20ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΣΕ - ΣΗΜΕΙΟ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΦΗΣ

Συμπληρώθηκαν φέτος 60 χρόνια από τη διεξαγωγή του 20ού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (14-25 Φλεβάρη 1956). Το Συνέδριο αυτό ξεχωρίζει ως σημείο-καμπή στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση «επειδή σε αυτό υιοθετήθηκαν μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις για τα ζητήματα της οικονομίας, της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος και των διεθνών σχέσεων. Άλλαξε ο συσχετισμός στη διαπάλη που διεξαγόταν όλη την προηγούμενη περίοδο, με στροφή υπέρ των αναθεωρητικών-οπορτουνιστικών θέσεων στο 20ό Συνέδριο, με αποτέλεσμα το Kόμμα σταδιακά να χάνει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά»1.

 

Την τελευταία μέρα του Συνεδρίου, σε κλειστή συνεδρίαση, χωρίς τη συμμετοχή των ξένων αντιπροσωπιών, αλλά και χωρίς το δικαίωμα τοποθέτησης των συνέδρων, πραγματοποιήθηκε η διαβόητη εισήγηση του Χρουστσιόφ, τότε ΓΓ του ΚΚΣΕ, σχετικά με τη λεγόμενη «προσωπολατρία» και τις «βλαβερές συνέπειές» της.

Η εισήγηση αυτή, που αρχικά κρατήθηκε μυστική, αλλά γρήγορα διέρρευσε στη Δύση, αποτελούσε μια συρραφή συκοφαντικών κατηγοριών ενάντια στον Ι. Β. Στάλιν και τη δράση του στο διάστημα των περίπου 30 χρόνων που αυτός ηγήθηκε της σοβιετικής εξουσίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στόχος αυτής της επίθεσης δεν ήταν το πρόσωπο, αλλά οι πολιτικές επιλογές στις οποίες πρωτοστάτησε και ηγήθηκε ο Ι. Β. Στάλιν. Συμβόλιζε «την απάρνηση της θετικής πείρας του Κόμματος στην πάλη με τον οπορτουνισμό, στην επαναστατική επαγρύπνηση για την υπεράσπιση του σοσιαλιστικού συστήματος, για τη νίκη του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής απέναντι στις επιβιώσεις του παρελθόντος»2. Ο πραγματικός χαρακτήρας αυτής της επίθεσης αποδείχτηκε πολύ γρήγορα με την εφαρμογή ενός πλέγματος οπορτουνιστικών πολιτικών και με την επικράτηση αντίστοιχων αναθεωρητικών αντιλήψεων σε διάφορους τομείς, πρώτα και κύρια στο πεδίο της οικονομίας, αλλά και στο πολιτικό σύστημα, δηλαδή στην εργατική εξουσία, και στην εξωτερική πολιτική.

 

ΟΙ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ

 Πώς όμως οδηγήθηκε το Μπολσεβίκικο Κόμμα στην οπορτουνιστική στροφή του 20ού Συνεδρίου; Οι επεξεργασίες και οι πολιτικές του 20ού Συνεδρίου (και των συνεδρίων που ακολούθησαν) δεν αποτελούν προϊόν παρθενογένεσης. Προκύπτουν από τη διαπάλη που εξελίχτηκε στο ΚΚΣΕ πριν και μετά από τον πόλεμο, από επεξεργασίες και αντιλήψεις οπορτουνιστικών ρευμάτων και ομάδων μέσα στο Κόμμα. Βοηθήθηκαν και από αδυναμίες της επαναστατικής πτέρυγας του Κόμματος, αδυναμίες θεωρητικές και πολιτικές, αλλά και από τις σημαντικές απώλειες του στελεχικού δυναμικού του Κόμματος στον πόλεμο και σειρά αντικειμενικών δυσκολιών στη σοσιαλιστική οικοδόμηση σε σχέση με το διεθνή καπιταλιστικό περίγυρο. Δεν έρχονται όμως ως νομοτελειακό αποτέλεσμα μιας πολιτικής γραμμής που σταδιακά διολίσθαινε προς τον οπορτουνισμό.

Τη ρίζα της διαπάλης με τον οπορτουνισμό κατά τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πρέπει να την αναζητήσει κανείς στις ίδιες τις αντιφάσεις αυτής της διαδικασίας, που βρίσκουν την αντανάκλασή τους και στις αντιλήψεις της κομματικής και κρατικής ηγεσίας.

Το πέρασμα στην αταξική, κομμουνιστική κοινωνία δεν μπορεί να γίνει με ένα βολονταριστικό «πέταγμα στον ουρανό». Προϋποθέτει την οικοδόμηση μιας πρώτης, ανώριμης ακόμα φάσης του κομμουνιστικού σχηματισμού, αυτού που οι κλασικοί του μαρξισμού-λενινισμού αποκαλούν σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός δεν είναι ένας αυτόνομος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά η πρώτη βαθμίδα του κομμουνιστικού σχηματισμού. Είναι ο ανώριμος, πρώιμος κομμουνισμός, που σε κάθε επιμέρους στιγμή του οφείλει να αναιρεί, να εξαλείφει τα υπολείμματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, στα οποία περιλαμβάνεται κάθε μορφή ατομικής ιδιοκτησίας και όχι μόνο η καπιταλιστική ιδιοκτησία.

Η μεταβατική αυτή περίοδος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι απαραίτητη γιατί η νέα κοινωνία, βγαίνοντας από τα σπλάχνα της παλιάς εκμεταλλευτικής κοινωνίας, φέρει ισχυρά τα σημάδια της παλιάς σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Η κεφαλαιώδης διαφορά σε σχέση με όλες τις προγενέστερες επαναστατικές ανατροπές στην ιστορία είναι ότι οι νέες, κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής δεν μπορούν να γεννηθούν στα σπλάχνα του καπιταλισμού, αλλά χρειάζεται να «οικοδομηθούν», να αναπτυχθούν μετά από την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις κοινωνικές σχέσεις γενικά. Ο σοσιαλισμός αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτήν τη φάση διαπάλης των φύτρων του νέου συστήματος ενάντια στις επιβιώσεις του παλιού.

Για παράδειγμα, μπορεί να εξαλειφθεί σχετικά άμεσα από την εργατική εξουσία η καπιταλιστική εκμετάλλευση, αλλά δε συμβαίνει το ίδιο με κάθε κοινωνική διαστρωμάτωση και ανισότητα. Τάξεις και αντιφάσεις ανάμεσά τους εξακολουθούν να υπάρχουν. Ή μπορεί με διατάγματα της εργατικής εξουσίας να απαλλοτριωθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, αλλά δεν μπορεί να γίνει το ίδιο με κάθε ατομική ή ομαδική ιδιοκτησία πάνω σε μέσα παραγωγής (π.χ. η μικρο-ιδιοκτησία στην αγροτική παραγωγή). Εδώ απαιτείται μια πολύ πιο αργή και βασανιστική πορεία κοινωνικοποίησης της παραγωγής.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια (περισσότερο ή λιγότερο) μακρόχρονη διαδικασία μετατροπής ολόκληρης της παραγωγής σε άμεσα κοινωνική παραγωγή, με κοινωνική ιδιοκτησία πάνω στο σύνολο των μέσων παραγωγής και με κατανομή του συνόλου της εργασίας στην κοινωνία διαμέσου του Κεντρικού Σχεδιασμού. Αποτελεί μια διαδικασία για τη σταδιακή εξάλειψη των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων στην κοινωνία, δηλαδή για την εξάλειψη της παραγωγής προϊόντων ως εμπορευμάτων και της κατανομής του προϊόντος της άμεσα κοινωνικής παραγωγής με μια ορισμένη χρηματική μορφή ή με βάση την αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του».

Όλα τα παραπάνω (που επηρεάζουν και διαμορφώνουν αντίστοιχα και τη συνείδηση) αποτελούν προϋποθέσεις για την παραπέρα ανάπτυξη του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής και για το πέρασμα στην ανώτερη φάση του. Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινείται η σοσιαλιστική οικοδόμηση, χωρίς ταλαντεύσεις, αλλά και χωρίς υποτίμηση του γεγονότος ότι έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία διαπάλης του νέου με τα υπολείμματα του παλιού, άρα με μια διαδικασία που έχει νομοτελειακά στο εσωτερικό της αντιφάσεις.

Στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, από την ίδια της τη φύση, συνυπάρχουν και αντιπαλεύουν δύο τάσεις. Εάν ηγετικό ρόλο παίζει η τάση ισχυροποίησης της κοινωνικής ιδιοκτησίας και του Κεντρικού Σχεδιασμού, τότε η οικοδόμηση αναπτύσσεται προχωρητικά. Εάν κυριαρχήσει η αντίθετη τάση, αποδυνάμωσής τους, η σοσιαλιστική οικοδόμηση αδυνατίζει και μπορεί να οδηγηθεί σε ξεπερασμένες ιστορικά μορφές, στην επικράτηση της αντεπανάστασης. Στο ζήτημα αυτό είναι κομβική η σημασία της σωστής πολιτικής των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος και του κράτους στο να λαμβάνουν υπόψη τις υπάρχουσες αντιφάσεις, «στο να εξακριβώνουν έγκαιρα τις αυξανόμενες αντιθέσεις», στο να βαθαίνουν τις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, προσαρμόζοντάς τες στις παραγωγικές δυνάμεις που «αναντίρρητα, και στο σοσιαλισμό, προηγούνται από τις σχέσεις παραγωγής».3

Μελετώντας από αυτήν τη σκοπιά την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, βλέπουμε ότι μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτω από την καθοδήγηση της επαναστατικής στρατηγικής του Μπολσεβίκικου Κόμματος και του Στάλιν, διαμορφώθηκαν οι βάσεις του νέου τρόπου παραγωγής. Εξαλείφθηκε η καπιταλιστική ιδιοκτησία. Δημιουργήθηκε και εδραιώθηκε η σοσιαλιστική βιομηχανική παραγωγή, με τη ραγδαία ανάπτυξή της στα δύο πρώτα Πεντάχρονα Πλάνα μετά από το 1928. Στην αγροτική παραγωγή σημειώθηκε με την κολεκτιβοποίηση πέρασμα από το καθυστερημένο, μικρό ατομικό νοικοκυριό στη μεγάλη συλλογική, εκμηχανισμένη καλλιέργεια της γης. Διεξήχθη με επιτυχία η ταξική πάλη και υπήρξαν θεαματικά αποτελέσματα ως προς τη γενικευμένη άνοδο της λαϊκής ευημερίας. «H κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής απελευθέρωσε τον άνθρωπο από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς, άνοιξε το δρόμο για την παραγωγή και την ανάπτυξη των επιστημών, με στόχο την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Έτσι, όλοι είχαν εξασφαλισμένη εργασία, δημόσια δωρεάν ιατρική περίθαλψη και Παιδεία, παροχή φθηνών υπηρεσιών από το κράτος, κατοικία, πρόσβαση στην πνευματική και πολιτιστική δημιουργία. H ριζική εξάλειψη της τρομερής κληρονομιάς του αναλφαβητισμού, σε συνδυασμό με την άνοδο του γενικού επιπέδου μόρφωσης και ειδίκευσης, και ο εκμηδενισμός της ανεργίας αποτελούν μοναδικά σοσιαλιστικά επιτεύγματα»4.

Φυσικά η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε όλα τα παραπάνω μέτωπα δεν ήταν ανέμελη και ευθύγραμμη, αλλά σημαδεύτηκε από σκληρές ταξικές συγκρούσεις, από εσωκομματική διαπάλη, από αναγκαστικούς προσωρινούς ελιγμούς και υποχωρήσεις τακτικής. Ταυτόχρονα, στο πεδίο της αγροτικής παραγωγής παρέμεναν σημαντικά υπολείμματα παλιότερων σχέσεων παραγωγής: Τα προϊόντα των συνεταιριστικών αγροκτημάτων (κολχόζ) αποτελούσαν ιδιοκτησία τους και ένα σημαντικό μέρος τους πήγαινε στην αγορά, άρα παράγονταν και ανταλλάσσονταν ως εμπορεύματα. Συνολικά όμως, στις πρώτες 3 δεκαετίες μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής, απελευθερώνοντας την κύρια παραγωγική δύναμη –τον άνθρωπο– έδωσαν μια πρωτόφαντη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

 

Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΣΤΟ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 Η καλή γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας στην ΕΣΣΔ πριν τον πόλεμο είναι απαραίτητη για να κρίνουμε αντικειμενικά την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, να αντιληφθούμε το τεράστιο βάρος που επωμίστηκε η μπολσεβίκικη ηγεσία, να κατανοήσουμε την πηγή και το χαρακτήρα των διάφορων αντιπολιτευτικών, οπορτουνιστικών ρευμάτων που εμφανίστηκαν στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και που κατέληξαν στη στροφή του 20ού Συνεδρίου.

Η Σοβιετική Ένωση, στο πλάι των γενικότερων υπολειμμάτων της παλιάς κοινωνίας που έχει να αντιμετωπίσει κάθε επαναστατική εργατική εξουσία, ξεκινούσε από ένα χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, κουβαλούσε μαζί της από την τσαρική Ρωσία μια σειρά ειδικά βαρίδια:

- Τη χαμηλή παραγωγικότητα των μέσων παραγωγής στην αγροτική οικονομία και την μεγάλη έκταση των μικρών αγροτο-παραγωγών (με τη διανομή της χρήσης γης), η στήριξη των οποίων από την εργατική εξουσία είχε και το στόχο να δημιουργηθεί ένα αντίβαρο στους κουλάκους και στους εμπόρους συγκέντρωσης του αγροτικού προϊόντος.

- Την ύπαρξη εκτεταμένης βαριάς και χειρωνακτικής εργασίας, λόγω της σχετικά χαμηλής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων του ρωσικού καπιταλισμού.

- Το μικρό σχετικά μέγεθος του βιομηχανικού προλεταριάτου και, στην πορεία, τη ραγδαία διεύρυνσή του, τον εμπλουτισμό του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τη δεκαετία του 1930 με στρώματα μικροαστικής προέλευσης (κύρια από την αγροτιά).

- Την έλλειψη αρκετών συνειδητών κομμουνιστών με τεχνική και επιστημονική εξειδίκευση και τη συνεπακόλουθη αναγκαστική προσφυγή σε ξένους και ντόπιους ειδικούς με αστική καταγωγή.

- Τη βαθιά ανισομετρία ανάμεσα σε περιοχές και κλάδους μιας αχανούς χώρας, που ξεκινούσε την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης από ένα χαμηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι θα ξεκινούσε μια ανεπτυγμένη χώρα του καπιταλισμού.

Ο Λένιν και η μπολσεβίκικη ηγεσία κατανοούσαν πολύ καλά τα ειδικά αυτά βαρίδια που δυσχέραιναν παραπέρα την πορεία της χώρας των Σοβιέτ, τα συνυπολόγιζαν προσεχτικά στη χάραξη της πολιτικής, αλλά δε δίσταζαν να χαράξουν το δρόμο για το προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο Τρότσκι σκάρωσε το παραμύθι που το επαναλαμβάνουν επίμονα οι μαθητές του, ότι ήταν δήθεν ο Στάλιν που «επινόησε τη θεωρία για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα», σε αντίθεση υποτίθεται με τη λενινιστική αντίληψη. Ποια είναι όμως η αλήθεια;

Η δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια ομάδα χωρών ή και σε μια χώρα αποτελεί θεμελιώδη θέση του λενινισμού. Προκύπτει από την ανάλυση της φύσης του ιμπεριαλισμού και της ανισόμετρης ανάπτυξής του. Ακριβώς πάνω στη θέση αυτή ο Λένιν αντιπαρατέθηκε με τον Τρότσκι πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, πριν ακόμα ο Τρότσκι γίνει μέλος του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Λέει χαρακτηριστικά ο Λένιν το 1915:

«Είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού, στην αρχή σε μερικές ή και σε μία μονάχα, χωριστά παρμένη, καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, αφού θα απαλλοτρίωνε τους καπιταλιστές και θα οργάνωνε τη σοσιαλιστική παραγωγή στη χώρα του, θα ξεσηκωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο…»5.

Μετά από τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης στη μία χώρα, τη Ρωσία, ο Λένιν θέτει στα έργα του ξεκάθαρα τα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας για τη δημιουργία των βάσεων του σοσιαλισμού: Τα σχέδια για τον εξηλεκτρισμό, για τη στερέωση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, για την εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής και τη σταδιακή εξάλειψη της μικρο-ιδιοκτησίας. Ο Στάλιν όχι μόνο αποδέχεται και αναπτύσσει παραπέρα τις θέσεις του Λένιν, αλλά και τους δίνει πρακτική υπόσταση μέσα από την πολιτική του Μπολσεβίκικου Κόμματος τις δεκαετίες του 1920 και 1930. Απαντώντας δε στις συκοφαντίες των τροτσκιστών ότι η θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Ρωσία αποτελούσε υποχώρηση από τις αξίες του διεθνισμού, τόνιζε ότι: «Το ίδιο το προτσές της απόσπασης μιας σειράς νέων χωρών από τον ιμπεριαλισμό θα συντελείται τόσο πιο γρήγορα και πιο σταθερά, όσο πιο σταθερά θα δυναμώνει ο σοσιαλισμός στην πρώτη νικήτρια χώρα, όσο πιο γρήγορα θα μετατρέπεται αυτή η χώρα σε βάση της παραπέρα ανάπτυξης της παγκόσμιας επανάστασης, σε μοχλό της παραπέρα αποσύνθεσης του ιμπεριαλισμού»6.

Επί της ουσίας, ο Τρότσκι πρότεινε μια αναμονή επαναστατικών εξελίξεων στις πιο ανεπτυγμένες χώρες του καπιταλισμού για το ουσιαστικό προχώρημα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό πρακτικά θα σηματοδοτούσε για την εργατική τάξη στη Ρωσία, που είχε κατακτήσει την εξουσία, μια σταθερή υποχώρηση απέναντι στα υπολείμματα του καπιταλισμού, έναν αντεπαναστατικό συμβιβασμό. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που οι αντιλήψεις αυτές του Τρότσκι οδήγησαν πολύ γρήγορα τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του, σε συνθήκες καμπής και δύσκολων αποφάσεων στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, στο να εξυφάνουν διάφορες αντισοβιετικές και αντεπαναστατικές συνομωσίες, στο να αξιοποιηθούν πολύπλευρα από τα επιτελεία του ιμπεριαλισμού. Από την αντίστροφη πλευρά, δεν μπορεί να εκπλήσσει και το ότι ο τροτσκισμός γνώρισε πραγματική χρεοκοπία στις γραμμές του επαναστατικού κινήματος, περιλαμβανομένης και της χώρας μας.

Η λογική της τροτσκιστικής αντίληψης για την αναγκαιότητα λίγο-πολύ σταθερών παραχωρήσεων προς τα κατάλοιπα των παλιών σχέσεων παραγωγής και προς τον ιμπεριαλισμό, στο όνομα των αντικειμενικών δυσκολιών της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι σίγουρο ότι δεν περιορίζεται στο πλαίσιο αυτού του ρεύματος. Εμφανίζεται ως συστατικό στοιχείο και άλλων αντιπολιτευτικών ομάδων στο πλαίσιο του ΚΚΣΕ προπολεμικά, μπολιάζει τη δράση τους ενάντια στην πορεία εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης της δεκαετίας του 1930. Αποτελεί τη μαγιά για τη συμπόρευσή τους και σε ενιαίο συνασπισμό στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930.7

Διερευνώντας τα κοινά στοιχεία των οπορτουνιστικών ρευμάτων πριν και μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει σημασία να επικεντρώσουμε σε ένα ξεχωριστό σημείο καμπής στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης: Το σημείο εκκίνησης της πορείας ταχείας εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για μια χρονική περίοδο στην οποία οξύνονται οι νομοτελειακές αντιφάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οξύνεται η κοινωνική/ταξική διαπάλη, τίθενται ζητήματα αντιστοίχησης των σχέσεων παραγωγής με τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις, άρα και καινούργια καθήκοντα απέναντι στην πολιτική του Κόμματος και του κράτους. Η κατεύθυνση επίλυσης αυτών των καθηκόντων δε χαράσσεται αυτόματα, αλλά μέσα από μια οξύτατη εσωκομματική διαπάλη με οπορτουνιστικά ρεύματα, διαπάλη που αποτελεί αντανάκλαση της κοινωνικής διαπάλης.

Το 1927-1928, μια σειρά αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες κάνουν αναγκαία, αλλά και εφικτή, μια αποφασιστική στροφή στην πολιτική της σοβιετικής εξουσίας. Η «Νέα Οικονομική Πολιτική» (ΝΕΠ), που είχε εφαρμοστεί με απόφαση του 10ου Συνεδρίου του Μπολσεβίκικου Κόμματος το Μάρτη του 1921, αντανακλούσε τις αντικειμενικές συνθήκες στην οικονομία της νεαρής Σοβιετικής Ρωσίας και το σχετικό κλονισμό της σχέσης της εργατικής τάξης με τη μικρομεσαία αγροτιά μετά από τον παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο. Σήμαινε τη μερική ισχυροποίηση εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων και –στο έδαφός τους– το δυνάμωμα μιας αστικής τάξης στην ύπαιθρο (κουλάκοι) και στην πόλη (εμπόριο).

Το Μπολσεβίκικο Κόμμα δεν έβλεπε τη ΝΕΠ μοιρολατρικά, ως ένα δήθεν αυτόνομο, νομοτελειακό «στάδιο» της επαναστατικής διαδικασίας. Η εξέλιξη της ΝΕΠ θα κρινόταν από την ικανότητα της προλεταριακής εξουσίας σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να δημιουργήσει τις υλικές συνθήκες για την κατάργηση των παραχωρήσεων προς την ατομική ιδιοκτησία που αναγκάστηκε να κάνει λόγω των καταστροφών του εμφυλίου και της απώλειας βιομηχανικών περιοχών. Επίσης από την ικανότητα να πείσει τη μικρομεσαία αγροτιά ότι η παλινόρθωση της ατομικής ιδιοκτησίας και του ελεύθερου εμπορίου θα σήμαινε προοπτικά κατρακύλισμα στην τσιφλικάδικη και καπιταλιστική εξουσία. Θα καθοριζόταν από τη δυνατότητα το κράτος να δώσει στην αγροτιά την υλικοτεχνική βάση (τρακτέρ, εξηλεκτρισμός και άλλα) για τη ριζική αναμόρφωση της μικρο-αγροτικής παραγωγής σε κοινωνική βάση και, επόμενα, και της μικροαστικής συνείδησης του αγρότη. Οι αντιφάσεις της ΝΕΠ δεν μπορούσαν σε τελική ανάλυση να λυθούν παρά μέσω της ταξικής πολιτικής του κράτους, μέσω της πορείας της ταξικής πάλης.

Τον Οκτώβρη του 1927 οι μπολσεβίκοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις αντιφάσεις και τους κινδύνους της ΝΕΠ στο πεδίο της αγροτικής παραγωγής, καθώς ουσιαστικά σε αυτό το πεδίο ωφελήθηκε η ατομική ιδιοκτησία στα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα, ο χρηματισμός, η απόκρυψη προϊόντος κ.ά. Η κρατική συλλογή σιτηρών βρέθηκε στα 2/3 αυτής του προηγούμενου Οκτώβρη, ενώ το Νοέμβρη-Δεκέμβρη έπεσε κάτω από το μισό του προηγούμενου χρόνου, με αποτέλεσμα σοβαρές δυσκολίες στο να καλυφθούν οι διατροφικές ανάγκες στις πόλεις.8

Τις δυσκολίες στο μέτωπο των σιτηρών τις εκμεταλλεύονταν τα καπιταλιστικά στοιχεία του χωριού (κουλάκοι) για να υπονομεύσουν τη σοβιετική οικονομική πολιτική. Δε χωρούσε εφησυχασμός και παραγνώριση του ειδικού βάρους των κουλάκων στο χωριό («εκατό φορές πιο μεγάλο από το ειδικό βάρος των μικρών καπιταλιστών στη βιομηχανία της πόλης»), της δυνατότητάς τους να τραβάνε σε συμμαχία και μεσαία αγροτικά στρώματα που είχαν ωφεληθεί από τη ΝΕΠ. Ήδη από το 1927 η Εργατο-Αγροτική Επιθεώρηση είχε προειδοποιήσει την ηγεσία ότι σε πολλές περιοχές η τοπική, βασισμένη στις κοινότητες, διοίκηση (όπου οι κουλάκοι είχαν ισχυρή επιρροή) είχε υποκαταστήσει τη σοβιετική διοίκηση, ότι οι κουλάκοι άρχιζαν να συγκροτούνται ως ένα διακριτό κοινωνικό στρώμα και δύναμη, με τα δικά τους ταξικά συμφέροντα και καθήκοντα. Οξύνεται δηλαδή την περίοδο αυτή η ταξική πάλη, λαμβάνει χώρα η «πρώτη, μέσα στις συνθήκες της ΝΕΠ, σοβαρή εξόρμηση των καπιταλιστικών στοιχείων του χωριού ενάντια στη σοβιετική εξουσία»9.

Για τους μπολσεβίκους η μόνη πραγματική διέξοδος βρισκόταν στο πέρασμα από το ατομικό αγροτικό νοικοκυριό στο συλλογικό, στο κοινωνικό νοικοκυριό στη γεωργία. Πέρασμα που απαιτούσε τη συμμαχία με τις εργαζόμενες μάζες της αγροτιάς, σε αντιπαράθεση με τα καπιταλιστικά στοιχεία της αγροτιάς, αλλά και με τα νέα μεσαία στρώματά της.

Αντιμέτωπη με ένα οξύτατο πρόβλημα εφοδιασμού του πληθυσμού και με την πιθανότητα διάρρηξης της εμπιστοσύνης της εργατικής τάξης, η σοβιετική ηγεσία αποφασίζει να προχωρήσει στη λεγόμενη «πολιτική επίθεσης» του σοσιαλισμού ενάντια στα στοιχεία του καπιταλισμού: 1ο Πεντάχρονο, κολεκτιβοποίηση, εξάλειψη των κουλάκων ως τάξη. Η σχετική ανάπτυξη της σοσιαλιστικής βιομηχανίας παρέχει κάποια πρώτα (ακόμα ανεπαρκή) αποθέματα αγροτικού εξοπλισμού και κρατικών πόρων για την ενίσχυση των συλλογικών αγροκτημάτων (κολχόζ).

Τι προτείνει όμως στη φάση αυτή η δεξιά αντιπολίτευση (Μπουχάριν, Ρίκοφ κλπ.); Αποδίδουν την κρίση των σιτηρών σε δευτερεύουσες αιτίες: Στην έλλειψη κρατικής ετοιμότητας, το φτωχό σχεδιασμό, την ανελαστική πολιτική τιμών και την αμέλεια τοπικών αξιωματούχων. Διατυπώνουν την άποψη ότι τα φαινόμενα υπονόμευσης από τους κουλάκους «θα γίνονται όλο και πιο σπάνια και στο τέλος θα εξαφανιστούν χωρίς ν’ αφήσουν ίχνη […] στο βαθμό της καλυτέρευσης αυτού του μηχανισμού, στο βαθμό ενίσχυσης όλων των κατώτερων πυρήνων της σοβιετικής εξουσίας…», ένα σταδιακό δηλαδή σβήσιμο της ταξικής πάλης μέσα από την ενσωμάτωση των κουλάκων αλλά και των ατομικών αγροτοπαραγωγών στην «ενιαία αλυσίδα της σοσιαλιστικής οικονομίας».10 Προτείνουν μια επανέναρξη των εισαγωγών σιτηρών –ακόμα και με τη χρήση ξένων πιστώσεων– και μια μείωση στις νόρμες κατανάλωσης σιτηρών, αλλά και ένα προκαταρκτικό δίχρονο πλάνο στο πλαίσιο του 1ου Πεντάχρονου Πλάνου, που θα περιόριζε τους δήθεν υπερβολικούς στόχους του τελευταίου.

Με εντυπωσιακά ανάλογο πολιτικό προσανατολισμό, ο Τρότσκι προτείνει ένα χρόνο μετά (1930): «Μια υποχώρηση είναι αναπόφευκτη σε κάθε περίπτωση […] Ας θέσουμε ένα τέλος στην “πλήρη” κολεκτιβοποίηση, αντικαθιστώντας την με μια προσεκτική επιλογή στη βάση μιας πραγματικής ελευθερίας επιλογής […] Ας θέσουμε τέλος στην πολιτική της διοικητικής κατάργησης του κουλάκου. Η χαλιναγώγηση των εκμεταλλευτικών τάσεων του κουλάκου θα παραμείνει μια αναγκαστική πολιτική για πολλά χρόνια […] Ας θέσουμε τέλος στους καλπάζοντες ρυθμούς της εκβιομηχάνισης […] Ας εγκαταλείψουμε τον “ιδεατό” στόχο μιας κλειστής οικονομίας. Ας επεξεργαστούμε μια νέα παραλλαγή των πλάνων στη βάση μιας όσο το δυνατό μεγαλύτερης αλληλεπίδρασης με την παγκόσμια αγορά»11.

Τον ίδιο πυρήνα προτάσεων βρίσκουμε και στη λεγόμενη «Πλατφόρμα Ριούτιν» (1932): «Περιορισμός των επενδύσεων σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό […] Άμεση διάλυση των διογκωμένων κολχόζ που δημιουργήθηκαν βίαια […] Εξάλειψη όλων των μη κερδοφόρων κολχόζ. Διατήρηση μόνο των καλύτερων κολχόζ που μπορούμε πραγματικά να τα μετατρέψουμε σε υποδειγματικές σοσιαλιστικές επιχειρήσεις […] Εδραίωση των ατομικών αγροτο-παραγωγών και επιβεβαίωση της μακροχρόνιας χρήσης της χορηγούμενης γης […] Άμεσο σταμάτημα της τυχοδιωκτικής πολιτικής της απο-κουλακοποίησης στην ύπαιθρο…»12.

Είναι πεντακάθαρη από τα παραπάνω η σύμπλευση των διάφορων ρευμάτων της αντιπολίτευσης, παρά τις φαινομενικά διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, σε μια πολιτική περιορισμού των ρυθμών εκβιομηχάνισης και κολεκτιβοποίησης στην ΕΣΣΔ και σε ένα συμβιβασμό με τους κουλάκους και τους μηχανισμούς της αγοράς.

 

Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 Μετά από το Β΄ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο, ιδιαίτερα μετά από τη φάση της γρήγορης ανοικοδόμησης από τις τεράστιες καταστροφές του πολέμου, αρχίζει να εμφανίζεται στο προσκήνιο η ανάγκη παραπέρα βαθέματος των κομμουνιστικών σχέσεων. Τι σημαίνει ένα τέτοιο παραπέρα βάθεμα; Σημαίνει την κυριαρχία των κομμουνιστικών σχέσεων πάνω στη συνεταιριστική σχέση ιδιοκτησίας, με το ανέβασμα της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας στο επίπεδο της άμεσα κοινωνικής ιδιοκτησίας, την ανάπτυξη και τελειοποίηση του Κεντρικού Σχεδιασμού, την επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων κατανομής και την πιο ενεργητική και συνειδητή εργατική συμμετοχή στην οργάνωση της εργασίας και στον έλεγχο της διεύθυνσης.

Πάνω στα ζητήματα αυτά γίνεται εκτεταμένη συζήτηση και διαπάλη πριν και μετά από τον πόλεμο. Συμπύκνωση των συμπερασμάτων αυτής της συζήτησης αποτελεί το έργο του Στάλιν, «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» (1952), όπου και τίθενται οι βασικοί προκαταρκτικοί όροι για μια πραγματική, όχι απλά διακηρυκτική, πορεί προς τον κομμουνισμό: «Είναι απαραίτητο, πρώτα-πρώτα, να εξασφαλίσουμε σταθερά όχι τη μυθική “ορθολογιστική οργάνωση” των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά την αδιάκοπη άνοδο όλης της κοινωνικής παραγωγής και κατά προτίμηση την άνοδο της παραγωγής μέσων παραγωγής […] Είναι απαραίτητο, δεύτερο, με βαθμιαία περάσματα, που πραγματοποιούνται για όφελος των κολχόζ και επομένως όλης της κοινωνίας, να ανεβάσουμε την ιδιοκτησία των κολχόζ ως το επίπεδο της κοινωνικής ιδιοκτησίας και την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, επίσης με βαθμιαία περάσματα, να την αντικαταστήσουμε με το σύστημα της ανταλλαγής των προϊόντων […] Είναι απαραίτητο, τρίτο, να πετύχουμε μια τέτοια πολιτιστική άνοδο της κοινωνίας που θα εξασφάλιζε σε όλα τα μέλη της κοινωνίας ολόπλευρη ανάπτυξη των φυσικών και πνευματικών τους ικανοτήτων […] να μην είναι δεμένοι όλη τους τη ζωή […] σε ένα οποιοδήποτε επάγγελμα»13.

Μέσα από την εσωκομματική διαπάλη «εκφράστηκε, σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, η κοινωνική αντίσταση (κολχόζνικοι αγρότες, διευθυντικά στελέχη στην αγροτική παραγωγή και στη βιομηχανία) στην ανάγκη επέκτασης και εμβάθυνσης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής […]  Οι δυνάμεις αυτές εκφράστηκαν πολιτικά μέσα από τις θέσεις που υιοθετήθηκαν στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του KKΣE, που τελικά αποτέλεσε συνέδριο κυριαρχίας της δεξιάς οπορτουνιστικής παρέκκλισης»14. Είναι ενδεικτικό της σημαντικής ισχύος του «αγοραίου» ρεύματος το γεγονός ότι η οξυμμένη αυτή διαπάλη δεν παραμένει στο πεδίο των θεωρητικών συζητήσεων, αλλά εκφράζεται και στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής του σοβιετικού κράτους. Έτσι ο Βοζνεσένσκι, μέλος του ΠΓ του ΚΚΣΕ και επικεφαλής του Γκοσπλάν (Κρατικό Σχέδιο), προωθεί στα τέλη του 1948 - αρχές του 1949 την εφαρμογή στη πράξη μιας σειράς αγοραίων πολιτικών, με την άνοδο των χονδρικών τιμών των βιομηχανικών προϊόντων και την προσπάθεια εισαγωγής ενός μίνιμουμ ποσοστού κερδοφορίας στο επίπεδο της επιχείρησης.

Η επικράτηση όμως το διάστημα εκείνο του επαναστατικού ρεύματος, υπό την ηγεσία του Στάλιν, στην εσωκομματική διαπάλη οδήγησε στην πολύ σύντομη απόσυρση αυτών των μέτρων και στην εφαρμογή πολιτικών που προετοίμαζαν το έδαφος για την επέκταση των κομμουνιστικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή. Η Έκθεση Δράσης της KE του KK (μπ) στο 19ο Συνέδριο αναφέρει μια σειρά στοιχεία που αποδεικνύουν τις δυνατότητες που παρείχε σε αυτήν την κατεύθυνση η ανάπτυξη της σοσιαλιστικής βιομηχανίας: Την ύπαρξη 8.939 μηχανοτρακτερικών σταθμών, την αύξηση της δύναμης των τρακτέρ κατά 59% σε σχέση με το προπολεμικό επίπεδο, την πραγματοποίηση αρδευτικών και εγγειοβελτιωτικών έργων κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης, το προχώρημα της συνένωσης των κολχόζ σε μεγαλύτερα μέσα στο δίχρονο 1950-1952 (97.000 κολχόζ το 1952, από 254.000 το 1950) κλπ.15

Αναπτύσσονταν, επίσης, διάφορες πρωτόλειες μορφές ανταλλαγής προϊόντων ανάμεσα στη σοσιαλιστική βιομηχανία και την αγροτική παραγωγή, επιτυγχάνοντας αξιοσημείωτα αποτελέσματα στην άνοδο της παραγωγικότητας. Στις μορφές αυτές ανταλλαγής διατηρούνταν ακόμα η κατηγορία της τιμής: «Στη βάση της σχέσης ανταλλαγής προϊόντων, τα κολχόζ λαμβάνουν τα προϊόντα της βιομηχανίας φτηνότερα, αλλά πάντα σε χρήμα. Ο μηχανισμός της εμπορευματικής ανταλλαγής λειτουργεί και ως μηχανισμός της ανταλλαγής προϊόντων, στο βαθμό που τα κολχόζ αγοράζουν με χρήμα στα καταστήματα των καταναλωτικών συνεταιρισμών τα προϊόντα που έχουν διατεθεί από το κράτος στο κονδύλι που προοριζόταν για την ανταλλαγή προϊόντων […] η ποσότητα των καταναλωτικών αγαθών που έχει τραβηχτεί στη σφαίρα της ανταλλαγής προϊόντων συνιστά μια ποσότητα εμπορευμάτων, αλλά μόνο στη μορφή»16.

Οι σωστές θέσεις και κατευθύνσεις της επαναστατικής πτέρυγας του Κόμματος «δεν μπόρεσαν να οδηγήσουν στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης θεωρητικής επεξεργασίας και αντίστοιχης πολιτικής γραμμής, ικανής να αντιμετωπίσει τις αγοραίες θεωρητικές θέσεις και πολιτικές επιλογές που ενισχύονταν. Σε αυτό συνέβαλαν οι ισχυρές κοινωνικές πιέσεις, αλλά και οι αντινομίες, ανεπάρκειες, ταλαντεύσεις που υπήρχαν στο αντι-αγοραίο ρεύμα»17, που έβλεπαν, λαθεμένα, ορισμένη εμπορευματοχρηματική έκφραση και κατανομή του προϊόντος της σοσιαλιστικής βιομηχανίας. Βέβαια δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι θεωρητικές προσεγγίσεις του «μη αγοραίου» ρεύματος πάνω στα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού ήταν προϊόν μιας ιστορικής εποχής όπου εμφανίζονταν για πρώτη φορά στο προσκήνιο τα πρακτικά προβλήματα της οικονομικής πολιτικής και τα ερωτήματα για την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης του σοσιαλισμού.

 

Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ 20ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 Η επαναστατική γραμμή του Κόμματος ανατράπηκε λίγο πριν, αλλά κυρίως μετά από το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, όταν τα ζητήματα που έθετε προς λύση η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης απαντήθηκαν με πολιτικές κατευθύνσεις και μέτρα που οδηγούσαν σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση.

- Υιοθετήθηκαν πολιτικές επιλογές στη βάση του νόμου της αξίας και της διεύρυνσης των εμπορευματο-χρηματικών σχέσεων.

- Διαλύθηκαν οι Μηχανοτρακτερικοί Σταθμοί και τα βασικά μέσα παραγωγής (τρακτέρ, θεριζοαλωνιστικές μηχανές κλπ.) που αυτοί διαχειρίζονταν και ήταν κρατική ιδιοκτησία– πωλήθηκαν στα κολχόζ (1958).

- Αντικαταστάθηκε το σύστημα διάθεσης (κατανομής) των μέσων παραγωγής στις βιομηχανικές επιχειρήσεις με ένα σύστημα πωλήσεων και αγορών (Μάης 1957).

- Αδυνάτισε ο Κεντρικός Σχεδιασμός, με περιορισμό της υποχρεωτικότητας του πλάνου.

- Επεκτάθηκαν οι αρμοδιότητες των επιχειρήσεων και του διευθυντικού τους μηχανισμού (π.χ. δόθηκε η δυνατότητα οριζόντιων εμπορευματικών σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεων).

- Υιοθετήθηκε και ενισχύθηκε το κίνητρο της κερδοφορίας στο επίπεδο της κάθε επιχείρησης, με βάση την υπερκάλυψη του πλάνου όχι σε όγκο παραγωγής, αλλά σε αξίες.

- Ενισχύθηκαν τα ατομικά χρηματικά κίνητρα και το διευθυντικό πριμ στο επίπεδο της κάθε επιχείρησης.

- Ανατράπηκε στο 24ο Συνέδριο (1971) η προτεραιότητα στην ανάπτυξη της Υποδιαίρεσης Ι (παραγωγή μέσων παραγωγής).18

Τα μέτρα αυτά μπορεί να υιοθετούνται σε διαφορετικές χρονικές φάσεις μετά από το 20ό Συνέδριο, πριν ή και μετά από την απομάκρυνση του Χρουστσιόφ από την καθοδήγηση του ΚΚΣΕ, αλλά έχουν εσωτερική συνοχή και συνιστούν μια διαφορετική κατεύθυνση υπονόμευσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Παραπέρα βασικός σταθμός σε αυτήν την κατεύθυνση είναι οι διαβόητες «μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν» που αποφασίστηκαν από την Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ το Σεπτέμβρη του 1965. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πολιτική παραπέρα ενίσχυσης του εμπορευματικού σε βάρος του άμεσα κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής στηρίχτηκε προπαγανδιστικά με το ιδεολόγημα ότι έτσι θα αντιμετωπιζόταν η κάμψη των ρυθμών ανάπτυξης της παραγωγής και της παραγωγικότητας, κάμψη που είχε έρθει ως αποτέλεσμα προγενέστερων πολιτικών που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση.

Η εφαρμογή των παραπάνω μέτρων, που έρχονταν να προστεθούν το ένα στο άλλο σε μια διαδοχική αλυσίδα αναστροφής της μέχρι τότε κατεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οδήγησε στα εξής αποτελέσματα:

- Αποδυνάμωσε την άμεσα κοινωνική παραγωγή, αλλοίωσε τον κοινωνικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας.

- Οδήγησε στην πτώση της δυναμικής της σοσιαλιστικής ανάπτυξης, στην καθήλωση της παραγωγικότητας, στη στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης τη δεκαετία του 1970.

- Ενίσχυσε το βραχυπρόθεσμο ατομικό και ομαδικό συμφέρον (στο επίπεδο της κάθε ξεχωριστής επιχείρησης ή του διευθυντικού της μηχανισμού), σε βάρος των γενικών κοινωνικών συμφερόντων.

- Αδυνάτισε ο έλεγχος των ίδιων των παραγωγών, ο εργατικός έλεγχος.

- Αυξήθηκε το μέρος της αγροτικής παραγωγής που, προερχόμενο από το ατομικό αγροτικό νοικοκυριό και τα κολχόζ, πουλιόταν ελεύθερα στην αγορά.

- Ενισχύθηκε, αντί να περιορίζεται, η εισοδηματική διαφοροποίηση, τόσο στην ύπαιθρο όσο και στη σοσιαλιστική βιομηχανία. Διαμορφώθηκαν κοινωνικά στρώματα που είχαν ισχυρό υλικό συμφέρον για την παρεμπόδιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και, τελικά, για την ανατροπή της. Αυτά αποτέλεσαν και την κινητήρια κοινωνική δύναμη της αντεπανάστασης, πολιτικά δρώντας πρώτα και κύρια μέσα από τις γραμμές του Κόμματος.

Δεν είναι σκοπός του παρόντος άρθρου να παρακολουθήσει διεξοδικά την εξέλιξη του πλέγματος των αγοραίων μεταρρυθμίσεων που κλιμακώθηκαν στις τρεις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης και που ολοκλήρωσαν την αντιδραστική τους πορεία με την ανοιχτή αντεπανάσταση του 1989-1991. Στόχος του είναι να αναδειχτεί ο χαρακτήρας τους από τη σκοπιά των νομοτελειών που πρέπει να ακολουθεί η σοσιαλιστική οικοδόμηση, να εντοπιστεί η πηγή τους στη διαπάλη στο εσωτερικό του ΚΚΣΕ πριν και μετά από το 20ό Συνέδριο και να δοθεί το γενικό τους περίγραμμα, ώστε ο αναγνώστης να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες στην αρκετά εκτενή παλιότερη αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ και στις εκδόσεις της «Σύγχρονης Εποχής».

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΤΗΣ «ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ»

 Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου δεν είναι επίσης εφικτό να παρουσιάσουμε και να αντικρούσουμε όλες τις συκοφαντικές κατηγορίες της λεγόμενης «μυστικής έκθεσης» του 20ού Συνεδρίου ενάντια στον Στάλιν και στην πορεία που είχε ακολουθήσει μέχρι τότε η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία να επικεντρώσουμε στις σελίδες που προηγήθηκαν στην ουσία και την προέλευση της πολιτικής γραμμής που επικράτησε στο 20ό Συνέδριο, στο πώς αυτή ήρθε σε κάθετη ρήξη με τη μέχρι τότε επαναστατική πολιτική του Μπολσεβίκικου Κόμματος χωρίς να αποσιωπήσουμε αδυναμίες και λάθη, που αξιοποιήθηκαν για την κυριαρχία της οπορτουνιστικής και στη συνέχεια προδοτικής πολιτικής.

Τέτοιες αδυναμίες αποτυπώννονται στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εκτίμηση του διεθνούς συσχετισμού κατά τη λήξη του, στις βασικές αλλαγές του Συντάγματος της ΕΣΣΔ το 1936. Σε καμία περίπτωση όμως δεν αναιρούν τον ποιοτικό, δεξιό χαρακτήρα της πολιτικής που επικράτησε στο 20ό Συνέδριο, χρησιμοποιώντας  συκοφαντικές κατηγορίες ενάντια στο Στάλιν.

Γι’ αυτό ακριβώς δεν πρέπει να αφήσουμε ασχολίαστες ορισμένες τουλάχιστον από αυτές τις κατηγορίες, που η ανατροφοδότησή τους από τα επιτελεία και τους δημοσιολόγους της αστικής τάξης τους έχει προσδώσει χαρακτήρα πρόληψης. Πρόκειται για συκοφαντίες που συσκοτίζουν λαϊκές συνειδήσεις απευθυνόμενες στο θυμικό, που αποτραβούν την προσοχή από τις οικονομικές ρίζες της αντεπανάστασης. Που καλλιεργούν την ψεύτικη αντίληψη ότι η οικοδόμηση της μη εκμεταλλευτικής, κομμουνιστικής κοινωνίας πρέπει να είναι μια ομαλή, δίχως αντιφάσεις πορεία, ή αλλιώς δεν πρέπει να επιχειρηθεί, πρέπει να παραμείνει ένα πρόταγμα στη σφαίρα του ιδεατού, που θα παρακινεί απλά σε ένα μερεμέτισμα του καπιταλισμού, δηλαδή να μην κατακτηθεί μια τέτοια γνώση που μπορεί να εξοπλίσει το επαναστατικό κίνημα στην ταξική πάλη του σήμερα και του αύριο, να το θωρακίσει απέναντι στον οπορτουνισμό, που δε σηκώνει τα χέρια ψηλά, ακόμα και μετά από την επικράτηση της εργατικής εξουσίας.

Οι συκοφαντίες ενάντια στον Στάλιν εστίασαν κυρίως στη λεγόμενη «προσωπολατρία» και την προώθησή της από τον ίδιο τον Στάλιν, στα ζητήματα της οξυμμένης ταξικής πάλης στη σοσιαλιστική οικοδόμηση και τις μεθόδους διεξαγωγής της, το ρόλο του Στάλιν στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κτλ.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ «ΠΡΟΣΩΠΟΛΑΤΡΙΑΣ»

 Ολόκληρη η «μυστική έκθεση» του Χρουστσιόφ έχει ως κεντρικό ζήτημα αναφοράς τη λεγόμενη «προσωπολατρία» του Στάλιν, που δήθεν προωθήθηκε μεθοδικά και σχεδιασμένα από τον ίδιο. Από τις εισαγωγικές ακόμα γραμμές της έκθεσης λέγεται ότι «ενδιαφερόμαστε για ένα ζήτημα που έχει τεράστια σημασία για το Κόμμα, σήμερα και για το μέλλον –για το πώς η λατρεία του προσώπου του Στάλιν μεγάλωνε σταδιακά, μια λατρεία που σε ένα συγκεκριμένο στάδιο μετατράπηκε στην πηγή μιας ολόκληρης σειράς ιδιαίτερα σοβαρών και επικίνδυνων διαστρεβλώσεων των κομματικών αρχών, της κομματικής δημοκρατίας, της επαναστατικής νομιμότητας»19.

Όλες οι επιμέρους συκοφαντικές κατηγορίες της έκθεσης που ακολουθούν χτίζονται γύρω από την εικόνα ενός Στάλιν που για λόγους προσωπικής ιδιοτέλειας και ατελειών στο χαρακτήρα έθετε τον εαυτό του ως αποκλειστικό κέντρο των καθοδηγητικών οργάνων, ωθώντας κάθε άλλον κομματικό ηγέτη στο περιθώριο και καταργώντας τον αναγκαίο συλλογικό χαρακτήρα της δουλειάς.

Η πραγματικότητα βρίσκεται πολύ μακριά από την επίπλαστη αυτή εικόνα. Ο Στάλιν δεν προώθησε την λατρεία στο πρόσωπο του. Αντίθετα, σε πάμπολλες περιπτώσεις αντιτάχτηκε σε ελεγείες και εγκώμια προς το πρόσωπό του, που προωθούνταν από διάφορα κομματικά στελέχη, εξέχοντα ρόλο ανάμεσα στα οποία φαίνεται ότι έπαιζε ο ίδιος ο μετέπειτα «αρχάγγελος» της κάθαρσης, Χρουστσιόφ20. Δίνουμε παρακάτω λίγα μόνο ενδεικτικά αποσπάσματα από τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Στάλιν αντιμετώπιζε παρόμοια περιστατικά.

Το 1926, σε απάντησή του σε χαιρετιστήρια από τους εργάτες της Τιφλίδας, αναφέρει: «Όλα αυτά είναι λόγια παραπανίσια, σύντροφοι, και εντελώς περιττές υπερβολές. Με τέτοιο τόνο μιλάνε συνήθως μπροστά σε φέρετρο νεκρού επαναστάτη. Εγώ όμως δε σκοπεύω καθόλου να πεθάνω […] Εγώ πραγματικά ήμουν και παραμένω ένας από τους μαθητές των πρωτοπόρων εργατών των μηχανοστασίων των σιδηροδρόμων της Τιφλίδας»21.

Κάποια χρόνια αργότερα (1930), απαντώντας σε επιστολή κάποιου κομματικού στελέχους, ο Στάλιν γράφει: «Μιλάτε για την “αφοσίωσή” σας σε μένα. Ίσως να είναι μια φράση που σας ξέφυγε τυχαία. Ίσως… Αν όμως δεν είναι τυχαία φράση, τότε θα σας συμβούλευα να πετάξετε την “αρχή” της αφοσίωσης σε πρόσωπα. Αυτό δεν είναι μπολσεβίκικο. Να έχετε αφοσίωση στην εργατική τάξη, στο κόμμα της, στο κράτος της. Αυτό είναι αναγκαίο και καλό. Μα μην τα συγχέετε με την αφοσίωση
σε πρόσωπα, με αυτό το κούφιο και άχρηστο διανοουμενίστικο μπιχλιμπίδι»
22.

Θα ήταν φυσικά στρουθοκαμηλισμός να αρνηθεί κανείς την ύπαρξη φαινομένων ακραίας εκτίμησης, σεβασμού, εξιδανίκευσης απέναντι στο πρόσωπο του Στάλιν από τις εργαζόμενες μάζες της Σοβιετικής Ένωσης και το παγκόσμιο προλεταριάτο. Τα φαινόμενα αυτά εξηγούνται από τις αντικειμενικές συνθήκες της εποχής. Από τη μια μεριά, από το χαμηλό ακόμα επίπεδο κοινωνικής συνείδησης, κληρονομιά της μεγαλύτερης καθυστέρησης της προεπαναστατικής Ρωσίας και, από την άλλη, από την καθοριστική συμβολή του Στάλιν σε πραγματικά κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπως η εκτίναξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τη δεκαετία του 1930 και η Αντιφασιστική Νίκη. Τα φαινόμενα αυτά δεν αποτελούσαν παρέκκλιση από τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις ηγετών-Κόμματος-μαζών. Θα έπρεπε προοπτικά, κατά την παραπέρα εξέλιξη της οικοδόμησης, να λειαίνονται, να απαλείφονται, να «απονεκρώνονται».

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ ΣΤΗ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ

 Το μεγαλύτερο μέρος της «μυστικής έκθεσης» αφιερώνεται στις εκκαθαρίσεις κομματικών και κρατικών στελεχών, ιδιαίτερα κατά το δίχρονο 1937-1938, και τις σχετικές δίκες που έγιναν την περίοδο εκείνη. Ο Χρουστσιόφ αναφέρεται ονομαστικά, αλλά επιλεκτικά23, σε αρκετές περιπτώσεις και παρουσιάζει τις υποτιθέμενες μεθοδεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν, με πρωταρχική ευθύνη του Στάλιν, προκειμένου να καταδικαστούν. Η «μυστική έκθεση» στα ζητήματα αυτά στηριζόταν στα συμπεράσματα της λεγόμενης «επιτροπής Ποσπέλοφ», η οποία είχε συσταθεί το διάστημα πριν το 20ό Συνέδριο και είχε διακηρύξει την αθωότητα πολλών κομματικών στελεχών που είχαν καταδικαστεί τη δεκαετία του 1930. Φαίνεται ότι αυτή και μεταγενέστερες επιτροπές αποκατάστασης δε συστάθηκαν για να ερευνήσουν εκ νέου σε βάθος τις συγκεκριμένες υποθέσεις, αλλά προκειμένου να φορτώσουν στον Στάλιν την ευθύνη για «μαζική καταστολή» αθώων.

Η «μυστική έκθεση» αναζητά την πηγή αυτών των εκκαθαρίσεων στα λεγόμενα του Στάλιν το 1937 για όξυνση της αντίστασης των καταλοίπων των παλιών τάξεων όσο προχωρά προς τα μπρος η σοσιαλιστική οικοδόμηση.24 Φυσικά, αυτή η άποψη του Στάλιν δεν αποτελούσε μια «ανακάλυψη» του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1930, που κατασκευάστηκε προκειμένου να δικαιολογήσει θεωρητικά τις εκκαθαρίσεις. Είχαν τονιστεί και παλιότερα, π.χ. το 1928, όταν η Σοβιετική Ένωση βρέθηκε αντιμέτωπη με τις κοσμοϊστορικές αποφάσεις για την ταχεία εκβιομηχάνιση και την κολεκτιβοποίηση.25

Μήπως όμως η συνεπής αυτή στο πέρασμα του χρόνου θέση του Στάλιν έρχεται σε σύγκρουση με τις αντιλήψεις του Λένιν για την ταξική πάλη στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης; Λέει χαρακτηριστικά ο Λένιν το 1919: «Η εξάλειψη των τάξεων είναι υπόθεση μακρόχρονης, δύσκολης, επίμονης ταξικής πάλης, που δεν εξαφανίζεται ύστερα από την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, ύστερα από τη συντριβή του αστικού κράτους, ύστερα από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου (όπως φαντάζονται οι χυδαιολόγοι του παλιού σοσιαλισμού και της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας), αλλά απλώς αλλάζει τις μορφές της, γίνεται από πολλές απόψεις ακόμα πιο σκληρή»26.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΡΟΛΟ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝ ΣΤΟ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

 Στη «μυστική έκθεση» ο Χρουστσιόφ ξεσπαθώνει κυριολεκτικά ενάντια στο ρόλο και τη στάση του Στάλιν στον πόλεμο. Υποστηρίζει ότι ο Στάλιν αγνόησε πολλές προειδοποιήσεις για επικείμενη γερμανική επίθεση από στρατιωτικές πηγές, από μυστικούς πράκτορες κτλ. Ότι απογοητεύτηκε σφοδρά μετά από τις πρώτες απώλειες στον πόλεμο, ότι δείλιασε, αποτραβήχτηκε στον εαυτό του και για αρκετές μέρες δε διεύθυνε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ότι «εξέδιδε διαταγές που δεν υπολόγιζαν την πραγματική κατάσταση σε κάθε δεδομένο τμήμα του μετώπου και που δεν μπορούσαν να οδηγήσουν παρά σε τεράστιες απώλειες δυναμικού». Ότι διεύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας μια υδρόγειο σφαίρα!

Είναι φανερό ότι η οπορτουνιστική παρέκκλιση έπρεπε με κάθε θυσία, να πλήξει το κύρος και τις ηγετικές ικανότητες του Στάλιν, προκειμένου να κλονίσει την εμπιστοσύνη των εργαζόμενων μαζών της ΕΣΣΔ που είχαν ζήσει στην πράξη τη νίκη της ΕΣΣΔ επί του ιμπεριαλιστικού-φασιστικού Άξονα, η οποία έφερε τον Κόκκινο Στρατό στο μέσο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τέτοιες εξελίξεις δε θα μπορούσαν να επιτευχθούν κάτω από την καθοδήγηση ενός λιπόψυχου, ανίδεου περί τα στρατιωτικά και χωρίς προνοητικότητα καθοδηγητή.

Μετά από τις ανατροπές δημοσιεύτηκαν τα ημερήσια αρχεία εγγραφών του γραφείου του Στάλιν κατά τη διάρκεια της πρώτης βδομάδας του πολέμου.27 Από αυτά καταρρίπτεται το ψέμα για αδράνεια του Στάλιν, μια που αποκαλύπτεται ότι πραγματοποιούσε εξαιρετικά εντατικές συναντήσεις με στρατιωτικά και πολιτικά στελέχη, από τις πρώτες κιόλας ώρες της ναζιστικής επίθεσης. Ο Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Γ. Ντιμιτρόφ, γράφει στα ημερολόγιά του ότι καλέστηκε στο Κρεμλίνο για να συναντήσει τον Στάλιν στις 7 το πρωί της 22ας Ιούνη 1941 και ότι παρατήρησε «εντυπωσιακή ηρεμία, αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση στον Στάλιν και σε όλους τους άλλους»28.

Επιπλέον, κανένας από τους ανώτατους στρατιωτικούς ηγέτες της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου δε συμφωνεί με τις ψευδολογίες του Χρουστσιόφ ότι ο Στάλιν δε διέθετε καλή κατανόηση της κατάστασης στα πολεμικά μέτωπα.29

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

 Η στροφή του 20ού Συνεδρίου άσκησε καθοριστική επίδραση και στην παραπέρα πορεία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Οι οπορτουνιστικές πολιτικές στο πεδίο της οικονομίας γρήγορα εφαρμόστηκαν ως κεντρική γραμμή και σε όλες τις Λαϊκές Δημοκρατίες, με το παραμέρισμα εκείνων των κομματικών ηγετικών στελεχών που διατύπωσαν αντιρρήσεις για την αλλαγή πορείας. Στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, τον Ιούνη του 1957, η ΚΕ του ΚΚΣΕ, που συγκλήθηκε από τον Χρουστσιόφ, πίσω από τις πλάτες των υπόλοιπων μελών του Προεδρείου (Προεδρείο ήταν η ονομασία του Πολιτικού Γραφείου το διάστημα 1952-1966) απομάκρυνε από το Προεδρείο τους Μόλοτοφ, Καγκάνοβιτς, Σεπίλοφ και Μάλενκοφ. Οι παραπάνω δεν συνιστούσαν μια ενιαία ομάδα που αντιδρούσε από επαναστατική σκοπιά στον οπορτουνιστικό προσανατολισμό του 20ού Συνεδρίου. Ο Μάλενκοφ, για παράδειγμα, είχε πρωτοστατήσει μαζί με τον Χρουστσιόφ, αμέσως μετά από το θάνατο του Στάλιν το 1953 και πριν τη στροφή του 20ού Συνεδρίου, στην υιοθέτηση μιας «αγοραίας» στροφής στα ζητήματα της οικονομίας του σοσιαλισμού.

Η δεξιά στροφή στο 20ό Συνέδριο επέτεινε τη διαπάλη και τα προβλήματα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα που είχαν ήδη εκδηλωθεί την προηγούμενη περίοδο. Οι θέσεις για τη δυνατότητα ενός κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΣΕ προς το 20ό Συνέδριο, ουσιαστικά ακύρωναν τη γενίκευση της πείρας της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία και υιοθετούσαν τη μεταρρυθμιστική στρατηγική της σοσιαλδημοκρατίας.

Διαστρεβλώνοντας την αναφορά του Λένιν ότι «όλα τα έθνη θα φτάσουν στο σοσιαλισμό, αλλά δε θα φτάσουν όλα εντελώς με τον ίδιο τρόπο, το καθένα θα εισάγει μια ιδιομορφία στη μια ή την άλλη μορφή δημοκρατίας, στη μια ή την άλλη ποικιλομορφία της δικτατορίας του προλεταριάτου…»30, η Έκθεση του 20ού Συνεδρίου διακηρύσσει:

«Γεννιέται το ερώτημα αν είναι δυνατό να περάσουμε στο σοσιαλισμό χρησιμοποιώντας κοινοβουλευτικά μέσα. Για τους Ρώσους μπολσεβίκους δεν υπήρχε ανοιχτό ένα τέτοιο μονοπάτι […] Από τότε, όμως, οι ιστορικές συνθήκες έχουν υποστεί ριζικές αλλαγές, οι οποίες κάνουν εφικτή μια διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος. Οι δυνάμεις του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας έχουν απροσμέτρητα ενισχυθεί σε ολόκληρο τον κόσμο και ο καπιταλισμός έχει γίνει πολύ πιο αδύναμος […] Σε αυτές τις συνθήκες η εργατική τάξη, συσπειρώνοντας γύρω της την εργαζόμενη αγροτιά, τη διανόηση, όλες τις πατριωτικές δυνάμεις […] είναι σε θέση να νικήσει τις αντιδραστικές δυνάμεις που αντιτίθενται στο λαϊκό συμφέρον, να κατακτήσει μια σταθερή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και να το μεταμορφώσει από όργανο της αστικής δημοκρατίας σε ένα αυθεντικό εργαλείο της λαϊκής θέλησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτός ο θεσμός, παραδοσιακός σε πολλές υψηλά ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, μπορεί να γίνει όργανο μιας αυθεντικής δημοκρατίας, δημοκρατίας του εργαζόμενου λαού»31.

Η αντίληψη αυτή περί κατάκτησης και μετασχηματισμού του αστικού κοινοβουλίου σε όργανο της λαϊκής βούλησης, στο όνομα της διαφοροποίησης των ιστορικών συνθηκών και του συσχετισμού της δύναμης, αρνείται βασικές νομοτέλειες της επαναστατικής στρατηγικής που αφορούν το χαρακτήρα του αστικού κράτους και των οργάνων του, όπως είναι και το αστικό κοινοβούλιο. Σκόπιμα αποσιωπάται η λενινιστική αντίληψη ότι «η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δε βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπία σε “εργαζόμενα σώματα” […] το “ένα είδος κοινοβουλίου” δε θα είναι κοινοβούλιο με την έννοια των αστικοκοινοβουλευτικών θεσμών […] οι εργάτες μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας θα συντρίψουν τον παλιό γραφειοκρατικό μηχανισμό, θα τον τσακίσουν συθέμελα…»32.

Παρά το γεγονός ότι ΚΚ από κορυφαίες καπιταλιστικές χώρες χαιρέτισαν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στην πορεία αποδυνάμωσαν ή και περιόρισαν στο ελάχιστο τις σχέσεις τους από θέσεις αναθεωρητικές της κομμουνιστικής ιδεολογίας και αντίστοιχης πολιτικής, με κύριο χαρακτηριστικό της την υιοθέτηση του κοινοβουλευτικού δρόμου, τη μεταρρυθμιστική πολιτική στην οικονομία μέσω της κρατικής ιδιοκτησίας μέσων παραγωγής.

 Ο «Ευρωκομμουνισμός» έκανε βάθρα του:

- Την ενίσχυση του ρόλου του κοινοβουλίου, ως του θεσμού εκείνου που μπορεί δήθεν να εκφράσει με αυθεντικό τρόπο τη «λαϊκή βούληση» της πλειοψηφίας.

- Την ενίσχυση της τοπικής διοίκησης, ως θεσμού πιο κοντά στα καθημερινά συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων και πιο αποσπασμένου από κεντρικές κατασταλτικές λειτουργίες.

- Τη διεύρυνση του ρόλου του κράτους στην οικονομία, που μέσα από μια μακρόχρονη πορεία μεταρρυθμίσεων και «ρήξεων» θα οδηγούσε στο σοσιαλισμό.

- Τη συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων.

Το διαζύγιο με τις επεξεργασίες του κομμουνιστικού κινήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη ρήξη του με τη σοσιαλδημοκρατία, είναι απόλυτα ορατό. Η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής υποκαθίσταται από κάποιες εθνικοποιήσεις, ο Κεντρικός Σχεδιασμός της οικονομίας από την οικονομική λειτουργία του αστικού κράτους, ο εργατικός έλεγχος από τη «συμμετοχή» των εργαζομένων στα ΔΣ των κρατικών και ιδιωτικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Οι δε θεσμοί της εργατικής δημοκρατίας που προκύπτουν μέσα στο καμίνι της ταξικής πάλης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (Σοβιέτ κτλ.) βρίσκουν ένα θλιβερό κακέκτυπο στη διεύρυνση του ρόλου του κοινοβουλίου και της τοπικής διοίκησης.

Η λαθροχειρία ότι οι διαφοροποιημένες αντικειμενικές συνθήκες ανάπτυξης του καπιταλισμού απαιτούν και μια διαφοροποίηση της επαναστατικής στρατηγικής απέναντι στο αστικό κράτος και τους θεσμούς του δεν αποτελεί κάποιο νεοτερισμό του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ. Έρχεται από παλιά! Το αστικό κράτος (η δικτατορία της αστικής τάξης, με την επιστημονική χρήση της έννοιας «δικτατορία») μεταβλήθηκε/εξελίχτηκε ιστορικά μαζί με την εξέλιξη του καπιταλισμού, ΧΩΡΙΣ όμως να αλλάζει η ουσία του και ο χαρακτήρας του. Στις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού ο ρόλος του αστικού κράτους στο πεδίο της οικονομίας συχνά διευρύνθηκε (ανάλογα με τις ανάγκες επέκτασης του κεφαλαίου σε ξένες αγορές, τη συγκυρία του οικονομικού κύκλου –π.χ. σε περιόδους κρίσης ή πολέμου κτλ.). Η δύναμη του αστικού κράτους συμπλέχτηκε πιο άμεσα με τη δύναμη των μονοπωλιακών ομίλων.

Η τέτοια πιο ενεργητική ανάμιξη του αστικού κράτους στο πεδίο της καπιταλιστικής οικονομίας διαστρεβλώθηκε συχνά από ποικιλώνυμους οπορτουνιστές. Οι διάφορες κρατικές ρυθμίσεις προς όφελος των μονοπωλίων θεωρήθηκε ότι οδηγούν σε «άρνηση της ατομικής ιδιοκτησίας», υποστηρίχτηκε ότι στα σπλάχνα του καπιταλισμού εμφανίζονται στοιχεία του σοσιαλισμού. Στην ουσία καλλιεργήθηκε η αυταπάτη για μια σταδιακή μετεξέλιξη του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό, δίχως την επαναστατική ανατροπή του αστικού κράτους.

Αγνοήθηκε η έγκαιρη προειδοποίηση του Λένιν που έλεγε ότι: «Το πιο διαδεδομένο λάθος είναι ο αστικο-ρεφορμιστικός ισχυρισμός πως τάχα ο μονοπωλιακός ή ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός ΔΕΝ είναι ΠΙΑ καπιταλισμός, πως μπορεί ήδη να ονομαστεί “κρατικός σοσιαλισμός” και τα παρόμοια» και υπογράμμιζε ότι τα όποια ρυθμιστικού χαρακτήρα μέτρα των μεγιστάνων του κεφαλαίου δεν μπορούν να οδηγήσουν έξω από τον καπιταλισμό.

«Το ότι ένας ΤΕΤΟΙΟΣ καπιταλισμός βρίσκεται “κοντά” στο σοσιαλισμό πρέπει να αποτελεί για τους πραγματικούς εκπροσώπους του προλεταριάτου απόδειξη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ζυγώνει, είναι εύκολη και πραγματοποιήσιμη, δεν επιδέχεται αναβολή και δεν πρέπει διόλου ν’ αποτελέσει επιχείρημα για να κρατούν στάση ανοχής απέναντι στην άρνηση αυτής της επανάστασης και στον εξωραϊσμό του καπιταλισμού, όπως κάνουν όλοι οι ρεφορμιστές»33.

Η ισχυροποίηση της παρέμβασης του αστικού κράτους προς όφελος των μονοπωλίων δεν μπορεί να αναιρέσει την κεντρική θέση του μαρξισμού-λενινισμού ότι το αστικό κράτος, όπως κάθε κράτος, αποτελεί όργανο επιβολής της θέλησης και των συμφερόντων της οικονομικά κυρίαρχης τάξης. Και επειδή σε όλες τις εκμεταλλευτικές κοινωνίες η κυρίαρχη τάξη είναι μια ισχνή μειοψηφία, η καθυπόταξη της εκμεταλλευόμενης πλειοψηφίας δεν μπορεί να γίνει, σε τελική ανάλυση, παρά διαμέσου της βίας που παίρνει διάφορες μορφές. Επομένως, το κράτος και οι θεσμοί του είναι από τη φύση τους όργανα καταστολής –δεν μπορούν να μετασχηματιστούν ειρηνικά σε όργανα της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων34.

Προϋπόθεση για τη δυνατότητα ενός ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό θεωρήθηκε η βελτίωση στο μεταπολεμικό συσχετισμό δυνάμεων, με την ενίσχυση του κύρους της Σοβιετικής Ένωσης και τη δημιουργία των Λαϊκών Δημοκρατιών. Η υπερεκτίμηση του συσχετισμού της δύναμης υπέρ των δυνάμεων του σοσιαλισμού στο 20ό Συνέδριο, αλλά και εν μέρει και στο 19ο Συνέδριο (Οκτώβρης 1952), «επέτρεψε την καλλιέργεια ουτοπικών αντιλήψεων ότι είναι δυνατόν ο ιμπεριαλισμός να αποδεχθεί μακροπρόθεσμα τη συμβίωση με δυνάμεις που έσπασαν την παγκόσμια κυριαρχία του»35.

Στην ίδια κατεύθυνση τροφοδότησης και ενίσχυσης των αυταπατών μέσα στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα λειτούργησαν και οι θέσεις του 20ού Συνεδρίου περί της δυνατότητας αποτροπής του πολέμου σε συνθήκες ιμπεριαλισμού. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η τελευταία αυτή θέση στηρίζεται από την Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο 20ό Συνέδριο στις δήθεν αλλαγμένες συνθήκες, που επιβάλλουν μια διαφοροποίηση των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού περί του αναπότρεπτου των πολέμων στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού.

Η αναθεώρηση του μαρξισμού-λενινισμού είναι κραυγαλέα. Διακηρύσσει η Έκθεση: «Ο πόλεμος δε συνιστά μόνο ένα οικονομικό φαινόμενο. Το αν θα ξεσπάσει ή όχι ένας πόλεμος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το συσχετισμό των ταξικών, πολιτικών δυνάμεων, το βαθμό της οργάνωσης, της αντίληψης και της αποφασιστικότητας του λαού […] Σήμερα υπάρχουν πανίσχυρες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που διαθέτουν επιβλητικά μέσα για να αποτρέψουν τους ιμπεριαλιστές από το να εξαπολύσουν έναν πόλεμο….»36.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης και κατά την εκτεταμένη συζήτηση για τα ζητήματα της οικονομίας που διεξήχθη στη Σοβιετική Ένωση το 1951. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Στάλιν: «Μερικοί σύντροφοι υποστηρίζουν ότι εξαιτίας της ανάπτυξης νέων διεθνών συνθηκών ύστερα από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι πόλεμοι ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες έπαψαν να είναι αναπόφευκτοι […] Οι σύντροφοι αυτοί κάνουν λάθος. Βλέπουν τα εξωτερικά γεγονότα που γυαλίζουν στην επιφάνεια και δε βλέπουν τις βαθύτερες δυνάμεις […] παρόλες τις επιτυχίες του κινήματος για την υπεράσπιση της ειρήνης ο ιμπεριαλισμός διατηρείται, εξακολουθεί να ισχύει, επομένως εξακολουθεί να ισχύει επίσης και το αναπόφευκτο των πολέμων. Για να καταργήσουμε το αναπόφευκτο των πολέμων, πρέπει να εξαλείψουμε τον ιμπεριαλισμό»37.

Η μεταγενέστερη αντιπαράθεση του ΚΚ Κίνας με τις αντιλήψεις περί «κοινοβουλευτικού περάσματος» και περί «ειρηνικής συνύπαρξης», όπως αυτές αποτυπώθηκαν στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου και σε επεξεργασίες ΚΚ της Δυτικής Ευρώπης (Ιταλικό, Γαλλικό κλπ.), δεν πρέπει να συγκαλύψουν το γεγονός ότι για αρκετά χρόνια μετά από τη διεξαγωγή του 20ού Συνεδρίου οι αποφάσεις του έγιναν πλήρως αποδεκτές δημόσια και από το ΚΚ Κίνας. Έτσι, σε μπροσούρα του ΚΚΚ τον Απρίλη του 1956 αναφέρεται:

«Το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ […] πήρε μια σειρά αποφάσεις μεγάλης σημασίας. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν τη σταθερή εφαρμογή της πολιτικής του Λένιν σχετικά με τη δυνατότητα ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ χωρών διαφορετικών κοινωνικών καθεστώτων, την ανάπτυξη του σοβιετικού δημοκρατικού συστήματος, τη συνεπή τήρηση της αρχής της συλλογικής ηγεσίας στους κόλπους του Κόμματος, την κριτική των ανεπαρκειών του Κόμματος […] Το Συνέδριο κατήγγειλε χωρίς επιείκεια την προσωπολατρία που είχε διαδοθεί για μια μεγάλη περίοδο στη σοβιετική ζωή και που έγινε αιτία να διαπραχθούν πολλά σφάλματα στην εργασία και είχε δυσάρεστες συνέπειες»38.

Οι αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου εγκρίθηκαν και έγιναν αποδεκτές ως η καθοδηγητική γραμμή για όλες τις σοσιαλιστικές χώρες και στη συνάντηση των 12 σοσιαλιστικών χωρών στη Μόσχα το Νοέμβρη του 1957, όπου της αντιπροσωπίας του ΚΚ Κίνας ηγούνταν ο ίδιος ο Μάο39. Η ίδια εκτίμηση επαναβεβαιώθηκε και στη Διακήρυξη των 81 ΚΚ στη Μόσχα το Νοέμβρη του 1960. Μετά από το 1963 και την ανοιχτή σύγκρουση στο εσωτερικό του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, το ΚΚ Κίνας επιχείρησε να δικαιολογήσει τη στάση του αυτή υποστηρίζοντας ότι «αποφύγαμε εκείνο το διάστημα την ανοιχτή κριτική των λαθών του 20ού Συνεδρίου, γιατί οι ιμπεριαλιστές και οι αντιδραστικοί όλων των χωρών εκμεταλλεύονταν αυτά τα λάθη και διεξήγαγαν λυσσαλέες δραστηριότητες ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ενάντια στον κομμουνισμό και στους λαούς, και γιατί οι ηγέτες του ΚΚΣΕ δεν είχαν ακόμα απομακρυνθεί τόσο πολύ από το μαρξισμό-λενινισμό, όπως έκαναν αργότερα»40.

Η οπορτουνιστική στροφή στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ επηρέασε βαθιά και το ΚΚΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λεγόμενη «Διεθνής Επιτροπή» των 6 κομμάτων, που ανέλαβε να παρέμβει στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΚΚΕ και συγκάλεσε την 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ το Μάρτη του 1956, συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών του 20ού Συνεδρίου και ότι τις ίδιες μέρες καλέστηκε μπροστά της ο ΓΓ του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης. Στην ουσία και στο δικό μας Κόμμα τροφοδοτήθηκαν οπορτουνιστικές αντιλήψεις που και αποτυπώθηκαν στο Πρόγραμμα του 8ου Συνεδρίου και άνοιξαν το δρόμο για την ανοιχτή απόσπαση της αναθεωρητικής ομάδας στη 12η Ολομέλεια του 1968.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 Η τελική κατάληξη της οπορτουνιστικής στροφής που σηματοδότησε πριν 60 χρόνια το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ επιβεβαιώνει για τους επαναστάτες εργάτες ότι «στη σοσιαλιστική κοινωνία δεν εξαλείφονται οι κίνδυνοι ανάπτυξης παρεκκλίσεων. Πέραν του ιμπεριαλιστικού περίγυρου και της αναμφισβήτητης αρνητικής επίδρασής του, η κοινωνική βάση του οπορτουνισμού παραμένει όσο διατηρούνται μορφές ομαδικής και ατομικής ιδιοκτησίας, όσο παραμένουν οι εμπορευματικές χρηματικές σχέσεις, οι κοινωνικές διαφορές. Σε τελευταία ανάλυση, παραμένει η υλική βάση του οπορτουνισμού σε όλη τη σοσιαλιστική πορεία και όσο υπάρχει καπιταλισμός στη Γη, ιδίως σε ισχυρά καπιταλιστικά κράτη»41.

Δε θεωρούμε όμως νομοτελειακή την επικράτηση των αναθεωρητικών ιδεολογικών απόψεων και των οπορτουνιστικών πολιτικών, τη σταδιακή οπορτουνιστική διάβρωση του ΚΚΣΕ και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, τον εκφυλισμό του επαναστατικού χαρακτήρα της εξουσίας και την πλήρη ανάπτυξη και νίκη της αντεπανάστασης. Συνεχίζουμε ως Κόμμα τη διερεύνηση του συνόλου των παραγόντων (εσωτερικών και εξωτερικών, αντικειμενικών και υποκειμενικών) που διευκόλυναν και συνέβαλαν σε αυτήν την εξέλιξη.

Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να λησμονιέται αυτό που τόνιζε χαρακτηριστικά ο Στάλιν το 1937: «Οι μπολσεβίκοι μας θυμίζουν τον ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, Ανταίο. Αυτοί, όπως και ο Ανταίος, είναι δυνατοί γιατί έχουν δεσμό με τη μητέρα τους, με τις μάζες που τους γέννησαν, τους ανάθρεψαν και τους διαπαιδαγώγησαν. Και όσο μένουν συνδεμένοι με τη μητέρα τους, με το λαό, έχουν όλες τις πιθανότητες να μείνουν ακατανίκητοι»42.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Βασίλης Όψιμος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

2. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄ 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2011, σελ. 70.

3. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»,  «Άπαντα», τ. 16, σελ. 369, 348.

4. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

5. Β. Ι. Λένιν: «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 362-363.

 6. Ι. Β. Στάλιν: «Η επανάσταση του Οκτώβρη και η τακτική των Ρώσων κομμουνιστών», «Άπαντα», τ. 6, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 456.

7. Η «μυστική έκθεση» του 20ού Συνεδρίου και οι μεταγενέστερες «εκθέσεις αποκατάστασης» αρνήθηκαν την ύπαρξη τη δεκαετία του 1930 ενός ενιαίου συνασπισμού των αντιπολιτευόμενων. Ο γνωστός όμως τροτσκιστής ιστορικός Pierre Broué, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να μελετήσει το αρχείο Τρότσκι που έχει εναποτεθεί στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, έγραψε το 1980 [«Trotsky et le bloc des oppositions de 1932», Cahiers Leon Trotsky 5 (Jan.-Mar.1980), σελ. 5]: «Κάνοντας έρευνα τεκμηρίων στη βιβλιοθήκη του Κολεγίου Χάρβαρντ σχετικά με την έκδοση των τόμων των Απάντων [Τρότσκι] των ετών 1936 και 1937, οι ερευνητές και οι βοηθοί από το ινστιτούτο Λέων Τρότσκι έκαναν μια σημαντική ανακάλυψη: Την ύπαρξη στη Σοβιετική Ένωση το 1932 ενός “αντιπολιτευτικού μπλοκ” ενάντια στον Στάλιν».

8. «Εξηγείται […] με την αλλαγή που έγινε στη συγκρότηση της αγροτικής μας οικονομίας σαν αποτέλεσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, με το πέρασμα από το μεγάλο τσιφλικάδικο κι από το μεγάλο κουλάκικο νοικοκυριό, που έδιναν τη μεγάλη ποσότητα εμπορεύσιμων σιτηρών, στο μικρό και μεσαίο νοικοκυριό που δίνουν τη μικρότερη ποσότητα εμπορεύσιμων σιτηρών», Ι. Β. Στάλιν: «Στο μέτωπο των σιτηρών», «Άπαντα», τόμ. 11, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 97.

9. Ι. Β. Στάλιν: «Για τις εργασίες της κοινής ολομέλειας του Απρίλη της ΚΕ και της ΚΕΕ», «Άπαντα», τ. 11, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 53-54.

10. Ν. Μπουχάριν: «Ο δρόμος προς το σοσιαλισμό», όπως παρατίθεται στο Ι. Β. Στάλιν: «Η δεξιά παρέκκλιση στο ΚΚ(μπ) της ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 12, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 35, 43-44.

11. Λ. Τρότσκι: «Ανοιχτό γράμμα προς το ΚΚΣΕ. Η κατάσταση του Κόμματος και τα καθήκοντα της Αριστερής Αντιπολίτευσης», Bulletin of the Opposition #10, 23 Μάρτη 1930.

12. Όπως παρατίθεται στο G. Furr: «Trotsky’s Amalgams», Erythros Press 2015, σελ.  378-380. Ο Μ. Ριούτιν ήταν πρώην αναπληρωματικό μέλος της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) και συντασσόταν με τις απόψεις των Μπουχάριν-Ρίκοφ. Το 1930 διαγράφτηκε από το Κόμμα, αλλά επανεντάχτηκε τον επόμενο χρόνο. Συνέχισε μυστικά τη δραστήρια αντιπολιτευτική του δράση και το 1932 κυκλοφόρησε μια 200 σελίδων μπροσούρα, με τίτλο: «Ο Στάλιν και η κρίση της προλεταριακής δικτατορίας» (γνωστή και ως «Πλατφόρμα Ριούτιν»).

13. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 16, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 367-370.

14. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

15. Γ. M. Mάλενκοφ: «Έκθεση δράσης της KE του KK (μπ) της EΣΣΔ στο 19ο Συνέδριο του Kόμματος», 5 Oκτώβρη 1952, έκδοση της KE του KKE.

16. Ν. Σμόλιν: «Πρώιμες μορφές της ανταλλαγής προϊόντων», Communist Review, Sept-Oct 1953.

17. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

18. Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση αυτών των μέτρων, δες την Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

19. «Σχετικά με την προσωπολατρία και τα αποτελέσματά της», http://novaonline.nvcc. edu/eli/evans/his242/Documents/Speech.pdf

20. Στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1939, ο Χρουστσιόφ αναφέρεται στον Στάλιν ως «τη μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα της ανθρωπότητας, δάσκαλο και αρχηγό, που μας οδηγεί προς τον κομμουνισμό…». Παρατίθεται στο L. Pistrak, «The Grand Tactician: Khruschev’s Rise to Power», Λονδίνο 1961, σελ. 164.

21. Ι. Β. Στάλιν: «Απάντηση στα χαιρετιστήρια των εργατών των κεντρικών μηχανοστασίων των σιδηροδρόμων της Τιφλίδας», «Άπαντα», τ. 8, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 197-198.

 22. Ι. Β. Στάλιν: «Γράμμα στο σ. Σατουνόφσκι», «Άπαντα», τ. 13, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 21.

23. Εξαιρούνται, για παράδειγμα, οι Μπουχάριν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ κτλ.

24. Ι. Β. Στάλιν: «Για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς και τα μέτρα εξάλειψης των τροτσκιστών και άλλων διπρόσωπων», «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 252-253.

25. Ι. Β. Στάλιν: «Η εκβιομηχάνιση και το πρόβλημα των σιτηρών», «Άπαντα», τ. 11, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 198.

26. Β. Ι. Λένιν: «Χαιρετισμός προς τους Ούγγρους εργάτες», «Άπαντα», τ. 38, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 386-387.

27. На приеме у Сталина. Тетради (журналы) записей лиц, принятых И. В. Ста-линым (1924-1953 гг.). Справочник / Научный редактор A. A. Чернобаев. - М.: Новый хронограф, 2008. http://militera.lib.ru/docs/da/naprieme/index.html

28. «The diary of Georgi Dimitrov», ed. Ivo Banac, Yale University Press, 2003, σελ. 166.

29. Δες χαρακτηριστικά τα λεγόμενα του στρατάρχη Α. Μ. Βασιλέφσκι, στο «Το έργο της ζωής μου», κεφ. 27 – «Το Γενικό Επιτελείο», http://militera.lib.ru/memo/russian/ vasilevsky/index.html

30. Β. Ι. Λένιν: «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», «Άπαντα», τ. 30, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ.123.

31. «Report of the Central Committee of CPSU to the 20th Party Congress», Foreign Languages Publishing House, Moscow 1956, σελ. 45-46.

32. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», «Άπαντα», τ. 33, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 46 (κεφάλαιο με το χαρακτηριστικό τίτλο «Η κατάργηση του κοινοβουλευτισμού») και σελ. 109.

33. Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», «Άπαντα», τ. 33, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 67-68.

34. Με το «να κατακτηθούν θέσεις εξουσίας από την εργατική τάξη, στα πλαίσια ενός κράτους που δε θα έχει αλλάξει ο χαρακτήρας του ως αστικό κράτος», Π. Τολιάτι, «Ουνιτά», 4 Σεπτέμβρη 1964.

35. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

36. «Report of the Central Committee of CPSU to the 20th Party Congress», Foreign Languages Publishing House, Moscow 1956, σελ. 41-42.

37. Ι. Β. Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», «Άπαντα», τ. 16, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 325-331.

38. «Σχετικά με την ιστορική πείρα της δικτατορίας του προλεταριάτου» (5 Απρίλη 1956), «Ιστορικές εκδόσεις», Αθήνα 1963, σελ. 7.

39. Στην ομιλία του στη συνάντηση αυτή ο Μάο κάνει λόγο για «σοφά μέτρα που υιοθετήθηκαν από την ΚΕ του ΚΚΣΕ πάνω στα ζητήματα του ξεπεράσματος της προσωπολατρίας, της ανάπτυξης της γεωργίας, της αναδιοργάνωσης της διοίκησης της βιομηχανίας και των κατασκευών, της επέκτασης των αρμοδιοτήτων των ενωσιακών δημοκρατιών και των τοπικών οργανώσεων…», People’s China, 16 Δεκέμβρη 1957.

40. «Η προέλευση και η εξέλιξη των διαφορών ανάμεσα στην καθοδήγηση του ΚΚΣΕ και σε μας» (6 Σεπτέμβρη 1963), στο «The polemic on the general line of the internatio-nal Communist movement», Foreign Languages Press, Peking 1965, σελ. 66.

41. Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό.

42. Ι. Β. Στάλιν: «Για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς και τα μέτρα εξάλειψης των τροτσκιστών και άλλων διπρόσωπων», «Άπαντα», τ. 14, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 281.