Βιβλιοπαρουσίαση: «ΕΝΙΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ»

Τμήμα Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ: «ΕΝΙΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ»

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

 Η νέα πρόταση του Τμήματος Παιδείας και Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ, για το σχολείο των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων της εποχής μας, εκδόθηκε πρόσφατα (Φλεβάρης 2016) σε μια καλαίσθητη μορφή.

Στο κείμενο αυτό εμπλουτίζεται η βασική κατεύθυνση της παλιότερης πρότασης του 1999. Δηλαδή ο ενιαίος δωδεκάχρονος και υποχρεωτικός χαρακτήρας του σχολείου στο σοσιαλισμό.

Ο εμπλουτισμός όμως της πρότασης ήταν και είναι αναγκαίος (συνεχώς θα λέγαμε, αφού κανένα πεδίο της ανθρώπινης γνώσης δε μένει στάσιμο), καθώς στα χρόνια από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, το Κόμμα μας κατάφερε συλλογικά:

Να διαμορφώσει νέο Πρόγραμμα, που προσδιορίζει τις βασικές νομοτέλειες και κατευθύνσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας και οικονομίας.

Να μελετήσει την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με επίκεντρο την ΕΣΣΔ, αλλά και ν’ αξιοποιήσει σχετικές μελέτες για την πορεία της σοβιετικής εκπαιδευτικής πολιτικής, της προσφοράς της, αλλά και των προβλημάτων και αντιφάσεων που εμφάνισε.

Τέλος, στο κείμενο αυτό, αποτυπώνεται η προσπάθεια να εξετάσουμε τις εξελίξεις, τις αλλαγές που προωθούν κατά καιρούς οι αστικές κυβερνήσεις. Να τις τοποθετήσουμε στη διαχρονική βάση της σχέσης της οικονομίας με την εκπαιδευτική πολιτική.

Στην έκδοση αυτή, κεντρικός μεθοδολογικός άξονας που διέπει τις σελίδες της είναι ότι η τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί ανεβασμένο επίπεδο εκπαίδευσης, ωστόσο αυτή η ανάγκη δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως λόγω της κυριαρχίας των αστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν κάνει τις αντίστοιχες προσαρμογές. Αυτή η αντίφαση δημιουργεί το έδαφος ώστε να συνυπάρχουν πιο έντονα στην εποχή μας:

Από τη μια μεριά, η σχετική ημιμάθεια, η αδυναμία του ανθρώπου να συγκροτήσει ένα στέρεο μεθοδολογικό υπόβαθρο ανάλυσης του κόσμου, παρακολούθησης των αλλαγών με τη συσσώρευση γνώσεων.

Από την άλλη, η πολλαπλότητα πηγών πληροφόρησης, η πρόσβαση ολοένα και περισσότερων ανθρώπων σε αυτές. Κυρίως η δυνατότητα που δίνει σήμερα η ανάπτυξη της επιστήμης ώστε τα πορίσματά της να διαχέονται με παιδαγωγικό και φιλοσοφικά τεκμηριωμένο τρόπο στο σχολείο και γενικότερα στην εκπαίδευση.

Η συγκεκριμένη έκδοση διαρθρώνεται σε τρία μέρη.

Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Η αστική στρατηγική για το σχολείο». Σε αυτό το μέρος γίνεται προσπάθεια να εμπεδωθεί: α) Η σχέση οικονομίας-εκπαίδευσης. Το στοιχείο της ευελιξίας, του πειραματισμού στις εκπαιδευτικές αλλαγές και β) ότι τα αστικά κριτήρια για την αποδοτικότητα της εκπαίδευσης δεν είναι τα ίδια με αυτά που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες, παρόλο που μπορεί ν’ αντανακλούν στοιχεία της πραγματικότητας.

Η κατανόηση της διαλεκτικής σχέσης οικονομίας και εκπαίδευσης δίνει τη δυνατότητα ν’ αντιμετωπίσουμε και αλλαγές και συζητήσεις που διεξάγονται σήμερα, μέσα και από διάλογο για την παιδεία που οργανώνεται –για άλλη μια φορά– από μια αστική κυβέρνηση.

Για παράδειγμα, προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι μια σειρά μεταρρυθμίσεις δεν έχουν περπατήσει, αλλάζουν από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, και αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία. Τέτοιες αφορούν το συσχετισμό της συμμετοχής των μαθητών στις ηλικίες 15-18 ετών ανάμεσα σε γενική κι επαγγελματική εκπαίδευση, τα αναλυτικά προγράμματα και την «αυτονομία», την κατηγοριοποίηση των σχολείων.

Πράγματι, χρειάζονται χρόνια για να φανούν τα αποτελέσματα μιας αλλαγής, απαιτείται αναμέτρηση και με νοοτροπίες κ.ά. Τέτοια ζητήματα γίνεται προσπάθεια ν’ απαντηθούν και στην παρούσα έκδοση, όπου θέτουμε το αντικειμενικό στοιχείο του πειραματισμού στην εκπαιδευτική πολιτική:

«Οι σταθεροί στόχοι του αστικού σχολείου δεν εξυπηρετούνται σε όλες τις φάσεις εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Επιδιώκονται με ευελιξία από την πλευρά της αστικής τάξης και του κράτους της, με προσαρμογή στα κάθε φορά διαφορετικά οικονομικά, τεχνολογικά, πολιτικά και πολιτισμικά δεδομένα. […]

Πολλές φορές αργούν να έρθουν στην επιφάνεια τα αποτελέσματα στα οποία στοχεύουν οι μεταρρυθμίσεις. Εκτός των άλλων παραγόντων που επιδρούν, οφείλεται και στη χρονική απόσταση ανάμεσα στην υιοθέτηση-εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση και την έξοδο από τη σχολική διαδρομή των μαθητών, όπου τελικά θα “δοκιμαστούν” στην πράξη. Βασικός όμως λόγος είναι ότι η εκπαίδευση –ως στοιχείο του εποικοδομήματος– εναρμονίζεται με τις οικονομικές εξελίξεις, όχι πάντα αυτόματα, αλλά με σχετική αυτοτέλεια και καθυστέρηση. […]

Γι’ αυτούς τους παραπάνω λόγους, το στοιχείο του πειραματισμού είναι αντικειμενικό στις εκπαιδευτικές προσαρμογές, προκειμένου κάθε φορά να προωθείται πιο αποτελεσματικά η στρατηγική της κυρίαρχης τάξης για την εκπαίδευση».

Στα επόμενα κεφάλαια του πρώτου μέρους παρουσιάζεται συνοπτικά η υλοποίηση της αστικής στρατηγικής στην Ελλάδα από το 2000 και μετά σε βασικούς άξονες (δομή, περιεχόμενο, ιδεολογική παρέμβαση, αξιολόγηση, ρόλος εκπαιδευτικού, ΤΕΕ κ.ά.). Επίσης παρουσιάζονται οι ταξικές συνέπειες της πολιτικής αυτής, όπου αξιοποιούνται και αρκετά παραδείγματα (σχολικά βιβλία, μαθητική διαρροή κ.ά.).

Η μεθοδολογία παρουσίασης και μελέτης των εκπαιδευτικών αλλαγών, του τοπίου στην εκπαίδευση, συνολικότερα, όπως γίνεται στην παρούσα έκδοση, αποτελεί όπλο για «…να αντιπαλευτούν στη λαϊκή συνείδηση τα αστικά κριτήρια για την αποδοτικότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Δεν αποτελούν απόδειξη για το αν ικανοποιούνται τα σύγχρονα μορφωτικά λαϊκά δικαιώματα και οι ανάγκες. Δεν αποτιμούν το μορφωτικό και διαπαιδαγωγητικό ρόλο του σχολείου από τη μεριά των συμφερόντων της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, των παιδιών τους.

Οι αναδιαρθρώσεις αποτελούν απάντηση πάνω σε υπαρκτά προβλήματα στην εξέλιξη της οικονομίας και της εκπαίδευσης, από τη σκοπιά της αστικής τάξης. Ωστόσο, η ουσία του προβλήματος στην εκπαίδευση δεν είναι άλλη από τον αστικό-ταξικό χαρακτήρα της».

 

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

 Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Βασικές αρχές του σχολείου των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών» και αποτελεί συμβολή στην εξειδίκευση του Προγράμματος του Κόμματος.

Στο πρώτο κεφάλαιο για την «προσφορά του σοσιαλισμού στην παιδεία» ξεχωρίζουμε την τεράστια ιστορική προσπάθεια, αλλά και τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες που συνάντησε. Τι να κρατήσουμε;

Εντυπωσιακή αύξηση των ανθρώπων που βρίσκονταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε δομές εκπαίδευσης, ταχύτατη γενίκευση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με παράλληλη εξάλειψη του αναλφαβητισμού στις μεγαλύτερες ηλικίες και μεγάλη αύξηση του αριθμού των φοιτητών. Κοινό χαρακτηριστικό των εκπαιδευτικών συστημάτων στις χώρες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ήταν οι προσπάθειες εισαγωγής του πολυτεχνισμού και καθιέρωσης οκτάχρονου έως δεκάχρονου συστήματος υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Πέρα όμως από τα κοινά στοιχεία, υπήρχαν και διαφοροποιήσεις που κυρίως οφείλονταν στο επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας και συνακόλουθα του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ΕΣΣΔ εντοπίζονταν ως σοβαρότατα προβλήματα η καθυστέρηση στην ανάπτυξη μέσων παραγωγής που θα ήταν ικανά να εξαλείψουν ορισμένες χειρωνακτικές εργασίες, η έλλειψη εξειδικευμένης εργατικής δύναμης. Από την επίλυση τέτοιων ζητημάτων κρινόταν κατά πολύ η εμβάθυνση των νέων κοινωνικών σχέσεων και σε αυτήν την κατεύθυνση εντασσόταν η αντίληψη του πολυτεχνισμού εκείνη την εποχή.

Η απάντηση σε αυτά τα προβλήματα από την πλευρά της σύνδεσης της εκπαίδευσης με την παραγωγή και η στροφή που ακολούθησε με το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ έφερε ανάλογα αποτελέσματα και στο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πολιτικής (μεταρρυθμίσεις 1958, 1966).

Στην πορεία, στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 προωθήθηκε πιο εντατικά το σχέδιο διαφοροποίησης του σχολικού δικτύου με βάση και την υπαρκτή ανάγκη για ειδικούς, αλλά και ως αντανάκλαση της θεσμοθέτησης αγοραίων κριτηρίων στην εκτίμηση της αποδοτικότητας των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκε ο βαθμός εισαγωγής της εξειδικευμένης διδασκαλίας. Στο μεταίχμιο των δεκαετιών 1970-1980 τα φαινόμενα κρίσης και στασιμότητας στην κοινωνία και στο σχολείο οξύνθηκαν.

Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο «Η εκπαίδευση στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ», δίνεται σε γενικές γραμμές η σύνδεση οικονομίας και εκπαίδευσης στο σοσιαλισμό.

Η πρότασή μας είναι η απάντηση του Κόμματος στο πώς θα είναι σε γενικές γραμμές το σχολείο του σοσιαλισμού, σε μια φάση που θα έχει έρθει ορισμένη σταθεροποίηση. Γι’ αυτόν το λόγο σημειώνεται και στις σελίδες του κειμένου ότι: «Η διαδικασία οικοδόμησης του νέου σοσιαλιστικού εκπαιδευτικού συστήματος –και του ενιαίου δωδεκάχρονου σχολείου– προχωρά παράλληλα με την οικοδόμηση των βάσεων του σοσιαλισμού, της ανάπτυξής του στη δική του υλικοτεχνική βάση. Στη σύνθετη αυτή διαδικασία, η οποία δύσκολα μπορεί επακριβώς να προβλεφθεί και δε λύνεται με σχέδια “επί χάρτου”, κρίσιμο θα είναι το σημείο εκκίνησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κληρονομιά του καπιταλισμού που βαραίνει κ.ά.».

Πέρα από το ζήτημα της σχέσης των βασικών κοινωνικο-οικονομικών νομοτελειών με την εκπαιδευτική πολιτική στο σοσιαλισμό, η νέα πρόταση του Κόμματος δίνει σε γενικές γραμμές τη σχέση του σχολείου με την εργατική εξουσία.

Προσδιορίζει με σαφήνεια ότι: «Το σχολείο είναι φορέας του ιδεολογικού, οργανωτικού, διαπαιδαγωγητικού ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης και του κράτους της. Επομένως, οι κεντρικές κατευθύνσεις για το σχολείο, οι αρχές του, οι άξονες λειτουργίας και το περιεχόμενό του ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις. Αυτή η ανάγκη επιβάλλει τη ριζική αναμόρφωση της εκπαίδευσης και όσον αφορά το μορφωτικό και διαπαιδαγωγητικό της περιεχόμενο, αλλά και όσον αφορά την οργάνωση, τις λειτουργίες, τη διοίκηση και τον έλεγχό της».

 

ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΝΙΑΙΟ, ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ, ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΕΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

 Στα επόμενα κεφάλαια περιγράφονται οι βασικές εκπαιδευτικές κατευθύνσεις του σχολείου στο σοσιαλισμό. Δίνεται απάντηση σε ερωτήματα όπως: Γιατί ενιαίο, γιατί δωδεκάχρονο, τι σημαίνει σύγχρονη γενική παιδεία, πώς εκφράζεται η σύνδεση θεωρίας και πράξης στο σχολείο;

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του ενιαίου ή μη χαρακτήρα του σχολείου αποτελεί την κόκκινη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εκπαιδευτική πρόταση του ΚΚΕ και στις άλλες αστικές ή μικροαστικές απόψεις. Γι’ αυτόν το λόγο, δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στην επεξήγηση του τι σημαίνει ενιαίος χαρακτήρας του σχολείου.

Ενιαίο σχολείο σημαίνει ότι το εργατικό κράτος έχει υποχρέωση να παρέχει δωρεάν εκπαίδευση σε όλους, μέσα από όμοιες συνθήκες στα αποκλειστικά κρατικά σχολεία. Ταυτόχρονα λαμβάνει σειρά από μέτρα αντισταθμιστικού χαρακτήρα για ν’ αντιμετωπίσει τις ανισότητες και τις διαφορετικές αφετηρίες που θα συνεχίσουν να υπάρχουν για ένα μεγάλο διάστημα και θα επιδρούν στις συνθήκες ζωής και μόρφωσης.

Το σχολείο, ως σχολείο γενικής μόρφωσης, παρέχει ενιαία, για όλους, μαθήματα, δραστηριότητες κτλ. Αυτό εδράζεται στην ανάγκη η κοινωνία συνολικά, το εργατικό κράτος, να έχει ξεκάθαρο τι πρέπει να έχει μάθει ένα παιδί, νέος και νέα, οπωσδήποτε μέχρι τα 18 του χρόνια, για να είναι έτοιμος-η να ενταχτεί στην κοινωνία (παραγωγική διαδικασία, συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας κ.ά.). Στο κείμενο δίνεται επίσης και η δυνατότητα εντοπισμού κλίσεων, ενδιαφερόντων και της παραπέρα ενθάρρυνσης και ανάπτυξής τους, είτε μέσα από τα προαιρετικά μαθήματα είτε μέσα από τις δομές του ελεύθερου χρόνου των μαθητών.

Η εξασφάλιση βασικής-γενικής εκπαίδευσης για όλους πριν την επαγγελματική επιλογή αποτελεί αδήριτη ανάγκη και δυνατότητα της εποχής.

Η εξέλιξη των επιστημών, της τεχνολογίας, της παραγωγής καθιστά αναγκαία τη Βασική-Γενική Εκπαίδευση, πάνω στην οποία θα οικοδομήσει ο νέος την παραπέρα κοινωνική του ανάπτυξη, την τεχνική, καλλιτεχνική, επιστημονική του ειδίκευση. Η επέκταση της γενικής εκπαίδευσης όχι μόνο δεν αντιστρατεύεται, αντίθετα ενισχύει την επαγγελματική ικανότητα, την κινητικότητα των νέων στη βάση των αναγκών και προτεραιοτήτων της νέας κοινωνίας και των ενδιαφερόντων τους.

Στο κεφάλαιο «Πώς εκφράζεται και πώς εφαρμόζεται η οργανική σύνδεση θεωρίας και πράξης στο σχολείο», επιδιώκουμε ν’ απαντήσουμε στο τι σημαίνει σχολείο που συνδέει τη θεωρία με την πράξη.

Έχει σημασία να λάβουμε υπόψη την αντικειμενική τάση, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, να προκύπτουν ολοένα και νέα γνωστικά πεδία, νέες εφαρμογές, πιο πολύπλοκες, αφού ολοένα και περισσότερο υποκαθιστούν όχι μόνο χειρωνακτική, αλλά και νοητική εργασία. Δημιουργείται έτσι το έδαφος για να μεγαλώνει η σημασία τόσο της γενικής μόρφωσης όσο και της ειδίκευσης και κινητικότητας της σύγχρονης εργατικής τάξης.

Στην νέα πρόταση του Κόμματος διευκρινίζεται ότι: «Στο πλαίσιο αυτό, το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο δίνει γενική γνώση, θεωρίας και πράξης, αλλά δε δίνει επαγγελματική ειδίκευση. Το ενιαίο δωδεκάχρονο σχολείο δίνει τις απαραίτητες βάσεις για τη διαμόρφωση δημιουργικής προσωπικότητας και μιας γενικής εργασιακής ετοιμότητας. Παρέχει δηλαδή γενική ενιαία εκπαίδευση από την οποία μπορεί να προκύψει η ικανότητα προς εργασία –με βάση και τις κατευθύνσεις του Κεντρικού Σχεδιασμού– προς εκείνους τους κλάδους και τις κατευθύνσεις που δεν απαιτούν παραπέρα τεχνική, επιστημονική, καλλιτεχνική ειδίκευση».

Η σύνδεση θεωρίας και πράξης προφανώς αφορά το σύνολο του σχολείου και δεν αποτελεί μόνο επαγγελματική προετοιμασία, αλλά σχετίζεται με την όλη διαδικασία κατάκτησης γνώσης. Τονίζουμε δηλαδή ότι, για να εξασφαλιστεί στην πράξη μια νέου τύπου επιστημονικά οργανωμένη γενική παιδεία, απαιτούνται μια σειρά όροι. Ξεχωρίζουμε, σε αυτό το πλαίσιο, τη σύνδεση του σχολείου με την παραγωγική εργασία των σοσιαλιστικών παραγωγικών μονάδων, με τους τομείς των σοσιαλιστικών υπηρεσιών, που δίνουν τη δυνατότητα της πρακτικής παρατήρησης, της συμβολικής συμμετοχής (στον τόπο παραγωγής). Επίσης τη δημιουργία άμεσα ενός εκτεταμένου δικτύου σύγχρονων εργαστηρίων (Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας κ.ά.) σε όλα τα σχολεία, ανεξαρτήτως ηλικιών, που δίνει ώθηση στην παρατήρηση και το πείραμα.

Προφανώς, βαδίζοντας προς τα τελευταία έτη σπουδών, η σχέση θεωρίας και πράξης μέσα στο σχολείο συνδέεται πιο αποφασιστικά με το ζήτημα του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Μέσα από τη συμμετοχή του μαθητή στο πρόγραμμα του σχολείου και τις δομές αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου θα δίνεται η δυνατότητα στο ενιαίο σύστημα μόρφωσης-διαπαιδαγώγησης του εργατικού κράτους να εντοπίζει κλίσεις, να κατευθύνει σε τομείς της καλλιτεχνικής, πνευματικής και οικονομικής ζωής της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Με αυτήν την έννοια, θ’ αποτελεί συστατικό στοιχείο του επαγγελματικού προσανατολισμού, ο οποίος δεν μπορεί παρά να διενεργείται στις τελευταίες τάξεις του 12χρονου, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τις επιδόσεις του μαθητή εντός του σχολείου.

Το κύριο είναι ότι ο Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός, ενταγμένος οργανικά στο χαρακτήρα του σχολείου, οργανώνει τη γνωριμία με όλους τους κλάδους της σοσιαλιστικής οικονομίας, διαπαιδαγωγεί στην καταξίωση της συλλογικής εργασίας στη συνείδηση των νέων.

 

ΤΙ, ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΜΑΘΑΙΝΕΙ Ο ΜΑΘΗΤΗΣ

 Το τελευταίο (τρίτο) μέρος της έκδοσης έχει τίτλο: «Ειδικότερα, για το γνωστικό και διαπαιδαγωγητικό περιεχόμενο του σχολείου». Στα κεφάλαιά του απαντάμε σε βασικά ζητήματα που αφορούν τελικά το «τι, πώς και γιατί μαθαίνει ο μαθητής».

Πρώτα απ’ όλα δίνεται η «μεγάλη εικόνα».

Ο αναπροσανατολισμός του προγράμματος επιδιώκει να δώσει την ενότητα του κόσμου μέσα από την υλικότητά του στο πλαίσιο της σχέσης των μαθημάτων.

Γράφεται λοιπόν ότι:

«Βασική αρχή της δόμησης του νέου αναλυτικού προγράμματος του ενιαίου σχολείου είναι η ενότητα του προγράμματος και η σπειροειδής ανάπτυξη της ύλης σε κύκλους ανάλογα με τις ηλικιακές φάσεις ανάπτυξης του παιδιού και του εφήβου που ακολουθεί την ίδια τη διαλεκτική πορεία της γνώσης. Από τη ζωντανή θεώρηση στην αφηρημένη νόηση κι από κει στην πράξη.

Το ενοποιητικό στοιχείο στο αναλυτικό πρόγραμμα είναι η διαλεκτική υλιστική αντίληψη για τη φύση και την κοινωνία. Η ενότητα του κόσμου με βάση την υλικότητά του, αλλά και η γνώση των ιδιαίτερων νομοτελειών κάθε μορφής κίνησης (μηχανική, φυσική, χημική, βιολογική, κοινωνική), όπου καθεμιά τους περιλαμβάνει ένα λίγο-πολύ πλατύ κύκλο φαινομένων, συγγενικών από ορισμένη άποψη».

Επίσης στις σελίδες της έκδοσης συναντάμε βασικές πλευρές του περιεχομένου των μαθημάτων στο σχολείο, της Γλώσσας, των Μαθηματικών, των Φυσικών και των Κοινωνικών Επιστημών.

 Σε αυτό το μέρος φωτίζονται κυρίως κρίσιμα ζητήματα που η διαλεκτική-επιστημονική τους αποκατάσταση μπορεί ν’ αντιμετωπίσει την έλλειψη σωστής μεθοδολογίας σε βασικές διαστάσεις της διδασκαλίας, που επιδρούν έτσι ώστε να χάνεται το δημιουργικό στοιχείο, να υπάρχουν ασυνέχειες-αδυναμίες στην παρακολούθηση από το μαθητή της εξέλιξης του μαθήματος. Επίσης, αναδεικνύεται και το ζήτημα της διαλεκτικής υλιστικής αντίληψης για τη φύση και την κοινωνία, τη σχέση των επιστημών με την πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου.

Τέλος, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, παρουσιάζονται συνοπτικά τα ζητήματα της αισθητικής και της φυσικής αγωγής ως συστατικά στοιχεία της διαπαιδαγώγησης για όλα τα παιδιά. Πρόκειται για καίρια θέματα, τα οποία ευαισθητοποιούν και προβληματίζουν. Δίνουν τη δυνατότητα, και από αυτήν την πλευρά, να δοθεί το στίγμα της αντίληψης του ΚΚΕ για την ισόρροπη ανάπτυξη της προσωπικότητας, που εν τέλει αποτελεί και βασικό σκοπό της διαπαιδαγώγησης στο σχολείο του σοσιαλισμού.