ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΑ ΑΕΙ

Το παρακάτω κείμενο επιδιώκει να δώσει βασικές απαντήσεις γύρω από τους λόγους και τις αιτίες της αναδιάρθρωσης των προγραμμάτων σπουδών.

Τονίζουμε ότι, αν και οι αλλαγές αυτές αποτελούν συστατικό στοιχείο των προσαρμογών των πανεπιστημίων-ΤΕΙ στην κατεύθυνση της πιο αποτελεσματικής και οργανικής σύνδεσης με τις ανάγκες του κεφαλαίου, υλοποιούνται σχετικά «αθόρυβα», σε επίπεδο Τμημάτων, χωρίς να προϋποθέτουν κεντρικές νομοθετικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες.

Δεν είναι λίγες άλλωστε οι εξελίξεις σε αυτό το πεδίο και επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, (όπως θα φανεί στη συνέχεια) η οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, διατηρεί σταθερά στην ατζέντα της το θέμα της πιστοποίησης και το δρομολογεί με ταχείς ρυθμούς.

Με αυτήν την έννοια απαιτείται από τις δυνάμεις του Κόμματος και της ΚΝΕ έγκαιρος προσανατολισμός και στενή παρακολούθηση των εξελίξεων σε κάθε χώρο, αποφασιστική στροφή στην παρακολούθηση και παρέμβαση στο ίδιο το περιεχόμενο των σπουδών.

Πρόκειται για καθήκον που αφορά εν τέλει την προετοιμασία της αυριανής επιστημονικά ειδικευμένης εργατικής δύναμης, πάνω στον κεντρικό άξονα: Τι μαθαίνει και με τι όρους εντάσσεται στην εργασιακή διαδικασία. Συνδέεται με τα ερωτήματα ποιος και με τι κριτήρια αξιολογεί και πιστοποιεί τη διαδικασία διαμόρφωσης των νέων επιστημόνων.

 

Η ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ - ΕΥΡΩΕΝΩΣΙΑΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

 Η αξιολόγηση, η πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών/πτυχίων/ αποφοίτων, το σύστημα πιστωτικών μονάδων (ECTS) και το Συμπλήρωμα Διπλώματος, το Ευρωπαϊκό και Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων είναι τα βασικά εργαλεία της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στοχεύουν, ήδη από τη Διακήρυξη της Μπολόνια, στη διαμόρφωση του αποκαλούμενου «Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης» (ΕΧΑΕ) και στην προώθηση της «Διά Βίου Μάθησης», ως προϋπόθεσης για τη διευκόλυνση της κινητικότητας.

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ελλάδας για την πιστοποίηση αποτυπώνεται στη διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού και Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, η οποία δεν προχωρά ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Ο Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης, στον οποίο αργότερα προστέθηκε και η έρευνα εξελίσσοντας τη στρατηγική του κεφαλαίου με τον τίτλο «Ενιαίος Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας», έχει περιγραφεί από τα αστικά επιτελεία ήδη από τη Συνθήκη της Μπολόνια. Στην ουσία, αντανακλά τις επιπτώσεις των τάσεων διεθνοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών, των ταχύτατων αλλαγών της παραγωγικής δομής, της ευρύτερης εφαρμογής της επιστήμης στην παραγωγή, τα οποία επιφέρουν την ανάγκη αναδιοργάνωσης της εργασίας με γνώμονα τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου. Σε αυτήν την κατεύθυνση, τίθενται στο επίκεντρο της αστικής στρατηγικής τα στοιχεία της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού, της εναλλαγής θέσης και καθηκόντων στην παραγωγή, της «ευελιξίας» –όπως την αποκαλούν– των εργαζομένων, και του υψηλά ειδικευμένου πλέον προσωπικού, ώστε να προσαρμόζονται σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα, ακόμα και σε άρδην αλλαγή του αντικειμένου της εργασίας τους.

Πρόκειται για μια αντικειμενική διαδικασία που συνυπάρχει (με), αλλά και καθορίζεται από την ένταξή της στις αστικές εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής.

Πιο συγκεκριμένα, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων χαρακτηρίζεται από την τάση σχετικής υποκατάστασης της ζωντανής –ανθρώπινης– εργασίας από την εργασία που ενσωματώνεται στα σύγχρονα μέσα παραγωγής. Χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ολοένα και περισσότερο δουλεύουν έμμεσα πάνω στο παραγόμενο προϊόν, μέσω των μηχανημάτων, των Η/Υ και των κάθε είδους υπολογιστικών συστημάτων που αποτελούν πλέον την τεχνολογική ραχοκοκαλιά της σύγχρονης κοινωνικής παραγωγής. Σε αυτήν τη βάση, η παραγωγική διαδικασία μετατρέπεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό σε τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης.

Αντανακλώντας αυτήν την αναγκαιότητα, μια σειρά αστικών μελετών αποτυπώνουν την τάση για σημαντική αύξηση των θέσεων εργασίας που απαιτούν υψηλότερη και μέση ειδίκευση (ιδιαίτερα στους τομείς των θετικών επιστημών, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών), την τάση μείωσης της χειρωνακτικής και ανειδίκευτης εργασίας, την αύξηση του βαθμού πολυπλοκότητας σε πολλές νέες θέσεις εργασίας ανεξαρτήτως του απαιτούμενου βαθμού ειδίκευσης, η οποία συνυπάρχει και με μια τάση απλοποίησης άλλων εργασιών έως και με την πλήρη αντικατάστασή τους, την επιτάχυνση των αλλαγών σε επαγγελματικά καθήκοντα, την αυξανόμενη σημασία της έρευνας και της καινοτομίας, τη δραστική μείωση της απασχόλησης στους κλάδους του λεγόμενου δευτερογενούς τομέα (μεταποίηση) και την αντίστοιχη ανάπτυξη στους κλάδους του λεγόμενου τριτογενούς τομέα, την αυξανόμενη σημασία της λειτουργίας των εργαζομένων στο πλαίσιο ομάδων.

Οι παραπάνω τάσεις της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων –και πρώτ’ απ’ όλα της βασικότερης παραγωγικής δύναμης, του ανθρώπου– δεν είναι χωρίς ταξικό πρόσημο. Ο ρυθμός και ο προσανατολισμός τους δεν καθορίζεται στενά από τα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής και τις αντίστοιχες δυνατότητες κάλυψης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, αλλά από το βαθμό στον οποίο μπορούν να συμβάλλουν στην καπιταλιστική κερδοφορία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίφασης ανάμεσα στις σημερινές δυνατότητες των παραγωγικών δυνάμεων (και στην ανάπτυξή τους) από τη μία και στο σχετικά περιορισμένο βαθμό μετατροπής αυτής της δυνατότητας σε πραγματικότητα, λόγω της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής από την άλλη, είναι η σχετική υποτίμηση τομέων που δεν αποδίδουν επαρκές κέρδος (π.χ. αντισεισμική θωράκιση), οι περιορισμοί στη διάχυση της γνώσης μέσω των λεγόμενων πατεντών, η έρευνα για τη λεγόμενη «σχεδιασμένη αχρήστευση» των εμπορευμάτων κλπ.

Οι παραπάνω αντικειμενικές τάσεις στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων επιτάσσουν μεγαλύτερη εργασιακή κινητικότητα σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Το γεγονός όμως ότι αυτή η αύξηση της κινητικότητας γίνεται υπό την κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής συνεπάγεται την αξιοποίησή της για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης μέσω της γενίκευσης των ελαστικών σχέσεων εργασίας, τις συνεχείς εναλλαγές εργασίας και ανεργίας κλπ. Επίσης, το κεφάλαιο αξιοποιεί την κινητικότητα του σύγχρονου, σε μεγάλο βαθμό επιστημονικού, εργατικού δυναμικού και τη συνεχή περιφορά του από κλάδο σε κλάδο και από κράτος σε κράτος, για να ενισχύσει κάθε φορά δραστηριότητες με υψηλές προοπτικές κερδοφορίας. Ο στόχος, λοιπόν, της κινητικότητας αφορά τη γρήγορη προσαρμογή των εργαζομένων σε νέα εργασιακά περιβάλλοντα, αποκτώντας εξίσου γρήγορα τα ιδιαίτερα προσόντα που απαιτούνται κάθε φορά.

Ορισμένα «εργαλεία» (αξιολόγηση, πιστοποίηση κλπ.) είναι ακριβώς τα ενοποιητικά εκείνα στοιχεία που θα εξασφαλίσουν (θεωρητικά) την ισοτιμία και αντιστοίχηση των εκπαιδευτικών συστημάτων και των αποφοίτων τους, ώστε να διευκολύνεται η κινητικότητα μέσω ενός ενιαίου συστήματος αποτίμησης των αποκαλούμενων «μαθησιακών αποτελεσμάτων», που είναι το Ευρωπαϊκό Σύστημα πιστωτικών μονάδων (ECTS για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και ECVET για την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση). Στην ουσία, αποτιμάται η αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος σπουδών ή αποφοίτου σε σχέση με την παροχή άμεσα ή έμμεσα αξιοποιήσιμων γνώσεων από τους κεφαλαιοκράτες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι, για να πιστοποιηθεί ένα πρόγραμμα σπουδών, πρέπει να δίνει μετρήσιμα αποτελέσματα σε «γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες» (μαθησιακά αποτελέσματα) που συνιστούν τις άμεσες και μεσοπρόθεσμες στοχεύσεις του κεφαλαίου τόσο συνολικά όσο και σε κάθε κλάδο (εκεί δηλαδή που το κεφάλαιο έχει μεγάλα περιθώρια κερδοφορίας). Από αυτήν την άποψη άλλωστε παρατηρούμε και τη μεγάλη σημασία που έχει για το ευρωενωσιακό κεφάλαιο η ατζέντα των ικανοτήτων/δεξιοτήτων, η οποία συνεχώς εμπλουτίζεται και ανανεώνεται. Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύεται ο ρόλος των μηχανισμών εντοπισμού των κατάλληλων ικανοτήτων ανά κλάδο, η πρόβλεψη μελλοντικών εργασιακών περιγραμμάτων κ.ά.

Χαρακτηριστικά για την ομογενοποίηση των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων είναι όσα αναφέρονται στην ιστοσελίδα Education and Training της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τις δεξιότητες: «Όταν μετακινείται κανείς προς αναζήτηση νέας δουλειάς ή για περαιτέρω εκπαίδευση, είτε εντός είτε εκτός συνόρων, τόσο οι εκπαιδευόμενοι όσο και οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να επιζητούν τη γρήγορη και εύκολη αναγνώριση των προσόντων και δεξιοτήτων τους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει διάφορα εργαλεία στήριξης της αναγνωρισιμότητας και σαφήνειας των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων, ώστε να διευκολύνεται τόσο η εκπαίδευση όσο και η εργασία οπουδήποτε στην Ευρώπη».

Επίσης, στο κείμενο «EU skills Panorama 2014 - higher education graduates»1 αναφέρονται τα εξής: «Οι πιο σημαντικές δεξιότητες όπως επισημαίνονται από τους εργοδότες, όταν ερωτώνται για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αφορούν τη συνεργατική δουλειά (δουλειά σε ομάδα), την εξειδίκευση ανά τομέα δουλειάς, δεξιότητες επικοινωνίας, χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, προσαρμοστικότητας σε νέες συνθήκες, γραφής και ανάγνωσης, καθώς και αναλυτικής σκέψης και ικανότητας επίλυσης δύσκολων προβλημάτων». Και παρακάτω: «Σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον εργασίας, οι νεότεροι άνθρωποι είναι πιο πιθανό να έχουν part-time, προσωρινές ή πρόχειρες δουλειές, οι οποίες μπορούν να μειώσουν τις πιθανότητες για περαιτέρω εκπαίδευση. Παρόλ’ αυτά, με τη στήριξη του κράτους, οι προσωρινές δουλειές μπορεί να είναι μια καλή “γέφυρα” ή μεταβατικό στάδιο που λειτουργεί ως τεστ για τους νέους ανθρώπους, ώστε να τσεκάρουν τις ικανότητες και τις προτιμήσεις τους».

Στo πλαίσιo αυτό, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Συσσώρευσης και Μεταφοράς Πιστωτικών Μονάδων (ECTS) στην ουσία αποτελεί το εργαλείο της αντιστοίχησης των εθνικών συστημάτων πιστωτικών μονάδων2, που εξειδικεύτηκε περαιτέρω σε επίπεδο ΕΕ με τον Οδηγό για το ECTS (2009). Εκεί τέθηκε και ο όρος «φοιτητικο-κεντρικό σύστημα» ή «μαθησιακο-κεντρικό σύστημα» (learner-centered system), εννοώντας τη μετάβαση από τις μορφές της κλασικής μετάδοσης της γνώσης και διδασκαλίας προς μια προσανατολισμένη εκπαίδευση ατομικά στο φοιτητή. Όπως άλλωστε και ο εξωραϊστικός όρος της «μαθητοκεντρικής» εκπαίδευσης που περιγράφει και η πρόταση της Επιτροπής Διαλόγου για το Λύκειο, έτσι και αυτός ο όρος επιλέχτηκε για να απαλύνει τις συνέπειες που απορρέουν από τη λογική της διά βίου περιπλάνησης και των λεγόμενων «ατομικών ροών εκπαίδευσης», που στην πράξη μεταθέτουν την ευθύνη της μόρφωσης ατομικά στο φοιτητή, με κριτήριο να είναι πιο ανταγωνιστικός αύριο ως εργαζόμενος, πιο ελκυστικός στις εταιρίες και στα κριτήρια της αγοράς.

 Όσον αφορά το Σύστημα Πιστωτικών Μονάδων, όπως και το Πλαίσιο Προσόντων, αυτά έχουν καταρτιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αποτιμούν τα παραπάνω μαθησιακά αποτελέσματα και από τους αποκαλούμενους τρεις τύπους εκπαίδευσης: Την τυπική, τη μη τυπική εκπαίδευση και την άτυπη3  μάθηση. Προς το παρόν, τα μαθησιακά αποτελέσματα από τη μη τυπική και άτυπη εκπαίδευση παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες (και στη χώρα μας) να ενσωματωθούν στο ενιαίο σύστημα αποτίμησης, ακριβώς λόγω της μη θεσμικής φύσης τους.

 

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

 Η αποκαλούμενη «ακαδημαϊκή πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών» καθιερώθηκε στην Ελλάδα με το νόμο 4009/2011 (νόμος Διαμαντοπούλου). Σε πρώτη φάση προβλέπεται να πιστοποιηθούν τα νέα προγράμματα σπουδών (ή αυτά που κατατίθενται μετά από το νόμο-πλαίσιο), ενώ παλιότερα προγράμματα σπουδών, που δεν αλλάζουν, θεωρούνται πιστοποιημένα έως την αλλαγή τους. Όπως προβλέπει η σχετική διαδικασία, τα νέα προγράμματα σπουδών εγκρίνονται αρχικά από τον Πρύτανη των ΑΕΙ μετά από εισήγηση της κοσμητείας και με τη σύμφωνη γνώμη της Συγκλήτου. Σε επόμενη φάση παραπέμπονται στην Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ), για να ολοκληρωθεί τελικά η διαδικασία της «πιστοποίησης».

Η διαδικασία της πιστοποίησης περιλαμβάνει τη συγκριτική αξιολόγηση ανάμεσα σε προγράμματα σπουδών ομοειδών Τμημάτων, τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού, σε επίπεδο ΕΕ. Περιλαμβάνει δε όλα τα προγράμματα σπουδών, προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, διά βίου και εξ αποστάσεως, όπως και αυτά του «σύντομου κύκλου» που προέβλεπε ο νόμος-πλαίσιο (διετή και μονοετή προγράμματα σπουδών, τα οποία προς το παρόν δεν έχουν προχωρήσει).

Τη γενική διαδικασία εποπτεύει η ΑΔΙΠ. Όπως εύγλωττα αναφέρει η ΑΔΙΠ4, πρόκειται για μια διαδικασία αποτίμησης και ελέγχου της αφομοίωσης των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων στο ίδιο το περιεχόμενο σπουδών, έτσι ώστε τα αστικά κράτη να έχουν μια πιο εποπτική εικόνα. Να θυμίσουμε ότι η ΑΔΙΠ επιβλέπει και τη διαδικασία της αξιολόγησης, εσωτερικής (αυτοαξιολόγηση) και εξωτερικής (από Έλληνες και ξένους «εμπειρογνώμονες» ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους επιστημονικών φορέων και επαγγελματικών ενώσεων).

Με βάση την ετήσια έκθεση αξιολόγησης για το ακαδημαϊκό έτος 2013-14, οι εσωτερικές αξιολογήσεις των Τμημάτων έχουν ολοκληρωθεί, ενώ έχει προχωρήσει η πλειοψηφία των εξωτερικών αξιολογήσεων των Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ. Είναι χαρακτηριστικές οι εκθέσεις των εξωτερικών αξιολογήσεων των περισσότερων Τμημάτων. Εκεί διαφαίνονται τα εξής: α) Η ανάγκη πιο οργανικής σύνδεσης των προγραμμάτων σπουδών (δομή, διάρκεια, περιεχόμενο) με την αγορά και β) η έμφαση στην ερευνητική δουλειά του ΔΕΠ, στη διοργάνωση μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων, αποσπώντας σε κάποιες περιπτώσεις μαθήματα του προπτυχιακού κύκλου και αποδυναμώνοντας έτσι και τη διδασκαλία βασικών επιστημονικών γνώσεων σε αυτόν. Επίσης, επιμονή στην καλύτερη σύνδεση της έρευνας με τις στρατηγικές στοχεύσεις του κεφαλαίου σε κάθε κλάδο, (ανάπτυξη των σχετικών υποδομών, αποφυγή της γραφειοκρατίας κλπ.).

Ενδιαφέρον έχουν, για παράδειγμα, οι παραινέσεις των εξωτερικών αξιολογητών προς τις πολυτεχνικές Σχολές να σπάσουν τις προπτυχιακές σπουδές σε δύο κύκλους (3 έτη + 2 έτη), εκ των οποίων ο δεύτερος να παρέχεται και στην αγγλική γλώσσα. Επισημαίνουν επίσης ότι οι Έλληνες καθυστερούν να μπουν στην αγορά εργασίας και προτείνουν ως λύση τη μείωση του χρόνου σπουδών και τη διά βίου περιπλάνηση. Επίσης, συμβουλεύουν τα Ιδρύματα να υιοθετήσουν Σχολές Διδακτορικών, με σημαντική μείωση των υποψήφιων διδακτόρων και μείωση του χρόνου εκπόνησης της διατριβής. Επιπλέον, επιμένουν πολύ στη «συνεργασία» φοιτητών, διδασκόντων και επαγγελματιών, εννοώντας για τους μηχανικούς τις μεγάλες κατασκευαστικές, ούτως ώστε να μην υπάρχει «σπατάλη δεξιοτήτων» και να εκπαιδεύονται οι αυριανοί επιστήμονες εργαζόμενοι ακριβώς στα πεδία που ενδιαφέρουν το κεφάλαιο. Τέλος, στις περισσότερες εξωτερικές αξιολογήσεις δίνεται βάρος στην «ευελιξία» των αυριανών επιστημόνων, τόσο ως προς τις γνώσεις όσο και ως προς την προσωπική στάση τους (attitude), που, με βάση τις εκτιμήσεις τους, αποκτιέται μέσω ενός πιο περιορισμένου και στοχευμένου προγράμματος σπουδών. Η κατεύθυνση για διαφοροποιημένα μαθησιακά προγράμματα συνδέεται φυσικά και με τις νέες τάσεις στον τεχνικό καταμερισμό εργασίας, στις διαφοροποιημένες απαιτήσεις για το νέο διευθυντικό, εποπτικό και εκτελεστικό εργατικό δυναμικό.

Ειδικό ρόλο έχει παίξει η Κοινοτική Οδηγία 36/2005/ΕΚ (σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων), με την ενσωμάτωση της οποίας στην ελληνική νομοθεσία αναγνωρίζονται πτυχία του εξωτερικού, ακόμα και τριετούς κύκλου σπουδών, ως ισότιμα με αντίστοιχα ελληνικά, μετά από την παρέλευση δύο χρόνων εργασίας στη χώρα υποδοχής για τα μη νομοθετικά ρυθμιζόμενα, και χωρίς τέτοια προϋπόθεση για τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα (μηχανικοί, γιατροί, γεωπόνοι, μαίες κ.ά.). Η συγκεκριμένη Οδηγία υπήρξε και το «καταφύγιο» των προηγούμενων κυβερνήσεων, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσης τα προηγούμενα χρόνια, προκειμένου να προχωρήσουν περαιτέρω την αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές, να διευκολύνουν με αυτόν τον τρόπο, και θεσμικά, την πολυδιάσπαση και πολυκατηγοριοποίηση πτυχίων και αποφοίτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε συχνά επίκληση στη συγκεκριμένη Οδηγία σε παρεμβάσεις του αλλά και σε επερωτήσεις στη Βουλή, προκειμένου, για παράδειγμα, να αναγνωριστούν τελικά τα ΚΕΣ, τα κολέγια κλπ.5 Με τη λογική τού «ό,τι είναι ευρωενωσιακό είναι θέσφατο» δείχνουν έτσι την απόλυτη συμφωνία και ταύτισή τους με τον πυρήνα της αστικής στρατηγικής, την περαιτέρω προσαρμογή της εκπαίδευσης, στη δομή και στο περιεχόμενό της, στα κελεύσματα των μονοπωλίων.

Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι ακόμα και μέσω των αξιολογήσεων των ακαδημαϊκών Μονάδων ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα προγράμματα σπουδών, δηλαδή στο τι μαθαίνουν και πώς, οι αυριανοί εργαζόμενοι. Η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, επομένως, έρχεται πιο εστιασμένα να λύσει τα προβλήματα που απορρέουν, για παράδειγμα, από τα «πλαδαρά» προγράμματα σπουδών που υπάρχουν στα ελληνικά ΑΕΙ, τα πολλά μαθήματα επιλογής που είναι μακριά από τις στοχεύσεις των μεγάλων επιχειρήσεων, την «πολλή ακαδημαϊκότητα» ορισμένων προγραμμάτων. Πατάει βέβαια σε μια πραγματικότητα, διαμορφωμένη πάλι από την αστική στρατηγική στην εκπαίδευση και την εξέλιξή της, την επίδραση της ανισόμετρης ανάπτυξης στο εκπαιδευτικό πανεπιστημιακό μοντέλο της Ελλάδας. Έτσι, το προηγούμενο διάστημα διογκώθηκαν προγράμματα σπουδών, στο πλαίσιο μιας δήθεν «ελευθερίας επιλογών» και στην κατεύθυνση της ατομικής διαδρομής του φοιτητή προς το πτυχίο. Σύμφωνα με αυτήν την εξέλιξη, ο φοιτητής μπορούσε να επιλέξει από μια μεγάλη γκάμα μαθημάτων επιλογής, με κριτήριο λιγότερο τα ενδιαφέροντά του και περισσότερο το «τι ζητάει η αγορά». Έτσι, δίπλα στον κύριο κορμό των μαθημάτων συγκροτήθηκαν μια σειρά μαθήματα, πολλές φορές πολύ μακρινά από το επιστημονικό αντικείμενο, που παράλληλα «θώπευαν» φιλοδοξίες διδασκόντων, διαμόρφωναν και στερέωναν τις συμμαχίες της κάθε αστικής κυβέρνησης στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Να σημειώσουμε με βάση τα παραπάνω ότι η πιστοποίηση δεν είναι απλώς μια άλλη αξιολόγηση, αλλά πρόκειται στην ουσία για την κωδικοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με μετρήσιμους όρους και με τα στάνταρντς της αγοράς, ώστε να είναι πιο εύχρηστα και προσβάσιμα για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Να επισημάνουμε επίσης ότι η πιστοποίηση, όπως και η αξιολόγηση, συνδέονται στενά με την ίδια τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, ως μέσο πίεσης για την εφαρμογή των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής για τον ΕΧΑΕ. Ο νόμος 4009 χαρακτηριστικά αναφέρει: «Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης, ο υπουργός Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων μπορεί, με απόφασή του, να περιορίσει τη χρηματοδότηση του ιδρύματος και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραμμα σπουδών ή το ίδρυμα, ανάλογα με το αντικείμενο της πιστοποίησης (πρόγραμμα σπουδών ή εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του ιδρύματος)».

Στην Ελλάδα, η δυσκολία της προώθησης της πιστοποίησης και του συστήματος των πιστωτικών μονάδων έχει να κάνει με την καθυστέρηση της διαδικασίας της αξιολόγησης. Σήμερα, που πλέον έχει ολοκληρωθεί ένας κύκλος εσωτερικής (από τους ίδιους τους συντελεστές του κάθε ανώτατου Τμήματος) και εξωτερικής (από εξωτερικούς αξιολογητές, επιχειρήσεις κ.ά.) αξιολόγησης, προχωρά με πιο γοργούς ρυθμούς η πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών, που καθιερώθηκε με το νόμο-πλαίσιο (4009/2011) και επιβλέπεται από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ). Όπως αναφέρει η ΑΔΙΠ, τα βασικά κριτήρια πιστοποίησης που προβλέπονται στο άρθρο 72 «Κριτήρια Πιστοποίησης» του Ν. 4009/11 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

1. Η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και ο προσανατολισμός του προγράμματος σπουδών.

2. Τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα σύμφωνα με το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων Ανώτατης Εκπαίδευσης.

3. Η δομή και η οργάνωση του προγράμματος σπουδών.

4. Η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού έργου.

5. Η καταλληλότητα των προσόντων του διδακτικού προσωπικού.

6. Η ποιότητα του ερευνητικού έργου της ακαδημαϊκής μονάδας.

7. Ο βαθμός σύνδεσης της διδασκαλίας με την έρευνα.

8. Η ζήτηση στην αγορά εργασίας των αποκτώμενων προσόντων.

9. Η ποιότητα των υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως οι διοικητικές υπηρεσίες, οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.

Με βάση τα παραπάνω, έχει ξεκινήσει η αναδιαμόρφωση των προγραμμάτων Σπουδών πολλών τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, με στόχο να προσαρμοστούν πιο οργανικά στα παραπάνω κριτήρια.

Φυσικά, όπως είδαμε και πιο πριν, οι αλλαγές στα προγράμματα σπουδών είναι σε ένα βαθμό αντικειμενικές, παρακολουθούν τις εξελίξεις κάθε επιστημονικού αντικειμένου, με αποτέλεσμα να αλλάζει το περιεχόμενο μαθημάτων, να προστίθενται, αλλά και να αφαιρούνται μαθήματα που πιθανά ανταποκρίνονται σε ξεπερασμένες, αναθεωρημένες γνώσεις και ανάγκες της παραγωγής. Από αυτήν την άποψη, το ζήτημα της αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών μπορεί να γίνει και στοιχείο της απαίτησης, της διεκδίκησης του ίδιου του φοιτητικού κινήματος, με την έννοια ότι πρέπει να απαιτείται από το διδακτικό προσωπικό η συστηματική παρακολούθηση των επιτευγμάτων του κάθε επιστημονικού αντικειμένου, η ουσιαστική ενασχόληση με το πρόγραμμα σπουδών και την παρακολούθηση της επιστήμης, η συγγραφή νέων σύγχρονων κάθε φορά συγγραμμάτων, και όχι η επανάπαυση και τα απαρχαιωμένα συχνά συγγράμματα.

Τα προηγούμενα χρόνια έχουν αλλάξει συχνά προγράμματα σπουδών διάφορων Τμημάτων, σε ένα βαθμό γιατί το επέβαλαν οι ίδιες οι επιστημονικές εξελίξεις, κυρίως δε γιατί το απαιτούσαν οι εξελίξεις της καπιταλιστικής παραγωγής στον αντίστοιχο κλάδο. Φυσικά, σε όλη αυτήν τη διαδικασία ρόλο έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν και διάφορα μέλη ΔΕΠ, τα οποία στους ανταγωνισμούς τους για τα ερευνητικά προγράμματα, λόγω ακόμα ματαιοδοξίας, επιδίωκαν να ισχυροποιούν τα δικά τους μαθήματα μέσα στα προγράμματα σπουδών, τις δικές τους κατευθύνσεις, ανάλογα και με τη δύναμη που είχαν μέσα στις συνελεύσεις Τμήματος. Έτσι, στα προγράμματα σπουδών αποτυπώνονται και οι συσχετισμοί σε ένα βαθμό στα ΔΕΠ. Επίσης, στις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών παρεμβαίνουν και οι επιστημονικές και επαγγελματικές ενώσεις, με συντεχνιακές προτάσεις και αιτήματα, ενώ δε λείπουν οι περιπτώσεις όπου ο λόγος των ενώσεων αυτών είναι καθοριστικός [το παράδειγμα της ΣΕΜΦΕ –Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ– όπου το πρόγραμμα σπουδών, προκειμένου οι απόφοιτοι να μπορούν να εγγράφονται στο ΤΕΕ, έπρεπε να εγκριθεί από το ίδιο το ΤΕΕ (!), είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό].

Η γενική κατεύθυνση βέβαια είναι να προσαρμόζεται ολοένα και περισσότερο το περιεχόμενο σπουδών στα δεδομένα της αγοράς, να προχωρά περισσότερο η αποσύνδεση του πτυχίου και των πανεπιστημιακών σπουδών από το επάγγελμα που αντιστοιχεί σε αυτές. Για παράδειγμα, βλέπουμε να αποσπάται από το προπτυχιακό επίπεδο η δυνατότητα άσκησης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, ακόμα και η δυνατότητα συμμετοχής στο διαγωνισμό ΑΣΕΠ (που σε προηγούμενη φάση, το 1998, άλλωστε, επέτεινε την αποσύνδεση πτυχίου - επαγγέλματος) για τους αποφοίτους των λεγόμενων «καθηγητικών σχολών». Επίσης εισάγονται διάφορες κατευθύνσεις στο 3ο ή 4ο έτος σπουδών, οι οποίες εκφράζουν και τις νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις στην καπιταλιστική Ελλάδα, όπως η τουριστική αξιοποίηση της πολιτιστικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς κ.ά. Αφαιρούνται επίσης πολλά μαθήματα επιλογής, με το πρόσχημα της ελάφρυνσης του φόρτου εργασίας, εξυπηρετώντας ταυτόχρονα την τεράστια έλλειψη διδακτικού προσωπικού, αλλά και ενισχύοντας κυρίως τις κατευθύνσεις εκείνες που έχουν ενδιαφέρον για τις μεγάλες επιχειρήσεις του κάθε κλάδου. Σε αρκετά Τμήματα συζητιέται η εισαγωγή διπλωματικής εργασίας στο τελευταίο έτος, εκεί όπου δεν υπάρχει, (εδώ να επισημάνουμε ότι το στοιχείο αυτό από μόνο του δε συνιστά αρνητική εξέλιξη, είναι και δική μας θέση υπό προϋποθέσεις, στο βαθμό που δεν προετοιμάζει περαιτέρω σπάσιμο των σπουδών), ενώ καταγράφονται και πολλές αλλαγές σε σχέση με τις πρακτικές ασκήσεις, που αλλού γίνονται υποχρεωτικές, αλλού προαιρετικές, χωρίς να υπάρχει ενιαία εικόνα. Αρκετή κουβέντα γίνεται επίσης τελευταία για την αλλαγή των διδακτικών μονάδων των παλιών προγραμμάτων σπουδών σε πιστωτικές, με βάση το ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα. Χαρακτηριστικό είναι ακόμα το παράδειγμα των Πολυτεχνικών και Γεωτεχνικών σχολών όπου, λόγω της πενταετούς διάρκειας σπουδών, επιχειρούν εδώ και χρόνια να αναγνωριστούν τα πτυχία ως master και ακολουθούν μια αντίστοιχη διάρθρωση σπουδών που προσομοιάζει με προετοιμασία κύκλων σπουδών (προπτυχιακή εργασία στα 3 χρόνια σε κάποια Τμήματα, πτυχιακή ή διπλωματική εργασία στο τελευταίο έτος). Οι παραπάνω αλλαγές προφανώς, παρακολουθούν τις αντίστοιχες εξελίξεις σε προγράμματα σπουδών αντίστοιχων Σχολών και Τμημάτων του εξωτερικού, κυρίως για να διευκολύνουν την κινητικότητα των μεταπτυχιακών και ερευνητών, καθώς και του υψηλά ειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού.

Μετά την καπιταλιστική κρίση και με το δεδομένο της δυσκολίας ανάκαμψης για το κεφάλαιο, φαίνεται πως η αντιστοίχηση των προγραμμάτων σπουδών σε επίπεδο ευρωενωσιακό γίνεται πιο κρίσιμη. Το πρόγραμμα Erasmus+, συγκεντρώνοντας πλέον και παλιότερα προγράμματα που αφορούσαν την κινητικότητα νεολαίας, περιλαμβάνει στα ΑΕΙ τη μετακίνηση και ανταλλαγή φοιτητών μεταξύ χωρών της ΕΕ για μέρος των σπουδών ή πρακτική άσκηση. Δεν είναι λίγοι πλέον οι φοιτητές που επιλέγουν να ενταχτούν σε ένα τέτοιο πρόγραμμα διερευνητικά, προκειμένου να δουν τι ελπίδες έχουν να βρουν δουλειά στο εξωτερικό μετά το πτυχίο, λόγω και της μεγάλης ανεργίας στην Ελλάδα. Μπαίνουν έτσι από πολύ νωρίς στη διαδικασία να βρουν επιχειρήσεις του εξωτερικού, να δουλέψουν εκεί κυρίως μέσω προγραμμάτων ανταλλαγής για πρακτική άσκηση, συνήθως με την προοπτική να επιστρέψουν στη χώρα υποδοχής αναζητώντας δουλειά μετά το πτυχίο. Η τάση αυτή αυξάνεται συνεχώς και στα ΤΕΙ.

Τελευταία σηκώθηκε πολύς καπνός για τη διατήρηση των διδακτικών μονάδων από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με τη ΝΔ να κάνει αντιπολίτευση για το δήθεν Grexit των ελληνικών πτυχίων. Φυσικά, η συγκυβέρνηση έσπευσε να διευκρινίσει ότι οι διδακτικές μονάδες θα αντιστοιχίζονται πλήρως στις πιστωτικές και κανένας ανησυχητικός λόγος δε συντρέχει για τη λειτουργία των προγραμμάτων διά βίου μάθησης, την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών, το προχώρημα του Πλαισίου Προσόντων. Δηλαδή η αποσύνδεση του πτυχίου από το επάγγελμα προχωρά, είτε με πιστωτικές είτε με διδακτικές μονάδες. Στην ουσία, η αντιστοίχηση των κύκλων σπουδών σε ένα σύνολο πιστωτικών ή διδακτικών μονάδων (60 για ένα έτος, 180 για 3 έτη και 240 για τις 4ετείς σπουδές), παράλληλα με τη δυνατότητα πλέον ίδρυσης διετών, ακόμα και μονοετών προγραμμάτων σπουδών (με τις αντίστοιχες πιστωτικές μονάδες), διαμορφώνει το περιβάλλον εκείνο για τη μεγαλύτερη και ταχύτερη περιπλάνηση των φοιτητών από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, από κατάρτιση σε κατάρτιση.

Ειδικότερα, η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών συμπυκνώνει τις βασικές κατευθύνσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του νέου χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης για την Ελλάδα. Έτσι, με βάση τα κριτήρια της ΑΔΙΠ, αποτιμάται καταρχάς για κάθε πρόγραμμα σπουδών η ένταξη των αποφοίτων του σε ένα από τα επίπεδα: 6 (πτυχίο Πανεπιστημίων-ΤΕΙ), 7 (μεταπτυχιακός τίτλος) και 8 (διδακτορική διατριβή) του Πλαισίου Προσόντων, με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα. Επίσης, καταγράφονται τα μαθησιακά αποτελέσματα για κάθε μάθημα ξεχωριστά (σε δεύτερο επίπεδο βέβαια και για κάθε φοιτητή ξεχωριστά), όπου λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων η δυνατότητα χρήσης νέων τεχνολογιών, η προσαρμοστικότητα σε νέα περιβάλλοντα, η εργασία σε διεθνές περιβάλλον, η παραγωγή νέων ερευνητικών ιδεών κ.ά. Επιπλέον, μετρώνται και άλλες παράμετροι, όπως η δυνατότητα παρακολούθησης του κάθε μαθήματος από εξ αποστάσεως φοιτητές, η χρήση Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας στη διδασκαλία, η παρακολούθηση του μαθήματος από φοιτητές Erasmus κ.ά. Αν και αυτές οι παράμετροι έχουν τη λογική της ποσοτικοποίησης των κεντρικών κατευθύνσεων και μπορεί να δίνουν την εντύπωση μιας τεχνοκρατικής και γραφειοκρατικής διαδικασίας (στοιχείο στο οποίο και μόνο μένουν στην κριτική τους άλλες δυνάμεις), ωστόσο είναι σαφές ότι αποκρυσταλλώνει την ουσία των κατευθύνσεων της ευρωενωσιακής στρατηγικής στην Ανώτατη Εκπαίδευση.

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 Στη δική μας αντίληψη, ενταγμένη στην πρόταση του Κόμματος για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση της σοσιαλιστικής εξουσίας, τα προγράμματα σπουδών σε κάθε επιστημονικό αντικείμενο δεν μπορούν παρά να παρακολουθούν τις εξελίξεις του ίδιου του αντικειμένου και τις ανανεούμενες ανάγκες και προτεραιότητες της σοσιαλιστικής παραγωγής, να προσαρμόζονται σε αυτές, λαμβάνοντας υπόψη παράλληλα τις αναπτυξιακές δυνατότητες κάθε χώρας με φιλολαϊκή κατεύθυνση. Εντάσσονται στο γενικότερο κεντρικό σχεδιασμό.

Από αυτήν την άποψη, προφανώς και θα υπάρχουν συστήματα ποιοτικής και ποσοτικής αποτίμησης της συμβολής των προγραμμάτων σπουδών στις γενικότερες κατευθύνσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, αλλά και τις πιο ειδικές που αφορούν την εξέλιξη των επιστημών. Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά την αξιολόγηση γενικά, αλλά τους σκοπούς και τα κριτήρια που η ίδια η κοινωνία θέτει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών αποτελεί ειδική –εκπαιδευτική– λειτουργία για την προώθηση των νέων κοινωνικών σχέσεων και φυσικά την αναπαραγωγή της επιστημονικά ειδικευμένης εργατικής δύναμης.

Σε αυτές τις συνθήκες, το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών (ως προς τη δομή και το περιεχόμενό του), εντασσόμενο στον κεντρικό σχεδιασμό, συγκροτείται από ομάδες εργασίας επιστημόνων ειδικών, εκπροσώπων των εργατών της σοσιαλιστικής παραγωγής σε κάθε κλάδο, εκπροσώπων των φοιτητών. Θα είναι ενιαίο, ως προς τα βασικά του στοιχεία, για όλες τις αντίστοιχες σχολές στην Ελλάδα.

Πιο ειδικά, τα προγράμματα σπουδών πρέπει να εξασφαλίζουν τη βάση για την κοινωνική ένταξη και τη διαμόρφωση κοσμοαντίληψης στο φοιτητή, ήδη από τα πρώτα έτη, που θα περιλαμβάνει μαθήματα καταρχάς φιλοσοφίας και Ιστορίας, μέσα από τη διαλεκτική υλιστική προσέγγιση. Επιπλέον, θα εμβαθύνει στα ειδικότερα ζητήματα της επιστήμης, με μεθοδολογικό και συστηματικό τρόπο, συνθετικά και αξιοποιώντας την ανάλυση και τη σύνθεση διαλεκτικά, αναδεικνύοντας τη σχέση ειδικού και γενικού μέσα από κάθε επιμέρους γνωστικό πεδίο, αξιοποιώντας τις θεωρητικές και εφαρμοσμένες πτυχές του κάθε αντικειμένου.

Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί η θεωρία να διαχωρίζεται από την εφαρμογή ή να μην είναι η σχέση τους ισορροπημένη στη δομή ενός προγράμματος σπουδών, ανάλογα βέβαια και με τη φύση του αντικειμένου. Στο πλαίσιο της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης, τα παραπάνω διασφαλίζονται με ένα πλούσιο και διαβαθμισμένο συνδυασμό θεωρητικών μαθημάτων, διαλέξεων και σεμιναρίων, με εργαστηριακά και πρακτικά μαθήματα, άσκηση σε εφαρμογές, εργασίες και ασκήσεις πεδίου και υπαίθρου κοκ., ανάλογα και με το αντικείμενο σπουδών. Τα μαθήματα των πρώτων ετών θα διασφαλίζουν τη βασική σφαιρική επιστημονική γνώση του επιστημονικού αντικειμένου, τη διαμόρφωση στέρεου υπόβαθρου που θα επιτρέπει τη συνολική επισκόπηση του συγκεκριμένου επιστημονικού αντικειμένου σε όλες τις διαφοροποιήσεις του και, από τα μεγαλύτερα έτη, θα εισάγονται τα υπόλοιπα ζητήματα, σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο, επίσης διαβαθμισμένα κατά λογικό, εννοιολογικά και ιστορικά, τρόπο. Αντίστοιχα, τα θεωρητικά μαθήματα των επιμέρους αντικειμένων θα συνδυάζονται με τα αντίστοιχα εργαστηριακά και πρακτικά, ώστε ο φοιτητής να μπορεί, στα μεγαλύτερα έτη, να αναπτύσσει συνδυαστική, συνθετική δραστηριότητα, να εισάγεται στην επιστημονική εργασία, να μπορεί να καταπιάνεται και με ζητήματα έρευνας αιχμής στο εκάστοτε γνωστικό πεδίο.

Στην αντίληψή μας, το κάθε πρόγραμμα σπουδών πρέπει να περιλαμβάνει με δημιουργικό τρόπο την πρακτική άσκηση του φοιτητή στο πεδίο που καλείται να εργαστεί.

Η ουσιαστική πρακτική άσκηση σε σοσιαλιστική παραγωγική μονάδα, υπηρεσία ή ακαδημαϊκή μονάδα, με την έννοια της ανάληψης δουλειάς και καθηκόντων σε μελλοντικό χώρο δουλειάς, βοηθά το φοιτητή να δει την εφαρμογή της πιο θεωρητικής γνώσης στην παραγωγή και γενικότερα στην κοινωνική εργασία. Φυσικά, πρόκειται για περίοδο πρακτικής άσκησης για την οποία ο φοιτητής θα εργάζεται όπως οι υπόλοιποι εργαζόμενοι σε αντίστοιχο πόστο δουλειάς, ενώ ταυτόχρονα, και ακριβώς επειδή είναι ασκούμενος και η άσκησή του αποτελεί μέρος της εκπαίδευσής του, θα υπάρχει ουσιαστική και πλήρης εποπτεία του Τμήματος στο οποίο φοιτά (άλλωστε, η συνεργασία των φορέων όπου τοποθετούνται ασκούμενοι, με τις αντίστοιχες ακαδημαϊκές μονάδες, αλλά και τα συμβούλια εργαζομένων και φοιτητών, θα είναι διαρκής). Σημειώνουμε, επίσης, ότι αυτή η περίοδος πρακτικής άσκησης θα είναι ουσιαστική συνέχεια της πρακτικής εξάσκησης και προετοιμασίας του φοιτητή για την άσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων, που, όπως είδαμε, θα διαπνέει με διάφορες μορφές το σύνολο του προγράμματος σπουδών.

Τέλος, η διπλωματική εργασία μπορεί να αποτελεί στο τελευταίο επίπεδο τη διαδικασία εκείνη όπου ο φοιτητής θα συνδυάζει την αποκτώμενη γνώση στα διάφορα πεδία, θα φέρνει σε πέρας μέσα από μια ολοκληρωμένη συλλογιστική μια εργασία με όλες τις παραμέτρους του επιστημονικού του αντικειμένου, παρέχοντάς του παράλληλα τη δυνατότητα να εμβαθύνει σε πεδία της προτίμησής του. Στην αντίληψή μας, η διπλωματική εργασία χρειάζεται ώστε στο τέλος των σπουδών του ο φοιτητής να αποδεικνύει την ετοιμότητά του για μια πιο ολοκληρωμένη συνθετική επιστημονική δουλειά, με περιεχόμενο ζητήματα αιχμής στην αντίστοιχη επιστήμη και διαπιστωμένες ανάγκες της κοινωνίας που τίθενται προς επίλυση στο πλαίσιο του κεντρικού σχεδιασμού. Επαναλαμβάνουμε τη θέση μας για μεταπτυχιακές σπουδές που θα έχουν σκοπό την προώθηση της παραγωγής νέας γνώσης και θα ολοκληρώνονται με την απονομή του διδακτορικού διπλώματος.

Όλα τα παραπάνω θα εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών και θα διατίθενται γι’ αυτά οι απαιτούμενες εκπαιδευτικές ώρες (στο πλαίσιο του αναλυτικού ωρολόγιου προγράμματος) και οι αντίστοιχοι πόροι.

Βασικός άξονας ανάδειξης της θέσης είναι ότι το δικαίωμα εξάσκησης του επαγγέλματος κατοχυρώνεται αυτόματα με την απόκτηση του πτυχίου, η ανάγκη δηλαδή το πτυχίο να είναι η μόνη προϋπόθεση για το επάγγελμα αλλά ταυτόχρονα και η απόκτησή του να διασφαλίζει άμεσα την επαγγελματική συνέχεια στο αντικείμενο σπουδών, δυνατότητα που δίνεται αποκλειστικά σε συνθήκες κοινωνικής ιδιοκτησίας των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και κεντρικού σχεδιασμού της οικονομίας.

Υπογραμμίζουμε τη θεμελιώδη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των συνθηκών στις οποίες ο φοιτητής θα σπουδάζει στα πανεπιστήμια της Ενιαίας Ανώτατης Εκπαίδευσης σε σχέση με τις αντίστοιχες στο σημερινό αστικό πανεπιστήμιο. Στην πρώτη περίπτωση, η περίοδος των σπουδών θα είναι εκείνη κατά την οποία το κράτος αναλαμβάνει να προετοιμάσει τον αυριανό εργαζόμενο για την ένταξή του στην παραγωγική διαδικασία, στη βάση του σχεδιασμού ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών από την εργατική εξουσία.

Γι’ αυτό και το κράτος αναλαμβάνει να διαμορφώσει όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις (από την άποψη της μέριμνας και των συνθηκών σπουδών) ώστε ο φοιτητής να μπορεί να προετοιμαστεί απερίσπαστος και απρόσκοπτα γι’ αυτόν το σκοπό. Άλλωστε, είναι το ίδιο το κράτος που του εξασφαλίζει την άμεση τοποθέτηση στην παραγωγή ή στην υπηρεσία μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του, ώστε να μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα για το οποίο προετοιμάστηκε και έτσι να συμβάλλει στους σκοπούς της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Γι’ αυτόν το λόγο και οι σπουδές είναι, τρόπον τινά, η «δουλειά» του φοιτητή και άρα από αυτήν απορρέουν και τα αντίστοιχα καθήκοντα και υποχρεώσεις, όπως η έγκαιρη ολοκλήρωση των σπουδών, που προϋποθέτει την επιτυχή παρακολούθηση του προγράμματος σπουδών και της ροής του, ώστε να μπορέσει άμεσα και στον προβλεπόμενο και σχεδιασμένο χρόνο να αναλάβει τα καθήκοντα που του αναλογούν σε χώρο δουλειάς, στη βάση των σπουδών του. Κάτι τέτοιο, προφανώς, δεν ισχύει και δεν μπορεί να ισχύσει σε συνθήκες καπιταλισμού, αφού ιδιαίτερα ο φοιτητής εργατολαϊκής καταγωγής έχει να αντιμετωπίσει σημαντικά βάσανα που απορρέουν από την οικονομική κατάσταση του ίδιου και της οικογένειάς του, χωρίς μάλιστα να έχει και τη διασφάλιση ότι η περίοδος των σπουδών θα του εξασφαλίσει το μέλλον του, ενώ πολύ συχνά αναγκάζεται να δουλεύει ταυτόχρονα με τις σπουδές του. Άρα, επ’ ουδενί δε συντρέχουν οι ίδιες προϋποθέσεις γι’ αυτόν σε σχέση με το φοιτητή του πανεπιστημίου της Ενιαίας Ανώτατης Σοσιαλιστικής Εκπαίδευσης.

Σημειώνουμε, επίσης, ότι σε συνθήκες εργατικής εξουσίας κανένας απόφοιτος σχολείου δεν υφίσταται την πίεση της ατομικής αναζήτησης επαγγελματικής αποκατάστασης σε μια άναρχη «αγορά εργασίας», αφού η ένταξή του στην παραγωγική διαδικασία διασφαλίζεται ανεξάρτητα από το αν θα επιλέξει να συνεχίσει σε πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδές ή όχι.

Ταυτόχρονα, για το σύνολο των εργαζόμενων στο σοσιαλισμό, ανάλογα και με την ειδικότητα και την εργασιακή τοποθέτηση, δημιουργείται δίκτυο περιοδικής επιμόρφωσης.

Η πλατιά γενική μόρφωση και η βαθιά γνώση του επαγγελματικού αντικειμένου αποτελεί το θεμέλιο αφομοίωσης και κατανόησης των εξελίξεων σε κάθε τομέα και κλάδο, αλλαγής ειδικοτήτων κ.ά. Το εργατικό κράτος παίρνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να υπάρχει συστηματική ανανέωση και ανατροφοδότηση των γνώσεων, με επικαιροποιημένα προγράμματα διδασκαλίας που γίνεται –ανάλογα με τον κλάδο, την ειδικότητα και το επίπεδο– στα πανεπιστήμια ή τις επαγγελματικές σχολές, αξιοποιώντας και μορφές εξ αποστάσεως εκπαίδευσης (αλληλογραφία, διαδίκτυο κ.ά.).

Το δωρεάν σύστημα συνεχούς επιμόρφωσης και η φροντίδα για την ανάπτυξή του είναι οργανικό στοιχείο του Κεντρικού Σχεδιασμού, εργαλείο για την ισόρροπη κατανομή του εργατικού και επιστημονικού δυναμικού με βάση τις ανάγκες της σοσιαλιστικής κοινωνίας και οικονομίας. Είναι δρόμος για τη συνολική ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των εργαζόμενων μαζών, για την απαγκίστρωση από ένα επάγγελμα, την αλλαγή ειδίκευσης με βάση και τα προσόντα και τις ικανότητες των εργαζομένων, που ο καπιταλισμός δεν μπορεί γενικά να ικανοποιήσει ή να αφήσει να εκφραστούν.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΜΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

 Αν και, όπως επισημάναμε ήδη, οι αλλαγές που γίνονται στα προγράμματα σπουδών ακολουθούν προφανώς την κεντρική κατεύθυνση, η παρακολούθησή τους απαιτεί εξειδίκευση ανά χώρο, επαφή με το συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο και τις επιμέρους εξελίξεις σε κάθε κλάδο. Έτσι, αλλαγές που μπορεί καταρχάς να φαίνονται αντιφατικές, εξηγούνται αν σκύψουμε πάνω στις ιδιαίτερες εξελίξεις, στην ίδια τη φύση του επιστημονικού αντικειμένου, ακόμα περισσότερο αν ψάξουμε τις εξελίξεις στις σπουδές και στον αντίστοιχο κλάδο με βάση τη διεθνή εμπειρία. Είναι επομένως μια σύνθετη δουλειά που προϋποθέτει στενή συνεργασία με τα Τμήματα της ΚΕ, που χρειάζεται να αναλάβουν μερίδιο ευθύνης. Ταυτόχρονα, απαιτείται να γίνει πρώτ’ απ’ όλα υπόθεση των Οργανώσεων του Κόμματος και της ΚΝΕ σε κάθε χώρο και στο πλαίσιο αυτό να συμβάλλουν ακόμα και μεταπτυχιακοί, υποψήφιοι διδάκτορες του χώρου, ερευνητές και μέλη ΔΕΠ του χώρου.

Πάνω απ’ όλα όμως απαιτεί την κατανόηση ότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της πολιτικής δουλειάς του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στον κάθε χώρο, πτυχή της ιδεολογικής διαπάλης ανάμεσα στις κομμουνιστικές-επιστημονικές ιδέες και το αστικό και μικροαστικό ιδεολογικό οπλοστάσιο.

Ξεχωριστής σημασίας ζήτημα αποτελεί η κατανόηση ότι το αστικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να επιστρέψει σε παλιότερες, πιο «ακαδημαϊκές» μορφές. Άρα και ότι με την παρέμβαση των κομμουνιστών μέσα στο κίνημα χρειάζεται να αντιμετωπιστεί η υπεράσπιση του παλιού αστικού πανεπιστημίου που προβάλλεται από άλλες δυνάμεις και αντικειμενικά δεν αποτελεί γραμμή υπεράσπισης των εργατικών, λαϊκών συμφερόντων. Να αναδεικνύεται με πειστικότητα και επιχειρηματολογημένα ότι η πρόταση του ΚΚΕ για την Ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε τις σύγχρονες εξελίξεις, να αποκαλύψουμε το ταξικό τους πρόσημο, να διαμορφώσουμε αιτήματα ρήξης και ανακούφισης μέσα στο κίνημα.

Είναι στο επίκεντρο της παρέμβασής μας, για παράδειγμα, η αποστέωση των προγραμμάτων σπουδών από τα θεωρητικά μαθήματα, ή αντίστροφα το βάρος που μπορεί να δίνεται στη θεωρία σε κάποια αντικείμενα και να υποσκελίζεται το κομμάτι της εφαρμογής τους. Είναι στα αιτήματά μας η διπλωματική εργασία και η πρακτική άσκηση σε όλα τα επιστημονικά αντικείμενα, καθώς το πρώτο βοηθά να γίνεται στο τέλος των σπουδών μια πιο ολοκληρωμένη συνθετική επιστημονική δουλειά, ενώ το δεύτερο βοηθά το φοιτητή να δει την εφαρμογή της πιο ακαδημαϊκής, θεωρητικής γνώσης στην παραγωγή και γενικά την κοινωνική εργασία. Ταυτόχρονα επιδιώκουμε μέσα και από τη δική μας ιδεολογική παρέμβαση να γίνεται κάθε φορά κατανοητό το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται κάθε επιστήμη και οι ειδικοί όροι της. Αντίθετα, απαιτούμε να βγουν από τα προγράμματα σπουδών όλα τα μαθήματα επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, που γίνονται τις περισσότερες φορές σε συνεργασία με τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων, όπου ορισμένα δυνάμει θετικά ορθολογικά στοιχεία της οργάνωσης της παραγωγής και της έρευνας ταυτίζονται με το κίνητρο του καπιταλιστικού κέρδους.

Επιπλέον, όσο σύνθετο κι αν είναι το ζήτημα της προάσπισης του επιστημονικού περιεχομένου των σπουδών, πρέπει να γίνει υπόθεση του φοιτητικού κινήματος, μέσα σε όλες τις δυσκολίες και τους αρνητικούς συσχετισμούς του. Με παρεμβάσεις συλλογικής διεκδίκησης μέσα στις επιτροπές προγραμμάτων σπουδών που έχουν συγκροτηθεί, στις συνελεύσεις των Τμημάτων, στις Κοσμητείες και στις Συγκλήτους.

Δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στους Συλλόγους που το ψηφοδέλτιο της Πανσπουδαστικής έχει την απόλυτη πλειοψηφία ή βρίσκεται στην πρώτη θέση. Επιδιώκουμε να συζητιέται με έναν πιο οργανωμένο και συλλογικό τρόπο το ζήτημα του περιεχομένου σπουδών στο πλαίσιο των Συλλόγων.

Είναι πρώτιστα ευθύνη των κομματικών και των ΚΝίτικων δυνάμεων να προσανατολίζεται η ζωή των Συλλόγων έτσι ώστε να παρακολουθούμε τις συνεδριάσεις των Τμημάτων, των επιτροπών για το πρόγραμμα σπουδών, να οργανώνουν τη λειτουργία τους ώστε να αποτελεί το πρόγραμμα σπουδών σταθερό προσανατολισμό στις γενικές συνελεύσεις των φοιτητών.

 

ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΤΡΟΦΗ

 Προφανώς δεν είναι μια εύκολη δουλειά. Τα ζητήματα του περιεχομένου σπουδών, όπως αποτυπώνονται στα προγράμματα σπουδών, απαιτούν σε βάθος μελέτη τόσο της αστικής σκέψης, των εξελίξεων στους κλάδους της καπιταλιστικής παραγωγής, όσο και μελέτη των δικών μας θεωρητικών αρχών και εργαλείων, της επιστημονικής θεωρίας του μαρξισμού-λενινισμού. Όμως δεν μπορούμε να πάμε με προαπαιτούμενα. Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία που θα γεννά ανάγκες και ταυτόχρονα θα δίνει νέες δυνατότητες. Σε κάθε περίπτωση, το κύριο είναι να δημιουργηθεί η ενιαία κόκκινη κλωστή που θα δένει τον προβληματισμό και την ανησυχία για τους όρους μόρφωσης των φοιτητών με τις αλλαγές στα προγράμματα σπουδών.

Τα βήματα που έχουν γίνει ως προς το ενδιαφέρον για το περιεχόμενο των σπουδών σε μια σειρά τμήματα πανεπιστημίων χρειάζεται να γενικευτούν. Δεν αποτελεί άλλο ένα καθήκον, όσο κι αν μπορεί έτσι να εκληφθεί. Η ουσιαστική στροφή σε αυτόν τον τομέα δουλειάς θα δώσει τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε με καλύτερους όρους –και όσο περνάει από το χέρι μας– την αυριανή επιστημονική βάρδια στο πλάι της κομμουνιστικής υπόθεσης, να διευρύνουμε ταυτόχρονα την επικοινωνία μας με χιλιάδες φοιτητές που προβληματίζονται για τους όρους της μόρφωσής τους, ασφυκτιούν από τα αδιέξοδα που το καπιταλιστικό σύστημα βάζει στις ζωές τους.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Κείμενο του Τμήματος Παιδείας & Έρευνας της ΚΕ του ΚΚΕ.

1. http://skillspanorama.cedefop.europa.eu/

2. Στην Ελλάδα το ECTS καθιερώθηκε με τους νόμους 3374/2005 και 1466/2007.

3. Τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι το σύστημα της πρωτοβάθμιας, της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μη τυπική εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση που παρέχεται σε οργανωμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο εκτός του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και μπορεί να οδηγήσει στην απόκτηση πιστοποιητικών αναγνωρισμένων σε εθνικό επίπεδο. Περιλαμβάνει την αρχική επαγγελματική κατάρτιση, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και τη γενική εκπαίδευση ενηλίκων. Άτυπη μάθηση είναι οι μαθησιακές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εκτός οργανωμένου εκπαιδευτικού πλαισίου, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, στο πλαίσιο του ελεύθερου χρόνου ή επαγγελματικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Περιλαμβάνει τις κάθε είδους δραστηριότητες αυτομόρφωσης, όπως η αυτομόρφωση με έντυπο υλικό ή μέσω διαδικτύου ή με χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ποικίλων εκπαιδευτικών υποδομών, καθώς και τις γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτά το άτομο από την επαγγελματική εμπειρία του.

4. Βλ. «Εισαγωγικό Σημείωμα», στο ΑΔΙΠ: «Πρόταση Ακαδημαϊκής Πιστοποίησης Προγραμμάτων Σπουδών», Σεπτέμβρης 2013, σελ. 1. Η «Πρόταση» δημοσιεύεται ολόκληρη στην ιστοσελίδα της ΑΔΙΠ, στο σύνδεσμο: http://www.adip.gr/index.php? option=com_content&view=article&id=154&Itemid=253&lang=el

5. Βλ. σχετικά Επίκαιρη Ερώτηση του 2007 του Αλαβάνου για τα ΚΕΣ, στην τοποθέτηση του οποίου αναφέρεται: «Εάν αρθεί η λειτουργία των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών, δε δημιουργείται καμία σύγκρουση ανάμεσα στο άρθρο 16 και στην Οδηγία 36/2005». Αλλά και πρόσφατη Ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ (11.2.2014) αναφέρει: «Μπορεί το υπουργείο να δεσμευτεί ότι δε θα δώσει τη δυνατότητα στο ΣΑΕΠ να αναγνωρίζει τίτλους προερχόμενους από κολλέγια που συνεργάζονται με παρόχους εκτός ΕΕ, π.χ., Αμερικάνικα Πανεπιστήμια (Indianapolis, ALBA, Deree κτλ.), κάτι το οποίο θα αποτελούσε παράβαση της Κοινοτικής Οδηγίας 2005/36/ΕΚ». Δηλαδή εντός της ΕΕ δεν υπάρχει πρόβλημα…