ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Αυτή η κατάσταση –και νιώθω ότι έχω όχι απλά το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να το πω– είναι πολύ άσχημη, αν όχι τραγική. Προχωρώντας σε αυτήν την κρίση, είναι αυτονόητο ότι δεν αναφέρομαι στις ξεχωριστές επιτυχίες ή ελλείψεις, αλλά στο ρόλο που οφείλει να διαδραματίσει η φιλοσοφία στην κομμουνιστική αναμόρφωση του κόσμου.

Η γενική της επίδραση στα γεγονότα, στην ανάπτυξη των κοινωνικών και φυσικών επιστημών, είναι σχεδόν μηδενική. Τα παραπάνω ισχύουν φυσικά για τη μαρξιστική-λενινιστική φιλοσοφία, το «διαλεκτικό υλισμό», και όχι γενικά για τη φιλοσοφία, αφού «η φύση απεχθάνεται το κενό» κι έτσι, στο βαθμό που υποχωρεί η επιρροή του διαλεκτικού υλισμού, αυξάνεται η επιρροή των άλλων, αμέτρητων και πολύχρωμων σχολών και αντιλήψεων.

Στις φυσικές επιστήμες αναπτύσσεται ο νεοθετικισμός, δηλαδή εκείνη η «Λογική» που είναι καθαρισμένη από κάθε φιλοσοφική άποψη του κόσμου, η στενά εργαλειακά ερμηνευμένη «Λογική» (η μαθηματική Λογική). Και επειδή οι φυσικοί επιστήμονες όλο και πιο συχνά εκδράμουν στο πεδίο των πνευματικών-κοινωνικών προβλημάτων, το επιχειρούν αυτό χρησιμοποιώντας κυρίως ορολογία της κυβερνητικής («πληροφορία», «ανάδραση», «αποτελεσματικότητα», «βέλτιστο» κλπ.). Ακόμη και στις κοινωνικές επιστήμες αυτή η τάση είναι πολύ ισχυρή και εμφανίζεται αξιοποιώντας το βαρύγδουπο σύνθημα «της εισαγωγής των προοδευτικών μεθόδων των φυσικών επιστημών στις κοινωνικές επιστήμες».

Στις θεωρητικές επιστήμες απαντώνται κυρίως άλλα, οι ανθρωπολογικές-υπαρξιστικές κατασκευές. Εν μέρει αυτές μπορούν να νοηθούν ως κάποια αντίδραση στην κυβερνητική-μαθηματική επίθεση, ως προσπάθεια υπεράσπισης της «αδυναμίας αναγωγής» του ανθρώπου και όλων των συνδεδεμένων με αυτόν εννοιών στο επίπεδο της φυσικοεπιστημονικής, μαθηματικής «περιγραφής». Δυστυχώς, αυτή η τάση καταλήγει να έρχεται σε αντίθεση με τον «ορθολογισμό» γενικά (αφού η μαθηματική λογική αξιώνει για τον εαυτό της το μονοπώλιο της εκπροσώπησης του «επιστημονικού ορθολογισμού»), ενώ την ίδια στιγμή στέκεται με συμπάθεια απέναντι στις απόψεις του Σολόβιεφ1, του Μπερντιάγιεφ2, μέχρι και του ανοιχτού, αφηνιασμένου χριστιανισμού...

Όμως το πιο λυπηρό γεγονός είναι ότι η αληθινή υλιστική διαλεκτική εξαφανίστηκε από την πολιτική οικονομία και συνεχίζει να εξαφανίζεται. Αυτό είναι τώρα πραγματικά τραγικό. Είναι όμως γεγονός.

Θα μπορούσαμε προς το παρόν να παραβλέψουμε την παραπάνω κατάσταση στις φυσικές επιστήμες και σε πεδία όπως η γλωσσολογία και οι επιστήμες της λογοτεχνίας και των τεχνών. Στο κάτω-κάτω, το ζήτημα δεν εξαρτάται από αυτές. Από την πολιτική οικονομία, όμως, εξαρτώνται αν όχι τα πάντα, ωστόσο σίγουρα τα ουσιώδη και καθοριστικά.

Ωστόσο στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί –και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι το καταλαβαίνουν αυτό αρκετά καθαρά– ότι δε διαθέτουμε πολιτική οικονομία του σοσιαλισμού και δεν υπάρχει και ελπίδα να καλυφτεί αυτό το κενό, αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουν.

Στοιχειώδης αφέλεια, ακόμη και καθαρή άγνοια της μεθόδου σκέψης με τη βοήθεια της οποίας δημιουργήθηκε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ -  αυτές οι «αρετές» είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές για τους οικονομολόγους μας και κυρίως για τους πιο διακεκριμένους από αυτούς. Το γεγονός αυτό μπορεί εύκολα να αποδειχτεί από τα κείμενά τους.

Σε αυτά τα κείμενα, η μέθοδος του Μαρξ και του Λένιν αναγνωρίζεται από αυτούς (και μάλιστα εν μέρει χρησιμοποιείται) όταν πρόκειται για την κριτική ανάλυση της «δυτικής» οικονομίας. Η δυνατότητα εφαρμογής της στην ανάλυση της δικιάς μας οικονομίας πολλές φορές απορρίπτεται ακόμα και στην πιο γενική της μορφή, για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι στην πράξη –που είναι και το σημαντικότερο– δε «λειτουργεί» εδώ και καιρό.

Ως απόρροια αυτού του γεγονότος, γνωρίζουμε τη δομή και τις νομοτέλειες της οικονομίας των ΗΠΑ ή της ΟΔΓ καλύτερα από την «ανατομία και φυσιολογία» του ίδιου του δικού μας οικονομικού οργανισμού. Εδώ κυριαρχεί ο απόλυτος εμπειρισμός, η μέθοδος «trial and error» (δοκιμή και σφάλμα).

Στην επεξεργασία της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού δεν αξιοποιείται η υλιστική διαλεκτική όπως την εννοούσαν οι Μαρξ και Λένιν. Αυτό το γεγονός είναι τόσο προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να σπαταλήσουμε χρόνο για τη διεξοδική απόδειξή του.

Και κάτω από αυτές τις συνθήκες –πλήρης, απόλυτη και αμοιβαία αποξένωση ανάμεσα στην πολιτική οικονομία και τη φιλοσοφία– απουσιάζει η επιρροή της φιλοσοφίας στην πολιτική οικονομία, στη μέθοδο της σκέψης της.

Φυσικά, θα ήταν παράλογο να καταστήσουμε υπεύθυνη για τη σημερινή κατάσταση τη φιλοσοφία. Είναι το ίδιο ένοχη όσο κι όλοι οι υπόλοιποι. Και σε αυτό δεν αλλάζουν τίποτα οι εκκλήσεις προς τους θεωρητικούς άλλων επιστημών «να μελετούν τη φιλοσοφία», ούτε οι εκκλήσεις στους φιλοσόφους «να επεξεργάζονται τα επίκαιρα προβλήματα» που θα έπρεπε και θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους θεωρητικούς άλλων επιστημονικών πεδίων.

Εδώ δεν πρόκειται για την υποκειμενική επιθυμία ή απροθυμία να κάνει κάποιος κάτι. Πρόκειται για πολύ πιο σοβαρά πράγματα.

Από τη μεριά της φιλοσοφίας, η θλιβερή αυτή κατάσταση παρουσιάζεται στα μάτια μου ως εξής:

1. Το πρώτο που «βγάζει μάτι» –ακόμα και χωρίς καμία ιδιαίτερη ανάλυση– είναι η πλήρης και απόλυτη σύγχυση σχετικά με την αντίληψη του αντικειμένου της φιλοσοφίας ως ιδιαίτερης επιστήμης, με την αντίληψη του πεδίου των ιδιαίτερών της ζητημάτων. Με άλλα λόγια, επικρατεί πλήρης ασυμφωνία ως προς την κατανόηση του βασικού καθήκοντος, του θεμελιώδους ρόλου και λειτουργίας την οποία πρέπει να διαδραματίσει η φιλοσοφία στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας, παραμένοντας όμως φιλοσοφία.

Πλήρης ασάφεια επικρατεί και στο τι πρέπει να κάνει η φιλοσοφία ως φιλοσοφία κατά την κομμουνιστική οικοδόμηση, έτσι ώστε να είναι γενικά σε θέση να βοηθήσει τις άλλες επιστήμες και το Κόμμα.

Στην πράξη, ο όρος «φιλοσοφία» έχει μετατραπεί εδώ και αρκετό καιρό σε μια ονομασία που περιλαμβάνει την ενασχόληση με πολλά διαφορετικά πράγματα –τα οποία δεν έχουν απολύτως τίποτα κοινό μεταξύ τους– και η οποία εδώ και καιρό δεν έχει πια καμία σχέση με τη λενινιστική αντίληψη.

Και με τι δεν έχουν ασχοληθεί πια οι «φιλόσοφοί» μας!

Εκατοντάδες σελίδων δε θα αρκούσαν για να απαριθμήσουμε όλα τα θέματα και τα αντικείμενα που σήμερα ονομάζονται «φιλοσοφικά»: «Φιλοσοφικά προβλήματα της ιατρικής διαγνωστικής», «Φιλοσοφικά προβλήματα της κυβερνητικής», «Φιλοσοφικά προβλήματα της κβαντομηχανικής», «Φιλοσοφικά προβλήματα της θεωρίας της πληροφορίας», «Πνεύμα, τιμή και συνείδηση της εποχής μας», «Οι φιλοσοφικές απόψεις του Ταράς Σεφτσένκο3», «Περί αγάπης» κλπ.

Με μια πρώτη ματιά, όλα μοιάζουν μια χαρά: Οι φιλόσοφοι «βοηθούν» τους θεωρητικούς άλλων επιστημών, αναμιγνύονται ενεργά σε όλα, συνδέουν τη φιλοσοφία με την πρακτική, με τη ζωή. Με αυτά τα ωραία συνθήματα προχωρεί η παραπάνω κατάσταση.

Στην πραγματικότητα, ισχύει το ακριβώς αντίθετο.

Στην πραγματικότητα, το 95% –αν όχι περισσότερο– αυτών των εργασιών δεν αποτελεί λύση κάποιου «φιλοσοφικού προβλήματος», αλλά απλά μια εντελώς μέτρια και επιφανειακή προσέγγιση γενικών θεωρητικών προβλημάτων της διαγνωστικής, της κυβερνητικής, της φυσικής, της χημείας, της τρέχουσας πολιτικής, των μαθηματικών και των υπόλοιπων επιστημών –«φιλοσοφική επιχειρηματολογία» εξ αφορμής ζητημάτων αυτών των επιστημών.

Η φιλοσοφία με την κυριολεκτική της έννοια δεν υπάρχει σε αυτές τις εργασίες καθόλου και, όπου υπάρχει, αυτό γίνεται με τόσο επιφανειακό τρόπο, ώστε το 4ο κεφάλαιο του «Σύντομου Κύκλου Μαθημάτων»4 να μοιάζει με την κορυφή της σοφίας.

 Πρακτικά προκύπτει ότι η φιλοσοφία κατά 95% αποτελείται από επιφανειακή φυσική, από επιφανειακή ιστορία των πολιτικών θεωριών, από επιφανειακή τρέχουσα πολιτική κλπ.

Πρακτικά προκύπτει επίσης ότι ως «φιλοσοφικά» μπορούν να χαρακτηριστούν ανεξαιρέτως όλα τα θεωρητικά προβλήματα κάθε πιθανής επιστήμης και πρακτικής. Καθετί από αυτά μπορεί να χαρακτηριστεί ως «φιλοσοφικό».

Κι αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός: Η λενινιστική αντίληψη της φιλοσοφίας ως ιδιαίτερης επιστήμης (η διαλεκτική ως λογική και γνωσιοθεωρία) διαχέεται στο απέραντο πέλαγος των μεθοδολογικών προβλημάτων των επιμέρους επιστημών. Διαχέεται στο πέλαγος των προβλημάτων που θα έπρεπε να επιλύσουν μόνες τους οι σχετικές επιστήμες (και τα οποία πράγματι επιλύουν και δε θα μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς!), και πράγματι τα επιλύουν σε επαγγελματικό επίπεδο.

Οι «φιλόσοφοι» όμως λύνουν τα ίδια προβλήματα, αλλά σε ερασιτεχνικό επίπεδο.

Στο τέλος οι φυσικοί, οι μαθηματικοί, οι γιατροί καταλήγουν να κοροϊδεύουν τη «φιλοσοφία», η οποία προσπαθεί αντί γι’ αυτούς και πριν από αυτούς να λύσει τα δικά τους προβλήματα, ενώ ονομάζει τις εργασίες της «φιλοσοφικές»...

Γι’ αυτό, στα μάτια των φυσικών επιστημόνων, η λέξη «φιλοσοφία» έχει καταστεί συνώνυμη της επιφανειακής και ερασιτεχνικής προσέγγισης των ίδιων προβλημάτων τα οποία οι φυσικοί επιστήμονες επιλύουν σε επαγγελματικό επίπεδο. Στην πράξη αυτό σημαίνει το εξής: Η μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη της φιλοσοφίας (του ιδιαίτερου αντικειμένου της εργασίας της) αντικαταστάθηκε σταδιακά από μια καθαρά θετικιστική ερμηνεία.

Στην πράξη –αν και αυτό αποφεύγεται να ομολογείται στη γενική του μορφή– η φιλοσοφία γίνεται όλο και πιο απλοϊκή και μετατρέπεται σε «άθροισμα των πιο γενικών συμπερασμάτων των θετικών επιστημών».

Μια τέτοια «φιλοσοφία» δεν την θέλουν, ούτε και πρόκειται ποτέ να την μελετήσουν οι φυσικοί επιστήμονες –όσο κι αν θέλουν να τους το επιβάλουν, όσο κι αν τους κάνουν έκκληση να την μελετούν. Κι έχουν δίκιο. Γιατί αυτοί πράγματι στέκονται «ψηλότερα» από μια τέτοια φιλοσοφία. Από μια τέτοια «φιλοσοφία» δεν έχουν τίποτα να διδαχτούν. Κι αυτό, γιατί αυτή περιγράφει απλά, αφηγείται «σε γενική μορφή» τις ίδιες μεθόδους σκέψης τις οποίες οι φυσικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν με πολύ λαμπρό τρόπο ακόμα και χωρίς τη φιλοσοφία. Γιατί αυτή επαναλαμβάνει απλά με αφηρημένη ορολογία τα ίδια που λένε και οι φυσικές επιστήμες. Δηλαδή σέρνεται δουλικά πίσω από την ουρά των επιμέρους επιστημών.

Αυτό συμβαίνει αναπόφευκτα όταν η επεξεργασία της ίδιας της φιλοσοφίας (φυσικά με το συνυπολογισμό όσων συμβαίνουν στις άλλες επιστήμες) αντικαθίσταται από την «επεξεργασία των μεθοδολογικών προβλημάτων των άλλων επιστημών». Ωστόσο ακριβώς σε αυτήν την κατεύθυνση παρακινούσε η διάλεξη του συντρόφου Ιλιτσιόφ5 («Μεθοδολογικά προβλήματα των επιστημών», Ακαδημία των Επιστημών της ΕΣΣΔ, 1964). Αυτός επικύρωσε απλά και άκριτα, στο όνομα του Κόμματος, την υπάρχουσα σύγχυση –η οποία υπήρχε πολύ πριν τη διάλεξη αυτή– ως προς την αντίληψη της ουσίας και του αντικειμένου της φιλοσοφίας ως επιστήμης.

Η επίκληση της «ανάμιξης» των «φιλοσόφων» στις άλλες επιστήμες, της επίλυσης των μεθοδολογικών προβλημάτων των άλλων επιστημών, θα είχε βάση μόνο στην ειδική περίπτωση που η ίδια η φιλοσοφία βρισκόταν σε ένα σύγχρονο επίπεδο – στο επίπεδο που είχαν κατακτήσει οι Μαρξ και Λένιν.

Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα.

Και γι’ αυτό η ανάμιξη της φιλοσοφίας στα μεθοδολογικά προβλήματα άλλων επιστημών αποδεικνύεται στην πράξη απόπειρα που δε διαθέτει τα κατάλληλα μέσα.

Πριν κάνει κανείς έκκληση στη φιλοσοφία να εμπλακεί σε μια τέτοια επίθεση στη μεθοδολογία άλλων επιστημών, πριν κάνει έκκληση στην «εφαρμογή» της φιλοσοφίας σε άλλες επιστήμες, «στη ζωή», πρέπει πρώτα να εξετάσει επιμελώς το εξής: Υπάρχει κάτι σε αυτήν που θα μπορούσε να «εφαρμοστεί»; Έχει φτάσει η επεξεργασία της δικής της θεωρίας σε ένα αρκετά συγκεκριμένο βαθμό; Αξιοποιείται η διαλεκτική ως Λογική και γνωσιοθεωρία του σύγχρονου υλισμού (Λένιν);

Όχι, όχι και πάλι όχι!

Υπάρχει σύγχυση, έχουν γίνει όλα ένας χυλός. Αλλά από την εφαρμογή αυτού του χυλού σε άλλες επιστήμες, αυτές οι «άλλες επιστήμες» δεν μπορούν να ενισχυθούν.

Στην καλύτερη περίπτωση, μια τέτοια εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα τη μη κριτική γενίκευση (δηλαδή απλά μια περιττή αφηρημένη περιγραφή) αυτού που υπάρχει, την περιγραφή της «Λογικής» την οποία κάθε επιστήμονας έτσι κι αλλιώς ασκεί συνειδητά.

Κι αυτό, στην καλύτερη περίπτωση. Και σε αυτήν την «καλύτερη» περίπτωση προκύπτει η ίδια Λογική η οποία έχει συστηματοποιηθεί εδώ και καιρό από τους νεοθετικιστές, η αποκαλούμενη «Λογική της σύγχρονης επιστήμης», η σχολαστική –δηλαδή αυτή που την υψώνουν στο βαθμό της «μοναδικής σύγχρονης»– μαθηματική λογική.

Σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει η διαλεκτική Λογική του Μαρξ και του Λένιν. Γιατί μέχρι αυτήν, μέχρι τη συνειδητή εφαρμογή της, δεν έχει φτάσει ακόμα η «σύγχρονη επιστήμη», δεν έχει κατακτήσει ακόμα αυτό το επίπεδο.

Πολλοί φιλόσοφοι –στην προσπάθειά τους να κολακέψουν τη σύγχρονη επιστήμη– αποδεικνύουν ότι αυτή έχει δήθεν εδώ και καιρό ξεπεράσει τη διαλεκτική λογική. Από αυτό απορρέει μόνο ένα συμπέρασμα: Για τη «σύγχρονη επιστήμη» δεν αξίζει τίποτα η γνώση της διαλεκτικής (ως Λογικής και γνωσιοθεωρίας) και δεν της προσφέρει τίποτα.

Αντίθετα, η «διαλεκτική λογική» πρέπει να γνωρίσει την τυπική-μαθηματική λογική, η ίδια η διαλεκτική πρέπει να μεταρρυθμιστεί, να εκμοντερνιστεί στη βάση εκείνων των αρχών που έχουν θεμελιώσει οι κλασικοί της «σύγχρονης Λογικής», δηλαδή ο Ρ. Καρνάπ, ο Λ. Βιτγκενστάιν, ο Ράιχενμπαχ, ο Αγιέρ και άλλοι προφήτες του νεοθετικισμού, της «λογικής της σύγχρονης επιστήμης».6

Όμως η λογική κληρονομιά του Σπινόζα και του Λάιμπνιτς, του Καντ και του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λένιν είναι «απαρχαιωμένη χεγκελιανή σαβούρα».7 Είναι το παρελθόν της Λογικής. Είναι μια Λογική που δεν αντιστοιχεί στο σύγχρονο επίπεδο των φυσικών επιστημών.

Και αυτό δεν είναι –δυστυχώς– καμία ανακάλυψη.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόγραμμα σπουδών με το οποίο η Φιλοσοφική Σχολή του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας (ΚΠΜ) –το βασικό «σιδηρουργείο» στο οποίο ατσαλώνονται τα φιλοσοφικά στελέχη– εκπαιδεύει αυτά τα στελέχη.

Ωστόσο αυτό δεν είναι μόνο θλιβερό, αλλά είναι και τρομακτικό. Γεγονός είναι ότι το Τμήμα του Διαλεκτικού Υλισμού (που παρεμπιπτόντως είναι και το Τμήμα με το μικρότερο αριθμό συνεργατών στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας των Επιστημών της ΕΣΣΔ) δεν μπόρεσε να βρει την τελευταία δεκαετία ούτε έναν απόφοιτο που όχι μόνο να μπορεί επαγγελματικά, αλλά και να έχει την επιθυμία να εργαστεί στο πεδίο της υλιστικής διαλεκτικής.

Αυτοί οι απόφοιτοι απλά δυσανασχετούσαν όταν τους γινόταν η πρόταση να εργαστούν στο πεδίο της διαλεκτικής ως Λογικής και γνωσιοθεωρίας του μαρξισμού (Πω, πω! Χεγκελιανισμός! Άλλο πράγμα η «λογική της σύγχρονης επιστήμης»! Άλλο πράγμα η μαθηματική λογική, η κυβερνητική!).

Έτσι λοιπόν, προτού κανείς προτρέψει τους φιλοσόφους στην ενεργή ανάμιξη σε άλλες επιστήμες –στα «μεθοδολογικά προβλήματα των φυσικών επιστημών», «της ζωής και της πράξης»– πρέπει πρώτα να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο στο εσωτερικό της φιλοσοφίας.

Πρέπει να τερματιστεί η σύγχυση σχετικά με την αντίληψη της πραγματικής φύσης της φιλοσοφίας ως ιδιαίτερης επιστήμης, πρέπει να τακτοποιηθούν οι δικές της θεωρητικές αποσκευές, πρέπει να αποκατασταθούν πλήρως οι λενινιστικές αρχές στο πεδίο της φιλοσοφίας. Να αποκατασταθεί το λενινιστικό επίπεδο κουλτούρας και επαγγελματισμού της φιλοσοφίας.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι εκκλήσεις «για την επεξεργασία των επίκαιρων μεθοδολογικών προβλημάτων της σύγχρονης επιστήμης και πρακτικής» δε θα οδηγήσουν σε τίποτε καλό. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φιλοσοφία θα συνεχίσει να υπάρχει στο επίπεδο που αποτυπώνεται στη φράση: «Φιλοσοφικά ζητήματα του εμπορίου πεπονιού στις μεγαλουπόλεις».

Κατά κύριο λόγο πρόκειται για την αποκατάσταση της λενινιστικής αντίληψης για το αντικείμενο της φιλοσοφίας ως ιδιαίτερης επιστήμης –της κατανόησης του χαρακτήρα της διαλεκτικής ως λογικής και γνωσιοθεωρίας του σύγχρονου υλισμού.

Εδώ, είναι σαφή τα όρια που χωρίζουν τη φιλοσοφία ως επιστήμη από την ψευδοεπιστημονική κενολογία με αφορμή τις φυσικές επιστήμες, την πολιτική και την πρακτική γενικά, με την οποία δυστυχώς ασχολείται σήμερα η φιλοσοφία στις 95 από τις 100 περιπτώσεις.

Εδώ δεν περιλαμβάνονται ούτε «το εμπόριο πεπονιού», ούτε «η αγάπη», ούτε «η πληροφορία», ούτε «οι κοινωνιολογικές αναλύσεις του Σβερντλόφσκ για το πολιτισμικό επίπεδο των εργατών», ούτε «το ζήτημα της ανισοτροπίας του χώρου».

Οι φιλόσοφοι θα πρέπει να ασχολούνται κυρίως με τη φιλοσοφία. Μόνο αφού κατακτηθεί αυτό και μόνο πάνω σε αυτήν τη βάση θα μπορούν να αρθρώσουν φιλοσοφικά επεξεργασμένες συμβουλές –ακόμη και σχετικά με το εμπόριο πεπονιού, αν προκύψει η ανάγκη, αν ο ίδιος ο πωλητής πεπονιών μπερδευτεί κάπου και ο «φιλόσοφος» γνωρίζει καθαρά σε τι συνίσταται το μπέρδεμα.

Σήμερα, όμως, ο «νεοτερισμός» στη φιλοσοφία κατανοείται κυρίως ως επιδίωξη εκσυγχρονισμού της φιλοσοφίας μέσω της εφαρμογής της στις «νεότατες κατακτήσεις» των μαθηματικών, της κυβερνητικής, της πολιτικής οικονομίας του σοσιαλισμού κλπ., δηλαδή σε πεδία που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα ως το επίπεδο της πραγματικής διαλεκτικής.

Κι επειδή όλα αυτά συμβαίνουν κατά κανόνα στο έδαφος της σαθρής γνώσης της φιλοσοφίας των Μαρξ και Λένιν, αυτό οδηγεί κατευθείαν στη θετικιστική διαστρέβλωση της φιλοσοφίας.

Η «Φιλοσοφική Εγκυκλοπαίδεια», με όλους τους τόμους της, έχει μετατραπεί δυστυχώς στο πιο καθαρό παράδειγμα για την κατανόηση αυτής της εξέλιξης.

Η φιλοσοφία με την κυριολεκτική της έννοια παρουσιάζεται όλο και λιγότερο στο έργο αυτό –στον 3ο και τον 4ο τόμο η μαθηματική λογική καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο (σχεδόν το διπλάσιο!) από αυτόν που καταλαμβάνουν αθροιστικά ο Diamat (διαλεκτικός υλισμός) και ο Histmat (ιστορικός υλισμός).8

 Αυτό είναι ένα γεγονός το οποίο ως πρώην συντάκτης της «Φιλοσοφικής Εγκυκλοπαίδειας» οφείλω να αποδείξω. Στον 3ο τόμο προβλέπονταν 800.000 (σ.μ. τυπογραφικά) στοιχεία για τη μαθηματική Λογική, ενώ μόλις 600.000 για τον Diamat και τον Histmat μαζί. Και δεν είναι μόνο αυτό· το κομμάτι της μαθηματικής Λογικής συνεχώς μεγάλωνε σε βάρος της έκτασης του αντίστοιχου για το διαλεκτικό υλισμό. Γι’ αυτόν το λόγο χρειάστηκε, αφού εξέφρασα την επίσημη διαμαρτυρία μου στο συγκεκριμένο ζήτημα, να αποχωρήσω από τη Σύνταξη. Στον 4ο τόμο η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη.

 

2. Το βασικό κακό της σημερινής κατάστασης της φιλοσοφίας είναι η κατάσταση της εκπαίδευσης των στελεχών. Και αυτό ισχύει πρώτα απ’ όλα για τη Φιλοσοφική Σχολή του ΚΠΜ.

Τα τελευταία 10 χρόνια δεν προέκυψε από αυτήν τη Σχολή, ούτε ένας ειδικός στο διαλεκτικό υλισμό. Ο διευθυντής της Σχολής Β. Σ. Μολοντσόφ προσανατόλισε την πανεπιστημιακή έδρα «Diamat» άμεσα και συνειδητά στην κατεύθυνση της επεξεργασίας «φιλοσοφικών», και αυτό σημαίνει «μεθοδολογικών ζητημάτων των σύγχρονων φυσικών επιστημών». Ο Μολοντσόφ έχει εξηγήσει επανειλημμένα δημόσια ότι, όσον αφορά την επεξεργασία της «καθαυτό διαλεκτικής», έχουν γίνει ήδη τα πάντα, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει κάτι άλλο. Τώρα πρέπει τάχα να προχωρήσουμε τις συζητήσεις μας από την «καθαυτό διαλεκτική» στη «διαλεκτική των σύγχρονων φυσικών επιστημών» και στη «διαλεκτική της σύγχρονης Λογικής».

Αυτό σημαίνει γι’ αυτόν «εφαρμογή της διαλεκτικής» στη «φύση» και στη «σκέψη».

Πρακτικά –και αυτό μπορώ να το αναλύσω σε βάθος– αυτό οδηγεί στην άποψη ότι η «καθαυτό διαλεκτική» παραμένει στο επίπεδο του 4ου κεφαλαίου του «Σύντομου Κύκλου Μαθημάτων», ενώ η ανάπτυξή της προσδιορίζεται ολοκληρωτικά ως η συμπλήρωση των θεωρητικών αποσκευών του 4ου κεφαλαίου με τις έννοιες των επιμέρους «σύγχρονων φυσικών επιστημών».

4ο κεφάλαιο + έννοιες όπως «πληροφορία», «ανάδραση», «γενετικός κώδικας», «ανισοτροπία» κ.ά.: Αυτό είναι, κατά τον Μολοντσόφ, το πλήρες περιεχόμενο της «διαλεκτικής της φύσης».

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι ένας τέτοιος Diamat –ο οποίος προσωποποιείται σε καθηγητές όπως ο Μολοντσόφ, ο Καζάριν κ.ά.– «εμβολιάζει» τους φοιτητές για ολόκληρη τη ζωή τους με μια ειρωνική σχέση προς την καθαυτή φιλοσοφία.

Κανένας κάπως προικισμένος φοιτητής της Σχολής δεν πηγαίνει πια στην πανεπιστημιακή έδρα «Diamat». Από την άλλη μεριά, ο Μολοντσόφ έχει «εκμισθώσει» ολόκληρο το ζήτημα της διαλεκτικής της σκέψης στην έδρα της Λογικής.

Και η έδρα της Λογικής (με κάτοχό της τον Ι. Σ. Νάρσκι) έχει περιοριστεί αποκλειστικά στο πεδίο της τυπικής-μαθηματικής λογικής.

Εδώ, η «διαλεκτική ως Λογική» κατανοείται αποκλειστικά ως διαλεκτικο-υλιστική ιδιοποίηση των επιτευγμάτων της σύγχρονης Λογικής, δηλαδή της τυπικής-μαθηματικής λογικής των Κολμογκόροφ, Μαρκόφ, Κάρναπ, Σλικ κ.ά.

Όσον αφορά την ιδέα της «διαλεκτικής ως Λογικής», χλευάζεται άμεσα και δημόσια από αυτήν την έδρα στις διαλέξεις, τα σεμινάρια, τις εισηγήσεις, τις δημοσιεύσεις της. Αυτή η ιδέα παρουσιάζεται ως «απαρχαιωμένος χεγκελιανισμός», «μυστικισμός» και άλλες ευγενικές λεξούλες. Και αν ο Λένιν προσανατόλισε τους φιλοσόφους, όπως λέγεται, στην επεξεργασία της διαλεκτικής λογικής (της διαλεκτικής ως Λογικής), τότε αυτό το έκανε μόνο και μόνο επειδή «δε γνώριζε ακόμα τη σύγχρονη Λογική», τα «επιτεύγματά» της, επειδή ακόμα και αυτός ο ίδιος βρισκόταν ακόμη «υπό τη σαγήνη των χεγκελιανών αντιλήψεων για τη φιλοσοφία και τη λογική» κλπ.

Αν η Σχολή συνεχίσει να διαμορφώνει στους φοιτητές τέτοιες αντιλήψεις για τη φιλοσοφία, τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι μετά από 10-15 χρόνια δε θα έχει απομείνει πια κανείς στη χώρα που να ασχολείται με τη φιλοσοφία με τη μαρξιστική και λενινιστική της έννοια.

Ήδη είναι πάρα πολύ λίγοι αυτοί που ασχολούνται αποκλειστικά με την «ιστορία της διαλεκτικής» –ο Ρόζενταλ, ο Σιτκόφσκι, ο Κέντροφ και άλλη μία «νεολαιίστικη» ομάδα 30-45χρονων στον τομέα «διαλεκτικός υλισμός» του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας. Αυτοί είναι όλοι κι όλοι.

Σε 10 με 15 χρόνια αυτοί δε θα υπάρχουν. Κι επόμενη φουρνιά μελετητών δεν υπάρχει.

Η προκείμενη κατάσταση απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων. Και αυτά είναι μόλις δύο:

• Αποκατάσταση της λενινιστικής αντίληψης για τη φιλοσοφία ως ιδιαίτερης επιστήμης –η υλιστική διαλεκτική ως Λογική και γνωσιοθεωρία του σύγχρονου υλισμού. Πρέπει να ξεκαθαριστεί με τι πρέπει –σύμφωνα με τον Λένιν– ν’ ασχολείται η φιλοσοφία ως ιδιαίτερη επιστήμη, έτσι ώστε να μη μετατρέπεται σε χυλό, να μη διαχέεται στα θολά νερά των «μεθοδολογικών ζητημάτων του παρόντος».

• Ριζική αναμόρφωση της φιλοσοφικής εκπαίδευσης. Πριν να είναι πολύ αργά, πρέπει να μαζέψουμε όλους τους εναπομείναντες Diamatschiks (μελετητές του διαλεκτικού υλισμού), να περιφρουρήσουμε τη δυνατότητά τους να εκπαιδεύσουν τους αντικαταστάτες τους. Ο Diamat πρέπει να συνδεθεί κυρίως με την ιστορία της φιλοσοφίας, δηλαδή με την επαγγελματική φιλοσοφική παιδεία, με εκείνες τις φιλοσοφικές παραδόσεις με βάση τις οποίες επεξεργάστηκαν τη φιλοσοφία ο Κ. Μαρξ και ο Β. Ι. Λένιν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

*  Γράμμα του Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ στην ΚΕ του ΚΚΣΕ. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 2006, στο τεύχος 1-06 του γερμανικού περιοδικού «Marxistische Blätter», σελ. 80-85. Όπως μας πληροφορεί ο επιμελητής της έκδοσης A. Maidansky, η ιστορία αυτού του γράμματος αποτελεί μέχρι και σήμερα γρίφο. Για πολλά χρόνια βρισκόταν στο προσωπικό αρχείο του S. Mareev, μαθητή του Ιλιένκοφ. Συγκεκριμένες πληροφορίες όμως για τη χρονολογία συγγραφής του γράμματος δεν κατέχει ούτε ο ίδιος ο Mareev, ούτε κάποιος από τους φίλους ή μαθητές του Ιλιένκοφ. Από το περιεχόμενό του μπορούμε να συμπεράνουμε ότι γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, καθώς υπάρχει αναφορά στο 2ο τόμο της «Φιλοσοφικής Εγκυκλοπαίδειας», που εμφανίστηκε στο β΄ εξάμηνο του 1967.

1. Ο Βλαντιμίρ Σεργκέγεβιτς Σολόβιεφ (1853-1900) ήταν Ρώσος θρησκευτικός φιλόσοφος, ποιητής, δημοσιολόγος και κριτικός.

2. Ο Νικολάι Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγιεφ (1874-1948) ήταν Ρώσος θρησκευτικός φιλόσοφος και μυστικιστής.

3. Ο Ταράς Γκριγόροβιτς Σεβτσένκο (1814-1861) ήταν Ουκρανός ποιητής και καλλιτέχνης.

4. Για το «Σύντομο Κύκλο Μαθημάτων» και το 4ο κεφάλαιό του, βλ. Δημήτρη Κοιλάκου: «Ο Ε. Β. Ιλιένκοφ και η σοβιετική φιλοσοφία», ΚΟΜΕΠ, τ.5/2016.

5. Ο Λεονίντ Φιοντόροβιτς Ιλιτσιόφ (1906-1990) ήταν εκείνη την εποχή Ιδεολογικός Υπεύθυνος της ΚΕ του ΚΚΣΕ.

6. Οι φιλόσοφοι που αναφέρονται εδώ είναι εμβληματικές μορφές του φιλοσοφικού ρεύματος του λογικού θετικισμού (νεοθετικισμού). Ο Ρ. Καρνάπ (1891-1970) ήταν Γερμανός φιλόσοφος που ανήκε στο λεγόμενο «Κύκλο της Βιέννης» και εργάστηκε σε Ευρώπη και ΗΠΑ. Ο Λ. Βιτγκενστάιν (1889-1951) ήταν Αυστριακός φιλόσοφος. Ο Χ. Ράιχενμπαχ (1891-1953) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ένας εκ των ιδρυτών του λεγόμενου «Κύκλου του Βερολίνου». Ο Α. Τ. Αγιέρ (1910-1989) ήταν Βρετανός φιλόσοφος.

7. Ο Μ. Σπινόζα (1632-1677) ήταν Ολλανδός φιλόσοφος. Ο Γ. Β. Λάιμπνιτς (1646-1716) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός, ιστορικός και βιβλιοθηκονόμος. Ο Ι. Καντ (1724-1804) ήταν Γερμανός φιλόσοφος. Ο Γ. Β. Φ. Χέγκελ (1770-1831) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ο κύριος εκπρόσωπος του γερμανικού ιδεαλισμού.

8. Οι συντομογραφίες Diamat και Histmat δε χρησιμοποιούνταν μόνο υποτιμητικά από τους δυτικούς φιλοσόφους για την επίσημη σοβιετική φιλοσοφία, αλλά λόγω της συντομίας τους χρησιμοποιούνταν και από τους ίδιους τους Σοβιετικούς φιλοσόφους.