ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ ΣΤΟ ΤΡΙΚΕΡΙ

Στην πορεία γιορτασμού για τα 100 χρόνια του Κόμματος ξεδιπλώνεται πολύμορφη και σημαντική δραστηριότητα από την Κεντρική Επιτροπή και τις Οργανώσεις του Κόμματος απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΚΕ αποφάσισε για τη χρονιά 2016 τη διοργάνωση εκδήλωσης τιμής στις αλύγιστες της ταξικής πάλης - εξόριστες γυναίκες στο νησί Τρίκερι του Νομού Μαγνησίας, στη Θεσσαλία. Τη διοργάνωση της εκδήλωσης ανέλαβε η ΚΟ Θεσσαλίας, με τη στήριξη του Τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής για την Ισοτιμία και τη Χειραφέτηση των Γυναικών.

Με αφορμή αυτήν την εκδήλωση, μπορούμε να συγκεντρώσουμε πολιτική-οργανωτική πείρα για τη δουλειά μας μπροστά σε άλλες εκδηλώσεις. Η προετοιμασία ιστορικών εκδηλώσεων έχει πολλές πλευρές, όπως οργάνωση του περιεχομένου, αξιοποίηση μορφών προβολής του μηνύματος, συνεργασία και εμπλοκή διάφορων καθοδηγητικών επιπέδων και κρίκων. Σε όλα αυτά τα πεδία αντλούνται σημαντικά συμπεράσματα από την εμπειρία της διοργάνωσης της εκδήλωσης στο Τρίκερι.

 

Η παραπάνω εμπειρία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν συνυπολογίσουμε ότι πρόκειται για έναν τομέα της κομμουνιστικής δουλειάς στην οποία συχνά δυσκολευόμαστε. Αυτή η δυσκολία δεν απορρέει απαραίτητα από πρόθεση ή από λαθεμένη λογική, αλλά κύρια επειδή βαραίνει η συνήθεια στο πώς συλλογικά δουλεύουμε τέτοιες πλευρές. Επίσης, συχνά υποτιμάμε τη δυνατότητα να εξάγουμε σωστά πολιτικά συμπεράσματα από τον τρόπο της δουλειάς μας σε ζητήματα που δεν είναι «καθημερινά», όπως τέτοιες μορφές ιδεολογικοπολιτικής παρέμβασης.

Με βάση τα παραπάνω, έχει ιδιαίτερη αξία μια εκδήλωση να γίνεται αντικείμενο συζήτησης σε όλους τους οργανωτικούς κρίκους που εμπλέκονται, κύρια και πρώτα στα καθοδηγητικά όργανα του Κόμματος και της ΚΝΕ, απ’ τη σκοπιά τόσο της γενικής όσο και της πιο ειδικής ευθύνης τους. Η «ειδική» δουλειά που απαιτείται και για τέτοια ζητήματα μπορεί με τη σωστή-συλλογική συζήτηση να οδηγήσει σε μια κάποιου βαθμού γενίκευση. Διαφορετικά, όταν μένουμε μόνο στην ατομική ή στη μερική-συλλογική πείρα, χάνεται το γενικό που ίσως είναι αξιοποιήσιμο και σε άλλες πλευρές της δουλειάς μας. Ο στόχος αυτής της έκθεσης είναι να συμβάλει σε μια κάποιου βαθμού γενίκευση της σχετικής πείρας.

 

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

 Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνη και περιλάμβανε κεντρική πολιτική ομιλία από τη σ. Ελένη Μπέλλου, μέλος του ΠΓ της ΚΕ, αποκαλυπτήρια του Μνημείου της ΚΕ που φιλοτεχνήθηκε από κομματικά μέλη και φίλους του Κόμματος (αρχιτέκτονες, μαρμαράδες, οικοδόμους), θεατρική παράσταση που φτιάχτηκε από ομάδα δουλειάς στη Θεσσαλία και έκθεση φωτογραφίας με αρχειακό υλικό του Κόμματος που στήθηκε σε μορφή εικόνας σε 10 ταμπλό.

Πέραν των παραπάνω, στο πλαίσιο της εκδήλωσης οργανώθηκαν και δύο ξεναγήσεις σε όλη την έκταση του νησιού και συγκεκριμένα στο Μοναστήρι και στην παραλία όπου βρίσκονταν τα στρατόπεδα των εξόριστων γυναικών, τα μαγειρεία, το θέατρό τους και όλες οι υποδομές που προσπάθησαν να φτιάξουν για να ζήσουν (η ξενάγηση περιλάμβανε και το σημείο όπου παλιότερα βρίσκονταν στρατόπεδα αντρών εξόριστων). Νωρίτερα, είχαμε σηματοδοτήσει αυτούς τους χώρους με πινακίδες, έτσι ώστε να μαθαίνουν και οι μελλοντικοί επισκέπτες του νησιού τι υπήρξε εκεί.

Η εκδήλωση είχε θετική συμβολή στην παρέμβαση της Κομματικής Οργάνωσης, τόσο από την πλευρά της συμμετοχής-κινητοποίησης δυνάμεων που πήρανε μέρος όσο και από την πλευρά της επεξεργασίας του περιεχομένου της. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 1.500 καλεσμένοι, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων την παρακολούθησε με προσήλωση, ενώ ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η συμμετοχή σε όλες τις επιμέρους δραστηριότητες της εκδήλωσης. Η σημασία της αυξημένης συμμετοχής γίνεται περισσότερο κατανοητή αν συνυπολογιστεί ότι αυτή έγινε σε συνθήκες όχι ιδιαίτερα εύκολες (υψηλή θερμοκρασία, μεγάλο μέρος του χώρου δε γινόταν να σκιαστεί, λίγα τετραγωνικά χώρου που πρόσφερε η πλατεία όπου έγινε η εκδήλωση).

Στα θετικά συμπεράσματα αυτής της πολιτικής παρέμβασης πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι αυτή τροφοδότησε την ανάπτυξη της συζήτησης στην περιοχή γύρω από ένα θέμα που δεν είναι εύκολο: Την τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας σε συνδυασμό με το γυναικείο ζήτημα (και μάλιστα σε περίοδο κορύφωσης της ταξικής πάλης). Με αφορμή την εκδήλωση, το θέμα άνοιξε πλατιά στην περιοχή, έγινε αντικείμενο συζήτησης, έγινε αφορμή απόκτησης «επαφής» των Κομματικών Οργανώσεων με εργαζόμενους, γυναίκες και απόγονους αγωνιστών που δε γνωρίζαμε καθόλου ή με τους οποίους είχαμε ελάχιστη επαφή πριν την εκδήλωση. Με λίγα λόγια, άνοιξαν νέοι δρόμοι επικοινωνίας μεταξύ του Κόμματος και τμήματος του λαού της περιοχής.

Στην επιτυχία συνέβαλε σημαντικά η πολιτική ομιλία. Σε αυτήν άνοιξαν ζητήματα που επεξεργάζεται συλλογικά το Κόμμα εδώ και χρόνια και τα οποία προσπαθούμε να εισάγουμε στις εργατικές, λαϊκές οικογένειες. Τέτοια ζητήματα είναι ο χαρακτήρας της σύγκρουσης 1946-1949, η στρατηγική και τακτική της αστικής τάξης απέναντι στο λαϊκό κίνημα, αλλά και πιο σύνθετα ζητήματα, όπως η ανθεκτικότητα αυτών των γυναικών, η πηγή του μαζικού ηρωισμού, η αντοχή σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού δύναμης.

 

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

 Βασικός όρος της επιτυχίας υπήρξε η συνεργασία με το Τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ για την Ισοτιμία και τη Χειραφέτηση των Γυναικών. Έγκαιρα έγινε η αρχική συνάντηση μελών του Τμήματος και του Γραφείου της Θεσσαλίας για να ανταλλάξουμε τις πρώτες σκέψεις για την εκδήλωση, να δούμε έναν πρώτο καταμερισμό. Στην πορεία της προετοιμασίας της εκδήλωσης, αποδείχτηκε πολύ σημαντική η συμβολή του Αρχείου του Κόμματος, απ’ όπου αντλήσαμε σημαντικό αρχειακό υλικό που το αξιοποιήσαμε τόσο στο περιεχόμενο της θεατρικής παράστασης όσο και στην έκθεση φωτογραφίας που φτιάξαμε. Εκ των υστέρων, σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε καλύτερα πλευρές της εκδήλωσης με τη σχετική βοήθεια του Τμήματος Πολιτισμού.

Από την ίδια την πράξη προκύπτει το συμπέρασμα ότι η συνεργασία με τα Τμήματα της Κεντρικής Επιτροπής μπορεί να αποκτά ουσιαστικά προωθητικό χαρακτήρα, αν υπάρχει έγκαιρος και συγκεκριμένος προσανατολισμός και καταμερισμός. Η μελετητική-ερευνητική δουλειά των Τμημάτων της ΚΕ τραβάει το ενδιαφέρον της ευρύτερης επιρροής του Κόμματος (αλλά και των ίδιων των μελών του Κόμματος, αφού αυτή η δουλειά αποκαλύπτει πλευρές και γεγονότα που ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζαμε), ενώ, από την άλλη, η δουλειά των Κομματικών Οργανώσεων τροφοδοτεί με υλικό αυτήν τη μελετητική-ερευνητική δουλειά σε κεντρικό επίπεδο. Έτσι η ΚΟ Θεσσαλίας, μετά από το πέρας της εκδήλωσης, ανέλαβε την ευθύνη να σταλεί το υλικό της εκδήλωσης στο Αρχείο του Κόμματος, κάτι που πρέπει και μπορούμε να κάνουμε για όλες τις εκδηλώσεις που εντάσσονται στο γιορτασμό των 100 χρόνων.

Προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω ήταν το γεγονός ότι οργανώθηκε έγκαιρα σχετική συζήτηση στο Γραφείο Περιοχής, όπου συζητήθηκε ο πολιτικός στόχος αυτής της παρέμβασης και –στη βάση αυτού του στόχου– πάρθηκαν τα απαραίτητα οργανωτικά μέτρα. Συγκροτήθηκε οργανωτική επιτροπή από συντρόφους της Κομματικής Οργάνωσης και συγκεκριμενοποιήθηκε ο καταμερισμός της δουλειάς στις επιμέρους πλευρές της διοργάνωσης της εκδήλωσης: Κατασκευές-στήσιμο, ευθύνη μνημείου, έκθεση φωτογραφίας, ιστορικό υλικό-ξενάγηση, σίτιση και μεταφορά κόσμου, μουσικοθεατρική παράσταση. Στη συνέχεια, καθεμιά από αυτές τις ενότητες στηρίχτηκε με ομάδα δουλειάς από τις Κομματικές Οργανώσεις.

Παράλληλα με την προετοιμασία της εκδήλωσης σχεδιάσαμε την προπαγάνδισή της, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουμε διάφορες μορφές. Φυσικά, όλες αυτές οι μορφές αξιοποιήθηκαν με πυρήνα και φορέα τη διαφωτιστική δουλειά του ίδιου του κομματικού δυναμικού και την ανάδειξη από αυτό του «γιατί» οργανώνει η Κεντρική Επιτροπή τέτοια εκδήλωση, γιατί μας αφορά το ιστορικό της πλαίσιο, ποιες ιστορικές αναλογίες υπάρχουν, πώς δουλεύουμε με το μήνυμα αυτής της ηρωικής σελίδας της ταξικής πάλης, και όλα αυτά με προσαρμογή της προπαγάνδας για τον κόσμο που μας ενδιαφέρει κοινωνικοταξικά. Επίσης, αξιοποιήθηκαν άρθρα στα τοπικά ΜΜΕ και στο Ριζοσπάστη, συνεντεύξεις Τύπου, βίντεο που έπαιζε στο διαδίκτυο, αφίσες για εργασιακούς χώρους και χώρους σπουδών νεολαίας.

Το βασικό συμπέρασμα που απορρέει από τα παραπάνω είναι ότι, όταν δουλεύουμε έγκαιρα, οργανωμένα και νοικοκυρεμένα, όταν προσπαθούμε να είμαστε συγκεκριμένοι –ακόμη και στις λεπτομέρειες– τότε υπάρχει θετικό αποτέλεσμα.

 

ΠΛΕΥΡΕΣ Τ­­ΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

 Το βασικό ζήτημα που μας απασχόλησε κατά τη διοργάνωση της θεατρικής παράστασης ήταν το εξής: Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος (περιεχόμενο και μορφές) αξιοποίησης της τέχνης, έτσι ώστε να γίνει πιο αποτελεσματικό το «πέρασμα» του βασικού πολιτικού μηνύματος της εκδήλωσης, δηλαδή της αλύγιστης στάσης των γυναικών εξόριστων την περίοδο που λειτούργησε το Τρίκερι ως στρατόπεδο συγκέντρωσης γυναικών.

Σε αυτό το ερώτημα απαντήσαμε επιλέγοντας τη μορφή του θεατρικού κειμένου, δεμένου με τραγούδι. Αυτή η επιλογή εκτιμήθηκε ως η πλέον κατάλληλη για να αποδώσει τον τρόπο ζωής και οργάνωσης των εξόριστων σ’ αυτόν τον «ιστορικό κρίκο» που λέγεται Τρίκερι. Η ανάδειξη του πολιτικού «μηνύματος» της εκδήλωσης προϋπέθετε βέβαια και κάποιες στοιχειώδεις αναφορές και στους υπόλοιπους ιστορικούς τόπους που χρησιμοποιήθηκαν από το αστικό κράτος για τη στέρηση της ελευθερίας γυναικών με εκτοπισμό και εξορία. Πιο συγκεκριμένα, στο έργο αναφερθήκαμε στις Φυλακές Αβέρωφ, σε Τήνο-Ικαρία-Χίο, στη Μακρόνησο, τον Άη Στράτη, έχοντας όμως πάντα στο επίκεντρό μας το Τρίκερι.

Άλλες επιλογές που είχαμε ήταν η οργάνωση συναυλίας με τραγούδια σε συνδυασμό με την ανάγνωση σχετικών ποιημάτων ή οι απαγγελίες από γράμματα και τετράδια εξόριστων γυναικών με τη μορφή σκετς ή θεατρικού αναλογίου. Παρά το γεγονός ότι αυτές οι επιλογές μπορεί να ήταν αισθητικά εξίσου ωραίες, εκτιμήσαμε ότι αυτές οι μορφές θα ήταν πιο περιοριστικές ως προς το περιεχόμενο που θέλαμε να αναδείξουμε. Έτσι, καταλήξαμε στην πιο δύσκολη –όσον αφορά τη δουλειά προετοιμασίας– επιλογή της δημιουργίας σεναρίου και της θεατροποίησης αυτού του σεναρίου.

Ιδιαίτερο κριτήριο της «χρέωσης» μελών και φίλων του Κόμματος αποτέλεσε από την αρχή η επιλογή της συμμετοχής γυναικών σε αυτήν τη δουλειά. Αυτή η επιλογή έχει πολιτικό χαρακτήρα και δεν έγινε επειδή η στάση των αλύγιστων γυναικών είναι στενά «γυναικεία υπόθεση», αλλά επειδή θέλαμε να υπογραμμίσουμε και με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα της διπλής καταπίεσης των γυναικών των λαϊκών στρωμάτων στον καπιταλισμό, να διευκολύνουμε τις ίδιες τις γυναίκες να πάρουν θέση απέναντι σε αυτό το ζήτημα. Έτσι, τόσο το σενάριο όσο και η θεατροποίηση και το σκηνικό στήσιμό του έγιναν από ομάδα συντροφισσών της Κομματικής Οργάνωσης.

Διαμορφώθηκε διευρυμένη ομάδα δουλειάς με συντρόφους από τη νεολαία, την Κομματική Οργάνωση και φίλους του Κόμματος, άντρες και γυναίκες, στο σύνολο 24 ηθοποιοί (ερασιτέχνες όλοι), καθώς και ομάδα 4 μουσικών. Βοήθησαν επίσης και άλλες συντρόφισσες στη σκηνοθεσία, στις ασκήσεις λόγου, στην κίνηση και φωνητική, στο θεατρικό παιχνίδι ως εργαλείο γνωριμίας και εξοικείωσης μεταξύ των μελών της ομάδας. Αξιοποιήθηκαν οι δύο θεατρικές ομάδες που υπήρχαν σε Λάρισα και Βόλο με συντρόφους υπεύθυνους από την Οργάνωση της ΚΝΕ και του Κόμματος. Για τη θεατρική παράσταση αξιοποιήθηκε και σύντροφος (επαγγελματίας) μουσικός, ο οποίος δημιούργησε δύο τραγούδια που υπηρέτησαν το περιεχόμενο της εκδήλωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δεν έγινε «κατά παραγγελία», αλλά με πρωτοβουλία του ίδιου, ορμώμενου από αυτό που θέλαμε «να πούμε».

Όπως είναι αυτονόητο, μετά από όλη αυτήν τη δουλειά αυξάνει η ευθύνη της Κομματικής Οργάνωσης απέναντι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Αυξάνει η ευθύνη μας για την απόκτηση σταθερού περιεχομένου και σχεδίου στη συγκεκριμένη δουλειά, για άνοδο της συνοχής και της σταθερότητας της ομάδας, για τη διεύρυνσή της.

 

ΤΙ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΜΕ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΟΥΜΕ ΜΕ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

 Ο πιο συγκεκριμένος στόχος ήταν να λειτουργήσει ο συνειρμός για την πολιτική-κοινωνική στάση σήμερα, μέσα από το βασικό άξονα της ανθεκτικότητας των κομμουνιστριών σε συνθήκες οι οποίες μπορεί να είναι διαφορετικές, αλλά έχουν αναλογίες με τις σημερινές.

Με βάση αυτόν το στόχο, κωδικοποιούμε στη συνέχεια της Έκθεσης κάποια βασικά ζητήματα περιεχομένου που απασχόλησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας (στη θεατροποίηση και στις πρόβες). Αυτά τα ζητήματα συζητήθηκαν πολύ στην ομάδα δουλειάς της παράστασης και την απασχόλησαν τόσο στην προσπάθειά της να «στήσει» ιστορικά-συμβολικά τους χαρακτήρες όσο και στην προσπάθεια δημιουργίας των απαραίτητων σκηνικών συνειρμών με τη βοήθεια απλών αντικειμένων. Και όλα αυτά, με στόχο την πιο εύστοχη-εκλαϊκευτική μορφική απόδοση.

 

α) Η αντοχή μέσα από τη διαλεκτική σχέση ζωής-θανάτου, αλλά και της σχέσης του χτες με το σήμερα και το αύριο

 Προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι οι τιμημένοι νεκροί και νεκρές της ταξικής πάλης δεν είναι «μνημόσυνο», δεν είναι ένα «εικόνισμα» που προσκυνάμε σε εκδηλώσεις και μετά… ο καθένας συνεχίζει τη ζωή του κανονικά. Νοηματοδοτούν διδάγματα της ταξικής πάλης «στο σήμερα», μας καθιστούν ικανούς να βγάζουμε συμπεράσματα, να αντέχουμε όρθιοι στις σημερινές συνθήκες που έχουν τις δικές τους δυσκολίες και είναι περισσότερο «ύπουλες», αφού η κίνηση φαίνεται αργή, σχεδόν βασανιστική, ενώ κυριαρχεί η απογοήτευση, το «δε γίνεται τίποτα», το «εγώ θα αλλάξω τον κόσμο; Εγώ θα τα καταφέρω ατομικά, και βλέπουμε».

Προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι σ’ αυτούς τους καιρούς, το δικό μας πλεονέκτημα είναι η σύγχρονη πολιτική πρόταση του ΚΚΕ, η επαναστατική του στρατηγική ως αποτέλεσμα μιας επίπονης ιστορικής πορείας συλλογικής δράσης και σκέψης, ως προϊόν της άντλησης συμπερασμάτων από αυτήν την πορεία.

Στη θεατρική ομάδα άνοιξε συζήτηση για τον «καθοδηγητικό» ρόλο του Κόμματος, τη δουλειά στη συνείδηση των καταπιεσμένων, την υπομονετική οργανωτική δουλειά, τον εξαιρετικά σύνθετο χαρακτήρα αυτής της δουλειάς, που συνίσταται στο ότι, ενώ συχνά (και ιδιαίτερα στις μέρες μας) δε φέρνει άμεσα αποτελέσματα, είναι απαραίτητη για την υπόθεση, για να ανθίσουν στην πορεία οι επαναστατικοί «καρποί».

Για την απόδοση των συμπερασμάτων που αφορούν τη σχέση του χτες με το σήμερα και το αύριο του κινήματος επιλέξαμε να εισάγουμε τη μορφή-χαρακτήρα του «χορού», που παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ένα χαρακτήρα (αυτόν της νεκρής γυναίκας της ταξικής πάλης), αυτός προσωποποιείται στα πρόσωπα 8 γυναικών που συμβολίζουν με ενιαίο τρόπο τις νεκρές αγωνίστριες σε διάφορες στιγμές και μέρη (Χίος, Τρίκερι κλπ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η επιλογή χρειάστηκε κουβέντα μέσα στην ομάδα, κύρια γιατί υπήρχε η άποψη ότι «θα το βαραίναμε πολύ», «ότι δε χρειάζεται να τους μαυρίσουμε την ψυχή».

Ενδυματολογικά επιλέξαμε ως χρώμα του κοστουμιού του χορού το μαύρο-κόκκινο (το μαύρο συμβόλιζε το θάνατο και το κόκκινο την επανάσταση). Με το κόκκινο χρώμα θέλαμε να αναδείξουμε και ότι οι γυναίκες της ταξικής πάλης είναι πάντα νέες και όμορφες, όπως ακριβώς περιγράφει το πρωτότυπο δημιουργικό έργο-τραγούδι του συντρόφου. Η αξιοποίηση των ενδυματολογικών τεχνικών ως βασικού μέσου συμβολισμού αξιοποιήθηκε ακριβώς επειδή –λόγω των συγκεκριμένων προδιαγραφών του νησιού– δεν είχαμε την πολυτέλεια να έχουμε ιδιαίτερο σκηνικό για την παράσταση. Ως βοηθητικό συμβολικό μέσο της απόδοσης του προαναφερόμενου νοήματος επιλέξαμε οι αλύγιστες να ξαναφοράνε την κόκκινη κορδέλα στην τελευταία σκηνή.

Μία άλλη επιλογή που κάναμε είναι το ομαδικό τραγούδι και ο χορός των 8 γυναικών έναντι του ξεχωρίσματος των πιο ικανών από αυτές στο τραγούδι και το χορό. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι προέκυψαν κάποιες ενστάσεις για το κατά πόσο το αποτέλεσμα του ομαδικού τραγουδιού (από τόσες ερασιτεχνικές φωνές) θα ήταν εύηχο ή ο χορός (από τόσους ερασιτέχνες χορευτές) θα ήταν αυτός που έπρεπε. Ωστόσο συνειδητά επιμείναμε στην αρχική επιλογή ιεραρχώντας το πολιτικό μήνυμα του ομαδικού χαρακτήρα του τραγουδιού και χορού, έναντι του ηχητικού και οπτικού αποτελέσματος.

Κατά τη ροή της παράστασης χρησιμοποιήσαμε τρεις γυναικείους μονολόγους (σαν 3 διακριτές ιστορίες μέσα στην ενιαία ιστορία) ως μεταβάσεις που δείχνουν πώς κλιμακώνεται η καταστολή από έτος σε έτος όσο πλησιάζει η ήττα του ΔΣΕ, αλλά και μετά από αυτήν. Αυτοί οι μονόλογοι αξιοποιούνται ως ιστορικές «φωτογραφίες» και «εικόνες» που μας βοηθάνε να μην «πούμε» αυτό που θέλουμε στεγνά, αλλά να φτάσουν εκεί μόνοι τους οι θεατές. Μας προβλημάτισε αν είναι σκηνικά ωραίο να «διακόπτεται» η ροή του κειμένου, όμως, ανεξάρτητα απ’ το μορφικό αποτέλεσμα που βγήκε από αυτή μας την επιλογή, ιεραρχήσαμε το περιεχόμενο. Αυτές οι τρεις «διακοπές» της ενιαίας ροής έγιναν από τις γυναίκες με «ονοματεπώνυμο» και συγκεκριμένα τη Γιασεμή, την Τρούμαινα και φυσικά τη Ρόζα (στο βασικό μονόλογο-εξομολόγηση).

Σε αυτές τις μονολογίες απαντήθηκε το ερώτημα της αντοχής ως μια νέα ανώτερη ποιότητα στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος. Αυτό προσπαθήσαμε να αποδώσουμε με αφαιρετικές μορφές, όπως η ξυπόλητη Ρόζα (που συμβόλιζε την ταλαιπωρία της από τις διάφορες μεταβάσεις μεταξύ αστυνομικών τμημάτων και στρατοπέδων, όπως περιγράφεται στο τετράδιο σημειώσεών της από το Τρίκερι), η απλότητα της παγωμένης σκηνής της Γιασεμής (από την οποία είχαν πάρει το παιδί της γιατί δεν υπέγραφε «δήλωση») και τέλος οι γυναίκες που κρύβονται πίσω από την Τρούμαινα (η οποία κατά την άφιξή της μαζί με άλλες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο το Γενάρη του 1950 ξυλοκοπήθηκε άγρια, προσπαθώντας να προστατεύσει άλλες εξόριστες).

Ιδιαίτερη δυσκολία συναντήσαμε κατά την προσπάθειά μας να ξεχωρίσουμε για το σχετικό μονόλογο ενδεικτικά σημεία (έκτασης περίπου μιάμισης σελίδας) από τις, περισσότερες των 200, σελίδες του τετραδίου της Ρ. Ιμβριώτη. Η δυσκολία συνίστατο στο ότι έπρεπε να επιλέξουμε αυτά τα σημεία έτσι ώστε από τη μία να δίνουν την ουσία και από την άλλη να μην αλλοιώνουν το κείμενό της. Προσπαθήσαμε να φωτίσουμε την πλευρά που αφορούσε και αφορά κάθε κομμουνιστή, κάθε αγωνιστή σε συνθήκες αναμέτρησης με τον ίδιο του τον εαυτό, σε συνθήκες καταστολής, εγκλεισμού, σε συνθήκες όπου αυτός δεν έχει κανένα όπλο και ο αντίπαλος έχει τα πάντα. Προσπαθήσαμε να «υπονοήσουμε» το βασικό ζήτημα, ότι το «ψυχικό απόθεμα αντοχής που σωματοποιείται» δημιουργείται με την προϋπόθεση της βαθιάς πίστης στην υπόθεση για την οποία παλεύει το ΚΚΕ. Στο πνεύμα στησίματος του κειμένου-μονολόγου της Ρόζας και της αφαιρετικής της μορφής κατά την απόδοση του κειμένου μάς βοήθησε άρθρο στελέχους του Κόμματος, δημοσιευμένο στην ΚΟΜΕΠ, για τη στάση του στην 7χρονη δικτατορία.

 

β) Ο ρόλος της γυναίκας της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων σε συνθήκες έντασης της καταστολής 

Για να αναδείξουμε την κομμουνιστική αντίληψη για τη γυναίκα –την οποία μετουσίωσαν σε πράξη οι αλύγιστες με τον τρόπο που έζησαν τη ζωή και τα νιάτα τους– χρησιμοποιήθηκαν δύο θεματικοί άξονες:

Ο πρώτος άξονας κινείται γύρω από την αλλαγή και τη διαμόρφωση του ρόλου της γυναίκας της οποίας μέσα στο έργο τής παίρνουν το παιδί μέσα από τα χέρια της γιατί δεν κάνει πίσω (Γιασεμή Πασχαλιά). Εκεί άνοιξε το θέμα της «καλής μάνας» που είναι πάντα δίπλα στο παιδί της, που το παιδί της είναι «το Α και το Ω» της δραστηριότητάς της. Τέθηκε ρητά το ερώτημα: Ποια είναι η «καλή μάνα»; Αυτή που «παρατάει» το παιδί της; Αυτό το θέμα απασχόλησε πιο πολύ απ’ όλα και επανερχόταν με διάφορες αφορμές.

Επιδίωξή μας ήταν μέσα από την εσωτερική σύγκρουση του χαρακτήρα της Γιασεμής Πασχαλιά, να αναδείξουμε το περιεχόμενο της «καλής μάνας». Από τη μία η ηρωίδα λέει: «Άνθρωπος είμαι και γω», ενώ από την άλλη θέτει στον εαυτό της με διάθεση αρνητικής απάντησης το ερώτημα: «Ένα παλιόχαρτο είναι η δήλωση;». Έμπρακτα, αυτό το ερώτημα το απαντά αρνητικά όταν αρνείται να υπογράψει αυτό το –υποτιθέμενα απλό– «παλιόχαρτο». Με αυτή της την πράξη δείχνει ότι, αν υπέγραφε αυτό το «παλιόχαρτο», θα έχανε όχι μόνο την ίδια την προσωπικότητά της, αλλά τη δυνατότητα νοηματοδότησης –μέσω της αλύγιστης στάσης της– της ίδιας της σχέσης της με το παιδί της. Η σωστή απόφαση στην παραπάνω εσωτερική σύγκρουση θα επηρεάσει το δεσμό με το παιδί της όχι μόνο «στο τώρα», αλλά και για αύριο, αφού ο γιος της θα είναι ταξικά περήφανος όταν μεγαλώσει και θα της πει: «Δε μ’ εγκατέλειψες εσύ, αυτοί (αστική τάξη και μηχανισμοί) σέρνονται σαν τα φίδια», «είμαι περήφανος για σένα, μάνα», «αδούλωτη μάνα».

Ανοίξαμε τη συζήτηση αν είναι αντικειμενικό να μην αξιοποιούνται νέες μάνες στα σωματεία και στις διοικήσεις τους, από πού προέρχεται η λογική που λέει ότι «μια γυναίκα, όταν κάνει παιδί, αντικειμενικά θα αφήσει άλλα» (υπονοώντας πολλές φορές ότι ανάμεσα στα «άλλα» στις πρώτες θέσεις φιγουράρει συνήθως η οργανωμένη ζωή). Ξεκαθαρίσαμε καταρχάς τον αντικειμενικό χαρακτήρα της πίεσης ο οποίος απορρέει από τις ίδιες τις υλικές συνθήκες ζωής στον καπιταλισμό (ατομική οικογένεια, οικονομικές δυσκολίες, έλλειψη χρόνου κλπ.) και εκφράζεται στην κυριαρχία μιας σειράς αντιλήψεων («ατομικές προτεραιότητες», ατομικό συμφέρον σε αντιδιαστολή με το κοινωνικό-κομματικό κλπ.). Ωστόσο, μπροστά σε αυτήν την πίεση (όπως και μπροστά σε όλα τα αντικειμενικά εμπόδια που θέτει στην πάλη η ταξική κοινωνία), η κομμουνιστική πρωτοπορία δε στέκεται παθητικά, αλλά οφείλει να προτάξει ένα συνολικό σχέδιο αντιπαλέματός της (σε επίπεδο συλλογικής-κομματικής λειτουργίας, αξιών ζωής κλπ.) ως απαραίτητο στοιχείο της ανάπτυξης κομμουνιστικής στάσης ζωής.

Φάνηκε ότι η πείρα μας είναι πολύ μικρή γύρω από τέτοια θέματα, όχι τόσο σε γενικό-θεωρητικό επίπεδο (δηλαδή πώς θα έπρεπε να είναι), αλλά πώς τα λύνουμε στην πράξη μέσα στο Κόμμα, στην ΚΝΕ, πώς στηρίζουμε τις συντρόφισσες και παραδειγματίζουμε και τις γυναίκες στον περίγυρό μας. Πρόκειται για σύνθετο ζήτημα και όχι μονοσήμαντο και όσο πιο συλλογικά απασχολεί κάθε οργανωτικό κρίκο τόσο πιο μεγάλη πείρα θα συγκεντρώνουμε, αρνητική και θετική.

Ο δεύτερος θεματικός άξονας κινείται γύρω από την ωρίμανση των γυναικών οι οποίες τελικά καταλήγουν το Γενάρη του 1950 από το Τρίκερι στη Μακρόνησο, όπου τα πράγματα είναι πιο «ξεκάθαρα» απ’ ό,τι στη Χίο και στο Τρίκερι. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία ο ΔΣΕ έχει ηττηθεί, η ελπίδα στην Ελλάδα έχει εκλείψει (παρόλο που η υπόθεση του αγώνα φαίνεται να θριαμβεύει παγκοσμίως), για την περίοδο κατά την οποία στέκεσαι όρθιος «για τη σημαία», για τη «σπορά», για την προοπτική που είναι πια ένα με το «είναι» σου.

Για να αναδείξουμε σκηνικά αυτόν το θεματικό άξονα, επιλέξαμε την προβολή της παθητικής και ακίνητης στάσης των νεοαφιχθεισών στη Μακρόνησο (από το Τρίκερι) αγωνιστριών έναντι των «ανανήψαντων» αντρών τους (έτσι χαρακτηρίζονταν όσοι υπέγραφαν «δήλωση μετανοίας», με δεδομένο ότι η Μακρόνησος προβαλλόταν από την άρχουσα τάξη ως «κέντρο εθνικής ανάνηψης»). Τα έμπρακτα κελεύσματα των αντρών προς τις γυναίκες τους για υποταγή και υπογραφή «δήλωσης» («αφού πια ο αγώνας τώρα χάθηκε») συναντούν την παγερή στάση των γυναικών τους, οι οποίες έχουν διαλέξει άλλο δρόμο, το δρόμο της αξιοπρέπειας και της αγωνιστικής «σποράς».

Η γυναίκα της Μακρονήσου είναι σκληρή, μέσα στο κλάμα της, αλλά δεν έχει το ψυχικό βάσανο της Γιασεμής, έχει ήδη πάρει απόφαση. Το ίδιο και η ηλικιωμένη –για την εποχή– Σοφία από τη Μυτιλήνη (το Σοφέλι, όπως αποκαλούνταν στην τοπολαλιά του νησιού), η οποία, λέγοντας στον άντρα της «είναι καλά και πολεμάνε τα παιδιά μας, Παντελή μ’» και ξέροντας ότι αυτό δεν ισχύει, δείχνει την ανθεκτικότητα της γυναικείας φύσης όταν έχει πειστεί γι’ αυτό που κάνει.

Σε αυτόν το δεύτερο θεματικό άξονα ανήκει και η γυναίκα που περιγράφει το ξύλο το Γενάρη του 1950 στη Μακρόνησο, η γυναίκα που «δεν της πήρανε τη θέλησή της», όπως λέει, 9 χρόνια πολεμάει (πρόκειται για τις δυο ταξικές αναμετρήσεις της δεκαετίας του 1940). Σε αυτήν την ενότητα εντάξαμε και την Κούλα Κανούτα, την επονομαζόμενη Τρούμαινα, η οποία –παρά το γεγονός ότι φοβάται ότι έχει χάσει και τα δύο «δικά της» παιδιά (όπως και πράγματι είχε συμβεί, αν και δεν το ήξερε ακόμα)– μετατρέπεται σε προστάτιδα-«μάνα» των υπόλοιπων γυναικών και σε πρότυπο στάσης ζωής γι’ αυτές. Η Τρούμαινα συμβολίζει τη μετάβαση, όχι τόσο τη χωρική (από Τρίκερι σε Μακρόνησο), όσο τη μετάβαση από τον έναν κατακτημένο τρόπο οργάνωσης της ζωής (στο Τρίκερι) σε έναν άλλο διαφορετικό και ακόμα πιο σκληρό (στη Μακρόνησο).

 

γ) Τι είναι αυτό που ενώνει τις γενιές της εργατικής τάξης και μετατρέπει απλούς καθημερινούς ανθρώπους σε ήρωες;

 Για να απαντήσουμε στο ερώτημα χωρίς να το «πούμε» στους θεατές, προσαρμόσαμε το έργο σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο επίπεδο ήταν το αφηγηματικό (μέσα από τη γυναίκα Α που συμβολίζει την πρώην αντάρτισσα και νυν γιαγιά). Το δεύτερο επίπεδο ήταν αυτό της ανάμνησης μέσα από το ζωντάνεμα της ζωής των αλύγιστων (ο «χορός» των 8 γυναικών παρουσιάζεται να ασκεί τις καθημερινές «του» υποχρεώσεις σα να αποτελείται από γυναίκες που βρίσκονται στα σπίτια τους) και το τρίτο επίπεδο είναι αυτό της σημερινής εποχής, που συμβολίζεται από τη γυναίκα Β.

Και τα τρία επίπεδα, επιδιώξαμε να τα διαπερνά ως σκηνικό αντικείμενο το νήμα ως συστατικό του κεντήματος. Με αυτήν την προσαρμογή του κεντήματος (που συμβολίζει τον αγώνα και το σκοπό του ΔΣΕ) στα συστατικά του, δηλαδή στα νήματα (που συμβολίζουν τη δουλειά και τις προϋποθέσεις προετοιμασίας των μεγάλων «μαχών»), θέλαμε να δώσουμε το συμβολισμό της «στόφας» του αγώνα, του χαρακτήρα του ως αγώνα ταξικού, ως αγώνα που «κάνει κόμπους», ως αγώνα που έχει τα πίσω και τα μπρος του. Από τα παραπάνω αναδεικνύεται ως βασικό μήνυμα η αναγκαιότητα του επαναστατικού Κόμματος που δρα σε όλες τις συνθήκες («Κόμμα παντός καιρού») ως πρωτοπορία, με την προϋπόθεση πάντα ότι καταφέρνει να χαράσσει και να ασκεί επαναστατική πολιτική.

Ως προς τον προσανατολισμό του αγώνα, αναδείχτηκε ότι αυτός μπορεί να καταλήξει σε κέντημα, μπορεί όμως και όχι, το θέμα είναι να έχεις στόχο να κεντήσεις, να συνδυάσεις τα νήματα, δηλαδή να δουλέψεις με ανθρώπους, με την εργατική τάξη. Με λίγα λόγια, να αποκτά το Κόμμα στο πέρασμα του χρόνου σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό την ικανότητα να συσπειρώνει το λαό σε επαναστατική πάλη στις κρίσιμες στιγμές και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις γι’ αυτό σε στιγμές που δεν είναι επαναστατικές. Όπως λέει η γυναίκα Α (παλιά γενιά αγωνιστών) στην τελευταία σκηνή όταν παραδίνει στη γυναίκα Β (νέα γενιά αγωνιστών) το κέντημα της δικής της γενιάς: «Αγόρασα κι άλλα νήματα».

Από το παραπάνω σκηνικό απορρέει το συμπέρασμα ότι η ιστορία της ταξικής πάλης δεν είναι ποτέ μονόπρακτο έργο. Γι’ αυτό, το θέμα είναι να έχει το Κόμμα την τόλμη να στέκεται απέναντι στον εαυτό του και να τον κρίνει, όπως έκανε το Κόμμα μας και τα προηγούμενα χρόνια, για να καταλήξει στο σύγχρονο Πρόγραμμά του.

 

δ) Η σχέση των κομμουνιστών με τη γνώση σε συνθήκες εγκλεισμού 

Μέσα από την εκδήλωση θέλαμε να περάσουμε ότι το διδακτικό έργο της Ρόζας Ιμβριώτη, της Κατίνας Μαμέλη, της Έλλης Νικολαϊδου είναι «παιδευτικό έργο», είναι το απάγκιο στις τεράστιες δυσκολίες της καθημερινής μιζέριας που η ζωή επιφυλάσσει στις εξόριστες. Δεν πρόκειται απλά για εκπαίδευση, ως συλλογή γνώσεων, αλλά για τη σχέση του ανθρώπου-παραγωγού με τον πλούτο της παραγωγής του στο επιστημονικό επίπεδο. Η στάση των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών στο Τρίκερι αναδεικνύει την ευθύνη των εκπαιδευτικών-διανοητών, ως κομματιού του λαού, να διδάξουν την αλήθεια, απαλλαγμένη από τη «σκουριά» της αστικής ιδεολογίας, αλλά και να εμπνεύσουν τη θετική στάση απέναντι στη γνώση. Όπως λέει η Ρόζα Ιμβριώτη στην έκκληση δύο αγράμματων πιτσιρίκων από τη Μυτιλήνη που της ζήτησαν να οργανωθούν μαθήματα για να μάθουν να διαβάζουν τα γράμματα των αγαπημένων τους: «Όσες θέλουν να μάθουν θα μάθουν, ευθύνη δική μας».

Ταυτόχρονα, στην τελευταία σκηνή της παράστασης παρουσιάζεται η επιστροφή των αλύγιστων από τη Μακρόνησο στο Τρίκερι, όπου βρίσκουν διαλυμένα όλα όσα είχαν φτιάξει και προσπαθούν να συγκροτήσουν από την αρχή μια νέα καθημερινότητα. Με αυτήν τη σκηνή επιδιώκαμε να φωτίσουμε αρετές που οι γυναίκες αγωνίστριες έχουν δείξει απλόχερα σε δύσκολες συνθήκες, όπως η οργανωτικότητα, η μεθοδικότητα, ο έλεγχος, ότι τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του. Αυτές οι αρετές αναδεικνύονται τόσο από τις πολύμορφες μορφωτικές προσπάθειες (λειτουργία παιδικού σταθμού στην εξορία, κατάρτιση ειδικού εκπαιδευτικού προγράμματος ανά ηλικιακή ομάδα εξόριστων και παιδιών, οργάνωση της καταγραφής μέσα από τα ημερολόγια-τετράδια) όσο και μέσα από την οργάνωση μιας απαιτητικής καθημερινότητας (τσαγκαράδικο, μαγειρείο, αποχετευτικό, η μάχη με το νερό και τα στοιχεία της φύσης, το αλάτι) ως προϋπόθεση για να επιβιώσουν.

 

ε) Καταστολή του αστικού κράτους

 Επιλέξαμε να αναδείξουμε την κατασταλτική (στρατιωτική) λειτουργία του κράτους, που ήταν και η προεξάρχουσα εκείνη την περίοδο.

Οι 4 στρατιωτικοί (βαθμοφόροι ή μη) που εμφανίζονται στην παράσταση συνέχονται από την ίδια νοηματική, τη δύναμη της κρατικής αστικής βίας σε συνθήκες ήττας για το εργατικό κίνημα. Ως φορείς αυτής της κρατικής λειτουργίας γίνονται και φορείς των συμπεριφορών που αυτή απαιτεί: Φωνάζουν, βρίζουν, λένε τα ίδια και τα ίδια. Όμως ενώ μετά από το 1949 το αστικό κράτος είναι νικητής, η αντιμετώπιση των στρατιωτών ως φορέων αυτού του κράτους από τις γυναίκες δεν είναι αυτή του νικητή. Μέσα σε όρια, η αστική νίκη αμφισβητείται, ακόμη και ευθέως στο πρόσωπό τους.

Παράλληλα, θέλαμε να σχολιάσουμε με σαρκασμό την ψυχολογία υποταγής στον ανώτερο: «Κάνουμε ό,τι μπορούμε, στρατηγέ μου», «ακόμη παριστάνετε τις ηρωίδες; … Χάσατε». Την πιο ακραία έκφραση αυτής της υποταγής αποδώσαμε συμβολικά στο στρατιωτικό διοικητή της Μακρονήσου (το Ρακιντζή) και στη στάση του απέναντι στους ανωτέρους του (τόνος φωνής, ματιά πάντα προς το στρατηγό, χρήση καθαρεύουσας, ένρινη χροιά).

 

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Το πρώτο και βασικό συμπέρασμα είναι ότι η τέχνη (σε όλη της την πολυμορφία) μπορεί να συμβάλει προωθητικά στην πολιτική παρέμβαση. Όπως αποδείχτηκε και από την εκδήλωση, μπορεί να πυροδοτήσει διεργασίες, προβληματισμό, συγκίνηση, μπορεί να καθηλώσει ένα μεγάλο αριθμό επισκεπτών (και μάλιστα σε δύσκολες –όπως αναφέραμε– συνθήκες). Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ένας σύντροφος αγρότης από την ύπαιθρο: «Καλά, στο χωριό γιατί δεν έρχεστε να κάνουμε τέτοια;».

Φυσικά, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι καινούργιο, το διαπιστώνουμε συχνά μετά από κάθε καλή εκδήλωση που κάνουμε. Από τη διαπίστωση όμως ως την πράξη μάς χωρίζει πολλές φορές μεγάλη απόσταση, αφού η εμπειρία δείχνει ότι αυτά τα ζητήματα τα αντιμετωπίζουμε συνήθως επετειακά, και μάλιστα με προχειρότητα, στην πράξη τα θεωρούμε πάρεργο.

Μια τέτοια σύγχυση μπορεί να εκφράζει και η άποψη που ακούστηκε από στέλεχος της ΚΝΕ και μέλος του Κόμματος, ότι «εμείς θέλουμε να κερδίσουμε τον κόσμο με τη λογική, όχι με το συναίσθημα». Αυτή η άποψη περιέχει μισή αλήθεια και γι’ αυτό, αν δε συνδυαστεί με την άλλη μισή, καταλήγει σε ένα ολόκληρο ψέμα. Ενώ είναι σωστό ότι οι αιτιακές σχέσεις μεταξύ των διάφορων φαινομένων μπορούν να γίνουν κτήμα του ανθρώπου μόνο μέσω της διαδικασίας της λογικής-θεωρητικής σκέψης, είναι λάθος να αποκόβεται αυτή η προσπάθεια από τη συναισθηματική-βουλητική πλευρά της προσωπικότητας. Αυτή η τελευταία είναι που θα τροφοδοτήσει το ενδιαφέρον, θα «πυρώσει» το ανθρώπινο μυαλό, θα δημιουργήσει την ψυχολογική στάση που είναι απαραίτητη για να μπει η διαδικασία της σκέψης σε λειτουργία, ενώ από την άλλη η συναισθηματική πλευρά του ανθρώπου θα αλλάξει, θα ωριμάσει, ως προϊόν της ανάπτυξης της νόησης.

Παρόλο που μπορεί να φαίνεται ότι τα παραπάνω αποτελούν παρέκβαση από το θέμα της Έκθεσης, τονίζουμε ότι η προσέγγιση της προσωπικότητας ως ιεραρχημένης ενότητας νόησης - συναισθήματος - βούλησης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την προετοιμασία του περιεχομένου και της μορφής των κομματικών εκδηλώσεων.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι η αναγκαιότητα επιμονής και αναλυτικής συζήτησης με τους συμμετέχοντες συντρόφους και φίλους του Κόμματος κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της εκδήλωσης για όλα τα ζητήματα που προκύπτουν, από τα πιο πρακτικά μέχρι τα πιο ουσιαστικά. Χωρίς την οικοδόμηση υγιών και ειλικρινών σχέσεων στο πλαίσιο της ομάδας, δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν οι πολύμορφες δυσκολίες που συναντιούνται στην πορεία του εγχειρήματος. Οι υπεύθυνοι που καθοδηγούν την κάθε χρέωση στο πλαίσιο αυτής της προετοιμασίας πρέπει να έχουν οι ίδιοι αντίστοιχο «πνεύμα», υπομονή, επιμονή, διάθεση σωστής (και όχι «δασκαλίστικης» με την κακή έννοια) εξήγησης ακόμα και όσων αυτοί θεωρούν αυτονόητα. Επίσης, πρέπει να έχουν «ανοιχτά αφτιά» απέναντι στις εστιάσεις, τα σχόλια, τις παρατηρήσεις των συμμετεχόντων και να έχουν ετοιμότητα αποδοχής όσων από αυτά κρίνουν ως σωστά και βοηθητικά στην όλη δουλειά.

Με βάση τα παραπάνω, αξίζει να αναφέρουμε ότι ένα ερώτημα που κληθήκαμε να απαντήσουμε είναι πώς θα συνδυαστούν τα ωράρια τόσων ανθρώπων που συμμετείχαν, πότε και πού θα γίνονται οι πρόβες. Επιλέξαμε τελικά να γίνουν όλες στο Βόλο, με κριτήριο να στηρίξουμε γυναίκες που πήραν μέρος στην παράσταση και έχουν μικρά παιδιά και κατ’ επέκταση συγκεκριμένες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Θεωρούμε ότι κάναμε καλά, παρόλο που αυτό δυσκόλεψε συντρόφους που έχουν επίσης υποχρεώσεις και έρχονταν από πιο μακριά. Επίσης, μας απασχόλησαν και ζητήματα όπως τα μεταφορικά μέσα, η εξασφάλιση πολλών ωρών δουλειάς κλπ.

Μια άλλη ομάδα ζητημάτων που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε είναι η αρχική απροθυμία κάποιων συντρόφων να αναλάβουν συγκεκριμένους «ρόλους» στο πλαίσιο της παράστασης. Πολλοί σύντροφοι λέγανε αρχικά «δεν μπορώ να το πω έτσι αυτό», «δεν μπορώ να χορέψω», «ντρέπομαι να τραγουδήσω». Φάνηκε ότι όσο στηριζόταν η πολιτική προσπάθεια (αυτό που λέμε «περιεχόμενο»), όσο αυτή συνδυαζόταν με την αντίστοιχη άσκηση στο τραγούδι, στο χορό, και λοιπά, βοηθιούνταν όλοι να κάνουν αυτό που τους ζητούνταν, με αποτέλεσμα να συμβάλλουν ουσιαστικά και δημιουργικά.

Όσο περισσότερο άνοιγε η πολιτική συζήτηση για κάθε ζήτημα τόσο καλύτερα «μπαίναμε» πιο πολύ σ’ αυτό που θέλαμε να πούμε. Όσο περισσότερο διαπαιδαγωγητικά λειτουργούσε μέσα μας τόσο περισσότερο προσπαθούσαμε και αποδίδαμε. Αυτό έχει να κάνει με την υπεροχή –από κάθε άποψη– του Κόμματος, η οποία αναδεικνύεται όταν βρίσκουμε τις κατάλληλες μορφές.

Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε από μέλη και φίλους του Κόμματος που συμμετείχαν στις δραστηριότητες της εκδήλωσης: «Όλοι αλλάξαμε», ή «είναι άλλο να ξέρεις γενικά για τις εξορίες και τις φυλακές, για τον ηρωισμό αυτών των ανθρώπων, και είναι άλλο να συζητάς συνέχεια, να προσπαθείς να διαβάσεις και να μάθεις κι άλλα, να κοιτάς την ιστορία κάθε φωτογραφίας όπως αυτές που βλέπαμε σε κάθε πρόβα».

Το ίδιο στιλ δουλειάς απαιτούνταν και όταν προέκυπταν κάποια πολιτικά ζητήματα. Στο ξεπέρασμα τέτοιων δυσκολιών, π.χ. στο ζήτημα της «μάνας» στο οποίο αναφερθήκαμε, συνέβαλε το γεγονός ότι ασχολήθηκε το ίδιο το Γραφείο Περιοχής. Μέσα από τα ζητήματα που προέκυπταν προσπαθήσαμε να γνωρίσουμε καλύτερα και να συζητήσουμε ζητήματα που κατά καιρούς έχει προβάλει το Κόμμα μέσα από τις σελίδες του Ριζοσπάστη, της ΚΟΜΕΠ, των Θεμάτων Παιδείας.

Προσπαθήσαμε επίσης να αξιοποιήσουμε τις παρακαταθήκες δουλειάς των αγωνιστικών καλλιτεχνικών πειραματισμών της δεκαετίας του ’40 και όχι μόνο. Να αποδώσουμε στην πράξη τη βασική μας αντίληψη ότι δεν κάνουμε «θέατρο για το θέατρο», τέχνη για την τέχνη. Γι’ αυτό ενισχύσαμε το συλλογικό, ενώ προσπαθήσαμε να αδυνατίσουμε τη λογική του «πρωταγωνιστή», της «περσόνας» που πάνω της στήνεται η ιστορία.

Ένα τρίτο συμπέρασμα είναι η αναγκαιότητα της συνέχειας μετά από το πέρας μιας εκδήλωσης και η καθοδηγητική ευθύνη γι’ αυτήν. Όρος είναι να οργανωθεί αυτή η προσπάθεια, να στηριχτεί πολύπλευρα από το ΓΠ καταρχάς, να εκφραστεί στη συγκρότηση Βοηθητικής Επιτροπής της περιοχής, με επιλογή και διάταξη μελών του Κόμματος και της ΚΝΕ.

Κλείνουμε αυτήν την Έκθεση με την αυτονόητη, αλλά όχι κατακτημένη διαπίστωση, ότι όταν δεν αντιμετωπίζουμε διεκπεραιωτικά τέτοιες εκδηλώσεις, αυτές μπορούν να εκπληρώσουν το στόχο τους, να αποτελέσουν ένα μικρό λιθαράκι συμβολής, να δώσουν ώθηση στη σκέψη, να πυροδοτήσουν πιο συνειδητή στάση ζωής.

Σήμερα, είναι ωριμότερο να ανεβάσουμε συλλογικά και με ενιαίο κριτήριο τον πήχη και σε τέτοιες πλευρές της ιδεολογικής-πολιτικής μας παρέμβασης. Να αξιοποιήσουμε εσωκομματικά τα οργανωτικά μας όπλα, να σχεδιάσουμε συλλογικά και συγκεκριμένα. Υπάρχουν δυνατότητες. Περνάνε πολλά από τα χέρια και τη σκέψη μας.