Ιούλη 2014.

38. Βλ. Δελτίο Τύπου ΕΣΕΕ, 16 Μάρτη 2015, «Ετήσια τακτική γενική συνέλευση της ΕΣΕΕ, το ψήφισμα για τις επόμενες δράσεις του εμπορικού κόσμου και η πρωτοβουλία της Hellas Fair Trade».

39. Η έρευνα ξεχωρίζει μάλιστα την καθυστέρηση στο βαθμό συγκέντρωσης ιδιαίτερα στο χονδρικό εμπόριο.

40. Το 68% των επιχειρήσεων που άνοιξαν την Κυριακή των εκπτώσεων δήλωσε πως το άνοιγμα των καταστημάτων τους τη συγκεκριμένη μέρα επηρέασε αρνητικά τις πωλήσεις τους.

41. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ΟΙΥΕ, πέρα από τους εργαζόμενους στο εμπόριο, εκπροσωπούνται και ιδιωτικοί υπάλληλοι διάφορων κλάδων.