Η ΕΓΧΩΡΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ

Η πολεμική βιομηχανία είναι ένας βιομηχανικός κλάδος που σε ορισμένες χώρες έχει μεγάλη οικονομική σημασία. Ωστόσο, η μελέτη της πολεμικής βιομηχανίας δεν αφορά στενά μια κλαδική ανάλυση, την εξέταση του όγκου εργασιών, των κερδών, του αριθμού εργαζομένων κλπ. Η καθοριστική σημασία της πολεμικής βιομηχανίας προκύπτει από το γεγονός πως η πολεμική βιομηχανία παράγει τα μέσα που χρειάζονται για τον πόλεμο και γενικότερα για την άσκηση κρατικής βίας. Για το λόγο αυτό δεν αποδεχόμαστε τον αστικό όρο «αμυντική βιομηχανία», με την οποία τα αστικά επιτελεία χαρακτηρίζουν τις βιομηχανίες παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, επιχειρώντας να συσκοτίσουν την πραγματικότητα και να εμφανίσουν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τις επεμβάσεις ως «άμυνα».

 

Με την τεράστιας σημασίας και βάθους φράση: «Ο Ροβινσώνας υποδουλώνει τον Παρασκευά με ξίφος στο χέρι. Πού το βρήκε το ξίφος;»1 ο Ένγκελς ουσιαστικά υπογραμμίζει αυτήν τη σημασία των όπλων και της παραγωγής τους για την έκβαση ενός πολέμου. Η αλληλογραφία Μαρξ - Ένγκελς για το θέμα είναι πλούσια, φωτίζει τη διαλεκτική βίας και οικονομίας, και, μεταξύ άλλων, αναδεικνύει την ιστορία του στρατού ως παράγοντα που «δείχνει την ορθότητα των απόψεών μας για τη σύνδεση ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και τις παραγωγικές δυνάμεις»2 και υπογραμμίζει τη σημασία του στρατού ως παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης, την επίδραση της πολεμικής τεχνολογίας στην αλλαγή της μορφής των πολέμων3, τη σημασία της τεχνολογικής υπεροχής για το συσχετισμό δυνάμεων4.

Αντίστοιχα, ο Λένιν επισημαίνει πως η ισχύς κάθε κράτους είναι ο συνδυασμός «οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής» ισχύος του, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει και τη σημασία του πολέμου «για να δεις την πραγματική δύναμη ενός καπιταλιστικού κράτους». Έτσι, η προσεκτική, ποιοτική και ποσοτική μελέτη της πολεμικής βιομηχανίας είναι απαραίτητη στην προσπάθεια προσέγγισης του συσχετισμού δυνάμεων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στις σημερινές συνθήκες, όπου οι εσωτερικές αντιθέσεις του καπιταλισμού οξύνονται, πολλαπλασιάζονται οι επενδύσεις σε νέα, ακόμα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα. Συγχρόνως, οι τεχνολογικές αλλαγές που αποκρυσταλλώνονται στην πολεμική βιομηχανία και στο είδος των παραγόμενων όπλων μεταβάλλουν σημαντικά πλευρές του πολέμου και του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται.

Ο Στάλιν έλεγε για τις αλλαγές στο συγκεκριμένο θέμα: «Ο Κλαούζεβιτς ήταν κυρίως εκπρόσωπος της χειροτεχνικής περιόδου του πολέμου. Αλλά τώρα βρισκόμαστε στη μηχανική περίοδο του πολέμου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μηχανική περίοδος του πολέμου απαιτεί νέους στρατιωτικούς ιδεολόγους»5. Είναι φανερό πως η αναφορά του Στάλιν εστιάζει στις αλλαγές στη μορφή του πολέμου λόγω της έλευσης των μηχανοκινήτων μέσων.

Ο Λένιν αντίστοιχα έγραφε: «Η πολεμική τακτική εξαρτάται από το επίπεδο των πολεμικών τεχνικών μέσων –αυτή την αλήθεια την μάσησε και την έβαλε στο στόμα των μαρξιστών ο Ένγκελς. Τα πολεμικά τεχνικά μέσα δεν είναι σήμερα εκείνα πού ήταν στα μέσα του XIX αιώνα. Θα ήταν ανοησία να ενεργεί κανείς με το πλήθος ενάντια στο πυροβολικό και να υπερασπίζει τα οδοφράγματα με πιστόλια»6. Ο Λένιν, ως άξιος διάδοχος του Μαρξ, δεν εστιάζει κυρίως στην ανάλυση, δηλαδή στη συσχέτιση των τεχνολογικών μέσων με τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου, αλλά αναδεικνύει τις επιπτώσεις που έχουν οι τεχνολογικές αλλαγές του πολέμου στην ταξική πάλη και στον τρόπο οργάνωσής της. Ειδικότερα αναφέρει: «Η Μόσχα πρόβαλε μια νέα τακτική οδοφραγμάτων. Η τακτική αυτή ήταν η τακτική του παρτιζάνικου πολέμου. Η οργάνωση την οποία απαιτούσε η τακτική αυτή ήταν τα ευκίνητα και εξαιρετικά μικρά τμήματα: Δεκάδες, τριάδες, ακόμα και δυάδες»7.

 Σήμερα, έχει τεράστια σημασία να μελετήσουμε τις τεχνολογικές αλλαγές στα τεχνικά μέσα που συντελέστηκαν τα τελευταία 50 χρόνια και αφορούν, μεταξύ άλλων, την τεράστια αύξηση της ακρίβειας8 και της εμβέλειας των οπλικών συστημάτων, την ψηφιοποίηση των πληροφοριών, τη δικτυοκεντρική οργάνωση και τα δορυφορικά συστήματα επικοινωνίας, χαρτογράφησης και κατόπτευσης που μειώνουν σημαντικά την «ομίχλη του πολέμου», τη μεγάλη αύξηση των δυνατοτήτων του αεροπορικού μέσου, τα έξυπνα πυρομαχικά. Συγχρόνως, η τεχνολογική ανάπτυξη στα οπλικά μέσα δε σταματά. Η αυτοματοποίηση του πολέμου μέσα από τα αυτόνομα οχήματα κάθε είδους είναι το επόμενο μεγάλο ποιοτικό βήμα.

Ήδη οι μεγάλες δυνάμεις έχουν την τεχνολογική δυνατότητα να εμπλέκονται σε πολεμικές αναμετρήσεις χρησιμοποιώντας ημιαυτόνομα οχήματα, οι χειριστές των οποίων βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου. Το αμερικανικό πολεμικό ναυτικό δοκιμάζει ένα πλοίο επιφανείας χωρίς πλήρωμα, ενώ πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν πως τα επόμενα μαχητικά αεροσκάφη θα είναι επίσης χωρίς πλήρωμα. Στις τεχνολογικές αλλαγές πρέπει να προσθέσει κανείς την προοδευτική αντικατάσταση των στρατιωτικών δυνάμεων με μισθοφορικό ιδιωτικό-επιχειρηματικό στρατό. Ο ιδιωτικός στρατός είναι πιο «ελεύθερος» στις επιχειρήσεις, ενώ δε δίνει τη δυνατότητα καθολικής αποτίμησης του αριθμού των θυμάτων.

Ωστόσο πρέπει να σημειώσουμε πως η αποτελεσματικότητα όλων αυτών των σύγχρονων τεχνικών μέσων έχει αποδειχτεί μόνο σε περιπτώσεις συντριπτικού συσχετισμού δυνάμεων, υλικού και τεχνολογικού. Δεν έχει προκύψει μια πολεμική αναμέτρηση ισχυρών δυνάμεων που να διαθέτουν αντίστοιχα τεχνικά μέσα για να εξετάσουμε το αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, απέναντι σε ένα στείρο «τεχνολογικό φαταλισμό» πρέπει να σημειώσουμε πως ο «πόλεμος» στο επίπεδο της προπαγάνδας και ο οικονομικός πόλεμος έχουν μεγαλύτερη σημασία σήμερα σε σχέση με μερικές δεκαετίες νωρίτερα και έχουν δυνητικά καθοριστικό χαρακτήρα. Η δημοσίευση του κινεζικού βιβλίου με τίτλο «Πόλεμος χωρίς περιορισμούς»9 μιλά ανοιχτά για τη δυνατότητα αξιοποίησης της κοινής γνώμης, της οικονομίας και του Διεθνούς Δικαίου ως μέσου αντιμετώπισης ενός υπέρτερου τεχνολογικά αντίπαλου. Οι τεχνολογικές αλλαγές δε μεταφράζονται σε αυτόματη νίκη του ενός ή του άλλου, αφού τελικά η επίδραση του ανθρώπινου παράγονται συνεχίζει να είναι καθοριστική. Η «τριβή»10 στον πόλεμο συνεχίζει να υφίσταται. Οι βαθιές αλλαγές που έχουν πραγματικά γίνει υπογραμμίζουν την ανάγκη να τις μελετήσουμε για να μπορέσουμε να τις αξιοποιήσουμε.

Το παρόν κείμενο δεν αποτελεί μια πραγματεία του περίπλοκου ζητήματος της πολεμικής βιομηχανίας. Μια σειρά από σημαντικές πλευρές που απαιτούνται για την προσέγγισή του, όπως ο ρόλος της πολεμικής βιομηχανίας στην καπιταλιστική αναπαραγωγή, η διάρθρωσή της διεθνώς, οι αλλαγές στα οπλικά συστήματα και τη σημασία τους, δεν αναπτύσσονται, αφού χρειάζονται περισσότερη μελέτη. Το κείμενο περιστρέφεται γύρω από τις εξελίξεις της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, χωρίς να απασχολείται με τα ναυπηγεία. Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, εξετάζεται η ευρωενωσιακή πολιτική και η κυβερνητική πολιτική των τελευταίων ετών.

 

Η ΕΓΧΩΡΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ (ΕΑΒΙ)11

 

Γενικά, μέσα στην πολεμική βιομηχανία περιλαμβάνονται, εκτός των παραγωγικών μονάδων, όπλων και πυρομαχικών, πολεμικών αεροσκαφών κλπ., και άλλες επιχειρήσεις που παράγουν εμπορεύματα που μπορούν να αξιοποιηθούν για τους σκοπούς της άμυνας-πολέμου, λ.χ. η παραγωγή στρατιωτικών στολών, σκηνών κλπ. «Μια ιδιαιτερότητα της αμυντικής βιομηχανίας, συγκρινόμενη με άλλους βιομηχανικούς τομείς όπως του αγροδιατροφικού τομέα ή της αυτοκινητοβιομηχανίας, είναι ότι οι περισσότερες εταιρίες που συμμετέχουν στην πραγματικότητα παράγουν προϊόντα και τεχνολογίες διπλής χρήσης, δηλαδή προϊόντα και τεχνολογίες που έχουν είτε πολιτικές είτε στρατιωτικές εφαρμογές (π.χ., ηλεκτρονικά, οχήματα, πολιτική αεροπορία, ναυπηγεία κλπ.)»12.

Εξάλλου τα όρια αυτής της βιομηχανίας είναι μεταβλητά καθώς, χωρίς να αλλάζει ο χαρακτήρας και η ουσία του πολέμου, η μορφή των πολεμικών συγκρούσεων μεταβάλλεται με την ενσωμάτωση νέων τεχνολογικών μέσων, που μεταλλάσσει τα αναγκαία υλικά μέσα για την πραγματοποίησή του και διευρύνει αντικειμενικά τα όρια της πολεμικής βιομηχανίας. Για παράδειγμα, το αεροπορικό μέσο άλλαξε βαθμιαία σημαντικές πλευρές του πολέμου και συνοδεύτηκε με την ένταξη τμήματος της αεροπορικής βιομηχανίας στην πολεμική βιομηχανία.

Οι αλλαγές στη μορφή του πολέμου των τελευταίων 25 ετών σχετίζονται με νέες τεχνολογίες που γενικεύτηκαν και αναπτύχθηκαν, π.χ. τεχνολογίες επικοινωνιών και πληροφορικής, στην αξιοποίηση του Διαστήματος, στην οργανική χρήση μεθόδων προπαγάνδας και υποκλοπής επικοινωνιών μαζικής κλίμακας και, σε τελευταία ανάλυση, εκφράζουν την όξυνση των αντιθέσεων του καπιταλισμού. Οδηγούν σε διεύρυνση των ίδιων των ορίων του πολέμου και μέσω της διεύρυνσης των πολεμικών μέσων σε ολοένα και μεγαλύτερη διαπλοκή της πολεμικής βιομηχανίας με άλλους κλάδους της οικονομίας. Συγχρόνως, την τελευταία δεκαπενταετία, οι κατασταλτικοί κρατικοί μηχανισμοί, αξιοποιώντας μια σειρά από τρομοκρατικές επιθέσεις και τον περιβόητο «πόλεμο στην τρομοκρατία», έχουν αυξήσει το εύρος τους, τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιούν και την πολυπλοκότητά τους, εντάσσονται ολοένα και περισσότερο σε μια κοινή ομπρέλα με τις στρατιωτικές δυνάμεις. Η τάση αυτή αντανακλάται και στη σταδιακή σύμφυση της πολεμικής βιομηχανίας με τη βιομηχανία παραγωγής συστημάτων ασφαλείας και μέσων παρακολούθησης.

Έτσι, ως ένα βαθμό, η «ταμπέλα» της πολεμικής βιομηχανίας συνιστά μια ταξινόμηση κανονιστικού χαρακτήρα, καθώς κάθε επιχείρηση παραγωγής αμυντικού υλικού εγγράφεται σε σχετικά μητρώα13, για λόγους τόσο ελέγχου των παραγόμενων υλικών, διασφάλισης απόρρητων πληροφοριών όσο και για λόγους κρατικής ρύθμισης οικονομικού χαρακτήρα. Είναι επίσης προφανές πως μια σειρά μηχανήματα και μέσα μεταφοράς γενικής χρήσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα και για πολεμικούς σκοπούς, λ.χ. μέσα μεταφοράς (φορτηγά, τζιπ, αεροπλάνα φορτίου, ελικόπτερα), και από την άλλη οι ίδιες παραγωγικές μονάδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή οπλικών συστημάτων ή πολιτικών συστημάτων, με πολύ μικρές μεταβολές (λ.χ. ναυπηγεία, ηλεκτρονική βιομηχανία), τα λεγόμενα προϊόντα διττής χρήσης14. Η αεροπορική βιομηχανία μπορεί να παράγει εναέρια μέσα μεταφοράς, μέσα εναέριας πυρόσβεσης και αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών. Τα μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα έχουν σημαντικές πολλαπλές κοινωνικά χρήσιμες λειτουργίες, π.χ. περιβαλλοντικές και επιστημονικές μετρήσεις, έρευνα και διάσωση σε δύσβατες περιοχές, προσωρινά δίκτυα τηλεπικοινωνιών, καλλιτεχνικές, ενώ έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγικότητα της εργασίας σε πολλούς κλάδους, όπως οι μεταφορές, η γεωργία κ.ά. Η βιομηχανία οχημάτων αξιοποιείται για την παραγωγή μεταφορικών μέσων, δομικών μηχανημάτων κλπ. Η βιομηχανία τηλεπικοινωνιακού υλικού για πολιτική ή στρατιωτική χρήση δεν έχει ουσιαστικές διαφορές.

Η εγχώρια πολεμική βιομηχανία αποτελείται από περίπου 80 μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ένα μικρό αριθμό επιχειρήσεων ενδιάμεσου μεγέθους, απασχολώντας συνολικά περίπου 8.000 εργαζόμενους.15 Ωστόσο, το παρόν άρθρο δεν προχωρά σε μια συνολική αποτίμηση των εξελίξεων στο σύνολο της πολεμικής βιομηχανίας. Επικεντρώνει στις εξελίξεις στη μεγάλη τριάδα των επιχειρήσεων στρατιωτικού υλικού της χώρας (Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων). Σε απόλυτα μεγέθη τα ναυπηγεία είναι σημαντικότερες επιχειρήσεις (αριθμός εργαζόμενων, αξία παραγωγής κλπ.). Για το λόγο αυτό, όσο και για την ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία διάκρισης της παραγωγής πλοίων σε στρατιωτικά και πολιτικά, τα ναυπηγεία αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία από μόνα τους και θα αποτελέσουν το αντικείμενο ξεχωριστού άρθρου.

 

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

 

Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΛΒΟ)

 Η ΕΛΒΟ είναι μάλλον η μεγαλύτερη βιομηχανία κατασκευής τροχοφόρων και ερπυστριοφόρων οχημάτων στην Ελλάδα. Η ΕΛΒΟ ΑΒΕ ιδρύθηκε το 1972 ως STEYER HELLAS SA με σκοπό την παραγωγή και διάθεση φορτηγών γεωργικών ελκυστήρων και σταθερών κινητήρων.

Τον Αύγουστο του 2000 το 43% των μετοχών της εταιρίας μεταβιβάστηκαν στον όμιλο Μυτιληναίου. Τον Ιούνη του 2010 η διοίκηση της ΕΛΒΟ ΑΒΕ επανήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και η σημερινή μετοχική σύνθεση της εταιρίας είναι η ακόλουθη: 81% το Ελληνικό Δημόσιο, 16% όμιλος Μυτιληναίος και 3% λοιποί ιδιώτες. Η ΕΛΒΟ βρίσκεται σε συνεχή πορεία συρρίκνωσης τα τελευταία χρόνια, με τον αριθμό των εργαζόμενων να έχει μειωθεί σημαντικά απ’ τους 1.050 σε περίπου 350 εργαζόμενους σήμερα.

Την περίοδο από το 2000 μέχρι το 2010, η ΕΛΒΟ εκτέλεσε ένα σημαντικό αριθμό από συμβόλαια τροχαίου υλικού για τις ένοπλες δυνάμεις, κυρίως για τον ΕΣ, συνολικού ύψους σχεδόν μισού δισ. ευρώ,16 ενώ όπως σημειώνουν και οι ετήσιες εκθέσεις του ομίλου, ένα τμήμα αυτών των συμβολαίων εκτελέστηκαν και από άλλες επιχειρήσεις του ομίλου Μυτιληναίου.17 Το εργοστάσιο έχει σημαντικές δυνατότητες παραγωγής τροχαίου υλικού για στρατιωτική και πολιτική χρήση, αλλά και ερπυστριοφόρα οχήματα (άρματα μάχης, οχήματα παντός εδάφους) κλπ. Επίσης, το εργοστάσιο της ΕΛΒΟ διαθέτει ειδικές υποδομές για την παραγωγή αρμάτων μάχης (πίστα δοκιμών, θάλαμος ηλεκτρονικού πολέμου κ.ά.).

Η επιχείρηση βρίσκεται σε καθεστώς «εκκαθάρισης εν λειτουργία», από τα τέλη του 2014, με βάση την κυβερνητική πολιτική της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις πολλαπλές φραστικές αναδιπλώσεις, συνέχισε στην ίδια κατεύθυνση. Ως εκκαθαριστής της επιχείρησης, επιλέχτηκε η Ernest-Young που έχει κατατμήσει την επιχείρηση σε τέσσερα τμήματα, το ακίνητο στη βιομηχανική περιοχή της Σίνδου, το εργοστάσιο και τον εξοπλισμό, ορισμένα τελικά προϊόντα (11 φορτηγά) και ένα απόθεμα ανταλλακτικών και δύο οικόπεδα που διαθέτει η επιχείρηση. Δημοσιογραφικές πληροφορίες θέλουν το γερμανικό όμιλο Krauss-Maffei να ενδιαφέρεται για την εξαγορά της ΕΛΒΟ.18

 

Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ)

 Τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα αποτελούν τον πυρήνα της πολεμικής βιομηχανίας στην Ελλάδα, αφού πρόκειται για την καθαυτό βιομηχανία παραγωγής οπλισμού. Έχουν τη δυνατότητα παραγωγής φορητών όπλων, ελαφρών πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών. Προέκυψε ως συνένωση της ΠΥΡΚΑΛ και της ΕΒΟ (Ελληνική Βιομηχανία Όπλων). Ανήκει στο ελληνικό κράτος και αποτελεί έναν από τους βασικούς προμηθευτές των ενόπλων δυνάμεων σε πυρομαχικά και άλλα αναλώσιμα. Διαθέτει μια σειρά παραγωγικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ διαθέτει και σημαντική ακίνητη περιουσία, μεγάλο τμήμα της οποίας βρίσκεται μέσα στον αστικό ιστό της Αττικής.

Ο όμιλος βρίσκεται σε πορεία απαξίωσης. Ο αριθμός των εργαζόμενων έχει μειωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια. Το 2009, με βάση σχετικό υπόμνημα των εργαζόμενων, εργάζονταν στα ΕΑΣ 1.556, ενώ με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας, το Δεκέμβρη του 2015 έχουν απομείνει μόλις 526 εργαζόμενοι. Ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης το 2015 ήταν μόλις 14 εκ. ευρώ και οι συνολικές υποχρεώσεις της επιχείρησης υπολογίζονται σε 1,2 δισ. ευρώ, με το συνολικό ενεργητικό της επιχείρησης να ανέρχεται σε 475 εκ. ευρώ, από τα οποία οι απαιτήσεις ανέρχονται στα 60 εκ. ευρώ.

 

Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ)

 Η ΕΑΒ ιδρύθηκε το 1975 για την υποστήριξη των ενόπλων δυνάμεων. Η εταιρία έχει δυνατότητα παραγωγής ορισμένων τμημάτων αεροσκαφών και αντίστοιχο αεροπορικό υλικό, ενώ παράγει και ηλεκτρονικό-τηλεπικοινωνιακό υλικό. Αποτελεί βασικό συντηρητή των αεροσκαφών της ΠΑ. Σήμερα απασχολεί 1.380 εργαζόμενους, ενώ αποτελεί ίσως την πιο «εύρωστη» από τις κρατικές βιομηχανίες αμυντικού υλικού. Το 2014 η ΕΑΒ εμφάνισε κύκλο εργασιών της τάξης των 100 εκ. ευρώ, ενώ εμφάνισε λογιστική κερδοφορία 1.6 εκ. ευρώ. Από την άλλη, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του ισολογισμού, οι συνολικές υποχρεώσεις της ΕΑΒ ξεπερνούν το 1,1 δισ. ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις της ανέρχονται στα 560 εκ. ευρώ και το συνολικό ενεργητικό της στα 900 εκ. ευρώ.

Η ΕΑΒ έχει στενές σχέσεις με τον αμερικανικό όμιλο Lockheed Martin και ένα σημαντικό κομμάτι του κύκλου εργασιών της προέρχεται από τον εν λόγω όμιλο. Μέσα στο σχεδιασμό του αμερικανικού ομίλου είναι η αξιοποίηση της ΕΑΒ για να αναλάβει εξοπλιστικά προγράμματα της επόμενης περιόδου. Το Μάρτη του 2016, ο αμερικανικός όμιλος παρουσίασε σε κλιμάκιο αξιωματικών πρόταση αναβάθμισης των αεροσκαφών τύπου F16, με στόχο να υλοποιηθεί στις εγκαταστάσεις της ΕΑΒ19. Η σχέση της ΕΑΒ με τον αμερικανικό όμιλο είναι μακρόχρονη. Η Lockheed Martin διαθέτει τα καινούργια μαχητικά τύπου F35 που θα προμηθευτεί η Τουρκική Αεροπορία το επόμενο διάστημα. Ανώτατο στέλεχος της εταιρίας, σε συνέντευξή του στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το 2011, έκανε λόγο για ανάγκη αναβάθμισης των ελληνικών F16 προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα νέα τουρκικά αεροσκάφη20. Η Lockheed Martin ανέλαβε, ήδη από το Γενάρη του 2015, την παχυλή σύμβαση των 500 εκ. δολαρίων με απευθείας ανάθεση για την αναβάθμιση των αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας τύπου P-3Β Orion, στην οποία συμμετέχει ως υποκατασκευαστής η ΕΑΒ.

Συγχρόνως, σε μια κίνηση που αποδεικνύει πως οι κρατικές βιομηχανίες υπηρετούν στον καπιταλισμό τη γενικότερη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η ΕΑΒ, όπως καταγγέλλει η ΔΑΣ εργαζομένων ΕΑΒ21, επινοικιάζει εγκαταστάσεις σε ιδιωτική εταιρία. Όπως αναφέρει η ανακοίνωση, η διοίκηση συμφώνησε κι επινοικιάζει το βαφείο αεροσκαφών της ΕΑΒ στην εταιρία «APELLA SA Aviationproducts - services», για να βάψει αεροσκάφος δικού της πελάτη (μάλλον της αμερικανικής κυβέρνησης).

 

Οι υπόλοιπες επιχειρήσεις, όπως εκφράζονται από το ΣΕΚΠΥ

 Με βάση τα στοιχεία του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), στο χώρο δραστηριοποιούνται περίπου 100 επιχειρήσεις με πάνω από 12 χιλιάδες εργαζόμενους.22

Οι επιχειρήσεις του κλάδου έχουν υποστεί σημαντικό πλήγμα την περίοδο της κρίσης, λόγω της δραστικής περικοπής των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Βασικός μηχανισμός με τον οποίο τροφοδοτείται ο κλάδος ήταν τα αντισταθμιστικά ωφελήματα (ΑΩ)23. Το προηγούμενο διάστημα, βασικό αίτημα του κλάδου ήταν η ρύθμιση των μη εκτελεσμένων ΑΩ, ώστε να αξιοποιηθούν, μέσα από νέα ΑΩ, για την τόνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Ο ΣΕΚΠΥ χαιρέτισε την προαναφερθείσα τροπολογία του ΣΥΡΙΖΑ για τα αντισταθμιστικά ωφελήματα.

Η ανάλυσή τους για το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο θεωρεί πως υπάρχουν τα «ασφυκτικά όρια της Κοινοτικής Οδηγίας 81/2009, την οποία ακολουθεί κατά γράμμα και ο δικός μας νόμος 3978/2011»24. Οι θέσεις τους κυμαίνονται ανάμεσα στην αξιοποίηση της ευρωενωσιακής πολιτικής και των εξαιρέσεων που προβλέπει αναφορικά με το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ, μέχρι την πίεση για τροποποίηση του νόμου 3978/2011 υπέρ της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας.

Επίσης, γίνονται κινήσεις των επιχειρήσεων αυτών να αναλάβουν τμήμα της συντήρησης των οπλικών συστημάτων, που σήμερα γίνεται από τις Ένοπλές Δυνάμεις (ΕΔ). Πρόκειται ουσιαστικά για μια λογική out-sourcing και εργολαβιών στο στρατό. Πρόκειται για μια τακτική με αμφίβολη αποτελεσματικότητα αναφορικά με το αξιόμαχο των ΕΔ και με καταστρεπτικά αποτελέσματα για τις εργασιακές σχέσεις στον κλάδο.

 

Ο ΒΑΘΜΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 Η συζήτηση για την ελληνική πολεμική βιομηχανία, το μέγεθός της και τη σημασία της, πρέπει να συσχετιστεί με τον όγκο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, το ύψος των πολεμικών δαπανών και τη σημασία των σύγχρονων και βαρέων οπλικών συστημάτων.

Στο παρόν άρθρο δε θα εξετάσουμε αναλυτικά το ρόλο των ενόπλων δυνάμεων στην ελληνική κοινωνία, την ιστορική τους διαδρομή και τις αιτίες του σχετικά μεγάλου μεγέθους τους. Οι ένοπλες δυνάμεις αποτελούν δομικό χαρακτηριστικό του κράτους, συντελώντας σε όλες τις διαφορετικές λειτουργίες του. Η ανάλυση του μεγέθους τους και η σημαντική αύξησή τους, μαζί με τη σημαντική αύξηση του μεγέθους του κράτους τον 20ό αιώνα, έχει μεγάλη σημασία. Η επαναστατική πρωτοπορία πρέπει να μελετήσει αυτές τις εξελίξεις για να φέρει σε πέρας την αποστολή της καθοδήγησης της εργατικής τάξης, ακρογωνιαίος λίθος της οποίας είναι το επαναστατικό τσάκισμα του αστικού κράτους. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα.

Μια τέτοια ανάλυση θα έπρεπε να εστιάσει ιδιαίτερα σε ορισμένες ειδικές παραμέτρους που ενδέχεται να έχουν ειδικό βάρος στη Ελλάδα, όπως: Ο ρόλος της χώρας ως βασικής συνιστώσας της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η αξιοποίηση των ενόπλων δυνάμεων ως μηχανισμού καταστολής στο πλαίσιο της πείρας της άρχουσας τάξης από την ένοπλη ταξική σύγκρουση 1946-1949 (ΔΣΕ) και η συνειδητοποίηση πως υπάρχει ανάγκη για ακόμα ισχυρότερη καταστολή. Ο ιστορικά διαμορφωμένος βαρύτερος οικονομικός ρόλος του στρατού, που έχει χαρακτηριστικά τόνωσης απομακρυσμένων περιοχών της χώρας, αλλά και συντελεί σε μεγάλες κρατικές αγορές και έμμεσης χρηματοδότησης ομίλων. Η αξιοποίηση των ενόπλων δυνάμεων ως μηχανισμού πολιτικο-εκλογικής επιρροής της άρχουσας τάξης σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και φυσικά το ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον της χώρας, η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των συνόρων της χώρας, ο αρχιπελαγικός χαρακτήρας του Αιγαίου και οι ιδιαίτερες στρατιωτικές συνθήκες που διαμορφώνει.

Στο παρόν κείμενο περιοριζόμαστε να εξετάσουμε την αμυντική βιομηχανία σε συνάρτηση με το μεγάλο μέγεθος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Το γερμανικό κέντρο BICC (Bohn International Center of Conversion) που δημοσιεύει κάθε χρόνο έναν κατάλογο με τις περισσότερο στρατιωτικοποιημένες χώρες του κόσμου κατατάσσει, για το 2014, την Ελλάδα στη 10η θέση παγκοσμίως, με την πρώτη θέση να καταλαμβάνεται από το Ισραήλ.25 Το κέντρο αυτό υπολογίζει ένα δείκτη που λαμβάνει υπόψη το ύψος των αμυντικών/πολεμικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, το σχετικό όγκο των ενόπλων δυνάμεων και το βαθμό χρησιμοποίησης βαρέων όπλων.

Ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού φυσικά έχει σημαντικά μεθοδολογικά προβλήματα, αφού δε συνυπολογίζει τη συμμετοχή αστυνομικών δυνάμεων, που συχνά έχουν στρατιωτική δομή και χαρακτηριστικά, δεν υπολογίζει τον απόλυτο όγκο των δαπανών και των ενόπλων δυνάμεων, δε λαμβάνει υπόψη την πολιτική σημασία και την επίδραση του στρατού και της πολεμικής βιομηχανίας στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ, που τη δεκαπενταετία 2000-2015 είχαν το 39% του παγκόσμιου συνόλου των αμυντικών δαπανών (περισσότερες από το άθροισμα των πέντε επόμενων κρατών) συνολικού ύψους πάνω από 10 τρισ. δολάρια, εμφανίζονται να βρίσκονται στην 33η θέση της σχετικής λίστας.26 Παρά τα προβλήματα αυτά, ο σχετικός δείκτης αποτυπώνει ως ένα βαθμό τη γενική επιρροή των στρατιωτικών ζητημάτων.

Αν κοιτάξει κανείς επιμέρους δείκτες, θα δει την αντίστοιχη σημασία στη χώρα. Η Ελλάδα έχει 13 ενεργούς στρατιωτικούς ανά 1.000 άτομα πληθυσμού, όταν οι περισσότερες χώρες της ΕΕ έχουν περίπου 2-3, η Τουρκία έχει 6,6, οι ΗΠΑ 4,6, η Ρωσία 5,9 και η Κίνα 1,7.27 Ωστόσο είναι εμφανές πως ο ρόλος και η ισχύς των ΕΔ κάθε καπιταλιστικού κράτους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, συνδέεται και με το απόλυτο μέγεθός τους, όχι μόνο με το σχετικό.

Ιδιαίτερη σημασία για την πολεμική βιομηχανία και την έκτασή της είναι ο «βαθμός εξοπλισμού» των ενόπλων δυνάμεων, ιδιαίτερα σε βαρέα όπλα. Η προαναφερθείσα έκθεση για τους διεθνείς εξοπλισμούς κατατάσσει την Ελλάδα 5η στον κόσμο σε (σχετική) χρήση βαρέων όπλων. Έτσι, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις της Ελλάδας ανέρχονται σε 143 χιλιάδες έναντι 510 χιλιάδων της Τουρκίας, μια αναλογία της τάξης 3.5 προς 1, η αναλογία σε βαρέα όπλα είναι τελείως διαφορετική. Ειδικότερα, η αναλογία υπολογίζεται σε 1.7 προς 1 σε άρματα μάχης, σε 2 προς 1 σε στρατιωτικά ελικόπτερα, σε 1.75 προς 1 σε υποβρύχια, σε 1.6 προς 1 σε μεγάλα σκάφη επιφανείας (φρεγάτες), σε 1.4 προς 1 σε μαχητικά αεροσκάφη.28

 

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΕΓΧΩΡΙΑΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

 Εξετάζοντας την κατανομή της πολεμικής βιομηχανίας διεθνώς, εύκολα διαπιστώνει κανείς πως δεν υπάρχει ισοκατανομή ανάμεσα στα διαφορετικά κράτη. Αντίθετα, εμφανίζονται ιδιαίτερες συγκεντρώσεις πολεμικών βιομηχανιών, δίνοντας στη σχετική παγκόσμια βιομηχανία μια ξεκάθαρη δομή, που στη διεθνή αστική βιβλιογραφία χαρακτηρίζεται ως «tier structure», όρος που στα ελληνικά θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «βαθμιδωτή δομή»29. Έχουν διαμορφωθεί, σε ορισμένα κράτη, μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής πολεμικού υλικού που παράγουν διεθνώς το μεγαλύτερο τμήμα της παγκόσμιας παραγωγής όπλων, τμήμα της οποίας εξάγουν, και οι οποίες δραστηριοποιούνται πάνω από ένα πυκνό πλέγμα υποκατασκευαστών πολεμικού υλικού. Μια από τις γνωστότερες σχετικές αναφορές στη βαθμιδωτή δομή βρίσκεται στο κλασικό πλέον βιβλίο «Όπλα και κράτη: Πρότυπα στρατιωτικής παραγωγής και εμπόριο»30. Χωρίζει τους παραγωγούς πολεμικού εξοπλισμού σε 1) παραγωγούς πρώτης βαθμίδας, που έχουν την ικανότητα να σχεδιάζουν οπλικά συστήματα και να καινοτομούν στην τεχνολογική αιχμή, 2) παραγωγούς δεύτερης βαθμίδας, που παράγουν τα οπλικά συστήματα και τα προσαρμόζουν με βάση τις ανάγκες της τοπικής αγοράς και 3) παραγωγούς τρίτης βαθμίδας που παράγουν οπλικά συστήματα μέσα από μεταφορά τεχνολογίας χωρίς να συλλαμβάνουν τις εσωτερικές διαδικασίες καινοτομίας ή προσαρμογής. Αναφορικά με την κατάταξη των διαφορετικών κρατών, κατατάσσει την ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ στην πρώτη βαθμίδα, τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, τον Καναδά, την Ιαπωνία στη δεύτερη βαθμίδα, και τις υπόλοιπες χώρες, μέσα στις οποίες και η Ελλάδα, στην τρίτη βαθμίδα. Η συγκεκριμένη μελέτη υποστηρίζει πως μια τέτοια διάρθρωση της πολεμικής βιομηχανίας δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, αλλά αντίθετα έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Ο πίνακας 1 αποτυπώνει την παραπάνω κατηγοριοποίηση:

 

Η έκθεση31 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αμυντική βιομηχανία επισημαίνει τη «βαθμιδωτή δομή» της πολεμικής βιομηχανίας, με μια ελαφρά διαφορετική κατηγοριοποίηση. Ειδικότερα, στη βαθμίδα 0 αναφέρεται στους κύριους κατασκευαστές, δηλαδή στους κατασκευαστές ολοκληρωμένων, σύνθετων οπλικών συστημάτων, στη βαθμίδα 1 κατατάσσει υποκατασκευαστές ολοκληρωμένων και σύνθετων υποσυστημάτων, στη βαθμίδα 2 περιλαμβάνει υποκατασκευαστές που αναλαμβάνουν συγκεκριμένες δραστηριότητες παραγωγής μηχανουργικών υποσυστημάτων, ορισμένα απλά ηλεκτρονικά και στη βαθμίδα 3 εντάσσει επιχειρήσεις που παράγουν γενικά προϊόντα και υπηρεσίες. Σημειώνουμε πως η συγκεκριμένη κατηγοριοποίηση της πολεμικής βιομηχανίας απαντάται συχνά στη σύγχρονη αστική βιβλιογραφία, με τους κατασκευαστές της βαθμίδας 0, τους βασικούς κατασκευαστές, να αναφέρονται ως ΟΕΜ (Original Equipment Manufacturers).

Παρά τις επιμέρους διαφορές, η περιγραφή της πολεμικής βιομηχανίας με βάση τη βαθμιδωτή διάρθρωση δεν έχει αλλάξει την τελευταία 20ετία. Σίγουρα η εν λόγω κατάταξη της πολεμικής βιομηχανίας δεν είναι απολύτως ορθή, ενέχει και ορισμένα στοιχεία υποκειμενικότητας. Ωστόσο σε γενικές γραμμές δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Η παραγωγή των οπλικών συστημάτων, ειδικά των βαρέων συστημάτων, έχει αυτήν τη δομή. Κυριαρχείται από ένα μικρό αριθμό μεγάλων βιομηχανιών παραγωγής αμυντικού υλικού, που αναπτύσσουν και σχεδιάζουν σχεδόν το σύνολο των οπλικών συστημάτων, ενώ επίσης παράγουν ένα σημαντικό κομμάτι τους. Κατά τόπους υποκατασκευαστές αναλαμβάνουν, ανάλογα με το σχετικό τους μέγεθος, από απλή παραγωγή μικρών τμημάτων των οπλικών συστημάτων, μέχρι παραγωγή –μετά από άδεια– ολοκληρωμένων συστημάτων. Η ανισόμετρη ανάπτυξη και οι ανακατατάξεις που προκαλεί αντανακλώνται και στη δομή της διεθνούς πολεμικής βιομηχανίας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κίνα, που όχι μόνο έχει έρθει στη δεύτερη θέση σε επίπεδο πολεμικών δαπανών, αλλά έχει αυξήσει σημαντικά και τις δυνατότητες στην παραγωγή, αλλά και στην ανάπτυξη και στο σχεδιασμό και σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Σημειώνουμε πως αναπτύσσει εγχώρια ένα σύγχρονο αεροσκάφος τύπου stealth με ρωσική βοήθεια στον κινητήρα, ενώ αναπτύσσει και κινέζικο, ισχυρότερο κινητήρα, που θα είναι έτοιμος στα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 η κινεζική πολεμική βιομηχανία κατατασσόταν, παρά τις μεγάλες δαπάνες και το μεγάλο όγκο εγχώριας παραγωγής, στη βαθμίδα 3.

Η εγχώρια παραγωγή στην Ελλάδα αφορά κατά κύριο λόγο τη συμπαραγωγή επιμέρους τμημάτων αμυντικών συστημάτων. Η παραγωγή ολοκληρωμένων οπλικών συστημάτων αφορά κυρίως ελαφρά οπλικά συστήματα και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αντίγραφα ξένων σχεδίων. Γενικά, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία κατατάσσεται στην τρίτη βαθμίδα, είτε χρησιμοποιήσει κανείς την αρχική κατηγοριοποίηση είτε χρησιμοποιήσει τη νεότερη.

Σε γενικές γραμμές, η εγχώρια παραγωγή οπλικών συστημάτων περιορίζεται σε φορητό οπλισμό και σε πυρομαχικά, σε συστήματα που απέχουν σημαντικά από την τεχνολογική αιχμή της εποχής. Σε ορισμένους τομείς, ιδιαίτερα στα πυρομαχικά και ως ένα βαθμό σε κάποιους αισθητήρες, έχουν αναπτυχθεί εγχώρια συστήματα, ωστόσο πρόκειται για σχετικά μικρό όγκο της παραγωγής. Η συγκεκριμένη κατάταξη δε σημαίνει αναγκαστικά χαμηλό ποσοστό προστιθέμενης αξίας στο οπλικό σύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ναυπήγηση πολεμικών πλοίων, όπου σε επίπεδο αξίας η εγχώρια παραγωγή είναι ιδιαίτερα μεγάλο τμήμα, αλλά αφορά το μεταλλικό τμήμα του σκάφους και όχι τους κινητήρες, τα σύγχρονα ηλεκτρονικά συστήματα και τον κυρίως οπλισμό, που αποτελούν το καθοριστικό τμήμα που μετουσιώνει το σύνολο σε οπλικό σύστημα.

Ενδιαφέρον έχει πως, παρά τις τεράστιες δαπάνες για πολεμικούς εξοπλισμούς την τελευταία 25ετία, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία δεν ανέβηκε βαθμίδα. Σε αντίθεση, η πολεμική βιομηχανία της γειτονικής Τουρκίας βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο σήμερα. Σημειώνουμε, για παράδειγμα, πως η τουρκική προστιθέμενη αξία των νέων μαχητικών αεροσκαφών F35 που θα αγοράσει η Τουρκία αναμένεται να προσεγγίσει το 50-60%.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΟΠΛΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

 

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

 Η πολιτική της χώρας στον τομέα της άμυνας και της πολεμικής βιομηχανίας υποτάσσεται στους σχεδιασμούς και στις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, καθώς και τις ανάγκες του κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου που δραστηριοποιείται σε αυτόν τον τομέα.

Η προσαρμογή και ο σχεδιασμός των ενόπλων δυνάμεων και της πολεμικής βιομηχανίας στις παραπάνω ανάγκες και κατευθύνσεις (εξοπλισμοί με βάση τις ΝΑΤΟϊκές ανάγκες, συγκέντρωση της πολεμικής βιομηχανίας στην Ευρώπη σε Γερμανία-Γαλλία, ένοπλες δυνάμεις προσαρμοσμένες στο δόγμα των δυνάμεων άμεσης επέμβασης στο εσωτερικό της χώρας και σε βάρος άλλων χωρών κλπ.) είχε και έχει σοβαρές επιπτώσεις.

Γενικά οι στρατιωτικές δαπάνες και οι δαπάνες για πολεμικούς εξοπλισμούς αποτελούν στοιχείο προώθησης της κρατικής οικονομικής πολιτικής χρηματοδότησης των ομίλων.

Οι αμυντικές δαπάνες της Ελλάδας ήταν όλη την προηγούμενη περίοδο εξαιρετικά υψηλές. Την περίοδο 1988-2011, οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας έφτασαν τα 211 δισ. $ (σε τιμές 2011), ενώ ως ετήσιο ποσοστό του ΑΕΠ ήταν πάνω από 3% μεσοσταθμικά, την ίδια περίοδο. Την περίοδο 2002-2006, οι αμυντικές δαπάνες συνιστούσαν το 6,4% των συνολικών δημόσιων δαπανών, ποσοστό υπερδιπλάσιο από το μέσο όρο της ΕΕ.

Ωστόσο, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στην Ελλάδα ήταν η πολύ μικρή συμμετοχή της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας στις στρατιωτικές δαπάνες όλο το προηγούμενο διάστημα.

Η Ελλάδα, από το 1974 και μετά, κατέχει σταθερά μια από τις 10 πρώτες θέσεις παγκόσμια στις εισαγωγές οπλικών συστημάτων, φτάνοντας ορισμένες χρονιές και στην πρώτη τριάδα. Ειδικά το διάστημα 2007-2010 (περιλαμβάνονται και τα έτη εκδήλωσης της κρίσης), κατέχει την 5η θέση στη λίστα των μεγαλύτερων εισαγωγέων όπλων ανάμεσα σε όλες τις χώρες του κόσμου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI για την περίοδο 1974-2010, η Ελλάδα αγόρασε όπλα αξίας 15,5 δισ. δολ. από τις ΗΠΑ, 6.5 δισ. δολ από τη Γερμανία, 4 δισ. δολ. από τη Γαλλία, 2 δισ. ευρώ από την Ολλανδία, 1 δισ. ευρώ από τη Ρωσία, από την Ιταλία 879 εκατ. δολ. κλπ. (όλα σε σταθερές τιμές έτους 1990).

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα σταθερά μετά από το 1974 εισάγει κατά μέσο όρο και σε ετήσια βάση το 3,74% των όπλων που εξάγουν παγκοσμίως οι ΗΠΑ. Αντίστοιχα, από τη Γερμανία, η Ελλάδα εισάγει το 9,64% των παγκόσμιων εξαγωγών όπλων αυτής της χώρας, ενώ από τη Γαλλία, η Ελλάδα κάθε χρόνο κατά μέσο όρο αγοράζει το 5,51% των παγκόσμιων εξαγωγών της.

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

 Οι μεγάλες δαπάνες για αγορά όπλων, τελεσθείσες και προγραμματιζόμενες, καθιστούν την ελληνική αγορά προνομιακό στόχο για τις εξαγωγές των μεγάλων παραγωγών οπλικών συστημάτων. Ανάμεσά τους διαδραματίζεται ένας πραγματικός πόλεμος εξασφάλισης όρων πώλησης όπλων και οπλικών συστημάτων στην ελληνική αγορά.

Οι αντιθέσεις Γερμανών και Αμερικανών για τα άρματα μάχης του ελληνικού στρατού, που αναμένεται να οξυνθούν περαιτέρω το επόμενο διάστημα, είναι χαρακτηριστικές.

Τέτοιες αντιθέσεις, στην πραγματικότητα, υπηρετεί και η περιβόητη συζήτηση για «διαφοροποίηση» των πηγών εξοπλισμού των ενόπλων δυνάμεων. Η «διαφοροποίηση» είναι προσχηματική, αφού ο περιορισμός σε ΝΑΤΟϊκές πηγές είναι δεδομένος, λόγω του γενικότερου προσανατολισμού των ενόπλων δυνάμεων και των προδιαγραφών που επιβάλλει το ΝΑΤΟ.

Οι αντιθέσεις αυτές δεν είναι καινούργιες, αντίθετα, έχουν ιστορικό βάθος. Τη δεκαετία του ’80 η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ προχώρησε τότε στη λεγόμενη «αγορά του αιώνα», αγοράζοντας σημαντικό αριθμό μαχητικών αεροσκαφών τελευταίας γενιάς. Για την αγορά αυτή ξεδιπλώθηκε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ αμερικανικών και γαλλικών κατασκευαστικών ομίλων (που προωθούσαν αντίστοιχα τα F16 και τα Mirage 2000). Η «σολομώντεια» λύση της κυβέρνησης του Α. Παπανδρέου τότε ήταν η αγορά και των δύο τύπων αεροσκαφών, η λεγόμενη πολυδιάστατη πολιτική, απόφαση που δέχτηκε οξύτατη κριτική, καθώς λόγω της πολυτυπίας δε συνδέθηκε με εγχώρια συμπαραγωγή, ενώ πολλαπλασίαζε το κόστος χρήσης, αφού καθιστούσε αναγκαστική την προμήθεια δύο τύπων ανταλλακτικών, πυρομαχικών, την κατασκευή εγκαταστάσεων και την εκπαίδευση για δύο τύπους κλπ. Μάλιστα, το σχετικό κυβερνητικό όργανο (ΚΥΣΕΑ) αποφάσισε την εν λόγω αγορά, παρά τις αντίθετες εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας.

Συγχρόνως, οι μεγάλες δαπάνες για την άμυνα τροφοδοτούν τη διαφθορά και το χρηματισμό, στον οποίο εντάσσεται και το πολιτικό προσωπικό. Τα πρόσφατα παραδείγματα είναι τόσα πολλά, που δε χρειάζονται υπενθύμιση. Φυσικά, η αστική δικαιοσύνη, όταν αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις διαφθοράς πολιτικών για δημόσιες συμβάσεις, επικεντρώνεται μόνο σ’ αυτόν που διαφθείρεται, «ξεχνώντας» πως ο μεγάλος κερδισμένος είναι αυτός που διαφθείρει και παραβλέποντας πως μια οικονομία που λειτουργεί με γνώμονα το κέρδος τελικά παράγει αντικειμενικά τέτοια φαινόμενα. Στόχος είναι να συγκαλύψει την πραγματική αιτία της διαφθοράς, τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Επίσης, σημειώνουμε πως τα υπαρκτά φαινόμενα διαφθοράς αξιοποιούνται για να προωθηθούν οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στο συγκεκριμένο τομέα. Ειδικότερα, η διαφθορά αποδίδεται ως παθογένεια των συναλλαγών που γίνονται εκτός αγοράς.

 

ΟΙ «ΔΩΡΕΑΝ» ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ

 Μια ιδιαίτερη μέθοδος, που αξιοποιούν οι μεγάλοι πωλητές οπλικών συστημάτων για την προώθηση των εξοπλισμών τους, είναι η μέθοδος των τάχα «δωρεάν» παραχωρήσεων. Κάθε «δωρεάν παραχώρηση», δηλαδή μια παραχώρηση παλαιότερου ή χρησιμοποιημένου εξοπλισμού έναντι ενός ευτελούς τιμήματος, συνοδεύεται από την υποχρέωση αγοράς ενός συμπληρωματικού πακέτου νέου εξοπλισμού, δημιουργεί σημαντικές υποχρεώσεις συντήρησης που παρέχονται από τον κατασκευαστή ή, εξοικειώνοντας τις Ένοπλες Δυνάμεις με τον εξοπλισμό και τα παρελκόμενα (π.χ. βλήματα κ.ά.), αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα αγοράς νεότερων οπλικών συστημάτων του ιδίου κατασκευαστή.

Έτσι, η Γερμανία «παραχώρησε», στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στον Ελληνικό Στρατό 170 άρματα παλαιότερα μάχης που έπρεπε να αποσύρει, στη βάση μιας συμφωνίας που επέβαλε «ταβάνι» στις συμβατικές δυνάμεις στην Ευρώπη, και στη συνέχεια πούλησε 170 νέα άρματα μάχης, συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ. Το 2010, οι ΗΠΑ επιδίωξαν τη «δωρεάν» παραχώρηση 400 αρμάτων μάχης. Πίσω από τη δωρεάν παραχώρηση κρύβονται ιδιαίτερα παχυλά συμβόλαια συντήρησης, αλλά και η έντονη διαπάλη για μελλοντικό συμβόλαιο αγοράς νέων αρμάτων μάχης του Ελληνικού Στρατού.

 

ΑΙΤΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ

 Την ίδια περίοδο, η συμμετοχή της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας στις συνολικές στρατιωτικές δαπάνες είναι εξαιρετικά μικρή.

Συνολικά, μόλις το 10% κατά μέσο όρο ως ποσοστού των δαπανών για εξοπλισμούς καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή. Το 90% είναι εισαγωγές από ομίλους παραγωγής οπλικών συστημάτων των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Ρωσίας, της Ιταλίας, μέχρι και της Βραζιλίας (ERIEYE).

Έχει μεγάλη σημασία να επιμείνουμε στο ότι η συγκεκριμένη πορεία κυριαρχίας των εισαγωγών δεν αντικατοπτρίζει ιστορικές εγγενείς τεχνικές αδυναμίες της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας.

Αντίθετα, η εγχώρια πολεμική βιομηχανία έχει σημαντικές δυνατότητες, τόσο σε εγκατεστημένη τεχνική βάση όσο και σε τεχνογνωσία.

Οι δυνατότητες και ο εξοπλισμός της ΕΑΒ φαίνονται τόσο από τη συμμετοχή της στην παραγωγή των F16, από τη συμμετοχή της στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα UAV32 NEURON, το εγχώριας σχεδίασης και παραγωγής UAV MALE Πήγασος ΙΙ, που ήταν και πρωτοποριακό για τα δεδομένα της περιοχής, κλπ. Η ΕΑΒ έφτασε να παράγει το 29% της ατράκτου των αμερικανικών μαχητικών F16, αποτελώντας και το μοναδικό υποκατασκευαστή της παγκοσμίως. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει τις σημαντικές εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες. Στην πραγματικότητα όμως, η συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία συνιστά σχετικά ιδιαίτερα μικρό μέρος της συνολικής αξίας του αεροσκάφους, δεν αφορά μια δυνατότητα εγχώριας παραγωγής των απαραίτητων ανταλλακτικών που σχετίζονται με την καθημερινή χρήση και μια σχετική αυτάρκεια και δε δίνει τη δυνατότητα ανάπτυξης εγχώριου σχετικού εξοπλισμού, πρόβλημα που θα κληρονομήσει και η λαϊκή εξουσία από την άποψη της αναγκαίας θωράκισής της σε παραγωγή είτε αμυντικών είτε πολιτικών μέσων. Η εξέλιξη αυτή είναι χαρακτηριστική για τη συμμετοχή ορισμένων ελληνικών ομίλων ως υποκατασκευαστών πολεμικού υλικού. Αναλαμβάνουν την παραγωγή ορισμένων τμημάτων, χωρίς συνολική γνώση, δυνατότητα σχεδιασμού ή αυτοτελούς παραγωγής αμυντικού υλικού. Ουσιαστικά εντάσσονται σε μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους παραγωγής πολεμικού υλικού και η πορεία αλλά και οι απόψεις τους συνταυτίζονται με αυτές των μητρικών εταιριών τους.

Οι δυνατότητες της ΕΛΒΟ φαίνονται από τα πολυάριθμα προγράμματα ανακαίνισης τεθωρακισμένων οχημάτων που έχει αναλάβει επιτυχημένα, από την παραγωγή των τεθωρακισμένων ΛΕΩΝΙΔΑΣ και ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΙΙ και, τέλος, από το πρόσφατο συμβόλαιο που έκλεισε η ΜΕΤΚΑ για την κατασκευή των χαλύβδινων σκελετών για 62 άρματα μάχης Leopard-2A7 της γερμανικής Krauss-Maffei Wegmann, για συμβόλαιο το οποίο έχουν υπογράψει οι Γερμανοί με το Κατάρ. Σημειώνουμε ξανά πως ο όμιλος Μυτιληναίου είχε τον έλεγχο της ΕΛΒΟ μέχρι το 2010, ενώ η ΕΛΒΟ επί Μυτιληναίου είχε συμμετάσχει στην τελική κατεργασία Leopard 2 για τον Ελληνικό Στρατό.

Αντίστοιχα, οι δυνατότητες των ΕΑΣ φαίνονται από μια σειρά οπλικά συστήματα που έχουν παράξει και κυρίως από μια σειρά που τελικά δεν προχώρησαν για πολιτικούς και όχι τεχνολογικούς λόγους. Το γνωστότερο ίσως παράδειγμα είναι το υψηλών δυνατοτήτων αντιαεροπορικό Άρτεμις 30, που σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε από τα ΕΑΣ. Το φορητό αντιαρματικό ARIS IV της δεκαετίας του 1980 είναι χαρακτηριστικό, καθώς ήταν εγχώριο (σχεδιασμός και κατασκευή) και με σημαντικές δυνατότητες. Ωστόσο η παραγωγή του και η χρήση του δεν προχώρησε, με αποτέλεσμα να μη διαθέτει η χώρα εγχώρια επάρκεια για τέτοιου είδους οπλικά συστήματα, όπως τα αντιαρματικά που θα μπορούσαν να φανούν πολύτιμα σε μελλοντική περίπτωση επίθεσης κατά της εργατικής εξουσίας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το ενδεχόμενο εισβολής από ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη, τέτοια οπλικά συστήματα ανάσχεσης μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Κατά την εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο το 2006, η Χεζμπολάχ κατάφερε να αναχαιτίσει τα ισραηλινά άρματα μάχης αξιοποιώντας θαρραλέα και ευρηματικά ρωσικής κατασκευής αντιαρματικούς πυραύλους33. Οι απώλειες του ισραηλινού στρατού δεν έχουν ανακοινωθεί, αλλά κυμάνθηκαν από 10 έως 100 άρματα μάχης τελευταίας τεχνολογίας και θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλές.

Η εισαγωγή πολεμικού υλικού έχει πολλαπλές αρνητικές συνέπειες. Η σημαντική εξάρτηση του πολεμικού εξοπλισμού από τις εισαγωγές είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τις γενικότερες κατευθύνσεις της άρχουσας τάξης στο πλαίσιο των δεσμεύσεων ΕΕ και ΝΑΤΟ. Ο ελληνικός λαός χρυσοπληρώνει πανάκριβο πολεμικό υλικό, συχνά ακατάλληλο για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τις σχετικές αμυντικές ανάγκες, με κριτήριο αγοράς του όχι τη θωράκιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αλλά τις συνολικές ανάγκες των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, οι οποίες βέβαια εξυπηρετούν την αστική τάξη στην Ελλάδα, αλλά υπόκεινται και στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, υποτάσσονται στις δυνάμεις του ισχυρότερου, έτσι εξυπηρετούν την κερδοφορία των μονοπωλιακών ομίλων κατασκευής του πολεμικού υλικού, των εισαγωγέων και μερικών ελληνικών επιχειρήσεων που δρουν ως υποκατασκευαστές αυτών των ομίλων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διαπάλη για το νέο διαμέτρημα του φορητού οπλισμού του Ελληνικού Στρατού, η διαπάλη ανάμεσα στην επιλογή διατήρησης του υφιστάμενου διαμετρήματος 7,62 mm του πασίγνωστου στον αντρικό πληθυσμό G3, ή αν θα μεταβεί ο ΕΣ στο έτερο μικρότερο ΝΑΤΟϊκό διαμέτρημα 5.56 mm. Φυσικά επιχειρήματα υπάρχουν και από τις δύο πλευρές, και δεν είναι το άρθρο αυτό που μπορεί ή προτίθεται να λύσει την εν λόγω διαπάλη. Ωστόσο, είναι σαφές πως το επιχειρησιακό δόγμα του ΝΑΤΟ για ανάγκη δύναμης ταχείας επέμβασης και η πρόθεση αξιοποίησης του ΕΣ για μάχες μέσα στον αστικό ιστό, όπως προβλέπει το δόγμα του ΝΑΤΟ, γέρνει την πλάστιγγα υπέρ ενός ελαφρύτερου «επιθετικού όπλου» όπως ονομάζεται στη σχετική βιβλιογραφία, με διαμέτρημα 5.56 χιλ., σε αντίθεση με τα βαρύτερα, ισχυρότερα σε μεγάλες αποστάσεις και περισσότερο κατάλληλα αμυντικά όπλα, όπως τα υφιστάμενα τυφέκια του ΕΣ. Για να θυμηθούμε και πάλι τον Ένγκελς, δεν καθορίζει το μέσο το σκοπό, αλλά ο σκοπός το μέσο. Γενικότερα, η επιλογή των οπλικών συστημάτων από τις ελληνικές κυβερνήσεις γίνεται με βασικό κριτήριο και το ποιος τα πουλάει. Έτσι, ορισμένες φορές οπλικά συστήματα μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας δεν κρίνονται με βάση αυτήν την αποτελεσματικότητα, αλλά με βάση την προέλευση του πωλητή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολυσυζητημένη διαμάχη αγοράς αντιαεροπορικών πυραύλων μεγάλης εμβέλειας από την Πολεμική Αεροπορία. Τα δύο αντίπαλα συστήματα ήταν το αμερικανικής κατασκευής PATRIOT και το ρωσικής κατασκευής S300. Το 1998 έγινε η επιλογή υπέρ των PATRIOT, ενώ τα ρωσικά αντιαεροπορικά γενικά θεωρήθηκαν ως φθηνότερα και υψηλοτέρων προδιαγραφών.34 Είχαν επίσης το πλεονέκτημα ότι είχαν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζουν αμερικανικά μαχητικά, με τα οποία ήταν και είναι εφοδιασμένος ο θεωρούμενος από την άρχουσα τάξη ως στρατηγικός αντίπαλος στην περιοχή, η Τουρκία. Ωστόσο η επιλογή των S300 δεν προχώρησε, καθώς δεν ήταν συμβατή με το ΝΑΤΟϊκό χαρακτήρα της χώρας.35 Άλλωστε, γύρω από τους S300 αξίζει να θυμηθούμε το «βέτο» για την εγκατάστασή τους στην Κύπρο, μετά τη σχετική αγορά τους από την Κυπριακή Δημοκρατία. Για την ιστορία, οι κυπριακοί S300 τελικά βρέθηκαν στην Κρήτη, όπου γενικά παραμένουν απενεργοποιημένοι.

Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η δυνατότητα των μονοπωλιακών ομίλων που παράγουν τα εισαγόμενα οπλικά συστήματα και των σχετικών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, του ΝΑΤΟ, να ελέγχουν την αξιοποίηση των οπλικών συστημάτων που έχουν αγοραστεί.

Στα σύγχρονα οπλικά συστήματα, το λογισμικό και τα ηλεκτρονικά συστήματα γενικότερα παίζουν σπουδαίο ρόλο. Οι στρατιωτικοί ψηφιακοί ασύρματοι υλοποιούν τόσο την κρυπτογράφηση των σημάτων όσο και τα πρωτόκολλα αναπήδησης και διάχυσης του σήματος σε πολλαπλές συχνότητες μέσω λογισμικού. Τα συστήματα ραντάρ επίσης υλοποιούν κρίσιμα υποσυστήματά τους μέσω λογισμικού. Γενικότερα, τα συστήματα ελέγχου και επικοινωνίας θεωρούνται πολύ πιο κρίσιμο χαρακτηριστικό, απ’ ό,τι το μεταλλικό περίβλημα του όπλου. Σε όλο τον κόσμο, η πρόσβαση σε στοιχεία του πηγαίου κώδικα κρίνεται ως καθοριστικό στοιχείο που κρίνει συμβάσεις οπλικών συστημάτων.36

Στα εισαγόμενα οπλικά συστήματα, το καθοριστικής σημασίας λογισμικό ελέγχεται από τα μονοπώλια παραγωγής, πρακτικά άμεσα από το ΝΑΤΟ. Έτσι, για παράδειγμα, το λογισμικό των αεροσκαφών, των αντιαεροπορικών συστημάτων, των μη επανδρωμένων αεροσκαφών δύναται να έχει τροποποιηθεί ώστε να εξυπηρετεί και σε τεχνικό επίπεδο τα σχέδια του ΝΑΤΟ. Δημιουργεί βάσιμες αμφιβολίες η δυνατότητα κατάρριψης ενός ΝΑΤΟϊκού αεροσκάφους από τα αντιαεροπορικά συστήματα PATRIOT, σε μια ενδεχόμενη προσπάθεια αξιοποίησης του υλικού για την άμυνα της εργατικής εξουσίας από τον επαναστατημένο λαό, που θα έχει καταλάβει τις σχετικές υποδομές. Είναι αστείο να μιλάμε για αντοχή σε ηλεκτρονικό πόλεμο του εξοπλισμού, όταν με τους κατάλληλους κωδικούς όλα τα εισαγόμενα συστήματα ενδέχεται να «τυφλωθούν».

Το μεγάλο βάρος των εισαγωγών οδηγεί σε μικρότερες δυνατότητες της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας. Η μικρότερη παραγωγή επηρεάζει άμεσα και τις δυνατότητες αυτάρκειας και ανεφοδιασμού σε περίπτωση κρίσης. Από τη σκοπιά του ΚΚΕ, κρίσιμες είναι οι δυνατότητες της εγχώριας μελλοντικής πολεμικής βιομηχανίας να παράγει επαρκές υλικό για να στηρίξει την άμυνα μιας μελλοντικής εργατικής εξουσίας.

Ωστόσο, μπορεί να οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά κέρδους για τους εγχώριους ομίλους, που αξιοποιούνται είτε ως μεσάζοντες είτε ως λήπτες των ΑΩ (αντισταθμιστικών ωφελημάτων), αφού με μικρές κεφαλαιουχικές επενδύσεις πετυχαίνουν υψηλά κέρδη. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κατάσταση που βρίσκει ωφελημένους τόσο τους εγχώριους ομίλους παραγωγής και εμπορίας όσο και τους μεγάλους διεθνείς κατασκευαστές.

Επίσης, πρέπει να σημειώσουμε πως η συνεχιζόμενη πορεία απαξίωσης της ΕΑΒΙ οδηγεί τελικά σε «μαρασμό». Σταδιακά, καθίσταται αντικειμενικά αδύνατο για την ΕΑΒΙ να προχωρήσει σε εγχώρια ανάπτυξη οπλικών συστημάτων.

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΩΝ ΣΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΧΡΕΟΣ

 Σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για εισαγωγές όπλων κατά την περίοδο 1974-2010, η Ελλάδα έκανε εισαγωγές όπλων αξίας 32 δισ. δολαρίων (σε σταθερές τιμές 1990), που σε σημερινές τιμές υπερβαίνουν τα 55 δισ. δολάρια. Συγχρόνως, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της Ελλάδας, σχεδόν σε όλη αυτήν την περίοδο, ήταν αρνητικό. Αυτό σημαίνει πως οι εισαγωγές οπλικών συστημάτων οδήγησαν σε επιπλέον αύξηση του εξωτερικού δανεισμού. Ο ακριβής υπολογισμός της επίπτωσης των εισαγωγών όπλων στο κρατικό χρέος είναι δύσκολο να επιτευχθεί, ενώ πρέπει να συνυπολογιστεί πως ένα μεγάλο τμήμα του εν λόγω χρέους και τον τόκων που το συνοδεύει κεφαλαιοποιήθηκε και επιδείνωσε επιπλέον το κρατικό χρέος. Μπορούμε ωστόσο να ισχυριστούμε με βεβαιότητα πως πρόκειται για σημαντικό τμήμα του. Το 2003 ο Ν. Χριστοδουλάκης, ως υπουργός, δήλωνε στη Βουλή πως «τουλάχιστον 25 μονάδες του δημόσιου χρέους οφείλονται στις δικαιολογημένες μεν, αλλά ιδιαιτέρως αυξημένες αμυντικές δαπάνες της χώρας μας»37. Ξεκινώντας από αυτούς τους υπολογισμούς και λαμβάνοντας υπόψη τόσο την κεφαλαιοποίηση τόκων την περίοδο από το 2003 μέχρι και την εκδήλωση της κρίσης όσο και τις νέες δαπάνες για πολεμικό υλικό, μεγάλο τμήμα των οποίων πραγματοποιήθηκε με εξωτερικό δανεισμό, μπορούμε να εκτιμήσουμε πως το 2009 το κρατικό χρέος που σχετιζόταν με αμυντικές/πολεμικές δαπάνες ξεπερνούσε το 50% του ΑΕΠ και αποτελούσε περίπου το 40% του κρατικού χρέους. Το ΚΚΕ επισημαίνει, στις Θέσεις της ΚΕ για το 19ο Συνέδριο, πως ένας από τους παράγοντες διόγκωσης του χρέους είναι «οι τεράστιες δαπάνες σε εξοπλιστικά προγράμματα και αποστολές για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ».

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΤΟ

 Η πολιτική της ΕΕ για την πολεμική/αμυντική βιομηχανία είναι το σύνθετο αποτέλεσμα της ανάγκης διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών μονοπωλιακών ομίλων απ’ τη μία και της ανάγκης διαμόρφωσης μιας ισχυρής ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας, ως κρίσιμης συνιστώσας της κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύσσονται αντιφατικοί δεσμοί με το ΝΑΤΟ και με τις ΗΠΑ ειδικότερα, σύμπραξης και συμμετοχής απ’ τη μία, ανάγκη δυνατότητας διαχωρισμού και ανεξαρτησίας απ’ την άλλη. Την ίδια στιγμή τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν αυτοτελή κρατική πολιτική για την άμυνα και για τον κρίσιμο τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, επιδιώκοντας ισχυρή εθνική πολεμική βιομηχανία. Ωστόσο, δε βρίσκονται σε κάθετη αντίθεση μεταξύ τους, καθώς τόσο οι ΜμΕ επιχειρήσεις του πολεμικού τομέα όσο και οι μονοπωλιακοί όμιλοι συγκεντρώνονται σε έξι χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία και Μ. Βρετανία).

Επισημαίνουμε πως η ΕΕ δεν μπορεί να επιλύσει τις διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνεχιζόμενη διαπάλη Ισπανίας και Μ. Βρετανίας για την κυριαρχία του Γιβραλτάρ, διαπάλη που δεν έχει απλά διπλωματικό χαρακτήρα. Σε διπλωματικό επίπεδο, μετά την απόφαση για Brexit, η Ισπανία έκανε επίσημη τοποθέτηση για αλλαγή κυριαρχίας στο Γιβραλτάρ. Σε στρατιωτικό επίπεδο, τελευταίο επεισόδιο κλιμάκωσης ήταν η ανταλλαγή προειδοποιητικών βολών ανάμεσα σε περιπολικά σκάφη των δύο κρατών,38 ενώ προηγούμενο αξιοσημείωτο περιστατικό ήταν η απόβαση Βρετανών κομάντο που, λόγω «λαθεμένης ανάγνωσης του χάρτη»,39 αποβιβάστηκαν σε μια ισπανική παραλία το 2002.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «προωθεί ενεργά την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Κεντρικός στόχος της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής είναι η ανάπτυξης μιας καινοτόμας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Βάσης (ΕΑΒΤΒ). Η ΕΑΒΤΒ είναι σημαντική για μια αποτελεσματική Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας της ΕΕ. Η πολιτική αυτή είναι σχεδιασμένη για να δώσει στην ΕΕ δυνατότητα αυτόνομης δράσης όταν απαντά σε διεθνείς κρίσεις, χωρίς προκατάληψη σε δράσεις του ΝΑΤΟ. Μια ανταγωνιστική ΕΑΒΤΒ απαιτείται επίσης για να δώσει στην Ευρώπη την ικανότητα να συνεργάζεται διεθνώς στην ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικού υλικού»40.

Με βάση τα στοιχεία της Κομισιόν, ο «αμυντικός τομέας» στην ΕΕ απασχολεί ευθέως 500.000 εργαζόμενους, είχε το 2014 ένα κύκλο εργασιών περίπου 100 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει 1350 ΜμΕ41 επιχειρήσεις.

Στο βασικό κείμενο αναφοράς «Μια Νέα Συμφωνία Για Την Αμυντική Βιομηχανία», η Κομισιόν επισημαίνει τη διεύρυνση του χάσματος στη χρηματοδότηση της έρευνας και ανάπτυξης στο στρατιωτικό τομέα τόσο απέναντι στις ΗΠΑ, επισημαίνοντας πως αυτό το χάσμα «θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα της Ένωσης να παράξει τις επόμενες γενιές αμυντικού εξοπλισμού», όσο και απέναντι στους BRICS, καταλήγοντας πως οδηγεί «μακροπρόθεσμα σε σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα για την ευρωπαϊκή ασφάλεια».

Πρέπει να σημειώσουμε πως η προσπάθεια των ευρωπαϊκών κρατών να βελτιώσουν την ανταγωνιστική θέση των μονοπωλιακών ομίλων τους στην αγορά αμυντικού υλικού, για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους, δεν είναι καινούργια. Οι ευρωπαϊκοί όμιλοι παραγωγής αμυντικού υλικού βρίσκονται διαχρονικά σε σχετικά μειονεκτική θέση σε σχέση με τους αμερικανικούς ανταγωνιστές τους. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτησή τους στη δεύτερη βαθμίδα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με βάση την προαναφερθείσα μελέτη.

Οι ευρύτερες συνεργασίες ανάμεσα στους μονοπωλιακούς ομίλους των διαφορετικών κρατών-μελών μπορούν να απαντήσουν στο μεγάλο κόστος ανάπτυξης των οπλικών συστημάτων που αυξάνεται αλματωδώς42, στη στενότητα των εθνικών αγορών, οδηγώντας στη διαμόρφωση ευρύτερων σχημάτων ανταγωνιστικών στην παγκόσμια αγορά.

Η πολιτική της ΕΕ για το θέμα εξελίσσεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Το 2004 ιδρύθηκε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, με στόχο «να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τις αμυντικές ικανότητες για την κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας»43, που εξειδικεύεται σε τρεις επιμέρους στόχους: «α) Την υποστήριξη των ευρωπαϊκών αμυντικών ικανοτήτων και της στρατιωτικής συνεργασίας, β) την τόνωση της πολεμικής τεχνολογίας και την ισχυροποίηση της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας και γ) τη συνέργεια με τις υπόλοιπες πολιτικές της ΕΕ»44.

 

Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

 Υπενθυμίζουμε πως γενικά, ξεκινώντας ήδη από τη Συνθήκη «Άνθρακα και Χάλυβα», η νομοθεσία της ΕΕ υπαγορεύει συγκεκριμένη πολιτική γι’ αυτούς τους βασικούς βιομηχανικούς τομείς, αποτρέποντας ουσιαστικά τη, μέσα από κρατική ενίσχυση, αλλαγή της παραγωγικής διάρθρωσης στον άνθρακα και στο χάλυβα σε επίπεδο κρατών. Γι’ αυτό και κάθε αναπτυξιακός νόμος έχει ως ρητή και συγκεκριμένη πρόβλεψη την απαγόρευση ενισχύσεων σ’ αυτούς τους τομείς.

Το άρθρο 346 της συνθήκης λειτουργίας της ΕΕ (το άρθρο 296 της συνθήκης της ΕΕ) εισάγει μια ρήτρα εξαίρεσης. Δίνει στα κράτη-μέλη την ελευθερία επιλογής εθνικών προμηθευτών για πολεμικούς εξοπλισμούς, χωρίς αυτό να θεωρείται έμμεση κρατική ενίσχυση. Ουσιαστικά, το συγκεκριμένο άρθρο έχει το χαρακτήρα ειδικών διατάξεων προστατευτισμού της πολεμικής βιομηχανίας.

Κομβικό σημείο εξέλιξης της ευρωενωσιακής πολιτικής είναι η οδηγία 81/2009 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είχε ως κεντρικό στόχο τη «σταδιακή διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού», ως «αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί η αμυντική βιομηχανική και τεχνολογική βάση στην Ευρώπη και να αναπτυχθούν οι στρατιωτικές δυνατότητες που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας». Η οδηγία αυτή, μαζί με την οδηγία 43/2009, αποτελούν το λεγόμενο «πακέτο άμυνας» της ΕΕ, στο γνωστό μότο των πακέτων απελευθέρωσης των διάφορων κλάδων.

Κεντρικός στόχος του «πακέτου άμυνας» και ειδικά της πρώτης οδηγίας ήταν «να αυξηθεί ο ανταγωνισμός» και κυρίως να «μειωθεί η χρήση της ρήτρας του άρθρου 346 της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ».

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η νέα οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του 2013, που αναφέρει νέα συγκεκριμένα μέτρα παρακολούθησης και εφαρμογής της οδηγίας 81/2009.

Ουσιαστικά το σύνολο της ευρωενωσιακής πολιτικής καταργεί σταδιακά τις διατάξεις προστατευτισμού της πολεμικής βιομηχανίας και οδηγεί στην περαιτέρω απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και στον τομέα των πολεμικών εξοπλισμών, κατεύθυνση φυσικά που επίσης δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένη με τους πυλώνες ύπαρξης της ΕΕ.

 Στόχος των αλλαγών αυτών είναι η δημιουργία μεγάλων ανταγωνιστικών ομίλων πολεμικού υλικού στην ΕΕ και θα οδηγήσει την εναπομείνασα εγχώρια αμυντική βιομηχανία στη συρρίκνωση και στη συγχώνευση με μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους πολεμικού υλικού.

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΤΟΥ ΝΑΤΟ

 Ο οργανισμός έχει μια ολόκληρη πολυσύνθετη δομή με κεντρικό στόχο τη διασφάλιση ενιαίας πολιτικής προμηθειών για όλα τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Τμήμα Επενδύσεων Άμυνας (Defence Investment Division) και ο Οργανισμός Υποστήριξης και Προμηθειών (NATO Support and Procurement Organisation), στόχος των οποίων είναι «η ανάπτυξη των στρατιωτικών ικανοτήτων και η επίβλεψη των επενδύσεων στο ΝΑΤΟϊκό ενεργητικό, εξασφαλίζοντας πως οι δυνάμεις που είναι ενταγμένες στη συμμαχία είναι κατάλληλα εξοπλισμένες και μπορούν να αλληλοσυμπληρωθούν για την εκτέλεση όλων των στρατιωτικών αποστολών».

Ουσιαστικά, μέσα από την πολυσύνθετη δομή τους, οι ΝΑΤΟϊκές δεσμεύσεις οδηγούν σε συγκεκριμένες προδιαγραφές για το σύνολο σχεδόν των στρατιωτικών προμηθειών των ΕΔ, από το διαμέτρημα των βλημάτων, τα χρώματα βαφής και το είδος των λιπαντικών, μέχρι το είδος των αεροσκαφών, τις ανάγκες τα ηλεκτρονικά συστήματα των βαρέων όπλων να συνδυάζονται μεταξύ τους κ.ά. Η διαδικασία αυτή αυτόματα περιορίζει σημαντικά τους δυνητικούς προμηθευτές των ΕΔ σε προμηθευτές που παράγουν υλικά με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά, το πολεμικό υλικό των ΕΔ προέρχεται σε συντριπτικό βαθμό από βιομηχανίες των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης, λόγω και αυτών των συγκεκριμένων δεσμεύσεων και προδιαγραφών.

 

Η ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

 Στο παρόν κείμενο δε θα σταθούμε σε μια εξέταση της ιστορίας της σχετικής κυβερνητικής πολιτικής, η οποία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά. Πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε πως από το δάνειο της ανεξαρτησίας και την «Καρτερία»45, μέχρι τα σημερινά υποβρύχια Τype 214, οι μεγάλες κρατικές παραγγελίες πολεμικού υλικού συνδέονται με υπέρογκες προμήθειες, με τεράστιο εξωτερικό δανεισμό, μικρή εγχώρια συμμετοχή, και ορισμένες με ελαττωματικό υλικό.

 Πολύ συνοπτικά, παρά τις μεταβολές στη μορφή της σχετικής κυβερνητικής πολιτικής τα τελευταία 30 χρόνια –από το πρόγραμμα «ελληνοποίησης» των αμυντικών εξοπλισμών του «ΥΠΕΘΑ με αντίστροφη σχεδίαση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και σταμάτησε μετά από την ίδρυση της ΓΔΕ το 1985»46, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα– μέχρι τη σημερινή κατάσταση, παρά τις διαφορές στο νομοθετικό πλαίσιο, το τελικό αποτέλεσμα ήταν πως οι αμυντικές συμβάσεις είχαν κυρίως ως αποτέλεσμα κολοσσιαίες αγορές οπλικών συστημάτων, από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η εγχώρια συμμετοχή ήταν σχετικά μικρή και περιοριζόταν σε δευτερεύοντα και μικρής αξίας οπλικά συστήματα, σε συνοδευτικό στρατιωτικό υλικό ή σε υπεργολαβίες των ομίλων που πωλούσαν το υλικό. Συγχρόνως, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία και οι παχυλές συμβάσεις αξιοποιήθηκαν από την άρχουσα τάξη και τις διαδοχικές κυβερνήσεις ως εργαλεία με τα οποία διοχετεύτηκαν τεράστια ποσά στους εγχώριους ομίλους.

 

ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ

 Με τον όρο «αντισταθμιστικά ωφελήματα» η αστική σκέψη χαρακτηρίζει μια σειρά από παροχές που λαμβάνει η χώρα που αγοράζει ένα οπλικό σύστημα, από τη χώρα/επιχείρηση που το πουλάει. «Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (ΑΩ) είναι οι συμπληρωματικές παροχές στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης προμήθειας, οι οποίες υλοποιούνται ως ανταπόδοση /επιστροφή προς τη χώρα-αγοραστή, μέρους της εξοπλιστικής δαπάνης με ευθύνη των μη εγχώριων προμηθευτών και μετά από έλεγχο των αρμοδίων υπηρεσιών του ΥΠΕΘΑ και αποτελούν υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση κύριας προμήθειας. Τα ΑΩ είναι ανταποδοτικό συμπλήρωμα της προμήθειας αμυντικού υλικού και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επιβαρύνουν τη συνολική χρηματική δαπάνη της»47.

Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική, διακηρυττόμενος στόχος της οποίας είναι η αξιοποίηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων για την ενίσχυση πλευρών της εγχώριας βιομηχανίας, συνήθως της πολεμικής ή της βαριάς βιομηχανίας. Με έναν τρόπο, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα μπορούν να γίνουν κατανοητά ως «προμήθεια» που λαμβάνει το κράτος για την υλοποίηση μιας συγκεκριμένης κρατικής αγοράς αμυντικού υλικού.

Στην Ελλάδα, τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα αφορούν την ενίσχυση της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, αλλά και δράσεις του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα υπολογίζονται ποσοτικά. Αποτιμάται το ύψος καθεμιάς από τις επιμέρους δράσεις που συνιστούν τα ΑΩ που σχετίζονται με μια σύμβαση και στη συνέχεια επιβάλλεται ένας πολλαπλασιαστικός συντελεστής ανάλογα με το είδος της δράσης, συντελεστής που μπορεί να φτάσει μέχρι και το 10. Με βάση τη νομοθεσία, το συνολικό ύψος των ΑΩ (μετά από την επιβολή των συντελεστών) πρέπει να φτάνει τουλάχιστον στο ύψος της αρχικής σύμβασης.

Παρά τις φαινομενικά θετικές πλευρές τους, τα αντισταθμιστικά ωφελήματα δεν μπορούν να «αντισταθμίσουν» τις συνέπειες της καπιταλιστικής ανισομετρίας που οδηγεί σε τεράστιο όγκο εισαγωγών.

Σε αμιγώς λογιστικό επίπεδο, τα ΑΩ δεν ελαττώνουν τη δαπάνη μιας σύμβασης αγοράς αμυντικού υλικού, αφού το προσφερόμενο τίμημα μιας σύμβασης είναι προσαυξημένο κατά το ύψος της πραγματικής αξίας των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων που προσφέρει ο πωλητής στον αγοραστή.

 Πρέπει να επισημάνουμε πως τα ΑΩ δεν είναι, όπως θέλουν να τα εμφανίσουν, «εθνική υπόθεση». Πρόκειται για μηχανισμό έμμεσης κρατικής χρηματοδότησης συγκεκριμένων βιομηχανιών παραγωγής αμυντικού/πολεμικού υλικού, που δεν ανήκουν κατ’ ανάγκη στο κράτος, με την επιχείρηση που γίνεται αποδέκτης των ΑΩ ουσιαστικά να χρηματοδοτείται εμμέσως από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Συγχρόνως, τα ΑΩ μπορεί να ωφελούν ευθέως τον πωλητή του πολεμικού υλικού. Αυτό συμβαίνει ειδικά στην περίπτωση που τα ΑΩ περιλαμβάνουν παραγωγή ενός τμήματος οπλικού συστήματος στη χώρα λήψης των ΑΩ, αν το κόστος εργασίας είναι χαμηλότερο. Έτσι, πίσω από τη δευτερεύουσα σύμβαση που εμφανίζει μια συμπαραγωγή ως αντισταθμιστικό όφελος για τη χώρα που αγοράζει τον οπλικό εξοπλισμό, κρύβεται μια διαδικασία outsourcing και ελάττωσης του κόστους παραγωγής για το μητρικό όμιλο. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πρόταση της Τουρκίας για αύξηση της τοπικής παραγωγής των μαχητικών αεροσκαφών τύπου F35, με το σκεπτικό της μείωσης του συνολικού κόστους48. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η αξιοποίηση της πολεμικής βιομηχανίας της χώρας αγοραστή για παραγωγή αναλώσιμων, ανταλλακτικών ή για παροχή υπηρεσιών συντήρησης με μικρότερο κόστος για το κυρίως αμυντικό υλικό, που εμφανίζεται ως «απορρόφηση προϊόντων της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας».

Τέλος, η μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας στην εγχώρια βιομηχανία είναι κατά απόλυτο κανόνα χαμηλής κλίμακας και δεν οδηγεί σε δυνατότητα «κλωνοποίησης» του αμυντικού υλικού, πολλώ δε μάλλον σε δυνατότητα σχεδιασμού νέου αμυντικού υλικού. Τα μέρη που προσφέρονται για παραγωγή στη χώρα αγοράς του αμυντικού υλικού περιέχουν μικρό τμήμα της απαιτούμενης τεχνολογίας για την κατασκευή ενός σύνθετου οπλικού συστήματος, και συνήθως τεχνολογίες που απέχουν από τις τεχνολογίες αιχμής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της Βρετανίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ένας από τους λόγους για τους οποίους απέρριψαν τότε οι Βρετανοί την αγορά των αμερικανικών αρμάτων μάχης Abrams M1A1 και προέκριναν την εγχώρια σχεδίαση και ανάπτυξη του βρετανικού άρματος μάχης ήταν πως η συμπαραγωγή που πρότειναν οι Αμερικανοί αφορούσε αποκλειστικά τα μηχανολογικά μέρη, το θώρακα, μηχανικά εξαρτήματα κ.ά., και όχι τον κρίσιμο για ένα σύγχρονο άρμα μάχης τομέα των ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου.

Αντίστοιχο χαρακτήρα έχει η διένεξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και στις χώρες με τις οποίες συνεργάζονται για την παραγωγή του μαχητικού αεροσκάφους F35, με τις ΗΠΑ να ξεκαθαρίζουν πως ο πηγαίος κώδικας (source code) που ελέγχει το σύνολο των λειτουργιών του αεροσκάφους δεν πρόκειται να διατεθεί σε καμία από τις συνεργαζόμενες χώρες.49 Σημειώνουμε πως ο πηγαίος κώδικας στα σύγχρονα οπλικά συστήματα είναι ύψιστης σημασίας, επιτρέποντας ακόμα και την απομακρυσμένη λειτουργία του αεροσκάφους. Κατά τεκμήριο, τα κρίσιμα στοιχεία ενός αμυντικού υλικού δε διατίθενται ως τεχνογνωσία σε συμβάσεις αντισταθμιστικών ωφελημάτων.

Εξάλλου, η ενδογενής συνθετότητα, οι ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις των πολεμικών συστημάτων και η εγγενής δυσκολία πραγματικών δοκιμών τους καθιστούν αναγκαία μια ιδιαίτερα εκτεταμένη βιομηχανική βάση για την παραγωγή σύγχρονων αμυντικών συστημάτων. Ακόμα και η παροχή κάποιας τεχνογνωσίας μέσα από τα αντισταθμιστικά ωφελήματα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απαιτούμενη αναπτυγμένη βιομηχανική βάση. Φυσικά, σε τοπικό επίπεδο, η τεχνολογική αιχμή διαφοροποιείται, συχνά κατά περισσότερες από μία δεκαετίες, από την αντίστοιχη σε παγκόσμιο επίπεδο. Έτσι, η παροχή τεχνογνωσίας που για το μονοπωλιακό όμιλο θεωρείται παρωχημένη μπορεί να έχει ουσιαστικό ρόλο σε τοπικό επίπεδο, δοθέντος ενός επιπέδου βιομηχανικής ανάπτυξης δυνάμενου να υποστηρίξει μια τέτοια τεχνογνωσία.

Τα ΑΩ ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τον περασμένο Μάρτη, με μια τροπολογία που κατέθεσε ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος. Η τροπολογία αναφέρεται σε ανεκτέλεστες συμβάσεις ΑΩ, δηλαδή σε συμβάσεις που, ενώ έχει υλοποιηθεί η κύρια σύμβαση, δεν έχουν υλοποιηθεί οι συμπληρωματικές. Για τις περιπτώσεις αυτές, η τροπολογία Καμμένου προβλέπει δυνατότητα ρύθμισης με νέες συμβάσεις ΑΩ και ταυτόχρονη παύση των ποινικών ευθυνών. Η ρύθμιση αυτή είναι κραυγαλέα ρύθμιση υπέρ των ομίλων παραγωγής και εισαγωγής πολεμικού υλικού. Ακυρώνει τα ΑΩ, αφού επιτρέπει την αντικατάστασή τους με άλλα, παρά το γεγονός πως οι αρχικές συμβάσεις συνομολογήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα οικονομικά στοιχεία, αλλά και το είδος των ΑΩ. Σημειώνεται πως, με βάση στοιχεία που έδωσε το 2014 ο ΥΠΕΘΑ στη Βουλή, το ύψος των ανεκτέλεστων συμβάσεων έφθανε τα 3 δισ. ευρώ.

 

Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 81/2009

 Τελευταίο σημείο καμπής στην εξέλιξη της κρατικής πολιτικής για την πολεμική βιομηχανία ήταν η ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της οδηγίας 81/2009 που, όπως είπαμε νωρίτερα, ουσιαστικά δρομολογεί την «απελευθέρωση» στον τομέα των αμυντικών προμηθειών, περιορίζοντας δραστικά τη δυνατότητα των κρατών-μελών να αναθέτουν απευθείας στις εγχώριες βιομηχανίες την παραγωγή πολεμικού εξοπλισμού. Χρησιμοποιεί ως τεκμήριο δικαιολόγησης, για να προωθήσει τη νέα νομοθεσία για τις αμυντικές προμήθειες, τη μόνιμη «οσμή σκανδάλων» που διατρέχει το χώρο των πολεμικών εξοπλισμών.

Το τυπικό κείμενο της οδηγίας, αλλά και η εθνική του αποτύπωση φυσικά επιτρέπουν ως ένα βαθμό την εξαίρεση των αμυντικών προμηθειών από τις διαγωνιστικές διαδικασίες και την «ελεύθερη» αγορά. Ωστόσο, το κείμενο της αιτιολογικής έκθεσης είναι απολύτως σαφές και κάνει λόγο για αναγκαίες μελλοντικές αλλαγές της νομοθεσίας «ανάλογα με την ωρίμανση και την οριστικοποίηση των κοινών ευρωπαϊκών αντιλήψεων στα θέματα που συνδέονται με την Οδηγία, κυρίως μέσω της πρακτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ»… Ουσιαστικά, προκαταλαμβάνονται οι νέες αποφάσεις της Κομισιόν σχετικά με τη «χαλαρή» εφαρμογή της οδηγίας 2009/81, ενώ επισημαίνεται, επίσημα, πως το εύρος εφαρμογής των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 296 επαφίεται στην κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Είναι σαφής η απόλυτη ευθυγράμμιση της κρατικής πολιτικής με την ευρωπαϊκή επιτροπή για το θέμα της εφαρμογής της Οδηγίας.

Ακόμα πιο αποκαλυπτική για το περιεχόμενο της πολιτικής είναι η τοποθέτηση της κυβέρνησης σχετικά με την κατάργηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, που επίσης περιλαμβανόταν στον εν λόγω νόμο: «Για όλους αυτούς τους λόγους, τα ΑΩ βρίσκονται και στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σημασία έχει επομένως τώρα η συμμετοχή ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκές κοινοπραξίες, η μεταφορά τεχνογνωσίας, η παραγωγή καινοτομίας, η συμμετοχή σε βιομηχανικές συμπράξεις». Αν εξαιρέσουμε τη χιλιοειπωμένη καραμέλα περί «καινοτομίας», η στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής για οργανική ενσωμάτωση των εγχώριων επιχειρήσεων πολεμικής βιομηχανίας σε μεγάλες ευρωπαϊκές κοινοπραξίες είναι απολύτως σαφής. Πρόκειται ουσιαστικά για πλήρη σύμπλευση με το βαθύ πυρήνα της πολιτικής της ΕΕ στο συγκεκριμένο ζήτημα, που επιζητά την ολοκλήρωση των αμυντικών βιομηχανιών σε ευρωπαϊκή βάση.

 

ΔΙΑΔΟΧΙΚΟΙ ΓΥΡΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ

 Σήμερα, οι τρεις βασικοί όμιλοι παραγωγής πολεμικού υλικού, ΕΑΣ, ΕΑΒ και ΕΛΒΟ, είτε ανήκουν εξολοκλήρου είτε κατά πλειοψηφία μετοχικού μεριδίου στο ελληνικό κράτος.

Στη μακρόχρονη πορεία ανάπτυξης της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, το ιδιοκτησιακό καθεστώς μεταλλάσσεται ανάλογα με τις τρέχουσες ανάγκες της καπιταλιστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παλαιότερη επιχείρηση παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, η ΠΥΡΚΑΛ, ιδρύθηκε ως ιδιωτική επιχείρηση στα τέλη του 19ου αιώνα, πέρασε στα χέρια του κράτους το 1982, προωθήθηκε η ιδιωτικοποίησή της στις αρχές της δεκαετίας του 2000 –που δεν ολοκληρώθηκε– και προχώρησε η συγχώνευσή της με την Ελληνική Βιομηχανία Όπλων, στο σχήμα των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων.

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ξεκίνησε η συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των πολεμικών βιομηχανιών. Έγιναν προσπάθειες ιδιωτικοποίησης και των τεσσάρων κρατικών πολεμικών βιομηχανιών. Η προσπάθεια τελεσφόρησε μόνο για την ΕΛΒΟ, το μάνατζμεντ της οποίας –όπως έχουμε ήδη αναφέρει– εκχωρήθηκε στον όμιλο Μυτηλιναίου. Στη συνέχεια, η ΕΛΒΟ επανήλθε στα χέρια του κράτους.

Τελευταία πράξη των γύρων ιδιωτικοποίησης είναι η ένταξη της ιδιωτικοποίησης των πολεμικών βιομηχανιών στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2011, μαζί με την ιδιωτικοποίηση μιας ολόκληρης σειράς κρατικών βιομηχανιών, με την απαίτηση ολοκλήρωσης της ιδιωτικοποίησης μέσα στο 2013. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ είχε ανακοινώσει πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων στρατιωτικού υλικού. Το πρόγραμμα ακολούθησε τη γνωστή συνταγή της «εξυγίανσης εν λειτουργία» και συνοδεύτηκε με τα γνωστά επιχειρήματα περί ζημιογόνων κρατικών επιχειρήσεων και «τεμπέληδων δημόσιων υπάλληλων».

Τελικά, ανακοινώθηκε αρχικά ένα πρόγραμμα «αναδιάρθρωσης» για τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) και για την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων (ΕΒΟ), ενώ ο αντίστοιχος σχεδιασμός για την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) παραπέμφθηκε στο επόμενο διάστημα. Το κυβερνητικό σχέδιο προέβλεπε κύμα απολύσεων, κλείσιμο μονάδων παραγωγής, πώληση ακίνητης περιουσίας των επιχειρήσεων και κατάλληλη αναδιαμόρφωσή τους ώστε να καταστούν κερδοφόρες για να προχωρήσει στη συνέχεια η ιδιωτικοποίησή τους. Η βασική κυβερνητική προπαγάνδα έκανε λόγο «για ζημιογόνες επιχειρήσεις στις οποίες έπρεπε επιτέλους να μπει τάξη».

Η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ πάγωσε προσωρινά τις διαδικασίες εκκαθάρισης των δύο επιχειρήσεων. Ωστόσο, η κατάσταση των επιχειρήσεων δε βελτιώθηκε και, μετά από τη δεύτερη εκλογική νίκη των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η κρατική ΕΑΒΙ δε βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Το περασμένο φθινόπωρο, διέρρευσε ένα σχέδιο συσσωμάτωσης της ΕΛΒΟ, της ΕΑΣ και των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά σε έναν ενιαίο καινούργιο φορέα. Όμως το σχέδιο αυτό παρέμεινε ως διαρροή.

Η κυβέρνηση σήμερα συνεχίζει την πορεία συρρίκνωσης των ΕΑΣ και της ΕΛΒΟ. Τελευταίες δημοσιογραφικές πληροφορίες θέλουν την κυβέρνηση να προετοιμάζει την ιδιωτικοποίηση της ΕΛΒΟ και να διατηρεί τα ΕΑΣ ως κρατική επιχείρηση που θα αναλάβει την προμήθεια των ΕΔ σε πυρομαχικά και σε ελαφρά όπλα. Συγχρόνως, οι στενοί δεσμοί της ΕΑΒ με τον αμερικανικό όμιλο Lokheed Martin διευρύνονται.

Ουσιαστικά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει σταθερά, με ελαφρές παραλλαγές, την ίδια πολιτική με τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

 

Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ (ΕΑΒΣ)

 Το Δεκέμβρη του 2015 το υπουργείο Εθνικής Άμυνας δημοσίευσε το σχέδιο «εθνικής αμυντικής βιομηχανικής στρατηγικής». Στην επίσημη παρουσίασή του, ο ΓΓ του ΥΠΕΘΑ μίλησε για την ανάγκη «διατηρήσεως ισχυρών Ενόπλων Δυνάμεων και αναπτύξεως και διατηρήσεως ισχυράς εγχωρίου αμυντικής τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσεως (ΕΑΤΒΒ), στους στόχους της ΕΑΒΣ και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή καλείται να λειτουργήσει».

Το περιεχόμενο της ΕΑΒΣ είναι αποκαλυπτικό, αφού στην πραγματικότητα ευθυγραμμίζει απόλυτα την πολεμική βιομηχανική στρατηγική με τις ευρωενωσιακές κατευθύνσεις.

Η ΕΑΒΣ περιστρέφεται γύρω από την ανάγκη θωράκισης της δυνατότητας παροχής από την εγχώρια βιομηχανία των αναλώσιμων και ορισμένων υπηρεσιών συντήρησης των ΕΔ, που απαιτούνται σε περίπτωση ενός δυνητικού πολέμου. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως ουσιώδες συμφέρον της χώρας είναι η «απρόσκοπτη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας των ΕΔ για την εξασφάλιση της επιχειρησιακής τους αυτονομίας, κυρίως σε περίοδο κρίσης, έντασης ή πολέμου». Πρέπει να σημειώσουμε πως η εν λόγω απαίτηση δεν είναι απλά μια «επιχειρησιακή» πρόβλεψη. Η απρόσκοπτη παροχή αφορά τη δυνατότητα των ΕΔ να δράσουν κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ή ενός πολέμου, αφού πιθανά η δυνατότητα κάλυψής τους με εισαγωγές ενδέχεται να είναι περιορισμένη, είτε για στρατιωτικούς είτε για πολιτικούς λόγους. Έτσι, η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη απαίτηση ως κρίσιμη συνιστώσα για τη δυνατότητα αυτόνομης προβολής ισχύος μέσω των ενόπλων δυνάμεων και κατ’ επέκταση ως μια ουσιώδη υλική προϋπόθεση για την άσκηση της κυριαρχίας της.

Ωστόσο, το ίδιο κείμενο, λίγο παρακάτω, επισημαίνει: «Και η Ελλάδα, προκειμένου να εγκαθιδρύσει/διατηρήσει βάση αμυντικής τεχνολογίας και βιομηχανίας σε κρίσιμους τομείς που αφορούν την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας της, εάν δε διαθέτει άλλα μέσα, είναι υποχρεωμένη κατά τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας αμυντικού υλικού να διεκδικεί Βιομηχανική Συμμετοχή (Industrial Participation) από τους υποψήφιους προμηθευτές/κατασκευαστές στα πλαίσια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας». Με αυτόν τον τρόπο προσανατολίζει την εγχώρια πολεμική βιομηχανία σε υποκατασκευαστή μεγάλων ομίλων παραγωγής, όπως προτάσσει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Πρέπει να σημειώσουμε πως ένας τέτοιος προσανατολισμός ουσιαστικά αναιρεί τη φερόμενη ως κεντρική απαίτηση για διασφάλιση της αυτονομίας, παρά μόνο για μια πολεμική αναμέτρηση ή έναν πόλεμο μικρής διάρκειας. Μια αναμέτρηση που θα κρατήσει χρονικά, απαιτεί ανταλλακτικά και νέα οπλικά συστήματα προς αντικατάσταση των κατεστραμμένων, απαιτεί δηλαδή βιομηχανική βάση ικανή να τα παράξει.

Αποκαλυπτική είναι η απαρίθμηση των βασικών αξόνων στους οποίους πρέπει να κινηθεί η ΕΑΒΙ. Η ΕΑΒΣ μιλά για κάλυψη των απαιτήσεων των ΕΔ, με ανταγωνιστικούς όρους (sic), και κινείται στη γενική γραμμή της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου, αφού η κάλυψη με ανταγωνιστικούς όρους σημαίνει προώθηση της απελευθέρωσης, οργανική ένταξη στην ευρωενωσιακή αγορά πολεμικού υλικού, παραίτηση από την πρόνοια του άρθρου 296, λειτουργία των επιχειρήσεων με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια και νέα επίθεση στα εργατικά δικαιώματα των εργαζόμενων. Λίγο πιο κάτω αναφέρει την ανάγκη «τοποθέτησης με καλύτερους όρους στις αλυσίδες εφοδιασμού που διατρέχουν την παγκόσμια αμυντική βιομηχανία», δηλαδή μιλά, με έμμεσο αλλά με σαφέστατο τρόπο, για την ανάγκη προώθησης εξαγορών και συγχωνεύσεων της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας με μεγαλύτερους ομίλους του εξωτερικού. Το κείμενο προσανατολίζει την ΕΑΒΙ σε «προϊόντα διπλής χρήσης», δίνοντας δηλαδή έμφαση σε προϊόντα που δεν είναι αμιγώς στρατιωτικά, αφήνοντάς τα αμιγώς στρατιωτικά σε μεγαλύτερους προμηθευτές.

Ουσιαστικά η ΕΑΒΣ αφήνει αρκετό χώρο στους ομίλους που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για να αναλάβουν πλευρές της συντήρησης και της παροχής πυρομαχικών, αναλώσιμων, άλλων εφοδίων (που συχνά είναι διπλής χρήσης), εκείνων δηλαδή των στοιχείων που είναι κρίσιμα για τη βραχυπρόθεσμη επιχειρησιακή δράση των ΕΔ, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την κερδοφορία του εγχώριου κεφαλαίου.

 

Η ΕΑΒΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 Μια ιδιαίτερη πλευρά, που επαναφέρεται συνεχώς στο δημόσιο διάλογο, είναι η δυνατότητα ανάπτυξης της ΕΑΒΙ μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση τις κατευθύνσεις της. Ουσιαστικά η συλλογιστική αφορά την περαιτέρω αξιοποίηση των ειδικών προβλέψεων του άρθρου 296 της Συνθήκης της ΕΕ.

Η εν λόγω συλλογιστική ενυπάρχει ως κεντρικός άξονας των αιτημάτων συνδικαλιστικού κινήματος50, των προτάσεων των επιχειρήσεων του κλάδου51 αλλά και ως αξονικό πολλών αστικών πολιτικών κομμάτων52. Συχνά η συγκεκριμένη πολιτική γραμμή δένεται με μια λογική αποθέωσης του κρατικού χαρακτήρα των πολεμικών βιομηχανιών.

Η συγκεκριμένη λογική κάνει λόγο για μεθοδευμένη απαξίωση της πολεμικής βιομηχανίας, ωστόσο συσκοτίζει τις πραγματικές αιτίες για την απαξίωση της πολεμικής βιομηχανίας, αποδίδοντας τις τελευταίες εξελίξεις στο νεοφιλελευθερισμό και στην προσπάθεια των γερμανικών επιχειρήσεων να αποκτήσουν τα μελλοντικά συμβόλαια για στρατιωτικό υλικό.

Συσκοτίζει πως η πορεία απαξίωσης της πολεμικής βιομηχανίας δεν έπεσε από τον ουρανό. Αντίθετα, είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα του ρόλου των εισαγωγών όπλων και οπλικών συστημάτων, των δεσμεύσεων της χώρας στο πλαίσιο της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, της ανάγκης διασφάλισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων που δραστηριοποιούνται στην πώληση και εμπορία πολεμικού υλικού.

Τελικά η πολιτική αυτή γραμμή είναι αποπροσανατολιστική και απολογητική:

α) Αποκρύπτει το γεγονός ότι διακηρυγμένος στόχος της ΕΕ είναι ο περιορισμός των προβλέψεων της Συνθήκης της Λισαβόνας για την πολεμική βιομηχανία, μπροστά στην ανάγκη διασφάλισης της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλιακών ομίλων πολεμικού υλικού στην παγκόσμια αγορά που απαιτεί γύρο εξαγορών και συγχωνεύσεων. Η προώθηση των αναδιαρθρώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων της πολεμικής βιομηχανίας αποτελεί ανάγκη των μονοπωλιακών ομίλων και γενική γραμμή της ΕΕ, αλλά και ανταπόκριση στο διεθνή ανταγωνισμό. Στοχεύει στη δημιουργία νέων επενδυτικών πεδίων τοποθέτησης υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων των μονοπωλιακών ομίλων και θα συνοδευτεί από επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων των εργαζόμενων, κύματα απολύσεων, σημαντική αύξηση του κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών και υλικών προς το ελληνικό κράτος, που μετακυλίεται στις πλάτες των εργαζόμενων.

Η τάση αυτή δεν αποτελεί «ιδεοληψία» της «γραφειοκρατίας των Βρυξελλών». Αντίθετα, οι ίδιες οι νομοτέλειες του τρόπου παραγωγής οδηγούν στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής σε μια χούφτα μονοπώλια. Η συγκέντρωση του τομέα στις ΗΠΑ έχει προχωρήσει με γοργά βήματα τις προηγούμενες δεκαετίες και η αντίστοιχη τάση πρέπει να προχωρήσει και στην ΕΕ, ως αναγκαίο μέσο διασφάλισης της κερδοφορίας των ομίλων. Στις συνθήκες αυτές η πορεία των μικρότερων πολεμικών βιομηχανιών είναι η «δορυφοριοποίησή» τους ή η διατήρησή τους ακόμα και ως τυπικά ανεξάρτητες, που ωστόσο δεν έχουν δυνατότητα αυτοτελούς παραγωγής, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν μόνο ως υπεργολάβοι. Βεβαίως στη διαμόρφωση της πολεμικής βιομηχανίας κάθε κράτους, η άρχουσα τάξη, στο πλαίσιο της γενικότερης ισχύος της, λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ύπαρξης μιας εθνικής βάσης, ως υλική προϋπόθεση για την άσκηση της κυριαρχίας της.

β) Αποκρύπτει το αντικειμενικό γεγονός ότι μια κρατική επιχείρηση μέσα στον καπιταλισμό θα εκτίθεται στους νόμους της αγοράς, θα πρέπει να λειτουργεί με βάση αυτές τις νομοτέλειες, να ανταγωνίζεται τις υπόλοιπες επιχειρήσεις επί ποινή καταστροφής. Μια κρατική αμυντική βιομηχανία που λειτουργεί συνυπάρχουσα με τον ιδιωτικό τομέα είναι εκτεθειμένη σε ένα συνεχή ανταγωνισμό. Αυτός έχει ως αποτέλεσμα είτε την κυριαρχία ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων στις δημόσιες επιχειρήσεις είτε ελλειμματική λειτουργία τους και φόρτωμα των χρεών στις πλάτες των εργαζόμενων. Κυρίως όμως συγκαλύπτει ότι, ακόμα και σε καθεστώς απόλυτου μονοπωλίου, εκτός ΕΕ αλλά εντός των τειχών του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, οι κρατικές αμυντικές επιχειρήσεις θα αγοράζουν τις αναγκαίες πρώτες ύλες από την αγορά, από άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας τη δική τους κερδοφορία.

γ) Τέλος, συνειδητά αποκρύπτει ότι η κατεύθυνση και ο προσανατολισμός των πολεμικών εξοπλισμών καθορίζεται με βάση τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες στις οποίες ανήκει η χώρα, με βάση τις δεσμεύσεις της εγχώριας άρχουσας τάξης στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και των σχετικών επιθετικών σχεδιασμών που αναπτύσσουν. Αποτελεί συνειδητή πολιτική απάτη να γίνεται λόγος για εγχώρια βιομηχανία πολεμικού υλικού που θα λειτουργεί με φιλολαϊκό προσανατολισμό, όσο τα οπλικά συστήματα που αγοράζουν οι ένοπλες δυνάμεις καθορίζονται με βάση τους ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς και πρέπει να ικανοποιούν και τις σχετικές προδιαγραφές. Η προαναφερθείσα πρόσφατη συμφωνία των ΕΑΣ για παραγωγή πυρομαχικών ως υπεργολάβος αμερικανικού ομίλου αποδεικνύει το τι μπορεί να παράγεται μέσα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

 

Η ΑΛΥΣΙΔΑ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΕ

 Καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ απεκδύθηκε της κόκκινης προβιάς που φόραγε, η μορφή των θέσεών του για την πολεμική βιομηχανία άλλαξε σταδιακά. Στην πραγματικότητα, οι αλλαγές στις θέσεις του για την πολεμική βιομηχανία κινούνται στον ίδιο γενικό άξονα. Ξεκινούν από θέσεις όπου οριακά αμφισβητούν ορισμένες πολιτικές της ΕΕ, περνάνε σε θέσεις «διόρθωσης» της πολιτικής της ΕΕ για να καταλήξουν στην εφαρμογή τους.

Το Μάη του 2011, στη συζήτηση για την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας, ο Θ. Δρίτσας, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, δήλωνε εμφατικά στη Βουλή: «Πώς μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτήν την ευρωπαϊκή οδηγία που θέτει στους κανόνες της αγοράς πλέον ολοκληρωμένα και τελεσίδικα τους πολεμικούς εξοπλισμούς, τις προμήθειες μάλλον και τις συμβάσεις προμηθειών και απαγορεύει την προστασία των επιλογών κάθε χώρας; Δεν μπορεί το 346 της σύμβασης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελέσει ασπίδα προστασίας για την εθνική αμυντική βιομηχανική στρατηγική. Δεν μπορεί»53.

Το 2013, ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για την ανάγκη «αναθεώρησης του νόμου για τις προμήθειες αμυντικού υλικού, που ενσωμάτωσε την κοινοτική οδηγία 2009/81/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο, κατά τρόπο που να διασφαλίζονται τα ζωτικά συμφέροντα ασφαλείας της χώρας στα πλαίσια των προβλέψεων του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ». Πρόκειται για τη γραμμή «διόρθωσης» της πολιτικής της ΕΕ. Συγχρόνως, στο ίδιο κείμενο, κάνει λόγο για «την αξιοποίηση των μη παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων των εταιριών προς όφελος της παραγωγικής τους ανασυγκρότησης», φωτογραφίζοντας την προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων, και για «τη διερεύνηση όλων των δυνατοτήτων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο για τη σύναψη διακρατικών συμφωνιών για προϊόντα και υπηρεσίες στον αμυντικό τομέα, που θα ενισχύσουν τις προοπτικές βιωσιμότητας της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας». Ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ συγκαλύπτει πως στο πλαίσιο του καπιταλισμού οι διακρατικές συμφωνίες συνάπτονται στη βάση του συσχετισμού δυνάμεων και με κριτήριο το ποσοστό κέρδους, καθώς οι πολεμικές βιομηχανίες με τις οποίες θα συνεργαστεί τελικά η εγχώρια πολεμική βιομηχανία έτσι κινούνται. Οι συμφωνίες που θα προτείνουν και θα συνάψουν θα είναι συνεπώς συμφωνίες «δορυφοριοποίησης» της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, αφού τόσο οι τάσεις διεθνώς όσο και οι ανάγκες των ομίλων προς τα εκεί κινούνται. Άλλωστε, τόσο η αναφορά σε «υπηρεσίες» παραπέμπει ευθέως στην υπαγωγή της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας σε έναν καταμερισμό όπου οι ισχυροί όμιλοι ελέγχουν τα τελικά προϊόντα και σε υπεργολάβους τμήματα της παραγωγής, όσο και η αναφορά σε «διερεύνηση όλων των δυνατοτήτων» εξηγεί και πώς θα «πουληθούν» οι επιλογές στη πορεία. Όμως ο Αλ. Τσίπρας, δήλωνε το 2013 από τα ΕΑΣ, παρουσιάζοντας το προαναφερθέν πλαίσιο: «Θα σταματήσουμε τη σαλαμοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας και τις απολύσεις».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν, τέλος, οι διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ για την πολεμική βιομηχανία πριν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015. Σε συνάντηση που είχε με το ΣΕΚΠΥ, ο Δ. Βίτσας δεσμευόταν για: α) Την αξιοποίηση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων, με σκοπό την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας και μέσω αυτής την κάλυψη, όπου είναι εφικτό, αναγκών των ΕΔ. β) Την ανασυγκρότηση των κρατικών αμυντικών βιομηχανιών ώστε να αποτελέσουν την «ατμομηχανή» επανεκκίνησης του συνόλου της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας. γ) Την τροποποίηση του ν.3978/2011 περί προμηθειών ώστε να διευκολυνθούν οι διαδικασίες προμηθειών των ΕΔ και συγχρόνως μέσω της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής (ΕΑΒΣ) να αυξηθεί η εγχώρια συμμετοχή στις αμυντικές προμήθειες και δ) τη δημιουργία θεσμικού οργάνου συνεργασίας υπουργείου Εθνικής Άμυνας και Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας (Συμβούλιο Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανίας)54.

Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την αμυντική βιομηχανία επιβεβαιώθηκαν μόνο κατά το σκέλος που αφορά τις επιχειρήσεις του ΣΕΚΠΥ. Πράγματι, προωθήθηκε η –προαναφερθείσα– αλλαγή στα ΑΩ με στόχο την τόνωση της κερδοφορίας των ΕΑΒΙ. Ωστόσο, η αναθεώρηση του νόμου 3978/2011 είναι στην πραγματικότητα αδύνατη. Συγχρόνως, οι δύο από τις τρεις μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις ουσιαστικά «παραπαίουν», με ελάχιστο προσωπικό. Οι εργαζόμενοι στην ΕΛΒΟ είναι απλήρωτοι για σχεδόν 5 μήνες και προετοιμάζονται για νέες κινητοποιήσεις.

 

ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ

 1. Ιστορικά, οι πολεμικές δαπάνες έχουν διπλή χρησιμότητα για την αστική τάξη. Από τη μία αξιοποιούνται ως πεδία τοποθέτησης κεφαλαίων που λιμνάζουν και δεν μπορούν να βρουν κερδοφόρα διέξοδο σε άλλους τομείς, αποτελούν μια προσωρινή εκτόνωση της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Από την άλλη, η αύξηση των πολεμικών εξοπλισμών δημιουργεί το απαραίτητο υλικό για την διεξαγωγή πολέμων που, σε τελευταία ανάλυση, εκφράζουν την εκδήλωση των οξυμμένων αντιθέσεων του καπιταλισμού. Η πολεμική βιομηχανία και η κίνησή της είναι στενά δεμένη με την κίνηση και τις αντιθέσεις του καπιταλισμού. Η σχετική ισχύς της πολεμικής βιομηχανίας αποτυπώνει ως ένα βαθμό τη γενική θέση και την ισχύ μιας χώρας.

2. Η εγχώρια πολεμική βιομηχανία είναι σχετικά περιορισμένης έκτασης. Οι δύο από τις τρεις μεγάλες κρατικές βιομηχανίες κινούνται σε τροχιά απαξίωσης, ενώ η τρίτη, η ΕΑΒ, βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πολεμικού υλικού είναι κατά τεκμήριο μικρότερες επιχειρήσεις. Η τεχνική και οικονομική βάση της ΕΑΒΙ είναι περιορισμένη, πρακτικά λειτουργεί ως υποκατασκευαστής άλλων μεγαλύτερων ομίλων χωρίς τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων οπλικών συστημάτων, παρά τις επιτυχημένες προσπάθειες στο παρελθόν και τις υπαρκτές δυνατότητες. Οι σχέσεις με τις μεγαλύτερες εταιρίες δεν είναι παροδικές, αλλά έχουν βάθος. Η ΕΑΒ εκτελεί χρέη υποκατασκευαστή αμερικανικού ομίλου, η ΕΛΒΟ γερμανικού. Το ενδεχόμενο άμεσης εξαγοράς από τους ομίλους αυτούς είναι επίσης ανοιχτό. Το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς ουσιαστικά απαγορεύει την ανάπτυξη ολοκληρωμένης ισχυρής πολεμικής βιομηχανίας με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Η αναζήτηση της εξωστρέφειας, στο έδαφος συγκεκριμένων διεθνών αγορών, που είναι ήδη μοιρασμένες, σημαίνει μετατροπή της ΕΑΒΙ σε υποκατασκευαστή μεγάλων ομίλων.

3. Η κατάσταση αυτή δεν έχει προκύψει ξαφνικά. Παρά το μεγάλο όγκο των δαπανών για αμυντικά συστήματα, αυτές κατευθύνθηκαν σε εισαγωγές οπλικών συστημάτων κυρίως από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Η κρατική ΕΑΒΙ δεν κατάφερε να απορροφήσει παρά ένα μικρό κομμάτι αυτής της πίτας και να μετατραπεί σε κατασκευαστή αμυντικών συστημάτων. Οι δεσμεύσεις της χώρας στο ΝΑΤΟ, οι επιθετικοί σχεδιασμοί του στους οποίους συμμετέχει και η Ελλάδα, η ομοιοτυπία, οδηγούν σε συγκεκριμένες επιλογές οπλικών συστημάτων με κριτήριο αυτές τις ανάγκες, και όχι με κριτήριο τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου, τη θέση της χώρας, τη μορφολογία κ.ά. Η επιλογή του οπλισμού οδηγεί συχνά στο να είναι εκ των προτέρων γνωστές κρίσιμες επιχειρησιακοί παράμετροι. Συγχρόνως, οι ΝΑΤΟϊκές δεσμεύσεις απαγορεύουν τόσο την εισαγωγή όσο και την εξαγωγή μεγάλου όγκου των οπλικών συστημάτων από μη ΝΑΤΟϊκές χώρες. Ταυτόχρονα, μέρος των αμυντικών δαπανών κατευθύνθηκαν στο εσωτερικό, αξιοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση των εγχώριων ομίλων, είτε με απευθείας παραγγελίες είτε μέσα από τα ΑΩ, από εισαγωγές οπλισμού. Οι μεγάλες εισαγωγές οδήγησαν, συν τοις άλλοις, και σε σημαντική διόγκωση του κρατικού χρέους.

4. Η πολιτική της ΕΕ για την πολεμική βιομηχανία στοχεύει στη βελτίωση της θέσης των μεγάλων ομίλων παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού, ώστε από τη μία να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητά τους στη διεθνή αγορά και από την άλλη να αναβαθμιστεί η πολεμική ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, η ΕΕ προωθεί την επιτάχυνση της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης της πολεμικής βιομηχανίας στους μεγάλους ομίλους, οδηγώντας ουσιαστικά στην απορρόφηση μικρών, περιφερειακών επιχειρήσεων από τους μεγάλους ομίλους. Κομβικό σημείο αυτής της πολιτικής είναι η προώθηση της απελευθέρωσης του τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, μέσα από το «πακέτο άμυνας». Η τελευταία προωθείται μέσα από τη σταδιακή κατάργηση των διατάξεων προστατευτισμού υπέρ των εθνικών πολεμικών βιομηχανιών που προέβλεπε το άρθρο 296 της συνθήκης της Ένωσης. Είναι αυταπάτη πως μέσα στο πλαίσιο της απελευθερωμένης πολεμικής βιομηχανίας με όρους καπιταλιστικού ανταγωνισμού, μέσα στις δεσμεύσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, είναι εφικτή η παραγωγή του απαραίτητου πολεμικού υλικού για τη διασφάλιση της κυριαρχίας της χώρας από την εγχώρια πολεμική βιομηχανία, με αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας.

5. Διαχρονικά, η κυβερνητική πολιτική για την πολεμική βιομηχανία κινείται στον άξονα στήριξης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων. Την προηγούμενη περίοδο, η διόγκωση των εισαγωγών είχε ως αποτέλεσμα την υψηλή κερδοφορία των μεγάλων ομίλων - παραγωγών. Συγχρόνως, η κρατική εγχώρια πολεμική βιομηχανία αξιοποιήθηκε για να προχωρήσουν με μεγαλύτερη ευκολία κρατικές αναθέσεις, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις στηρίχτηκαν μέσα από τα ΑΩ. Η κρατική πολιτική ευθυγραμμίστηκε με την ευρωενωσιακή πολιτική επιτάχυνσης της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης. Προωθείται η ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων που θα εξαγοραστούν από μεγάλους ομίλους παραγωγής ή θα μετατραπούν σε de facto δορυφόρους τους. Συγχρόνως, οι προβλέψεις της ευρωενωσιακής πολιτικής για εξαιρέσεις στο όνομα της εθνικής ασφάλειας μεταφράζονται σε περιορισμένη εγχώρια, προστατευμένη παραγωγή ορισμένων αναλώσιμων. Η πρόσφατα δημοσιευμένη κρατική πολιτική για την πολεμική βιομηχανία κινείται σ’ αυτόν τον άξονα.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΚΕ

 Η θέση μας ξεκινά από την ανάγκη υπεράσπισης της μελλοντικής εργατικής εξουσίας από πιθανή ιμπεριαλιστική επέμβαση. Η ιστορία αποδεικνύει πως τα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν αποδέχονται παθητικά την εμφάνιση ενός σοσιαλιστικού κράτους. Έτσι, όσο υπάρχει έστω και ένα μεγάλο καπιταλιστικό κράτος, θα υπάρχει η ανάγκη το εργατικό κράτος να οργανώνει τις στρατιωτικές δυνάμεις και την άμυνα του. Γι’ αυτό και ένα μελλοντικό εργατικό κράτος έχει ανάγκη ισχυρής και όσο το δυνατό πιο αυτόνομης πολεμικής βιομηχανίας που μπορεί να συμβάλλει στην αμυντική θωράκισή του. Στο πλαίσιο αυτό, η σημερινή πορεία απαξίωσης και δορυφοριοποίησης της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας μειώνει τις δυνατότητες της εργατικής εξουσίας να υπερασπιστεί το σοσιαλισμό αύριο.

Ταυτόχρονα, η κατοχύρωση και υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού στην επικράτεια προϋποθέτουν το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, με εργατική εξουσία, αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και εργατικό έλεγχο

Με αυτές τις οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις, η σοσιαλιστική πολεμική βιομηχανία, ενταγμένη στον κεντρικό σχεδιασμό θα είναι σε θέση να παράγει τον κατάλληλο αμυντικό εξοπλισμό, να συνάπτει αμοιβαία επωφελείς για τους λαούς διακρατικές συνεργασίες με άλλες χώρες, να βασίζεται στην επιστημονική και τεχνική έρευνα στα πανεπιστήμια και ερευνητικά ινστιτούτα. Αυτός ο χαρακτήρας της πολεμικής βιομηχανίας εδράζεται πάνω στην κοινωνικοποίηση του συνόλου των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και στην εκτόξευση των παραγωγικών δυνατοτήτων που θα φέρει η κοινωνική ιδιοκτησία και ο κεντρικός επιστημονικός σχεδιασμός. Οι σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής θα αυξήσουν σημαντικά τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες, ωστόσο για μια σειρά λόγους η εγχώρια παραγωγή όπλων δε θα μπορέσει να καλύψει το σύνολο των αναγκών, ειδικά σε οπλικά συστήματα τελευταίας τεχνολογίας (λ.χ. μαχητικά αεροσκάφη).

Απέναντι σ’ αυτήν την πραγματικότητα, η εργατική εξουσία δεν είναι ανίσχυρη. Η ιστορική πείρα του επαναστατικού κινήματος δείχνει πως η εργατική εξουσία μπορεί να αξιοποιήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, να διασφαλίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, να κερδίσει πολύτιμο χρόνο για την άμυνά της, να συνάψει επωφελείς αμυντικές συμφωνίες, καθώς και συμφωνίες προμήθειας σύγχρονου αμυντικού υλικού και σχετικής τεχνογνωσίας. Η αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων είναι αδύνατη σε συνθήκες κυριαρχίας του κεφαλαίου, καθώς οι ισχυροί οικονομικοί δεσμοί της εγχώριας αστικής τάξης με τις ΗΠΑ και την ΕΕ καθορίζουν το ΝΑΤΟϊκό προσανατολισμό της χώρας και συνεπακόλουθα την πολιτική ανάπτυξης της πολεμικής-αμυντικής βιομηχανίας της.

Την ίδια στιγμή, η εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης στην Ελλάδα και η ορμητική ανάπτυξη του κινήματος που προϋποθέτει, τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από αντίστοιχες εξελίξεις στις γειτονικές χώρες. Η πραγματικότητα δεν είναι στατική. Με τον τρόπο αυτό, η σοσιαλιστική Ελλάδα θα στηρίξει και θα στηριχτεί πιθανά και από γειτονικές χώρες.

Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τις δυνατότητες αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και από το σοσιαλιστικό και από το αστικό κράτος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) Η ΕΣΣΔ τη δεκαετία του ’20. β) Πώς η Κίνα κατάφερε να περιορίσει τη μεγάλη τεχνολογική υστέρησή της, στηριζόμενη τα πρώτα χρόνια στη βοήθεια από την ΕΣΣΔ και γ) πώς, την τελευταία περίοδο, το Ιράν κατάφερε, αξιοποιώντας τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, να αναπτύξει μια σειρά από εγχώριες βιομηχανίες.

Από αμιγώς οικονομική άποψη, η παραγωγή όπλων είναι κοινωνική σπατάλη στο πλαίσιο του σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας. Ωστόσο, η αναγκαία παραγωγή οπλικών συστημάτων για την υπεράσπιση του σοσιαλισμού, όσο υπάρχει ακόμα η συγκεκριμένη ανάγκη, μπορεί να συνδυαστεί με την παραγωγή προϊόντων και μέσων παραγωγής για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία να βασίζεται στα τεχνικά, τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα της κοινωνικής παραγωγής συνολικά.

Ταυτόχρονα, η αμυντική βιομηχανία αποτελεί βιομηχανία αιχμής, με εξοπλισμό, μεθόδους και τεχνολογία υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων, καθώς τα παραγόμενα προϊόντα έχουν υψηλές στρατιωτικές προδιαγραφές. Λόγω αυτών των παραμέτρων, το σύμπλεγμα της Αμυντικής Βιομηχανίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βασικός τεχνολογικός καταλύτης για την εγχώρια παραγωγή μέσων παραγωγής και των απαραίτητων βιομηχανικών μέσων γενικότερα από τη λαϊκή εξουσία. Συγχρόνως, οι υποδομές της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελούν και κρίσιμο παράγοντα για την παραγωγή προϊόντων «ειρηνικής» πολιτικής χρήσης, όπως μεταφορικών μέσων κ.ά.

Το πλαίσιο πάλης που μπορούμε να αναπτύξουμε πρέπει να υπολογίζει τόσο τις μελλοντικές ανάγκες της λαϊκής εξουσίας για θωράκισή της –που προϋποθέτει οπλικά συστήματα που να μπορούν να αντιπαρατεθούν σε πιθανές στρατιωτικές επεμβάσεις– όσο και τις δυνατότητες του άλλου δρόμου ανάπτυξης της εργατικής, λαϊκής εξουσίας και της κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο, με πλήρη διαγραφή του χρέους και αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, να συγκεντρώνει δυνάμεις σ’ αυτήν την κατεύθυνση, να πολιτικοποιεί την πάλη του συνδικαλιστικού κινήματος, να οργανώνει την αντεπίθεση των εργαζόμενων σε κατεύθυνση ρήξης και σύγκρουσης με την πολιτική κυβέρνησης - ΕΕ - άρχουσας τάξης.

Υπό αυτό το πρίσμα, το πλαίσιο πάλης στο κίνημα μπορεί να κινείται στους παρακάτω βασικούς άξονες:

- Κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της άμυνας και κατηγορηματική αντίσταση σε οποιαδήποτε σχεδιαζόμενη ιδιωτικοποίηση αμυντικών βιομηχανιών.

- Αντίσταση στη σχεδιαζόμενη ιδιωτικοποίηση της συντήρησης των οπλικών συστημάτων.

- Ανατροπή της ευρωενωσιακής πολιτικής για την απελευθέρωση της πολεμικής βιομηχανίας, κατάργηση του νομοθετικού πλαισίου που υλοποιεί τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες.

- Αναπροσαρμογή των σχεδιαζόμενων αμυντικών δαπανών, αποδέσμευση και κατάργηση όλων των σχεδιασμών, δαπανών και των αναδιαρθρώσεων που υπηρετούν τα σχέδια του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

- Ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας με γνώμονα τις ανάγκες άμυνας του ελληνικού λαού, τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου.

- Προώθηση της επιστημονικής έρευνας και της συνεργασίας με πανεπιστήμια και σχετικά ινστιτούτα για το σχεδιασμό αμυντικού εξοπλισμού.

- Ανατροπή της πορείας απαξίωσης της εγχώριας βιομηχανίας όπλων. Αντίσταση στις απολύσεις, στην κατάτμησή της και στην περαιτέρω απαξίωση. Σταθερές σχέσεις και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, κλαδικές ΣΣΕ με μισθούς που να καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες των εργαζομένων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντίρινγκ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 211.

2. «Μαρξ προς Ένγκελς», συλλογή έργων Μαρξ - Ένγκελς στα αγγλικά, «Marx Engles Collected Works» MECW, τ. 40, σελ. 186.

3. «Ένγκελς προς Weydemeyer», MECW, τ. 42, σελ. 124-125.

4. «Ένγκελς προς Μαρξ», MECW, τ. 40, σελ. 84.

5. Ι. Β. Στάλιν, 23.2.1946, αναδημοσίευση από περιοδικό «ΜΟΡΦΩΣΗ», χρόνος Β΄, τ. Γ΄, αρ. φύλλου 11, 25 Απρίλη 1947, σελ. 487.

6. Β. Ι. Λένιν: «Τα διδάγματα απ’ την εξέγερση της Μόσχας», «Άπαντα», τ. 13, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 379.

7. Β. Ι. Λένιν: «Τα διδάγματα απ’ την εξέγερση της Μόσχας», «Άπαντα», τ. 13, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 379.

8. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ακρίβεια μιας βόμβας από ένα αεροπλάνο περιοριζόταν περίπου στο 1 χλμ., ενώ σήμερα οι «έξυπνες» βόμβες έχουν ακρίβεια της τάξης του 1 μέτρου.

9. Q. Liang, W. Xiangsui, «Unrestricted Warfare».

10. «Όλα είναι απλά στον πόλεμο, αλλά τα απλούστερα πράγματα είναι δύσκολα. Αυτές οι δυσκολίες συσσωρεύονται και παράγουν τριβή, που κανένας δεν μπορεί να φανταστεί ακριβώς αν δεν έχει βιώσει τον πόλεμο». Κλαούζεβιτς: «Περί Πολέμου», Βιβλίο Πρώτο, Κεφάλαιο 7.

11. Για λόγους ευκολίας, μέσα στο κείμενο αξιοποιούμε το ακρωνύμιο ΕΑΒΙ (Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία) που χρησιμοποιείται κατά κόρον στα αστικά μέσα.

12. «Αμυντική Βιομηχανία», έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 2009 (Defence industry, Comprehensive sectoral analysis of emerging competences and economic activities in the European Union).

13. Το σχετικό μητρώο στην Ελλάδα, το Μητρώο Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, τηρείται από το υπουργείο Άμυνας με βάση τις προβλέψεις του ΠΔ 3/2008.

14. Σημειώνουμε πως, ως ένα βαθμό, τα προϊόντα διττής φύσης αντανακλούν ένα χαμηλό βαθμό καταμερισμού εργασίας στη βιομηχανία. Οι χώρες με μεγάλη παραγωγή πολεμικού υλικού έχουν συνήθως βιομηχανίες πολύ πιο προσανατολισμένες στην παραγωγή πολεμικού υλικού, ενταγμένες μέσα σε μονοπωλιακούς ομίλους που παράγουν και προϊόντα διττής φύσης. Στην Ευρώπη υπάρχει μια διαφοροποίηση, με περισσότερες βιομηχανίες διττής φύσης, λόγω του μικρότερου μεγέθους, αλλά και του «φιλειρηνικού» προφίλ που θέλει να διατηρεί. Αυτό συμβαίνει και με την έρευνα στην ΕΕ, όπου μια σειρά από κρίσιμες τεχνολογίες για στρατιωτική χρήση αναπτύσσονται με απολύτως «ειρηνικό» προφίλ. Η τάση αυτή, της μεγάλης ερευνητικής δραστηριότητας που έχει ένα απολύτως «ειρηνικό» ή επιστημονικό περίβλημα, ενώ μπορεί να αξιοποιηθεί –και γι’ αυτό άλλωστε και χρηματοδοτείται αφειδώς– για στρατιωτικά πλεονεκτήματα, είναι γενικότερη. Για παράδειγμα, οι στρατιωτικοί δορυφόροι παρακολούθησης Keyhole των ΗΠΑ έχουν πολλά κοινά στοιχεία με το περίφημο διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble. Γενικότερα, η επιστημονική και τεχνολογική έρευνα δεκαετιών για την ανάπτυξη των τηλεσκοπίων είναι άμεσα αξιοποιήσιμη για τεχνολογίες παρακολούθησης.

15. Θ. Γιαννιτσόπουλου - Κ. Τατάρογλου: «ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ».

16. Στ. Γκάβαλης, https://notios-evoikos.blogspot.gr/2013/07/blog-post_1695.html

17. «ΕΛΒΟ: Ένα λουκέτο με πολλούς ωφελημένους», εφημερίδα «ΠΡΙΝ», 8 Νοέμβρη 2013.

18. «Προς ιδιωτικοποίηση η ΕΛΒΟ», «Εφημερίδα των Συντακτών», 10 Απρίλη 2016.

19. http://news247.gr/eidiseis/amyna/stis-egkatastaseis-ths-eav-zhta-na-ginei-h-anavathmish-twn-f-16-h-lockheed-martin.4106423.html

20. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=309073

21. http://www.902.gr/eidisi/ergatiki-taxi/92514/kataggellei-ti-dioikisi-tis-eav-poy-epinoikiazei-egkatastaseis-se

22. Σημειώνουμε πως μέσα σ’ αυτές περιλαμβάνεται η ΕΑΒ, τα ΕΑΣ και ναυπηγικές. Εξάλλου, όπως σημειώσαμε στην αρχή του κειμένου, περιλαμβάνονται πολλές επιχειρήσεις που παράγουν υλικό διπλής χρήσης (πολιτική και στρατιωτική). Επίσης, στο πνεύμα των καιρών, ως παραγωγοί αμυντικού υλικού εντάσσονται και επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των συστημάτων ασφάλειας.

23. Δες παρακάτω στο παρόν άρθρο για αναλυτική παρουσίαση των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων.

24. Τ. Ροζολή (προέδρου ΔΣ ΣΕΚΠΥ): «Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία: Η επόμενη μέρα».

25. GLOBAL MILITARISATION INDEX 2015.

26. Επεξεργασία στοιχείων SIPRI.

27. «The military balance 2014» International Institute of Strategic Studies, όπως αναδημοσιεύεται στην ιστοσελίδα Wikipedia https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_ countries_by_number_of_military_and_paramilitary_personnel (14 Ιούνη 2016).

28. Δρ. Α. Αριστοτέλους: «Οι στρατιωτικές δυνάμεις Ελλάδας - Τουρκίας 2014», Κυπριακό Κέντρο Στρατηγικών Μελετών http://strategy-cy.com/ccss/index.php/el/ surveys-gr/item/233-oi-stratiotikes-dynameis-elldas-tourkias-2014-the-military-forces-of-greece-turkey-and-cyprus

29. Η βαθμιδωτή δομή είναι πρακτικά καθολικά αποδεκτή στη σχετική βιβλιογραφία για την αμυντική βιομηχανία.

30. K. Krause: «Arms and the State: Patterns of Military Production and Trade», Cambridge University Press, 1992.

31. «Αμυντική Βιομηχανία», έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 2009 (Defence industry, Comprehensive sectoral analysis of emerging competences and economic activities in the European Union).

32. UAV: Unmanned Aerial Vehicle, Μη Επανδρωμένο Εναέριο Όχημα, τα λεγόμενα drone.

33. «Η δημιουργική τακτική χρήση των αντιαρματικών πυραύλων από τη Χεζμπολάχ» The Jamestown Foundation, http://www.jamestown.org/single/?tx_ttnews[tt_ news]=876&no_cache=1#.V2O3wW6deyB

34. «Το πιο δύσκολο για τη ΓΔΕ του 1998 ήταν να “φορμάρει” τα διαθέσιμα οικονομικά και επιχειρησιακά στοιχεία για να φέρει ως πρώτη επιλογή το Patriot, που ήταν κεντρική κυβερνητική επιλογή έναντι του S-300», λέει στο defencenet.gr κορυφαίο στέλεχος της τότε ΓΔΕ, http://www.defencenet.gr/defence/o/12982. Η εν λόγω συζήτηση είναι πασίγνωστη στα σχετικά φόρα και η υποστήριξη της υπεροχής των PATRIOT είναι γενικά δύσκολη.

35. Ας σημειώσουμε πως η αντίδραση στην εισαγωγή S300 στο Αιγαίο πιθανά σχετίζεται και με την αδυναμία «ηλεκτρονικής τύφλωσής» τους από ΝΑΤΟϊκά μαχητικά, αν κρίνει το ΝΑΤΟ μια τέτοια αναγκαιότητα. Στην περίπτωση της Κύπρου, υπήρχαν πολλαπλά δημοσιογραφικά δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για «βέτο» της Βρετανίας, αφού σε μια τέτοια περίπτωση και τα δικά της μαχητικά θα ήταν απροστάτευτα.

36. Χαρακτηριστική η διαμάχη της Τουρκίας με τους Αμερικανούς κατασκευαστές του F35 για «επαρκή πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα», http://www.defensenews.com/ article/20131021/DEFREG01/310210014/Turkey-Reissue-F-35-Order

37. Κρατικές δαπάνες για εισαγωγές όπλων, εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 15 Απρίλη 2012.

38. Spain-UK Dispute Over Gibraltar Flares Up After Warning Shots Incident With US Nuclear Sub, May 9, 2016, https://news.vice.com/article/british-ship-fires-warning-shots-at-spanish-ships-trying-to-block-us-submarine-near-gibraltar

39. Spanish smiles over invasion gaffe, 18.2.2002, ΒΒC http://news.bbc.co.uk/2/hi/ europe/1827554.stm

40. Defence Industries, http://ec.europa.eu/growth/sectors/defence/index_en.htm. Αναλυτικά στο κείμενο της Κομισιόν «A New Deal for European Defence».

41. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σημειώνουμε πως η ΕΕ καταγράφει ως ΜμΕ μια επιχείρηση με λιγότερους από 250 εργαζόμενους.

42. Σε μελέτη της RAND («Why Has the Cost of Navy Ships Risen?») εκτιμάται πως, την περίοδο 1950-2010, ο ετησιοποιημένος ρυθμός αύξησης του κόστους των πλοίων ήταν 10-11% για μεσαία πλοία επιφάνειας και υποβρύχια και 7,5% για αεροπλανοφόρα.

43. «THE EUROPEAN DEFENCE AGENCY AT A GLANCE».

44. Ό.π.

45. Το ατμόπλοιο «Καρτερία» ήταν το πρώτο ατμόπλοιο που χρησιμοποιήθηκε διεθνώς σε ναυμαχία. Επιχείρησε, συν τοις άλλοις, στη ναυμαχία της Ιτέας το Σεπτέμβρη του 1827. Η ναυπήγησή του συνδέθηκε με το περιβόητο «δάνειο της ανεξαρτησίας». Ο Μπελογιάννης αναφέρει στο «Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα»: «Από τα έξι εγγλέζικα, μόνο η κορβέτα Καρτερία […] κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα, σε τέτοια όμως κατάσταση, που ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί αμέσως στον αγώνα».

46. Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού, «Εθνική Αμυντική Βιομηχανική Στρατηγική», Απόψεις και Προτάσεις του ΣΕΚΠΥ.

47. ΦΕΚ Β 1322/2008, Απόφαση Αρ. 248298 «Αντισταθμιστικά Ωφελήματα εκ των προμηθειών αμυντικού υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων».

48. «Η Τουρκία προτείνει στις ΗΠΑ μέτρα μείωσης του κόστους για το F35», Hurriet Daily News, 17 Απρίλη 2012, http://www.hurriyetdailynews.com/turkey-proposes-cost-cutting-measure-to-us-on-f-35-project.aspx?pageID=238&nID=18584& NewsCatID=344

49. «Οι ΗΠΑ θα διακρατήσουν τον πηγαίο κώδικα του F35», Reuters, 24 Νοέμβρη 2009.

50. Υπόμνημα Σωματείων Εργαζομένων ΕΑΣ, Γενάρης 2011.

51. Τ. Ροζολή (προέδρου ΔΣ ΣΕΚΠΥ): «Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία: Η επόμενη μέρα».

52. Σε άρθρο της εφημερίδας «Αυγή» (5 Σεπτέμβρη 2013) αναφερόταν και ως αξονική θέση πως το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να εφαρμοστεί για να διαφυλάξει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, κάνοντας αναφορά στο άρθρο 346 της Συνθήκης της Λισαβόνας που τάχα εγγυάται την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Αναφερόμαστε στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ λίγο πριν τις εκλογές.

53. Πρακτικά Βουλής, ΙΓ΄ Περίοδος Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, Σύνοδος Β΄, Συνεδρίαση ΡΜ΄, Τρίτη 24 Μάη 2011.

54. «Αμυντική βιομηχανία: Ο Βίτσας μετά τον Πλακιωτάκη με το ΣΕΚΠΥ», http://www.onalert.gr/stories/amyntiki-viomixania-o-vitsas-meta-ton-plakiotaki-me-to-sekpy/44853