ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει πιο έντονα από τη μεριά της αστικής τάξης (καπιταλιστές, αστοί πολιτικοί, δημοσιογράφοι κλπ.) η συζήτηση για μια σειρά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και τη δομή των συνδικάτων. Πολλές φορές μάλιστα, αυτή η συζήτηση καταλήγει στην ανάγκη νέας νομοθετικής ρύθμισης αυτών των ζητημάτων.

Από τα μέσα, μάλιστα, του 2014 γίνονται όλο και πιο συχνές αναφορές στην ανάγκη τροποποίησης του νόμου 1264/19821 που ρυθμίζει τα σχετικά ζητήματα από το 1982 μέχρι σήμερα. Η προετοιμασία της κοινής γνώμης γι’ αυτούς τους σχεδιασμούς ξεκίνησε εκείνη την περίοδο με δημοσιεύματα και δηλώσεις του Γ. Βρούτση (υπουργού Εργασίας της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) και συνεχίστηκε με παρόμοιες παρεμβάσεις άλλων στελεχών αστικών κομμάτων. Η σχετική «ανησυχία» συνεχίζεται και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ενώ χαρακτηριστική για τους σχεδιασμούς αυτής της κυβέρνησης είναι τόσο η αποδοχή των αντιδραστικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει για την «επανεξέταση των ομαδικών απολύσεων, της συλλογικής δράσης και των συλλογικών διαπραγματεύσεων» στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου (στις οποίες θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια) όσο και η πρόσφατη κύρωση από την ελληνική Βουλή του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη». Με αυτόν τον τελευταίο ανοίγει ο δρόμος για την εφαρμογή της εργοδοτικής ανταπεργίας (λοκ άουτ) και αφαιρείται η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.

Όπως έγινε και τις υπόλοιπες φορές που το αστικό κράτος προετοίμασε και πήρε σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, έτσι και τώρα αυτό γίνεται με την επίκληση της «ρύθμισης ζητημάτων και προβλημάτων που έχουν προκύψει από τη μέχρι τώρα λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος». Το γεγονός ότι κάποια από τα προβλήματα που επικαλείται προπαγανδιστικά το αστικό κράτος είναι υπαρκτά και θα πρέπει ν’ αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού του ίδιου του συνδικαλιστικού κινήματος δεν πρέπει να κρύψει ότι η «ανησυχία» του κράτους δεν έχει ως αφετηρία της τη βελτίωση της λειτουργίας των συνδικάτων και της ικανότητάς τους ν’ αντιπαλεύουν την αντιλαϊκή πολιτική, αλλά το ακριβώς αντίθετο.

Το αστικό κράτος –ως όργανο εξυπηρέτησης των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου– παρεμβαίνει στο συνδικαλιστικό κίνημα με βασική στόχευση τη χειραγώγησή του, τον περιορισμό του σε πλαίσια που όχι μόνο δεν αμφισβητούν, αλλά διευκολύνουν την επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτή η στόχευση εξυπηρετείται μεταξύ άλλων από την ανόρθωση εμποδίων στην επαφή των εργαζομένων με τα σωματεία και ιδιαίτερα με αυτά που εκφράζουν την ταξική προοπτική του κινήματος (η οποία σήμερα στη χώρα μας εκφράζεται από το ΠΑΜΕ), από την ποικιλόμορφη ενίσχυση του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού, από τον περιορισμό τόσο του περιεχομένου και των μορφών όσο και της διαδικασίας κήρυξης των συνδικαλιστικών αγώνων, από την άσκηση οικονομικής πίεσης στα ταξικά σωματεία κλπ.

Πολλά από τα παραπάνω το αστικό κράτος προσπαθεί να τα επιδιώξει και νομοθετικά, λαμβάνοντας φυσικά κάθε φορά υπόψη και τους πολιτικούς-ιδεολογικούς συσχετισμούς, τόσο συνολικά στην κοινωνία όσο και στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Η εναλλαγή των διάφορων νόμων του αστικού κράτους που αφορούν το συνδικαλιστικό κίνημα εκφράζει την προσαρμογή της αστικής νομοθεσίας στα διαφορετικά δεδομένα της κάθε περιόδου, έχοντας πάντα ως «μπούσουλα» τη χειραγώγηση του συνδικαλιστικού κινήματος και την υποταγή του στις καπιταλιστικές επιδιώξεις.

Με αυτό ως βασικό συμπέρασμα, το παρόν κείμενο δεν έχει στόχο να υπερασπιστεί το ν. 1264/82 που εφαρμόζεται από το 1982 έως σήμερα, αλλά να δείξει, να φωτίσει ακόμη περισσότερο τη σχεδιαζόμενη επιδείνωση του νομικού πλαισίου που διέπει το συνδικαλιστικό κίνημα, με στόχο να μπουν παραπέρα εμπόδια στην οργάνωση των εργαζομένων και πιο συγκεκριμένα στην οργάνωσή τους σε ταξική κατεύθυνση.

Η όποια σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δε θα γίνει άλλωστε στο κενό. Τόσο η παρούσα όσο και οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν αποδεχτεί ως πλαίσιο αυτών των αλλαγών τόσο την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία (και ιδιαίτερα τους κανόνες δικαίου που απορρέουν από τις θεμελιώδεις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης) όσο και τις σχετικές κατευθύνσεις και πρακτικές της ΕΕ (οι γνωστές «βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ»). Αυτό το πλαίσιο παίρνει πιο ορατά «σάρκα και οστά» τόσο στις σχετικές αναφορές στα τρία Μνημόνια όσο και σε αντίστοιχες αναφορές σε ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, όπως ο «Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης» στον οποίο αναφερθήκαμε. Ο κυβερνητικός στόχος της εξυπηρέτησης και υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας προϋποθέτει άλλωστε την επιδίωξη μεγαλύτερου περιορισμού της συνδικαλιστικής δράσης.

Όσον αφορά τον τρόπο θεσμοθέτησης των σχεδιαζόμενων αλλαγών, είναι πολύ πιθανό αυτές να έρθουν «κομματιαστά» προκειμένου ν’ αμβλυνθεί η όποια αντίσταση. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι αυτή η νέα επίθεση της καπιταλιστικής εργοδοσίας και της κυβέρνησης για την αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου προς το αντιδραστικότερο θ’ αξιοποιήσει τόσο το γεγονός ότι ανάμεσα στη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων δεν υπάρχει θετική γνώμη για τους συνδικαλιστές και τα συνδικάτα (εξαιτίας του χρόνιου εκφυλισμού τους από τον εργατοπατερισμό και την κυρίαρχη αστική προπαγάνδα) όσο και το γεγονός ότι στις νεότερες ηλικίες κυριαρχεί η άγνοια. Σίγουρο είναι επίσης ότι οι αντιδραστικές αλλαγές θα ντυθούν με το μανδύα της «εξυγίανσης» του συνδικαλιστικού κινήματος.

 

Α. ΤΙ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΔΡΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙ ΜΕ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ 1, 2, 3

 Πέρα από τις όποιες αλλαγές που σχεδιάζεται να έρθουν με νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, τα μέτρα που έχουν ήδη αποφασιστεί και υλοποιούνται από τα τρία μνημόνια για την παραπέρα μείωση μισθών, μεροκάματων, τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις και τη διάλυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) δυσκόλεψαν σε μεγάλο βαθμό την πάλη των σωματείων για τις ΣΣΕ. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η πάλη για τις ΣΣΕ αποτελούσε για πολλά χρόνια αφετηρία τόσο για την ένταξη των εργαζομένων στα σωματεία τους όσο και για τη δραστηριοποίησή τους σε αυτά, και κατ’ επέκταση η διάλυση των ΣΣΕ αποτέλεσε ένα πρώτο χτύπημα στη δράση των συνδικάτων.

Ποια μέτρα συγκεκριμένα έχουν ήδη αποφασιστεί:

• Εξέχοντα ρόλο πήρε η ατομική διαπραγμάτευση με την επέκταση των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

• Η προσφυγή στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) μπορεί πλέον να γίνει μόνο με κοινή συμφωνία των δύο μερών (εργοδότες κι εργαζόμενοι). Επίσης, η συζήτηση αυτής της προσφυγής μπορεί ν’ αφορά μόνο το βασικό μισθό και το μεροκάματο, ενώ η όποια απόφαση ληφθεί θα πρέπει να συνυπολογίζει τις οικονομικές συνθήκες, την ανταγωνιστικότητα και την ανάγκη μείωσης του «κόστους εργασίας» κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

• Οι κλαδικές ΣΣΕ, προκειμένου να είναι σε ισχύ, θα πρέπει να υπογράφονται από εργοδοτικές ενώσεις και συνδικαλιστικές οργανώσεις που καλύπτουν το 70% των εργαζομένων του κλάδου ή από τις 5 μεγαλύτερες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο.

• Ενισχυμένο ρόλο απέκτησαν οι εργοδοτικές «ενώσεις προσώπων» στην κατεύθυνση του παραγκωνισμού επιχειρησιακών ή κλαδικών σωματείων.

• Όσον αφορά τη λεγόμενη «συμφιλίωση των συλλογικών διαφορών» μεταξύ εργοδοσίας κι εργαζομένων, υπάρχει σημαντική μείωση του ρόλου των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ενώ πριν τα μνημόνια τα συνδικάτα έπαιζαν ουσιαστικό ρόλο (με βάση και το ν. 1876/90), πλέον ο ρόλος τους υποβαθμίζεται (με το ν. 3996/11), με αποτέλεσμα τον πρώτο ρόλο να παίζει ο λεγόμενος «συμφιλιωτής» που ορίζεται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ).

Όσον αφορά τα επόμενα βήματα, στο Μνημόνιο 3 αναφέρεται: «Επανεξέταση των θεσμών της αγοράς εργασίας. Έως τον Οκτώβριο του 2015 η κυβέρνηση θα δρομολογήσει διαδικασία διαβούλευσης […] με σκοπό την επανεξέταση ορισμένων υφιστάμενων πλαισίων της αγοράς εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ομαδικών απολύσεων, της συλλογικής δράσης και των συλλογικών διαπραγματεύσεων. […] Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επανεξέτασης, οι αρχές θα ευθυγραμμίσουν τα πλαίσια για τις ομαδικές απολύσεις, τη συλλογική δράση και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις με τις βέλτιστες πρακτικές στην ΕΕ. […] Οι αλλαγές στις πολιτικές για την αγορά εργασίας δε θα πρέπει να συνεπάγονται την επιστροφή σε παλαιότερα πλαίσια πολιτικής, ασύμβατα με τους στόχους της προώθησης μιας βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης».

Με λίγα λόγια, το Μνημόνιο 3 καθορίζει το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η οποιαδήποτε εθνική νομοθετική πρωτοβουλία, εξασφαλίζοντας ότι θα δίνει γη και ύδωρ στους επιχειρηματίες και το μεγάλο κεφάλαιο, με στόχο την υποβοήθηση της κερδοφορίας τους.

 

Β. ΟΙ ΣΧΕΔΙΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

 Όσον αφορά τις σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες από εδώ και πέρα, θα κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση με τα παραπάνω. Οι όποιες αλλαγές έρθουν –πιθανά με νέο συνδικαλιστικό νόμο– έχουν στόχο να ολοκληρωθεί η προσπάθεια περιορισμού της συνδικαλιστικής δράσης, η παραπέρα απαξίωση και υπονόμευση των συνδικάτων.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι βασικοί άξονες των αλλαγών θ’ αφορούν το δικαίωμα στην απεργία, τις συνδικαλιστικές άδειες, τη χρηματοδότηση, τη δομή και λειτουργία των σωματείων, καθώς και τις ομαδικές απολύσεις.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΠΕΡΓΙΑ (ΛΟΚ ΑΟΥΤ)

 Ας δούμε πρώτα τι ισχύει σήμερα. Απεργία μπορεί να προκηρύξει μια συνδικαλιστική οργάνωση με ΓΣ ή με απόφαση ΔΣ, εφόσον πρόκειται για πρωτοβάθμια οργάνωση ευρύτερης περιφέρειας ή πανελλαδικής εμβέλειας. Για να έχει η ΓΣ απαρτία, απαιτείται στην πρώτη σύγκληση συμμετοχή του 1/3, στη δεύτερη σύγκληση συμμετοχή του 1/4 και, στην τρίτη, συμμετοχή του 1/5 των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Η απεργία πρέπει να γνωστοποιείται 24 ώρες πριν στον εργοδότη στον ιδιωτικό τομέα και 4 μέρες πριν στον κρατικό τομέα.

Όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις, με βάση τις πληροφορίες που υπάρχουν για την κήρυξη απεργίας θ’ απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 50% +1, χωρίς να διευκρινίζεται αν αυτό θ’ αφορά όλα ή μόνο τα οικονομικά τακτοποιημένα μέλη. Ταυτόχρονα, δεν έχουμε «εικόνα» για το ποιες θα είναι οι προϋποθέσεις για την κήρυξη απεργίας από τα πανελλαδικά ή τα περιφερειακά σωματεία. Παράλληλα, ο χρόνος προειδοποίησης φημολογείται ότι θ’ αυξηθεί στις 48 ώρες για τον ιδιωτικό τομέα και στις 8 μέρες στον κρατικό τομέα. Αλλαγές στην κατεύθυνση αυστηροποίησης δρομολογούνται και σχετικά με το προσωπικό ασφαλείας για τους κλάδους υγείας, ύδρευσης, ενέργειας, μεταφορών, τηλεπικοινωνιών, ταχυδρομείων, ραδιοφώνου, τηλεόρασης, καθαριότητας κ.ά. Είναι προφανές ότι με τα παραπάνω μέτρα γίνεται προσπάθεια να μπουν περισσότερα εμπόδια στην κήρυξη της απεργίας.

Παράλληλα, όπως ήδη αναφέραμε, η κύρωση του «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη» από την ελληνική Βουλή, που προβλέπει το δικαίωμα στο λοκ άουτ, δείχνει την αντιδραστική κατεύθυνση στην οποία θα κινηθεί η όποια αλλαγή στο συνδικαλιστικό νόμο. Για να γίνει κατανοητή η σημασία της νομιμοποίησης και θεσμοθέτησης του λοκ άουτ για την εργοδοσία, αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμα και σήμερα όπου ο ισχύον –ακόμα– ν. 1264 το απαγορεύει, η εργοδοσία του «ΚΑΖΙΝΟ Λουτρακίου», κήρυξε λοκ άουτ το Μάη του 2014, ενώ το ίδιο έκανε, πρόσφατα, στις 21 Δεκέμβρη 2015 και η ΕΒΓΑ στο Βοτανικό.

Με βάση δημοσιεύματα πάντως, εξετάζεται ακόμα και η θέσπιση ενός «αντίμετρου» στην απεργία, όπως ισχύει σήμερα σε Γαλλία, Πολωνία, Ιταλία, όπου προβλέπεται δικαστική διαδικασία «εξπρές», κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον εργοδότη για μη καταβολή μισθού στους μη απεργούς. Αυτό το μέτρο κινείται στην κατεύθυνση ενεργοποίησης του κοινωνικού αυτοματισμού. Ο στόχος είναι να εξασφαλιστεί η «αντίδραση» των μη απεργών (ειδικότερα σε χώρους δουλειάς που η απεργία έχει πολύ μικρά ποσοστά) απέναντι στους απεργούς. Θ’ αξιοποιηθεί ιδιαίτερα σε χώρους όπως ο κρατικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, αλλά και μεγάλους κλάδους ή εργοστάσια, όπου απεργεί ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο το κεφάλαιο οδηγεί το κομμάτι των εργαζομένων που δεν απεργεί, για παράδειγμα κάτω από το φόβο της απόλυσης, να στραφεί όχι μόνο ενάντια στους απεργούς, αλλά κατ’ επέκταση στο πλαίσιο πάλης και τα αιτήματα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ

 Καταρχάς, οι σχεδιαζόμενες αλλαγές θα επιχειρήσουν ν’ αυξήσουν την οικονομική πίεση στα σωματεία, με στόχο τον περιορισμό της δράσης τους και την άσκηση πολιτικής πίεσης σε αυτά. Σήμερα, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις που καθορίζονται από υπουργικές αποφάσεις, λαμβάνουν από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (παλαιότερα από την Εργατική Εστία) χρήματα που έχουν παρακρατηθεί από τις εισφορές των εργαζομένων με σκοπό να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες λειτουργίας τους. Οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί φαίνεται ότι προσανατολίζονται στον περιορισμό ή ακόμα και τη διακοπή της χορήγησης αυτού του ποσού στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η οικονομική αφαίμαξη των σωματείων από μόνη της είναι μεγάλο πλήγμα, παίρνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση των σωματείων.

Δεύτερο, γίνεται λόγος για ηλεκτρονικό μητρώο συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπου θα καταγράφονται αναλυτικά όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και θ’ αναφέρονται τα «προστατευόμενα» μέλη τους (διοικήσεις, ιδρυτικά μέλη κοκ.). Πρόκειται για εξόφθαλμο φακέλωμα συνδικαλιστών, αλλά και εργαζομένων, και κρύβει τον κίνδυνο να επεκταθεί περαιτέρω στη δημόσια καταγραφή όλου του μητρώου των μελών, όλων των οικονομικών στοιχείων των σωματείων κ.ά.

Τρίτο, συζητείται η κατάργηση της προστασίας των συνδικαλιστών από απόλυση για ένα χρόνο μετά από τη λήξη της θητείας τους, αλλά και η θέσπιση του δικαιώματος της απόλυσης του συνδικαλιστή σε περίπτωση ποινικού αδικήματος ή απιστίας. Αυτό φυσικά μπορεί ν’ ανοίξει πολλά «παραθυράκια», ιδιαίτερα σήμερα που ολοένα και πληθαίνουν οι δίκες και καταδίκες συνδικαλιστών για κινητοποιήσεις και συνδικαλιστές σέρνονται στα δικαστήρια με κατασκευασμένες κατηγορίες για «ποινικά αδικήματα», όπως π.χ. η βιομηχανία διώξεων των εργολάβων ενάντια στο Συνδικάτο Μετάλλου στη Ζώνη του Περάματος. Στο πλαίσιο αυτό, συζητιέται και το ενδεχόμενο περιορισμού της προστασίας από απόλυση μόνο σε 7 μέλη της διοίκησης, ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων, καθώς και η κατάργηση της προστασίας από απόλυση για τα ιδρυτικά μέλη συνδικαλιστικής οργάνωσης. Με λίγα λόγια, ανοίγει ο δρόμος για να ξεμπερδεύει ο εργοδότης πολύ πιο εύκολα με πρωτοπόρους αγωνιστές εργάτες.

Τέταρτο, συζητιέται η αξιοποίηση της αξιολόγησης του συνδικαλιστή από τον εργοδότη για τον περιορισμό της συνδικαλιστικής του δράσης. Με το μέτρο αυτό ο εργοδότης μπορεί να επικαλεστεί ότι ο συνδικαλιστής βρίσκεται σε θέση ευθύνης και ότι η συνδικαλιστική του δράση δυσχεραίνει ή δυσκολεύει τη λειτουργία της επιχείρησης και του δίνεται το δικαίωμα να τον μεταθέσει σε όποια θέση εκείνος κρίνει.

Πέμπτο, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, δεν προβλέπεται ν’ αλλάξουν άμεσα οι ρυθμίσεις που αφορούν τις συνδικαλιστικές άδειες και τις αμοιβές των συνδικαλιστών, φαίνεται να υπάρχει κατεύθυνση μεσοπρόθεσμης μείωσης των συνδικαλιστικών αδειών, καθώς και πιο άμεσης μείωσης των ημερών αμειβόμενης άδειας για τους συνδικαλιστές Ομοσπονδιών κι Εργατικών Κέντρων. Με τον τρόπο αυτό είναι ευνόητο ότι δυσκολεύεται η συνδικαλιστική δράση των εκλεγμένων αντιπροσώπων των εργαζομένων, των συνδικαλιστών εκείνων που πραγματικά αξιοποιούν τη συνδικαλιστική άδεια για την επαφή με τους χώρους δουλειάς, δηλαδή για τις ταξικές δυνάμεις.

Τέλος, αναφορές έχουν γίνει και στο ενδεχόμενο περιορισμού ή ακόμα και κατάργησης του δικαιώματος διανομής ανακοινώσεων κι ενημέρωσης εντός του χώρου εργασίας, με πρόφαση την παρεμπόδιση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης.

Κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω σχεδιασμών είναι η παρεμπόδιση της δράσης και της λειτουργίας των σωματείων, η υποβάθμιση του ρόλου τους, η δημιουργία προϋποθέσεων ώστε η εργοδοτική τρομοκρατία ν’ αποτρέπει τους εργαζόμενους από τη συμμετοχή τους στα σωματεία.

Παράλληλα, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε και την προσπάθεια που γίνεται ν’ αλλάξει η σημερινή δομή του συνδικαλιστικού κινήματος. Αντικειμενικά, η δομή του συνδικαλιστικού κινήματος είναι σήμερα ξεπερασμένη. Ως Κόμμα έχουμε συγκεκριμένη θέση για τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος που θα υπηρετεί τις ανάγκες οργάνωσης των εργαζομένων στις σημερινές συνθήκες. Έχουμε διατυπώσει τη θέση για ένα κλαδικό σωματείο ανά νομό και για επιχειρησιακό σωματείο σε μεγάλες επιχειρήσεις. Υπάρχουν αναφορές που προκρίνουν τη δημιουργία ενός νέου αντιδραστικού μοντέλου –στα πρότυπα αντίστοιχων δομών σε κράτη της Κεντρικής Ευρώπης– με πολλές κεντρικές κλαδικές συνομοσπονδίες πανεθνικού επιπέδου, οι οποίες θα έχουν επιμέρους συνδικαλιστικά τμήματα (εργασιακά συμβούλια) στους εργασιακούς χώρους. Αυτό σημαίνει χτύπημα των πρωτοβάθμιων σωματείων στους χώρους δουλειάς, κλαδικών κι επιχειρησιακών σωματείων. Πρόκειται για κατεύθυνση που απομακρύνει και τυπικά τους εργαζόμενους από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, δημιουργώντας δομές «από τα πάνω» που θα παίρνουν αποφάσεις πέρα και μακριά από τους εργαζόμενους.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΣΕΙΣ

 Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται σήμερα όσες γίνονται από επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζόμενους και για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυμένων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Ν. 3863/2010 το όριο αυτών των απολύσεων καθορίζεται ως εξής:

α) Μέχρι 6 απολυμένοι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που στην αρχή του μήνα απασχολούν από 20 έως 150 εργαζόμενους και β) μέχρι ποσοστού 5% του προσωπικού ή μέχρι 30 εργαζόμενους για τις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από 150 εργαζόμενους. Για να προσδιοριστεί ο αριθμός του προσωπικού λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του προσωπικού τόσο στα κεντρικά όσο και στα τυχόν υποκαταστήματα της επιχείρησης.

Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατόπιν δικαστικής απόφασης, εφαρμόζεται η διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης στην τασσόμενη προθεσμία των είκοσι ημερών, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 3, 4 και 5 παρ.1 του Ν.1387/83.

Εφόσον οι σχεδιαζόμενες απολύσεις υπερβαίνουν τα όρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε αυτές, οφείλει να «πληροφορήσει» τους εκπροσώπους των εργαζομένων (όπως περιγράφονται στο 4ο άρθρο του νόμου) και να προσέλθει σε διαβούλευση με αυτούς, με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα και πιθανότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.

Η προθεσμία των διαβουλεύσεων είναι είκοσι μέρες (από την πρόσκληση). Το αποτέλεσμα διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο «νομάρχη ή τον υπουργό Εργασίας». Σε περίπτωση συμφωνίας, οι ομαδικές απολύσεις ισχύουν αφού περάσουν 10 μέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο «νομάρχης ή υπουργός Εργασίας» με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε 10 μέρες (από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού) και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης, καθώς και το «συμφέρον της εθνικής οικονομίας», μπορεί είτε να παρατείνει για 20 ακόμα μέρες τις διαβουλεύσεις είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζόμενων απολύσεων.

Ποιες είναι όμως οι ενδεχόμενες αλλαγές στα παραπάνω; Σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να καταργηθεί η έγκριση του υπουργού Εργασίας ή του περιφερειάρχη που απαιτείται σε περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων που υπερβαίνουν τα σημερινά όρια και προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας ή εκμετάλλευσης της επιχείρησης, αλλά και σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσής της. Δεν έχουμε πιο συγκεκριμένη πληροφόρηση για το ποιες επιχειρήσεις θ’ αφορά το μέτρο και σε τι βαθμό σκοπεύουν να θεσπίσουν την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων, όμως πρέπει να έχουμε καθαρό ότι η δυνατότητα των ομαδικών απολύσεων πρόκειται να επεκταθεί σημαντικά. Οι τράπεζες είναι οι πρώτες που θ’ αξιοποιήσουν τη δυνατότητα μεγάλης μείωσης του προσωπικού τους, αφού στον κλάδο έχουν γίνει το προηγούμενο διάστημα εξαγορές και συγχωνεύσεις, ενώ υπάρχουν και άλλοι παρόμοιοι σχεδιασμοί για το επόμενο διάστημα. Η απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων στην ουσία «λύνει τα χέρια» των τραπεζιτών.

 

Γ. ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 Δε θα κάνουμε εκτενή αναφορά στους συνδικαλιστικούς νόμους που ισχύουν σε επίπεδο Ευρώπης, αλλά θα σταθούμε κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η συζήτηση που έγινε μετά από την κατάθεση του νομοσχεδίου αναθεώρησης του συνδικαλιστικού νόμου είναι αποκαλυπτική των σχεδιασμών του κεφαλαίου. Θα σταθούμε επίσης σε ορισμένες πλευρές του συνδικαλιστικού νόμου που ισχύει στη Γερμανία.

Πριν περάσουμε στα όσα περιέχονται στα σχετικό νομοσχέδιο στο Ηνωμένο Βασίλειο, πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στο προηγούμενο μεγάλο «κύμα» προσαρμογών της βρετανικής συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Αυτό το «κύμα» είχε λάβει χώρα τη δεκαετία του 1980 ως απάντηση σε μια σειρά μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της περιόδου, με πιο χαρακτηριστική τη δωδεκάμηνη απεργία των ανθρακωρύχων από το Μάρτη του 1984 μέχρι το Μάρτη του 1985 και το απεργιακό κύμα συμπαράστασης προς αυτούς.

Μέσα σε αυτή τη δεκαετία ψηφίστηκαν έξι νόμοι σχετικοί με το συνδικαλιστικό κίνημα, οι οποίοι περιόριζαν σε σημαντικό βαθμό το δικαίωμα στην απεργία και την περιφρούρησή της. Καταρχάς ανατράπηκε η δυνατότητα κήρυξης απεργίας μέσω απόφασης ΓΣ ή ΔΣ κι επιβλήθηκε ως μόνο μέσο κήρυξης απεργίας η μυστική ψηφοφορία μέσω επιστολής και η θετική ψήφος του 50% των ψηφισάντων. Παράλληλα, αυτοί οι νόμοι περιλάμβαναν ρητή απαγόρευση της απεργίας αλληλεγγύης, ενώ αυτή η απαγόρευση αντιμετωπιζόταν δικαστικά ακόμα πιο αποφασιστικά σε κλάδους με πιο άμεση αλληλεξάρτηση (π.χ. ανθρακωρύχοι και μεταλλεργάτες). Επίσης, αυξήθηκε η παρέμβαση στον τρόπο εκλογής των ΔΣ και των συνδικαλιστικών στελεχών, ορίστηκε ότι οι απεργοί θα πρέπει να ενημερώσουν την εργοδοσία τουλάχιστον 7 μέρες πριν την κήρυξη της απεργίας, ενώ έγιναν πιο αυστηρά τα περιθώρια κινήσεων των ομάδων περιφρούρησης της απεργίας (π.χ. όριο 12 ατόμων ανά εγκατάσταση). Τέλος, οι νόμοι προέβλεπαν βαριά πρόστιμα, μέχρι και δέσμευση της περιουσίας των συνδικάτων, στην περίπτωση που δε συμμορφώνονταν με τα παραπάνω.

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, το νομικό οπλοστάσιο του βρετανικού κράτους είχε θωρακιστεί σε μεγάλο βαθμό τη δεκαετία του 1980. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο κοινοβούλιο το 2015 (και είναι στο στάδιο της συζήτησης στις αρμόδιες επιτροπές, ενώ θα ψηφιστεί μέσα στο 2016) αλλάζει τα δεδομένα στη συνδικαλιστική νομοθεσία προς το χειρότερο για τους αγώνες των εργαζομένων. Η αξία της ιδιαίτερης αναφοράς σε αυτό το νομοσχέδιο είναι το γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη ευρεία νομοθετική προσαρμογή των τελευταίων ετών στην Ευρώπη στο ζήτημα κι έτσι ενδέχεται ν’ αποτελέσει πρότυπο για τις αντίστοιχες προσαρμογές σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Σε γενικές γραμμές, τα άρθρα του νομοσχεδίου εντείνουν ακόμα περισσότερο τον έλεγχο του αστικού κράτους στους αγώνες και τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων, ενώ αποδυναμώνουν και τα σωματεία. Πιο συγκεκριμένα, δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να προσλαμβάνει ενοικιαζόμενους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της απεργίας, ενώ διπλασιάζει (από 7 στις 14) τις μέρες ενημέρωσης του εργοδότη πριν την απεργία. Οι παραπάνω ρυθμίσεις, εκτός του ότι αμβλύνουν έως ελαχιστοποιούν την οικονομική πίεση που ασκεί η απεργία στον εκάστοτε εργοδότη, ταυτόχρονα αποτελούν και μέσο τρομοκράτησης των μόνιμων εργαζομένων, που πλέον θα νιώθουν πολύ πιο έντονα τον κίνδυνο απόλυσης κι αντικατάστασής τους από άλλους εργαζόμενους.

Παράλληλα, προβλέπεται η αλλαγή της διαδικασίας λήψης της απόφασης για απεργία. Πλέον, για να κηρυχτεί απεργία θεσμοθετείται ελάχιστο όριο συμμετοχής στην ψηφοφορία (50% των μελών του Σωματείου) και φυσικά θετική γνώμη του 50% των ψηφισάντων. Ιδιαίτερα για κάποιους συγκεκριμένους κλάδους του κρατικού τομέα (υγεία, εκπαίδευση, μεταφορές, πυροσβεστική, συνοριακή φύλαξη και πυρηνικές εγκαταστάσεις) αυστηροποιείται ακόμα περισσότερο το πλαίσιο κήρυξης απεργίας, αφού, εκτός από τη θεσμοθέτηση ορίου συμμετοχής στο 50% των μελών του σωματείου, θ’ απαιτείται η θετική ψήφος του 40% του συνόλου των μελών του σωματείου (και όχι των ψηφισάντων).

Όσον αφορά τη διαδικασία της ψηφοφορίας, εννοείται ότι διατηρείται η μυστική ψηφοφορία με επιστολή, καθώς και η υποχρέωση ν’ αναγράφεται στο ψηφοδέλτιο με σαφήνεια ο λόγος της κινητοποίησης, η μορφή της, αλλά και η διάρκειά της, πράγμα που σημαίνει ότι προκαθορίζονται ζητήματα που πιθανά μέσα στην κινητοποίηση να χρειαστεί να τροποποιηθούν, ανάλογα και με τις εξελίξεις, τις διαθέσεις, τη συμμετοχή κλπ. Τόσο το ισχύον πλαίσιο όσο και –ακόμα περισσότερο– το συζητούμενο νομοσχέδιο βάζουν κυριολεκτικά σε γύψο την πρωτοβουλία, την αυτοτέλεια, τη ζύμωση κλπ. που γίνονται μέσα από αγωνιστικές διαδικασίες. Χαρακτηριστική είναι η επίσημη πρόβλεψη της κυβέρνησης ότι με την ψήφιση του νέου νόμου αναμένεται να μειωθούν κατά 65% οι «χαμένες ώρες εργασίας» λόγω απεργιών και στάσεων στον κρατικό τομέα.

Πέρα από αυτά, με το νέο νομοσχέδιο στοχοποιούνται ευθέως και συνδικαλιστές, πρωτοπόροι εργάτες, καθώς απαιτείται να οριστεί υπεύθυνος σε κάθε απεργιακή φρουρά, ο οποίος θα έχει εξουσιοδότηση από το συνδικάτο και θα καταδεικνύεται με ονοματεπώνυμο στην αστυνομία, καθώς θα δίνεται και λεπτομερής αναφορά στο μηχανισμό καταστολής για το πού θα βρίσκεται η απεργιακή φρουρά. Συν τοις άλλοις, ο υπεύθυνος αυτός θα πρέπει να φορά και συγκεκριμένο διακριτικό, ώστε να μπορεί εύκολα ν’ αναγνωρίζεται. Πέρα από αυτό, θα πρέπει να κοινοποιούνται στην αρμόδια κρατική υπηρεσία όλα τα στοιχεία και οι λεπτομέρειες της όποιας κινητοποίησης. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν τηρηθούν οι παραπάνω κανονισμοί, προβλέπεται η επιβολή χρηματικών προστίμων.

Επιπλέον, δρομολογείται ο περιορισμός της δράσης των συνδικαλιστών στον κρατικό τομέα μέσω του αρμόδιου υπουργού, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να περιορίζει τη συνδικαλιστική άδεια στο 50% του εργάσιμου χρόνου, καθώς επίσης και τις αποδοχές της συνδικαλιστικής άδειας.

Χαρακτηριστικές των κατευθύνσεων που προωθούνται σε επίπεδο Ευρώπης σε σχέση με τη συνδικαλιστική δράση είναι και ορισμένες πλευρές του συνδικαλιστικού νόμου που ισχύουν στη Γερμανία.

Καταρχάς, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα στην απεργία, αυτό το έχουν μονάχα όσοι εργαζόμενοι είναι μέλη ενός συνδικάτου. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός εργαζομένων είναι ενοικιαζόμενοι ή προσλαμβάνονται μέσω εργολαβικών συνεργείων σε μεγάλες εταιρίες, περιορίζει εξαρχής το ποσοστό των εργαζομένων που έχουν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην όποια απεργιακή μάχη προκηρυχτεί.

Δεύτερο, νόμιμη θεωρείται η απεργία που έχει ψηφιστεί από το 75% των μελών ενός σωματείου. Απαιτείται δηλαδή αυξημένη πλειοψηφία. Αν συνυπολογίσουμε τις πιέσεις, τους εκβιασμούς, τον εκφοβισμό, αλλά και το μικρό ποσοστό συμμετοχής των εργαζομένων στη συνδικαλιστική ζωή και δράση, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι δύσκολα επιτυγχάνεται μια τέτοια πλειοψηφία.

Τρίτο, κατά καιρούς οι απεργοσπάστες λαμβάνουν από την εργοδοσία πριμ εργασίας, υπάρχει δηλαδή έντονο το φαινόμενο της εξαγοράς εργαζομένων.

Τέταρτο, η απεργία με βάση τη νομολογία πρέπει να χρησιμοποιείται ως ύστατο μέτρο, στο πλαίσιο της «εργασιακής ειρήνης» που κυριαρχεί ως αντίληψη.

Τέλος, ενδιαφέρον έχει και η απαγόρευση της πολιτικής και κομματικής δράσης στους τόπους δουλειάς, ως μέτρο διατήρησης της «επιχειρησιακής ειρήνης». Συγκεκριμένα, απαγορεύεται η οποιαδήποτε κομματική προπαγάνδα, η διενέργεια ψηφισμάτων, η συλλογή υπογραφών ή χρηματικών δωρεών για ένα κόμμα, όπως επίσης και η διενέργεια ομιλιών σε συνελεύσεις προσωπικού από πολιτικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στην εκλογική περιφέρεια στην οποία είναι υποψήφια.

Παράλληλα, η απαγόρευση αυτή ισχύει τόσο για τον εργασιακό χώρο, τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου ή της υπηρεσίας όσο και για τον περιβάλλοντα χώρο. Απαγορεύεται δηλαδή η διανομή κομματικών και πολιτικών φυλλαδίων μπροστά από την πύλη του εργοστασίου.

 

Δ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

 Από τις αρχές της κατάκτησης του απεργιακού δικαιώματος ύστερα από σκληρούς και αιματηρούς ταξικούς αγώνες, η απεργία βρίσκεται στην πραγματικότητα υπό διωγμό από την άρχουσα τάξη και το κράτος της. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει καθοριστικά και η αστική δικαιοσύνη, ως τμήμα του αστικού κράτους.

Αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι τόσο η θέσπιση της σχετικής νομολογίας2 όσο και οι δικαστικές αποφάσεις στις οποίες θ’ αναφερθούμε έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της εφαρμογής του ισχύοντος συνδικαλιστικού νόμου (1264/1982), ερμηνεύοντάς τον προς ακόμα πιο αντιδραστική κατεύθυνση. Από την περίοδο ακόμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης διαμορφώνεται βήμα-βήμα, απόφαση-απόφαση μια απεργοκτόνα νομολογία, με δικαστικές αποφάσεις που κηρύσσουν τις κλαδικές κυρίως απεργίες παράνομες ή/και καταχρηστικές σε ποσοστά 90%-95%.3 Μετά από την εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, παρατηρείται αφενός αύξηση του αριθμού των προσφυγών στη δικαιοσύνη κατά απεργιών από τους εργοδότες και το κράτος και αφετέρου μια ακόμη πιο αντιδραστική πρακτική των δικαστηρίων στο θέμα της απεργίας, με σκεπτικά αποφάσεων που συχνά υιοθετούν όλα τα επιχειρήματα των εργοδοτών, λειτουργώντας ως το μακρύ χέρι της εργοδοσίας.

Η ερμηνεία του νόμου που περιέχεται στις δικαστικές αποφάσεις θέτει δρακόντειους όρους και προϋποθέσεις για την απεργία. Η νομολογία των δικαστηρίων όλα αυτά τα χρόνια έχει και το χαρακτήρα της προετοιμασίας του εδάφους για τις νέες αντεργατικές και αντιαπεργιακές τροποποιήσεις του συνδικαλιστικού νόμου που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί και η ευελιξία της κατασταλτικής δράσης της Δικαιοσύνης, με στόχο να συνδυάσει από τη μία την καταστολή των αγώνων και από την άλλη τη διατήρηση των προσχημάτων δημοκρατίας και δικαιοσύνης. Έτσι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις τα κατώτερα δικαστήρια (Πρωτοδικεία) κάνουν τη «βρόμικη δουλειά» του συστήματος σταματώντας ως «παράνομη ή/και καταχρηστική» μια απεργία, τα ανώτερα δικαστήρια –είτε στο δεύτερο βαθμό (Εφετεία) είτε ακόμα και στον Άρειο Πάγο– ανατρέπουν εκ των υστέρων αυτές τις αποφάσεις, αφού έχει επιτευχθεί ο στόχος της καταπολέμησης της απεργίας τη στιγμή που την αποφασίζουν οι εργαζόμενοι και μπορεί ν’ ασκηθεί ουσιαστική πίεση στην εργοδοσία.

Η δικαστική καταστολή του απεργιακού δικαιώματος και της περιφρούρησης της απεργίας γίνεται, κυρίως, με τους εξής τέσσερις τρόπους: α) Με την κήρυξη των απεργιών ως παράνομων ή/και καταχρηστικών λόγω παράβασης διατάξεων του ν. 1264/1982. β) Με την αξιοποίηση άλλων νόμων, όπως του ν. 3536/2007 (άρθρο 41) για την πολιτική επιστράτευση απεργών. γ) Με την αξιοποίηση του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή με απευθείας ποινικοποίηση των εργατικών αγώνων, είτε γιατί συνεχίστηκε απεργία που κρίθηκε από τα δικαστήρια ως παράνομη/καταχρηστική (άρθρο 232Α ΠΚ, μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση - περίπτωση απεργίας χαλυβουργών) είτε για ενέργειες που σκοπεύουν στην περιφρούρηση της απεργίας, την προβολή εργατικών αιτημάτων και διεκδικήσεων και που χαρακτηρίζονται από τους διωκτικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους (αστυνομία, Δικαιοσύνη) ως ποινικά αδικήματα και εγκλήματα (ναυτεργάτες για παρακώλυση συγκοινωνιών, Τζάμπο για παράνομη βία κλπ.). δ) Με την αξιοποίηση μηνύσεων καθαρά πολιτικού-τρομοκρατικού χαρακτήρα (μήνυση Μάνου κατά του ΠΑΜΕ, εκατοντάδες μηνύσεις κατά του Συνδικάτου Μετάλλου Αττικής), τις οποίες η αστική δικαιοσύνη σπεύδει ν’ αποδεχτεί ασκώντας ποινικές διώξεις.

Στη συνέχεια θα δούμε λίγο πιο αναλυτικά την εμπειρία από τις παραπάνω μεθόδους καταστολής των εργατικών αγώνων.

 

Η ΚΗΡΥΞΗ ΑΠΕΡΓΙΩΝ ΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ Ή ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΩΝ

 Το πιο συχνό μέσο καταστολής των απεργιών είναι η κήρυξή τους ως παράνομων ή/και καταχρηστικών. Πρόκειται για ένα μέσο το οποίο αξιοποιεί είτε ρητές αναφορές είτε περιθώρια του ν. 1264/1982.

Τις περισσότερες φορές, η δικαστική διαδικασία που αξιοποιείται για την κήρυξη μιας απεργίας ως παράνομης ή/και καταχρηστικής είναι αυτή των ασφαλιστικών μέτρων4. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της διαδικασίας για την εργοδοσία είναι η ταχύτατη εξέλιξή της, αφού μέσα σε ένα 24ωρο από την κατάθεση του αιτήματός της πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί απόφαση (τη στιγμή που για να συζητηθεί η αγωγή του εργάτη που διεκδικεί τα δεδουλευμένα του ή την ανάκληση της απόλυσής του, δηλαδή το «ψωμί» του, μπορεί να περάσουν και 3 χρόνια). Τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρωδία δικαστικής διαδικασίας η οποία, ενώ απαγορεύεται τυπικά από το ν. 1264, ωστόσο έμμεσα γίνεται ανεκτή από αυτόν, αφού αυτός ο νόμος επιτρέπει τη σύντμηση των προθεσμιών συζήτησης της αγωγής κατά της απεργίας, ώστε η συζήτηση να γίνει μέσα σε 3 μέρες.

Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους κηρύσσονται στην πράξη «παράνομες» οι απεργίες είναι α) η μη τήρηση των προϋποθέσεων νόμιμης λήψης και κήρυξης της απόφασης (απόφαση ΓΣ και μυστική ψηφοφορία για τα πρωτοβάθμια σωματεία, προθεσμίες κοινοποίησης στον εργοδότη, «παρατυπίες» στο προσωπικό ασφαλείας κλπ.), β) όταν αφορούν «ατομικές διαφορές» ορισμένων εργαζομένων που μπορούν να λυθούν με ατομική προσφυγή των εργαζομένων αυτών στη Δικαιοσύνη και γ) όταν η απεργία θίγει το λεγόμενο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη .

Όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους κηρύσσεται μια απεργία καταχρηστική, εδώ χωράνε τα πάντα: Ο χαρακτήρας και η νομιμότητα των αιτημάτων, ο χρόνος της απεργίας, το «δυσανάλογο κόστος» της για τον εργοδότη ή το «κοινωνικό σύνολο» (συγκριτικά με το προσδοκώμενο όφελος από την απεργία) κλπ.

Ας δούμε όμως τι εννοεί ο νόμος όταν κάνει λόγο για αιτήματα που αφορούν «ατομικές νομικές διαφορές» ή που θίγουν το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, για να κηρύξει μια απεργία παράνομη.

Με τις «ατομικές νομικές διαφορές» εννοούνται περιπτώσεις διαμάχης ανάμεσα σε κάποιον εργαζόμενο και την εργοδοσία που ο νόμος θεωρεί ότι μπορούν να διευθετηθούν νομικά και κατ’ επέκταση δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο διεκδίκησης μέσω απεργίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις εντάσσουν στις «ατομικές νομικές διαφορές» ακόμα και την απόλυση εργαζομένου. Έτσι, παρόλο που ο ν. 1264 επιτρέπει την απεργία για απόλυση εργαζομένου, ακόμη και ως απεργία αλληλεγγύης, στην πράξη έχει διαμορφωθεί από τα δικαστήρια μια αντιδραστική νομολογία απαγόρευσής της.

Έτσι, σημαντικοί εργατικοί αγώνες κηρύχτηκαν παράνομοι από τα δικαστήρια, με βάση το σκεπτικό ότι αφορούν ατομικές νομικές διαφορές. Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι απεργίες στα εργοστάσια «ΣΕΛΜΑΝ» και «ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ» (όμιλος Alfa Wood) στη Ροδόπη, στα εργοστάσια ΜΕΚ-ΒΕΚ, ΜΕΚ-ΜΑΡΜ, SYMBRO του Ομίλου Λεμονιά στο Βόλο. Οι απεργίες αυτές κηρύχτηκαν παράνομες, παρά το γεγονός ότι είχαν ως αίτημά τους είτε τη μη απόλυση εργαζομένων είτε τη διατήρηση των απολαβών στα ίδια επίπεδα.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι υπάρχει κι ένα σημαντικό μέρος της νομολογίας που «αντιστέκεται» στην ως άνω εξέλιξη του περιορισμού της απεργίας μόνο στις λεγόμενες μη νομικές διαφορές. Θετικές δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την παραπάνω περίπτωση είναι:

α) Η απόφαση 783/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε πως είναι νόμιμη η απεργία για ατομικές διαφορές που κατέστησαν συλλογικές λόγω της φύσης και της έκτασής τους. Επρόκειτο για αίτημα αλιεργατών από την Αίγυπτο, οι οποίοι απασχολούνταν πάνω από δέκα χρόνια με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε συγκεκριμένους πλοιοκτήτες και που ζητούσαν να προσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα έναντι τρίτων εργαζομένων.

β) Η απόφαση 2135/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε νόμιμο το αίτημα για ανάκληση της παράνομης απόλυσης δημοσιογράφου, το οποίο θα μπορούσε τυπικά να υπαχθεί στα ζητήματα «ατομικής νομικής διαφοράς». Η απόφαση έκρινε πως είχε ταυτόχρονα πληγεί και το συλλογικό συμφέρον των εργαζομένων και πως το αίτημα της απεργίας ήταν αίτημα αλληλεγγύης προς τον απολυθέντα.

γ) Η απόφαση 1714/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Αθήνας που έκρινε νόμιμο το αίτημα ανάκλησης της απόλυσης εργαζομένων, μελών του σωματείου, που αρνήθηκαν να δεχτούν μεταβολή των όρων εργασίας τους. Το αίτημα κρίθηκε σπουδαίο και ιδιαίτερα σημαντικό από το δικαστήριο, καθώς αναφερόταν στην προάσπιση συνδικαλιστικών και συλλογικών συμφερόντων των εργαζομένων.

δ) Η απόφαση 1764/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που έκρινε νόμιμο το αίτημα απεργίας για επαναπρόσληψη εργαζομένων που απολύθηκαν για συνδικαλιστική δράση, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε τυπικά να χαρακτηριστεί ότι εμπίπτει στην κατηγορία των «ατομικών νομικών διαφορών», κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να κηρυχτεί παράνομη η απεργία με αυτό το αίτημα.

Ας περάσουμε τώρα στην επίκληση του λεγόμενου διευθυντικού δικαιώματος για την κήρυξη μιας απεργίας ως παράνομης. Το διευθυντικό δικαίωμα είναι το –συνταγματικά κατοχυρωμένο και αναγνωρισμένο ως «θεμελιώδης αρχή» του εργατικού δικαίου– δικαίωμα στην ιδιοκτησία μέσων παραγωγής, στην επιχειρηματική δραστηριότητα (με άλλα λόγια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο) και κατ’ επέκταση το δικαίωμα σε ό,τι διευκολύνει αυτή τη δραστηριότητα.

Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται ραγδαία στη νομική θεωρία και τη νομολογία η άποψη σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η αμφισβήτηση ή η παρεμπόδιση αποφάσεων της επιχείρησης που ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη. Κάθε σκέψη, απόφαση, δράση του σωματείου, που διεκδικεί παρέμβαση στη χάραξη της επιχειρηματικής πολιτικής (σε ό,τι αφορά εργασιακά, ασφαλιστικά ζητήματα και όχι μόνο) έρχεται σύμφωνα με την παραπάνω κυρίαρχη άποψη σε σύγκρουση με την οικονομική-επιχειρηματική ελευθερία.

Έτσι, η απόφαση 1770/2011 του Εφετείου Αθηνών κρίνει πως είναι «προδήλως» καταχρηστική η απεργία που διεκδικεί αιτήματα η ρύθμιση των οποίων ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη, με συνέπεια ο εργοδότης να έχει το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον να ζητήσει τη διακοπή της απεργίας και την απαγόρευση επανάληψής της στο μέλλον με την ίδια μορφή. Αντίθετα, η απόφαση 799/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς ν’ αποκλίνει αρκετά από το νομικό σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης και χωρίς ν’ αμφισβητεί το διευθυντικό δικαίωμα, έκρινε ότι είναι νόμιμη η απεργία όταν γίνεται καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος.

 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 Ας δούμε όμως πώς αξιοποιούνται τα παραπάνω στην πράξη. Μια χαρακτηριστική περίπτωση σχετικής δικαστικής απόφασης είναι η κήρυξη ως παράνομης και καταχρηστικής της απεργίας στο εκδοτικό συγκρότημα «Μακεδονία» και «Σπορ του Βορρά». Αυτή η απόφαση (4305/2011) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει όλα σχεδόν τα παραπάνω αντεργατικά επιχειρήματα. Έτσι, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, για να είναι νόμιμη μια απεργία πρέπει, πέραν όλων των τυπικών προϋποθέσεων (κήρυξη από ΓΣ, προσωπικό ασφαλείας, επίδοση αιτημάτων κλπ.):

1) Να προβάλλει κατάλληλα αιτήματα σε κατάλληλο χρόνο, 2) να μην προκαλεί ζημία στον εργοδότη, 3) να αποσκοπεί σε σημαντικό όφελος από τη μεριά των απεργών, αλλά, από την άλλη, 4) να μην υπάρχει «υπέρμετρη ζημία» για την πλευρά του εργοδότη, 5) να μην αφορά διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να επιλυθούν δικαστικά (ακόμη και διαφορές που προκύπτουν από την καταπάτηση της συλλογικής σύμβασης από τον εργοδότη) και 6) να μη ζητείται ρύθμιση ζητήματος που ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη (διευθυντικό δικαίωμα).

Το Εφετείο (απόφαση Εφ. Θεσ. 799/2011) αλλά και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 468/2012) δε δέχτηκαν την παραπάνω απόφαση και δικαίωσαν τους απεργούς, όμως το αντεργατικό σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης παραμένει ως «μπούσουλας» για μελλοντικές απαγορεύσεις απεργιών, αλλά και για τη νέα αντεργατική νομοθεσία μέσω της τροποποίησης του ν. 1264.

Μια ακόμη αντιδραστική δικαστική απόφαση, που δημιουργεί επικίνδυνο «προηγούμενο», είναι η απόφαση 2902/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, που έκρινε καταχρηστική την απεργία-αποχή που κήρυξε η ΑΔΕΔΥ κατά της αξιολόγησης. Το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο στοιχείο, που δεν είναι όμως πρωτόγνωρο σε δικαστικές αποφάσεις εναντίον απεργιών, αλλά για πρώτη φορά χρησιμοποιείται σε πανελλαδική απεργία στον κρατικό τομέα, είναι ότι απαγορεύει μια κινητοποίηση που στοχεύει στην αλλαγή ενός αντεργατικού νόμου, χαρακτηρίζοντάς την ως «πολιτική» απεργία. Για πρώτη φορά ένα δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη και μια απεργία με συνδικαλιστικά αιτήματα, που απευθύνονται άμεσα στο μεγαλοεργοδότη και αιτήματα που απευθύνονται στην κυβέρνηση (π.χ. κατάργηση αντιασφαλιστικών νόμων) μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο ως απεργία διαμαρτυρίας, δηλαδή μικρής διάρκειας και συμβολική. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, μια τέτοια απεργία πλήττει τη νομοθετική βούληση και τελικά εκβιάζει το νομοθετικό σώμα.

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται στην εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας εναντίον της 9μηνης απεργίας στην Ελληνική Χαλυβουργία, η οποία προκηρύχτηκε στις 31 Οκτώβρη 2011 μετά από την ψήφιση του αντεργατικού Πολυνομοσχεδίου. Μετά από 7 μήνες, η διοίκηση της εταιρίας προσφεύγει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την κήρυξη της απεργίας ως παράνομης. Το δικαστήριο, με την από 5.6.2012 απόφασή του, κήρυξε την απεργία παράνομη για τυπικούς λόγους, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των απεργών περί καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, οι τυπικοί λόγοι που καθιστούσαν την απεργία παράνομη αφορούσαν τη διαδικασία κήρυξής της, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι –σε αντίθεση με το γράμμα του ν. 1264/1982– αντί για μυστική ψηφοφορία των εργαζομένων στη γενική τους συνέλευση, η απόφαση για την έναρξη της απεργίας λήφθηκε με ανοιχτή ψηφοφορία.

Το σωματείο είχε αντιτάξει πως αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος η προσβολή μιας απόφασης ΓΣ για τυπικό λόγο επτά (7) ολόκληρους μήνες μετά από την έναρξή της προβάλλοντας τη σχετική ένσταση, καθώς και πως, σε κάθε περίπτωση, είχε πρόσφατα επαναληφθεί ψηφοφορία σε ΓΣ με μυστική ψηφοφορία. Όπως και οι επιστρατευμένοι ναυτεργάτες (στους οποίους θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια), έτσι και οι Χαλυβουργοί παρέμειναν στο απεργιακό τους «πόστο», παρά την απειλή 1.000 ευρώ προς κάθε μέλος του ΔΣ του σωματείου για κάθε μέρα συνέχισης της απεργίας. Τα ξημερώματα της 20ής Ιούλη 2012 με εντολή Εισαγγελέα, κατόπιν αυτοπρόσωπης παρέμβασης του πρωθυπουργού, τα ΜΑΤ επιτέθηκαν –με συνοδεία μυστικών αστυνομικών– κατά των απεργών έξω από το χώρο του εργοστασίου στον Ασπρόπυργο, συνέλαβαν 6 από αυτούς και κατέλαβαν την είσοδο του εργοστασίου τοποθετώντας έξι λεωφορεία της αστυνομίας και περίπου διακόσιους άντρες των ΜΑΤ. Δύο χρόνια μετά, είχαμε την ποινική συνέχεια της καταστολής της απεργίας, με την καταδίκη 6 απεργών χαλυβουργών σε φυλάκιση από 21 έως 23 μήνες (απόφαση 37933/9.4.14 του αυτόφωρου Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πρόεδρο την Κ. Πολυζωγοπούλου και εισαγγελέα την Κ. Γνεσούλη).

Επίσης, πολλές φορές η Δικαιοσύνη ενεργεί κατασταλτικά, ακόμη και πριν φτάσει μια υπόθεση στο ακροατήριο των δικαστηρίων, με βάση εισαγγελικές παραγγελίες (π.χ. Σανιδά για την υπόθεση Τζάμπο) και άλλες τρομοκρατικές παρεμβάσεις. Μια τέτοια επικίνδυνη παρέμβαση της Δικαιοσύνης είναι η εισαγγελική παραγγελία προς το προεδρείο του Συλλόγου Διοικητικών Υπαλλήλων του Πανεπιστημίου Αθήνας, «να αποστείλει στο 2ο Τμήμα Προστασίας του Κράτους και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, της Υποδιεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας, της ΓΑΔΑ, τα πρακτικά της από 02-12-2013 Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου, γνωρίζοντας τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των μελών της Απεργιακής Επιτροπής».

Μια ανάλογη υπόθεση είναι η παρέμβαση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου τον Ιούνη του 2012, ο οποίος με πρωτοβουλία του, όπως δήλωσε, κάλεσε σε σύσκεψη την Ένωση Ξενοδόχων Ρόδου, το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων και το Επιμελητήριο Δωδεκανήσου, προκειμένου «να βρεθεί λύση ώστε να μην εκτεθεί –λόγω της σημερινής απεργίας– η Ρόδος», γιατί όπως υποστήριξε «στα συμβόλαια που έχουν υπογράψει οι ξενοδόχοι με τους τουριστικούς πράκτορες υπάρχουν όροι που τα καθιστούν άκυρα σε περίπτωση πολιτικής αστάθειας».

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

 Η πολιτική επιστράτευση έχει χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια τρεις φορές κατά απεργιών των ναυτεργατών (2002, 2006 και 2010) και από μία φορά κατά απεργιών των εργαζομένων στο ΜΕΤΡΟ (το 2013) και των εκπαιδευτικών (όταν το 2014 προανήγγειλαν απεργία κατά τη διάρκεια των εξετάσεων του Ιούνη). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε νόμιμη και σύμφωνη με το Σύνταγμα την πολιτική επιστράτευση. Χαρακτηριστική για όλες τις σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ είναι η τελευταία απόφασή του (1623/2012) μετά από προσφυγή της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ). Σε αυτήν, το ΣτΕ επικαλείται την ανάγκη αντιμετώπισης κινδύνων που απειλούν το «γενικότερο κοινωνικό συμφέρον», καθώς και την αντιμετώπιση «ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία».

Η τελευταία επιστράτευση των ναυτεργατών έγινε το Νοέμβρη του 2010. Μετά από την κήρυξη της επιστράτευσης οι ναυτεργάτες απεργοί εξαναγκάστηκαν να μπουν στα πλοίο ΦΑΙΣΤΟΣ κυριολεκτικά με το πιστόλι των λιμενικών στον κρόταφο. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μέχρι το 2012 οι ναυτεργάτες συμμετείχαν σε άλλες πέντε απεργίες, αψηφώντας την πολιτική επιστράτευση και παρόλο που αυτές οι απεργίες είχαν κηρυχτεί παράνομες και καταχρηστικές.

Πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί ότι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του πληρώματος του πλοίου «SUPERFERRY II» επειδή πήρε μέρος σε πανελλαδική πανεργατική απεργία στις 20 Φλεβάρη 2013, ενώ οι ναυτεργάτες παρέμεναν σε καθεστώς επιστράτευσης. Τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο δίωξης, με βάση την πολιτική επιστράτευση, του συνόλου των μελών ενός πληρώματος. Παρόλο που στην πρώτη δίκη, το κατηγορητήριο κατέπεσε, η υπόθεση δεν έχει λήξει οριστικά.

Τέλος, για να κατανοηθεί το πλαίσιο και η σημασία της συμμετοχής των επιστρατευμένων ναυτεργατών σε απεργίες, πρέπει να σημειωθεί ότι οι ναυτεργάτες εξαιρούνται από το ν. 1264 και υπόκεινται στις πιο αυστηρές ρυθμίσεις του ν. 330/1976. Σύμφωνα με αυτόν, η συμμετοχή του ναυτεργάτη σε παράνομη απεργία θεωρείται αυτόματα ως αδικαιολόγητη απουσία από την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας και συνιστά ποινικό αδίκημα. Αν δε το πλοίο βρίσκεται στην αλλοδαπή, θεωρείται ως λιποταξία.

Επίσης, το 2014 νομοθετήθηκε (ν. 4256/2014, άρθρο 25) το απεργοσπαστικό μέτρο του λεγόμενου «πλοίου ασφάλειας». Σύμφωνα με αυτό, αν η απεργία των ναυτεργατών διαρκεί περισσότερο των τριών ημερών, το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών θα έχει το δικαίωμα να ορίζει πλοίο που θα εκτελέσει δρομολόγια προς τα νησιά, «σπάζοντας» ουσιαστικά την απεργία.

 

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 Παρόλο που, τυπικά, με το ν. 1264/1982 αποποινικοποιήθηκαν οι λεγόμενες «παράνομες» απεργίες5, παρέμειναν ανέπαφες και ενεργές –παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις τους– μια σειρά διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιούν την απεργία (άρθρο 247 για τους κρατικούς υπάλληλους, 294 για την «παύση εργασίας», 332 για τον «εξαναγκασμό σε παύση εργασίας»). Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ποινικό αδίκημα είναι και η μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση που έκρινε παράνομη/καταχρηστική την απεργία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ποινικοποίηση των απεργιών γίνεται κατά την περιφρούρηση των απεργιών ή κατά τις κινητοποιήσεις προβολής τους (π.χ. μοίρασμα σχετικών ενημερωτικών φυλλαδίων στα διόδια). Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε και τις περισσότερες καταδίκες, αν κι έχουμε και πολλές αθωώσεις. Στην κατεύθυνση αυτή χρησιμοποιούνται τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα για την «παράνομη βία» (330), τη «διατάραξη οικιακής ειρήνης» (334), τη «συκοφαντική δυσφήμιση» (363) και «συκοφαντική δυσφήμιση ανώνυμης εταιρίας» (364) που δήθεν λαμβάνει χώρα μέσω των ανακοινώσεων των σωματείων, την «αντίσταση» (κατά της Αρχής) (167), τη «διατάραξη ασφάλειας ή παρακώλυση συγκοινωνιών» (290, 291, 292) για κινητοποιήσεις ναυτεργατών (π.χ. Θάσου), αγροτών κ.ά. σε διόδια, εθνικούς δρόμους κλπ. (βλέπε και τροπολογία του Κόμματος για αποποινικοποίηση των συγκεκριμένων κινητοποιήσεων).

Τέλος, σε ό,τι αφορά τη βιομηχανία μηνύσεων σε βάρος πρωτοπόρων ταξικών σωματείων, σοβαρή κλιμάκωση αποτελεί η μήνυση εργολάβων της Ζώνης που φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει το Συνδικάτο Μετάλλου Πειραιά «εγκληματική οργάνωση». Παρόλο που η ποινική δίωξη δε δέχτηκε την προκλητική κι εξωφρενική κατηγορία του εργολάβου και η δίωξη ασκήθηκε για παράνομη βία, παρόλο που το δικαστήριο εξέδωσε αθωωτική απόφαση και για την κατηγορία της παράνομης βίας, χρειάζεται επαγρύπνηση γιατί το κεφάλαιο δεν παραιτείται και τέτοια βρόμικη μεθόδευση μπορεί ν’ αξιοποιηθεί πολλαπλώς στο μέλλον και σε περιόδους μεγαλύτερης όξυνσης της ταξικής πάλης.

Γενικότερα, μελετώντας την τακτική των ποινικών δικαστηρίων, βγαίνει το συμπέρασμα ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σκοπός τους δεν είναι τόσο να καταδικάσουν συνδικαλιστές (γι’ αυτό υπάρχουν και αρκετές αθωώσεις ακόμα και από τα κατώτερα δικαστήρια), αλλά να στοχοποιήσουν και να συκοφαντήσουν τους ταξικούς αγώνες, να τρομοκρατήσουν και να εξουθενώσουν το κίνημα και τους εργαζόμενους, ν’ αποτρέψουν τους εργαζόμενους από τη συλλογική δράση. Ωστόσο, στην περίπτωση εμβληματικών αγώνων, όπου το κράτος και οι καπιταλιστές θέλουν να στείλουν γενικότερο μήνυμα στην εργατική τάξη (π.χ. Χαλυβουργία) ή ν’ αποτρέψουν μελλοντικούς αγώνες (π.χ. αγροτοδικεία) έχουμε καταδικαστικές αποφάσεις και σε βάρος συνδικαλιστών.

 

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 Τα παραπάνω εμπόδια που θέτει η ελληνική –και όχι μόνο– νομοθεσία και νομολογία στην κήρυξη και τη διεξαγωγή απεργίας δεν είναι ωστόσο τα μόνα. Ακόμα και στην περίπτωση όπου μια απεργία θεωρηθεί νόμιμη από τα εθνικά δικαστήρια, υπάρχει η περίπτωση να καταπολεμηθεί από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό συνέβη σε δύο εμβληματικές περιπτώσεις, στην υπόθεση Viking και στην υπόθεση Laval. Το κοινό στοιχείο αυτών των δύο περιπτώσεων είναι ότι πρόκειται για κινητοποιήσεις καθόλα συμβατές με το εθνικό δίκαιο των χωρών τους, οι οποίες καταπολεμήθηκαν από την εργοδοσία με την επιστράτευση του ευρωπαϊκού δικαίου.

1. Υπόθεση Viking: Πρόκειται για φινλανδική εφοπλιστική εταιρία που επιδίωξε ν’ αλλάξει σημαία (από φινλανδική σε εσθονική) σ’ ένα από τα πλοία της και να μετεγκατασταθεί στην Εσθονία για να εκμεταλλευτεί τους χαμηλότερους μισθούς που επικρατούν εκεί. Ένα φινλανδικό συνδικάτο επιχείρησε ν’ αντιδράσει οργανώνοντας απεργίες διαμαρτυρίας και μποϊκοτάζ για να εξαναγκάσει την εταιρία να διατηρήσει τους μισθούς στα παλιά επίπεδα. Τα συνδικάτα προσπάθησαν με κινητοποιήσεις ν’ αποτρέψουν την αλλαγή της σημαίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε κατά των συνδικάτων με το σκεπτικό ότι οι κινητοποιήσεις αυτές περιορίζουν ανεπίτρεπτα την αρχή της ελεύθερης εγκατάστασης (άρθρο 43 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας).

2. Υπόθεση Laval: Πρόκειται για λετονική κατασκευαστική εταιρία, που η θυγατρική της στη Σουηδία απασχολούσε πολλούς εργάτες σε εργοτάξια στη Σουηδία. Τα συνδικάτα κινητοποιήθηκαν ζητώντας από την εταιρία να υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας με μισθολογικούς κι εργασιακούς όρους ίδιους με αυτούς των σουηδικών κατασκευαστικών εταιριών. Η εταιρία αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι εργάτες της εργάζονταν υπό λετονικό καθεστώς και υπόκεινταν στις συλλογικές συμβάσεις της Λετονίας και όχι της Σουηδίας. Τα σουηδικά συνδικάτα αντέδρασαν με –καθόλα συμβατές με το σουηδικό δίκαιο– απεργίες αλληλεγγύης και αποκλεισμούς όλων των εργοταξίων της Laval. Το αρμόδιο σουηδικό δικαστήριο παρέπεμψε το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε κατά των συνδικάτων με το σκεπτικό ότι το αίτημα των κινητοποιήσεων αποτελεί παραβίαση της αρχής ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (άρθρο 49). Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, μετά από αυτή την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το αρμόδιο σουηδικό δικαστήριο επέβαλε «τιμωρητική αποζημίωση» αξίας 55.000 ευρώ στα συνδικάτα, με το σκεπτικό ότι τα αιτήματά τους παραβίαζαν κανόνα ευρωπαϊκού δικαίου. Η υπόθεση Laval μπορεί ν’ αποτελέσει εφαλτήριο ώστε σε δεύτερο χρόνο να θεσπιστεί η ευθύνη των σωματείων για αποζημίωση, εφόσον η συνδικαλιστική τους δράση παραβιάζει τις διατάξεις των ευρωπαϊκών Συνθηκών.

Οι δύο αυτές υποθέσεις αποτελούν πολύ επικίνδυνο προηγούμενο για τους απεργιακούς αγώνες σε κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ. Αυτό διαφάνηκε ήδη στην περίπτωση της σχεδιαζόμενης απεργίας του σωματείου των πιλότων της British Airways (BA) ενάντια στο σχεδιασμό της εταιρίας να δημιουργήσει θυγατρική στο Παρίσι που θα λειτουργούσε πτήσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Οι πιλότοι αντιδρούσαν γιατί οι πιλότοι της θυγατρικής θα εργάζονταν με χειρότερους όρους, ασκώντας έτσι πίεση για επιδείνωση και στους όρους εργασίας των πιλότων της ΒΑ. Για ν’ αποτρέψει τις κατά τ’ άλλα νόμιμες –με βάση τη βρετανική νομοθεσία– κινητοποιήσεις των πιλότων η εργοδοσία επικαλέστηκε την απόφαση Viking. Συγκεκριμένα, επικαλέστηκε το γεγονός ότι το αίτημα αυτής της απεργίας αντιστρατεύεται θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου και συγκεκριμένα την αρχή της «ελευθερίας εγκατάστασης» και την «ελευθερία παροχής υπηρεσιών», τις δύο αρχές δηλαδή τις οποίες επικαλέστηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να καταστείλει τις απεργίες σε Viking και Laval. Ενδεικτικό του αποτρεπτικού ρόλου τέτοιων αποφάσεων είναι το γεγονός ότι το σωματείο τελικά δεν προχώρησε στην απεργία μπροστά στο φόβο υποχρέωσής του σε «τιμωρητική αποζημίωση» (όπως είχε γίνει στην υπόθεση Laval), δεδομένου ότι η ΒΑ απειλούσε το σωματείο ότι σε περίπτωση που κηρύξει απεργία θα διεκδικήσει δικαστικά την εξαιρετικά υψηλή αποζημίωση ύψους 100 εκατομμυρίων λιρών τη μέρα.

Οι παραπάνω δύο εμβληματικές περιπτώσεις δείχνουν ότι η αστική τάξη, τα αστικά κράτη και η ΕΕ δεν αρκούνται στην εθνική νομοθεσία για την καταστολή των εργατικών αγώνων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτή δεν αρκεί, υπάρχει και το «όπλο» της αξιοποίησης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

 

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ

 Από τα παραπάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο στόχος του μεγάλου κεφαλαίου για φτηνούς εργάτες περνάει μέσα και από το «χτύπημα» της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, καθώς και των αγώνων τους. Τόσο οι προηγούμενες κυβερνήσεις και συγκυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ όσο και η σημερινή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπηρετούν απαρέγκλιτα αυτή την επιδίωξη, αξιοποιώντας κι εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες.

Το γεγονός ότι η νέα επίθεση στα συνδικαλιστικά δικαιώματα θα έρθει σε μια περίοδο όπου το εργατικό κίνημα δείχνει ακόμη σημάδια υποχώρησης, βάζει το εργατικό και λαϊκό κίνημα μπροστά σε μεγάλα καθήκοντα, καθώς θα είναι ακόμη πιο δύσκολη η κινητοποίηση των εργαζομένων για ένα ζήτημα που φαινομενικά δεν τους αγγίζει άμεσα, όπως π.χ. οι φορομπηχτικές πολιτικές, το Ασφαλιστικό, οι μειώσεις μισθών. Επιπλέον εμπόδια θέτει στην προσπάθεια αγωνιστικής παρεμπόδισης των παραπάνω και η κυρίαρχη προπαγάνδα για τους «συνδικαλιστές», καθώς και οι αντιδραστικές απόψεις για τα «ακηδεμόνευτα» κινήματα, οι οποίες αξιοποιούν συνθήματα όπως «έξω τα κόμματα», «έξω τα συνδικάτα».

Παράλληλα με όλα τα θέματα που απασχολούν τους εργάτες και τα λαϊκά στρώματα χρειάζεται να συζητούνται παντού τι σημαίνει κατακερματισμός και απαγόρευση της συνδικαλιστικής δράσης και πάλης, τι συνέπειες θα έχει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ποιες επιδιώξεις υπηρετεί. Σε όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει ν’ αποκαλύπτεται έγκαιρα η κυβερνητική κι εργοδοτική προπαγάνδα.

Είναι ξεκάθαρο ότι στόχος τους είναι να πολεμήσουν το ΠΑΜΕ, το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα και τους κομμουνιστές. Το γεγονός ότι την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση αποδέχεται και υπογράφει αποφάσεις στην κατεύθυνση επιδείνωσης των δεδομένων στο συνδικαλιστικό κίνημα, τηρεί ακόμη «σιγή ιχθύος» για το νέο συνδικαλιστικό νόμο δεν πρέπει να λειτουργήσει ανασταλτικά κι εφησυχαστικά. Ίσα-ίσα πρέπει το κίνημα να προετοιμαστεί από τώρα ώστε, όταν το φέρουν για συζήτηση στη Βουλή, να μην αιφνιδιαστεί. Να είναι σε ετοιμότητα ν’ αντιδράσει, ακόμη κι αν τα μέτρα έρθουν κομμάτι-κομμάτι. Να μην αφήσει τίποτα να περάσει χωρίς αντίσταση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ο νόμος αυτός φέρει τον τίτλο: «Για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων, κωδικοποιημένος, όπως ισχύει σήμερα».

2. Ο όρος νομολογία σημαίνει την ερμηνεία των νόμων όπως αυτή αποτυπώνεται στις δικαστικές αποφάσεις. Η νομολογία αποτελεί έμμεση πηγή Δικαίου επηρεάζοντας –αλλά μη δεσμεύοντας τυπικά– τις δικαστικές αποφάσεις σε παρόμοια ζητήματα, αν και στην περίπτωση όπου η νομολογία απορρέει από απόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου πρακτικά είναι δεσμευτική για τα κατώτερα δικαστήρια. Παράλληλα, αποτελεί το «θερμοκήπιο» των αλλαγών και των ίδιων των κανόνων δικαίου στην πορεία. Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται ο νόμος σήμερα δείχνει συνήθως προς ποια κατεύθυνση θ’ αλλάξει ο νόμος στο μέλλον.

3. Στα ιστορικά χρονικά θα μείνει η πρωτοφανής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε το 2003 ως παράνομη την πρωτομαγιάτικη απεργία της «Ένωσης Ιπτάμενων Συνοδών και Φροντιστών» (ΕΙΣΦ) ύστερα από προσφυγή της διοίκησης της «Ολυμπιακής Αεροπορίας», απαγορεύοντας ακόμα και τη συμμετοχή της ΕΙΣΦ στην απεργία της ΓΣΕΕ!

4. Η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αξιοποιείται γενικά για την προσωρινή ρύθμιση μιας κατάστασης ή ενός δικαιώματος.

5. Με το νόμο 330/1976 θεωρούνταν ποινικό αδίκημα όχι μόνο οι απεργίες που συνεχίζονται παρά το γεγονός ότι κηρύχτηκαν παράνομες ή καταχρηστικές (κάτι που ισχύει και τώρα), αλλά ακόμα και αυτές που σταματάνε όταν κηρυχτούν παράνομες και καταχρηστικές.