ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΕΝΟΨΕΙ ΤΟΥ 2oυ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΟΥ

Τον Οκτώβρη είναι προγραμματισμένο να λάβει χώρα το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει του οποίου κυκλοφόρησε και το κείμενο των Θέσεων της ΚΕ (Θέσεις από εδώ και πέρα). Σε αυτό περιλαμβάνονται μια σειρά θέσεις που αφορούν το (αστικό) κράτος και τη σχέση του με την κυβέρνηση και την οικονομία.

Η τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ στα ζητήματα αυτά αποτελεί βασικό στοιχείο του προπαγανδιστικού χειρισμού της αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής, αφού αυτά προσφέρονται για τη χάραξη πλαστών διαχωριστικών γραμμών. Ενδεικτικό είναι ότι ο Α. Τσίπρας χαρακτήρισε τις διαδικασίες που θα οδηγήσουν στη Συνταγματική Αναθεώρηση ως «επανάσταση δημοκρατίας», σηματοδοτώντας την προπαγανδιστική ιεράρχηση των ζητημάτων αυτών την επόμενη περίοδο.

Σε αυτό το πλαίσιο αξιοποιούνται και δύο βασικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες του προηγούμενου διαστήματος, η εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση στις 25 Ιούλη (η οποία μάλιστα πλαισιώθηκε με το σύνθημα «Νέο Σύνταγμα - Νέα Μεταπολίτευση - Νέα Ελλάδα») και η ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου.

Το παρόν κείμενο θα ασχοληθεί με τα σημεία των Θέσεων που αφορούν πιο άμεσα το αστικό κράτος. Επειδή όμως στις Θέσεις αξιοποιούνται –για ευνόητους λόγους– σε μεγάλο βαθμό στοιχεία της οπορτουνιστικής γενεαλογίας του ΣΥΡΙΖΑ, θα προηγηθεί μια σύντομη παρουσίαση της ιστορικής του πορείας, που συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση και πολεμική αυτών των θέσεων.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

 

Όσοι έζησαν ή έχουν μελετήσει τα γεγονότα της περιόδου της δικτατορίας, καθώς και αυτά του 1989-1991, γνωρίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τις ιστορικές του ρίζες σε δύο διασπάσεις του ΚΚΕ και τον αντίστοιχο σχηματισμό οπορτουνιστικών κομμάτων. Από τη διάσπαση του 1968 σχηματίστηκε το λεγόμενο «ΚΚΕ Εσωτερικού», ενώ η διάσπαση του 1991 συνδέθηκε άμεσα με τη μετατροπή της εκλογικής συμμαχίας του «Συνασπισμού της Αριστεράς, των Κινημάτων και της Οικολογίας» σε ενιαίο κόμμα.

Όποιο όνομα κι αν είχε κατά καιρούς ο βασικός πολιτικός φορέας του οπορτουνισμού στην Ελλάδα («ΚΚΕ Εσωτερικού», ΕΑΡ, Συνασπισμός, ΣΥΡΙΖΑ), οι θέσεις του από την πρώτη στιγμή ήταν μια αντιγραφή και μίμηση των θεμελιακών οπορτουνιστικών θέσεων που διατυπώθηκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα (π.χ. Μπερνστάιν), των «ευρωκομμουνιστικών» θέσεων του Γαλλικού, Ιταλικού και Ισπανικού ΚΚ, καθώς και των ιδεών του Αλτουσέρ, Πουλαντζά κλπ. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι αρέσκονται να προβάλλονται κάθε φορά ως φορείς νέων αντιλήψεων και πολιτικών επιλογών ενσωματώνοντας –μεγαλύτερα ή μικρότερα– τμήματα του λαού με τη «μάσκα» του καινούργιου, του φρέσκου, του ανανεωτικού, με τη συνεχή αναζωογόνηση των ελπίδων του λαού εντός των καπιταλιστικών τειχών.

Από τα πρώτα χρόνια ύπαρξής του, το «ΚΚΕ Εσωτερικού» δέχτηκε την καθοριστική επίδραση του λεγόμενου «ιστορικού συμβιβασμού» του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ΓΓ του Ιταλικού ΚΚ1. Αυτός ο συμβιβασμός προβλήθηκε αρχικά ως σύγκλιση κομμουνιστών και σοσιαλιστών, για να επεκταθεί πολύ γρήγορα και στη συνεργασία με τους «δημοκρατικούς χριστιανοδημοκράτες» στο όνομα της αταξικής αντίθεσης ανάμεσα στις μετριοπαθείς και τις αντιδραστικές δυνάμεις. Στην Ελλάδα, ο «ιστορικός συμβιβασμός», ο οποίος μάλιστα χαιρετίστηκε απ’ όλα τα αστικά κόμματα, «μετουσιώθηκε» από την πλευρά των στελεχών του «ΚΚΕ Εσωτερικού» σε πολιτική αξιοποίησης της «φιλελευθεροποίησης» της Χούντας.

Στη συνέχεια, ενώ η στρατιωτική χούντα είχε παραδώσει τη σκυτάλη στην αστική κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, το κόμμα αυτό χάραξε την πολιτική της λεγόμενης «εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας» (ΕΑΔΕ) ως εφαρμογή των λεγόμενων «Στόχων του Έθνους», που πρότασσαν τη συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων από την «Αριστερά» μέχρι την «αντιχουντική Δεξιά» προς όφελος της αποτροπής τυχόν παλινόρθωσης της δικτατορίας.2 Μετά το 1981 και την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, σήκωσε τη σκυτάλη τής «από τα δεξιά» κριτικής στη νέα κυβέρνηση, η οποία ισχυριζόταν ότι θα διώξει τις βάσεις, ενώ ο πρόεδρός του, Λ. Κύρκος, διαλαλούσε ότι «οι βάσεις δεν είναι ραπανάκια να ξεριζώνονται». Εννοείται ότι το «ΚΚΕ Εσωτερικού» είχε ταχτεί μαζί με τη ΝΔ αναφανδόν υπέρ της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ασκώντας κριτική στο ΠΑΣΟΚ για την υποκριτική υιοθέτηση του συνθήματος «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».

Το 1986 το «ΚΚΕ Εσωτερικού» διασπάται, με το πλειοψηφικό του κομμάτι να μετονομάζεται σε «Ελληνική Αριστερά» (ΕΑΡ) και το μειοψηφικό σε Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά (ΚΚΕ Εσ. - ΑΑ και μετέπειτα ΑΚΟΑ). Το 1989 ιδρύεται ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» ως εκλογική συμμαχία ανάμεσα στο ΚΚΕ και την ΕΑΡ. Στη συνέχεια επιχειρήθηκε η διάλυση του ΚΚΕ μέσω της μετατροπής της εκλογικής συμμαχίας σε ενιαίο κόμμα. Το 1991 το ΚΚΕ αποχώρησε από το Συνασπισμό, που μετατράπηκε σε κόμμα το οποίο το 2003 μετονομάστηκε σε «Συνασπισμός της Αριστεράς, των Κινημάτων και της Οικολογίας». Αυτό το κόμμα αποτέλεσε το 2004 τον κορμό της εκλογικής συμμαχίας με το όνομα «Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς» (ΣΥΡΙΖΑ), η οποία την περίοδο 2012-2013 μετατράπηκε σε ενιαίο κόμμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1992 ο «Συνασπισμός της Αριστεράς» ήταν «πρώτος ανάμεσα στους πρώτους» που έτρεξαν, με τα ηγετικά του μάλιστα στελέχη στην πρώτη γραμμή, στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το όνομα της ΠΓΔΜ, ενώ στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ υιοθέτησε αμάσητα και πλάσαρε στο λαό τα ιμπεριαλιστικά προσχήματα, κάτι που κάνει και στις μέρες μας ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ με τα προσχήματα για την επίθεση στη Συρία.

Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατραπεί πια σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αστικής διαχείρισης, το οποίο όμως διατηρεί σκόπιμα έναν πυρήνα οπορτουνιστικών ιδεών, τόσο για να κρατάει υποκριτικά αποστάσεις από τα υπόλοιπα αστικά κόμματα όσο και για να διαβρώνει κάθε ριζοσπαστική τάση, πολύ περισσότερο αν αυτή προσεγγίζει την ιδεολογία και πολιτική του ΚΚΕ. Σε αυτό το μήκος κύματος κινούνται και οι Θέσεις, που αξιοποιούν πολλά επιχειρήματα και θέσεις οπορτουνιστικής χροιάς, τόσο στα πιο θεμελιώδη θεωρητικά ζητήματα γύρω από το κράτος και την οικονομία όσο και σε ζητήματα δικαιολόγησης της τρέχουσας αντιλαϊκής κυβερνητικής πολιτικής (π.χ. «ο λαός έχει δίκιο, αλλά δεν υπάρχει καλός συσχετισμός δυνάμεων για να δικαιωθεί»). Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτές οι επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ υποβοηθούνται και από την επιχειρηματολογία της ΝΔ, η οποία κρατά «πρίμο σεκόντο» κατηγορώντας το ΣΥΡΙΖΑ για κομμουνιστική ιδεοληψία και φιλοσοβιετισμό, επιδιώκοντας ταυτόχρονα τόσο τον ιδεολογικό διαχωρισμό από την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική όσο και την επιτέλεση του παραδοσιακού αντικομμουνιστικού της καθήκοντος.

Όσοι και όσες βιώνουν σήμερα μεγάλη απογοήτευση από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αξίζει να προβληματιστούν για τον επιζήμιο και καταστροφικό ρόλο του οπορτουνισμού, ο οποίος μάλιστα δεν περιορίζεται στις συνθήκες της ταξικής πάλης στον καπιταλισμό, αλλά ως ιδεολογικό ρεύμα γίνεται ακόμα πιο απειλητικός στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, όπως αποδείχτηκε κατά τον 20ό αιώνα. Πρόκειται για ένα συμπέρασμα που ισχύει μάλιστα ανεξάρτητα από την εκλογική και οργανωτική του δύναμη, αφού ακόμα κι αν αυτή είναι μικρή, η ιδεολογική του εμβέλεια είναι πολύ μεγαλύτερη, ακριβώς επειδή αποτελεί έκφραση και απόχρωση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα και γενικότερα. Έτσι, δεν είναι καθόλου ανεξήγητο πώς το εκλογικό 4% του ΣΥΡΙΖΑ έγινε 16% και στη συνέχεια 36%. Αυτή η εκλογική πορεία αποδεικνύει ότι δεν αποτελεί εχθρικό, επικίνδυνο ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα απέναντι στην αστική ιδεολογία και πολιτική, αλλά συστατικό της μέρος.

Από τα παραπάνω απορρέει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικούσε την αστική διακυβέρνηση έχοντας ως «εφόδια» τις συμβιβαστικές ιδεολογικές του αναφορές, την οπορτουνιστική του φύση, την πολύχρονη συνεργασία με οπορτουνιστικά ΚΚ ή με πρώην ΚΚ, δήθεν ανανεωτικά. Εξίσου σημαντική με τα παραπάνω ήταν και η ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειρίζεται τις λαϊκές ανάγκες προς όφελος του κεφαλαίου και να καλλιεργεί κλίμα ανοχής ή ακόμα και στήριξης της αντιλαϊκής πολιτικής. Αυτό το τελευταίο μάλιστα αποτελεί και ένα συγκριτικό πλεονέκτημα του ΣΥΡΙΖΑ –σε σχέση με άλλα αστικά κόμματα– που καθόλου αδιάφορη δεν αφήνει την αστική τάξη.

Στα παραπάνω προστέθηκε στη συνέχεια η ιδιαίτερη προετοιμασία και προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων. Σε αυτήν τη διαδικασία εντάσσονται οι οργανωτικές αλλαγές (με βασική αυτή της μετατροπής του από συμμαχία κομμάτων σε ενιαίο κόμμα), η ενίσχυσή του με σωρεία (δημόσια γνωστών και άγνωστων) στελεχών του ΠΑΣΟΚ που προσχώρησαν σε αυτόν διαθέτοντας κυβερνητική και διοικητική εμπειρία, οι συνεχείς επαφές και τα διαπιστευτήρια προς την αστική τάξη στην Ελλάδα, αλλά και τους ισχυρούς «παίκτες» στο παγκόσμιο καπιταλιστικό στερέωμα.

Με αυτά τα «εφόδια», ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αξιοποιεί σήμερα ένα μίγμα σοσιαλδημοκρατικών και «ευρωκομμουνιστικών» ιδεολογικών αναφορών, καθώς και αντίστοιχες κινήσεις σε πολιτικό επίπεδο (π.χ. την πρόσφατη συγκρότηση φόρουμ διαλόγου ανάμεσα στις «προοδευτικές δυνάμεις» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της ευρωπαϊκής Αριστεράς) προς όφελος της κρατικής διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα η κυβερνητική διαχείριση που ασκεί κινείται στους βασικούς της άξονες στις ίδιες «ράγες» με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, κάτι άλλωστε που αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι –πέρα από τις δικές του αντιλαϊκές νομοθετικές πρωτοβουλίες– ο ΣΥΡΙΖΑ μονιμοποίησε τα αντιλαϊκά μέτρα των κυβερνήσεων με κορμό τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορούμε να σχολιάσουμε από καλύτερες θέσεις τις απόψεις του ΣΥΡΙΖΑ για το κράτος.

 

ΓΙΑ ΤΟ «ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ»

 

«Ο προγραμματικός σκοπός του σοσιαλισμού απαιτεί και εμπεριέχει τον εκ βάθρων μετασχηματισμό του κράτους που οικοδομήθηκε ως μέσο της αστικής ταξικής κυριαρχίας».

Με αυτήν τη φράση ξεκινάει το κεφάλαιο των Θέσεων με τίτλο «Μετασχηματισμός του κράτους». Αυτό το απόσπασμα περιέχει δύο παραδοχές. Πρώτον, την παραδοχή ότι ο σοσιαλισμός (με ό,τι μπορεί να εννοεί με αυτό ο καθένας)3 έρχεται ως αποτέλεσμα του μετασχηματισμού και όχι της ανατροπής του (αστικού) κράτους και δεύτερον, την αποδοχή ότι το (αστικό) κράτος μπορεί να οικοδομήθηκε ως μέσο της «αστικής ταξικής κυριαρχίας», αλλά μπορεί να παίξει και φιλολαϊκό ρόλο στρεφόμενο ενάντια σε αυτήν, αρκεί να αναληφθεί η κυβερνητική διαχείριση από την «Αριστερά».

Φυσικά, δεν πρέπει να παίρνουμε «τοις μετρητοίς» τις παραπάνω διατυπώσεις, αφού η αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ δε γίνεται καταρχάς στη βάση του τρόπου προσέγγισης του σοσιαλισμού, αλλά του γεγονότος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν αμφισβητεί την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία, αλλά τις υπηρετεί από υπεύθυνες κρατικές θέσεις. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε από το γεγονός ότι, την ίδια στιγμή που διατυπώνει τα παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ νομοθετεί μειώσεις μισθών και συντάξεων, προωθεί ταχύτατα τις ιδιωτικοποιήσεις, θεσμοθετεί δημοσιονομικό «κόφτη» για οτιδήποτε σχετίζεται με τις λαϊκές ανάγκες εξαιρώντας από αυτόν οτιδήποτε σχετίζεται με την καπιταλιστική κερδοφορία (π.χ. πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων) και «ακονίζει τα μαχαίρια του» για αντεργατικές παρεμβάσεις στις εργασιακές σχέσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ κλίνει επίσης σε όλες τις πτώσεις το θαυμασμό του για τους επιχειρηματίες και την υγιή επιχειρηματικότητα και τα κυβερνητικά στελέχη του γυρίζουν όλο τον κόσμο για να πείσουν τους καπιταλιστές ότι μετά και από τη δική τους συμβολή η Ελλάδα αποτελεί έναν παράδεισο γι’ αυτούς. Παράλληλα, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά αυτοπροβλήθηκε ως οπαδός και φορέας της «συνέχειας του κράτους». Αυτή είναι η πολιτική που στο κείμενο των Θέσεων επιχειρείται να πασπαλιστεί με σοσιαλιστική σάλτσα και να παρουσιαστεί ως μέσο βαθμιαίας προσέγγισης του σοσιαλισμού!

Πέρα, όμως από την υποκρισία που είναι στο πετσί όλων των αστικών κομμάτων και ακόμα περισσότερο αυτών που βρίσκονται στην αστική διακυβέρνηση και αυτών που έχουν οπορτουνιστικές ρίζες και αναφορές (και ο ΣΥΡΙΖΑ πληροί και τις δύο αυτές προϋποθέσεις!), αξίζει να αναφερθούμε και στην ίδια την παραπάνω αντίληψη για το κράτος.

Η αντίληψη περί «μετασχηματισμού» του κράτους ως μέσου προσέγγισης του σοσιαλισμού δεν αποτελεί φυσικά εφεύρεση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά έχει τις ρίζες της στο σοσιαλδημοκρατικό (από τα τέλη του 19ου αιώνα, με βασικό εκφραστή τον Ε. Μπερνστάιν) και στη συνέχεια στο λεγόμενο «ευρωκομμουνιστικό» ρεύμα. Φυσικά, η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα της αστικής διαχείρισης στις σημερινές συνθήκες καθιστά άστοχη την κατανόησή του ως απλού συνεχιστή του «ευρωκομμουνιστικού» ρεύματος ή του «ΚΚΕ Εσωτερικού». Παρόλ’ αυτά, οι θεωρητικές ρίζες της αντίληψής του για το κράτος μπορούν να αναζητηθούν σε αυτά. Ο Ν. Πουλαντζάς, ένας από τους κλασικούς θεωρητικούς αντιπροσώπους αυτού του ρεύματος, σημείωνε: «Ο ριζικός μετασχηματισμός του κρατικού μηχανισμού σ’ ένα δημοκρατικό δρόμο προς το σοσιαλισμό σημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνεται πια λόγος για εκείνο που ονομάστηκε από παλιά σπάσιμο ή καταστροφή αυτού του μηχανισμού»4.

Ο Ν. Πουλαντζάς υιοθετεί το μετασχηματισμό έναντι της ανατροπής του αστικού κράτους ακριβώς επειδή δε θεωρεί το αστικό κράτος όργανο ταξικής κυριαρχίας, αλλά «συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα σε τάξεις και μερίδες τάξεων»5. Με άλλα λόγια, αν μέσω της ταξικής πάλης βελτιωθεί ο συσχετισμός υπέρ της εργατικής τάξης, αυτό θα εκφραστεί και στο χαρακτήρα και στους σκοπούς του κράτους, το οποίο θα μπορεί να αξιοποιηθεί προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων και του περάσματος στο σοσιαλισμό. Καθόλου τυχαίο δεν είναι άλλωστε το γεγονός ότι στην παραπάνω διατύπωση των Θέσεων το κράτος δε χαρακτηρίζεται ως αστικό, την ίδια στιγμή που ο χαρακτήρας του προσδιορίζεται ως «μέσο» και όχι ως «όργανο» της «αστικής ταξικής κυριαρχίας». Κατ’ επέκταση, το «μέσο» αυτό μπορεί υποτίθεται –αν πέσει στα χέρια φιλολαϊκών πολιτικών δυνάμεων– να αξιοποιηθεί για ριζικά διαφορετικούς σκοπούς.6

Με αυτό το σκεπτικό, το συμπέρασμα του Πουλαντζά είναι ότι: «Ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό είναι μια μακριά πορεία, όπου ο αγώνας των λαϊκών μαζών δεν αποβλέπει στη δημιουργία μιας πραγματικής εξουσίας, παράλληλης και εξωτερικής προς το Κράτος (σ.σ.: διάβαζε ανατροπή του αστικού κράτους), αλλά εφαρμόζεται στις εσωτερικές αντιφάσεις του Κράτους». Στην ίδια λογική, το κείμενο των Θέσεων αναφέρει: «Αυτός ο μετασχηματισμός (σ.σ.: του κράτους) δεν είναι ενέργεια μιας στιγμής, αλλά διαδικασία, η ταχύτητα και τα επιμέρους στοιχεία της οποίας εξαρτώνται κάθε φορά από το συσχετισμό δυνάμεων στη χώρα μας και διεθνώς».

Η άποψη αυτή και οι «μεταβατικές» παραφυάδες της εδράζονται στην αναίρεση της θεμελιώδους μαρξιστικής αντίληψης του κράτους ως οργάνου κυριαρχίας της μίας τάξης πάνω στην άλλη. Ο χαρακτήρας του κράτους, όπως και του συνόλου των πολιτικών σχέσεων (και των θεσμών στους οποίους αυτές οι σχέσεις αποκρυσταλλώνονται), καθορίζεται από το οικονομικό έδαφος πάνω στο οποίο αυτό οικοδομείται και δρα. Στον καπιταλισμό, αυτοί οι θεσμοί από την ίδια τους τη φύση (τρόπος συγκρότησης, αρμοδιότητες, λειτουργίες) υπηρετούν την αναπαραγωγή της ταξικής εκμεταλλευτικής σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία. Αυτόν το στόχο υπηρετούν και οι περιοδικές προσαρμογές στη λειτουργία τους. Αυτός ο χαρακτήρας του κράτους ισχύει ανεξάρτητα από τους διαχειριστές και τις μορφές της αστικής διακυβέρνησης.7 Τα παραπάνω συμπεράσματα έχουν επιβεβαιωθεί επανειλημμένα –και με πικρό πολλές φορές τρόπο– από την πείρα του πολιτικού εργατικού κινήματος.

Η ίδια η κυβερνητική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την καλύτερη απόδειξη για το γεγονός ότι η κυβερνητική κατάληψη του αστικού κράτους δεν μπορεί να το μεταρρυθμίσει σε φιλολαϊκό, αλλά ούτε και να γίνει μοχλός ή «κρίκος» για ευρύτερες φιλολαϊκές αλλαγές (όπως ρητά ή άρρητα υποστηριζόταν από το σύνολο σχεδόν των οπορτουνιστικών δυνάμεων που μετατράπηκαν σε πολιτική «ουρά» της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση). Και αν κανείς προσπαθεί να αντιπαραβάλει στα παραπάνω ότι αυτή η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη κυρίως λόγω της οπορτουνιστικής φύσης του ΣΥΡΙΖΑ πριν τη μετατροπή του σε κλασικό αστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και όχι λόγω της ίδιας της φύσης του αστικού κράτους, υπενθυμίζουμε ότι το ίδιο ακριβώς συμπέρασμα απορρέει από την πικρή εμπειρία της συμμετοχής ΚΚ σε κυβερνήσεις διαχείρισης του καπιταλισμού, με πιο γνωστές ιστορικά τις περιπτώσεις σε Χιλή, Πορτογαλία, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρο. Το αστικό κράτος αποτελεί όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης επί της εργατικής, αποτελεί το «συλλογικό καπιταλιστή» που είναι επιφορτισμένος με το καθήκον της περιφρούρησης και στήριξης της ατομικής-καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και της επιδίωξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτή η τελευταία και οι διακυμάνσεις της σε κάθε διαφορετικό χώρο και χρόνο θέτουν σε κανονικές συνθήκες το πλαίσιο και τα όρια μέσα στα οποία δρα το αστικό κράτος.

Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης με το τσάκισμα του αστικού κράτους και των οργάνων του συνιστά απόλυτη αναγκαιότητα και τη βασικότερη προϋπόθεση προκειμένου να συγκροτηθεί το σοσιαλιστικό κράτος ως όργανο της ταξικής πάλης, στις νέες συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και της προώθησης των κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής.8 Η εργατική εξουσία αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό-λαϊκό έλεγχο, για να γίνουν κυρίαρχες οι νέες κοινωνικές σχέσεις και να οδηγηθεί η κοινωνία στην κατάργηση κάθε μορφής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Έχοντας τις παραπάνω θεωρητικές «αποσκευές», ας προσπαθήσουμε να δούμε πιο συγκεκριμένα σε τι συνίσταται, σύμφωνα με το κείμενο των Θέσεων, αυτός ο «μετασχηματισμός» του κράτους:

Το σχετικό κεφάλαιο των Θέσεων δομείται σε μέρη που φέρουν τους εξής τίτλους: 1. Δημοκρατική επαναθέσμιση του πολιτικού συστήματος. 2. Δίκαιο εκλογικό σύστημα και ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου. 3. Η προσπάθεια για μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης. 4. Τοπική Αυτοδιοίκηση συμμετοχική, με αρμοδιότητες και πόρους. 5. Ασυμβίβαστοι ενάντια στη διαπλοκή και τη διαφθορά. 6. Αστυνομία με τον πολίτη και όχι απέναντί του. Στα παραπάνω λοιπόν συμπυκνώνεται ο «μετασχηματισμός» του κράτους. Ας δούμε λοιπόν πιο συγκεκριμένα τα βασικότερα από τα παραπάνω ζητήματα.

 

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΗ «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΘΕΣΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ»

 

«Σε κάθε εγχείρημα αναθεώρησης του Συντάγματος θα συγκρουστούν δύο διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις: Η εμβάθυνση της δημοκρατίας και η προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων από τη μια και η συνταγματοποίηση της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας από την άλλη, την οποία συνεχίζουν να επιδιώκουν τα κόμματα του παλιού καθεστώτος».

Αυτό είναι, σύμφωνα με τις Θέσεις, το επίδικο της Συνταγματικής Αναθεώρησης, η οποία αποτελεί το περιεχόμενο του κεφαλαίου με τίτλο «Δημοκρατική επαναθέσμιση του πολιτικού συστήματος». Το κείμενο δεν αναφέρει το περιεχόμενο αυτής της αναθεώρησης, το οποίο ωστόσο συγκεκριμενοποιήθηκε αργότερα από τον Α. Τσίπρα.

Καταρχάς πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η παραπάνω διατύπωση είναι χαρακτηριστική για το προπαγανδιστικό μοτίβο ολόκληρου του κειμένου, που κυριαρχείται από τις ψευδείς αντιθέσεις δημοκρατία - νεοφιλελευθερισμός και παλιό - νέο. Πρόκειται για πολύ βολικές διαχωριστικές γραμμές, που έχουν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα στο παρελθόν αποδεικνύοντας τη χρησιμότητά τους στην απόκρυψη της στρατηγικής σύμπλευσης των κομμάτων που υπερασπίζονται το καπιταλιστικό σύστημα. Επίσης, το κείμενο δε μας εξηγεί γιατί η ψήφιση, π.χ., του Μνημονίου Τσίπρα αποτελεί «προστασία των κοινωνικών κατακτήσεων» και εκφράζει το «νέο», ενώ τα Μνημόνια των ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (τα εφαρμοστικά μέτρα των οποίων μονιμοποίησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) αποτελούν «νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα» και εκφράζουν το «παλιό».

Το δίλημμα δημοκρατία-νεοφιλελευθερισμός, καθώς και το δίλημμα σοσιαλδημοκρατία-νεοφιλελευθερισμός που κρύβεται πίσω από αυτό είναι πλαστό για το λαό όσον αφορά την αστική κυβερνητική διαχείριση, χωρίς αυτό να αναιρεί αυτές τις ιδεολογικές διαφορές. Ολόκληρη η ιστορία του καπιταλισμού αποδεικνύει ότι οι διαχειριστικές επιλογές των αστικών κομμάτων δεν καθορίζονται κυρίως από τις ιδεολογικές τους αφετηρίες, αλλά από τις επιταγές της υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε κάθε διαφορετικό χώρο και χρόνο. Γι’ αυτό ακριβώς και μια σειρά κόμματα νεοφιλελεύθερων ιδεολογικών αναφορών προχώρησαν στο παρελθόν σε Ελλάδα και Ευρώπη σε εκτεταμένες κρατικοποιήσεις (με τον Κων. Καραμανλή να κατηγορείται τη δεκαετία του 1970 μέχρι και για …σοσιαλμανία λόγω των καταιγιστικών κρατικοποιήσεών του), ενώ από την άλλη μια σειρά κόμματα σοσιαλδημοκρατικών ή οπορτουνιστικών ιδεολογικών αναφορών προχωρούν σε μέτρα που σίγουρα όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση τα χαρακτήριζαν «νεοφιλελεύθερα» (ιδιωτικοποιήσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων κλπ.). Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι οι ιδεολογικές αναφορές των αστικών κομμάτων προσαρμόζονται σε κάποιο βαθμό στις απαιτούμενες κυβερνητικές πολιτικές, όπως δείχνει η πορεία του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την καλύτερη απόδειξη των παραπάνω και την καλύτερη έμπρακτη κριτική στη θεωρητικίζουσα κενολογία των Θέσεων.

Ας επιστρέψουμε όμως στην καθαυτό Συνταγματική Αναθεώρηση που –στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου ανταγωνισμού λεξιπλασίας και ευφημισμών που υπάρχει πάντα στα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ– ταυτίζεται εδώ με τη «δημοκρατική επαναθέσμιση», ενώ στο εκλογικό του πρόγραμμα ταυτιζόταν με τον «εκδημοκρατισμό της δημοκρατίας». Το αστικό Σύνταγμα αποτελεί το θεμελιώδη νόμο κάθε καπιταλιστικού κράτους, τη μήτρα ολόκληρου του αντιλαϊκού νομικού οπλοστασίου του. Σε αυτό θεμελιώνεται το οικονομικό βάθρο της καπιταλιστικής κοινωνίας, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και οι θεμελιώδεις πλευρές του πολιτικού και νομικού εποικοδομήματος που υψώνεται πάνω σε αυτό το βάθρο. Έτσι, στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, το Σύνταγμα δεν μπορεί να έχει σε καμία περίπτωση φιλολαϊκό χαρακτήρα, αντίθετα, αποτελεί τη νομική κατοχύρωση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και της ανάδειξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε «θεό» της κοινωνίας, στον οποίο υποτάσσονται όλα τα υπόλοιπα. Γιατί όμως ανοίγει ο ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα αυτό;

Το γεγονός ότι το Σύνταγμα θεμελιώνει νομικά τα βασικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας δε σημαίνει ότι δεν απαιτούνται περιοδικά εκτεταμένες ή περιορισμένες προσαρμογές. Αυτό είναι και το περιεχόμενο όλων των αναθεωρήσεων των αστικών συνταγμάτων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του καπιταλιστικού κόσμου. Ειδικά όσον αφορά τα κράτη-μέλη της ΕΕ, ιδιαίτερος παράγοντας που επιβάλλει προσαρμογές είναι οι επιταγές της εναρμόνισης –μέχρι κάποιου βαθμού– των συνταγματικών και γενικότερα νομικών καθεστώτων των κρατών-μελών. Με άλλα λόγια, τα Συντάγματα, όπως και συνολικά όλες οι πλευρές λειτουργίας των αστικών κρατών, προσαρμόζονται περιοδικά έτσι ώστε να υπηρετούν καλύτερα την υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας στα διαφορετικά κάθε φορά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση θα καθορίσει εν πολλοίς το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί το ελληνικό αστικό πολιτικό σύστημα τα επόμενα χρόνια,9 θα αποτελέσει το βασικό «χαλί» πάνω στο οποίο θα δρομολογηθούν όλες οι αλλαγές που θα αφορούν θεσμούς και λειτουργίες του κράτους. Παράλληλα, φυσικά, αυτές οι προσαρμογές αξιοποιούνται και προπαγανδιστικά από τα κάθε φορά αστικά κόμματα, που τις προωθούν για να προσδώσουν δημοκρατικό επίχρισμα στην πολιτική τσακίσματος των λαϊκών δικαιωμάτων.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται πλήρως από το περιεχόμενο που προσέδωσε ο Α. Τσίπρας στη Συνταγματική Αναθεώρηση κατά τη σχετική εκδήλωση της 25ης Ιούλη με τίτλο «Νέο Σύνταγμα - Νέα Μεταπολίτευση - Νέα Ελλάδα»10. Πολλά από τα μέτρα που προτάθηκαν υπηρετούν ανοιχτά την αύξηση της σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος σε συνθήκες που η καπιταλιστική κερδοφορία υφίσταται μακροχρόνια «ζόρια» και η υποβοήθησή της δεν αφήνει περιθώρια για τόσο γρήγορες πολιτικές και κυβερνητικές αλλαγές όπως σε προηγούμενες δεκαετίες.11 Από την άλλη, οι προτάσεις Τσίπρα σε ορισμένα πεδία δεν τολμούν να προχωρήσουν ούτε στους αναγκαίους –και ήδη πολύ καθυστερημένους συγκριτικά με άλλα καπιταλιστικά κράτη– εκσυγχρονισμούς, όπως ο πλήρης διαχωρισμός κράτους-Εκκλησίας (στις προτάσεις περιλαμβάνεται η αναγνώριση της Ορθοδοξίας στο νέο Σύνταγμα ως κρατούσας θρησκείας του ελληνικού κράτους, παρόλο που παράλληλα προτείνεται η κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητάς του).

Πιο συγκεκριμένα, ο Α. Τσίπρας πρότεινε μεταξύ άλλων: α) Τη «συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής», η οποία επανειλημμένα έχει χαρακτηριστεί από τα κυβερνητικά στελέχη ως μέσο «πίεσης για ευρύτερες συμμαχίες» μεταξύ των (αστικών) κομμάτων και κατ’ επέκταση «πιο σταθερές κυβερνήσεις». β) Την «εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας […] (την) υποχρέωση, δηλαδή, η πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης, να συνοδεύεται και από πρόταση, βιώσιμη, για νέα κυβέρνηση και για νέο πρωθυπουργό», για την οποία ο πρωθυπουργός σχολίασε ότι «εξυπηρετεί το σκοπό της κυβερνητικής σταθερότητας». γ) Τη «δυνατότητα άμεσης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από το εκλογικό σώμα» (αν δε γίνει εφικτή η εκλογή του σε δύο ψηφοφορίες στο κοινοβούλιο), σε συνδυασμό με μια «λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του», για την οποία ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι υπηρετεί «το ρυθμιστικό, σταθεροποιητικό και εγγυητικό του ρόλο […] χωρίς όμως να διακόπτεται η θητεία της κυβέρνησης και να διαλύεται η Βουλή».

Ιδιαίτερα αυτή η τελευταία διατύπωση αποκαλύπτει ότι, μεταξύ άλλων, επιδιώκεται η αύξηση των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του ΠτΔ σε περιπτώσεις δυσκολίας σχηματισμού κυβερνήσεων, η μετατροπή του σε σημείο αναφοράς του αστικού πολιτικού συστήματος που θα οργανώνει κυβερνητικές πλειοψηφίες και κοινοβουλευτικές συναινέσεις. Με αυτόν τον τρόπο αναβαθμίζεται σχετικά ο ΠτΔ ως πηγή νομιμοποίησης της εκτελεστικής εξουσίας και ως μια από τις σταθερές της αστικής διακυβέρνησης, χωρίς να χάνει το κοινοβούλιο τον πρωτεύοντα ρόλο.

Γιατί όμως όλο και περισσότερο προβάλλεται η αναγκαιότητα σταθερών κυβερνήσεων μέσω του σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας; Τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η καπιταλιστική κρίση και η επιτακτικότητα επιτάχυνσης της κρατικής υποβοήθησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων επηρέασαν σημαντικά την ικανότητα των αστικών κομμάτων να ενσωματώνουν λαϊκά στρώματα μαζικά στο πλαίσιο μονοκομματικών κυβερνήσεων. Σε αυτό το έδαφος, τα αστικά κόμματα, που το ένα μετά το άλλο έπαιρναν την κυβερνητική σκυτάλη, φθείρονταν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι παλιότερα, ενώ το αστικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε μια μακροχρόνια πορεία αναδιατάξεων και προσαρμογής στα νέα δεδομένα.12 Αυτή η ρευστότητα στο εσωτερικό οικονομικό και πολιτικό σκηνικό συμπληρώνεται με τη ρευστότητα στο διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον (ισχυροποίηση αντιθέσεων εντός ΕΕ με χαρακτηριστικό το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην ευρύτερη περιοχή και σε όλο το τόξο Ουκρανία-Τουρκία-Μέση Ανατολή-Βόρεια Αφρική). Αυτό το πλαίσιο, στο οποίο θα κληθούν να κινηθούν οι κυβερνήσεις της επόμενης περιόδου, απαιτεί «σταθερό τιμόνι» στην αστική διακυβέρνηση και ευρύτερες συναινέσεις μεταξύ των αστικών κομμάτων.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι ιδιαίτερες προσδοκίες που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ από την ίδια τη διαδικασία –πέρα από το περιεχόμενο– με την οποία θα προχωρήσει αυτή η Αναθεώρηση. Ο Α. Τσίπρας ανακοίνωσε τη διεξαγωγή «μιας πλατιάς, ανοιχτής διαδικασίας διαλόγου σε πανεθνική κλίμακα», με συζητήσεις και συνελεύσεις σε επίπεδο δήμων και περιφερειών από το Σεπτέμβρη μέχρι την άνοιξη του 2017. Στόχος αυτής της διαδικασίας είναι η απόσπαση της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης και ο εγκλωβισμός των λαϊκών δυνάμεων στις αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις του αστικού πολιτικού συστήματος. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία θα αποτελέσει και πεδίο ανάπτυξης διεργασιών ανάμεσα στα κόμματα της αστικής διαχείρισης, πεδίο ζύμωσης δυνάμει συνεργασιών και «ανταλλαγμάτων» στις υπάρχουσες διεργασίες (προσέγγιση ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚ, διεργασίες σε ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ - ΠΟΤΑΜΙ), και όλα αυτά φυσικά με το βλέμμα στραμμένο στις κυβερνητικές συνεργασίες.13

 

ΓΙΑ ΤΟ «ΔΙΚΑΙΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ»

 

«Πρόκειται για μια διαδικασία που, όσον αφορά το κόμμα μας, περιέχει, εκτός από νομοθετικές παρεμβάσεις, και την προετοιμασία για πολιτικές συνεργασίες. Η απλή αναλογική –περισσότερο από κάθε άλλο σύστημα– προϋποθέτει τη σοβαρή και έγκαιρη επεξεργασία μιας πολιτικής συμμαχιών άξιας του ονόματός της και όχι της τελευταίας στιγμής».

Η παραπάνω φράση από τις Θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ αποτυπώνει με ειλικρίνεια –αν και όχι πληρότητα– τις βασικές κυβερνητικές επιδιώξεις γύρω από το ζήτημα της απλής αναλογικής, η οποία μάλιστα υποτίθεται ότι θεσπίστηκε και νομοθετικά (με τη διατήρηση του «πλαφόν» του 3% που είχε θεσπίσει ο Κων. Μητσοτάκης) και επιδιώκεται να θεσπιστεί και συνταγματικά.

Αυτή η προσαρμογή του εκλογικού συστήματος αυξάνει αντικειμενικά την πίεση για ευρύτερες συναινέσεις και μείωση των «μικροκομματικών» σκοπιμοτήτων των αστικών κομμάτων. Αυτό άλλωστε προβάλλεται ως στόχος όχι μόνο από τις Θέσεις, αλλά και απ’ όλα τα κυβερνητικά στελέχη που διαφημίζουν την εμβάθυνση της σύμπνοιας μεταξύ των (αστικών) κομμάτων ως προϋπόθεση της πολυπόθητης (για τους καπιταλιστές) κερδοφορίας. Ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ (Γ. Γκιόλας) υπερασπίστηκε ως εξής την υποτιθέμενη «απλή αναλογική» του σχετικού νομοσχεδίου στη Βουλή: «Η απλή αναλογική κατατείνει σε κυβερνήσεις συνεργασίας που ενισχύουν την κυβερνητική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή και ειρήνη». Αλλά και η κυβερνητική εφημερίδα σημείωνε εκείνες τις μέρες («Αυγή», 17 Ιούλη) σε άρθρο με τίτλο «Σταθερές κυβερνήσεις με απλή αναλογική»: «Με το συνδυασμό της απλής αναλογικής και της Συνταγματικής Αναθεώρησης προσδοκά η κυβέρνηση να χτίσει το νέο πολιτικό σκηνικό, που θα έχει ως αποτέλεσμα σταθερές κυβερνήσεις συνεργασίας και διεύρυνσης της αντιπροσωπευτικότητας της ψήφου».

Ωστόσο και σε αυτό το ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ λέει τη μισή αλήθεια. Αν ήταν άλλωστε αυτή ολόκληρη η αλήθεια, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε ψηφίσει την ίδια ουσιαστικά πρόταση που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ ακριβώς πριν ένα χρόνο και η οποία συμπεριλάμβανε την κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών14. Αλλά μάλλον τότε αυτό δε συνέπιπτε με τις εκλογικές του επιδιώξεις (λίγο μετά, το Σεπτέμβρη, κήρυξε πρόωρες εκλογές) και προσδοκίες. Αντίθετα, τώρα υπολογίζει ότι με το νέο εκλογικό σύστημα θα μπορεί πιο εύκολα να διατηρήσει κομβικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό, ακόμα κι αν έρθει δεύτερος στις εκλογές, αφού, όπως αποδεικνύεται, έχει αρκετά ευρεία δεξαμενή πιθανής στήριξης από άλλα αστικά κόμματα.15

Εννοείται ότι και οι αντιδράσεις της ΝΔ στο νέο εκλογικό νόμο δεν έχουν να κάνουν με την άρνηση της αναγκαιότητας αύξησης της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά με την αμφισβήτηση του κατά πόσο μπορεί να συμβεί αυτό μέσω της αύξησης της αναλογικότητας του εκλογικού συστήματος στις συνθήκες του σημερινού συσχετισμού κοινοβουλευτικών εδρών. Εννοείται ότι η στάση της ΝΔ συνδέεται και με την επιθυμία της να αξιοποιήσει άμεσα το μπόνους των 50 εδρών, αφού υπολογίζει ότι θα εκλεγεί πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές.

Από τα παραπάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα κάνουν λόγο για «δίκαιο εκλογικό σύστημα», πάντα εννοούν τα εξής δύο πράγματα: Το εκλογικό σύστημα που θεωρούν ότι υπηρετεί με τον καλύτερο κάθε φορά τρόπο την ικανότητα του αστικού κράτους να δρα προς όφελος του κεφαλαίου και το εκλογικό σύστημα που υπηρετεί με τον καλύτερο κάθε φορά τρόπο τις κομματικές τους επιδιώξεις. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του βαθμού αναλογικότητας του εκλογικού νόμου δεν υπηρετεί την ενίσχυση της λαϊκής βούλησης, αλλά επιχειρείται να λειτουργήσει ως επιταχυντής προσαρμογής του αστικού πολιτικού συστήματος στις σημερινές ανάγκες σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας, μεγάλων (ή μικρότερων) συνασπισμών σαν αυτές που σχηματίζονται σε άλλες καπιταλιστικές χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο κλπ.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στις παραπάνω επιδιώξεις του αξιοποιεί το γεγονός ότι το σύνθημα της απλής αναλογικής – το οποίο ήταν σωστό – προβλήθηκε για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα από το 1974 και μετά, ως ένα εκλογικό σύστημα που μπορεί να αξιοποιηθεί από το λαό για φιλολαϊκές αλλαγές, ως σύνθημα «εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος» ή ως κρίκος θετικών για το λαό εξελίξεων. Υποτιμήθηκε το γεγονός ότι ακόμα και το πιο γνήσια αναλογικό εκλογικό σύστημα δεν έχει καμία σχέση με την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά λειτουργεί εκβιαστικά και αποπροσανατολιστικά προβάλλοντας ως βασικό κριτήριο ψήφου την ανάδειξη κυβερνητικού διαχειριστή του καπιταλισμού.

Τα παραπάνω «παιχνίδια» με το εκλογικό σύστημα και οι σχετικές διεργασίες ανάμεσα στα αστικά κόμματα αποτελούν «καθρέφτη» της πραγματικής ουσίας τόσο των αστικών εκλογών όσο και του αστικού κοινοβουλίου και της αστικής δημοκρατίας γενικά. Αυτό σημειώνεται, γιατί στις Θέσεις η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αγωνιά για την «υγεία» του κοινοβουλίου και γι’ αυτό προτάσσει την ενίσχυση του ρόλου του.

Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα; Όταν το κοινοβούλιο ψήφιζε το Μνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ (το οποίο, υπενθυμίζουμε, πήρε την ψήφο και των ΝΔ, ΠΟΤΑΜΙ, ΑΝΕΛ και ΠΑΣΟΚ) δεν ήταν αρκετά ισχυρό; Όταν ψήφιζε όλους τους εφαρμοστικούς νόμους των Μνημονίων –και όχι μόνο– που τσακίζουν τα λαϊκά δικαιώματα, δεν ήταν αρκετά ισχυρό; Το αστικό κοινοβούλιο δυστυχώς είναι πανίσχυρο ακόμα, τόσο ως όργανο αστικής εξουσίας όσο και στις εργατικές-λαϊκές συνειδήσεις. Και λόγω αυτής της ισχύος του είναι πολύ αποτελεσματικό στο ρόλο του, που είναι ένας και μοναδικός: Η οικοδόμηση του νομοθετικού οπλοστασίου που υπηρετεί την καπιταλιστική κερδοφορία. Όσο πιο δυνατό είναι το κοινοβούλιο ως θεσμός, αλλά και στις συνειδήσεις του λαού, τόσο καλύτερα θα υπηρετεί αυτόν το σκοπό.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων δεν είναι η έλλειψη ισχύος, αλλά η πολύ μεγάλη ισχύς του κοινοβουλίου ως οργάνου της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή της δικτατορίας της αστικής τάξης. Φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν κάνει λόγο για αδύναμο κοινοβούλιο, εννοεί, μεταξύ άλλων, και την «επιβολή» μέτρων από τους λεγόμενους θεσμούς, τα οποία «αναγκάζεται» να επικυρώνει το κοινοβούλιο. Την ίδια στιγμή αποκρύπτει βέβαια ότι αυτά τα μέτρα απορρέουν από τις ανάγκες της αστικής διαχείρισης, στο πλαίσιο βέβαια των ανισότιμων διακρατικών σχέσεων που πάντα κυριαρχούν στον καπιταλισμό.

Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να καταλάβουμε και τι αντίκρισμα έχουν για το λαό προτάσεις σαν αυτές που κατέθεσε ο Α. Τσίπρας στην εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, περί περιορισμού στις δύο των θητειών των βουλευτών ή περί της υποχρέωσης πρωθυπουργός να ορίζεται «αποκλειστικά αιρετός από το λαό, δηλαδή μόνο εν ενεργεία βουλευτής». Πόσο φιλολαϊκά έδρασε αλήθεια το γεγονός ότι οι Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαράς, Ε. Βενιζέλος, Α. Τσίπρας κλπ. ήταν «αιρετοί από το λαό» και «εν ενεργεία βουλευτές»; Ή πόσο διαφορετική από αυτή των εκλεγμένων ήταν η διαχείριση των λεγόμενων μη εκλεγμένων τεχνοκρατών, του πρωθυπουργού Λ. Παπαδήμου και του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα;

Ας ξεχάσουμε προς το παρόν τα παραπάνω και ας δούμε για λίγο με αστικά «γυαλιά» τι μπορεί να εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτήν την «ενίσχυση του ρόλου του κοινουβουλίου». Στις Θέσεις αναφέρεται: «Τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως την τελευταία πενταετία, ο αυτόνομος ελεγκτικός και νομοθετικός ρόλος του Κοινοβουλίου έχει υποβαθμιστεί. Χρειάζονται, λοιπόν, θεσμικές παρεμβάσεις, σήμερα με τον Κανονισμό της Βουλής, κατόπιν με την αναθεώρηση του Συντάγματος, ώστε η Βουλή των Ελλήνων να γίνει το κέντρο των πολιτικών διεργασιών». Αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τέτοιες ανησυχίες, γιατί έφερε το 3ο Μνημόνιο προς ψήφιση στις 14 Αυγούστου 2016 και τη νέα δανειακή σύμβαση την περίοδο του Πάσχα; Γιατί εμπόδιζε να συζητηθούν στη Βουλή προτάσεις νόμου, όπως αυτή του ΚΚΕ για την κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων;

Η υποκρισία των παραπάνω διατυπώσεων «βγάζει μάτι». Ωστόσο το θέμα δεν είναι εδώ η υποκρισία του ενός ή του άλλου αστικού κόμματος, αλλά η υποκρισία που βρίσκεται στο DNA του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας. Όπως έχει αποδειχτεί επανειλημμένα, η αστική δημοκρατία αποτελεί μορφή της κυριαρχίας της τάξης των καπιταλιστών και μάλιστα –τις περισσότερες φορές– την πιο κατάλληλη μορφή.

Η αστική δημοκρατία έχει στο αίμα της αυτήν την υποκρισία ακριβώς γιατί βασίζεται στην τυπική ισότητα (εκλογική, νομική κλπ.) σε μια κοινωνία που είναι δομημένη στο έδαφος της ουσιαστικής (ταξικής) ανισότητας. Αυτή η τελευταία αποτελεί απόρροια της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και του επακόλουθου διαχωρισμού της κοινωνίας σε δύο μεγάλες κοινωνικές ομάδες, αυτούς που έχουν στα χέρια τους τα μέσα παραγωγής (αστική τάξη) και αυτούς που δεν έχουν στα χέρια τους μέσα παραγωγής και αναγκάζονται να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη στους πρώτους (εργατική τάξη).

Αυτή η ανισότητα δεν αποτυπώνεται μόνο στο εισόδημα και τον τρόπο ζωής, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτή η κοινωνία αποφασίζει. Με απλά λόγια, ενώ τυπικά η ψήφος ενός καπιταλιστή και η ψήφος ενός εργαζόμενού του έχουν την ίδια βαρύτητα, ουσιαστικά η ψήφος του πρώτου έχει πολλαπλάσια βαρύτητα από αυτή του δεύτερου και σε μεγάλο βαθμό την επικαθορίζει, γιατί η τάξη του έχει στα χέρια της την οικονομική εξουσία, τον κρατικό μηχανισμό, τους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης (Εκκλησία, ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα κλπ.). Παράλληλα, οι εργαζόμενοι τείνουν, σε μη επαναστατικές συνθήκες, να θεωρούν αιώνια την πώληση της εργατικής τους δύναμης στους καπιταλιστές, τείνουν δηλαδή να θεωρούν αιώνιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αντίληψη που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το εκλογικό τους κριτήριο.

Παρόλ’ αυτά, το ΚΚΕ αξιοποιεί τις αστικές εκλογές και τα κάθε είδους δικαιώματα της αστικής δημοκρατίας προς όφελος της βελτίωσης του συσχετισμού δυνάμεων και της παρεμπόδισης των αστικών επιδιώξεων, προς όφελος της διεύρυνσης της εργατικής, λαϊκής αντικαπιταλιστικής πρωτοπορίας και της συγκέντρωσης δυνάμεων, προς όφελος της ανάδειξης της δυνατότητας και αναγκαιότητας της κομμουνιστικής οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας.

 Το μεγάλο πλεονέκτημα της αστικής δημοκρατίας, σε αντίθεση με άλλες μορφές ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών, είναι ότι η συγκεκριμένη μορφή δημιουργεί επίφαση καθοριστικής συμμετοχής των εργαζομένων στις αποφάσεις μέσω των κάθε είδους εκλογών. Όσον αφορά τα όρια αυτής της δημοκρατικότητας του κοινοβουλίου και του συνολικού αστικού πολιτικού συστήματος, αυτά καθορίζονται σε κανονικές συνθήκες κυρίως από τα δεδομένα που δημιουργεί η καπιταλιστική κερδοφορία σε κάθε χώρο και χρόνο (φυσικά μέσα σε αυτά τα όρια σημαντικό ρόλο παίζουν παράγοντες όπως ο συσχετισμός δυνάμεων και η πολιτική συμμαχιών, ενώ σε συνθήκες που απειλείται η αστική εξουσία τέτοιοι παράγοντες παίζουν τον καθοριστικό ρόλο). Αυτό είναι το «ζύγι» στο οποίο μπαίνει τόσο το πολίτευμα στον καπιταλισμό όσο και ο βαθμός της συλλογικότητας στο ίδιο το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Αυτό αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια, όπου τα «ζόρια» της καπιταλιστικής κερδοφορίας και η επιτακτικότητα της φιλοαστικής νομοθετικής δραστηριότητας έχουν μετατρέψει ορισμένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες σε περιττή πολυτέλεια. Τόσο η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ παλιότερα όσο και οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σήμερα έχουν μονιμοποιήσει στην πράξη τις διαδικασίες «fast track», τις κατ’ επιλογή συζητήσεις νομοσχεδίων και τις ψηφίσεις νόμων σε «νεκρές» περιόδους. Η αστική δημοκρατία αποτελεί συστατικό μέρος και όχι αντιθετικό στοιχείο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Στο εσωτερικό των εργασιακών χώρων αποκαλύπτεται το πραγματικό «βάρος» όλων όσων κατά τις πολυποίκιλες ψηφοφορίες φαίνονται ίσοι. Εδώ φαίνονται και τα όρια της «δημοκρατίας», η οποία εξαφανίζεται μονομιάς όταν απειληθούν τα συμφέροντα του καπιταλιστή.

Η «επέκταση» και «εμβάθυνση» –όπως και ο περιορισμός– της αστικής δημοκρατίας δε λαμβάνονται με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες. Φυσικά αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι το λαϊκό κίνημα πρέπει να υιοθετεί παθητική και αδιάφορη στάση απέναντι στις εναλλαγές των μορφών της καπιταλιστικής εξουσίας, πόσο μάλλον απέναντι στον περιορισμό των λαϊκών και δημοκρατικών ελευθεριών. Το γεγονός της αναγνώρισης σημαντικών διαφορών μεταξύ των διαφορετικών μορφών διακυβέρνησης (π.χ. δυνατότητα λειτουργίας κομμάτων, συνδικάτων κλπ. σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας) δεν πρέπει να κρύβει την κοινή τους ταξική ουσία, που άλλωστε αποκαλύπτεται στην εναλλαγή μεταξύ αυτών των μορφών διακυβέρνησης ανάλογα με τις ανάγκες της αστικής εξουσίας. Έτσι, η συνεπής πάλη γι’ αυτές τις ελευθερίες προϋποθέτει τη γνώση της ουσίας και των ορίων της αστικής δημοκρατίας.

Οι Θέσεις της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο αρνούνται τα παραπάνω, αλλά προβάλλουν και το βάθεμα της δημοκρατίας ως μέσο προσέγγισης του σοσιαλισμού: «Δεύτερο συστατικό του αριστερού προγράμματος αποτελεί επομένως η συνεχής επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας […] Η πάλη για την επέκταση και εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι στοιχείο της πάλης για το σοσιαλισμό, τη βοηθά και ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ύπαρξή του».

Εδώ απλώς θα σημειώσουμε ότι ο σοσιαλισμός-κομμουνισμός (που καμία σχέση δεν έχει με αυτό που εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως σοσιαλισμό) προϋποθέτει τη ρήξη με την καπιταλιστική ιδιοκτησία και εξουσία σε όλες τους τις μορφές. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί το «ώριμο φρούτο» της αναπτυγμένης αστικής δημοκρατίας, αλλά το ακριβώς αντίθετό της. Το σοσιαλιστικό κράτος που θα οικοδομηθεί στο έδαφος του τσακίσματος (και όχι του «μετασχηματισμού») του αστικού κράτους αποτελεί ανώτερη μορφή δημοκρατίας, καθώς βασικό του χαρακτηριστικό αποτελεί η ενεργητική συμμετοχή των εργαζομένων στη διαμόρφωση και ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων της νέας κοινωνίας. Αυτό το κράτος προϋποθέτει νέους θεσμούς, ριζικά διαφορετικούς από αυτούς της αστικής δημοκρατίας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΘΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 

«Αυτή η πάλη περιέχει συνεχείς δημοκρατικές ρήξεις, μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων σε νέους θεσμούς άμεσης δημοκρατίας, που αλλάζουν τους συσχετισμούς δύναμης στην κοινωνία».

Το παραπάνω απόσπασμα των Θέσεων αποτελεί το ιδεολογικό πλαίσιο των σχετικών προτάσεων του Α. Τσίπρα στην εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο δεύτερος άξονας των οποίων «αφορά την ενίσχυση των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας». Πιο συγκεκριμένα, αυτές οι προτάσεις ήταν οι εξής: α) «Υποχρέωση κύρωσης μόνο με δημοψήφισμα οποιασδήποτε Συνθήκης μεταβιβάζει κυριαρχικές αρμοδιότητες του κράτους», β) «δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία και συλλογή άνω των 500.000 υπογραφών πολιτών για εθνικά θέματα […] άνω του 1 εκατομμυρίου υπογραφών για ψηφισμένο νόμο, με εξαίρεση, βεβαίως νόμους που αφορούν τα δημοσιονομικά ζητήματα […] άνω του 1 εκατομμυρίου υπογραφών για νομοθετική πρωτοβουλία από τους ίδιους τους πολίτες».

Οι παραπάνω προτάσεις μάλιστα περιβλήθηκαν με «κορόνες» στη «λαϊκή πρωτοβουλία» και το «ρόλο του λαϊκού παράγοντα», καθώς και την υπεράσπισή τους με τη διαπίστωση ότι: «Γνωρίζω καλά τους φόβους και τους ενδοιασμούς για τέτοιες τολμηρές προτάσεις. Και αυτοί προέρχονται όχι μόνο από το συντηρητικό χώρο. Ο φόβος της λαϊκής κρίσης, ο φόβος της πολιτικής σύγκρουσης, ο φόβος για τη δημοκρατία». Ας δούμε όμως πόσο «τολμηρές» είναι αυτές οι προτάσεις και ποιο είναι ακριβώς το αντίκρισμά τους για το λαό. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο η άρση ή ο περιορισμός της διαμεσολάβησης της εκλογικής έκφρασης του λαού και η αύξηση της άμεσης έκφρασής της μπορεί να αλλάξει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε παραπάνω για την αστική δημοκρατία και τους θεσμούς της.

Πριν απαντήσουμε θεωρητικά στο ερώτημα αυτό, πρέπει να αναφέρουμε την «πρακτική» απάντησή του. Τα παραπάνω αναφέρονται ένα χρόνο μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη 2015. Η απάντηση που δίνουν οι εξελίξεις γύρω από αυτό το δημοψήφισμα είναι εκκωφαντική όσον αφορά το ερώτημα που θέσαμε. Οι σκοποί που επιδιώκονταν με τη διενέργεια του δημοψηφίσματος, ο τρόπος διαμόρφωσης του σχετικού ερωτήματος και η τελική κατάληξη δείχνουν ότι οι «θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας» «πάσχουν» από τα ίδια ελαττώματα που «πάσχουν» και οι θεσμοί της έμμεσης (αστικής) δημοκρατίας, δηλαδή την τυπική ισότητα της ψήφου και την ουσιαστική ανισότητα στον καθορισμό του κριτηρίου της συγκεκριμένης ψήφου.

Στους θεσμούς μάλιστα της «άμεσης δημοκρατίας», η υποκρισία και η δυνατότητα χειραγώγησης εκ μέρους της αστικής τάξης είναι τις περισσότερες φορές πολλαπλάσια συγκριτικά με τους θεσμούς της «έμμεσης δημοκρατίας». Αυτό απορρέει τόσο από την ψευδαίσθηση της άμεσης και συγκεκριμένης (σε ένα οριοθετημένο πεδίο) παρέμβασης της λαϊκής βούλησης όσο και από τον πολύ πιο εύκολο χειρισμό της όλης διαδικασίας από την αστική τάξη και τους πολιτικούς της εκφραστές (διαμόρφωση ερωτήματος, επιλογή χρόνου διεξαγωγής που να υπηρετεί συγκεκριμένες επιδιώξεις, διαμόρφωση πλαστών διαχωριστικών γραμμών γύρω από το ΝΑΙ και το ΟΧΙ και πίεση για ομαδοποίηση πολιτικών δυνάμεων με ριζικά διαφορετική πολιτική κλπ.)16.

Το γεγονός ότι αυτοί οι θεσμοί όχι μόνο δεν αποτελούν εμπόδιο στο πέρασμα της αστικής αντιλαϊκής πολιτικής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ρόλος τους ως μέσου απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης στην αντιλαϊκή πολιτική αυξάνεται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του καπιταλιστικού κόσμου. Εκτός από κράτη όπου τα δημοψηφίσματα παραδοσιακά παίζουν σημαντικό ρόλο (π.χ. Ελβετία, Πολιτείες των ΗΠΑ), όλα τα καπιταλιστικά κράτη επιλέγουν όλο και πιο συχνά τη συγκεκριμένη μορφή ταξικής επιβολής. Όσον αφορά την Ελλάδα, υπενθυμίζουμε ότι ο πιο διαπρύσιος οπαδός όλων αυτών των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας πριν τον Α. Τσίπρα ήταν ο Γ. Παπανδρέου.

Το γεγονός της διάδοσης των δημοψηφισμάτων σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αποτελεί και την υπερασπιστική γραμμή των σχετικών κυβερνητικών πρωτοβουλιών από πολλά κυβερνητικά στελέχη. Ο Γ. Κατρούγκαλος σημειώνει ότι: «Και όμως, σε όλο τον πλανήτη το τελευταίο (σ.σ. το δημοψήφισμα) αποτελεί έναν από τους βασικότερους θεσμούς συμπλήρωσης και αναζωογόνησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας […] Οι δύο χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό δημοψηφισμάτων, η Ελβετία (πάνω από 600) και η Αυστραλία, αποτελούν παραδείγματα σταθερών και φιλελεύθερων δημοκρατιών. Και νεότερες όμως δημοκρατίες καταφεύγουν συχνά σε αυτό. Τα τελευταία 30 χρόνια προκηρύχτηκαν 12 δημοψηφίσματα στη Λιθουανία, 9 στη Λετονία, 6 στη Ρουμανία και την Ουγγαρία, 4 στην Πολωνία, 2 στην Εσθονία και τη Μολδαβία […] Γιατί, ενόψει όλων των παραπάνω, δαιμονοποιείται στην Ελλάδα το δημοψήφισμα;»17.

Από την άλλη πλευρά, τα αστικά κόμματα που αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση αναδεικνύουν ζητήματα που σχετίζονται με τον τρόπο διεξαγωγής των δημοψηφισμάτων. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση («Real News», Σάββατο 13 Αυγούστου 2016) του εκπροσώπου Τύπου της ΝΔ, Γ. Κουμουτσάκου, ο οποίος συγκρίνοντας το δημοψήφισμα του 2015 με αυτό του 1974 (που έγινε από τον Κ. Καραμανλή με ερώτημα «Βασιλεία ή δημοκρατία;») σημείωσε: «Τα δημοψηφίσματα μπορεί –όπως έγινε το 1974– να δίνουν οριστικές λύσεις σε μείζονα ζητήματα, καλά γνωστά στους πολίτες. Μπορεί όμως –όπως έγινε το 2015– να χρησιμοποιούνται από κυβερνήσεις για να μετακυλούν στους πολίτες την ευθύνη επώδυνων αποφάσεων. Να “εργαλειοποιούνται” από εξουσίες για αποπροσανατολισμό και τελικά χειραγώγηση του λαού. Να λειτουργούν διχαστικά. Να θέτουν ερωτήματα που κρύβουν άλλα σχέδια και άλλους στόχους. Να φέρνουν αποτελέσματα που τελικά ακυρώνονται από εκείνους οι οποίοι τα διοργάνωσαν. Και έτσι, όχι μόνο να μην υπηρετούν, αλλά να καταρρακώνουν, να αναιρούν τη δημοκρατία».

Σε παρόμοια γραμμή πλεύσης κινείται και η ακόλουθη τοποθέτηση σε άρθρο στην εφημερίδα «Καθημερινή» με τον εύγλωττο τίτλο «Δημοψηφισματικός φασισμός»18, που διατυπώθηκε με αφορμή το δημοψήφισμα στη Βρετανία για το BREXIT: «Με το παρόν (σ.σ.: άρθρο) θα ήθελα μόνο να αναδείξω πόσο συχνά έχει χρησιμοποιηθεί ο συγκεκριμένος αυτός θεσμός όχι απλά για ποδηγέτηση της λαϊκής βούλησης (είναι σχεδόν ο κανόνας), αλλά και για ευθεία υπονόμευση των λαϊκών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων των επιμέρους κοινωνιών». Τα παραδείγματα τα οποία παρατίθενται στο άρθρο για να στοιχειοθετηθεί αυτή η άποψη είναι ότι με δημοψηφίσματα αποφασιζόταν μέχρι το 1971 η μη παροχή δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες στην Ελβετία και με δημοψηφίσματα μεταξύ των ετών 1933 και 1938 οικοδομήθηκε ο «ναζιστικός ολοκληρωτισμός» του Α. Χίτλερ. Όσον αφορά τα παραδείγματα από την Ελλάδα, το άρθρο αναφέρει ότι το 1924 «ο ελληνικός λαός ρωτήθηκε με δημοψήφισμα για πολιτειακή μεταβολή που είχε […] ήδη συντελεσθεί», ενώ στο δημοψήφισμα του 1946 για την επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου, η επιλογή του «ΟΧΙ» «είχε τουλάχιστον τρεις ερμηνείες (άλλος βασιλιάς, άλλη δυναστεία, άλλο πολίτευμα: δημοκρατία)».

Τα παραπάνω περιστατικά, που αξιοποιούνται στην ενδοαστική αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα, αναδεικνύουν την ουσία της αστικής δημοκρατίας γενικά και θα μπορούσαν να συμπληρωθούν με άλλα αντίστοιχα και εξίσου τραγελαφικά για τους «έμμεσους» θεσμούς της αστικής δημοκρατίας. Όσον αφορά τις συγκεκριμένες προτάσεις του Α. Τσίπρα, η υποκρισία τους αναδεικνύεται με τραγικό τρόπο από το γεγονός ότι εξαιρούνται ρητά από τα δυνητικά ζητήματα της «άμεσης» δημοψηφισματικής «λαϊκής έκφρασης» τα «δημοσιονομικά ζητήματα», δηλαδή όλα σχεδόν τα ζητήματα που συνδέονται με το βιοτικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων.

Αυτό που πρέπει να συμπληρωθεί εδώ είναι ότι, πέρα από τους πολιτικούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, η ωφέλεια αυτών των θεσμών αναγνωρίζεται και από τους ίδιους τους καπιταλιστές, οι οποίοι πολλές φορές αξιοποιούν διαδικασίες δημοψηφισματικού χαρακτήρα ως μέσο προώθησης των ταξικών τους συμφερόντων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της FIAT στην Ιταλία, στο οποίο οι ίδιοι οι εργάτες, έχοντας μπροστά τους τα εκβιαστικά διλήμματα της εργοδοσίας και του εργοδοτικού συνδικάτου τους, ψήφισαν «άμεσα», «με τα ίδια τους τα χέρια», σε ποσοστό 54% την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του σταθερού χρόνου εργασίας, τη μείωση των διαλειμμάτων, τον τριπλασιασμό των υποχρεωτικών βαρδιών, τις περικοπές της αναρρωτικής άδειας, την απαγόρευση της απεργίας ως μέσου διαπραγμάτευσης. Παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν και οι άτυπες αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις εργοδοσίας και εργαζομένων που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης και κατέληγαν στην αποδοχή των μειώσεων μισθών, σε απολύσεις και σε χαρίσματα μισθών στην εργοδοσία.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ»

 

«Η Διοίκηση του σύγχρονου κράτους οφείλει να είναι λιτή στη δομή της και δημοκρατική στη λειτουργία της, για να προάγει τις αξίες μιας ανοιχτής-δημοκρατικής κοινωνίας, με σκοπό πάντα την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου. Αντίπαλοι στην προσπάθειά μας είναι η χαοτική νομοθεσία με την πολυνομία, την κακονομία, τις χρονοβόρες διαδικασίες που ταλαιπωρούν τους πολίτες, τη γνωστή γραφειοκρατία».

Με το παραπάνω απόσπασμα ξεκινά το σχετικό κεφάλαιο των Θέσεων. Με όσα έχουμε πει μέχρι τώρα γίνεται εύκολα κατανοητό τι κρύβεται πίσω από φράσεις όπως «εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου» και «διαδικασίες που ταλαιπωρούν τους πολίτες». Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, το «κοινωνικό σύνολο» δεν είναι ομοιογενές και κατ’ επέκταση δεν «εξυπηρετείται» με τον ίδιο τρόπο από το κράτος. Το γεγονός ότι στην οικονομία κυριαρχεί η αστική τάξη και οι επιδιώξεις της συνεπάγεται ότι και οι κρατικοί θεσμοί αυτής της κοινωνίας πρέπει να λειτουργούν με τρόπο που διευκολύνει καταρχάς την αστική τάξη.

Μόνο έχοντας αυτά κατά νου είναι δυνατό να κατανοηθούν τα φαινόμενα που στοχοποιούνται από τις Θέσεις (χαοτική νομοθεσία, πολυνομία, κακονομία, χρονοβόρες διαδικασίες, γραφειοκρατία). Έτσι, η νομοθετική θέσπιση των μισθών και συντάξεων εξαθλίωσης, η σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ και το όλο «θεάρεστο» έργο του αστικού κοινοβουλίου σε καμία περίπτωση δε θεωρούνται «κακονομία», αλλά το ακριβώς αντίθετο. Αντίθετα, στη γραφειοκρατία, τις χρονοβόρες διαδικασίες και τη χαοτική νομοθεσία εντάσσονται σίγουρα όλοι εκείνοι οι νόμοι που βάζουν κάποια –έστω– εμπόδια στην κυκλοφορία του κεφαλαίου (στην κατ’ ευφημισμόν «επιχειρηματικότητα»). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας σειράς νεολογισμών που έχουν εισβάλει στην καθημερινότητά μας, όπως fast track, one-shop-stop κλπ., που αποτελούν νομοθετικές πρωτοβουλίες άρσης αυτών των «κακονομιών» μέσω της επιτάχυνσης της δημιουργίας εταιριών και των επενδύσεών τους.

Αλλά για να μη μένουμε μόνο σε αυτά που θεσμοθετήθηκαν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις –και διατηρήθηκαν στο ακέραιο από την κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ– τα παραπάνω αποτυπώνονται τόσο στον πρόσφατα ψηφισθέντα Αναπτυξιακό Νόμο όσο και στο δημοσιονομικό κόφτη. Ο πρώτος προσφέρει μια σειρά φοροαπαλλαγές και κρατικό χρήμα στους καπιταλιστές, την ίδια στιγμή που η φορολεηλασία του λαϊκού εισοδήματος συνεχίζεται αμείωτη, ενώ από την ισχύ του δεύτερου εξαιρείται ρητά το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων, δηλαδή η κρατική στήριξη των καπιταλιστικών επενδύσεων την ίδια στιγμή που κρέμεται σα δαμόκλειος σπάθη πάνω από την περικοπή κοινωνικών υπηρεσιών και μισθών. Αυτό είναι το σύγχρονο αστικό κράτος που απαιτεί το κεφάλαιο. Το κράτος που στέκεται στο πλευρό της εξυπηρέτησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας χωρίς «γραφειοκρατίες», «πολυνομίες» και «χρονοβόρες διαδικασίες».

Φυσικά, από τα παραπάνω δεν απορρέει το συμπέρασμα ότι το αστικό κράτος δεν επιδιώκει τον εκσυγχρονισμό και τη μείωση της γραφειοκρατίας σε όλο το πλέγμα των υπηρεσιών του. Ειδικά το ελληνικό κράτος έχει σημαντική υστέρηση στο συγκεκριμένο τομέα και πράγματι οι αστικές κυβερνήσεις προσπαθούν να μειώσουν το χάσμα που χωρίζει τον τρόπο λειτουργίας του ελληνικού κράτους από τα περισσότερα αναπτυγμένα αστικά κράτη. Αυτό όμως δεν μπορεί να κρύβει τη βασική επιδίωξή του που απορρέει από τον αστικό του χαρακτήρα.

Ενδιαφέρον έχει όμως και η αναφορά του κειμένου των Θέσεων στην «ενίσχυση της αξιοκρατίας» και τη «μείωση του κομματικού εναγκαλισμού της δημόσιας διοίκησης». Τις προηγούμενες δεκαετίες στην Ελλάδα, η αστική εξουσία αξιοποιούσε σε μεγάλο βαθμό την άμεση εξαγορά από τα αστικά κόμματα μέσω ρουσφετιών και διορισμών στον κρατικό τομέα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες και τις επιδιώξεις του αστικού κράτους, γι’ αυτό και όλα τα αστικά κόμματα διατείνονται ότι θέλουν να το ανατρέψουν. Οι σύγχρονες ανάγκες λειτουργίας του αστικού κράτους, τόσο όσον αφορά τα πολύ πιο περιορισμένα δημοσιονομικά δεδομένα όσο και την πιο ενεργή στήριξη της «επιχειρηματικότητας» στις σημερινές σύνθετες συνθήκες στις οποίες αναφερθήκαμε, εμποδίζονται από αυτό το «βαρίδι», το οποίο, παρά το γεγονός ότι είναι πολύ μικρότερο από παλιότερα, δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Το σημερινό αστικό κράτος έχει ανάγκη από ικανούς και παράλληλα ιδεολογικά κερδισμένους υπαλλήλους, που θα είναι αφοσιωμένοι στην εξυπηρέτηση του συστήματος ανεξάρτητα από το ποιο κόμμα ψηφίζουν. Φυσικά τα αστικά κόμματα ταλαντεύονται όσον αφορά την ταχύτητα περάσματος σχετικών μέτρων, γιατί ενώ από τη μια κατανοούν την αναγκαιότητά τους για το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, από την άλλη βάζουν στο ζύγι τις δικές τους επιδιώξεις και τους δεσμούς με τμήμα των κρατικών υπαλλήλων που έχουν οικοδομήσει διαχρονικά μέσω του κράτους.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και αυτές οι εκσυγχρονιστικές επιδιώξεις δεν είναι χωρίς ταξικό πρόσημο. Η «αναδιοργάνωση ολόκληρης της διοίκησης», η «διαλειτουργικότητα μεταξύ των φορέων του Δημοσίου», η «εισαγωγή νέων διοικητικών και διαγνωστικών διαδικασιών» έχουν συγκεκριμένες συνέπειες τόσο στους εργαζόμενους στον κρατικό τομέα όσο και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, με χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Παιδείας και της Υγείας. Παράλληλα, στο πλαίσιο αυτών των επιδιώξεων και με βασικό όπλο τη λεγόμενη «αξιολόγηση», το αστικό κράτος επιχειρεί τόσο την αύξηση της πίεσης στους υπαλλήλους του για πειθάρχηση όσο και το περαιτέρω τσάκισμα των μισθολογικών και όχι μόνο δικαιωμάτων τους.

Οι προτάσεις του Α. Τσίπρα στην εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση μπορούν να ιδωθούν μόνο υπό το πρίσμα των παραπάνω. Για παράδειγμα, η πρόταση για «θεσμοθέτηση ενός Ειδικού γνωμοδοτικού οργάνου, αποτελούμενο αποκλειστικά από δικαστές των Ανώτατων Δικαστηρίων, που σε εξαιρετικές περιπτώσεις […] θα γνωμοδοτεί επί ψηφισμένου νομοσχεδίου εντός συντομότατης μάλιστα προθεσμίας» υπηρετεί την επιτάχυνση των διαδικασιών για τη συνταγματική έγκριση των αντιλαϊκών νόμων.

Τα παραπάνω ισχύουν για όλες τις βαθμίδες της αστικής κρατικής διοίκησης, συμπεριλαμβανομένης της Τοπικής Διοίκησης (στις Θέσεις ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί τον όρο «Τοπική Αυτοδιοίκηση»). Οι δήμοι και οι περιφέρειες δεν είναι –όπως ισχυρίζονται οι Θέσεις– ο «σημαντικότερος θεσμός της δημοκρατίας και της συμμετοχής», αλλά συστατικό μέρος του αστικού κράτους, συστατικό μέρος της ταξικής κυριαρχίας της αστικής τάξης επί της εργατικής. Ως μέρος του αστικού κράτους, η Τοπική Διοίκηση διαπνέεται από τις επιδιώξεις που ήδη αναφέραμε, λαμβάνοντας υπόψη φυσικά τον εσωτερικό καταμερισμό που υπάρχει μεταξύ των διάφορων βαθμίδων της κρατικής διοίκησης. Με άλλα λόγια, οι αλλαγές στην Τοπική Διοίκηση στοχεύουν στη βελτίωσή της ως περιφερειακού επιτελείου υποστήριξης της καπιταλιστικής δραστηριότητας.

Από τα παραπάνω απορρέει ότι ο στόχος της «μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης» που ευαγγελίζονται οι Θέσεις δεν είναι άλλος από το στόχο ενός πιο αποτελεσματικού κράτους στο πλευρό του κεφαλαίου.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ

 

«Η συστημική σύνδεση καπιταλισμού και διαφθοράς κάθε άλλο παρά αναιρεί την ανάγκη της μόνιμης πάλης για να διαλυθεί κάθε θύλακας διαφθοράς και να υπάρξουν θεσμοί για την καταπολέμησή της».

Το παραπάνω απόσπασμα των Θέσεων δημιουργεί στον αναγνώστη τουλάχιστον ερωτηματικά, όταν αναφέρεται από ένα κόμμα που διαχειρίζεται κυβερνητικά –και μάλιστα με πολύ αποτελεσματικό για το κεφάλαιο τρόπο– τον καπιταλισμό. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει στις Θέσεις την πάλη ενάντια στη διαφθορά ως στοιχείο της προσπάθειας σταδιακού μετασχηματισμού του κράτους με τελικό στόχο την υπέρβαση του καπιταλισμού…

Η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελεί μόνιμο προπαγανδιστικό μοτίβο όλων των αστικών κομμάτων. Αυτή η προπαγάνδα είναι πραγματικό πολυεργαλείο για τα αστικά κόμματα, υπηρετώντας πολλές επιδιώξεις. Καταρχάς στοχοποιείται ως πηγή των λαϊκών δεινών η διαφθορά, τα «λαμόγια» κλπ., με τις Θέσεις να χαρακτηρίζουν τη διαφθορά «κρισιογόνο στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας»19, αφήνοντας στο απυρόβλητο την επιδίωξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Κατά δεύτερο, η «περιπτωσιολογία» της διαφθοράς και των σκανδάλων αποτελεί πολύ βολικό έδαφος για την ενδοαστική πολιτική αντιπαράθεση, αφού αξιοποιείται για τη χάραξη πλαστών διαχωριστικών γραμμών. Ολόκληρο το κείμενο των Θέσεων είναι κατάσπαρτο με φράσεις όπως το «φθαρμένο και διεφθαρμένο καθεστώς», τα «κατεστημένα κόμματα» κλπ. Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση αξιοποιεί αυτήν την προπαγάνδα για να προωθήσει μια σειρά αλλαγές που την ευνοούν, με πιο χαρακτηριστική ίσως την προσπάθεια δημιουργίας πιο φιλικού προς αυτήν τηλεοπτικού πεδίου, αφήνοντας στο απυρόβλητο τη βασική πηγή διαφθοράς στα ΜΜΕ, την καπιταλιστική ιδιοκτησία.

Παράλληλα, βέβαια, με τις παραπάνω επιδιώξεις, η καταπολέμηση της διαφθοράς σε συγκεκριμένα πεδία του κρατικού τομέα που λειτουργούν ανασχετικά ως προς την «επιχειρηματικότητα» αποτελούν πράγματι στόχο του σύγχρονου αστικού κράτους. Επίσης, στα καθήκοντα του αστικού κράτους ως συλλογικού καπιταλιστή ανήκει και η προσπάθεια διασφάλισης «υγιών» όρων κεφαλαιοκρατικού ανταγωνισμού, αφού, όπως έχει αποδειχτεί πολλές φορές, η πρόσδεση τμημάτων του κρατικού μηχανισμού με συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα προκαλεί την έμπρακτη αντίδραση άλλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Φυσικά, το αστικό κράτος δεν μπορεί ποτέ να κόψει μια και διά παντός τους δεσμούς τμημάτων του με συγκεκριμένους καπιταλιστές. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε από τη συνεχή δημοσιοποίηση τέτοιων περιστατικών σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του καπιταλιστικού κόσμου, από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία μέχρι τα αφρικανικά κράτη.

Όσο κυριαρχεί στην παραγωγή το κριτήριο του καπιταλιστικού κέρδους, η προσπάθεια παράνομης επιδίωξής του θα αποτελεί πάντα το συμπλήρωμα της νόμιμης επιδίωξής του και της νομοθετικής δραστηριότητας υπέρ του. Όπως σημείωνε ο Μαρξ: «Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με δέκα τα εκατό κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού· με 20% γίνεται ζωηρό· με 50% γίνεται θετικά παράτολμο· με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους· με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνέψει να το διαπράξει…»20.

 

ΓΙΑ ΤΟ «ΘΕΣΜΙΚΑ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΟ ΚΡΑΤΟΣ ΩΣ ΑΡΩΓΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ»

 

Μέσα σε έναν ωκεανό ευφυολογημάτων, κενολογιών και αξιοποίησης οπορτουνιστικών αναφορών, οι Θέσεις περιέχουν και κάποια κομμάτια που αναδεικνύουν τις πραγματικές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, το «νέο παραγωγικό-αναπτυξιακό πρότυπο που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ […]  Χρησιμοποιεί το θεσμικά ανασυγκροτημένο κράτος ως αρωγό της ανασυγκρότησης, μοχλό ανάπτυξης και εγγυητή της ισονομίας για υγιή επιχειρηματικότητα, αντί να περιορίζει το ρόλο του στη δημιουργία “ευνοϊκού” επιχειρηματικού περιβάλλοντος».

Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι το «ανασυγκροτημένο κράτος» που οραματίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ δε φιλοδοξεί μόνο να δημιουργήσει το «ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον» –το οποίο άλλωστε διαφημίζουν τα κυβερνητικά στελέχη ανά τον κόσμο– αλλά και να ενισχύσει συγκριτικά με σήμερα το ρόλο του ως «αρωγού της ανασυγκρότησης» και ως «μοχλού ανάπτυξης και εγγυητή της ισονομίας για υγιή επιχειρηματικότητα».

Αυτή η «ανασυγκρότηση» όμως και η «ανάπτυξη» έχουν καπιταλιστικό, δηλαδή εκμεταλλευτικό, χαρακτήρα για τους εργαζόμενους. Αυτό είναι άλλωστε και το περιεχόμενο της πρόσφατης δήλωσης του υπουργού Οικονομίας, Γ. Σταθάκη: «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποσαφηνίσει ότι η ανάκαμψη της οικονομίας θα έρθει μέσα από ιδιωτικές επενδύσεις. Θα είναι ένας συνδυασμός με δημόσιες επενδύσεις (σ.σ.: οι οποίες έχουν το χαρακτήρα της κρατικής στήριξης των ιδιωτικών επενδύσεων), που αποτελούν ένα αναπόσπαστο κομμάτι, αλλά ο βασικός κορμός θα είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις».

 Εν κατακλείδι, ο λαός δεν έχει τίποτα καλό να περιμένει από τις προσαρμογές του αστικού κράτους. Τόσο αυτές όσο και η προπαγανδιστική τους αξιοποίηση έχουν ως στόχο την αύξηση της εκμετάλλευσής του προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα καλείται σε ετοιμότητα δράσης και αντεπίθεσης απέναντι σε όλες αυτές τις στοχεύσεις.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Όπως αναφέρεται στο άρθρο του Κ. Σκολαρίκου με τίτλο «Ιστορικά Διδάγματα: Η συμμετοχή του Ιταλικού ΚΚ στην κυβέρνηση του “ιστορικού συμβιβασμού”»: «Το 13ο Συνέδριο (1972) διακήρυξε πως η ένωση των κομμάτων της εργατικής τάξης (στα κόμματα της εργατικής τάξης συμπεριλαμβανόταν, κατά το ΙΚΚ, και το Σοσιαλιστικό) αποτελούσε αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για τις βαθιές αλλαγές που χρειαζόταν η Ιταλία. Έτσι, τροποποίησε την τοποθέτηση για το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα που το παρουσίαζε μέχρι τότε ως υπηρέτη των δυνάμεων της Αντίδρασης, των μονοπωλίων και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, εισάγοντας την αταξική λογική του “ιστορικού συμβιβασμού” κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών - χριστιανοδημοκρατών για το καλό της Ιταλίας». Περισσότερα για την πορεία των λεγόμενων «ευρωκομμουνιστικών» κομμάτων και των θεωρητικών-ιδεολογικών επεξεργασιών πάνω στις οποίες βασίστηκαν βλ. στο βιβλίο του Κ. Σκολαρίκου, «Ευρωκομμουνισμός», Θεωρία και στρατηγική υπέρ του Κεφαλαίου, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

2. «Το “ΚΚΕ (Εσωτ.)”, συγκροτούμενο σε συνθήκες δικτατορίας και υιοθετώντας μια πορεία πολλαπλών σταδίων προς το σοσιαλισμό, περιόρισε αρχικά τα αιτήματά του σε όσα αφορούσαν την αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας. Έτσι κι αλλιώς, θεωρούσε πως η αποκατάσταση της αστικής δημοκρατίας θα επέτρεπε την ειρηνική επικράτηση της αντιιμπεριαλιστικής δημοκρατικής επανάστασης, η οποία και θα “βάθαινε” ρεφορμιστικά τη δημοκρατία ως το σοσιαλισμό» (Κ. Σκολαρίκος, «Ευρωκομμουνισμός», Θεωρία και στρατηγική υπέρ του Κεφαλαίου, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 262).

3. Για να καταλάβουμε τι εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ όταν αναφέρεται στο σοσιαλισμό, αρκεί η διατύπωση των Θέσεων ότι το «νέο παραγωγικό-αναπτυξιακό πρότυπο που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ […] εδράζεται σε ένα πλουραλιστικό οικονομικό σύστημα που το συναπαρτίζουν ένας αναδιαρθρωμένος δημόσιος τομέας, ένας ιδιωτικός τομέας όπου κυριαρχούν οι σαφείς κανόνες και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και, όπως επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ, ένας νέος, εύρωστος τομέας κοινωνικής οικονομίας που επενδύει στις αρχές της αλληλεγγύης και της συνεργατικότητας».

4. Ν. Πουλαντζάς: «Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός», εκδ. «Θεμέλιο», Αθήνα, 1984, σελ. 372.

5. Ό.π., σελ. 184.

6. Όπως αναφέρει ο Πουλαντζάς, η προσέγγιση του σοσιαλισμού γίνεται μέσα από «μια πορεία ουσιαστικών ρήξεων, που το κορυφαίο σημείο τους […] βρίσκεται στην ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ των λαϊκών μαζών πάνω στο στρατηγικό έδαφος του Κράτους». «Μια φάση» –όπως χαρακτηρίζεται– αυτής της διαδικασίας είναι και «το να κερδηθεί η εκλογική πλειοψηφία», ό.π., σελ. 369.

7. Στις Θέσεις γίνεται αναφορά στο «αστικό κομματικό σύστημα» και φυσικά καμία αναφορά στο «αστικό πολιτικό σύστημα» ή στο «αστικό κράτος». Η συγκεκριμένη επιλογή λέξεων αποτυπώνει την άποψη ότι το πολιτικό σύστημα και το κράτος δεν είναι εξ ορισμού αστικά, αλλά η κατεύθυνσή τους εξαρτάται από το ποιος βρίσκεται στη διακυβέρνηση. Αντίθετα, το «κομματικό σύστημα» χαρακτηρίζεται αστικό με την έννοια της κυριαρχίας των «καθεστωτικών» –όπως χαρακτηρίζονται στις Θέσεις– κομμάτων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ και όχι φυσικά των κομμάτων που υπερασπίζονται τον καπιταλισμό, στα οποία ανήκει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

8. Ο Πουλαντζάς θεωρεί ότι σε αυτήν τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη για το κράτος «το καπιταλιστικό κράτος εξακολουθεί να θεωρείται απλό αντικείμενο ή εργαλείο, που το χειρίζεται κατά βούληση η αστική τάξη […] νοείται ως αρραγές μονολιθικό συγκρότημα». Ο ίδιος φυσικά θεωρεί ότι το αστικό κράτος δεν έχει καμία τέτοια «ταξική μονολιθικότητα», αλλά διαπερνάται από «ταξικές αντιφάσεις» που μπορούν να αξιοποιηθούν από την εργατική τάξη.

  9. Όπως αναφέρεται σε άρθρο στο «Βήμα της Κυριακής» (24 Ιούλη 2016) με τίτλο «Τα σχέδια Τσίπρα για το Σύνταγμα»: «Η διαδικασία της Αναθεώρησης, που θα ολοκληρωθεί παραμονές της συμπλήρωσης 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση, σημείο-σταθμό για το σύγχρονο ελληνικό κράτος, αναμένεται να αποτελέσει πεδίο συγκλίσεων και συνθέσεων, αλλά και συγκρούσεων, αφού το Σύνταγμα εκ των πραγμάτων είναι το βασικό θεσμικό πλαίσιο που θα προσδιορίσει το πολιτικό σύστημα στη μεταμνημονιακή Ελλάδα».

10. Το επίθετο «νέο» βλέπουμε ότι αποτελεί μόνιμο προπαγανδιστικό μοτίβο όλων των αστικών κομμάτων από τη «Νέα» Δημοκρατία μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ. Μπορούμε μάλιστα να είμαστε σίγουροι ότι, αν δεν είχε προλάβει το κόμμα της ΝΔ να ιδιοποιηθεί το σχετικό όνομα, ο ΣΥΡΙΖΑ σίγουρα θα περιλάμβανε στον τίτλο της συγκεκριμένης εκδήλωσης μαζί με όλα τα άλλα «νέα» και το σύνθημα «Νέα Δημοκρατία».

11. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι και στη γειτονική Ιταλία, που δυσκολεύεται να σταθεροποιηθεί σε φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει κηρυχτεί για το φθινόπωρο δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, με προτεινόμενη αλλαγή αυτή των σχέσεων μεταξύ Γερουσίας και Βουλής υπέρ της δεύτερης, με ρητά διακηρυγμένο στόχο τη μείωση του θεσμικού κινδύνου αδύναμων κυβερνήσεων.

12. Όπως σημειώνεται σε άρθρο της εφημερίδας «Το Ποντίκι» (7 Ιούλη 2016) με τίτλο «Το όπλο του (εκλογικού) νόμου»: «Οι δυνάμεις που από το 2010 μέχρι και σήμερα κυβερνούν τη χώρα [...] εξαντλούν το πολιτικό τους κεφάλαιο με ρυθμούς τόσο έντονους, που μόνο η δημιουργία ενός πλαισίου που επιβάλλει τη “συνεργασία” τους μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση του πολιτικού συστήματος. Και το όπλο για την εξασφάλιση αυτού του πολιτικού πλαισίου δεν είναι άλλο από τον εκλογικό νόμο».

13. Χαρακτηριστική σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η ακόλουθη δήλωση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παπαδημούλη στο Πρώτο Πρόγραμμα της ΕΡΑ: «Χρειάζεται να δούμε πώς θα κάνουμε τη δημοκρατία μας πιο λειτουργική και σύγχρονη, την οικονομία πιο ισχυρή, τη διοίκησή μας πιο αποτελεσματική […] Ο στόχος –κατά τη γνώμη μου– είναι οι χτεσινές προτάσεις να αποτελέσουν την αφετηρία, ώστε οι αλλαγές που τελικά θα συμφωνηθούν να έχουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Και θέλω να πιστεύω ότι σε αυτήν την προσπάθεια θα συνδράμουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ώστε αυτό που στο τέλος θα προκύψει να είναι όσο το δυνατόν καλύτερο». (Εφημερίδα «Ριζοσπάστης» 27 Ιούλη 2016).

14. Υπενθυμίζουμε επίσης ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αξιοποιήσει δύο φορές το μπόνους των 50 εδρών για την ανάδειξή του στη διακυβέρνηση.

15. Φυσικά, η αρχική επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν τα παραπάνω να ισχύσουν από τις επόμενες εκλογές, χωρίς να χάνουν την αξία τους όμως και για τις μεθεπόμενες, από τις οποίες θα μπει σε ισχύ ο νέος εκλογικός νόμος.

16. Φυσικά, πολλά από αυτά τα στοιχεία ισχύουν εν μέρει και για τις κοινοβουλευτικές εκλογές (π.χ. κήρυξη πρόωρων εκλογών σε περίοδο που «βολεύει» την κυβέρνηση που τις κηρύσσει, διαμόρφωση πλαστών διαχωριστικών γραμμών), ωστόσο σε αυτές κυριαρχεί η αντιπαράθεση μεταξύ των διάφορων κομμάτων.

17. Εφημερίδα «Real News», 13 Αυγούστου 2016. Παρεμπιπτόντως, η δήλωση αυτή, πέραν της ουσίας της, αναδεικνύει και τον ψευδή χαρακτήρα της διαχωριστικής γραμμής του κειμένου των Θέσεων μεταξύ (αστικής) δημοκρατίας και (οικονομικού και πολιτικού) φιλελευθερισμού, τα οποία μάλλον συμπληρωματικά είναι, παρά αντιθετικά.

18. Θανάσης Διαμαντόπουλος, «Δημοψηφισματικός φασισμός», εφημερίδα «Καθημερινή», 5 Ιούλη 2016.

19. Ο Α. Τσίπρας ανέφερε στην εκδήλωση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση: «Η οικονομική κρίση ήταν τελικά το αποτέλεσμα της ήττας της Μεταπολίτευσης. Όχι της κατίσχυσής της, όπως ισχυρίζονται σήμερα οι εκπρόσωποι του παλιού πολιτικού συστήματος, σε αγαστή συνεργασία και συμμαχία με την τεχνοκρατική ελίτ».

20. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. 1., εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 785 (υποσημ. 250).