Της Σύνταξης

Το 2016 «έκλεισε» με τη δημοσίευση των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ, το κείμενο των οποίων περιλαμβάνεται σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ. Με αυτό τον τρόπο ανοίγει μία περίοδος πλατιάς συζήτησης, τόσο στο εσωτερικό του Κόμματος όσο και με όλους όσους συμπαρατάσσονται με αυτό, με κοινό στόχο την ισχυροποίησή του σε όλα τα επίπεδα. Αυτή η ισχυροποίηση είναι απαραίτητη για να μπορεί από καλύτερες θέσεις να επιδιώκει τους προγραμματικούς του στόχους και, στις σημερινές συνθήκες, να διευρύνει και να βαθαίνει τη συγκέντρωση εργατικών-λαϊκών δυνάμεων στην πάλη με αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.

Όσον αφορά τις διεθνείς εξελίξεις, το τελευταίο διάστημα σημαδεύτηκε από μια σειρά γεγονότων που αποτυπώνουν πως το «θερμόμετρο» των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων ανεβαίνει επικίνδυνα. Ενδεικτικά αναφέρουμε την πολύνεκρη επίθεση με φορτηγό σε χριστουγεννιάτικη αγορά στο Βερολίνο, το επίσης πολύνεκρο χτύπημα σε κέντρο της Κωνσταντινούπολης, την όξυνση των αντιπαραθέσεων και το «πάγωμα» των συζητήσεων για το Κυπριακό, τις δηλώσεις Ερντογάν για την Τουρκία «της καρδιάς του» που υπερβαίνει τα γεωγραφικά όρια της σημερινής Τουρκίας, τη δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Άγκυρα, τα σχέδια αναβάθμισης της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ «για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις σε Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή», τις δηλώσεις για επέκταση του πυρηνικού οπλοστασίου των ΗΠΑ και Ρωσίας κ.ά.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η στρατιωτική έκφραση αυτών των αντιθέσεων επικεντρώνεται σε μία περιοχή που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό αυξάνει σε επικίνδυνο βαθμό την εμπλοκή της Ελλάδας στους αντικρουόμενους σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο. Χαρακτηριστική αλλά και τρομακτική είναι η αναφορά του άρτι αφιχθέντος από την Ουκρανία στην Αθήνα Αμερικανού πρέσβη, ο οποίος δηλώνει εντυπωσιασμένος από την ποιότητα της επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον:

«Υπάρχει ένα διάγραμμα με τρεις κύκλους. Ο ένας αφορά τη Βόρεια Θάλασσα, ο άλλος την Ανατολική Μεσόγειο και τη Συρία και ο τρίτος τη Μαύρη Θάλασσα και μια πιο επιθετική και επεκτατική Ρωσία. Το μέρος όπου αυτοί οι τρεις κύκλοι συναντιόνται είναι η Ελλάδα».

Ο κρίσιμος ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή αναδεικνύεται με τρανταχτό τρόπο και από το γεγονός ότι το τελευταίο δίμηνο επισκέφτηκαν τη χώρα ηγετικά στελέχη κρατών που βρίσκονται στην κορυφή του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Έτσι, εκτός από την εμβληματική επίσκεψη Ομπάμα, η ελληνική κυβέρνηση υποδέχτηκε το τελευταίο δίμηνο και το Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Λαβρόφ, καθώς και το Γερμανό υπουργό Εξωτερικών Σταϊνμάγερ. Οι επισκέψεις αυτές και το περιεχόμενο των σχετικών συζητήσεων δείχνουν γλαφυρά το πραγματικό περιεχόμενο της πολυδιαφημιζόμενης από την κυβέρνηση «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής»…

Από τη δική της πλευρά, η ελληνική αστική τάξη προσπαθεί –μέσω και των σχετικών κυβερνητικών πρωτοβουλιών– να αξιοποιήσει αυτή την κατάσταση προς όφελος των δικών της επιδιώξεων σε οικονομικό αλλά και γεωστρατηγικό επίπεδο. Για παράδειγμα, κατά την επίσκεψη Ομπάμα διαφάνηκαν οι προσπάθειες της κυβέρνησης να αξιοποιήσει την επίσκεψη για άσκηση αμερικανικής πίεσης προς το Βερολίνο στο ζήτημα του ελληνικού κρατικού χρέους και της δημοσιονομικής πολιτικής. Επίσης, αυτή η επίσκεψη αξιοποιήθηκε από την κυβέρνηση για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της ελληνικής αστικής τάξης μέσω της προβολής της Ελλάδας ως βασικού συμμάχου των ΗΠΑ στην περιοχή, σε συνθήκες τριβών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία.

Φυσικά, το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι η ηγέτιδα και η Ελλάδα μία κατά πολύ υποδεέστερη δύναμη στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα αποτυπώθηκε και στο περιεχόμενο των σχετικών επαφών. Όπως αναδείχτηκε από μια σειρά δηλώσεις και συνεντεύξεις, οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε ζητήματα γεωπολιτικών επιδιώξεων των ΗΠΑ στην περιοχή σε συνθήκες ανταγωνισμού με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Με αυτό το δεδομένο καταλαβαίνουμε τι νόημα έχουν για τον ελληνικό λαό οι ευχαριστίες του Ομπάμα στον πρωθυπουργό «για την προσήλωσή του στη Συμμαχία μας», για «τη φιλοξενία των ΝΑΤΟϊκών πλοίων στο Αιγαίο» και για το γεγονός ότι η Ελλάδα «είναι μία από τις πέντε μόνο χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ που συνεχίζει να δαπανά 2% του ΑΕΠ για την Άμυνα». Η κυβερνητική στάση απέναντι στην επίσκεψη Ομπάμα αποτυπώθηκε με τον πιο εύγλωττο τρόπο στις δηλώσεις του Π. Τριγάζη στο «Έθνος»: «Να απαλλαγούμε από παλιές προκαταλήψεις έναντι των ΗΠΑ, διότι πολλά καλά έχουν προκύψει για τον κόσμο από τη μεγάλη αυτή δύναμη, το λαό της και το εργατικό κίνημα»…

Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν είναι οι μόνες που έχουν επιδιώξεις στην περιοχή. Ο σημαντικά αναβαθμισμένος από το 2015 ρόλος της ρωσικής παρέμβασης στην περιοχή αναδεικνύεται και με τις προσπάθειές της για πιο ανοιχτή διαμόρφωση ενός άξονα ανταγωνιστικού ως προς τον άξονα της συμμαχίας που βρίσκεται υπό την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ. Αυτό το στόχο υπηρετεί η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας των Ρωσίας - Ιράν - Τουρκίας στη Μόσχα το Δεκέμβρη. Παράλληλα, η Ρωσία απάντησε στη στρατιωτική της περικύκλωση από ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα μέσω της ανάπτυξης αντιαεροπορικών αντιπυραυλικών συστημάτων και συστοιχιών πυραύλων στο ρωσικό θύλακα του Καλίνινγκραντ στη Βαλτική.

Η όξυνση των αντιθέσεων, ωστόσο, δεν εκφράζεται μόνο σε στρατιωτικό αλλά και σε οικονομικό επίπεδο. Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στην ΕΕ και την Ευρωζώνη και οι αντικρουόμενες επιδιώξεις για το μέλλον τους, καθώς και για ζητήματα όπως το μίγμα της ασκούμενης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, οι διεθνείς σχέσεις της ΕΕ κλπ. Τροφοδότης αυτών των αντιθέσεων –που έχουν οδηγήσει στη δημιουργία σχετικά σταθερών ομάδων κρατών με διακριτά διαφορετικές προσεγγίσεις– είναι η όξυνση της ανισομετρίας στο εσωτερικό της ΕΕ και οι δυσκολίες δυναμικής καπιταλιστικής ανάκαμψης. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Γιούνκερ κατά την παρουσίαση της «Φθινοπωρινής δέσμης του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου»: «Η ανάκαμψη όμως είναι πολύ αργή και η αβεβαιότητα μεγάλη».

Η Κομισιόν άσκησε σημαντικές πιέσεις σε Γερμανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο για άνοδο των κρατικών τους δαπανών και σχετική χαλάρωση στην εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας για την υποβοήθηση της ανάπτυξης στην ΕΕ, προκαλώντας τη μήνη της Γερμανίας. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, φαίνεται ότι επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός στο Eurogroup της 5ης Δεκέμβρη, το οποίο, χωρίς να υιοθετήσει πλήρως τις προτροπές της Κομισιόν για δημοσιονομική επέκταση ύψους μέχρι 0,5% του ΑΕΠ, εξέφρασε την αναγκαιότητα μιας ελαφρώς πιο επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Οι αντιθέσεις, ωστόσο, δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από συμβιβαστικές διατυπώσεις και με κάθε αφορμή «ξαναπετούν κεφάλι». Τέτοια αφορμή αποτελεί και η υποψηφιότητα για τη θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ενόψει της αποχώρησης του Μ. Σουλτς) του επικεφαλής της ομάδας των Σοσιαλιστών Τζ. Πιτέλα, ο οποίος έχει ταχθεί επανειλημμένα ενάντια στις επιλογές της Γερμανίας.

Ενδεικτικός του καυτού οικονομικού «υπεδάφους» των παραπάνω αντιθέσεων είναι ο κίνδυνος έντονων κλυδωνισμών στο ευρωπαϊκό πιστωτικό σύστημα με επίκεντρο τις ιταλικές τράπεζες και κυρίως την πιο παλιά τράπεζα του κόσμου, την Monte dei Paschi di Siena, προς στήριξη της οποίας σπεύδει το ιταλικό κράτος. Στον ίδιο τομέα, πρωτόγνωρη είναι η κίνηση μιας σειράς γαλλικών τραπεζών να προσφύγουν στο Δικαστήριο της ΕΕ εναντίον της ΕΚΤ, αμφισβητώντας για πρώτη φορά έμπρακτα τον εποπτικό της ρόλο. Επίσης, το τελευταίο διάστημα είχαμε και την όξυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Κομισιόν και την Ιρλανδία, λόγω της απόφασης της πρώτης να καταβάλλει η «Apple» 13 δισ. ευρώ στο Δουβλίνο για μη καταβλημένους φόρους, με τον υπουργό Οικονομικών της Ιρλανδίας να δηλώνει ότι «η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της και παραβίασε την κυριαρχία».

Παράλληλα θα πρέπει να σημειώσουμε την ισχυροποίηση αστικών πολιτικών δυνάμεων που ζητούν ενίσχυση του προστατευτισμού τόσο σε κράτη-μέλη της ΕΕ όσο και στις ΗΠΑ. Χαρακτηριστική ήταν η νίκη των δυνάμεων του αστικού ευρωσκεπτικισμού στο πρόσφατο δημοψήφισμα στην Ιταλία.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι κραυγές περί «απόσυρσης της εμπιστοσύνης των αγορών από την Ευρώπη» δείχνουν τους κινδύνους του επόμενου διαστήματος, οι οποίοι θα επηρεάσουν καθοριστικά και τη διαφαινόμενη προοπτική περάσματος της ελληνικής οικονομίας σε φάση αναιμικής ανάκαμψης. Η κατάσταση αυτή θα επηρεαστεί, όπως αναφέρεται και σε πρόσφατη έκθεση της ΕΚΤ, μεταξύ άλλων και από την οικονομική πολιτική του Τραμπ, αφού «ενδεχόμενη υιοθέτηση μέτρων προστατευτισμού από τις ΗΠΑ και η πολιτική αβεβαιότητα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε οικονομική κρίση».

Τα παραπάνω θέτουν το πλαίσιο των επιδιώξεων μέσα στο οποίο κινούνται και οι διαπραγματεύσεις για το κλείσιμο της λεγόμενης δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα διάφορα μέρη που εμπλέκονται με το ελληνικό πρόγραμμα γύρω από ζητήματα όπως το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018, η διαχείριση του ελληνικού κρατικού χρέους (η οποία δημιουργεί αντικειμενικά προηγούμενο και για άλλα –πιο ισχυρά οικονομικά– κράτη με υψηλό χρέος όπως η Ιταλία), η διάρκεια ισχύος του λεγόμενου δημοσιονομικού κόφτη κλπ., αξιοποιούνται ως εφαλτήριο και πεδίο μάχης ευρύτερων επιδιώξεων.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιήθηκε η χορήγηση του εφάπαξ επιδόματος-κοροϊδίας στους χαμηλοσυνταξιούχους για να βγουν και πάλι «τα μαχαίρια στο τραπέζι». Οι αντιδράσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε, από τη μία, και του Γάλλου υπουργού οικονομικών Μ. Σαπέν και του Ευρωπαίου Επίτροπου Οικονομικών Υποθέσεων Π. Μοσκοβισί, από την άλλη, κινήθηκαν σε εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις. Πέραν του γεγονότος ότι και οι δύο πλευρές –για δικούς της λόγους η καθεμία– χρησιμοποίησαν τον κυβερνητικό προπαγανδιστικό όρο «13η σύνταξη», η πρώτη θεώρησε αυτή την πρωτοβουλία εντελώς ασύμβατη και η δεύτερη εντελώς συμβατή με το Μνημόνιο.

Σε επίπεδο κουαρτέτου, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) –ο οποίος αποτελεί τον οργανισμό χρηματοδότησης προς το ελληνικό κράτος και στον οποίο κυριαρχεί η Γερμανία– και η Κομισιόν «πάγωσαν» αρχικά τα ήδη συμφωνηθέντα (από το Eurogroup της 5ης Δεκέμβρη) βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, για να τα «ξεπαγώσουν» λίγο αργότερα μετά την έγγραφη δέσμευση του Ε. Τσακαλώτου ότι δεν πρόκειται για 13η σύνταξη αλλά για εφάπαξ επίδομα. Απ’ ό,τι φαίνεται μάλιστα από αυτή την επιστολή –στην οποία η κυβέρνηση εκφράζει τη «διαρκή αφοσίωση [της] στις δεσμεύσεις του Μνημονίου»– η κυβέρνηση θα αξιοποιήσει αυτή την πρωτοβουλία για άλλα αντιλαϊκά μέτρα και συμφωνίες το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο των εκκρεμοτήτων της διαπραγμάτευσης.

Την ίδια στιγμή, το ΔΝΤ κρατά στάση αναμονής (ενόψει και της κυβερνητικής αλλαγής στις ΗΠΑ το Γενάρη) ως προς τη συμμετοχή του στο Πρόγραμμα –την οποία επιζητεί η Γερμανία– επιμένοντας όμως, με άρθρο δύο κεντρικών του στελεχών (Όμπστφελντ, Τόμσεν), στην ανάγκη μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018 (από 3,5 στο 1,5%), στη λήψη νέων αντιλαϊκών μέτρων και στην απομείωση του ελληνικού χρέους (η οποία θα επιβαρύνει κυρίως τη Γερμανία).

Φυσικά, παραμένει άγνωστο κατά πόσο θα τροποποιηθεί η στάση του ΔΝΤ από την αλλαγή στην προεδρία των ΗΠΑ (οι οποίες καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική του ΔΝΤ), δεδομένου ότι ο Τραμπ φαίνεται αυτή τη στιγμή να συμπλέει με απόψεις αναπτυσσόμενων κρατών-μελών του ΔΝΤ που ζητούν απόσυρσή του από τη διαχείριση των οικονομικών προβλημάτων της Ευρώπης.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει ωστόσο για την ίδια την κυβερνητική πρωτοβουλία του εφάπαξ επιδόματος. Απ’ ό,τι φαίνεται η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, εκτός από τα μνημόνια, τους εφαρμοστικούς και αναπτυξιακούς νόμους κλπ., «ξεπατικώνει» από την προκάτοχή της κυβέρνηση των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και τους τακτικούς της χειρισμούς, χρησιμοποιώντας όμως σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το στοιχείο της ανοιχτής κοροϊδίας. Έτσι, το «κοινωνικό μέρισμα» των ΝΔ-ΠΑΣΟΚ γίνεται σήμερα «13η σύνταξη», δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση της μονιμότητάς του. Η ανοιχτή κοροϊδία της κυβέρνησης συμπληρώνεται από το γεγονός ότι το εφάπαξ επίδομα δόθηκε την ίδια μέρα με τη μόνιμη περικοπή στο μισό του ΕΚΑΣ (το οποίο θα καταργηθεί πλήρως μέχρι το 2019). Η κυβέρνηση προσπαθεί να εξαγοράσει «μπιρ παρά» τη λαϊκή συναίνεση στο τσάκισμα των δικαιωμάτων, την οποία βαφτίζει «κοινωνική συνοχή». «Προσφέρει» εφάπαξ 600 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια στιγμή που από την ψήφιση του αντιασφαλιστικού νόμου (Μάης 2016) μέχρι το 2019 θα αποσπάσει από ασφαλισμένους και συνταξιούχους 8,2 δισ. ευρώ (μόνο οι χαμηλοσυνταξιούχοι θα χάσουν το ίδιο διάστημα 2,4 δισ. ευρώ), ενώ οι απώλειες για τους χαμηλοσυνταξιούχους μόνο από τη μείωση του ΕΚΑΣ το διάστημα 2016-2017 φτάνουν τα 768 εκατομμύρια ευρώ.

Θυμίζουμε ότι σε σχολιασμό των τότε εξαγγελιών Σαμαρά για το «κοινωνικό μέρισμα», ο Α. Τσίπρας σημείωνε σε ομιλία του το 2014: «Θεωρούμε πράξη ντροπής, πράξη καταισχύνης, πράξη ταπείνωσης του κάθε πολίτη αυτής της χώρας: Από τη μία να αρπάζουν το ψωμί από το τραπέζι εκατομμυρίων ανθρώπων. Και από την άλλη να τους πετούν κάποια ψίχουλα, για να εξαγοράσουν, όπως φαντάζονται, τη στήριξή τους στην ίδια πολιτική που τους έκλεψε το ψωμί κι έχει σκοπό να τους κλέψει και το τραπέζι και τις καρέκλες και το σπίτι». Κάθε σχόλιο περιττεύει…

Η κυβέρνηση έχει ξεπεράσει κάθε όριο κοροϊδίας αναδεικνύοντας πόσο χρήσιμες μπορούν να είναι οι οπορτουνιστικές ρίζες ενός αστικοποιημένου κόμματος για το πέρασμα της αντιλαϊκής πολιτικής. Εκτός από ανύπαρκτες επιστροφές συντάξεων, η κυβέρνηση βάζει στο προπαγανδιστικό «μπλέντερ», επισκέψεις στην Κούβα και εκθείασμα των ΗΠΑ, αναφορές στο ΕΑΜ και ύμνους στην εθνική συναίνεση, υποκατώτερο μισθό και εκκλήσεις για επενδύσεις κλπ. Και όλα αυτά τη στιγμή που στην κυβερνητική «Αυγή» πολλαπλασιάζονται οι αναλύσεις –στο στυλ άρθρων της «Καθημερινής»– περί της αναποτελεσματικότητας και του συντεχνιακού χαρακτήρα των απεργιών. Στην ίδια εφημερίδα διαβάσαμε επίσης το Νοέμβρη: «Ποιο είναι το νέο αριστερό υπόδειγμα; […] το πολιτικό πεδίο δεν μπορεί παρά να είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία […] για να τον δημιουργήσεις [τον πλούτο], χρειάζεσαι ένα μεικτό οικονομικό σύστημα και σίγουρα δυνατό ιδιωτικό τομέα […] Ο κόσμος χρειάζεται μια νέα αριστερή πρωτοπορία για το ταξίδι προς το δημοκρατικό σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Και για να πετύχει η θολούρα, βάζει η «Αυγή» κι ένθετη έκδοση ημερολογίου αφιερωμένου στην Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία.

Με βάση την παραπάνω …βαθυστόχαστη ανάλυση, μέρος της προσέγγισης του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» αποτελεί μάλλον και η αξιοποίηση της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υπόθεση LAFARGE (την οποία επανειλημμένα έχει τονίσει ότι θα σεβαστεί, δηλαδή ότι θα υλοποιήσει) για το προχώρημα των αντιλαϊκών αλλαγών στο νόμο για τις ομαδικές απολύσεις. Η απόφαση αυτή, ενώ τυπικά αναγνωρίζει τη συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας (που προϋποθέτει την έγκριση των ομαδικών απολύσεων από τον υπουργό Εργασίας) με την ευρωπαϊκή οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις, βάζει το ζήτημα «από την πίσω πόρτα» ισχυριζόμενη ότι κάθε ρύθμιση κράτους-μέλους που θέτει όρους στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων θεωρείται αντίθετη με τις Συνθήκες της ΕΕ και κατ’ επέκταση άκυρη. Η απόφαση αυτή –η οποία θα λειτουργήσει στο μέλλον ως «ομπρέλα» αντιλαϊκών νομοθετικών πρωτοβουλιών– κινείται στην ίδια κατεύθυνση με το Μνημόνιο που έχει υπογράψει η κυβέρνηση και με το πόρισμα των «ειδικών» που υιοθέτησε η κυβέρνηση ως δική της θέση στη διαπραγμάτευση. Αυτό που ακούγεται άλλωστε είναι ότι για το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των αλλαγών στο συνδικαλιστικό νόμο υπάρχει ήδη φόρμουλα για συμφωνία.

Από τα πάνω απορρέει ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ανασύνταξης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, η κατάκτηση εκείνων των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών που θα το καταστήσουν ικανό να αντιπαρατεθεί με την αστική πολιτική. Οι εστίες αντίστασης που αναπτύχθηκαν σε μια σειρά χώρους το προηγούμενο διάστημα («Καριπίδης», «Athens Ledra», «Τοξότης», ΤΡΙΚΑΤ, «Αφοί Βλάχου» κλπ.) αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη για το επόμενο διάστημα. Παράλληλα, η πανελλαδική απεργία της 8ης Δεκέμβρη -που πήρε πανεργατικό χαρακτήρα με την επίμονη παρέμβαση του ΠΑΜΕ- σε συνθήκες πολύ αρνητικού συσχετισμού δείχνει ότι υπάρχουν περιθώρια. Επίσης, η πανελλαδική σύσκεψη που συγκάλεσε η Πανελλαδική Επιτροπή των Μπλόκων αποφάσισε κλιμάκωση και συντονισμό με στήσιμο ισχυρών μπλόκων σε κεντρικά σημεία της χώρας στις 23 Γενάρη 2017.

Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεύχους, εκτός από τις «Θέσεις για το 20ό Συνέδριο του ΚΚΕ», περιλαμβάνονται τρία άλλα κείμενα. Το άρθρο με τίτλο «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πλαίσιο των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή» συνοψίζει το κουβάρι των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων στην περιοχή μας και τους κινδύνους που απορρέουν από αυτό για τους λαούς. Πιο ειδικά, αναλύει τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην περιοχή, παρουσιάζει τις πρόσφατες εξελίξεις στο Κυπριακό και στέκεται αναλυτικά και στις σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, όσον αφορά τα ζητήματα των τουρκικών διεκδικήσεων και χειρισμών στο Αιγαίο και τη Θράκη αλλά και την ιστορική παρουσίαση των προβλημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το κείμενο παρουσιάζει επίσης όλες τις ιστορικές πληροφορίες που απαιτούνται για να κατανοηθούν οι δηλώσεις του Τούρκου προέδρου και άλλων αξιωματούχων περί αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λοζάνης. Τέλος, αναφέρεται στη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι λαοί της περιοχής απέναντι στις εξελίξεις, στις Θέσεις του ΚΚΕ για τα συγκεκριμένα θέματα και τα καθήκοντα που απορρέουν για τις επαναστατικές πρωτοπορίες, τα ΚΚ.

Το άρθρο με τίτλο «Για την πολιτικοποίηση της πάλης του Εργατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος» θίγει ορισμένα ζητήματα που σχετίζονται με τη δράση των κομμουνιστών στα Συνδικάτα. Στο έδαφος του ξεκαθαρίσματος της ίδιας της φύσης και του ρόλου των συνδικάτων ως μορφής οργάνωσης της εργατικής τάξης, παρουσιάζονται ορισμένες πλευρές που αφορούν το περιεχόμενο της πολιτικοποίησης της πάλης του συνδικαλιστικού κινήματος και του ρόλου της αυτοτελούς παρέμβασης του Κόμματος. Παράλληλα, τα ζητήματα αυτά εμπλουτίζονται με παραδείγματα από την πείρα που έχει συσσωρευτεί.

Το άρθρο με τίτλο «Σχετικά με το λαϊκό κίνημα στο Βυζάντιο» αποτελεί το δεύτερο μέρος της σειράς άρθρων πάνω στο ζήτημα. Το συγκεκριμένο κείμενο παρουσιάζει τις βασικές εξελίξεις της περιόδου συγκρότησης της κρατικής οντότητας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τις διαφορετικές μορφές που έπαιρνε η λαϊκή πάλη αυτή την περίοδο, δίνοντας έμφαση στην παρουσίαση και τα συμπεράσματα από τη Στάση του Νίκα.

Τέλος, στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 1.11.2016 έως 31.12.2016 και τα περιεχόμενα των τευχών της ΚΟΜΕΠ του 2016.