Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΕΝΙΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Κλείνει ένας αιώνας από τότε που ο Λένιν δημοσίευσε το έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Πρέπει να υπογραμμίσουμε τη διπλή επικαιρότητα του έργου στις σημερινές συνθήκες. Εκτός από την επικαιρότητα του θεωρητικού περιεχομένου της λενινιστικής προσέγγισης, εξίσου επίκαιρη και διδακτική είναι η ίδια η μεγάλη προσπάθεια της καθοδήγησης των μπολσεβίκων να προετοιμαστούν ουσιαστικά για να αναμετρηθούν με τα στρατηγικά πολιτικά καθήκοντα της εποχής τους.

Η κοπιαστική προσπάθεια του Λένιν να μελετήσει συγκεκριμένα με βάση τις νομοτέλειες της καπιταλιστικής οικονομίας και να φωτίσει τα χαρακτηριστικά του ώριμου, ανεπτυγμένου καπιταλισμού, υπογραμμίζει και τα δικά μας σύγχρονα καθήκοντα. Αναδεικνύει τις δικές μας ευθύνες θεωρητικής επεξεργασίας για να παίξουμε το ρόλο μας ως επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης στις σημερινές συνθήκες.

 Ο Λένιν στην εποχή του δεν περιορίστηκε σε μια γενικόλογη κριτική του καπιταλισμού, ούτε σε μια απλή επανάληψη και εκλαΐκευση των βασικών συμπερασμάτων του «Κεφαλαίου» του Μαρξ. Αξιοποίησε τις νομοτέλειες και τις θεμελιώδεις τάσεις του καπιταλισμού, που είχαν ήδη αποτυπωθεί από τους Μαρξ και Ένγκελς, για να αναλύσει και να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, στην εποχή που ξεσπούσε ο Α΄ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος. Η επιστημονική εργασία του είχε καθοριστικό ρόλο στη χάραξη νικηφόρας επαναστατικής στρατηγικής στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Η διαπάλη με τις βασικές αστικές και οπορτουνιστικές απόψεις τις εποχής του, στηριγμένη στη μαρξιστική κοσμοθεωρία, συντέλεσε επίσης καθοριστικά στην αποσαφήνιση βασικών ζητημάτων που αφορούσαν την πορεία και τις αντιθέσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Με βάση τη μαρξιστική θεωρία για τη διαδικασία της συσσώρευσης, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, ο Λένιν, σε αντίθεση με το Γερμανό σοσιαλδημοκράτη Ρ. Χίλφερντινγκ, θ’ αναδείξει ότι η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου δεν καταργεί τον ανταγωνισμό στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, αλλά, αντίθετα, φέρνει στο προσκήνιο νέες, πιο σύνθετες μορφές ανταγωνισμού (π.χ. τον ανταγωνισμό μεταξύ των μονοπωλίων στους διάφορους κλάδους, τον ανταγωνισμό των μονοπωλίων μέσα στον ίδιο τον κλάδο και μέσα στον ίδιο μονοπωλιακό όμιλο, τον ανταγωνισμό μεταξύ των μονοπωλίων και μικρότερων καπιταλιστικών επιχειρήσεων).

Μελετώντας την ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού από την εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, στο σχηματισμό ισχυρών μετοχικών εταιριών στην πορεία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό, ο Λένιν θα φωτίσει την όξυνση της βασικής αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Η κυριαρχία των μονοπωλίων, των ισχυρών μετοχικών εταιριών, οδηγεί στην απομάκρυνση, στο διαχωρισμό της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας από τη λειτουργία και οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής και αποτελεί την οικονομική βάση αύξησης του παρασιτικού ρόλου της αστικής τάξης σε κάθε καπιταλιστικό κράτος. Επικίνδυνα παράσιτα-μέτοχοι κερδίζουν καθημερινά από την αγοραπωλησία μετοχών καπιταλιστικών επιχειρήσεων, χωρίς καμιά σχέση με τη λειτουργία και την οργάνωση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων.

Ο παρασιτισμός, η όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, χαρακτηρίζουν όλα τα καπιταλιστικά κράτη, ανεξάρτητα από τη θέση τους στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η θέση για τον ιμπεριαλισμό, ως εποχής του αντιδραστικού πλέον μονοπωλιακού καπιταλισμού, με ενιαία χαρακτηριστικά για όλα τα κράτη που έχουν περάσει στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού και είναι ενταγμένα στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, είτε είναι ασθενέστερα είτε ισχυρότερα, είναι βασική στη λενινιστική προσέγγιση.

Πρόκειται για ενιαία γνωρίσματα που αφορούν την κυριαρχία των μονοπωλίων, των ισχυρών μετοχικών εταιριών και την όξυνση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, το σχηματισμό του χρηματιστικού κεφαλαίου, την αύξηση της σημασίας της εξαγωγής κεφαλαίου σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων, την πάλη για το ξαναμοίρασμα των αγορών και των εδαφών μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών όπου εδρεύουν μονοπωλιακοί όμιλοι με μεγάλα μερίδια στην καπιταλιστική αγορά.

Ο Λένιν δίνει έμφαση στην ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και στις επιπτώσεις της στην όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Η ενίσχυση της τάσης εξαγωγής κεφαλαίου επιταχύνει την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις χώρες που κατευθύνεται και με ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, που αφορούν κυρίως τις δυνατότητες εσωτερικής συσσώρευσης και τη μεταφορά των τεχνολογικών εξελίξεων, συμβάλλει σε ορισμένη αλλαγή συσχετισμού μεταξύ κρατών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ως αποτέλεσμα της ανισόμετρης ανάπτυξης.

 

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΙΣΟΜΕΤΡΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

 Στο ζήτημα της ανισόμετρης ανάπτυξης, ο Λένιν αντιπαλεύει την οπορτουνιστική θέση του Κάουτσκι πως η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας διεθνώς οδηγεί στον υπεριμπεριαλισμό, σε μια τόσο μεγάλη αλληλεξάρτηση των συμφερόντων των αστικών τάξεων των διάφορων χωρών, ώστε να αποτελεί μονόδρομο η ειρηνική επίλυση των διαφορών τους, η σύναψη ιμπεριαλιστικών συμφωνιών που οδηγούν στο σχηματισμό μιας ενιαίας, ειρηνικής, οργανωμένης, παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

Μια σειρά θεωρητικές και πολιτικές επεξεργασίες στις μέρες μας επαναφέρουν στην ουσία τον πυρήνα της οπορτουνιστικής αντίληψης του Κάουτσκι (π.χ. παγκοσμιοποίηση, αυτοκρατορία), με την επίκληση ορισμένων υπαρκτών σύγχρονων τάσεων.

Ως σύγχρονα χαρακτηριστικά ενός δήθεν νέου ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού, σε σχέση με την περίοδο του ιμπεριαλισμού, προβάλλονται η διεύρυνση της ισχύος των εταιριών με πολυεθνική μετοχική σύνθεση, ο μεγαλύτερος ρυθμός ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου, η διεύρυνση των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών.

Στην πραγματικότητα όλα αυτά τα φαινόμενα αντανακλούν τη γενική τάση διεθνοποίησης της παραγωγής, των επενδύσεων, της κίνησης του κεφαλαίου στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς. Όμως αυτή η τάση δεν μπορεί να αναιρέσει την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, ούτε μπορεί να ανατρέψει το γεγονός ότι το βασικό μέρος της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται στο πλαίσιο της εθνοκρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Πάνω σ’ αυτήν την αντιφατική αντικειμενική κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.

Οι όροι της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου των μονοπωλιακών ομίλων, των μετοχικών εταιριών, εξακολουθούν στο μεγαλύτερο μέρος τους να διαμορφώνονται στο πλαίσιο των εθνικών κρατών και των εκάστοτε διακρατικών ιμπεριαλιστικών συμμαχιών στις οποίες συμμετέχουν. Αυτό αφορά τους όρους φορολόγησης, δανειοδότησης, διαμόρφωσης των μισθών, δασμολογικής προστασίας, κρατικών επιδοτήσεων εξαγωγών, κρατικών επιχορηγήσεων και ενισχύσεων, τη σύναψη οικονομικών συμφωνιών-συμβάσεων του κάθε αστικού κράτους με άλλα κράτη ή ομάδες κρατών, προς όφελος των μονοπωλίων.

 Παράλληλα, κάθε εθνικό αστικό κράτος αξιοποιεί την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική ισχύ του για τη στήριξη των εγχώριων μονοπωλιακών ομίλων του στο διεθνή ανταγωνισμό. Ανεξάρτητα από την πιθανή πολυεθνική μετοχική του σύνθεση, κάθε μονοπωλιακός όμιλος έχει δεσμούς αναφοράς με συγκεκριμένο αστικό κράτος και σχετικές ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Σε τελευταία ανάλυση, η μετοχική εταιρία αναπτύσσεται κυρίως στο πλαίσιο του εθνοκρατικά συγκροτημένου καπιταλισμού και σ’ αυτό το αντικειμενικό έδαφος αποκτά τη δυνατότητα εξαγωγής μέρους των κεφαλαίων της. Το εθνικό αστικό κράτος παραμένει λοιπόν το βασικό όργανο διασφάλισης της οικονομικής κυριαρχίας των μονοπωλίων, της συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίου σε ανταγωνισμό με αντίστοιχες διαδικασίες στα άλλα κράτη.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, παρά τη γενική ανοδική τάση της διεθνούς παραγωγής, του μέρους του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος που προέρχεται από Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) σε χώρες υποδοχής, καθώς και του διεθνούς εμπορίου, μεγάλο μέρος της αναπαραγωγής του κεφαλαίου κάθε αστικής τάξης διενεργείται στο πλαίσιο της εγχώριας αστικής αγοράς κάθε αστικού κράτους. Η εγχώρια αγορά διατηρεί κυρίαρχο ρόλο για τη συσσώρευση κεφαλαίου ακόμα και στις ΗΠΑ, παρά την αύξηση της σημασίας των θυγατρικών επιχειρήσεων των πολυεθνικών μονοπωλιακών ομίλων, με έδρα τις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη του Λένιν το 1915, όταν προλογίζοντας το σχετικό έργο του Ν. Μπουχάριν σημείωνε: «Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εξέλιξη γίνεται με κατεύθυνση προς ένα ενιαίο παγκόσμιο τραστ, που καταβροχθίζει όλες χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις και όλα χωρίς εξαίρεση τα κράτη. Η εξέλιξη όμως προχωρεί προς αυτήν την κατεύθυνση κάτω από τέτοιες συνθήκες, με τέτοιο ρυθμό, μέσα σε τέτοιες αντιθέσεις, συγκρούσεις και κλονισμούς –που δεν είναι καθόλου μόνο οικονομικοί, αλλά είναι και πολιτικοί, εθνικοί κτλ. κτλ.– έτσι που οπωσδήποτε πριν φτάσουν τα πράγματα σ’ ένα παγκόσμιο τραστ, πριν την “υπεριμπεριαλιστική” παγκόσμια ένωση των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων, ο ιμπεριαλισμός θα πρέπει να χρεοκοπήσει αναπόφευκτα, ο καπιταλισμός θα μετατραπεί στο αντίθετό του»1.

Στις γραμμές του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος παραμένουν σήμερα ισχυρές μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις και επεξεργασίες που στην ουσία αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό κυρίως ως εξωτερική πολιτική, ως ξένη, εξωτερική εισβολή και επικυριαρχία ενός ισχυρότερου αστικού κράτους απέναντι σ’ ένα ασθενέστερο. Αυτές οι επεξεργασίες συχνά προβάλλουν τις υπαρκτές ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επιθέσεις και επεμβάσεις των πιο ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, τη διείσδυση ξένων μονοπωλίων για εκμετάλλευση και έλεγχο της αγοράς μιας χώρας ή μιας ευρύτερης περιοχής, αποσπασμένα από το κοινωνικό-οικονομικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού, ως τελευταίου, ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού.

Αυτές οι αντιλήψεις περιορίζουν το εργατικό κίνημα σε μια επιφανειακή καταδίκη των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και ταυτόχρονα προβάλλουν λαθεμένα τη δυνατότητα κοινωνικής συμμαχίας της εργατικής τάξης με αστικές δυνάμεις, με στόχο το ξεπέρασμα της καθυστέρησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας και την ουσιαστική κατάκτηση της εθνικής της ανεξαρτησίας. Έτσι, ο στόχος της αναβάθμισης της θέσης μιας καπιταλιστικής χώρας μέσα στο ιμπεριαλιστικό σύστημα προβάλλεται ως «αντιιμπεριαλιστικός», εμφανίζεται ως ριζοσπαστικός στόχος πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση, ενώ στην πραγματικότητα οδηγεί στην ταξική συνεργασία.

Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η προβολή της λενινιστικής θέσης σχετικά με το κοινωνικοοικονομικό περιεχόμενο του ιμπεριαλισμού, ως μονοπωλιακού καπιταλισμού, ως αντιδραστικής εποχής του καπιταλισμού. Γι’ αυτό χρειάζεται όχι μόνο συστηματική μελέτη, αλλά και ανάπτυξη της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, του σύγχρονου μονοπωλιακού καπιταλισμού.

 

Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ «ΧΟΥΦΤΑ» ΤΩΝ ΗΓΕΤΙΚΩΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ

 Η προβολή των ενιαίων χαρακτηριστικών που αφορούν όλα τα αστικά κράτη στο σύγχρονο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα παρουσιάζεται σε ορισμένες αναλύσεις σε αντιπαράθεση με τη διατύπωση του Λένιν ότι στον ιμπεριαλισμό μια χούφτα μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις κλέβουν, λεηλατούν τους υπόλοιπους λαούς κι επιβάλλουν ανισότιμες σχέσεις με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες.

Η επιμονή στην ανάδειξη της οικονομικής ουσίας του ιμπεριαλισμού, του μονοπωλιακού καπιταλισμού ως αναγκαίας αφετηρίας κάθε σύγχρονης ανάλυσης, εμφανίζεται σε αυτές τις αναλύσεις ως απόκλιση από τη λενινιστική θέση της διαρκούς πάλης για το ξαναμοίρασμα του κόσμου μεταξύ των πιο ισχυρών καπιταλιστικών χωρών, μεταξύ των διάφορων καπιταλιστικών κέντρων.

Θεωρούμε αβάσιμη τη συγκεκριμένη κριτική, σύμφωνα με την οποία ο Λένιν δήθεν ταύτιζε τον ιμπεριαλισμό με μια χούφτα ισχυρών καπιταλιστικών χωρών. Είναι γεγονός ότι ο Λένιν επισήμανε ότι μια μικρή ομάδα χωρών κατείχε ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά, χάρη στα τραστ, στα καρτέλ, και κυρίως στις διακρατικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-πιστωτών και κρατών-οφειλετών. Πράγματι, φώτισε την αύξηση της ισχύος που αποκτούν τα συγκεκριμένα κράτη, τα οποία παίζουν το ρόλο του πιστωτή, του τοκογλύφου, του εισοδηματία (Renterstaat) σε σχέση με τα κράτη-οφειλέτες. Εστίασε επίσης στην ομάδα ισχυρών κρατών που κατείχαν αποικίες στην εποχή του.

Όμως όλες αυτές οι επισημάνσεις της λενινιστικής ανάλυσης δεν οδηγούν στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι ιμπεριαλιστική πολιτική ασκούν μόνο τα καπιταλιστικά κράτη που βρίσκονται σε κάθε ιστορική στιγμή στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας.

Ο Λένιν φώτισε ήδη στη δική του εποχή την ιμπεριαλιστική πολιτική αστικών κρατών και αστικών τάξεων που δεν ανήκουν στις λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις.

Ανέδειξε το ρόλο της αστικής τάξης του Βελγίου που λήστευε το λαό του Κονγκό και επένδυε 3 δισ. φράγκα στο εξωτερικό, άσκησε κριτική στους Βέλγους συντρόφους που περιόριζαν την πάλη τους μόνο στην απελευθέρωση της χώρας από τη γερμανική εισβολή και κατοχή χωρίς να θέτουν θέμα ταξικής απελευθέρωσης της εργατικής τάξης.2

Ο Λένιν επισήμανε επίσης εύστοχα ότι δίπλα στις αποικιακές κινήσεις των μεγάλων δυνάμεων βρίσκονταν αποικίες μικρών κρατών, χάρη στις αντιθέσεις των μεγάλων κρατών για το μοίρασμα της λείας.3 Η Δανία αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης περιόδου. Αναφερόμενος στον ιταλικό ιμπεριαλισμό που τον χαρακτήριζε ιμπεριαλισμό των φτωχών, τόνισε ότι κάθε αστική τάξη παλεύει για να πετύχει προνόμια για το εθνικό της κεφάλαιο και την ίδια ώρα ξεγελά το λαό, παρουσιάζοντας την ιμπεριαλιστική πάλη για το δικαίωμα καταλήστευσης άλλων λαών σαν «εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο»4. Η βάση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και μικρότερων καπιταλιστικών κρατών είναι η ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε αυτά. Η λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό επικεντρώνεται στην οικονομική ουσία, την εμφάνιση του μονοπωλίου, μπορεί να ερμηνεύσει τέτοια φαινόμενα στη βάση της εξελισσόμενης ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο.

Τα συγκεκριμένα παραδείγματα βοηθούν να κατανοηθεί ολοκληρωμένα η ουσία της θεμελιώδους λενινιστικής θέσης ότι, λόγω της επίδρασης του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης, οι ανισότιμες σχέσεις αφορούν το σύνολο των καπιταλιστικών κρατών και είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Ασφαλώς σε κάθε ιστορική στιγμή θα ξεχωρίζουν κάποια πιο ισχυρά, ηγετικά καπιταλιστικά κράτη. Όμως λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης η μεταβολή του συσχετισμού μεταξύ των κρατών είναι συνεχής.

Σήμερα 200 χώρες υφίστανται ως ξεχωριστές κρατικές οντότητες. Στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει διαμορφωθεί ένα καθεστώς ανισότιμης αλληλεξάρτησης του συνόλου των καπιταλιστικών κρατών. Λόγω της επίδρασης της εξαγωγής κεφαλαίου και της ταχύτητας των τεχνολογικών αλλαγών, ο συσχετισμός δύναμης μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών μεταβάλλεται. Ισχυρά κράτη-πιστωτές του 20ού αιώνα έχουν μετατραπεί σήμερα σε κράτη-οφειλέτες (π.χ. το μεγάλο σημερινό κρατικό χρέος των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Ιταλίας), ενώ η Κίνα είναι σήμερα κράτος-πιστωτής. Η μεταβολή της ισχύος της Βρετανίας συγκριτικά με την Ινδία από τον 20ό στον 21ο αιώνα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αντίστοιχα σήμερα το ζήτημα διαμόρφωσης μιας «εργατικής αριστοκρατίας» δεν περιορίζεται μόνο σε μια χούφτα ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Η επέκταση και το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στο σύγχρονο ιμπεριαλιστικό σύστημα επιτρέπει την εμφάνιση της «εργατικής αριστοκρατίας» στην πλειοψηφία των καπιταλιστικών κρατών. Έτσι, η διάσπαση της εργατικής ενότητας και η διείσδυση μικροαστικών αντιλήψεων στο εργατικό κίνημα αποκτά γενικό χαρακτήρα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οφείλουν να εξετάσουν οι κομμουνιστές την εξέλιξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, των ανισότιμων διακρατικών σχέσεων, των υπαρκτών ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών, πολιτικών και οικονομικών εξαρτήσεων, καθώς και την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών επεμβάσεων, την επέκταση τοπικών πολέμων, τον κίνδυνο διεύρυνσής τους, καθώς και τον κίνδυνο ενός νέου γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Η σημερινή συνθετότητα της κίνησης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας δεν μπορεί να ερμηνευτεί σωστά και ολοκληρωμένα, αν περιοριστούμε στη δράση των κρατών που βρίσκονται στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Εύκολα μπορούμε να επιβεβαιώσουμε αυτήν τη θέση αν δούμε τη μείωση του οικονομικού ρόλου των G7 την τελευταία δεκαπενταετία, καθώς και την αλλαγή του συσχετισμού μεταξύ ΗΠΑ-Ευρωζώνης και BRICS (βλέπε Πίνακες στο Παράρτημα).

Αντίστοιχα, σε λαθεμένα συμπεράσματα για τις εξελίξεις στην Ευρασία θα καταλήξει όποιος υποτιμήσει το ρόλο, τα σχέδια και την επιρροή κρατών όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ, που δε συμπεριλαμβάνονται στα ηγετικά καπιταλιστικά κράτη την περίοδο που διανύουμε, όμως μετέχουν ενεργά στη διαπάλη για το ξαναμοίρασμα αγορών και εδαφών με οικονομική σημασία στη Μέση Ανατολή.

Η αντίληψη που περιορίζει τον πραγματικό αντίπαλο σε μια χούφτα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη ανοίγει το δρόμο για άμβλυνση της πάλης, ακόμη και για ταξική συνεργασία με τμήματα της εγχώριας αστικής τάξης στις υπόλοιπες καπιταλιστικές χώρες. Περιορίζει την πάλη των λαών σε μια επιφανειακή αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική ή με τη Γερμανία στην Ευρώπη, χωρίς ουσιαστικό αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, χωρίς κατεύθυνση ρήξης με την αστική τάξη σε κάθε χώρα.

Η αποσαφήνιση των προαναφερόμενων θεμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία για την επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής σε κάθε χώρα. Οι οπορτουνιστικές παρεκκλίσεις σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα σήμερα εστιάζονται στην υιοθέτηση ενδιάμεσων σταδίων μεταξύ του καπιταλισμού και σοσιαλισμού, καθώς και με τη μορφή της στήριξης αστικών κυβερνήσεων στο όνομα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της διασφάλισης ισότιμων σχέσεων με άλλα κράτη, της αποκατάστασης της κυριαρχίας της χώρας.

 

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 Ωστόσο το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Αφορά το λαθεμένο προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης με κριτήριο το εκάστοτε διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και με τη μεταβολή της θέσης μιας καπιταλιστικής χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η συγκεκριμένη συσχέτιση αποτελεί το μεθοδολογικό υπόβαθρο για μια σειρά αντιφάσεις και λάθη στρατηγικής του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος στον 20ό αιώνα.

Αυτή η λαθεμένη μεθοδολογική προσέγγιση υποτιμά τη δυνατότητα των (ανώριμων) κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση, να απελευθερώσουν την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για παράδειγμα, η υπαρκτή καθυστέρηση εξηλεκτρισμού της τσαρικής Ρωσίας ξεπεράστηκε γρήγορα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο Λένιν, μετά από μια βασανιστική προσπάθεια επεξεργασίας της στρατηγικής των μπολσεβίκων, αρνήθηκε στην πράξη τις θέσεις του Πλεχάνοφ, του Κάουτσκι, του Μαρτόφ, αλλά και στελεχών των μπολσεβίκων που θεωρούσαν ότι η Ρωσία θα έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά το δρόμο της περιβόητης ωρίμανσης του καπιταλισμού. Και δικαιώθηκε με τα θεαματικά βήματα που έγιναν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις πρώτες δεκαετίες στην ΕΣΣΔ, που πέτυχε ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός της εργατικής εξουσίας.

Γενικότερα, η αξιολόγηση του επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ανεξάρτητα από τις σχέσεις παραγωγής είναι μια επικίνδυνη αφαίρεση. Οι παραγωγικές δυνάμεις υπάρχουν, λειτουργούν και αναπτύσσονται μόνο μέσα στη διαλεκτική αλληλεπίδραση με τις σχέσεις παραγωγής, κάθε συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, του καπιταλιστικού ή του κομμουνιστικού. Δεν υπάρχει «ταξικά ουδέτερη» ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό.

Αντίστοιχα, έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι οι ανισότιμες σχέσεις αστικών κρατών και η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι σύμφυτες με το καπιταλιστικό σύστημα, σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο καπιταλιστικό έδαφος δεν μπορούν να καταργηθούν οι σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης ούτε μέσα, ούτε έξω από τις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, για παράδειγμα, αν η καπιταλιστική Ελλάδα βγει εκτός Ευρωζώνης.

Σε τελευταία ανάλυση, ο χαρακτήρας της επανάστασης σε κάθε καπιταλιστική χώρα καθορίζεται από τη βασική αντίθεση που καλείται να επιλύσει, ανεξάρτητα από τη σχετική μεταβολή της θέσης της χώρας σε μια ομάδα χωρών στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα ή σε μια συμμαχία, οικονομική ή και στρατιωτικοπολιτική. Από την όξυνση της βασικής αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και την καπιταλιστική ιδιοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πλούτου που παράγεται, από την ίδια την ύπαρξη μονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα ή σε άλλη βαλκανική χώρα, στην Τουρκία, προκύπτει ότι υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

 

Ο ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΜΑΧΙΩΝ

 Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης έχει ως αποτέλεσμα να αλλάζουν οι υλικές συνθήκες πάνω στις οποίες διαμορφώνονται οι συμμαχίες μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, ιδιαίτερα στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ο Λένιν αναδεικνύει πολύ εύστοχα το συγκεκριμένο συμπέρασμα, εξετάζοντας το οικονομικό περιεχόμενο του συνθήματος «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Τονίζει ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού οι Ενωμένες Πολιτείες θα ήταν είτε αντιδραστικές είτε απραγματοποίητες, αφού θα ισοδυναμούσαν με μόνιμη συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών και των αγορών ανάμεσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά αστικά κράτη. Εξηγεί ότι θα ήταν δυνατή μια προσωρινή συμφωνία ανάμεσα σε ευρωπαϊκά κράτη για να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη και να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστευμένες αποικίες και τις αγορές που ελέγχουν ενάντια στην Αμερική και στην Ιαπωνία.

Η ιστορική πείρα επιβεβαίωσε τη λενινιστική πρόβλεψη. Η δημιουργία της ΕΟΚ, πρόπλασμα της ΕΕ, έγινε με στόχο να πνίξουν το σοσιαλισμό όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην ΕΣΣΔ. Η ανάλυση του Λένιν φωτίζει τα βασικά χαρακτηριστικά των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες είναι διακρατικές συμμαχίες που εκφράζουν τα κοινά συμφέροντα των αστικών τάξεων των κρατών-μελών τους. Τα κοινά συμφέροντα αφορούν τη μεγέθυνση των μονοπωλίων τους, τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητάς τους σε συνθήκες όξυνσης του ανταγωνισμού στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθώς και την ενιαία αντιμετώπιση του εργατικού κινήματος, την εξουδετέρωση των επαναστατικών κομμουνιστικών κομμάτων.

Όμως οι κοινές στοχεύσεις των μονοπωλίων των διάφορων κρατών μιας ιμπεριαλιστικής συμμαχίας δεν μπορούν να αναιρέσουν την ανισομετρία και την εθνοκρατική οργάνωση πάνω στην οποία στηρίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση. Δεν μπορούν να αναιρέσουν τον ανταγωνισμό και τις αντιθέσεις τόσο στο εσωτερικό κάθε ιμπεριαλιστικής συμμαχίας όσο και μεταξύ διαφορετικών ιμπεριαλιστικών συμμαχιών και αξόνων. Οι ανακατατάξεις στο διεθνή συσχετισμό οδηγούν και σε αλλαγές στη σύνθεση και στη δομή των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και απότομη όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, που οδηγεί σε σπάσιμο των συμμαχιών, αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΕΕ ΚΑΙ ΤΟ ΒRΕΧΙΤ

 Εμβληματικό είναι το παράδειγμα της ΕΕ που σήμερα αποτελεί μια προωθημένη μορφή συμμαχίας μεταξύ καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη, η οποία ακολούθησε διάφορα στάδια στην εξέλιξή της.

Ηγετικός πυρήνας της υπήρξε η μεταπολεμική γαλλογερμανική συνεργασία με στόχο την ενίσχυση των μονοπωλίων αυτών των χωρών, καθώς και τη θωράκιση του καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλιστικό τμήμα της Ευρώπης.

Μετά τις ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών, στο νέο διεθνές πεδίο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, η ενιαία στόχευση των μονοπωλίων των κρατών της ΕΕ ενάντια στην εργατική τάξη και γενικότερα στους λαούς αποτελεί μέσα στον ιστορικό χρόνο το καθοριστικό στοιχείο που διαπερνά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τη στρατηγική της Λισαβόνας, τη στρατηγική «Ευρώπη 2020 για την απασχόληση και την ανάπτυξη». Αποδείχτηκαν ως κύρια συνεκτικά στοιχεία της ΕΕ η πολιτική διασφάλισης φθηνής εργατικής δύναμης σε σχέση με το εκάστοτε επίπεδο παραγωγικότητας, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και η προώθηση της «απελευθέρωσης» των αγορών, ιδιαίτερα σε τομείς στρατηγικής σημασίας. Έτσι προωθήθηκαν και προωθούνται αντιδραστικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, υστέρηση των μισθών σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας, ιδιωτικοποιήσεις στους τομείς ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, εμπορευματοποίηση στην παιδεία, στην υγεία, στην ασφάλιση.

Αντίστοιχα, η συγκρότηση της Ευρωζώνης προωθήθηκε με διακρατική συμφωνία των κρατών-μελών που εντάχτηκαν σ’ αυτήν για το πλεονέκτημα που πρόσφερε το κοινό νόμισμα στα μονοπώλια, όπως η σχετική συναλλαγματική και νομισματική σταθερότητα, η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, η βελτίωση των πιστοληπτικών όρων για ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, ο διεθνής χαρακτήρας του κοινού νομίσματος.

Όμως η νομισματική συγκόλληση οικονομιών κρατών-μελών με διαφορετικό επίπεδο οικονομικής ισχύος, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, καθώς και η αντίστοιχη δημοσιονομική σύμπλεξη που αυτή συνεπάγεται όχι μόνο δεν άμβλυναν, αλλά αντίθετα όξυναν τις ανισομετρίες στην ανάπτυξή τους. Ήδη πριν την εκδήλωση της διεθνούς, συγχρονισμένης καπιταλιστικής κρίσης του 2008-2009, η Ευρωζώνη και η ΕΕ δοκιμάζονταν από την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης. Ας θυμηθούμε τις αντιθέσεις της περιόδου 2000-2007 για το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», για τη διαμόρφωση κοινής φορολογικής πολιτικής, για το ύψος του κοινοτικού προϋπολογισμού, για τη «Συνταγματική Συνθήκη».

Η εκδήλωση της διεθνούς κρίσης του 2008-2009 όξυνε την ανισομετρία μεταξύ των κρατών-μελών, που εκφράστηκε με αύξηση της διαφοράς παραγωγικότητας, όγκου εξαγωγών, εκροών για άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου σε άλλες χώρες. Η Γερμανία κατάφερε να ενοποιήσει την εσωτερική της αγορά μετά την ενσωμάτωση της πρώην ΓΛΔ, να δώσει κερδοφόρα διέξοδο στις εξαγωγές της στο εσωτερικό της Ευρωζώνης διαμορφώνοντας μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα και ταυτόχρονα να διατηρήσει ισχυρό το ευρώ ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης ο συσχετισμός μεταβλήθηκε υπέρ της Γερμανίας και μέσα στον ηγετικό πυρήνα της ΕΕ. Η υπεροχή της Γερμανίας σε βάρος της Γαλλίας και της Ιταλίας αντανακλάται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και στη δημοσιονομική τους κατάσταση. Γι’ αυτό αυξάνονται οι πιέσεις της γαλλικής και της ιταλικής κυβέρνησης για σχετική χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλιακών ομίλων τους.

Γενικότερα, πολύ αργά και δύσκολα προχωρούν οι διαπραγματεύσεις για το πλαίσιο ολοκλήρωσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρωζώνης, οι οποίες εστιάζουν στα ζητήματα της Χρηματοπιστωτικής Ένωσης, της Δημοσιονομικής Ένωσης και της Εμβάθυνσης με στόχο την Πολιτική Ένωση.

Αναδεικνύεται ότι η ΕΕ και η Ευρωζώνη δεν αποτελούν ένα συνεκτικό και σταθερό σχηματισμό.5

Η συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ γίνεται με βάση την πρόταση ενιαίας οικονομικής διακυβέρνησης των 5 προέδρων των θεσμών της ΕΕ (Κομισιόν, Ευρωσύνοδος, Ευρωομάδα, ΕΚΤ, Ευρωκοινοβούλιο). Όμως η Γερμανία δεν επιθυμεί να αναλάβει ρόλο εγγυητή των υπερχρεωμένων κρατών και των προβληματικών τραπεζών της ΕΕ, ούτε να χαλαρώσει ουσιαστικά τη σημερινή περιοριστική δημοσιονομική πολιτική.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος και η άνοδος του αστικού ευρωσκεπτικισμού στη Γαλλία και σ’ άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενίσχυσης των φυγόκεντρων δυνάμεων, νέων δημοψηφισμάτων και νέας αποδυνάμωσης της ΕΕ, περιπλέκοντας τα διλήμματα της γερμανικής αστικής πολιτικής6 το επόμενο διάστημα. Εκτός από το αίτημα της Γαλλίας και της Ιταλίας για χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, πίεση ασκεί η Πολωνία (στενή σύμμαχος ΗΠΑ - Βρετανίας) και οι υπόλοιπες χώρες του Βίσεγκραντ (Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) για ανακοπή της πορείας εμβάθυνσης και για τη διατήρηση της κυριαρχίας των κρατών-μελών της ΕΕ σε αρκετούς τομείς πολιτικής. Αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ, μετά το αποτέλεσμα, έκανε αναφορά στη σημασία του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας των ευρωπαϊκών χωρών.

Το ίδιο το αποτέλεσμα του Brexit αντανακλά ως ένα βαθμό τη γενικότερη αρνητική στάση της βρετανικής αστικής τάξης στην πορεία εμβάθυνσης της ΟΝΕ και της ΕΕ, τη σταθερή σύμπλευσή της με τις ΗΠΑ στον ανταγωνισμό με τη Γερμανία, την ύπαρξη τμημάτων του βρετανικού και του αμερικανικού κεφαλαίου που επιθυμούσαν την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ και τον εγκλωβισμό της λαϊκής δυσαρέσκειας στο ρεύμα του αστικού ευρωσκεπτικισμού7.  Η Γερμανία δεν μπορεί ν’ αγνοήσει την οικονομική και στρατιωτική αποδυνάμωση της ΕΕ μετά το δημοψήφισμα της Βρετανίας. Η νέα γαλλογερμανική πρόταση συμβιβασμού εστιάζει στη διασφάλιση κοινής πολιτικής στα ζητήματα ασφάλειας και άμυνας, προσφυγικού και μετανάστευσης, καθώς και της ολοκλήρωσης της ΟΝΕ. Η γερμανική κυβέρνηση προωθεί στην ουσία μια πιο «ευέλικτη» ΕΕ, μ’ ένα σκληρό πυρήνα των ισχυρών οικονομιών και ομόκεντρους κύκλους, διαφορετικές ταχύτητες κρατών-μελών, σύμφωνα με το παλιό σχέδιο Σόιμπλε - Λάμερς της δεκαετίας του ’90.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

 Την τελευταία 15ετία ο οικονομικός συσχετισμός μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών μεταβλήθηκε σημαντικά. Η ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη των BRICS μετέβαλε τα οικονομικά δεδομένα.

Τα μερίδια ΗΠΑ, Ευρωζώνης και Ιαπωνίας στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν (ΠΑΠ) μειώθηκαν8. Το μερίδιο των ΗΠΑ μειώθηκε από 31% το 2000 σε 22,4% το 2014. Αντίστοιχα, το Ακαθάριστο Προϊόν της Ευρωζώνης μειώθηκε από 19,5% του ΠΑΠ σε 17,2% την ίδια περίοδο. Συνολικά, το μερίδιο των G7 στο ΠΑΠ μειώθηκε από το 65,6% του ΠΑΠ το 2000, στο 45,7% το 2014. Σημειώνεται πως η Ευρωζώνη είδε τη μικρότερη ποσοστιαία συρρίκνωσή της στο μερίδιό της στο ΠΑΠ την εν λόγω περίοδο.

Αντίθετα, η Κίνα ειδικότερα και οι BRICS γενικότερα είδαν σημαντική αύξηση του μεριδίου τους στο ΠΑΠ. Το μερίδιο της Κίνας στο ΠΑΠ εκτινάχτηκε από 3,6% το 2000 σε 13,4% το 2014. Αθροιστικά οι BRICS αύξησαν το μερίδιό τους στο ΠΑΠ από 8,1% το 2000 σε 22% το 2014.

Η αλλαγή δεν είναι τυχαία. Σχετίζεται με την επιταχυνόμενη συσσώρευση παραγωγικού κεφαλαίου στις χώρες BRICS. Την περίοδο 2000-2015 οι BRICS απορροφούν αυξανόμενο ποσοστό του συνόλου των παραγωγικών επενδύσεων. Πιο συγκεκριμένα, το 2000 η Κίνα απορροφούσε το 5,2% των συνολικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου σ’ ολόκληρο τον κόσμο και οι BRICS το 9,2%, ενώ οι ΗΠΑ το 30,8%, η Ευρωζώνη το 20%, η Ιαπωνία το 15% και οι G7 το 64%. Το 2014, η Κίνα απορρόφησε το 25% των αντίστοιχων επενδύσεων, οι BRICS το 32,6% ενώ το μερίδιο των υπολοίπων συρρικνώθηκε, με τις επενδύσεις στις ΗΠΑ να είναι μόλις το 17,8% και συνολικά των G7 στο 36,7% του συνόλου. Δεν πρόκειται για παροδικές αλλαγές μιας χρονιάς.

Οι αλλαγές στην παραγωγή αντανακλώνται επίσης στις εμπορικές ροές. Το 2000, οι εξαγωγές των ΗΠΑ αποτελούσαν το 12% του συνόλου των διεθνών εξαγωγών, της Ευρωζώνης το 31% και των G7 το 46% του συνόλου των εξαγωγών. Η Κίνα αντιπροσώπευε το 4% των εξαγωγών και οι BRICS μόλις το 8%. Το 2014, τα αντίστοιχα μερίδια είναι ριζικά διαφορετικά. Οι ΗΠΑ καταγράφουν μόλις το 8,5% των διεθνών εξαγωγών, η Ευρωζώνη το 25% και οι G7 το 31%, ενώ η Κίνα καταγράφει το 12,4% και οι BRICS το 18,3% του συνόλου των διεθνών εξαγωγών εμπορευμάτων.

Όπως φαίνεται και από τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία, οι οικονομικές μεταβολές επιταχύνονται μετά το 2007, δηλαδή μετά την εκδήλωση της διεθνούς κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Κανένα ιμπεριαλιστικό κέντρο δεν μπορεί να διασφαλίσει αποτελεσματικά μια ελεγχόμενη απαξίωση κεφαλαίου στις σημερινές συνθήκες (π.χ. ελεγχόμενη χρεοκοπία υπερχρεωμένων κρατών). Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο διογκώνεται.

Αρκετά στοιχεία των εκθέσεων των ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, ΕΕ κλπ.) επιβεβαιώνουν αυτό το συμπέρασμα.

Αμερικανικοί όμιλοι διαθέτουν τεράστια αποθέματα μετρητών, τα οποία δεν επενδύουν παραγωγικά. Μόνο οι εταιρίες του δείκτη S&P500 (χωρίς τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους) έχουν περίπου 1,5 τρισ. δολάρια σε μετρητά.

Θεαματική είναι επίσης η αύξηση του ποσοστού των κρατικών χρεών ως προς το ΑΕΠ την περίοδο 2007-2014 (έκθεση McKinsey 2015). Συνολικά, από το 2007 μέχρι σήμερα, το συνολικό παγκόσμιο κρατικό χρέος αυξήθηκε κατά 27 τρισ. $, αυξάνοντας το ποσοστό του ως προς το Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν κατά 20,8%.9

Σημαντική πτώση της τιμής των μετοχών και ζημιές καταγράφονται στην πορεία μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζικών ομίλων (Deutsche Bank, Credit Suisse, Barclays, RBS, Monte die Paschi di Siena κ.ά.). Η DB, η μεγαλύτερη γερμανική τράπεζα, ανακοίνωσε ζημιές 6,8 δισ. ευρώ και έχει έκθεση σε παράγωγα ύψους 55 τρισ. ευρώ. Στην Ιταλία, ο τραπεζικός τομέας βαρύνεται από μη εξυπηρετούμενα «κόκκινα» δάνεια που ανέρχονται σε 360 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 16,7% του συνόλου των δανείων.

Οι πρόσφατες προβλέψεις (ΕΕ και ΔΝΤ) για το ρυθμό ανάπτυξης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας κινούνται μεταξύ στασιμότητας και πολύ αναιμικής αύξησης. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι κανένα ιμπεριαλιστικό κέντρο δεν προβλέπεται να λειτουργήσει στο άμεσο μέλλον ως ατμομηχανή για την αύξηση του ρυθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.10

Προβλέπεται νέα επιβράδυνση στην Κίνα και ουσιαστική στασιμότητα σε ΗΠΑ-ΕΕ.

Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ της Κίνας έχει μειωθεί σημαντικά και βρίσκεται στο 6,5%-7% ετησίως, που αποτελεί το μικρότερο ρυθμό ανάπτυξης της 20ετίας, με το μεγαλύτερο, το 2007, να υπερβαίνει το 14%. Με βάση διεθνείς εκτιμήσεις, το 2015, περίπου 670 δισ. $ έφυγαν από την Κίνα προς αναζήτηση διεθνών επενδύσεων. Οι συγκεκριμένες εξελίξεις είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του γουάν. Ο ρυθμός αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής (σε προστιθέμενη αξία) επιβραδύνθηκε στο κατώτερο σημείο των τελευταίων 25 ετών.

Προβλέπεται επίσης μικρή επιβράδυνση της οικονομίας των ΗΠΑ, με κύριο ανασχετικό παράγοντα τη συρρίκνωση των εξαγωγών, η οποία σχετίζεται με την ανατίμηση της διεθνούς ισοτιμίας του δολαρίου και τη συρρίκνωση των εμπορικών συναλλαγών σε διεθνές επίπεδο. Αντίστοιχα, οι προβλέψεις για πολύ αργή και αναιμική ανάκαμψη της ΕΕ εστιάζουν στη συγκριτικά χαμηλή παραγωγικότητα σε σχέση με τις ΗΠΑ και στις συνέπειες της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, που με τη σειρά τους συγκρατούν το ρυθμό νέων επενδύσεων.

Η κρίση και η κρατική πολιτική στις ΗΠΑ είχε ως αποτέλεσμα μια εκτίναξη τόσο του κρατικού δανεισμού όσο και μια σημαντική μείωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης. Το κρατικό χρέος έφτασε το 76% του ΑΕΠ, ενώ, συνυπολογίζοντας και το χρέος προς κρατικούς οργανισμούς (π.χ. ασφαλιστικά ταμεία), έφτασε το 106% του ΑΕΠ. Από αυτό, το 45% βρίσκεται στα χέρια ξένων επενδυτών, με την Κίνα και την Ιαπωνία να κατέχουν περίπου 1,3 τρισ. $ και 1,2 τρισ. $ αντίστοιχα.

Οι συνέπειες από μια αναδιάρθρωση του αμερικανικού κρατικού χρέους θα ήταν σημαντικές στη διεθνή οικονομία. Το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί στοιχείο ενδοαστικής διαπάλης στη φετινή προεκλογική περίοδο στις ΗΠΑ, με τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικάνων για την προεδρία, Ντόναλντ Τραμπ, να εξετάζει το ενδεχόμενο μιας συμφωνίας επαναδιαπραγμάτευσης και μείωσης του χρέους των ΗΠΑ, με προφανείς αρνητικές συνέπειες για τους πιστωτές του αμερικανικού κράτους.

Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία εξηγούν γιατί στη σύνοδο των G-20 στη Σαγκάη (Φλεβάρης 2016) εκδηλώθηκαν έντονες ανησυχίες για την πορεία ανάπτυξης της διεθνούς καπιταλιστικής οικονομίας και συνεχίστηκε η γνωστή διαμάχη μεταξύ των υπουργών Οικονομικών των ΗΠΑ και της Γερμανίας, Τζακ Λιου και Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αντίστοιχα, για την κατάλληλη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική.

 

Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΗΠΑ - ΚΙΝΑΣ

 Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, που αυξάνει τις δυσκολίες της αστικής διαχείρισης διεθνώς, εντείνεται η διαπάλη των ιμπεριαλιστικών κέντρων για τον έλεγχο και το ξαναμοίρασμα των αγορών, ενεργειακών πηγών και γενικότερα εδαφών με οικονομική σημασία. Ξεχωρίζουν ως δύο βασικοί πόλοι από τη μια ο ευρωατλαντικός άξονας του ΝΑΤΟ με βασικούς πρωταγωνιστές τις ΗΠΑ και τη Γερμανία και από την άλλη ο άξονας Κίνας-Ρωσίας.

Οι ΗΠΑ διατηρούν από άποψη συνολικής οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος την πρώτη θέση στην πυραμίδα του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Παράλληλα με την πρωτοκαθεδρία τους στο ΔΝΤ και στην Παγκόσμια Τράπεζα, αναπτύσσουν δύο σημαντικές πρωτοβουλίες: Την πρόταση Διαντλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων με την ΕΕ (ΤΤΙΡ) και την πρόταση Συνεργασίας των δύο πλευρών του Ειρηνικού (ΤΤΡ), από την οποία αποκλείουν την Κίνα. Η αμερικανική πρόταση για την ΤΤΙΡ έχει εύστοχα χαρακτηριστεί ως πρόταση δημιουργίας ενός «Οικονομικού ΝΑΤΟ». Αν υλοποιηθεί, εκτιμάται ότι θα καλύψει το 50% της παγκόσμιας παραγωγής, το 30% του παγκόσμιου εμπορίου και το 20% των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων διεθνώς. Τμήμα της γερμανικής και της γαλλικής αστικής τάξης εκτιμά ότι η αμερικανική πρόταση αποτελεί στην ουσία το «δούρειο ίππο» για τη διασφάλιση της αμερικανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη. Το γερμανικό ινστιτούτο IFO εκτιμά ότι η υλοποίηση της συμφωνίας θα αποδυναμώσει τις εμπορικές ροές εντός ΕΕ και θα ενισχύσει τις διατλαντικές ροές. Οι διαπραγματεύσεις προχωρούν βασανιστικά από το 2013, με χαρακτηριστικές τις αντιδράσεις του Γάλλου προέδρου Ολάντ, του Γερμανού αντικαγκελάριου Γκάμπριελ και διάφορων ηγετών του ευρωσκεπτικιστικού ρεύματος (π.χ. Λεπέν, Φάρατζ). Στο βαθμό που επικυρωθεί, η νέα συνθήκη θα επιφέρει αλλαγές στη σημερινή Κοινή Αγροτική Πολιτική, στις διάφορες μορφές κοινοτικών επιδοτήσεων και στις μορφές προστατευτισμού που λαμβάνονται στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.

Οι ΗΠΑ στηρίζουν επίσης την πίεση της γαλλικής και της ιταλικής κυβέρνησης προς τη γερμανική για αλλαγή της δημοσιονομικής πολιτικής και κλιμακώνουν ενέργειες οικονομικού πολέμου προς τη Γερμανία (π.χ. με την ανάδειξη των υποθέσεων-σκανδάλων στη Siemens, στη VW και στην Deutsche Bank). Παράλληλα, οι ΗΠΑ στηρίζουν τις δυνάμεις που επιθυμούν την παράταση των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας (Βρετανία, Πολωνία, Σουηδία), η οποία πλήττει ιδιαίτερα τα οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας. 

Σε στρατιωτικο-πολιτικό επίπεδο, οι ΗΠΑ εστιάζουν στις περιοχές της Ευρασίας και της ασιατικής πλευράς του Ειρηνικού, πρωταγωνιστούν στη χάραξη και υλοποίηση των διακηρυγμένων στόχων του ΝΑΤΟ για διευρυμένη παρουσία των ευρωατλαντικών δυνάμεων σε Ανατολική Ευρώπη και Μεσόγειο. Ήδη καταγράφεται συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ από τη Βόρεια Ευρώπη ως τα σύνορα της Ουκρανίας και νοτιότερα στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο. Κρίκος σ’ αυτήν τη σχηματιζόμενη αλυσίδα δυνάμεων ιμπεριαλιστικής επέμβασης είναι και η αρμάδα του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο που αναπτύχθηκε με τη συνενοχή της ελληνικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται η στρατιωτική παρουσία του ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή και μεθοδεύεται νέα ιμπεριαλιστική επέμβαση στη Λιβύη.11

Απέναντι στις κινήσεις των ΗΠΑ, η Ρωσία προτάσσει τη στρατιωτική συνεργασία με την Κίνα, τη γεωπολιτική επιρροή της Ευρασιατικής Ένωσης (με τη συμμετοχή Λευκορωσίας, Καζακστάν) και την άμεση στρατιωτική δράση από την Ουκρανία ως τη Συρία12.

Στη σημερινή συγκυρία, οι ΗΠΑ προκρίνουν έναν προσωρινό συμβιβασμό με τη Ρωσία και το Ιράν, για τη διαμόρφωση ζωνών επιρροής και τη χάραξη νέων συνόρων στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος συμβιβασμός είναι ιδιαίτερα εύθραυστος, αφού εκτός των άλλων προσκρούει σε διαφορετικά, αποκλίνοντα συμφέροντα συμμάχων των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, στην αντιμετώπιση μεγάλων ζητημάτων όπως το Κουρδικό και το Παλαιστινιακό.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ ήδη πενήντα ανώτεροι διπλωμάτες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δημοσιοποίησαν κείμενο που βάλλει ευθέως κατά της πολιτικής Ομπάμα για συμβιβασμό με τη Ρωσία στα ζητήματα που αφορούν τον άξονα Ιράν-Ιράκ-Συρία.

Στον Ειρηνικό, οι ΗΠΑ αναβαθμίζουν τη στρατιωτική συνεργασία τους με την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Αυστραλία και μεθοδεύουν την επίσημη επιστροφή των στρατιωτικών τους δυνάμεων στις Φιλιππίνες. Βασικός στόχος τους είναι η αποτροπή μιας μελλοντικής ηγεμονίας της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή, που θα περιλαμβάνει και τον έλεγχο των σχετικών ενεργειακών πηγών.

Στον αντίποδα, η Κίνα παρουσίασε το 2014 την πρωτοβουλία «Μια Ζώνη, Ένας Δρόμος» (OBOR), δηλαδή τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου, ενός δικτύου που θα ενώνει με προνομιακές οικονομικές συμφωνίες την Κίνα με την υπόλοιπη Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική. Το σχέδιο περιλαμβάνει μια χερσαία και μια θαλάσσια διαδρομή, το «θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού του 21ου αιώνα». Στα τέλη του 2014 ενεργοποιήθηκε το κρατικό ταμείο για τη χρηματοδότηση υποδομών για το Δρόμο του Μεταξιού (Silk Road Fund) με αρχικό κεφάλαιο 40 δισ. δολάρια (π.χ. για χρηματοδότηση σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας, εκσυγχρονισμό λιμανιών κλπ.). Ταυτόχρονα, η Κίνα πρωταγωνίστησε στη σύσταση της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας (NDB) των BRICS, καθώς και της Ασιατικής Επενδυτικής Τράπεζας Υποδομών (AIIB) με συμμετοχή της Βρετανίας, Γαλλίας και Γερμανίας και συνολικά 57 κρατών, εκτός των ΗΠΑ. Πρόκειται για δυο κινήσεις που αποτελούν «οικονομική απάντηση» στην ηγεμονία των ΗΠΑ στο ΔΝΤ και στη Παγκόσμια Τράπεζα. Παρά τη διαφωνία των υπόλοιπων μελών των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Ν. Αφρική), η Κίνα επέβαλε τον ηγετικό της ρόλο, δηλαδή του μετόχου με τη μεγαλύτερη συμμετοχή στο αρχικό κεφάλαιο και με την επιλογή της Σαγκάης ως έδρας της NDB.

Τόσο διεθνώς όσο και στην εσωτερική αγορά της, η Κίνα παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά ισχυρού κράτους του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που βρίσκεται στις κορυφές της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας. Μετά την εκδήλωση της επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας, η κυβέρνηση ενθάρρυνε τις εξαγορές εταιριών στο εξωτερικό, ώστε να αυξηθεί το μερίδιο των κινεζικών ομίλων στην παγκόσμια αγορά. Από την αρχή του 2016 έχουν επενδυθεί από κινεζικούς ομίλους 113 δισ. δολάρια για εξαγορές και διασυνοριακές συμφωνίες. Ως προορισμός κυριάρχησε η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική. Ταυτόχρονα, υλοποιούνται αναδιαρθρώσεις κρατικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, με απολύσεις 6 εκατομμυρίων εργαζόμενων. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις αφορούν τομείς που εκδηλώθηκε η κρίση υπερπαραγωγής, όπως οι βιομηχανίες άνθρακα, χάλυβα, τσιμέντου, υαλουργίας, και θα οδηγήσουν σε αύξηση της ανεργίας.

Τόσο η Κίνα όσο και οι διακρατικές καπιταλιστικές συμμαχίες που συμμετέχει, όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, ανταγωνίζονται σήμερα με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) για το ξαναμοίρασμα αγορών και εδαφών με οικονομική σημασία. Καμιά διακρατική συμμαχία που η οικονομική της βάση εδράζεται στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει συμμαχική δύναμη για την εργατική τάξη και τους λαούς. Η αξιοποίηση από το επαναστατικό εργατικό κίνημα των αντιθέσεων ανάμεσα σε ΝΑΤΟ και BRICS, και πιο συγκεκριμένα ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα-Ρωσία, μπορεί να γίνει μόνο με αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική γραμμή πάλης που να διασφαλίζει ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος απ’ όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι χαρακτηριστικό. Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία επιθυμούν στις σημερινές συνθήκες την παραμονή της Ελλάδας στη διακρατική ιμπεριαλιστική συμμαχία της ΕΕ, γιατί αυτό εξυπηρετεί τα σχέδιά τους για μεταφορά εμπορευμάτων και ενέργειας στην Ευρώπη.

Στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, ο προσωρινός εύθραυστος συμβιβασμός ΗΠΑ-Ρωσίας αποτελεί δυσμενή εξέλιξη για τα επεκτατικά σχέδια αναβάθμισης της θέσης της τουρκικής αστικής τάξης που εκφράζει η στρατηγική του «νεο-οθωμανισμού» (π.χ. η συμμετοχή Τουρκίας στις επεμβάσεις στη Λιβύη και στη Συρία, προνομιακές σχέσεις με Αλβανία σε Βαλκάνια). Καθώς οι πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία και στο κουρδικό πρόβλημα δεν την ευνοούν, η τουρκική κυβέρνηση αυξάνει τώρα την επιθετικότητά της στο Αιγαίο.

Στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ οι αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας αναπτύσσουν αντιφατικές σχέσεις ανταγωνισμού και συνεργασίας, που είναι σε βάρος των λαών τους και στις δύο περιπτώσεις.

 

ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΔΟΪΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ

 Στις σημερινές δύσκολες και σύνθετες συνθήκες, καθώς οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και αυξάνει ο κίνδυνος ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου, οι κομμουνιστές έχουν χρέος να παλέψουν αποφασιστικά και μεθοδικά για να μη στοιχηθεί η εργατική τάξη πίσω από την αστική τάξη της χώρας της, για να μην εγκλωβιστεί στην επιλογή συμπόρευσης με κάποια από τις ανταγωνιζόμενες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η συνεχής προσπάθεια να μην αποσπάται ο καθημερινός πολιτικός και οικονομικός αγώνας από το κύριο επαναστατικό πολιτικό καθήκον. Να μην παραμερίζεται ο στόχος της εργατικής εξουσίας από άλλο «μεταβατικό» πολιτικό στόχο στο καπιταλιστικό έδαφος (π.χ. την αλλαγή αστικής κυβέρνησης). Να παραμένει σταθερός ο επαναστατικός στρατηγικός προσανατολισμός και σε συνθήκες ανόδου και σε συνθήκες ύφεσης του κινήματος, χωρίς εκπτώσεις στο όνομα της εκδήλωσης της οικονομικής κρίσης, της ανόδου του φασιστικού ρεύματος, του κινδύνου ή και της διεξαγωγής του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Γι’ αυτό επίσης έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι σύμφυτες με το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Να προβληθεί η ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου ως αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η αποδέσμευση μιας χώρας από μια ιμπεριαλιστική συμμαχία (όπως η ΕΕ) υπέρ του λαού.

Οι κομμουνιστές πρέπει να διαπαιδαγωγούμε το λαό και να προσανατολίζουμε το εργατικό κίνημα ώστε να μην έχει καμιά εμπιστοσύνη σε καμιά αστική κυβέρνηση, καμιά αστική τάξη, καμιά ιμπεριαλιστική συμμαχία. Μόνο τότε μπορούν να αξιοποιήσουν προς όφελος της ιστορικής αποστολής της εργατικής τάξης τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να ανταποκριθούν σε συνθήκες απότομης όξυνσης της ταξικής πάλης.

Η ιστορία του 20ού αιώνα προσφέρει πλούσια πείρα σχετικά με τη δυνατότητα και τη σημασία αξιοποίησης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια χώρα και αρχικά την επιτυχία της προσπάθειας σοσιαλιστικής οικοδόμησης.

Ο Λένιν ανέδειξε ως βασικούς όρους για μια επιτυχή αξιοποίηση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων αφενός την ανεξαρτησία της επαναστατικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του Κομμουνιστικού Κόμματος, από τις επιδιώξεις και τους στόχους κάθε ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, και αφετέρου το σταθερό στρατηγικό προσανατολισμό για την επαναστατική ανατροπή της εγχώριας αστικής τάξης τόσο στην περίοδο του ιμπεριαλιστικού πολέμου όσο και στην περίοδο της ιμπεριαλιστικής ειρήνης.

Η δράση των μπολσεβίκων για τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και την εδραίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο αποτελεί το πιο φωτεινό παράδειγμα. Απέδειξε ότι το εργατικό κίνημα σε κάθε χώρα δεν πρέπει να παγιδεύεται στις επιδιώξεις της εγχώριας αστικής τάξης, ούτε να ακολουθεί πολιτική ουράς πίσω από κάποιο από τα ανταγωνιζόμενα ιμπεριαλιστικά κέντρα.

Οι μπολσεβίκοι αξιοποίησαν τις οξυμένες αντιθέσεις μεταξύ της Γερμανίας και της Βρετανίας την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, όχι μόνο για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά και για την εδραίωση της εργατικής εξουσίας.

Μεγάλο μάθημα για το κομμουνιστικό κίνημα αποτελεί η εσωκομματική συζήτηση το Γενάρη και Φλεβάρη του 1918 σχετικά με το δίλημμα: Υπογραφή με τη Γερμανία μιας συνθήκης ειρήνης με επώδυνους όρους για τη σοβιετική εξουσία ή κήρυξη ενός διεθνούς επαναστατικού, δίκαιου πολέμου.

Οι υποστηρικτές του επαναστατικού πολέμου προέβαλαν μια σειρά επιχειρήματα, όπως ότι η υπογραφή συμφωνίας συνιστά προδοσία των αρχών του προλεταριακού διεθνισμού, ότι μετατρέπει τους μπολσεβίκους σε πράκτορες του γερμανικού ιμπεριαλισμού, ότι δε συμβάλλει στην εθνική απελευθέρωση των λαών της Πολωνίας και της Λιθουανίας.

Ο Λένιν απάντησε ότι κλείνοντας χωριστή ειρήνη με τη Γερμανία «απελευθερωνόμαστε στον ανώτερο βαθμό που αυτό μπορεί να γίνει στη δοσμένη στιγμή και από τις δύο εχθρικές ιμπεριαλιστικές ομάδες, επωφελούμενοι από την εχθρότητά τους κι από τον πόλεμο που τους εμποδίζει να συνεννοηθούν εναντίον μας»13.

Ο αγώνας για την επαναστατική ανατροπή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε μορφής εκμετάλλευση, η πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, είναι αδιανόητο ότι θα έχει θετική εξέλιξη όταν δε συνδυάζεται με την πάλη κατά του οπορτουνισμού. Ανεξάρτητα από την πολιτική δύναμη του οπορτουνισμού σε κάθε χώρα, αυτός δεν πρέπει να υποτιμάται ή να κρίνεται με κοινοβουλευτικά κριτήρια, καθώς η ρίζα του οπορτουνισμού βρίσκεται στο ίδιο το ιμπεριαλιστικό σύστημα, καθώς η αστική τάξη, όταν βλέπει ότι αρχίζει να μην μπορεί να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της με σταθερότητα, στηρίζεται στον οπορτουνισμό ως διάχυτη αστική ή μικροαστική αντίληψη, μέσα στο εργατικό κίνημα, ως πολιτικό κόμμα. Αξιοποιεί τον οπορτουνισμό προκειμένου να κερδίσει χρόνο, να ανασυντάξει το αστικό πολιτικό σύστημα, να υπονομεύσει τη σταθερή άνοδο του εργατικού επαναστατικού κινήματος.

Γι’ αυτό, καθοριστικό ζήτημα είναι να διαμορφωθεί επαναστατική στρατηγική από κάθε κομμουνιστικό κόμμα στη δική του χώρα, να δώσει μάχη με τον οπορτουνισμό που σπρώχνει σε πολιτική «ουράς» της αστικής τάξης, σε αυταπάτες για «εξανθρωπισμό» της πολιτικής των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών (π.χ. το ΚΕΑ για την ΕΕ). Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κάθε ΚΚ πρέπει να δυναμώσει τους δεσμούς του με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, με στόχο την κινητοποίησή τους για τις άμεσες ανάγκες τους, αλλά και την πολιτική ταξική αφύπνιση. Με αυτήν την έννοια, ο ταξικός αγώνας είναι ενιαίος, οικονομικός-ιδεολογικός-πολιτικός, σε οποιεσδήποτε συνθήκες συσχετισμού μεταξύ των αντίπαλων τάξεων, ευνοϊκότερων ή δυσμενέστερων, όπως και των σημερινών στην Ελλάδα και παγκόσμια. Έτσι, για παράδειγμα, η πάλη για αποκλειστικά δημόσιες, δωρεάν σύγχρονες υποδομές και υπηρεσίες υγείας, για την ανάκτηση των απωλειών που είχε ο λαός την περίοδο της βαθιάς κρίσης, για την κατάργηση των αντεργατικών νόμων, πρέπει να διεξάγεται ενταγμένη σε γραμμή ρήξης με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους, για την εργατική εξουσία, τη δικτατορία του προλεταριάτου, που θα οδηγήσει σε συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, θα κοινωνικοποιήσει τα μονοπώλια και γενικότερα τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

Maakis 1 

Maakis 2 

Maakis 3

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

*  Κείμενο του Μάκη Παπαδόπουλου, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, υπεύθυνου της Ιδεολογικής Επιτροπής και του Τμήματος Οικονομίας. Το κείμενο είναι βασισμένο σε εισήγησή του σε σεμινάριο που διοργάνωσε στην Κωνσταντινούπολη το ΚΚ Τουρκίας, στις 2 Μάη 2016.

1. Β. Ι. Λένιν: «Πρόλογος στην Μπροσούρα του Ν. Μπουχάριν», «Άπαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 94.

2. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 26, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 309.

3. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 27, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 385.

4. Ό.π., σελ. 616.

5. Δες αναλυτικά: «Το αβέβαιο μέλλον της Ευρωζώνης», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2011.

6. Stratfor «How referenda Threaten the EU», 10 Μάη 2016.

7. Δες αναλυτικά: «Για τον ευρωσκεπτικισμό και το Σχέδιο Β», ΚΟΜΕΠ, τ. 2/2014.

8. Πρόκειται για το ΑΕΠ κάθε κράτους, εκφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος (σε τρέχοντα δολάρια), όπως δίνονται από την UNCTAD, τον οργανισμό του ΟΗΕ για το εμπόριο και την ανάπτυξη.

9. McKinsey & Company «Debt and (not much) deleveraging», February 2015.

10. Εαρινές Προβλέψεις της Κομισιόν - 2016.

11. Γιώργου Μαρίνου: «ΝΑΤΟ: Οπλισμένο χέρι του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού κατά των λαών», ΚΟΜΕΠ, τ. 6/2014.

12. Ελισαίου Βαγενά: «Η στρατιωτικοπολιτική εξίσωση στη Συρία», ΚΟΜΕΠ, τ. 1/2016

13. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», «Σχετικά με την ιστορία μιας πικρής ειρήνης», τ. 35, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 250.